Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Αποθήκες του Ουρανού


Συνέντευξη για τον Εθνικό Κήρυκα της Νέας Υόρκης
Στον Κίμωνα Καλαμάρα
[Δημοσιεύτηκε, Σάββατο/Κυριακή 27-28 Αυγούστου 2011]



«Τώρα, εφοδιάζουμε 
τις Αποθήκες του Ουρανού»



1. Από πότε θυμόσαστε να σας γεννιέται η επιθυμία να γίνεται συγγραφέας ; Υπήρξαν στιγμές που της αντισταθήκατε;
Ήταν λίγο πριν από την εφηβεία. Είναι παράδοξο: τα ερεθίσματα δεν ήταν τόσο κάποια βιβλία όσο κάποια τραγούδια. Του Σαββόπουλου. Και μετά, του Bob Dylan. Τα τραγούδια με έκαναν ελεύθερο, ένιωθα ότι ταξιδεύω σε άλλους χώρους, σε άλλους χρόνους. Βιβλία είχαμε πολλά στο σπίτι. Ο πατέρας διάβαζε πολύ. Κι όμως, τα τραγούδια, ακουσμένα από το ραδιόφωνο, από το πικάπ, και από το μαγνητόφωνο με τις μπομπίνες, με ώθησαν στο γράψιμο. Έφτιαχνα ποιήματα και σκάρωνα σύντομα αναγνώσματα, σαν ταινίες ασπρόμαυρες μικρού μήκους,  αντλώντας έμπνευση από τις μουσικές. Λες και λαχταρούσα με λέξεις να αποτυπώσω το φευγαλέο του τραγουδιού.
Όχι, όχι. Δεν αντιστάθηκα ποτέ, ούτε στιγμή, στην επιθυμία να περάσω τη ζωή μου ανάμεσα στις λέξεις, μέσα στων λέξεων το λημέρι. Να ζήσω σύμφωνα με τις λέξεις που επιλέγω. Και να γράψω σύμφωνα με τη ζωή που θέλησα να ακολουθήσω, ήδη από την πρώτη μου νιότη. Ήταν  απόφαση αμετάκλητη. Ήδη από τα δεκαέξι μου.

2. Πιστεύετε στην δυνατότητα του καλλιτεχνικού έργου να εκφέρει πολιτική άποψη, ή νομίζετε πως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο και δεν συμβάλλει στην αισθητική πραγμάτωση του έργου ;
Στην τέχνη τίποτα δεν είναι απαραίτητο. Όλα είναι ελεύθερη επιλογή, στοίχημα. Άλλοτε ζαριά, κι άλλοτε σκάκι. Όταν κομπάζει ένα έργο ότι είναι πολιτικό, τότε μάλλον κομπιάζει.  Κάθε σημαντικό έργο τέχνης μιλάει βαθιά για τον χώρο και το χρόνο όπου πλάστηκε. Ασκεί αδυσώπητη κριτική, ακόμα κι αν προσποιείται το αντίθετο, σε ό,τι δεν τιμάει τον άνθρωπο και την αξιοπρέπεια. Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες είναι βαθύτατοι και σπουδαίοι αναρχικοί, όποια κι αν είναι τα πολιτικά τους πιστεύω. Διότι είναι βαθύτατα ριζωμένοι στην κοινωνία, στην κοινωνική τάξη, που τους γέννησε, και συνάμα πάνε πολύ πέρα από αυτήν. Σκαλίζουνε το χθαμαλό, γίνονται οι τοπογράφοι του χυδαίου, αλλά την ίδια ώρα προσφέρουν ουρανό, γίνονται οι τοπιογράφοι μιας Νέας Εδέμ. Δια των  δακρύων τους, γελάνε. Τι άλλο ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης; Τι άλλο ήταν ο Mark Rothko;

3. Ο Philip Roth εχει μιλήσει για τον θάνατο του μυθιστορήματος. Με την νέα τεχνολογία και την ψηφιοποίηση του βιβλίου πιστεύετε ότι ο κλασικός αναγνώστης θα εξαφανιστεί ;
Το μυθιστόρημα, όπως άλλωστε και το rocknroll, το έχουμε θάψει τουλάχιστον έξι, εφτά φορές. Και δε λέει να πεθάνει. Ήδη από την εποχή του Finnegans Wake του Joyce, ακόμα και νωρίτερα, με τον ντανταϊσμό και τον υπερρεαλισμό, μιλούσαμε για τον «θάνατο του μυθιστορήματος». Κάθε τόσο ξεπετιέται μια δυναμική γενιά που θέλει να γκρεμίσει. Και μετά, να χτίσει στα ερείπια. Το νόστιμο είναι ότι μετά τις σφοδρές συγκρούσεις, μετά τις επιδρομές που δέχεται, τα πλήγματα που υφίσταται, το μυθιστόρημα ανανεώνεται, επανέρχεται δριμύτερο. Και μάλιστα, όπως διαπιστώνουμε, έχει καταφέρει να λεηλατήσει ό,τι καλύτερο έχουν αυτοί που του επιτέθηκαν. Ο Norman Mailer, ας πούμε, οικειοποιήθηκε πολλά από τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν οι φονιάδες του μυθιστορήματος. Ο Thomas Pynchon, επίσης, συνθέτει έξοχα μυθιστορήματα με υλικά αντλημένα από λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα που εναντιώνονταν στο μυθιστόρημα, που χτυπούσαν πένθιμα την καμπάνα για τον θάνατό του.

4. Βιβλία ή συγγραφείς που σας επηρέασαν ; Τί σημαίνει επίδραση στην λογοτεχνία και γενικά στην τέχνη ;
Όλη η αγωνία, η δημιουργική μανία, το κέφι, του καλλιτέχνη είναι να τραγουδήσει κι αυτός, όπως και οι προκάτοχοί του, το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Να πεις ό,τι είπανε τόσοι και τόσοι πριν από σένα, αλλά να το πεις αλλιώς, έστω ελάχιστα να κινήσεις το πράγμα, έστω κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας, όπως έλεγε ο Gary Schneider, να προχωρήσεις, έστω και μια λέξη να καταφέρεις να σώσεις, έστω δυο χειρονομίες να μπορέσεις να τιμήσεις, έχεις σωθεί, είσαι καλλιτέχνης, λυτρώνεις και λυτρώνεσαι. Επίδραση σημαίνει αυτό, το ότι μπόρεσες να δεξιωθείς τα όσα δώρισαν στον κόσμο οι καλλιτέχνες που διάλεξες ν’ αγαπήσεις, και το ότι καταφέρνεις, με τον τρόπο σου, να είσαι διάκονος της δημιουργικότητας.
            Ό,τι με επηρέασε είναι η αυτοσχέδια ακαδημία που στήναμε και ξεστήναμε, σαν μια παράγκα του γαλαξία, μια παρέα πιτσιρικάδες, μαζί με τρεις, τέσσερις λίγο μεγαλύτερους, και ανακαλύπταμε τους τόπους και τους τρόπους της έκφρασης. Σ’ εκείνη την αλλόκοτη, μεγάλη δότρια εμπνεύσεων, ακαδημία έλαμπαν ο Καβάφης και ο Καρούζος, ο Beckett κι ο Henry Miller, ο Καζαντζάκης (που είναι κρίμα να τον ξεχνάμε), τα τρία Εξαίσια Έψιλον, ήτοι Ελύτης Εμπειρίκος Εγγονόπουλος (με έμφαση στο: Εγγονόπουλος), και, για κάποιο λόγο που θα πρέπει να στρωθώ να γράψω ένα μυθιστόρημα ολόκληρο αν είναι να τον εξιχνιάσω, ποτέ δεν έλειπε από τις άγουρες, μα παθιασμένες, συζητήσεις μας ο Albert Camus, που επίσης τον ξεχνάμε – τώρα μάλιστα που μοιάζει εκθαμβωτικά επίκαιρος και πολύτιμος.
Παράλληλα, και ανεξίτηλα, επιδρούσαν τα τραγούδια και οι ταινίες που ήξεραν να παίρνουν τα μυαλά μας. Την εποχή της διάπλασής μου το γλεντούσαν ακόμη οι μεγάλοι ποιητές του σινεμά – ο Bergmann, ο Tarkovsky, και, πιο κοντά σ’ εμάς, στη νοοτροπία μας, ο αλησμόνητος και μέγας John Cassavetes. Και, για καλή μας τύχη, μεσουρανούσε ο Μάνος Χατζιδάκις και μας γαλουχούσε με το τόσο πρωτοποριακό Τρίτο Πρόγραμμα, ο Σαββόπουλος δεν είχε αρχίσει να μαραίνεται και να μαραζώνει, ενώ συνάμα μας σφυροκοπούσαν λυτρωτικά οι Doors και ο Dylan, πάνω απ’ όλους ο Dylan.
Κι ύστερα, υπήρχαν κι οι ζωγράφοι. Και υπάρχουν. Μεγάλο σχολείο, μεγάλη επίδραση. Ο Μπουζιάνης, ο Μόραλης, ο Κουνέλλης. Ο Pollock, ο Bacon, ο Rothko – πάντα ο Rothko, συνέχεια ο Rothko.

