Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Τζον Κασαβέτης, ΤΖΑΖ


Αύριο, στο BARRIO [Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο], και κάθε Δευτέρα, από τις 9 και μετά, ο Μπαμπασάκης παίζει εκλεκτη jazz και προβάλλει μια ταινία. Αύριο, Φόρος Τιμής στον Μέγιστο JOHN CASSAVETES!

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ



Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις δύο παρά πέντε, ως συνήθως.

Radio_191009


Φωτοβολίδες Αισιοδοξίας σε Μαύρο Ουρανό

Μαθαίνω για ένα νέο ριάλιτι όπου, λέει, βγάζεις στη φόρα τα οικονομικά σου κι ένας οικονομολόγος τηλεστάρ από την εποχή της χρηματιστηριακής παραφοράς σε συμβουλεύει ενώπιον κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων τηλεθεατών. Να το πω βδελυρό; Άθλιο; Ελεεινό; Αισχρό; Να καταφύγω πάλι στον Ελύτη, στον Καρούζο, στον Σαχτούρη; Να σκεφτώ ότι είναι συνυπεύθυνοι στην κατρακύλα και όσοι στέργουν να συμμετάσχουν, αλλά και όσοι στέργουν να βλέπουν ανερυθρίαστα τέτοιες διεστραμμένες ανοησίες;

Περαιτέρω: οι φωστήρες του κεντροδεξιού, λεγόμενου, κόμματος, σμπαραλιασμένοι, ως φαίνεται, ψυχολογικά άμα δε και πολιτικά, αποφάσισαν να στήσουν κάλπες για την ανάδειξη νέου αρχηγού στις 6 Δεκεμβρίου. Εκτός που είναι του Αγίου Νικολάου και γιορτάζει η μισή Ελλάς, είναι και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και συνεπώς ημέρα μνήμης, ημέρα θυμού απέναντι στο βάναυσο άδικο. Θυμόμαστε όλοι τον εξωφρενικά αδέξιο τρόπο με τον οποίο το τότε κυβερνών κόμμα, τρόπος που μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά παρά διαχειριζόταν μια κρίση. Και τώρα, αυτοί που έλεγαν Ράτζα Γκλίξενμπεργκ τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και έλεγαν Πάολα Κρούγκμαν τον νομπελίστα γενειοφόρο και πασίγνωστο οικονομολόγο, σαν άσχετοι από καιρό και απρεπώς μοιραίοι, θαρρείς πάνε να σπάσουν τα ραγισμένα νεύρα ακόμα και των πιο ψύχραιμων οπαδών τους.

Τι να πω; Αλλάζω σταθμό, γυρίζω πλευρό, φωτοβολίες εκτοξεύω αισιοδοξίας σ’ έναν μαύρο ουρανό. Και λέω: ο Νάνος Βαλαωρίτης, ετών ογδόντα οχτώ, ποιητής και συγγραφέας, εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Πάλι», να δηλώνει χθες «Πάντα ήμουν και παραμένω μποέμ», να μας καλεί στην Γκαλερί Αστρολάβος όπου από αύριο, Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, εκθέτει ζωγραφική του, μια σειρά «καταστασιακά» σχέδια, με τίτλο «Όσα φαίνονται και δεν φαίνονται». Κι ακόμα, δεν έχει περάσει καιρός από τότε που κυκλοφόρησε το πειραματικό του μυθιστόρημα «Μα το Δία» (εκδ. Ηλέκτρα), το οποίο ήδη παρουσιάσαμε στο Κανάλι 1, και στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών».

Κι άλλη μία φωτοβολίδα: Την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009, παρουσιάζεται το έργο του Γιώργου Χαρβαλιά, «Ο ορίζοντας των γεγονότων», μια εικαστική πρόταση» στο υπόγειο γκαράζ του Πολιτιστικού Κέντρου ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος. Την έκθεση οργανώνει η Batagianni Gallery. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς θα είναι μαζί μας στην εκπομπή Radio Propaganda, την Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου.
«Ο ορίζοντας των γεγονότων» είναι για μια εγκατάσταση συνδυαστικών μέσων, προϊόν της εργασίας του καλλιτέχνη την τελευταία διετία (2007-2009), η υλοποίηση της έκθεσης έγινε με την καλλιτεχνική συνεργασία του γλύπτη Φώτη Ραφτόπουλου.
Το έργο αρθρώνεται από δύο μέρη:
1. «26 Ιουνίου 2007, Πίνακας τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (2007 – 2009). Εγκατάσταση, data wall – εννέα ψηφιακές πινακίδες δεδομένων, συνολική διάσταση: 2,28 x 10,62 μ.
2. «Nuit Américaine* / Αμερικάνικη Νύχτα» (2007-2009).
Βιντεοεγκατάσταση, δύο συγχρονισμένες προβολές HD, διάρκεια 49:16 λεπτά, διαστάσεις προβολής: 2,50 x 8,65 μ.
Η συνεχής κάθετη ροή των εναλλασσόμενων τιμών του χρηματιστηρίου που είναι το απείκασμα ενός άυλου πολέμου, διασταυρώνεται με την οριζόντια κίνηση του απολογισμού των υλικών συνεπειών του. Συμπυκνώνεται έτσι στον ενδιάμεσο χώρο του θεατή ο ορίζοντας, πέραν του οποίου, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας των γεγονότων μας ωθεί στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [19/10/09]

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

ΘΑ ΦΤΥΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ


Η αποψινή, σε λίγο, εκπομπή Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM και www.kanaliena.gr , θα είναι ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ στον ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΚΧΙΚόΝ & ΧΙΚ & ΦΕΡΙΑΛΕ


Αύριο, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου εις FERIALE (Σόλωνος&Ασκληπιού), καυτή jazz από το Παρίσι: Rene Thomas, Lester Young, Django Reinhardt, Stephan Grapelli, Jean-Luc Ponty, Sacha Distel, Elek Bascik!!! Για να γιορτάσουμε το 7# Vakxikon!!!

[Αλλά θα παίξουμε και μερικά μουσικοτεμάχια του εικονιζόμενου Θωμά Περιμένη]

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

ΤΖάΝΓΚΟ, ΠΑΙΔΕΣ!!!


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου, ώρα 23:00 με 01:00, ο Μπαμπασάκης και ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr παρουσιάζουν ένα έγχρωμο σινεμασκόπ αφέρωμα στον ασπρόμαυρο βιρτουόζο Ντζάγκο Ράινχαρντ. Μην το χάσετε, χαθήκαμε!

"Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια", έγραψεν ο Εμπειρίκος.

Το Παν είναι να Παραμείνεις Άνθρωπος, ν' ακούς Ντζάγκο, να σ' αρέσει ο Rothko, και να σε εμπνέει ο Captain Beefheart, να ακούς την "Αισθηματική Αγωγη" του Νικ Δε Πρικ Γκαγκάριν Τριανταφυλλίδη, και να θυμάσαι ότι ο Gregory Corso είναι και γαμώ τους Αστροπηδηχτές.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




Don’t Drink the Water

Ένα σύννεφο από βοή, βόμβο, βαβούρα
Joseph Roth

Περίμεναν. Τι περίμεναν; Άκου περίμεναν; Αδημονούσαν. Είχαν τελειώσει τη δουλειά μάνι-μάνι, ο Ι. σέρβιρε ξανά και ξανά κρασί, με κομμάτια από μήλο Αγιάς, σκληρό/τραγανό/ευώδες, στα ποτήρια, με φαινομενικά ήρεμες/ήμερες κινήσεις/χειρονομίες/εκφράσεις, μιλώντας αργά, με τη νηφαλιότητα να κερδίζει Όσκαρ σεναρίου/μοντάζ/σκηνογραφίας, ενώ ο Γ. εξίσου χαλαρός (τάχαμου/δήθενμου) να μιλάει επίσης αργά, Α ναι ο Χέρμαν Μπροχ είναι σπουδαίος συγγραφέας, να λέει, γενικώς οι Κεντροευρωπαίοι συγγραφείς πάντα με καθηλώνουν απογειώνοντάς με, ή καλύτερα με απογειώνουν καθηλώνοντάς με, να συνεχίζει, φέρε κι άλλο κρασί, και φρόντισε για τα παγάκια, να θυμάται αιφνιδίως και να υπενθυμίζει ευλόγως, άντε και ελλόγως ο Γ., και ο Ι. να πηγαινοέρχεται καθιστικό/κουζίνα, να φέρνει, να φροντίζει, ν’ ανοίγει το φούρνο, να ελέγχει την εξέλιξη στο σπεντζοφάι, να σφυρίζει, ο Γ. ακούει το σφύριγμα, αναφωνεί, αργά/νηφάλια/ήρεμα, Α αυτό είναι από το Trout Mask Replica, ο Ι. ν’ αναφωνεί, επίσης αργά επίσης νηφάλια επίσης ήρεμα, Ναι, μα ναι, και πάλι ναι, τέσσερις δεκαετίες σαράντα χρόνια τετρακόσιοι ογδόντα μήνες (περίπου) χίλιες εννιακόσιες είκοσι (πάνω-κάτω εβδομάδες) δεκατέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες (στο περίπου) από την πρώτη κυκλοφορία του Trout Mask, αναφωνεί ο Ι., λέει ο Ι., συνεχίζει ο Ι., Να βρούμε έναν τρόπο να το γιορτάσουμε, προτείνει ο Γ., Βεβαίως να το γιορτάσουμε, ρίξε καμιά ιδέα, σπεύδει να συμφωνήσει ο Ι., και ο Γ. ρουφάει μια γουλιά κρασί λευκό με μήλο, Αίνος στον Οίνο, αναφωνεί, ενώ ο Ι. θυμάται αίφνης τον πρώτο καιρό που απέκτησε κινητό και του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον ρώτησε τι κάνει και ο Ι. αυθορμήτως και απολύτως αληθώς απάντησε Πίνω οίνο στην Τήνο με τον Ντίνο, και μετά ανοίγει πάλι τον φούρνο για να ελέγξει εκ νέου τα τεκταινόμενα ως προς το σπεντζοφάι, και ακούει, με όση προσοχή του επιτρέπει η αδημονία του, τον Γ. να λέει, με όση ηρεμία του επιτρέπει η αδημονία του, Είναι σαράντα χρόνια και από το Abbey Road, και ο Ι. να κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά καθώς δοκιμάζει από το σπεντζοφάι, Άμα το πάμε έτσι δεν βγάζουμε άκρη, να λέει, άλλο δεν θα κάνουμε από το να βαράμε προσοχές σε επετείους, κατόπιν ρουφάει μια γουλιά από το κρασί του, πλησιάζει τη σκακιέρα και με όση αυτοκυριαρχία του έχει απομείνει πιάνει ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη τη βάση της λευκής βασίλισσας και την μεταφέρει από το τετραγωνίδιο δ4 στο θ4, παίζοντας, κατ’ ουσίαν, την 14η κίνηση της παρτίδας Μίσια Ταλ/Βασίλη Σμύσλοβ του 1959, πάει μισός αιώνας από τότε, άλλη επέτειος πάλι, ενώ συλλαμβάνει τον εαυτό του να ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς το ρολόι του Γ., αντιλαμβανόμενος ταυτοχρόνως ότι ο Γ. κοιτάζει στα κρυφά, και σφυρίζοντας τάχατες αδιάφορα, το ρολόι στο καντράν του cd player, το οποίο cd player παίζει τη Μουσική των Πυροτεχνημάτων και δείχνει, όπως άλλωστε και το ρολόι στον καρπό του Γ., 19:38, ενώ τα πέντε ραδιόφωνα του σπιτιού είναι αναμμένα και συντονισμένα αλλά με το volume στο μηδέν, εν αναμονή και αυτά, αν όχι και σε κατάσταση αδημονίας επίσης, και ενώ και πάλι ο Ι. γεμίζει τα ποτήρια και ο Γ. σχολιάζει, με φαινομενική ψυχραιμία το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου με τίτλο Τοίχος Ήχου, μια μονογραφία για τον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, τον εξαίρετο Φιλ Σπέκτορ, λέγοντας, Πολύ καλή ιδέα να είναι ασπρόμαυρη η φωτογραφία του Φιλ και κόκκινα τα γράμματα, οπότε ο επετειομανής Ι. γυρίζει προς τον Γ. και λέει, Την ίδια χρονιά, το 1939, άκου, γεννήθηκε ο Φιλ Σπέκτορ, πέθανε ο Γιόζεφ Ροτ, εκδόθηκε το Big Sleep, οπότε ο Γ. πιάνει να εγκωμιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και το στυλ του στον Μεγάλο Ύπνο του Χάουαρντ Χοκς, Ο καλύτερος Μάρλοου, εννοείται, αν βάλουμε στην άκρη ως σουρεάλ σιτουασιόν τον Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye του Όλτμαν, λέει ο Γ. ρίχνοντας και πάλι κλεφτές ματιές σε όσα ρολόγια μπορεί να διακρίνει μες στον χώρο και συνάμα τείνει το ποτήρι του προς το ποτήρι του Ι. που είναι προς στιγμήν ακίνητος και τσουγκρίζουν και ο Ι. λέει, Φαντάσου ότι μια κορυφή σαν τον Φώκνερ έγραψε τους διαλόγους και το σενάριο του Ύπνου, και ο Γ. λέει, Ας πιούμε στον μισό αιώνα από τον θάνατο του Μπορίς Βιάν και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και ο Ι. συναινεί πάραυτα και τσουγκρίζουν εκ νέου, και ο Γ. βγάζει από το cd player τα Πυροτεχνήματα και βάζει Μπορίς Βιάν, Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier le prochain jour du terme/ Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier que je n'ai plus vingt ans, ενώ μέσα σε τσουγκρίσματα/προπόσεις/επετείους/μουσικές σε κλίμα επιφανειακής/φαινομενικής αταραξίας, τα βλέμματα πια μοιάζουν στα όρια του να αλλοφρονήσουν, αν και πάντα με τακτ, με διακριτικότητα, πάντως έχουν φτάσει πια στο σημείο μηδέν της υπομονής, βλέμματα που από την αδημονία καταπίνουν το χώρο παλεύοντας να νικήσουν το χρόνο, να σμικρύνουν τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, η αδημονία να παίρνει αγρίως το πάνω χέρι, τα βλέμματα να κάνουν ζουμ στο ένα ρολόι και στο άλλο, να διασταυρώνονται σαν πύρινες δέσμες, ηλεκτρισμένα πια, τρελαμένα από την ανυπομονησία πια, τώρα να μη νοιάζονται άλλο να διατηρήσουν τα προσχήματα, να καταργούν με σφοδρότητα τη φαινομενικότητα, τέλος πια φτάνει πια όχι άλλο πια, ο Γ. ρουφάει με τα μάτια το ρολόι στο καντράν του cd player ενώ ο Ι. αρμέγει με τα μάτια του το φως στο ρολόι στον καρπό του Γ., ο οποίος Γ, τινάζεται, ταυτοχρόνως με τον Ι., πλην όμως είναι πιο νέος και συνεπώς πιο ταχύς, τα δάχτυλα να τινάζονται κι αυτά, τινάζεται λοιπόν προς το cd player και το γυρίζει στο radio, ενώ ο Ι. χιμάει προς το πλησιέστερο ραδιόφωνο και δυναμώνει το volume, ξεχύνονται κατόπιν με σθένος πάθος αδημονία προς τα υπόλοιπα ραδιόφωνα του σπιτιού, τα ήδη αναμμένα Tivoli Pal, Tivoli Songbook, Grundig (Design by F. A. Porsche – ένα λαμπρό απόκτημα πριν από δώδεκα χρόνια αγορασμένο στη μνήμη του πατέρα του Ι.), Bush λευκό (άλλη επέτειος πάλι! μοντέλο του 1959!), κι ένα Philips μαϊμού αγορασμένο από μεθυσμένους Πολωνούς εδώ και έναν αιώνα, χιμάνε ορμάνε, γκαγκάν-γκαγκάν, ήγγικεν η ώρα, σήμαναν τα δευτερόλεπτα, το ρόπτρο του χρόνου ήχησε, τα ραδιόφωνα όλα συντονισμένα στη διαπασών και αυτό που περίμεναν, αυτό για το οποίο αδημονούσαν, και κάθε μέρα αδημονούν, αυτό που μ’ όλα τ’ άλλα τα πολλά ενδιαφέροντά τους είναι το μείζον το επιτακτικό το υψηλό το κυρίαρχο το καταλυτικό το καταπληκτικό το λυρικό το λυτρωτικό ΑΡΧΙΖΕΙ, ναι, ένα μουσικό θέμα, άλλο κάθε φορά, σήμερα, απόψε, τέσσερα λεπτά και είκοσι ένα δευτερόλεπτα μετά τις 8 μ.μ., ήτοι στις 20:04:21, ακούγεται ο Ίγκι να ψελλίζει βαριά βραχνά βαθιά I want to go to the beach και μετά ο Νίκος ο Νίκος ο Νίκος Το Σκυλί της Βροχής Ο Άγιος Ρέμπελος Το Ρεμάλι του Ελαλαμέιν Ο Γκαγκάριν του Ψυρρή Η Ψυχή της Ψίχας Το Βελούδινο Γκρανγκινιόλ Το Φλόμπερ του Φλωμπέρ Ο Φλογοδίαιτος Η Μυχιοθήκη το Έρεισμα Η Φωνή Η Φωνή Η Φωνή και κυρίως τα όσα λέει η Φωνή αρχίζει και πάλι να μας ξεναγεί στην ξένη γη της Αισθηματικής Αγωγής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/09/09

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ, ΕΝΑ


Second Life


Παράτησε τα ποδήλατα, τη σκούπα την άφησε στην άκρη, είπε να κάψει τα βιβλία του αδελφού του, αλλά του φάνηκε δραματικό, τα πέταξε απλώς, άνοιξε πάλι το Αμερικανικό Ταμπλόιντ, έμεινε άγρυπνος διαβάζοντας ξανά Ellroy, πίνοντας Old Bushmills, ακούγοντας σκληρή bebop. Το πρωί ξυρίστηκε, ήπιε μαύρο καφέ, γάμησε την Τζένιφερ, έφτυσε στο πάτωμα, βρήκε το νόημα που δεκαετίες τώρα του διέφευγε. «Είμαι ο James Ellroy», είπε, «Και σας γαμώ την κόλαση. ΠΑΜΕ!» [Η Δεύτερη Ζωή του Γ.Α.Π.]

Ξεκρέμασε την καμπαρντίνα από τον καλόγερο, πήρε το μπαστούνι του, μειδίασε στον καθρέφτη του πορτ-μαντό, Δεν είμαι, κι ας του μοιάζω, είπε, ο W.S.B., και βάδισε ίσαμε το καφενείο, για την καθιερωμένη καθημερινή παρτίδα σκάκι με τον John Cage. (Συνεχίζεται). [Η Δεύτερη Ζωή του Marcel Duchamp]

Απίθωσε το γιουκαλίλι στο λαβομάνο. Πήρε το κυανούν μολυβδοκόνδυλο, δεν μονολόγησε «ο ουρανός» θριαμβικώς κατά τι, όπως στο ποίημα του Μαυρουδή, μα έγραψε The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!), κι ύστερα έγινε τύφλα στο μεθύσι. [Η Δεύτερη Ζωή του JJ]

Να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΚΟΛΑ ΤΟΥ JOYCE ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ finnegans wake να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω [Η Δεύτερη Ζωή του Dylan Thomas]

Φλοράλ. Παρασκευή. Ο Νέστωρ. Ο Στέργιος. Ο Θρασύβουλος. Κι εγώ. Ματηνπαναγία. Κι εγώ. Ο Ίκαρος. Και λέει ο Στέργιος. Πες που συστηνόμαστε & είναι στο πλάι τραπέζι κοπέλες & ακούνε να λέμε Ο Νέστωρ Ο Στέργιος Ο Θρασύβουλος Ο Ίκαρος. Γάμησέ τα. [Η Δεύτερη Ζωή του Ραμόν Μερκαντέρ]

Με τον Ωνάση/Άλλη θλάση/Alas/Τα είχε με την Κάλλας"/Κάλλιο με τον Ίκαρο/Κι ας τον λεγαν Καθίκαρο" [Η Δεύτερη Ζωή της JO"]

Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε [Η Δεύτερη Ζωή του Λεωνίδα (Σπάρτης & Ψησταριές Γωνία)]

Κάτι Τσογλαναραίοι Πατησιώτες Με Γουστάρουν. Κι εγώ Αυτούς. Το λέω, το Harmolypis Blues, αυτό το βιβλίο, αυτό μ' επηρέασε. Κι από κοντά, του Γιαννακό τα μίνιμαλ, του Δρόλια τ' αστροφύσια, και του Νιζίρ τα πλάνα [Η Δεύτερη Ζωή του Tom Waits]

Don't worthy, Be Happy!!!! [Το γαμήσαμε και ψόφησε πάλι απόψε, παπάρες, άχρηστα μαλάκια, άντε να σκίσουμε κάνα ροκά/μαλλιά/ανεπρόκοπο/μη χέσω/σκατά/κι/απόσκατα] (Η Δεύτερη Θανή του James Ellroy).

Καληνύχτα Σε Όσους Σκάσαμε Σαν Μια Ψυχολογία και Ατμόσφαιρα Στα Σοβαρά Γέλια Απόψε [Η Δεύτερη Ζωή του Ντίνου Ηλιόπουλου]

[Συνεχίζεται]

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΝΑΣ ΜΑΡΤΙΝΟΥ





Η Αναστοχαστική Ζωγραφική της Ελεάννας Μαρτίνου


Η Ζωγραφική ανταμώνει την Ποίηση, και οι δυο μαζί χορεύουν στους λειμώνες τ’ ουρανού αλλά και στα σοκάκια της απελπισίας, και της ανάτασης μαζί, των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Η Ελεάννα Μαρτίνου συνθέτει τα έργα της μέσα σ’ αυτή τη διαλεκτική απελπισίας/ανάτασης, αντιμετωπίζοντας τον ιστό της πόλης σαν πρόσωπο γεμάτο χρόνο και σημασίες, και το πρόσωπο σαν πλέγμα κατοικιών/δρόμων/αστικών τοπίων.

Άλλοτε με την πένα και το μελάνι και άλλοτε με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ υλικών η Ελεάννα Μαρτίνου επιχειρεί να ανασυνθέσει τη Μνήμη, να επινοήσει τρόπους δεξίωσης της νοσταλγίας εκ μέρους του θεατή, καθώς και να φανταστεί τόπους από το μέλλον, ίσως απειλητικούς, πάντως πάντα παντοδύναμους στην ακατάσχετη ροή τους προς ένα σύμπαν πότε δομημένο και πότε διαλυμένο (ενίοτε και τα δύο συνάμα).

Ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα της Κυπαρισσίας η ζωγράφος το αντιμετωπίζει με επαρκέστατη συναίσθηση του χρόνου που αποσυνθέτει την ύλη αλλά ανασυνθέτει τον στοχασμό πάνω στη ύλη, τον στοχασμό πάνω στη φθορά, τον στοχασμό πάνω στον αναπόδραστο χαμό, στην αναπόφευκτη απώλεια~ και μετά, μετατοπίζεται στο άγνωστο αλλού, ατενίζοντας μιαν άλλη δυνητική πραγματικότητα, επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο Μέλλον του Άλλου Αλλού, που σημαίνει επίσης επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο σήμερα και την φορά του, τη ροπή του, την κίνησή του.