5. Κάτι πανάλαφρα βαρύ: Ποιά είναι η γνώμη σας για τον Ντοστογιέφκι .
Ο Ντοστογιέφσκι είναι ο απόλυτος συγγραφέας. Είναι ο πελώριος ανατόμος. Είναι ο ανιχνευτής των στροβίλων που μαίνονται μες στην ανθρώπινη ψυχονοητική κατάσταση, και στη σωματική υπόσταση. Ο Ντοστογιέφσκι τα αισθάνθηκε και τα διανοήθηκε όλα, και τα ψηλάφισε και τα ζούληξε και τα τεμάχισε και τα ξέσχισε και τα έφερε ματωμένα, όλα, στα πρησμένα χείλη του και τα γεύτηκε. Και είχε την ύψιστη γενναιοδωρία να μας τα πει, όλα, τα πάντα, με λέξεις. Να μας τα δωρίσει.


            6. Η γενιά σας επηρεαστηκε πολύ από τους μπητ, νομίζω. Τί έχει μείνει από αυτό; Ο Μπάροουζ ; Ο Κέρουακ ;
            Ο Burroughs, ο μεταλλικός προφήτης των  δεινών του 21ου αιώνα. Ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο. Και ο Kerouac, ο Αμερικανός Παπαδιαμάντης, ο φτωχούλης του Θεού, Memory Babe και μαζί Μουσηγέτης. Και ο Ginsberg, ο μέγιστος ανανεωτής της Ποίησης στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Και ο Gregory Corso, ο άγιος τσόγλανος. Εξακολουθούν να με ενδιαφέρουν οι beat, όλοι τους, γιατί ήταν το τελευταίο ρεύμα αναζήτησης νέων νοημάτων και επινόησης νέων συμπεριφορών. Αμερικανοί, αλλά διεθνείς. Έφυγαν – ενώ όλοι πήγαιναν στην Αμερική, αυτοί έφευγαν, την κοπανούσαν από το baby boom και την ευμάρεια, γιατί μέσα στην απέραντη πλησμονή του ροζ και του γαλάζιου διέκριναν το επερχόμενο άχθος και άγχος, την αποφορά της αποξένωσης, το στέγνωμα του συναισθήματος. Οι beat ήσαν οι τελευταίοι πολύπτυχοι πειραματιστές σάρκας και πνεύματος. Οι τελευταίοι ρομαντικοί.


7. Στην εποχή μας ισχύει ακόμη ο όρος κλασικό έργο ;
Ο Hemingway το έχει πει μια για πάντα: το τάχατες κακοφτιαγμένο, το φαινομενικά αδέξιο και άσχημο του σήμερα, είναι το κλασικό τού αύριο. Όχι πως ό,τι είναι απαίσιο και σοκάρει μένει στην ιστορία. Όχι. Αλλά να, οι καλλιτέχνες που το παλεύουν, που ζορίζονται να πούνε το δικό τους, κουβαλώντας ήδη στις πλάτες τους αγκωνάρια και φορτία και πακέτα παρελθόντος, αυτοί ξενίζουν αρχικά, αλλά σμιλεύουνε κριτήρια, δες τον Pollock, δες τον Miller, δες τον Εγγονόπουλο, αλλάζουν το γούστο, βαράνε μια γερή στο τραπέζι, σηκώνονται όλα στον αέρα για λίγο, επικρατεί αναστάτωση, και μετά όλα είναι τα ίδια, πάνω στο τραπέζι, αλλά και αλλιώτικα, έχει διαφοροποιηθεί η διευθέτηση, έχει αλλάξει η τάξη. Ο Thomas Pynchon, φέρ’ ειπείν, είναι ήδη κλασικός, όπως ήταν πια στη δεκαετία του 1960 κλασικός ο Miller. Και παραμένει. Έτσι θα παραμείνει και ο Pynchon. Μάλιστα, ο Pynchon: ο συγγραφέας του 21ου, ίσως και του 22ου αιώνα.


8. Ποια η γνώμη σας για την κρίση ;Τί βλέπετε στο βάθος του ορίζοντα ;
Η κρίση μαίνεται εδώ και δύο δεκαετίες. Μαζικά, οι άνθρωποι έστρεψαν τα νώτα σε ό,τι πιο πολύτιμο γεννιέται στην Αττική, στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη, στη Θράκη, παντού. Καλπάζουσα υλοφροσύνη έπαθαν, κι ας μυξοκλαίνε τώρα. Αυτοί που έχουν υποστεί τα σκληρά στραπάτσα από την κρίση, δεν φωνασκούν, δεν γκαρίζουν. Το βλέμμα τους έχει γίνει βραχνό. Η ψυχή τους είναι τίγκα στη ρυτίδα. Η φωνή τους, ψέλλισμα. Μένουν οχυρωμένοι στην αξιοπρέπεια. Τραγουδάνε τα αγέρωχα blues της φτώχειας, ναι. Αλλά δεν κάνουνε παραχωρήσεις στην  ξεφτίλα. Είναι περήφανοι.
Οι άλλοι, όμως. Αυτοί που ουσιαστικά τσακίσανε ό,τι πιο όμορφο έχουμε. Αυτοί που ώθησαν στο περιθώριο τον πελώριο Νίκο Καρούζο, τον πελώριο Μιχάλη Κατσαρό, τον πελώριο Ηλία Λάγιο, τον πελώριο Σταύρο Τορνέ. Αυτοί που δεν έχουν, διότι δεν θέλησαν να έχουν, καν  ακούσει ονόματα όπως: Μάριος Χάκκας, Γιώργος Ιωάννου, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Δημητριάδης. Μα τι λέω; Εδώ δεν ξέρουν τον Κάρολο Κουν, και πάνε και κάνουν λαμπόγυαλα το θέατρό του και δεν κατεβαίνουμε μισό, ένα εκατομμύριο Έλληνες να διαμαρτυρηθούμε!
Οι πολλοί παράτησαν την περιπέτεια της Ποίησης, παράτησαν την ποίηση της Περιπέτειας. Και τον γάμο άφησαν και δεν πήγαν για πουρνάρια. Τίποτα. Μαζικά στην αποχαύνωση, μαζικά στο τίποτα. Έφτυσαν στο πιάτο του Έρωτα, κόπρισαν στα δύο πιο θαυμαστά αντικείμενα από τότε που υπάρχει Άνθρωπος και Κοινωνία: στο κρεβάτι και στο τραπέζι. Που σημαίνει: δεν ξέρουν να κάνουν έρωτα, δεν ξέρουν να αναπαυτούν, δεν ξέρουν να φάνε και να πιούνε, δεν ξέρουν να κουβεντιάσουν. Και ο άνθρωπος είναι έρωτας, ύπνος, όνειρα, συμπόσιο, συζήτηση. Κρεβάτι και τραπέζι.
            Στο βάθος του ορίζοντα, εις τον πάτο της εικόνας, στο φλιτζανάκι του καφέ, και στις οθόνες που έχουμε στήσει στα παρατηρητήρια του ουρανού ένα πράγμα βλέπω: στρίμωγμα και απάθεια για τους συντριπτικά πολλούς, στρίμωγμα και βαρύτιμη αξιοπρέπεια για τους συντριπτικά λίγους κι εκλεκτούς.
            Κι εμείς, στο μεταξύ, να γινόμαστε οι αχθοφόροι των αισθημάτων, οι ρακοσυλλέκτες των αναμνήσεων. Άλλο δεν κάνουμε τώρα, εφοδιάζουμε της Αποθήκες του Ουρανού.


9.  Το καλοκαίρι ταιριάζει ακόμη στην Ελλάδα όπως παλιά ή μήπως πρέπει να αγαπήσουμε το φθινόπωρο ;
Να αγαπήσουμε το χειμώνα. Ονειρεύομαι τον καστανά και τη φουφού, όχι τον ενοικιαστή θαλασσίων ποδηλάτων. Καλύτερα το βάδισμα στη νύχτα της μεγαλούπολης, λέω, παρά το άκκισμα στην στρωμένη καρπουζόφλουδες παραλία. Και από τις ρακέτες, ας μου επιτραπεί να προτιμώ το σκάκι. Είμαστε πιο δημιουργικοί το χειμώνα. Πιο συγκρατημένοι. Πιο συγκροτημένοι. Πιο εσωτερικοί. Πιο μύχιοι. Πιο μειλίχιοι. Θέλουμε θάλπος. Δεν με γοητεύει η αποδιοργάνωση των πάντων, το παντού «κλειστόν λόγω θέρους». Το φθινόπωρο και ο χειμώνας έχουν την κομψότητα του George Sanders, της Alinda Valli. Το καλοκαίρι τείνει να γίνει χυδαίο, ένα ξεϊγκλωτο ξεσάλωμα.  

10.    Γράφετε κάτι αυτόν τον καιρό;
Γράφω μια πολυσέλιδη επιστολή στη γυναίκα μου μεταμφιεσμένη σε μυθιστόρημα. Ή, που είναι το ίδιο, ένα μυθιστόρημα που παριστάνει την πολυσέλιδη επιστολή στη γυναίκα μου. Το σχέδιο είναι να μιλήσω για την αρχαιολογία της γνώσης αυτού που ζούμε σήμερα. Τι έχει ξεχαρβαλωθεί στην Αθήνα, στη μεγαλούπολη, από τα ξεσπάσματα του 1968 και μετά. Είναι, ας πω, ένα πολύπτυχο νεγκατίφ, ασπρόμαυρο, της έγχρωμης αλαμπουρνέζικης ταινίας που βλέπουμε οι πάντες σήμερα, θέλουμε δε θέλουμε.





Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Bob Dylan/ Flash 96.0 FM/ Λάλας Μπαμπασάκης

[27 Ιουλίου 2011, στον Flash 96.0 FM, ο Θανάσης Λάλας και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης τιμούν τα 70ά γενέθλια του Bob Dylan. Από τις 6-8 το απόγευματόβραδο].

Bob Dylan




Ο Μπομπ Ντύλαν για τον Μπομπ Ντύλαν

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ


Όσοι γαλουχήθηκαν με την μουσική και την ποίηση του Ρόμπερτ Ζίμερμαν, γνωστού σε όλο τον κόσμο με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μπομπ Ντύλαν, και όσοι θαύμασαν το έργο του από παιδιά, έχουν ακόμα μια ευκαιρία να ανανεώσουν τον θαυμασμό τους. Και να συγχαρούν τον εαυτό τους για το καλό του γούστο. Η έκδοση της αυτοβιογραφίας του, του πρώτου τόμου, ήταν ένα από τα μείζονα εκδοτικά γεγονότα της περασμένης χρονιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Τώρα, αυτό το συγγραφικό πόνημα του Ντύλαν κυκλοφορεί και στα ελληνικά, μεταφρασμένο επιδέξια από την Χίλντα Παπαδημητρίου και την Νίκη Προδρομίδου (εκδ. Μεταίχμιο). Πρόκειται για ένα είδος ιστορίας της αμερικανικής folk μουσικής, για μιαν υμνωδία σε όσους τραγουδοποιούς  αγάπησε ο Ντύλαν, για ένα ομαδικό πορτρέτο μυστήριων και εκκεντρικών, ευαίσθητων και έμπλεων φαντασίας και ταλέντου ανθρώπων που συνάντησε στο διάβα της ζωής του. Κι ακόμα, για μια γενναιόψυχη έκρηξη φιλίας, εκτίμησης, θαυμασμού. Είναι ευπρόσδεκτη η συγκλονιστική απουσία κάθε ίχνους έπαρσης, κάθε μορίου αλαζονείας, κάθε κόκκου ξιπασιάς.

Σε αντίθεση με πάμπολλα είδωλα του ροκ, ο Ντύλαν παραμένει ένας δημιουργός απίστευτα σεμνός, μετρημένος, ευθύς. Εν τέλει, παραμένει αγνός και άδολος, σαν ήρωας του Τζακ Κέρουακ. Έχει πάντα μια αρμαθιά από καλά λόγια για τους συνεργάτες του, για τους συναδέλφους του, για όσους ένιωθε ότι ήσαν ανέκαθεν προσηλωμένοι στη μουσική και σε τίποτε άλλο. Είτε μιλάει για τους δύο κολοσσούς που τον επηρέασαν, που καθόρισαν κυριολεκτικά όλον του το βίο και το έργο, δηλαδή για τον Γούντι Γκάθρι και τον Ρόμπερτ Τζόνσον, είτε μιλάει για τον Τζορτζ Χάμμοντ, τον εστέτ παραγωγό που ανέδειξε τις σημαντικότερες φωνές της Αμερικής, είτε μιλάει για τον Ντανιέλ Λανουά, που συνέβαλε τα μέγιστα στο κρίσιμο come-back του Ντύλαν με το εξαίσιο «Oh Mercy», είτε μιλάει για τον πρώτο του μεγάλο έρωτα, την ξακουστή Σούζι Ρότολο, είτε μιλάει για τους πρώτους συγκατοίκους του όταν πήγε με οτοστόπ στη Νέα Υόρκη για να βρει τον αληθινό του εαυτό, ο συγγραφέας Ντύλαν είναι ένας έξοχος πορτρετίστας και ένας ανενδοίαστος εγκωμιαστής.