Από ένα νυν που ωθείται ήδη προς ένα τότε, από το κτίσμα στην Κυπαρισσία που τείνει να οδηγηθεί σε ένα παρελθόν, η Ελεάννα Μαρτίνου οδηγείται (και μας οδηγεί) σε ένα αεί που όμως βυθίζεται μες στη χρονικότητα, είναι και αυτό θύμα της φθοράς, είναι ένα Μέλλον που θα έλεγες πως μοιάζει να πλάθεται και να ρημάζεται ταυτοχρόνως.
Σκαλωσιές που γίνονται πλέγματα/ιστοί/παγίδες, προσδοκίες που τσακίστηκαν από προδοσίες, η ουτοπία που μεταβάλλεται σε δυστοπία, μια επιστημονική φαντασία που σμικρύνει εφιαλτικά τον άνθρωπο, κάνει άμορφη τη μορφή του, τον αφήνει χωρίς υπόσταση ανάμεσα σε δοκούς/ αεροσκάφη/ εναέρια περάσματα/ μεταίχμια/ πολεοδομικές τερατογενέσεις. Και (είναι εκπληκτικό επίτευγμα της ζωγράφου) ακούς, ενόσω βλέπεις τους γιγαντοπίνακες της σειράς «Αόρατες Πόλεις», μια μουσική που είναι αρχέγονη, λες και προέρχεται από ωκεάνια βάθη ή από δυσθεώρητα ύψη, μια μουσική που φέρνει στο νου παγωμένες στέπες που αίφνης κατακλύστηκαν από φλεγόμενα δάση, μια μουσική που θυμίζει ένα τρελό χάος το οποίο πασχίζει, από μόνο του, να λάβει μορφή.
Τα χρώματα της Ελεάννας Μαρτίνου είναι νότες στην Παρτιτούρα του Ενδεχόμενου Επερχόμενου, μια παρτιτούρα που προειδοποιεί και μας καλεί, διαισθανόμενοι ένα μέλλον που είναι απειλή, να αναστοχαστούμε πάνω στο παρόν και να εντάξουμε σ’ αυτό στοιχεία από ένα παρελθόν που τείνουμε να λησμονήσουμε (και να χάσουμε) αμετάκλητα. Γι’ αυτό και η μετακίνηση από το σπίτι της Κυπαρισσίας στο αχανές των «Αόρατων Πόλεων», με ενδιάμεση φάση τα βαθιά ανθρώπινα πρόσωπα της σειράς «Rêverie du Pauvre», όπου το πρόσωπο γίνεται τοπίο, όπου το βλέμμα γίνεται ανάμνηση από το μέλλον, όπου οι ρυτίδες γίνονται κυματώσεις του χρόνου, προμηνύματα, διαισθήσεις.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/10/09

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ



ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Βιβλία και Πολιτικοί, ΙI

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι οι πολιτικοί δεν έχουν χρόνο για γράψιμο και διάβασμα, πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Καμιά φορά, βέβαια, μάλλον ατυχούν οι εν λόγω εξαιρέσεις και προκαλούν σχόλια όχι και τόσο ευμενή, όπως συνέβη προσφάτως με τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και το (δεύτερο μετά το Πέρασμα) μυθιστόρημά του Ο Πρόεδρος και η Πριγκίπισσα, όπου πρωταγωνιστή μια «δυστυχισμένη πριγκίπισσα της Αγγλίας», ο νοών νοείτω, ένας Γάλλος πρόεδρος, ο επίσης νοών επίσης νοείτω, καθώς και μεγαλοφυείς, στο ύψος ενός Φλωμπέρ, ενός Προυστ, ενός Σταντάλ φράσεις όπως, «Της έπιασα το χέρι και όταν τη φίλησα τα δύο γκριζογάλανα μάτια στράφηκαν προς εμένα». Ας είναι.
Πρότεινα ήδη βιβλία σε κορυφαίες προσωπικότητες της πολιτικής σκηνής, φρονώντας ότι οι πάμπολλες υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν χρόνο επαρκή για μια δέουσα, και τερπνή, επιλογή αναγνωσμάτων. Και συνεχίζω:
Για τον Γιώργο Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ): Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα). Ένα αριστούργημα. Ενδεχομένως να μην κάνει τον κόπο να το διαβάσει ο Πρόεδρος, αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να εγκωμιάσω αυτό το μυθιστόρημα, να το προπαγανδίσω, να χρησιμοποιήσω ως δόλωμα τη λέξη «εμβατήριο» του τίτλου ώστε να ανεβούν οι πωλήσεις. Ο Joseph Roth [Γιόζεφ Ροτ] γεννήθηκε το 1894 και έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο το 1939, τη χρονιά που ο Raymond Chandler δωρίζει στην ανθρωπότητα τον Μεγάλο Ύπνο, το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Ροτ ανατέμνει την πτώση της Αυστρίας των Αψβούργων μέσα από τρεις γενιές μιας οικογενείας, τα μέλη της οποίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ετοιμόρροπο καθεστώς. Με το κύλισμα του χρόνου παρακολουθούμε την αλλοίωση στα ήθη και στα έθιμα και, συνάμα, την αναπόδραστη γήρανση του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της αυτοκρατορίας του. Αναλλοίωτο μένει το εμβατήριο, χάνοντας όμως ολοένα και πιο πολύ το νόημά του, όπως και όλα τα άλλα. Κάτι τελειώνει, κάτι αναδύεται, η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από αβεβαιότητα, ερωτηματικά, αινίγματα, διλήμματα. Όπως και σήμερα. Το παλιό πεθαίνει, το καινούργιο δεν έχει σχηματιστεί ακόμη.
Για τον Νίκο Χρυσόγελο (Οικολόγοι Πράσινοι): Gavin Pretor-Pinney, Οδηγός του Ανέμελου Παρατηρητή των Νεφών (μτφρ. Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Κέδρος). Ένα εκπληκτικά πρωτότυπο βιβλίο για κάτι που κάθε στιγμή μεταμορφώνεται μπροστά μας, προσφέροντας λεπταίσθητα ή απειλητικά, κατευναστικά ή ανησυχαστικά, πάντως πάντα ποιητικά σχήματα και εφήμερα έργα τέχνης, ένα είδος αέναου potlatch (όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι το δώρο), η ανιδιοτέλεια της ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φύση και πάλι φύση, η οικολογία της ποίησης, η ποίηση της οικολογίας, τα «λαγωνικά του ουρανού» όπως αποκαλούσε τα ποιήματα ο Νίκος Καρούζος. Ο ευφυέστατος και αισθαντικότατος Γκάβιν Πρέτορ-Πίνεϊ προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολυσέλιδο πεζοτράγουδο λυρικού επιστημονισμού σχετικά με τα νέφη, συνδυάζοντας, όπως έλεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το πάθος του επιστήμονα με την ακρίβεια του λογοτέχνη. «Τα σύννεφα είναι το πρόσωπο της ατμόσφαιρας» γράφει (σ. 390). Και: «Τα σύννεφα είναι οι μπαλαντέρ στις προγνώσεις της κλιματικής αλλαγής» (σ. 356), ενώ δεν λείπουν παραθέματα από τον ύψιστο βάρδο Σαίξπηρ (σ. 75, 155) και τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορό (σ. 127, 176). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας είναι ιδρυτής της Cloud Appreciation Society (βλ. www.cloudappretiationsociety.org) καθώς και του λίαν ενδιαφέροντος εντύπου «The Idler», όπου αναζητούνται ενδιαφέροντες εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εργασίας.
Για τους Λοιπούς: Πολλοί οι Λοιποί. Άλλοι σοβαροί, άλλοι τραγελαφικοί. Ας τους προσφέρουμε, με όλη μας τη φιλία, μιαν ανθοδέσμη από τα βιβλία που απολαύσαμε προσφάτως.
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκης), όπου ο ποιητής ανασυνθέτει την ποιητική του μυχιοθήκη, επιχειρεί επιτυχώς μιαν αναδρομή στην ποιητική του, και συντάσσει ένα πολύπτυχο μανιφέστο για τις μέλλουσες δραστηριότητές του. Είναι παρούσες, εκτός από την ποίηση, τόσο η μουσική όσο και η ζωγραφική, ενώ εμφανίζονται σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Κάφκα, Προυστ, Τολστόι, Πάστερνακ, κ.ά.). Στιχουργεί, ολίγον και ευπρόσδεκτα α λα Ε. Ε. Κάμινγκς, ο Βλαβιανός: «Όλες οι λέξεις/ που έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας χάθηκαν./ Ακόμη κι αν μπορούσαμε/ (με κάποιο τέχνασμα ποιητικό)/ να τις ανακτήσουμε, verbatim,/ δεν θα τις αναγνωρίζαμε πια.// Όμως η ουσία της συνομιλίας μας/ (ό,τι εσύ θα αποκαλούσες ‘μελωδία’)/ παρέμεινε (και παραμένει)/ σταθερή μες στα χρόνια» («Σχεδόν [δοκίμιο περί φιλίας/ Ε.Α.]»).
Τάσος Πορφύρης, Ανθολογία της Βροχής (εκδ. Τροπικός). Ποιήματα για τη βροχή. Από τον κόσμο όλο. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και του Πολ Βερλαίν, του Μίλτου Σαχτούρη και του Πιεν Τσι-Λιν, του Στέφανου Ροζάνη και του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Γράφει ο Τίτος Πατρίκιος (1928): «Τούτη η βροχή καλή που θα ’ταν/ αν ήσουν τώρα σ’ ένα σπίτι…/ Μα εδώ τρυπάει τη σκηνή/ μουλιάζει τις κουβέρτες, τα ρούχα, τα βιβλία./ Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς/ χωρίς να συνηθίζεις;» Στο τόμο αυτό θα βρείτε, επίσης, ένα από τα πιο ερωτικά (κατ’ εμέ) ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Ιδού: «Ο καθένας με την ομπρέλα του/ Όμως εγώ/ δεν μπορώ/ χωρίς/ τη βροχή σου», του αείμνηστου Μάριου Μαρκίδη (1940-2003).
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τα σημειωματάρια (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Μεταίχμιο). Θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει κανείς κάποιες απ’ τις μαρμαρυγές της μεγαλοφυΐας του ντα Βίντσι που γεννήθηκε πριν από 490 χρόνια, στις 2 Μαϊου του 1519. Μεστή και κατατοπιστική η Εισαγωγή της Έμμα Ντίκενς, γόνιμες για τη σκέψη οι απόψεις του πολυπράγμονος Λεονάρντο («Εκείνος που δεν ξεπερνάει τον δάσκαλό του είναι κακός μαθητής», «Ο πόθος είναι αιτία δημιουργίας», «Όποιος παίρνει φάρμακα είναι απερίσκεπτος»), και ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο στη σελίδα 233.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος). 800 σελίδες σοφίας, λεπταισθησίας, καταβύθισης στην πλούσια ουσία του ανθρώπου. Ένα βιβλίο βαρύτιμο που μένει για πάντα στο πλάι μας, στο κομοδίνο και στο γραφείο, στον σάκο, παντού, πάντα με το μολύβι και το σημειωματάριο έτοιμα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ταξιδεύει στη γνώση και την ποίηση, συστήνει τρόπους δεξίωσης έργων και προσωπικοτήτων, αποφαίνεται, μιλώντας για τον Ε. Ε. Κάμινγκς, «Υπάρχει ένας κόσμος που μονάχα η ποίηση τον ανακαλεί», και παραθέτει το αριστουργηματικό: «nobody, not even the rain, has such small hands» (σ. 212). Ιδού πόσο εύστοχα, και δίκαια, μιλάει/γράφει ο σημαντικός στοχαστής: «Η μεγαλύτερη δόξα του Μαρξ είναι τα λουλούδια που δε λείπουν ποτέ από τον τάφο του στο κοιμητήρι του Highgate, ότι δούλεψε χρόνια στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου για να βοηθήσει τους αδύνατους». (σ. 700).
Άρωμα σελίδων, λοιπόν, για τους πολιτικούς. Αναγνώσματα που οξύνουν τη σκέψη και συνδυάζουν όπως λέγαμε παλιά το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

ΗΜΟΣΙΟΝ ΠΙΚΤΣΙΟΥΡΣ


[Νέα Στήλη: Ημόσιον Πίκτσιουρς, καταπώς λέμε Άδωξη Μπάστερδοι ή, άλλωστε, Ωρντινάρη Πήπωλ. Ο Γιάννης Παπασπύρου, με όχημα το σελιλόιντ, κάνει διάλειμμα από τις άλλες συγγραφικές του δραστηριότητες, και μας ξεναγεί σε σκοτεινά, αλλά και φωτεινά, τοπία, ως Νέος Στάλκερ].