Για τον ίδιο του τον εαυτό, ο κύριος Ρόμπερτ Ζίμερμαν λέει ελάχιστα πράγματα, κάτι που θα προκαλέσει κάμποσα στραβομουτσουνιάσματα στους μανιακούς του κουτσομπολιού. Δεν αναφέρει καν το όνομα της συζύγου του ή των πέντε παιδιών του. Δεν αποκαλύπτει το παραμικρό για τους έρωτες της ζωής του, με εξαίρεση την Ρότολο. Δεν κάνει λόγο για το αλκοόλ ή τις ουσίες που κατά καιρούς του έκαιγαν το μυαλό, και πάλι με μιαν εξαίρεση: αναφέρει ότι όταν ήταν πιτσιρικάς έπινε ουίσκι Wild Turkey και παγωμένη μπίρα Schlitz. Τίποτε άλλο σχετικά με καταχρήσεις, τρέλες, υπερβολές, εκτροχιασμούς. Η μουσική και οι μουσικοί πρωταγωνιστούν με τρόπο συγκινητικό στις 380 σελίδες του βιβλίου, το οποίο διαβάζεται μονορούφι και κόβει την ανάσα, λες και είναι καλογραμμένο αστυνομικό του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή του Ντάσιελ Χάμμετ. Και, φυσικά, η πόλη που τον αγκάλιασε και τον ανάστησε, η πόλη που όπως λέει ο ίδιος έμελλε να διαμορφώσει τη μοίρα του, η Νέα Υόρκη. «Ήταν καταχείμωνο όταν έφτασα», γράφει ο Ντύλαν. «Το κρύο ήταν ανελέητο και όλες οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης ήταν πνιγμένες στο χιόνι, εγώ όμως είχα ξεκινήσει από τον κρυσταλλιασμένο βορρά, από μια μικρή γωνιά της γης όπου τα σκοτεινά χιονισμένα δάση και οι παγωμένοι δρόμοι δεν με τρόμαζαν. Μπορούσα να υπερβώ τα όρια. Δεν γύρευα χρήματα ούτε αγάπη. Ήμουν σε πλήρη εγρήγορση, ήμουν πεισματάρης και ανυποχώρητος, ανεδαφικός και επιπλέον οραματιστής. Είχα τα μυαλά μου τετρακόσια και δεν χρειαζόμουν την επιβεβαίωση κανενός. Δεν γνώριζα ούτε ψυχή σ’ αυτήν τη μυστηριώδη και παγωμένη μητρόπολη, αλλά αυτό θα άλλαζε – και σύντομα, μάλιστα».
         
Μας αφηγείται ότι άρχισε να παίζει folk τραγούδια σε άθλια καπηλειά και σε κακόφημα στέκια, συνοδευόμενος από μια κοπέλα που έβγαζε το καπέλο της και το έτεινε στην πελατεία για να μαζέψει λίγα κέρματα. Μας μιλάει για τους τότε «συναδέλφους» του, παρίες και μισότρελους που τραγουδούσαν και έδιναν αυτοσχέδιες παραστάσεις, κατ’ ουσίαν επαιτώντας. Τέτοιος ήταν ο Μπίλι ο Χασάπης, τρόφιμος φυλακών και ψυχιατρείων, ο οποίος έπαιζε ένα τραγούδι όλο κι όλο, ξανά και ξανά, το «High-Heel Sneakers». Τέτοιος, και πολύ δημοφιλής μάλιστα, σύμφωνα με τον Ντύλαν, ήταν ο Moondog, ένας τυφλός ποιητής που ζούσε στους δρόμους, φορούσε ράσο ιερέα και μπότες με κόκκινες μύτες και μικρά κουδουνάκια, και διηγιόταν διεστραμμένες διασκευές ιστοριών από τη Βίβλο. Τέτοια ήταν και η Κλόι Κιλ, με τα πυρρόξανθα μαλλιά, τα μονίμως βαμμένα μαύρα νύχια, τα φουντουκί μάτια, το αινιγματικό χαμόγελο, και την επιμονή της ότι «ο Δράκουλας  εξουσιάζει τον κόσμο και είναι γιος του Γουτεμβέργιου, του τύπου που ανακάλυψε την τυπογραφία». Είναι αληθινά συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο φιλοτεχνεί παγκόσμιος θρύλος της μουσικής τα πορτρέτα ανθρώπων που έμειναν ανώνυμοι στο περιθώριο της ζωής!
         
Ένα άλλο εκπληκτικό θέμα είναι ότι ο άνθρωπος που επινόησε το μέλλον της αμερικανικής, και όχι μόνο, μουσικής ήταν και παραμένει ένας νοσταλγός, ένας κινούμενος αναχρονισμός, ένας τύπος προσηλωμένος στο παρελθόν. Συναρπαστική διαλεκτική: το καινούργιο έρχεται από το παλιό, το χθες γίνεται ένα απαστράπτον και εκκωφαντικό αύριο. Ο δημιουργός που με τη μουσική και τους στίχους του πρόσφερε κώδικες αποκρυπτογράφησης του κόσμου, κλειδιά για ν’ ανοίξουμε τις κλειδαριές κάμποσων ανεξιχνίαστων, έστω δυσνόητων, αινιγμάτων της μοντέρνας εποχής, δηλώνει απερίφραστα ότι μονάχα το παρελθόν τον γοήτευε.  Σκάλιζε με τις ώρες διάφορα προκατακλυσμιαία χειρόγραφα με τραγούδια folk και έπαιζε σ’ ένα παμπάλαιο γραμμόφωνο τους θησαυρούς της παραδοσιακής μουσικής. «Ο έξαλλος και πολύπλοκος σύγχρονος κόσμος», γράφει ο Ντύλαν, «δεν μου προξενούσε κανένα ενδιαφέρον. Δεν είχε καμία αξία, καμία βαρύτητα. Δεν με γοήτευε. Αυτά που είχαν ζωντάνια, επικαιρότητα και φρεσκάδα για μένα ήταν πράγματα όπως το ναυάγιο του Τιτανικού, η πλημμύρα του Γκάλβεστον, το ατσάλινο σφυρί του Τζον Χένρι, ο Τζον Χάρντι, ο οποίος πυροβόλησε έναν άνθρωπο στη συνοριακή γραμμή της δυτικής Βιρτζίνια. Όλα αυτά ήταν σύγχρονα, συνέβαιναν πραγματικά εκεί έξω. Αυτά τα νέα μου φαίνονταν εμένα ενδιαφέροντα, αυτά παρακολουθούσα στενά και με πάθος».

Κάμποσες παρεξηγήσεις λύνονται διά στόματος και γραφίδος Ντύλαν. Κυρίως αυτή η στρέβλωση που είναι, θαρρείς, αναπόδραστη όταν μια κοινωνία χρειάζεται κατεπειγόντως σύμβολα, θεότητες, αλλά και αποδιοπομπαίους τράγους. Ο Ντύλαν έχει εξυμνηθεί και έχει καταγγελθεί με σφοδρότητα, σχεδόν πάντα για λάθος λόγους. Αποθεώθηκε ως ο leader του «κινήματος διαμαρτυρίας», ως ο πολιτικοποιημένος προφήτης μιας ολόκληρης αναστατωμένης γενιάς, ως ο λαϊκός στρατευμένος ήρωας. Και καταγγέλθηκε, πάμπολλες φορές, ως προδότης των ιδανικών του, προδότης της μουσικής του, προδότης του ίδιου του εαυτού του. «Ιούδα!» του φώναξε κάποιος σε μια συναυλία, μόνο και μόνο επειδή «πείραξε» το ύφος της folk μπολιάζοντάς το με το ηλεκτρικό ροκ. «Ξιπασμένο ιμπεριαλιστή» τον χαρακτήρισε η εφημερίδα «Πράβδα» της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, ενώ «κόκκινο σκυλί» τον αποκαλούσαν οι δεξιές φυλλάδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η στρέβλωση ανέκαθεν ενοχλούσε αφάνταστα τον σχεδόν μονόχνοτο Μπομπ. Και καταφέρεται εναντίον των θιασωτών της με αυστηρότητα που αγγίζει τα όρια του ιερού μένους: «Αναμφίβολα», γράφει, «οι στίχοι μου είχαν το θάρρος να θίξουν θέματα που δεν είχε θίξει κανείς ως τότε. Ωστόσο, αν το μόνο σημαντικό στα τραγούδια μου ήταν οι στίχοι τους, τότε γιατί ο σπουδαίος rocknroll κιθαρίστας Duane Eddy ηχογράφησε ένα άλμπουμ με οργανικές εκτελέσεις τους. Οι μουσικοί ήξεραν πάντοτε ότι τα τραγούδια μου δεν ήταν μόνο στίχοι, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι μουσικοί. Αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν ένα γερό σέρβις στο μυαλό μου και να σταματήσω να ρίχνω τις ευθύνες σε εξωτερικούς παράγοντες. Έπρεπε να με εκπαιδεύσω, να ξεφορτωθώ κάμποσες αποσκευές. Αυτό που μου έλειπε ήταν η απομόνωση κι ο χρόνος. Ό,τι κι αν ήταν η αντικουλτούρα είχα μπουχτίσει απ’ αυτήν. Είχα σιχαθεί πια να παραποιούν τους στίχους μου και να διαστρέφουν το νόημά τους σε πολεμικές κάθε λογής. Είχα βαρεθεί  να με έχουν χρίσει μεγάλο αδελφό της εξέγερσης, αρχιερέα της διαμαρτυρίας, δούκα της απείθειας, ηγέτη των παρασίτων, καγκελάριο της αποστασίας, αρχιεπίσκοπο της αναρχίας, μεγάλο αφεντικό. Μα τι διάολο λέμε τώρα; Ήταν φριχτοί τίτλοι, απ’ όποια πλευρά κι αν τους δεις. Όλες αυτές οι λέξεις παρέπεμπαν σε μία και μόνο: απόβλητος».
         
Ο Ντύλαν επιμένει πολύ σε ό,τι τον διέπλασε. Μιλάει πολύ για τα βιβλία που διάβασε στα νιάτα του. Και είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή η παιδεία αυτού του αυτοδίδακτου που, όπως και η άλλη συνονόματή του ιδιοφυΐα, ο σκακιστής Ρόμπερτ «Μπομπ» Φίσερ, δεν είχε θητεύσει σε κανένα πανεπιστημιακό ίδρυμα μήτε και είχε ποτέ του κάποιον δάσκαλο, επισήμως τουλάχιστον. Εντρύφησε στον Θουκυδίδη, λέει ότι ο Έλληνας πατέρας της ιστορίας, «γράφει για το πώς στην εποχή του οι λέξεις είχαν χάσει την πραγματική τους έννοια, για το πώς οι πράξεις και οι απόψεις μπορούν ν’ αλλάξουν μέσα σε μια στιγμή. Είναι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από την εποχή του ως τη δική μου». Μελέτησε καλά τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, αλλά και το «Περί Πολέμου» του Καρλ φον Κλάουζεβιτς. Διάβασε την «Κόλαση» του Δάντη, Μπωντλέρ, Ρεμπώ, Φλωμπέρ, Μοπασάν, Μπαλζάκ, Τολστόι, Μπάιρον, Σέλεϊ, Λονγκφέλοου, και Πόε. «Διάβαζα πολλές σελίδες δυνατά και μου άρεσε ο ήχος των λέξεων, η γλώσσα», μας λέει. «Ο Μπαλζάκ είναι ξεκαρδιστικός», μας διαβεβαιώνει ανερυθρίαστα και ντόμπρα.
         
Αξίζει ν’ ακούσουμε πώς μιλάει για τους ανθρώπους που έδωσαν τα πάντα για τη μουσική και το τραγούδι. Πάντα με διάθεση να τους εκθειάσει, να τους προσφέρει μια εγκάρδια νοερή χειραψία ή ένα θερμό χτύπημα ενθάρρυνσης και κατανόησης στην πλάτη. «Δεν ήξερες αν ακούς όπερα ή μουσική των mariachi», λέει για τον μεγάλο μακαρίτη Roy Orbison. «Σε κρατούσε σε διαρκή επιφυλακή. Τα τραγούδια του ήταν όλο υπερβολή και αίμα. Τραγουδούσε σαν επαγγελματίας κακοποιός. Η φωνή του μπορούσε να αναστήσει και νεκρούς».
          Για τον βελούδινο Χάρυ Μπελαφόντε λέει ότι ήταν βαθιά ανθρώπινος, αβρός, ευφυής, είχε ιδανικά σε έκανε να νιώθεις ότι είσαι μέρος της ανθρωπότητας. «Κανένας άλλος καλλιτέχνης», γράφει, «δεν ξεπέρασε τόσα όρια όσα ο Χάρυ. Άρεσε στους πάντες, σε βιομηχανικούς εργάτες, διευθυντές ορχήστρας, ακόμα και στα παιδιά – είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα». Και μας πληροφορεί ότι, όσο αλλόκοτο και απίστευτο κι αν φαίνεται, η πρώτη του επαγγελματική ηχογράφηση ήταν με τον Μπελαφόντε. Ο Μπομπ έπαιξε φυσαρμόνικα στο άλμπουμ του Χάρυ «Midnight Special».
          Για τον μεγάλο τζαζίστα Θελόνιους Μονκ, ο Ντύλαν λέει ότι βρισκόταν σ’ ένα δικό του σύμπαν γεμάτο ζωή και ενέργεια, ακόμα κι όταν χάζευε στο πιάνο. Ακόμα κι όταν αυτοσχεδίαζε αφηρημένος, ζωντάνευε τις σκιές.
           Για τον αείμνηστο Τζόνι Κας γράφει ότι είχε τόσο μεγάλη φωνή που έκανε τον κόσμο να φαίνεται μικρός. «Ο Τζόνι δεν είχε διαπεραστική φωνή, ωστόσο όταν τραγουδούσε, η φωνή του απέπνεε δέκα χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, Τραγουδούσε σαν να καθόταν σε απόσταση αναπνοής από τη φωτιά, ή μέσα στο πυκνό χιόνι, ή σ’ ένα στοιχειωμένο δάσος – και στη φωτιά του άκουγες την ηρεμία μιας συνειδητής, ολοφάνερης δύναμης. Ήταν μια φωνή ορμητική και επικίνδυνη».
Για τον άτυπο δάσκαλό του, τον ξακουστό Γούντι Γκάθρι, λέει ότι ήταν η αληθινή φωνή του αμερικανικού πνεύματος. Λέει ότι η ζωή του άλλαξε ολοκληρωτικά από τότε που άκουσε τον Γκάθρι να τραγουδάει. «Εκείνη την πρώτη φορά, ένιωσα σαν να έπεσε δίπλα μου μια βόμβα χιλιάδων μεγατόνων», γράφει. «Η φωνή του ήταν σαν στιλέτο», λέει κοφτά. «Ο Γούντι έκανε την κάθε λέξη να μετράει. Ζωγράφιζε με τις λέξεις», καταλήγει.
Για τον μέγιστο Ρόμπερτ Τζόνσον, τον πατριάρχη αλλά και Ρεμπώ των μπλουζ, ο Ντύλαν γράφει καλύτερα κι απ’ τον καλύτερο μουσικολόγο: «Όταν ο Τζόνσον άρχισε να τραγουδάει, σκέφτηκα ότι ήταν σαν εκείνη τη θεά που πετάχτηκε από το κεφάλι του Δία. Αμέσως κατάλαβα τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν και σ’ όποιον άλλο είχα ακούσει. Τα τραγούδια δεν ήταν συνηθισμένα blues. Ήταν άψογα κομμάτια. Το κάθε τραγούδι είχε τέσσερις πέντε στροφές και το κάθε κουπλέ έμπλεκε με το προηγούμενο με εντελώς πρωτόγνωρο τρόπο. Τα κουπλέ κυλούσαν απόλυτα φυσιολογικά. Στην αρχή, πήγαιναν γρήγορα, πολύ γρήγορα για να τα πιάσω. Απλώνονταν παντού και κάλυπταν μια τεράστια γκάμα θεμάτων, με σύντομες κοφτές στροφές οι οποίες διηγούνταν μια πλήρη ιστορία. Από την επιφάνεια του περιστρεφόμενου πλαστικού δίσκου ξεπηδούσε κάθε ανθρώπινο πάθος».