Emotion Pictures
Η τσουκνίδα του Αντίχριστου
Μια σύντομη ανάγνωση της τελευταίας ταινίας του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Τρίερ δηλώνει στον πρόλογο ότι θέλει ν’ ανέβει στην τραμπάλα δύο άχρονων ουσιών: του σεξ και του θανάτου. Όποιος θέλει μπαίνει και παίζει, η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Ο ίδιος πέφτει με τα μούτρα πασχίζοντας να ξηλώσει τους φόβους του ώστε να μείνουν όρθια μόνο τα σύμβολα της διαχείρισής των.
Φεύγοντας απ’ την αίθουσα, δύο σεκάνς μου έμειναν στο μυαλό. Εκείνος, ως θεράπων, να την παίρνει απ’ το χέρι πείθοντας την να πεζοπορήσει ένα ευθύγραμμο τμήμα στο συμβολικό προαύλιο των εμμονών τους (απ’ τη μία εμμονή έως την άλλη) και η σεκάνς της στριφογυριστής – σαν ερωτοχτυπημένης έφηβης – ομολογίας της ότι γιατρεύτηκε, ως κοινωνός (για την ακρίβεια υπονοούσε ότι εκείνος την γιάτρεψε), δανείζοντάς του ακαριαία την αναπηρία της. Και στα δύο αυτά στιγμιότυπα οι ήρωες ασθενούν ταυτόχρονα αλλά όχι αμοιβαία.
Στον πρόλογο το παιδί δεν καλωσορίζει αλλά κυριολεκτικά γκρεμίζει τους Τρεις Επαίτες: τον Πόνο, τη Θλίψη και την Απόγνωση. Ο καθηλωτικός του (κινηματογραφικά) θάνατος δεν αποτελεί συντελεστή ανισορροπίας αλλά μια φυσική σταθερά ίση με αυτή που εμφανίζεται σε φυσικομαθηματικές εξισώσεις ως h, G, ή k και είναι ο παράγοντας που ουρανοκατέβηκε για να εξισώσει τα δύο μέρη: την ενοχή με τη Φύση.
Στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου όταν εμφανίζεται το Χρέος και η Ευθύνη χάνεται ο έλεγχος και τούμπαλιν, η εξίσωση-ταυτότητα που πυροδότησε η σταθερά του θανάτου υπερβαίνει την παντομίμα των ηρώων. Ο Τρίερ εστιάζει στη δεύτερη. Ο άντρας εξ’ αρχής επιδιώκει να μαγνητίσει τη θλίψη (κυρίως τη δική της) σε μια ζώνη αντιβαρύτητας όπου ο πόνος δεν θα ενεργοποιεί τους μακρόσυρτους μηχανισμούς αυτοΐασής του, μα θα εκκρεμεί αντ’ αυτού παγωμένος σε μια προσπάθεια «να αντιμετωπιστεί» - οπότε και προπάντων να ονομαστεί. Απ’ τους πρώτους διαλόγους της ταινίας οι διπλές όψεις των λεγομένων πολλαπλασιάζονται υποδερμικά. Η μόλυνση αυτή μεταγγίζεται και εδώ εντοπίζεται η θέση του Τρίερ για το θηλυκό. Η θεωρητικοποίηση του πόνου δεν της αρκεί, εκσφενδονίζει την ευθύνη απέναντι και ντύνεται έναν αλαφιασμένο, σχεδόν παραβατικό για τη σχέση του διπόλου, μανδύα.
Έπειτα, ο Λαρς φον Τρίερ σβήνει το πορτατίφ, το ζευγάρι ξυπνάει μέσα σ’ ένα όνειρο και ο θεατής με τη σειρά του σ’ ένα όνειρο μέσα σε μια ταινία όπου η Φύση τοποθετείται στο ράφι των ηδονοβλεψιών. Ο Τρίερ οριοθετεί το χώρο της συνάντησής τους και οι ήρωες πατάνε ξυπόλυτοι σε τόπο ξένο: Ο μεν στον κήπο του Κακού του θηλυκού και η δε στον κήπο των δισταγμών του αρσενικού. Παραπληρωματικά, οι Τρεις Επαίτες επιστρέφουν ως τρία ζώα (ελάφι, κοράκι, αλεπού). Ο Πόνος (αλεπού) αναφωνεί σε ένα ποιητικό – όσο και διδακτικό – slow motion «το Χάος βασιλεύει» και η στοιχειοθέτηση της αξιολογικής πυραμίδας των φόβων (θεραπευτική τεχνική και μανία του αρσενικού) επαναλαμβάνεται πια ως αγωνιώδης αναρρίχηση στην πυραμίδα της επιβίωσης. Στην κορυφή και των δύο ο Τρίερ τοποθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Ο Ουρανός, στον κήπο της Εδέμ, δεν εμφανίζεται ποτέ.
Στο θέατρο των μονομαχιών λύση είναι ο θάνατος. Ο Τρίερ ταλάντωσε μια χορδή της οποίας η κυματομορφή δεν εξαντλείται στο πανί και στον Αντίχριστο, δυστυχώς, το υπονοούμενο σοκάρει λιγότερο από την πρόκληση. Ο δημιουργός σε παίρνει απ’ το χέρι για να σε διασχίσει, μαζί με σένα, εισβάλλοντας στο σύμπαν των βιβλικών διδαχών, εκεί όπου η τσουκνίδα χρησίμευε ως γιατρικό. Σποραδικά αγγίζει το όνειρο κάθε σκηνοθέτη: να μεταλλάξει τον κινηματογράφο σε όνειρο.

http://en.wikipedia.org/wiki/Lars_von_Trier

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Σελίδες Και Σιγαρέτα, ΙΙ


Fahrenheit

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

[Βιβλιοθήκη/Ελευθεροτυπία, 01/10/09]

Σελίδες και Σιγαρέτα, II

Από το Ελ Αλαμέιν στο Έλα Αλλά Μείνε. Με άλλα λόγια, αυτά του Ludwig Wittgenstein, 120 έτη μετά τη γέννησή του στα 1889: «Από κει που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί όπου βρίσκεται η απόφαση» (βλέπε τον θαυμάσιο, μπορχεσιανό λαβύρινθο του έργου Φιλοσοφικές Παρατηρήσεις, μτφρ. Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Γνώση, σ. 137). Που σημαίνει: δίνουμε τις μάχες για να φτάσουμε σε κάτι σταθερό, για να μείνουμε σε κάποιο έδαφος κατακτημένο, για να φτάσουμε σε ένα κατοικείν, να υπερβούμε μιαν ανεστιότητα, και όχι μονάχα στον χώρο αλλά και στον χρόνο, καθώς επίσης και στην ψυχική/πνευματική μας σφαίρα.
Αν την καλοεξετάσεις, και στην καλύτερη περίπτωση, η μορφολογία του εδάφους μας αποτελείται από συνήθως καλοδιαλεγμένες συνήθειες που συμβάλλουν στο να ζούμε αξιοπρεπώς την καθημερινότητά μας, να συνάπτουμε σχέσεις, να συναντιόμαστε με τους ομοίους μας. Για πολλούς από εμάς τα σιγαρέτα, τα βιβλία, οι μουσικές, και οι ταινίες ήσαν οι συνήθειές μας, και σε μεγάλο βαθμό παραμένουν, η δε Σύμπτωση έρχεται ενίοτε να μας δώσει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να μας συγχαρεί για τις συνήθειές μας. Φέρ’ ειπείν, σχεδόν ταυτόχρονα με την εκκίνηση της Αντικαπνιστικής Εκστρατείας έμελλε, συμπτωματικώς, κάποιοι από μας, μανιακοί λάτρεις του σιγαρέτου, να εμπλακούμε σε εκδοτικές δραστηριότητες που είχαν σχέση ακριβώς με το… σιγαρέτο. Συμμετείχαμε στην επανέκδοση του πονήματος Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια του Richard Klein (εκδ. Οξύ), καθώς και στο συλλογικό έργο Ιστορίες Καπνού (εκδ. Μίνωας).
Στις Ιστορίες Καπνού συνθέτουν μπλουζ για τα σιγαρέτα δώδεκα απόστολοι της ελληνικής λογοτεχνίας (ανάμεσά τους οι: Αλεξάκης, Νικολαΐδου, Νόλλας, Έρση Σωτηροπούλου, Ταμβακάκης, Χωμενίδης), ενώ εικονογραφεί, πανέμορφα, ο Στάθης. Παραθέτω από τη «Σοφία» του Αλεξάκη: «Προχωρώντας προς το σπίτι συνειδητοποίησα ότι δεν είχα μόνο εγώ ανάγκη να καπνίσω. Την ίδια ανάγκη είχαν και τα χέρια μου. Παρατήρησα ότι έψαχνα μανιωδώς τις τσέπες μου. Ευτυχώς, δεν είχα πάρει τα τσιγάρα μαζί μου. Δεν είχα ούτε σπίρτα. Κατάλαβα αίφνης ότι κόβοντας το κάπνισμα θα έχανα μοιραία και τη συνήθεια να ανάβω σπίρτα. Μου άρεσε να τα ανάβω, ιδιαίτερα όταν ξυπνούσα τη νύχτα για να καπνίσω και φώτιζαν για μερικά δευτερόλεπτα το σκοτεινό δωμάτιο. Οι άνθρωποι που δεν καπνίζουν δεν ξέρουν πώς φαίνεται ο χώρος στον οποίο ζουν υπό το φευγαλέο φως ενός σπίρτου. Μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν. Το σπίρτο που ανάβεις τη νύχτα φωτίζει μια γωνιά της μνήμης σου, σου θυμίζει πού ζούσες άλλοτε, σου δείχνει ένα χώρο που δεν κατοικείται πια».
Το βιβλίο του Klein είναι το αντίστοιχο του Περί Μέθης του Κωστή Παπαγιώργη (εκδ. Καστανιώτης) στο σύμπαν του ταμπάκου. Ο καθηγητής Klein, αρειμάνιος καπνιστής, αποφασίζει να κόψει το τσιγάρο υιοθετώντας τη λίαν αποτελεσματική μέθοδο να πλέξει, ακριβώς, ένα πολυσέλιδο εγκώμιο του σιγαρέτου, να το υπερβεί διά του εκθειασμού (έλεγε ο Henry Miller, «Κάθε μυθιστόρημα είναι ο τάφος ενός έρωτος»). Στήνοντας αυτό το εξαίσιο χάρτινο αρχιτεκτόνημα-αίνος υπέρ του σιγαρέτου, ο Klein ενταφιάζει το χούι του να καπνίζει. Αποχαιρετά, αλλά με αγάπη, με πάθος, με στυλ.

Με κάτι τέτοια τεχνάσματα κόβεις το τσιγάρο. Δίνεις τη μάχη στο Ελ Αλαμέιν και φτάνεις στο Έλα Αλλά Μείνε, ναι, μείνε στο κατοικείν εκτός της νικοτίνης. Και θυμάσαι τα λόγια του Winston Churchill για κείνη τη μάχη, για κάθε μάχη: «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

ΛΑΓΙΟΣ

http://belleviefacile.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

ΡΑΔΙΟΕΚΛΟΓΕΣ & ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ


Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου, στο www.kanaliena.gr (Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM), δύο παρά πέντε μεσημέρι, ως συνήθως.

Radio_280909

Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού

Είναι ένα χιουμοριστικό τραγούδι του Ανεξιχνίαστου Διδάκτορος Φρυόβολου Χαρούπη με αυτόν ακριβώς τον τίτλο: «Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού». Μιλάει για το μεγάλο παράπονο ενός κυρίου που δεν βρίσκει μεζέδες θαλασσινούς να απολαύσει. Με τη σειρά μας, οι φίλοι μου κι εγώ, αλλά θαρρώ και σύμπασα η κοινή γνώμη και όλος ο ντουνιάς, επισημαίνουμε, και τραγουδάμε, «Παντελής Πτώση Πάθους». Στις εκλογές αυτές. Τριάντα πέντε έτη μετά τη Μεταπολίτευση, τα πολιτικά σχήματα της χώρας μοιάζουν ώριμα, αλλά όπως το έλεγε ο Woody Allen: «Τόσο ώριμα που κοντεύουν να σαπίσουν». Το χιούμορ μοιάζει να το έχει βάλει στα πόδια, έντρομο από τη γηραιά σοβαροφάνεια των πολιτικών σχημάτων αυτών των εκλογών, ακόμα και τα ευτράπελα κάποιων μίνι και στα όρια της λογικής μορφωμάτων είναι σχεδόν παντελώς απόντα. Οι μεγαλύτεροι, σε ηλικία, κουράστηκαν τόσα χρόνια. Οι μικρότεροι, είναι σαν να γεννήθηκαν ήδη κουρασμένοι.

Κάποιοι, πολλοί, θα πουν: καλύτερα παντελής πτώση πάθους, παρά λαμπαδηδρομίες, πετροβολισμοί, χυδαία/ακραία συνθήματα, πυρηνικές σχάσεις μέσα σε καλές οικογένειες, και πάει λέγοντας. Από την άλλη, το πάθος είναι κινητήρια δύναμη της κοινωνίας – το έχουν πει όλοι οι στοχαστές αυτό, ακόμα και ο Καρτέσιος. Όπως επεσήμανε ο Baltasar Gracian, «Οι λέξεις είναι εφαλτήρια πράξεων», και όπως τόνιζε ο Walter Benjamin, «Η Πράξη είναι Αδελφή του Ονείρου». Η πολιτική, έστω και ως λογιστική διαχείριση της πραγματικότητας, έστω και ως τέχνη του εφικτού, όπως τη λέγαμε κάποτε, αν στερείται μια στάλα όνειρο, δυο-τρεις δόσεις ουτοπίας, μια τζούρα ποίηση, κι ένα δράμι αποκοτιά, τείνει πιο βαρετή κι από μια παρτίδα ξερή με κάποιον ξεμέθυστο αναγνώστη σομόν σελίδων να γίνει.