Το δίχως άλλο, ο Μπομπ Ντύλαν είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης και μεγάλος άνθρωπος: ξέρει να μην κρύβει την ευγνωμοσύνη του, ξέρει να εκθειάζει όσους το αξίζουν, ξέρει να αποτίει φόρο τιμής σε ό,τι αγάπησε μες στα ερείπια μιας εποχής. Ξέρει το μεγαλείο της σεμνότητας. Ας ακούσουμε πώς συνοψίζει το τι ήταν και τι κατόρθωσε να κάνει, κι ας θαυμάσουμε την τόσο ποιητική μετριοφροσύνη και ακριβολογία του. «Δεν υπήρξα ποτέ κάτι παραπάνω απ’ αυτό: ένας μουσικός της folk που ατένιζε την γκρίζα ομίχλη τυφλωμένος από δάκρυα κι έφτιαχνε τραγούδια τα οποία επέπλεαν σε μια φωτεινή καταχνιά». 
 
         

         

         
         


Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Joseph Beuys / Guy Debord





Μέλημα του Beuys ήταν να θέσει τον  άνθρωπο στην ολότητά του εντός της ανθρωπολογικής,
όπως την ονόμαζε, 
διάστασης της τέχνης 
[Ρέα Στριγγάρη, Joseph Beuys - Εμείς Είμαστε η Επανάσταση, εκδ. Πατάκης]

Όσοι αγάπησαν την  ελευθερία, αγάπησαν το έργο, αγάπησαν την τέχνη και τον βίο του Guy Debord
[Γ. Ι. Μπαμπασάκης, Guy Debord (1931-1994), εκδ. Printa]

Ο Joseph Beuys, μείζων δημιουργός, ένας φιλόσοφος/ποιητής των εικαστικών, γεννήθηκε πριν από εννέα δεκαετίες, στις 12 Μαϊου του 1921. Τα ζήτήματα που έθεσε μέσα από την τέχνη του, τα ανοίγματα στο αίνιγμα της ύπαρξης, μας αφορούν ακόμη, και μάλιστα ολοένα και πιο έντονα. Ο Beuys ανοίγει το κεφάλαιο της ουσίας του ανθρώπου στον 21ο αιώνα.

Ο Guy Debord, ο στρατηγός/στοχαστής που θέλησε να θέσει την Επανάσταση στην υπηρεσία της Ποίησης, γεννήθηκε πριν από οχτώ δεκαετίες, στις 28 Δεκεμβρίου του 1931. Όλες του οι χειρονομίες, όλες του οι δράσεις, συνέτειναν συστηματικά στον επαναπροσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου. 

Η Ρέα Στριγγάρη έγραψε για τον Beuys.
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έγραψε για τον Guy Debord.

Στο Dasein θα γίνει μία εκδήλωση/διάλογος, συνοδευόμενη από προβολές φωτογραφιών και ταινιών, για τις σχέσεις, σήμερα, ανάμεσα στα προτάγνατα των δύο στοχαστών. 

Την Κυριακή, 17 Απριλίου, από τις 7 το απόγευμα, ένα αφιέρωμα ζωντανό και παλλόμενο στους δύο σπουδαίους δημιουργούς/ανατροπείς: Beuys / Debord - Ένας Διάλογος.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Jim Morrison 40 Years Ago

Doors

Τζιμ Μόρισον: Ο Φλεγόμενος Διόνυσος

 

 ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

[γραμμένο το 2003]



Στο επίσημο βιογραφικό του, γραμμένο από τον ίδιο το 1966, ο άνθρωπος που θα γιόρταζε πριν από μερικές εβδομάδες τα εξηκοστά του γενέθλια, ένας θρύλος εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο πιο διονυσιακός σταρ του ροκ, ο ποιητής Τζιμ Μόρισον γράφει: Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον, γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου του 1943, στη Μελβούρνη της Φλώριδας, χρώμα μαλλιών καστανό, οφθαλμών γαλάζιο, γονείς κι αδέλφια όλοι νεκροί, ζει στο Λόρελ Κάνιον, είναι ωραία εκεί τη νύχτα, άγαμος, τραγουδιστής, αγαπημένα του συγκροτήματα οι Beach Boys, οι Kinks, και οι Love, αγαπημένοι του τραγουδιστές ο Έλβις Πρίσλεϊ και ο Φρανκ Σινάτρα, αγαπημένοι του ηθοποιοί ο Τζακ Πάλανς και η Σάρα Μάιλς, είναι κρεοφάγος, στην τηλεόραση του αρέσει να βλέπει τις Ειδήσεις, του αρέσουν οι ιπποδρομίες, του αρέσει να κολυμπάει, το αγαπημένο του χρώμα είναι το τουρκουάζ, σε μια γυναίκα προσέχει τα μαλλιά, τα μάτια, τη φωνή, το βάδισμα, όταν βγαίνει με μια κοπέλα πάνω απ’ όλα του αρέσει να συζητάνε, φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει ταινίες.

Η Αμερική ήταν ανέκαθεν δημοκρατία. Ωστόσο, έχει να επιδείξει πολύ περισσότερους βασιλιάδες από κάθε άλλη χώρα. Ο Τζιμ Μόρισον, λίγα χρόνια μετά τον Βασιλιά Έλβις, τον αδιαμφισβήτητο Βασιλιά του Ροκ εντ Ρολλ, στέφθηκε Βασιλιάς του Οργασμικού Ροκ και Βασιλιάς του Λυσεργικού Λυρισμού. Όπως οι μισοί γιοι αξιωματικών και οι περισσότεροι γαλανομάτες που σέβονται τον εαυτό τους, ο Τζιμ από μικρός ήθελε να αναστατώσει ό,τι φαινόταν ασφυκτικά οργανωμένο γύρω του, ήθελε να διαβρώσει ό,τι ήταν συμπαγές, ήθελε να προκαλέσει, όπως ο πιο γνήσιος πρόγονός του, ο Αρθούρος Ρεμπώ, την απόλυτη και λυτρωτική διασάλευση των αισθήσεων. Κάτι που επιχείρησε να το κάνει με τη συμβολή των παραισθήσεων και με την όσο λιγότερο συστηματική γινόταν, ακόμα και ολέθρια, ερωτοτροπία του με την ποίηση. Διάβαζε Φρειδερίκο Νίτσε, Άλντους Χάξλεϊ, Λουί Φερντινάν Σελίν, και Κάρλος Καστανέντα. Και κατέγραφε, σ’ ένα μαύρο δερματόδετο σημειωματάριο Moleskine, τις φράσεις που τον συγκλόνιζαν, μαζί με θραύσματα ονείρων, θρύψαλα αναμνήσεων, θρύμματα στοχασμών πάνω στη ζωή, στο θάνατο, στην ποίηση. Από αυτό το σημειωματάριο θα αντλεί πάντα στίχους, ιδέες, σπαραγμένες φράσεις, προκειμένου να συνθέσει τα τραγούδια και τα ποιήματα που του χάρισαν την αίγλη και την αθανασία.