Θα επιμείνουμε, εμείς, στην Ποίηση, λοιπόν. Κάθε μέρα, ως την Κυριακή των εκλογών, τόσο από το πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημα, όσο και από το Radio Propaganda της Παρασκευής, και τον «Αφρό των Ημερών» του Σαββάτου, θα κερνάμε ποιήματα. Για σήμερα, Θωμάς Γκόρπας, και «Τσιγάρα», από τις εκδόσεις Κέρδος, και τη σελίδα 212.

Τσιγάρα
Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη, μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα…

Χίλιες φορές κοιμηθήκαμε με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες…

Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρμη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκε τρελάθηκε τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα…
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο…

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΡΕΒΟΥΑΡ


Πάντα Ορεβουάρ, ποτέ Αντίο

«Θα ξαναπήγαινε. Θα ξαναπάει. Ξαναπήγε». Ετσι, κοφτά και αναπάντεχα, έπαιρνε μπρος ο κινητήρας ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή ένα μπαρ.

Το θρυλικό Aurevoir, στην Πατησίων, που είναι ο δρόμος-σύζυγος, όπως η Καλλιδρομίου είναι ο δρόμος-ερωμένη. Σ' αυτήν την κόγχη της πόλης, σ' αυτόν τον μειλίχιο μυχό, έχουν πιει τα ποτήρια τους άνθρωποι σαν τον Κούλη Στολίγκα και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που τόσο άδολο γέλιο σε τόσες γενιές πρόσφεραν, σαν τον Περικλή Κοροβέση και τον Γιώργο Καραβασίλη, φίλους και τρυφερούς συμπότες, της γραφής ρέκτες, μα και του Βάκχου πρωτοπαλίκαρα, σαν τον Στέφανο Ροζάνη, νεορομαντικό και λάτρη της μελωδίας των λέξεων, και, last but not least, αν είναι δυνατόν!, τον Μέγα Φρανκ Σινάτρα, αυτόν που ήταν η Φωνή, η Απόλυτη Φωνή για τόσες και τόσες δεκαετίες.

Και μόνο μια απλή παράθεση ονομάτων όσων το βλέμμα μου συνάντησε στο Aurevoir τα λίγα τελευταία χρόνια, και όσων η φωνή μελώδησε στ' αυτιά μου, πότε συζητώντας για την ποίηση του Borges και πότε για τον κινηματογράφο του Jacques Tati, πότε για την ποιότητα του ιρλανδέζικου ουίσκι και πότε για το σκάκι του Μπόμπι Φίσερ, αρκεί για να συνθέσει ένα από τα ομορφότερα ποιήματα του κόσμου: Λεοντάρης, Δαράκη, Κόκκαλη, Κουσουρής, Παγκαλιά, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Ζηργάνος, Κουτσουρέλης, Τριάντης, Πετροπούλου, Φατούρος, Χατζηαντωνίου, Παυλόπουλος, Μουλάκη, Αναστασόπουλος, Γουδέλης, Χρηστίδης, Οικονομίδης, Μαθιουδάκη, Πολιτάκης, Κουρκουνάκης, κι Εκείνη, η Λατρεμένη, η Λατρευτή, και η Λατρεύουσα. Τι μελωδία!


Φέτος, εδώ στο Aurevoir, εμείς, η Νέα Φιλική Εταιρεία, κατά τους πιο ευμενείς και φίλα προσκείμενους, ή η Αθλια Τσογλανοπαρέα, κατ' άλλους, αρχίσαμε τις εορταστικές εκδηλώσεις για δύο μείζονα, ροκ και γκαγκάν-γκαγκάν, γεγονότα της Νεωτέρας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, καθώς και για μια επέτειο φυγής. Πρώτον, την ίδρυση του Aurevoir, ακριβώς πριν από μισό αιώνα, το 1957. Δεύτερον, την ίδρυση της Internationale Situationniste, της Καταστασιακής Διεθνούς, επίσης το 1957, τον Ιούλιο. Τέλος, τα πενήντα χρόνια από τότε που ο σπαρακτικός και ιδιοφυής Malcolm Lowry, ο συγγραφέας τού «Κάτω από το Ηφαίστειο», μας άφησε και πήγε με τους πολλούς. Οπότε λοιπόν, καθώς λέγει ο Κοροβέσης, κάνουμε απανωτές συνάξεις ψυχών στο Aurevoir, το τέμενος της νύχτας, αυτό το θαλπερό στέγαστρο αναμνήσεων και παθών.

Να θυμηθούμε ότι το επιμελήθηκε και το στόλισε ο σημαντικός αρχιτέκτων Αριστομένης Προβελέγγιος, να μην ξεχνάμε ότι εδώ ποτέ η μουσική δεν είναι άσχημη, μήτε εκκωφαντική, να έχουμε κατά νου ότι τα βλέμματα εδώ είναι απαλές φλόγες κεριών και τα χαμόγελα είναι καμωμένα από φεγγαρόσκονη.

Ο κύριος Λύσανδρος και ο κύριος Θόδωρος είναι κάτι παραπάνω από αβροί, είναι υποδειγματικοί. Τριάντα (άντε πάλι: «πώς πέρασεν η ώρα, πώς πέρασαν τα χρόνια»!), ναι, τριάντα χρόνια, ο ταπεινός σας ανταποκριτής από τις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας και από των παθών τις φάτνες, έρχεται να πιει, να συζητήσει, και προπάντων να συναντήσει και να συναντηθεί, σε τούτο εδώ το κονάκι, σε τούτη εδώ τη νύκτια όαση. Ναι, σ' αυτόν τον θύλακο που απαθανάτισε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας κοσμώντας με μία φωτογραφία του την έκδοση των Απάντων του.

Το Aurevoir σημαίνει, φίλοι, δεν χανόμαστε, τα ξαναλέμε, εις το επανιδείν. Σημαίνει, σωστά το γράφεις, φίλε Νίκο, σε τούτο το χειρόγραφο που τιμάει τη σελίδα, «Κυρίως καλή αντάμωση». 'Η, όπως περίφημα το διαλάλησε ο Γιώργος Σαραντάρης, «Φέρτε ποτήρια να πιούμε στην υγειά σας/ Ωραίοι καιροί ωραιότατες παρθένες»!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/01/2007]

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟΜ ΓΟΥΈΙΤΣ

http://www.youtube.com/watch?v=VXKkWj6OEJw&feature=related

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ ΜΑΤΗΠΑΝΑΓΙΑ!!!


Εσύ ποιους ποιητές ξεχωρίζεις;
Μου αρέσει η ποίηση του Παντελή Μηχανικού, η οποία είναι δυνατή, τολμηρή και ουσιαστική, χωρίς περιττά στολίδια. Ξεχωρίζω την αξεπέραστη ποιητική γραφή του προκλητικού και μαχητικού Ρώσου Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, που στη σύντομη και επεισοδιακή ζωή του κατάφερε να μεγαλουργήσει και τον νομπελίστα T.S Elliot, ο οποίος υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Χαίρομαι επίσης όταν ανακαλύπτω συνεχώς και νέους ποιητές με αξιόλογη ποιητική γραφή, τόσο Κύπριους, Ελλαδίτες όσο και ξένους. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζομαι με ένα ελληνικό ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση, το δοκιμιακό λόγο, τη λογοτεχνική μετάφραση και την εικαστική δημιουργία, το poema, του Έλληνα δημοσιογράφου και ποιητή Βασίλη Ρούβαλη, συνεργασία που με βοηθά να γνωρίζω αρκετούς ποιητές της νεότερης και όχι μόνο γενιάς και να εκτιμήσω το ποιητικό τους έργο.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr, σήμερα, 21/09/09, δύο παρά πέντε το μεσημέρι -- κλασικά πράγματα, κλασικές αξίες!

Έκθεση Ιδεών με Θέμα «Γιατί Δεν Θα Δω το Ντιμπέιτ».

Φτου, ξανά μανά και πάλι αυτή η ιστορία, η παιδιόθεν, με την αντιγραφή, με την παπαγαλία, με τα σκονάκια. Αλλιώς το είχα σκεφτεί, κι ένας φίλος μού έστειλε ενός άλλου φίλου το κείμενο, κι εγώ το έμαθα παπαγαλία, και το έκανα σκονάκι, και το αντιγράφω – αντί, φίλες και φίλοι, να καθίσω να στύψω το μυαλό μου, να σκεφτώ από μόνος μου. Κι έγραψα την Έκθεση Ιδεών αντιγράφοντας, αλλά ευτυχώς δεν το πήρε χαμπάρι η δασκάλα, τίποτα δεν παίρνει χαμπάρι η δασκάλα αυτόν τον καιρό, είναι πολύ απασχολημένη η δασκάλα τούτες τις μέρες, κοιτάζει μηχανικά τα γραπτά μας, αυτόματα βάζει το βαθμό.
Debate, Τηλεμαχία, γκαγκάν-γκαγκάν, πράγματα γεμάτα ένταση, η αδρεναλίνη στα ύψη, χαμός στο ίσωμα, φέξε μου και γλίστρησα, τσαγκαροδευτέρα κι ο λόγος ξεστρατίζει, η λοκομοτίβα της σκέψης εκτροχιάζεται, καλά που δεν πατήσαμε κι εκείνον τον 19χρονο Γάλλο που την είχε αράξει σουρωμένος στις ράγες και πέρασε η υπερταχεία και τρίχα δεν του πείραξε, του Γκαστόνε, για δέκα εκατοστά από δω και είκοσι από κει.
Κι ύστερα, πάω, που λέτε, κι αντί να κάνω τα μαθήματά μου και να ετοιμαστώ να δω τηλεμαχία απόψε και ντιμπέιτ αύριο, ή ανάποδα, δεν θυμάμαι, άλλωστε τηλεόραση δεν έχω εδώ και μιαν επταετία, πάω λοιπόν και πιάνω και διαβάζω την Ιλιάδα, στη μετάφραση/ανάπλαση του Μαρωνίτη, εκδόσεις Άγρα, μην ξεχνιόμαστε, για ακούστε,
«Γλαύκος προς Διομήδη: Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;

Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή• τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.

Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά, φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται».
Και μετά, πάλι με τα νώτα στα μαθήματα, στο ντιμπέιτ, στην τηλεμαχία, και σας τα λέγει αυτά ένας άνθρωπος λίαν πολιτικό ον, μέσα στα κοινά, και τίγκα στην κοινωνική συνείδηση, αμέ, κι ακούω του Σαββόπουλου το «Περιβόλι του Τρελού», σαράντα χρόνια γενέθλια έχει σε λίγο, στα τέλη Οκτωβρίου, και ταυτόχρονα αντιγράφω το σκονάκι και σας το διαβάζω:
Βίρα τις άγκυρες
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΤΣΟΥ από τα «Νέα»
«Τι νόημα έχει αν ο Καραμανλής θα είναι όρθιος ή καθιστός στο debate;
Και τι σημαίνει αν ο Παπανδρέου είναι ειλικρινής; Αυτή η ύψιστη προεκλογική τελετουργία δεν είναι παρά ο μάταιος αγώνας για να ειπωθεί ένας περιορισμένος αριθμός λέξεων στην καρκινική τους εκφορά μπρος-πίσω. Μάταιος συνεπώς ο κόπος, διότι το ζήτημα δεν είναι τα επιχειρήματα αλλά η εικόνα. Όπως τα φιλμ του Γουόρχολ όπου συμβαίνουν όλα και τίποτα, το τίποτα κρύβεται πίσω από τις υποσχέσεις ή περίπου το τίποτα σαν τις μηδενικές αυξήσεις του ενός και τις δεκαδικές του άλλου.
Ας τους απολαύσουμε, λοιπόν, αυτούς τους πρωταγωνιστές του "Τέλους του παιχνιδιού". Η θεατρική τους πλευρά είναι από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του θεάτρου μας μετά τον Ρέππα και τον Παπαθανασίου».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [21/09/09]

ΙΠΠΟΔΗΓΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ


Το Καρπερό Παγώνι

Εκφράζοντας εντός διά του εκσυλλογισμένου Τοιουτοτρόπως-Εστί, και ενώ η παραδήλωση της παρανάγωσης ένιων έργων της Κικής Δημουλά εστιάζεται στην σπειροειδή εκτύλιξη μίας εκ των προτέρων συναισθηματικά φορτισμένης ενδελεχείας του Είναι (βλ. και Μπιτσώρης, "Άθλια Θέμεθλα", εκδ. Παπαζήσης, σ. 1785), εκφεύγω προτείνοντας την απευθείας ένζυμη απόλαυση της φαντασμαγορικής αποθέωσης στους περιελισσομένους ελελεύ στίχους του έργου "Το Καρπερό Παγώνι" της Νίκης Δαφνίδου (Αθήνα 2009, εκδ. Το Ρόιδο), όπου η μελανότητα της διελκυστίνδας Ζωή-Θάνατος εκποιείται με σημασιολογικές εκφορές του Μη-Είναι-Εν-Ταυτώ (βλ. και την πρόσφατη αφίσα του ΣΥΡΙΖΑ/Στο Χέρι σου Είναι). Δι' ο και αναλίσκεται ο περιέσκεμμένος αναγνώστης στην μη-αναγνωστική οντότητα καθόσον εκβάλλει το Τιτρώσκειν στο Θεραπεύειν διά της Ποιήσεως εντός της αναφορικότητας αλλά και, εκ περισσού ενδεχομένως, υπέρ της διάθλασης του ποιητικού λέγειν/τεύχειν/πράττειν. Περαιτέρω, βλέπε την μελέτη μας "Η Έκφραση του Πάσχειν εν Εαυτώ Διά της Νικηφόρου Δάφνης" στον τόμο Δρ. Βασίλειος Βούβαλης "Κείμενα Φίλων για τη Γυναίκα μου" (εκδ. Pipes & Paparia, Εδιμβούργο, 2008).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ/ ΠΟΙΗΣΗ


Radio_170909

Η Ποίηση Ξέρει Να Δίνει Απαντήσεις

Γιατί άραγε μόλις κάνα εικοσαήμερο πριν από τις εκλογές πέφτω με τα μούτρα και διαβάζω με πάθος περίσσιο το On the Road του Jack Kerouac, στην πρώτη του γραφή, τη θρυλική πάνω στο μήκους 45 μέτρων ρολό χαρτί, το περίφημο scroll που εκδόθηκε μόλις πριν από δύο χρόνια, ενώ οι στεντόρειες υποσχέσεις των πολιτικών πασών των αποχρώσεων φτάνουν σαν απόμακροι, αλαργινοί, αδιάφοροι ψίθυροι στα μελαγχολικά φθινοπωρινά μου ώτα;

Γιατί σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου του 2009, κάθομαι απ’ το πρωί και συλλογίζομαι τον βίο και τον μόχθο του μεγάλου συγγραφέα και ποιητή Raymond Carver, τις απανωτές χρεοκοπίες του, το πόσο δύσκολα μα και αγέρωχα τα έβγαζε πέρα, για να μας αφήσει το έργο του, αυτό το «πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας»;

Άραγε γιατί μου τριβελίζει το μυαλό ο Charles Bukowski και τα δεκαπέντε χρόνια από τότε που πήγε με τους πολλούς, και αναρωτιέμαι ποιος να γράφει σήμερα σαν κι αυτόν, κοπανώντας με μανία τα δάχτυλα στα πλήκτρα της γραφομηχανής ώσπου να ματώσουν, ενώ δεν παύει να γελάει, να σαρκάζει, να βουρκώνει, να γεμίζει και ν’ αδειάζει το ποτήρι του στο τραπέζι μιας φτωχικής κουζίνας, ακούγοντας Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ;

Γιατί να νιώθω, μέσα μου βαθιά, όχι τόσο με το μυαλό όσο με την καρδιά, ότι τις απαντήσεις πιότερο και αγριότερα, αν θέλετε, η Ποίηση της δίνει, το περήφανο πέτσινο μπουφάν του αλανιάρη των μεγαλουπόλεων ποιητή, και όχι του πολιτικού ο λαιμοδέτης/γλωσσοδέτης, η λιμουζίνα της συμφοράς, τα αλλεπάλληλα και υπάλληλα «Θα» και «Να» και «Όταν» που αν γρήγορα τ’ ακούσεις και τα πεις λίγο φέρνουν (προσέξτε Θα και Να και Όταν) ηχητικά, αλλά και αλλιώς, με το Θάνατο.

Ας ακούσουμε μαζί έναν ποιητή, σας παρακαλώ, φίλες και φίλοι. Είναι γεννημένος στα 1919, ήτοι είναι εννέα δεκαετιών, σοφός και πιτσιρικάς, δροσάτος, κι όχι μουχλιασμένος όπως κάτι νεαροί. Ο θρυλικός Lawrence Ferlinghetti, ο ιδρυτής του επίσης θρυλικού οίκου City Lights Books, ενενήντα ετών, κυρίες και κύριοι, γράφει:

Η ΓΑΤΑ: «Η γάτα/ γλείφει το πόδι της και/ την αράζει/ στη γωνίτσα της βιβλιοθήκης/ Μπορεί να κάθεται σε/ στάση σφίγγας/ έτσι ακίνητη με/ τις ώρες/ μέχρι να στρίψει κάποτε το κεφάλι της/ προς τη μεριά μου,/ να σηκωθεί, να τεντωθεί/ να μου γυρίσει την πλάτη και/ να αρχίσει να γλείφει το πόδι της ξανά σαν/ να μην ήταν πραγματικός ο χρόνος που πέρασε/ Και δεν ήταν/ κι αυτή είναι η σφίγγα με/ όλο το χρόνο στη διάθεσή της/ στην έρημο του χρόνου της/ Η γάτα/ ξέρει πού πεθαίνουν οι μύγες/ βλέπει φαντάσματα στους κόκκους του αέρα/ και στις αχτίδες του ήλιου σκιές/ Ακούει/ τη μουσική απ’ τις ουράνιες σφαίρες,/ το βουητό στα καλώδια των σπιτιών/ και το βουητό του σύμπαντος/ στο διάστημα ανάμεσα στ’ αστέρια/ αλλά/ προτιμάει σπιτίσιες γωνιές/ και του καλοριφέρ το βουητό» (από τον τόμο «Αυτά είναι τα Ποτάμια μου», μτφρ. Χρήστος Τσιάμης, εκδ. Καστανιώτης).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 17/09/09

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451


ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Σελίδες και Σιγαρέτα, Ι

Ανήκω σ’ εκείνους που αντιπάθησαν από την πρώτη στιγμή την κατά του σιγαρέτου εκστρατεία. Μάλιστα, αντέδρασα με τον τρόπο μου, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα, κάνοντας εκπομπές, συζητώντας το θέμα με φίλους και γνωστούς. Εμμένω στη στάση και στη θέση μου ότι τέτοια ζητήματα δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζονται με απαγορεύσεις. Κι ακόμα, ότι είναι έως και απαράδεκτο να αποσιωπάται συστηματικά η γοητευτική πλευρά των πραγμάτων, εν προκειμένω του σιγαρέτου – η ποιητικότητά του, οι έξοχες στιγμές του στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία. Επέμενα, βεβαίως, καθημερινώς να επισκέπτομαι το περίπτερο της γειτονιάς και να προμηθεύομαι τα δύο πακέτα άφιλτρων σιγαρέτων που επί χρόνια πολλά συντροφεύουν όμορφα, άσχημα, ήρεμα, ταραγμένα, γλυκά, πικρά δευτερόλεπτα της ζωής μου.
Η επιμονή μου αυτή κλονίστηκε ελαφρώς, διαταράχθηκε ανεπαισθήτως στην αρχή αλλά ολοένα και πιο αισθητά στη συνέχεια, και εντέλει κονιορτοποιήθηκε εξαιτίας δύο φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους περιδιαβάσεων στις τυπωμένες σελίδες (το άλλο πάθος μου πλάι στα τσιγάρα και τη μουσική είναι, ως γνωστόν, τα βιβλία).
Διάβασα, λοιπόν, το λίαν ενδιαφέρον πόνημα Η χώρα του Marlboro και η χλιαρή άγρια Δύση του Ηρακλή Παπαϊωάννου (εκδ. Άγρα). Και με έζωσαν τα φίδια, καθώς λέμε. Η γενεαλογία του περίφημου σιγαρέτου, του κόκκινου και λευκού πακέτου του, της ίσως πιο πετυχημένης διαφημιστικής καμπάνιας όλων των εποχών: ιδού το θέμα του βιβλίου, και ο συγγραφέας του με εμπεριστατωμένη διεισδυτικότητα κυκλοφορεί ανάμεσα στις ημερομηνίες, τις διαθέσεις, τα σκληρά γεγονότα, την επινοητικότητα των διαφημιστών. Έμαθα πολλά. Και, κυρίως, αυτά τα πολλά άρχισαν να επηρεάζουν την σιγαρετομανία μου.
Και πριν από μερικές ημέρες, με την άδολη αμεριμνησία του φανατικού αναγνώστη αστυνομικών αφηγημάτων πήρα να καταβροχθίσω τα Ερωτευμένα Φαντάσματα του Paco Ignacio Taibo II, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Ο Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που έπλασε ο Taibo, περιπλανιέται στην Πόλη του Μεξικού εξιχνιάζοντας το ένα αίνιγμα μετά το άλλο, πίνοντας ακατάπαυτα αναψυκτικά και καπνίζοντας ασταμάτητα τα αγαπημένα του σιγαρέτα, τα Δελικάδος. Και αίφνης στη σελίδα 55, στη μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, εκδ. Άγρα, διαβάζω τον εξής αποκαλυπτικό, για μένα, κεραυνό: «Ο Έκτορ στάθηκε σ’ ένα σημείο με φως για να ανάψει ένα τσιγάρο. Τελευταία τα Δελικάδος είχαν μια γεύση σαν καβαλίνα. Σαν τα Μάρλμπορο, που σίγουρα γι’ αυτό θα άρεσαν τόσο πολύ στα άλογα, αν κρίνουμε από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα σε μικροπωλητές και απομακρυνόταν από την παλαίστρα. Η κίνηση προς τα νότια πύκνωνε στη λεωφόρο Ρεβολουσιόν. Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο».
Ας το επαναλάβω: Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο.
Αυτό είναι, λέω μέσα μου, αυτό είναι, ξαναλέω, έχοντας σφηνωμένη στο μυαλό μου τη φράση του Paco και το πόνημα του Ηρακλή Παπαϊωάννου. Άλλο το κάπνισμα, κι άλλο το ρημάδι το τσιγάρο. Και ύστερα από δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου, το παράτησα το ρημάδι, το λατρεμένο, το εξαίσιο, το αναθεματισμένο, το υπέροχο, το πάντοτε παρόν και τα πάντα πληρόν, σιγαρέτο και τσιγάρο.
Η συνέχεια στα επόμενα!


(Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, στο πλαίσιο της "άτακτης" στήλης μου ΦΑΡΕΝάΙΤ 451, όπου θα θίγονται καθημερινά θέματα με φόντο και σκηνικό κάποια βιβλία).

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

FERIALE


O Dr Baba και οι Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε εκκινούν την Προεκλογική Περίοδο απόψε Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου, εις Feriale (Σόλωνος & Ασκληπιού γωνία), με ένα Αφιέρωμα στα Σαράντα Χρόνια από την κυκλοφορία του TROUT MASK REPLICA του Καπετάνιου Beefheart. Σε επόμενες προεκλογικές συναθροίσεις θα ακουστούν μελωδικές δημηγορίες σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων όπως οι Blixa Bargeld, Frank Zappa, Miles Davis, Chet Baker, Tomn Waits, και Colonel Sands!

ΥΓ. Στη φωτογραφία οι Colonel Sands και Dr Baba στα Στρατηγεία του Feriale.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΜΠΗΦΧΑΡΤ



Εις τον Βασίλειον! Ξέρω Ξέρει Ξέρουμε!!!

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ


Ειδήσεις Που Μοιάζουν με Διαφημίσεις

Αύριο, Παρασκευή 4/09/09, στη Radio Propaganda, Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστοίθωσθιν!!

Στείλαμε potlatch στον τέως Κώστα Καραμανλή το πόνημα «Περί Κοπώσεως» του Peter Handke (εκδ. Καστανιώτης).

Διαβάζουμε μετά μανίας Roberto Bolano, αφού συγκλονιστήκαμε (ξανά) από τον Joseph Roth.