Το 1965, ο Τζιμ σπουδάζει κινηματογράφο στο περίφημο UCLA. Τον Ιούλιο, στην παραλία Βένις, συναντάει τυχαία έναν διοπτροφόρο μανιακό των βιβλίων και του κινηματογράφου, ο οποίος είχε σπουδάσει οικονομικά και προοριζόταν να γίνει λαμπρός τραπεζίτης. Η Μοίρα καμιά φορά θα πρέπει να ανταλλάσσει θερμές χειραψίες με τον εαυτό της για τις αναπάντεχες συναντήσεις που έγιναν στην πολύχρωμη σκιά της. Οι δύο νεαροί, ο Τζιμ Μόρισον και ο Ρέι Μάνζαρεκ, θα χαθούν σε μια πολύωρη συζήτηση, κάτι ανάμεσα σε παραλήρημα και αιφνίδιες λάμψεις ποιητικού στοχασμού. Κάποια στιγμή, ο Τζιμ θα γονατίσει στην άμμο και με μιαν ουρανομήκη φωνή θα αυτοσχεδιάσει ένα τραγούδι-ποίημα. «Lets swim to the moon/ Lets climb through the tide/ Penetrate the evenin’/ That the city sleeps to hide» (Έλα, στο φεγγάρι να κολυμπήσουμε/ στην παλίρροια να παλέψουμε/ τη νύχτα να διαπεράσουμε/ όταν η πόλη για να κρυφτεί κοιμάται). Ο Μάνζαρεκ, έκθαμβος, θα πει: Δεν είχα ξανακούσει τίποτα παρόμοιο στη ζωή μου. Του είπα, ‘Να φτιάξουμε μια μπάντα και να βγάλουμε ένα εκατομμύριο δολάρια’. Κι ο Τζιμ κατένευσε, ‘Ναι, ας το κάνουμε’».

Σε χρόνο μηδέν θα στηθεί ένα από τα σημαντικότερα γκρουπ όλων των εποχών. Ο Μάνζαρεκ θα αναλάβει τα πλήκτρα. Ο Ρόμπερτ Κρίγκερ, τις κιθάρες. Ο Τζον Ντένσμορ τα κρουστά. Ο Τζιμ Μόρισον, θα είναι η Φωνή της Ποίησης, θα είναι η εύφλεκτη ύλη, το καύσιμο της μπάντας. Θα δώσει στο γκρουπ το όνομα The Doors, εμπνευσμένος από το πόνημα του Άλντους Χάξλεϊ «The Doors ofPerception» (Οι Θύρες της Ενόρασης). Και για μια πενταετία, θα ανάψει φωτιές απ’ τις δικές του φλόγες, αυτές που άρχισαν να τον καίνε από την εφηβεία και δεν έπαψαν δευτερόλεπτο να τον πυρπολούν. Μάρτυρας και  του διαιθυλαμιδίου του λυσεργικού οξέος, του διαβόητου LSD, αυτού του παρασκευάσματος που έμελλε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης φλεγόμενης γενιάς, ο Τζιμ θα εμπνέεται το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Οι παραισθήσεις θα είναι η καθημερινότητά του. Και ο κίνδυνος. Το χόμπι του θα είναι να πηδάει από μπαλκόνια πάνω σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Αιώνιος έφηβος, ο Μόρισον θα ταιριάζει τις αμυχές της ψυχής του με τις ουλές, τα γδαρσίματα και τους μώλωπες σε χέρια, γόνατα και πλευρά. «Ο ποιητής γράφει την ιστορία του σώματός του», καθώς έλεγε ο Θόροου. «Οι τίγρεις της υπερβολής είναι σοφότερες από τα άλογα της σύνεσης», είχε διακηρύξει ο Γουίλιαμ Μπλέικ. «Η διάσταση της υπερβολής λαμπρύνει τη ζωή», μπόρεσε να αποφανθεί ο Νίκος Καρούζος. Στο τρίστρατο αυτό, έδρασε και δημιούργησε ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον.

Το φθινόπωρο του 1966, οι Doors θα ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ. Ο Τζιμ θα τραγουδήσει το κλασικό πια «The End», σ’ ένα στούντιο μεθυσμένο όλο από τεκίλες, τζιν και ουίσκι, ενώ ο παραγωγός, ο Πολ Ρότσιλντ, θα έχει σβήσει όλα τα φώτα και θα έχει ανάψει κεριά. Η επιτυχία είναι άμεση. Ο Τζιμ θα κουρέψει τα ατίθασα μαλλιά του. «Κάνε με να μοιάζω με τον Μεγαλέξανδρο», θα πει στον κομμωτή. Η αιώνια ερωμένη του, η καλλονή Πάμελα Κάρσον, θα τον πείσει να πετάξει τα μπλουτζίν και να φορέσει μαύρα δερμάτινα. Ο τρόπος ζωής είναι ταυτόσημος με τον τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών. «Μ’ αρέσουν οι ιδέες που διαβρώνουν ή ανατρέπουν την καθεστηκυία τάξη», θα πει ο Τζιμ. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε άλλο εξόν από την εξέγερση, την αταξία, το χάος – ιδίως οι δραστηριότητες που φαινομενικά δεν έχουν νόημα. Αυτός θαρρώ είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ελευθερία. Η εξωτερική εξέγερση είναι ένας τρόπος να κατακτήσεις την εσωτερική ελευθερία. Αντί ν’ αρχίσω απ, το μέσα, εγώ αρχίζω απ’ το έξω. Φτάνω στο πνευματικό μέσω του σωματικού». 

Η μουσική, οι καταχρήσεις, οι γυναίκες. Αυτό είναι το σύμπαν των ποιητών. Η Πάμελα θα είναι διαρκώς στο πλευρό το Μόρισον. Αλλά ο Τζιμ «Ρεμπώ» Μόρισον θα απολαύσει την αγκαλιά τόσων άλλων γυναικών-θρύλων. Την αγκαλιά της Εύας Μπάμπιτζ, μιας άλλης καλλονής που κατέκτησε την αθανασία όταν φωτογραφήθηκε καθισμένη γυμνή στη σκακιέρα με αντίπαλο τον κουστουμαρισμένο Μαρσέλ Ντυσάν. Την αγκαλιά της ιέρειας των Velvet Underground, της περιλάλητης Νίκο. Την αγκαλιά της Πατρίσια Κένελι, με την οποία μάλιστα θα τελέσει έναν κελτικό γάμο, πίνοντας κρασί από ένα δισκοπότηρο, φορώντας μαύρους μανδύες, ενώνοντας το αίμα τους. Την αγκαλιά της Τζάνις Τζόπλιν, που από τα είκοσι εφτά της χρόνια συγκλονίζει με την παντοδύναμη και τόσο εύθραυστη φωνή της τους λειμώνες τ’ ουρανού.

Μια πενταετία σπαρμένη θαύματα, μια πενταετία σπαρμένη μάγια. Τα τραγούδια του Τζιμ τα έχουμε χορέψει όλοι. Το «L.A Woman», το «Light my fire», το «When the musics over», το «People are strange», το «Spanish Caravan», το “Alabama song», το «Lost little girl», το κύκνειο άσμα «Riders on the storm», όλα, μα όλα, κλασικά αριστουργήματα πια! ΟΛΑ!!! Και όλη η νεολαία πάλλεται στους ρυθμούς που της προσφέρει ο Τζιμ Μόρισον και η παλιοπαρέα του. Στις συναυλίες των Doors επικρατεί πανδαιμόνιο. Ο Τζιμ ξεσπάει σε παραληρήματα ανάμεσα στα δαιμονιακά αρπίσματα του Κρίγκερ, τα διονυσιακά τύμπανα του Ντένσμορ, την ελεγχόμενη τρέλα των που εκχέει μαγικά το αρμόνιο του Μάνζαρεκ. Μια πρωτιά για τον Τζιμ: είναι ο πρώτος ροκ σταρ που συνελήφθη επί σκηνής. Είναι στο Νιου Χάβεν, την επομένη των γενεθλίων του, στα είκοσι τέσσερά του χρόνια, θα καθυβρίσει έναν αστυνομικό, και τα όργανα της τάξης θα σπεύσουν να του περάσουν χειροπέδες. Λίγο πριν είχε πετάξει σ’ έναν σκουπιδοτενεκέ μια υπερπολυτελή πανάκριβη τηλεφωνική συσκευή που του δώρισε ο Άντι Γουόρχολ. Το FBI, ανήσυχο από τα κατορθώματά του, θα του ανοίξει φάκελο. Τα τραγούδια του θα σκαρφαλώνουν στο Τοπ 10, ενώ ο ίδιος θα καταβυθίζεται στα ερέβη της απελπισίας, της μοναξιάς, της τρέλας.