Στείλαμε potlatch στον τέως Αλέκο τέως Αλαβάνο το έργο «Εφτά Δοκίμια για την Ερμηνεία της Περουβιανής Πραγματικότητας» του José Carlos Mariátegui, το οποίο συνιστούμε σε όλο τον Κόσμο της Αριστεράς και στην Αριστερά του Κόσμου ως το εργαλείο ερμηνείας (και) της ελληνικής πραγματικότητας.

Διαβάστε όπως και δήποτε Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο! Ιδού: http://areadingdiary.wordpress.com/

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΛΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟ (θα διαβαστεί στο Κανάλι Ένα)


Shakespeare Squadron, II

Ο Τσάλαντι, όχι, δεν τον χτύπησε ο Τσάλαντι, εγώ τονε χτύπησα, εγώ τον βάρεσα, δική μου η γροθιά που τον σώριασε. Αναιμική γροθιά, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ήτανε τύφλα και δαύτος, σάστισε, δυο μέτρα μαντράχαλος, ούτε που το περίμενε από μένα να του τη φέρω, κλονίστηκε, ταλαντεύτηκε, σωριάστηκε. Παράτησαν οι άλλοι τον Τσαλ και χίμηξαν πάνω μου. Αντεπιτίθεται ο Παλιοσειράς, μπαίνει στη μάχη κι ο Λαρισαίος, ορμάει ο Μπολώνιας, κρααααακ, θρύψαλα το πικάπ, γκντουβγκγκγκγκγκγκμπανγκτντάουουουουουμμμ!!! – πάνε τα ράφια με τα μπουκάλια όλα, ω πάει το Jameson, πάει το Johnny, πάει η Absolut, να σου κάτω και οι τεκίλες, τα μαρτίνια, χαμός, τρέλα, πανικός, γενικεύεται η σύρραξις, σφοδρή η κλοτσοπατινάδα, θαρρείς βγαλμένη από κάτι αμερικάνικες ταινίες, μονάχα που δεν είμαστε εδώ σε μπαράκι του Ελ Έι αλλά στης Μυτιλήνης το λιμάνι, στην «Ουτοπία» όπως έλεγαν το στέκι, αυγή της τρελής δεκαετίας του ενενήντα, φαντάροι στα τριάντα μας, ο Τσαλ κι εγώ, στα τριάντα τρία τους οι Παλιοσειράς Λαρισαίος Μπολώνιας, κι είν’ η πρώτη φορά που μπλέκουμε σε άγριο καβγά. Τι να λέει, που λένε και στο Βόλο. Τι να λέει!
Όλα άρχισαν από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora, έλεγαν οι Τζούμας Κωνσταντίνος και Παναγιωτίδης Άλκης, πάνε χρόνια, τι χρόνια, δεκαετίες, παλαίμαχοι κι αυτοί, ναι, καραβάνες παλιές και ωραίες, πρωτεργάτες της Μεγάλης Αντίστασης ενάντια στη Δικτατορία του Κόκκινου Κιτς, αλλά εμείς δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε με το βελούδο του ροκ-εντ-ρολλ κλασίκ, μπα, ήμασταν παιδιά της τζαζ, και των μπητνίκων ετσιθελικοί γόνοι, εξ ου και Τσάλαντι ο ένας, Τζόρτζουακ ο άλλος, και πάει λέγοντας, με τον Ντοστογιέφσκι επ’ ώμου και υπό μάλης τον Ρεμπώ, με ανοικονόμητα πλησιάσματα στον Ιησού, με τις μπίρες να ρέουν αφειδώς και με τα μάτια μας κόκκινα μονίμως και πρησμένα από τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και μιαν αυτοσχέδια, τεθλασμένη, ο θεος-να-την-κάνει φιλοσοφία.
Φορέσαμε τις φαιοπράσινες, πιάσαμε τα G3A3 και τα ΗΚ11, και ζωστήκαμε τις παλάσκες, δέσαμε τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα άρβυλά μας, χτυπήσαμε νούμερα γερμανικά, ήπιαμε σε καραβάνες τσάι και καφέ, τα παγούρια μας τα γεμίσαμε με βότκα, αμέ, όλα τα κάναμε, κι αναφορές δώσαμε, και θαλαμοφύλακες θητεύσαμε, κάναμε τους μήνες να κυλάνε απαλά, καπνίζαμε το τσιγαράκι μας και λαχταρούσαμε κι εμείς όπως κι η πιτσιρικαρία πότε θα πάρουμε την τετραήμερη για να βρεθούμε με τους φίλους και τις ερωμένες μας.
Ο Τσάλαντι έλαβε αίφνης ένα χαρτί, κι από κει που θα ’κανε δεκαοχτάμηνο όπως εγώ, του το γύρισαν σε δωδεκάμηνο, και την επαύριον άντε πάλι με το καλό καλός πολίτης. Να το γιορτάσουμε, παίδες, λέει ο Τσαλ και ντυνόμαστε με τα ωραία μας πολιτικά και βγαίνουμε σουλάτσο, χτυπάμε ένα ταβερνείο μια σταλίτσα, με τυρί στη λαδόκολλα, με Καζαντζίδη στο παμπάλαιο τζουκ-μποξ, με ούζο το καζανιστό λεγόμενο να μας φουντώνει φίνα. «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι», λέει ο Τσαλ. «Εξάλλου εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι», λέει ο Λαρισαίος. «Η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι εύκολη», λέει ο Μπολώνιας. «Τα πάντα free», λέει ο Παλιοσειράς. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε.
Ο Τσαλ προτείνει περιοδεία στα ποτάδικα – ποτοσχολαστήρια, τα έλεγε ο Καρούζος. Άντε, φύγαμε. Τα γυρίσαμε όλα, με αλφαβητική σειρά. «Ανναμπέλα», «Βαπόρι», «Δώμα», «Καρολίνα», και πιάνουμε «Ουτοπία» για τα τελευταία σκοτσέζικα. Και τον Τσαλ τον πιάνει η παπαδιαμαντομανία κι αρχίζει, ο μη-πω, να ζητάει συγγνώμες δώθε κείθε, όπως ο κυρ-Αλέξανδρος όταν ήτανε ν’ αφήσει την Αθήνα και να πιάσει Σκιάθο. «Για ό,τι κι αν έκανα», να κάνει ο Τσάλαντι, «να με συγχωρήσετε ζητώ». Άλλοι του χαμογελάνε, του μεθυσμένου, άλλοι συνεχίζουν αδιαφορώντας να τα λένε, άλλοι του λένε συχωρεμένος να ’σαι, άλλοι μουρμουρίζουν ένα ενοχλημένο κι εμένα τι με νοιάζει, κι ο Τσαλ να μην αφήνει ούτε ένα τραπεζάκι δίχως να το επισκεφτεί και συγγνώμη να ζητήσει. Στα ηχεία μια χτυπιότανε ο Ίγκι Ποπ και μια ψέλλιζε τρυφερά ο Τσετ Μπέικερ.
Και κάποια στιγμή, άρχισε το πατατράκ. Ο καθαρόαιμος βλάκας παρεξηγεί τον παπαδιαμαντισμό του Τσάλαντι. Τι ζητάς συγγνώμη ρε, λέει αβρότατα, τι, γιατί, μπας και μου γάμησες τη γυναίκα, αυτό είναι, μου τη γάμησες τη γυναίκα, και ζητάς συγγνώμη κι από πάνω, τώρα θα σε γαμήσω εγώ εσένα, να δεις, και πέφτει η πρώτη, κι ο Τσαλ ξεχνάει τον Ακέραιο Κυρ-Αλέξανδρο και θυμάται με χρονολογική σειρά Κραβάν Χέμινγουεϊ Μέιλερ κι αρχίζει το μπουνίδι, σήκω Ντάντε να μας δεις, τις γροθιές μας να χαρείς.
Εγώ βάρεσα και σώριασα τον μαντράχαλο. Την κοπανάμε. Μας πιάνουμε πιο κάτω. Τίγκα στις μελανιές και στους μώλωπες άπαντες οι γερόγεροι, συν η σπασμένη μύτη του Τσαλ. Γκαντεμιά! Ο δικός μου σωριασθείς ήτανε υπολοχαγός, πού να το ξέρω ο έρμος. Μία έριξα, γερή δε λέω, και τώρα μας πάνε μπλε μαρέν, σιδηροδέσμιους, και συνοδευόμενους από ένοπλους λεβέντες, στην Ταξιαρχία, στην Καλλονή. Μας κόβει ο Ταξίαρχος που είμαστε υπερήλικες για φαντάροι, κόβει το άσπρο μαλλί του Τσαλ, τη φαλακρίτσα του Λαρισαίου, την πλισέ μουρίτσα του Μπολώνια, την κοιλιά του Παλιοσειρά, τη βέρα στον παράμεσό μου. «Και δηλαδή τι είστ’ εσείς και χτυπάτε και υπολοχαγούς;»
«Αρχαιολόγος», απαντάει ο Τσαλ.
«Γιατρός», κάνει ο Μπολώνιας.
«Οικονομολόγος», λέει ο Λαρισαίος.
«Εθνολόγος», δηλώνει ο Παλιοσειράς.
«Κοινωνιολόγος», ψεύδομαι εγώ.
«Να χέσω τα πτυχία σας», αποφαίνεται ο Ταξίαρχος. «Χαθείτε απ’ τα μάτια μου», συμπληρώνει έτοιμος να σκάσει στα γέλια. «Και καλά μυαλά», καταλήγει.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι. Τα λέμε στην Αθήνα», μου ψιθυρίζει ο Τσαλ όταν μας φορτώνουν πάλι στην «καναδέζα» με προορισμό το σύνταγμα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2005

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ, ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΑ & ΞΑΝΑ


ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ,
Ο Αγγελόμορφος Οδοιπόρος



Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανδρέας Εμπειρίκος


Ένας από τους τελευταίους αγίους, ένας φτωχούλης του Θεού κι αυτός, όπως και τόσοι πρόγονοί του, ο Τζακ Κέρουακ, πλάνης και εξερευνητής εσωτερικών τοπίων, Μεγάλος Ερωτικός και Μέγας Απεγνωσμένος, μακάριος και γαληνεμένος, βραχνός Μουσηγέτης και πάντα, μα πάντα, Συγγραφέας – ένας από τους τελευταίους ανθρώπους, πασχίζει, σε όλη του τη σύντομη ζωή, να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως, να επινοήσει τρόπους φυγής από την αδυσώπητη δικτατορία της υλοφροσύνης, να επιχειρήσει το άνοιγμα σε ό,τι πιο μύχιο, πιο ανεξερεύνητο, πιο αχαρτογράφητο φέρουμε εντός μας, να αποκρυπτογραφήσει τα αλλόκοτα ιερογλυφικά της διαλεκτικής ζωής και θανάτου, πνεύματος και χώματος, ύλης και μουσικής του ζώντος. Ο Τζακ Κέρουακ, φυγάς θεόθεν και αλήτης, όπως το είχε διατυπώσει ο Εμπεδοκλής – ο Τζακ Κέρουακ, γυμνός άγγελος, ο Τζακ Κέρουακ, memory babe, παιδί της μνήμης, αδελφός μας και πιο πολύ αδέρφι μας, μες στις δεκαετίες ανοξείδωτος. Πρίγκιπας της ανεκτικότητας, πλημμυρισμένος απ’ τους ρυθμούς του κόσμου, ο Κέρουακ αρνήθηκε την ίδια του την ευφυΐα, την κατέστρεψε, τη δαπάνησε, χάριν μιας περισσότερο πολύτιμης – και τόσο δυσεύρετης πια – ιδιότητας, χάριν αυτού που όλοι ξέρουμε τ’ όνομά του αλλά τόσο λίγοι καταφέρνουμε να είμαστε άδολοι διάκονοι και λυτρωμένοι δούλοι του: της αγάπης.

Ο Τζακ Κέρουακ, γεννημένος στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, στις 12 Μαρτίου του 1922, έμελλε στη σύντομη ζωή του να περάσει από ένα σωρό σταυροδρόμια λαβυρίνθων, παραμένοντας πάντα αγνός και ανεξέλεγκτος, παίρνοντας πάντα, εσκεμμένα, τις λάθος αποφάσεις, αγαπώντας τους λάθος ανθρώπους, μένοντας στη λάθος μεριά του δρόμου. Έμελλε να καεί κι αυτός, σαν τα κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, να πυρποληθεί, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μόνο και μόνο για δωρίσει σ’ έναν σκοτεινιασμένο κόσμο λίγες στιγμές φέγγους. Έμελλε να γράψει δεκάδες χιλιάδες σελίδες, πυρωμένα παραληρήματα αγάπης, αγάπης, και αγάπης, χτυπώντας με ηδύτατη παραφορά τα πλήκτρα της γραφομηχανής, περιοδεύοντας στα λημέρια της αγαθότητας με τα νώτα γυρισμένα στους χλευασμούς των φανατικών μιας κακομοίρας νουνέχειας, μιας σωφροσύνης πάμφτωχης. Έμελλε να γράψει το On the Road, το απαράμιλλο χρονικό της μακαριότητας και της κίνησης, του έρωτος και της περιπλάνησης, της φιλίας και της προσήλωσης στην ευφρόσυνη αλητεία που, όπως κάποια τραγούδια αγαπημένα, ξέρει να ξεγελά το δυνάστη χρόνο. Έμελλε να γράψει τους Υποχθόνιους, μέσα σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέσα σ’ έναν άγιο πυρετό τρελής δημιουργικότητας και ανάγκης να εκφραστεί, καταφέρνοντας, όπως λέει κι ο Χένρυ Μίλλερ, «ένα τέτοιο πλήγμα στην αθώα μας πρόζα απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει». Έμελλε να πιει θύελλες κρασιού, μπίρας, βότκας, τεκίλας, μεσκάλ, ουίσκι -- πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, γράφει ο Νίκος Καρούζος – να πιει διαλύοντας τη σύνεση, κονιορτοποιώντας τα οχυρά των πεποιθήσεων, ανατινάζοντας τα σινικά τείχη των βεβαιοτήτων, καίγοντας τις γέφυρες που οδηγούν στη βολή, στην ασφάλεια, στο «κονάκι». Έμελλε να ψάλει του Σύγχρονου Ανθρώπου την Πτήση και την Πτώση.

«Μα, γυναικούλα μου, τα έκανα όλα, έγραψα το βιβλίο. Διέσχισα περήφανα τους δρόμους της ζωής μου, του Μανχάτταν, του Λονγκ Άιλαντ, διέσχισα τις 1183 σελίδες του πρώτου μου βιβλίου, πούλησα το βιβλίο. Πήρα τα πρώτα χρήματα, ούρλιαξα από χαρά, το Θεό εδόξασα, και συνέχισα, κι έκανα ό,τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνεις στη ζωή. Μα τίποτα δεν έβγαλα. Καμιά ‘γενιά’ δεν είναι ‘νέα’. Τίποτα νέο κάτω απ’ τον ήλιο. ‘Τα πάντα ματαιότης’. Ξέχνα το, γυναικούλα μου. Τράβα για ύπνο. Αύριο μια νέα μέρα ξημερώνει . Hic calix! Κοίταξέ το στα Λατινικά, σημαίνει ‘Ιδού το δισκοπότηρο’, και κοίτα να ‘χει κρασί εκεί μέσα».

Ο Τζακ Κέρουακ, ένας κατάσκοπος στο ίδιο του το σώμα, ένας κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα, ένας κατάσκοπος στο χώρο και στο χρόνο που μας αντιστοιχεί, στο χώρο και στο χρόνο που είναι το εφήμερο πέρασμά μας από τούτο τον πλανήτη. Να οδηγείται σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις της δεσπόζουσας ηθικής και της δεσπόζουσας γλώσσας, εκείνη την όχι και τόσο μακρινή δεκαετία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Μακελειό, αρνούμενος ό,τι τείνει να περιορίσει την εκδίπλωση της δημιουργικότητάς μας, αρνούμενος συμβάσεις και κανόνες, παίζοντας το παιχνίδι του για να θεσπίσει καινούργια κριτήρια, νέες σταθερές. Η γλώσσα, συντακτικό και γραμματική και ρυθμός, να είναι ένα πεδίο μάχης, να είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη, να είναι ο Άλλος Τόπος, όπως λέει κι ο Βλαβιανός, να είναι το πέραν του είθισται, να είναι θέρετρο αλλά και σφαγείο.

Ερωτοτροπώντας με το μηδέν, ερωτοτροπώντας με τις ακρότητες μιας ευλογημένης και ποθητής απλότητας, ο Κέρουακ θα σμίξει με άλλους αντάρτες της καθημερινής ζωής, με ποιητές και συγγραφείς που χάνονταν και βρίσκονταν και λυτρώνονταν στο εντός των γραπτών τους, που διέκοπταν μεθοδικά κάθε συνάφεια με θέσφατα και άκαμπτες αποφάνσεις, που έγιναν αυτοσχέδιοι πειραματιστές, πέτρες κυλιόμενες σ’ ένα έδαφος επικίνδυνο, σε μια κοινωνία που ήθελε να προσεταιριστεί ή να εξορίσει κάθε αυθεντικό σκίρτημα ζωής, κάθε γνήσιο κραδασμό δημιουργικότητας. Ουίλλιαμ Μπάροουζ και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο και Πήτερ Ορλόφσκι, Άλαν Άνσεν και Λώρενς Φερλινγκέτι, Γκάρυ Σνάιντερ και Νηλ Κάσαντι. Μακάριοι, beatniks, σαλοί και παλλόμενοι, τραχείς και λεπτεπίλεπτοι, χερουβείμ αρουραίοι, ατίθασοι και μειλίχιοι, πότε λάτρεις της σιωπής και πότε φωνακλάδες, ασάλευτοι άλλοτε σε ιερή περισυλλογή και άλλοτε αεικίνητοι, πράοι και ανοιχτοί στην εμπειρία, να ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενός άκαμπτου πολιτισμού που πεθαίνει αποκαμωμένος μέσα στους ύστατους σπασμούς του.

«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου» (Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς).
Οραματιστής και καταγραφέας φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών, ο Κέρουακ σπεύδει να καθαγιάσει το καθημερινό, το οικείο, το τάχατες τετριμμένο, υψώνοντάς το σε διαστάσεις ποιητικές, στιλβώνοντάς το με τον καταιγισμό των δονούμενων λέξεών του, δίνοντάς του πίσω το λεηλατημένο νόημά του, βαφτίζοντάς το στην άχραντη ουσία. Παλεύει με το χρόνο, λατρεύει το χρόνο, ξοδεύει το χρόνο, σμίγει, γίνεται ένα, κυλιέται αγκαλιασμένος σε λειμώνες με το χρόνο. Λαχανιάζει όταν γράφει, και μαζί του λαχανιάζει και ο χρόνος. Είναι σαν τον Προυστ ένας γερομαστούρης του χρόνου. Να ειπωθεί το ανείπωτο, να λεχθεί το άλεκτον, να ανατριχιάσουν μες στα στήθη τικ οραμάτων, να είναι ένας τρελός άφωνος άγιος του μυαλού, να πει την αληθινή ιστορία του κόσμου σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο, να κολυμπήσει στον αχανή ωκεανό της γλώσσας, να συνθέσει το άγριο, το απειθάρχητο, το αγνό, το ερχόμενο μέσα του απ’ τα κάτω, ιδού σπαράγματα, ξεφτίδια, θραύσματα από το πρόγραμμα του Συγγραφέα Τζακ Κέρουακ. Ιδού το Πεπρωμένο της Γραφής Του. Ιδού και η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής Του.

«Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας», μας λέει ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. «Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά, ανάλογη με εκείνη που χωρίζει τον αληθινό ταυρομάχο που έχει να αντιμετωπίσει στην αρένα τον μαινόμενο ταύρο, από τον κοινό μαλάκα που παραμυθιάζει τους φίλους του κάθε βράδυ με τα ανδραγαθήματά του στον πόλεμο που τον έζησε μόνο από τα μετόπισθεν. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια. Κινδυνεύει όμως και να τραυματιστεί θανάσιμα».

Αρνούμενος να δεχτεί ότι υπάρχει πλοκή στη ζωή, ο Κέρουακ εξόρισε την πλοκή από τα οραματικά, αλλά και τόσο γειωμένα, μυθιστορήματά του. Το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν ακόπαστη αναζήτηση, επέλαση στον πυρήνα του νοήματος, καταβύθιση στο κέντρο της ταραχής και της ουσίας. Λέξεις, και λέξεις, και λέξεις. Πλήγιαζε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα της γραφομηχανής, γεμίζοντας το σκληρό λευκό κενό του χαρτιού, κάνοντας τις φράσεις να φωνάξουν το Ναι Στην Εμπειρία. Αφηνόταν στις δίνες εσωτερικών κλυδωνισμών, αφηνόταν στην καταγραφή όσων άκουγε μέσα του, εκείνων των μύχιων φωνών που πότε ουρλιάζουν και πότε ψιθυρίζουν τις ακατάλυτες αλήθειες μας. Αλιεύει τα θέματά του από το ποτάμι της καθημερινής ζωής, εστιάζει στο γεγονός, οι λέξεις του παύουν κάποτε να είναι σύμβολα, να είναι κώδικες και σημεία, οι λέξεις του γίνονται, σε πολλές σελίδες του, γεγονότα. Είναι Μαθητευόμενος της Οδύνης, είναι Νοσταλγός Ενός Μέλλοντος Χαμένου Στη Διάρκεια, είναι Διάκονος Της Απλότητας. Αφουγκράζεται το Χτυποκάρδι του Κόσμου. Αφουγκράζεται το Μουρμουρητό των Γεγονότων.

«Το στοιχείο που έκανε τον Κέρουακ έναν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς της νεολαίας, είναι το χάρισμα να κατανοεί και να εκφράζει πλήρως τις φαντασιώσεις της, τα πάθη της, την επιτυχία και την αποτυχία της. Αποκηρύσσοντας κάθε πολιτική σκοπιμότητα, μετατράπηκε σ’ ένα ανθρώπινο μαγνητόφωνο με ουράνιο μηχανισμό, έτοιμο να ηχογραφήσει κάθε πρόσφορη αμερικάνικη φωνή» (Γιάννης Τζώρτζης).

Αγαπούσε την τζαζ, ο Τζακ Κέρουακ. Αγαπούσε τον καπνό και το αλκοόλ. Αγαπούσε τις θολές γραμμές των οριζόντων. Αγαπούσε την αρχιτεκτονική (ας ειπωθεί ξανά) της σκόρπιας ζωής. Αγαπούσε τις όμορφες κοπέλες. Αγαπούσε τις γάτες. Τον αγάπησε μια ολόκληρη γενιά ελεύθερων ανθρώπων, ευαίσθητων τυχοδιωκτών, ευγενικών μποέμ. Τον αγάπησαν κάμποσοι βιογράφοι. Τον αγάπησε ο Τομ Γουέιτς, κι έγραψε ένα τραγούδι, το Jack & Neal, για να μας θυμίζει διαρκώς την περιπέτειά του. Τον αγάπησε ο δικός μας Ανδρέας Εμπειρίκος και έγραψε για χάρη του μερικές ρυθμικές και εκθαμβωτικές αράδες.

Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με bop, με twist, με rock’n roll, με τις φωνές των νέγρων), κ’ έτσι, καθώς διαβαίνει – ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή: «BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!»

Ο Τζακ Κέρουακ, ποιητής και οραματιστής, πατριάρχης της Μπητ Γενιάς, αθάνατος θνητός και παις πεσσεύων, έφυγε από αυτόν τον κόσμο πριν από τριάντα χρόνια. Στα σαράντα έξι του, ένα πρωινό στο μπάνιο, την 21η Οκτωβρίου του 1969, πολυαγαπημένος αγγελόμορφος οδοιπόρος και θαυμάσιος μνήμων, καταγραφέας πόθων και οραμάτων και εξάρσεων που στοιχειώνουν ακόμη τη λογοτεχνία και τη ζωή, ο Κέρουακ θα αναχωρήσει από τούτη τη ζωή, θα πάει να συναντήσει όλους εκείνους που κάποτε του ένευσαν και τον ενέπνευσαν, που τον έκαναν αυτό που θέλησε να γίνει, που του πρόσφεραν εκείνο το Μαύρο Γάλα της Αυγής. Μας άφησε τις σελίδες του, εδώ, δικές μας, δώρο και συμβολή στο Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας, χρυσαφένια παράγραφος σε ό,τι κάνει τη ζωή υποφερτότερη, σε ό,τι είναι θάλπος και θάμβος, σε ό,τι αποτελεί ανάσα και οξυγόνο αντιδιαστολής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)


Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:

Δίχως Μύθο

Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Malcolm Lowry



Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Ένας αιώνας από τη γέννησή του Lowry. Παρέα με τον Νέστορα Πουλκάκο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ετοιμάζουμε ένα ωραίο αφιέρωμα στον Lowry, με κείμενα, ποιήματα, πονήματα].