Την 1η Μαρτίου του 1969, στο Μαϊάμι, ο Τζιμ θα οδηγήσει τους Doors στον όλεθρο, θαρρείς για να απαλλαχτεί από τον ίδιο του το θρύλο, να αρμενίσει ελεύθερος στην ταραγμένη θάλασσα της Ποίησης. Ανοίγει τη συναυλία με το θαυμάσιο «Break on through», αλλά σταματάει απότομα να τραγουδάει και ξεσπάσει σε ένα παραλήρημα, αναμφισβήτητα το μακρύτερο και το πιο ασυνάρτητο στην ιστορία του. Ο Μόρισον μιλάει ατελείωτα, απευθυνόμενος στο κοινό. Σπαράζει, εξομολογείται, επιτίθεται, καταρρέει, τινάζεται πάλι όρθιος, αγριεύει, ωρύεται, ψιθυρίζει, ουρλιάζει, ψελλίζει. Σαν το θεατρικό «Βρίζοντας το Κοινό» του Πέτερ Χάντκε. Και αρχίζει να πετάει τα λιγοστά του ρούχα. Το ξέσπασμα βαστάει εξήντα πέντε ολόκληρα λεπτά!

Η δίκη γι’ αυτά τα 65 λεπτά θα διαρκέσει δεκαοχτώ μήνες. Ο Τζιμ καταδικάζεται για προσβολή δημοσίας αιδούς, διατάραξη της τάξης, κι ένα σωρό άλλα, σε καταναγκαστικά έργα και κάθειρξη. Θα ασκήσει έφεση, η οποία όμως δεν έμελλε να εκδικαστεί ποτέ. Το Παρίσι και ο Θάνατος θα αθώωναν για πάντα τον Διόνυσο του Ροκ. Ήδη έχουν αναχωρήσει για το Μεγάλο Ταξίδι οι άλλοι ταραξίες: η Τζόπλιν, ο Τζίμι Χέντριξ, ο Μπράιαν Τζόουνς των Rolling Stones, ο Αλ Γκρην των Canned Heat – όλοι στα είκοσι εφτά τους χρόνια. Εκατόμβη! Ο Τζιμ θα ηχογραφήσει ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία του ροκ, το «L.A. Woman», θα αγκαλιάσει και πάλι την Πάμελα και, στις 14 Φεβρουαρίου, την Ημέρα των Ερωτευμένων, του 1971, θα φύγει για το Παρίσι, την Πόλη των Ερωτευμένων. Ο Τζιμ γράφει σπαράγματα ποιημάτων, κάνει παρέα με την εικαστικό και συγκλονιστική σκηνοθέτιδα Ανιές Βαρντά και τον φωτογράφο Αλαίν Ρονέ, συχνάζει στα δύο αγαπημένα του μέρη: στα βιβλιοπωλεία και στα μπαρ. Στις 2 Ιουλίου θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Στην μπανιέρα του ενδιαιτήματός του. Ο θάνατός του αποτελεί μυστήριο. Τα τελευταία του λόγια, σύμφωνα με μια εκδοχή, θύμιζαν πολεμικό ανακοινωθέν γραμμένο από τον Ουίλλιαμ Μπάροουζ: «Έσχατες λέξεις. Έσχατες λέξεις. Τέλος». Στις 8 Ιουλίου, ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον θα θαφτεί στο Περ-Λασέζ ανάμεσα σε κάμποσους από τους πιο συγκλονιστικούς ποιητές όλων των εποχών. Δέκα χρόνια μετά, ένας ανώνυμος Γιουγκοσλάβος θα κοσμήσει το μνήμα του με το διάσημο πέτρινο μπούστο του Τζιμ και την αρχαιοελληνική φράση: «Κατά τον δαίμονα εαυτού».

Το 1987, θα βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο ένα χρηματοκιβώτιο. Έχει την επιγραφή «Σαγήνη 127», την οποία ουδείς έχει αποκρυπτογραφήσει μέχρι σήμερα. Περιέχει έναν μικρό θησαυρό: ποιήματα, φωτογραφίες, σημειώσεις, τραγούδια του Τζιμ Μόρισον. Κι ένα σημείωμα που είναι θαρρείς η τραγική επιτομή της τόσο σύντομης ζωής του: «Πίνω για να μπορώ να μιλάω στα καθάρματα. Και σ’ εμένα τον ίδιο».

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Poetry/Painting


Γέρος  Γερός  Γαμεί



Το έκανα
Ε, ας το κάνουνε
Κι οι άλλοι

Το χόρτασα
Ας το χορτάσουνε
Κι αυτοί

Δεν το έδωσα
Ας μην το δώσουν
Αν δε θέλουν

Το έχασα
Άμα φοβούνται
Ας μην το χάσουν

Το κέρδισα
Είναι δικό μου
Μια για πάντα

Μπαμπασάκης, 15 Μαρτίου 2010

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Manifesto

 
 
Fin de partie = Τέλος Ανοχής Τέλος Αντοχής = Όποιοι με τους Υβριστές μας συνομιλούν, ας μην κάνουν το κόλπο και ας μην μπαίνουν στον κόπο να μας καλημερίζουν!
 

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Γνόφος με κεράκι




Γνόφος με κεράκι


Η πέτρα που ’ταν για πέταμα
μπαίνει στην κορυφή αγκωνάρι
ΝΓΠ



Για δες
Πάλι ξανά
Τώρα
Να
Γυρνώ
Στο χαρτί και στο μολύβι
Στο παρεκκλήσι να κείμαι
Κι όχι
Στον
Καθεδρικό
Ναό
Με σαλέπι να εξίσταμαι
Μακριά πολύ απ’ τα
Ηδύποτα του άλλοτε χαμού
Από τον Pynchon
Να μην
Φεύγω
Μα
Στον
Πεντζίκη
Να
Ομνύω


Για σκέψου
Ύστερα από
Τόσα και τόσα
Πολλών ανθρώπων
Άστεα
Και
Σοκάκια
Κακόφημα όχι πάντα
Και
Λεωφόρους
Και
Μοτέλ και Πανδοχεία
Να λέω
Κονάκι
Το
Κονάκι μου
Και
Να μην
Φεύγω
Από τον
Ginsberg
Μα
Στον
Καρούζο να ομνύω

Για φαντάσου
Ο
Είρων Μέγας Ταραξίας
Ο
Στρατηλάτης
Της Ανυπακοής
Ο
Καπετάν
Φασαρίας
Ο
Πρωταθλητής
Της Νικοτίνης
Της Φιλοποσίας
Του Δόλου
Ο
Διάκονος
Κι ο
Ποιητής
Της
Σχάσης
Τα Άπαντα
Του
Bruckner
Του Αντώνη
Να παρατάει
Και
Να βάζει
Τώρα
Χαράματα
Και κάτι
Στο παλιό
Αρχαίο
Πικάπ
Με
Ιλαρό
Μα γνήσιο
Καμάρι
Ένα βινύλιο λατρευτό
Του
Μάρκου
Βαμβακάρη!


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 4 και 5 Φεβρουαρίου 2011