Συνολικές προβολές σελίδας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 19 Απριλίου 2010
Radio Propaganda: Joseph Beuys
Joseph Beuys/Ρέα Στριγγάρη/Πάνος Χαραλάμπους
Καλεσμένη στη Radio Propaganda, την Κυριακή 18 Απριλίου, η Ρέα Στριγγάρη Thoenges-Στριγγάρη μίλησε για το βιβλίο της "Joseph Beuys, Η Επανάσταση Είμαστε Εμείς" (εκδ. Πατάκης), ένα εξαιρετικό πόνημα 500 μεστών & πλούσιων σελίδων που πλουτίζει τη διεθνή βιβλιογραφία για τον σπουδαίο δημιουργό.
Το βιβλίο το συστήνουμε θερμά όχι μονάχα σε όσους έχουν κατανοήσει το πόσο σημαντική είναι η συμβολή του Bueys στην Τέχνη και σε μια νέα αντίληψη για τις ιδιότητες του ανθρώπου εν γένει, αλλά και για όσους νοιάζονται για μια κουλτούρα αγάπης και δημιουργικότητας.
ο Πάνος Χαραλάμπους, καίριος εικαστικός δημιουργός, ήταν παρών και συνέβαλε στην συζήτηση με εύστοχες επισημάνσεις σχετικά με τον Beuys. Η Ελεάννα Μαρτίνου έδρασε ως φωτογράφος ακινητοποιώντας τον χρόνο και συλλαμβάνοντας όμορφες στιγμές της εκπομπής.
ο Μπαμπασάκης, συγκινημένος, φρόντισε να απλωθεί το δίωρο της εκπομπής σε όλη την ημέρα και μέρος της νύχτας. Αλησμόνητη Κυριακή!
Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010
Τέσσερα Συν Ένα



Tessera1
Ουλές Τσέλου ή Ορδές Χορδών
[Σημειώσεις σχετικά με την Κολεκτίβα Tessera Syn Ena]
Η ελευθερία είναι η τέχνη, και η τέχνη είναι η ελευθερία, κι από δω εκκινούμε, και εδώ επιστρέφουμε/ παρά τις διαδρομές, η πορεία όλη είναι σπειροειδής/ ξεκινάει από την ελευθερία και στην ελευθερία καταλήγει, μέσα από την Ποίηση, τη Ζωγραφική, τη Μουσική/ μέσα από τον συνδυασμό και των τριών αυτών: τον Κινηματογράφο.
Οι Tessera Syn Ena πλάθουν/ και προκαλούν/ και προσφέρουν/ εικόνες μέσα από τις νότες, μέσα από νότες που άλλοτε είναι παιγνιώδεις/ θυμίζουν παιδικά μουσικά κουτιά/ και άλλοτε είναι καταιγιστικές θυελλώδεις/ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ βάφτισα ένα κομμάτι τους/ σαν τους άκουγα κι έβλεπα ζωντανά στο ΧΑΜΑΜ/ κι άλλοτε γυρνάνε σ’ έναν λυγμικό λυρισμό /Eliot (σε νεγκατίφ): Όχι μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό/ κι όπως παίρνουν φωτιά τα δάχτυλα στα πλήκτρα, στις χορδές, στα κλείστρα του φλάουτου, γυμνά πάνω στα πιατίνια, να λέει η Ελεάννα: Το Χέρι απ’ την Οικογένεια Άνταμς/ χιούμορ και αλήθεια σ’ έναν χορό από νότες δίχως λέξεις, θαρρείς οι λέξεις φτάνουνε στα χείλη στο χείλος του χάους/ ενός χάους χαρτογραφημένου στην παρτιτούρα της Δημιουργικότητας/ και πάλι ένα άλλο κομμάτι τους να το βαφτίζουμε Μαγικό Αυλό/ κι ένα άλλο Waltz ’n’ Roll/ κι ύστερα ενώ λέμε πως ακούμε John Cage να μεταφερόμαστε με όχημα αλλόκοτα ταξίμια σε αλαργινά ταξίδια/ κάτι να είναι σαν Keith Jarrett και κάτι άλλο σαν Keith Tippett/ αλλά αίφνης όλα μοιάζουν/ακούγονται/είναι ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ/ Ο Συνθέτης του Ακάθιστου Ύμνου σύμφωνα με τον Χρήστο Βακαλόπουλο/ κι ύστερα το τσέλο αφηνιάζει/γίνεται κρουστό/καίει/κλαίει/λέει: «Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο/ Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο/Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο», κι η Μουσική γίνεται Ζωγραφική, κι απλώνονται παντού τα χρώματα τα δαιμονισμένα του Jackson Pollock, και η διαβολεμένη δεινότητα του Mark Rothko δονείται δομώντας δρυμούς/ και το ξέσπασμα της κιθάρας με κάνει να σκέφτομαι τη φράση Ο Django Στα Πετράλωνα/ κι όπως τα κρουστά το γυρνάνε από το βελούδινο αργό στο άγριο χαώδες να σκέφτομαι τη μεγαλοφυΐα του Nicolas Calas/ να τον φαντάζομαι στην έκλαμψή του καθώς γράφει: Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς/ Όλοι μας, θέλω να ανακράξω, ακούγοντας τους Tessera Syn Ena, αυτό είμαστε: Πλακιώτες Μανχατανάδες/ Πειραιώτες στα Πατήσια/ του Σαντιάγο Κυψελιώτες/ Βαμβακάρηδες Τζαζίστες/ Ροκάδες των Φιλαρμονικών/ Χάιντεγκερ του Πεζοδρομίου/ Αληταράδες των Καλών Τρόπων/ Παπαδιαμάντηδες Μπητνίκοι/ Σκλάβοι της Ελευθερίας και Ένοχοι Αθωότητας!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/01/10
Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010
Στον Πειραιά με τον Πάνο Χαραλάμπους

Radio/Action
«Η ποίηση πρέπει να βλέπεται, όχι να ακούγεται~ η μουσική πρέπει να είναι σκληρή σαν κόκαλο~ η ζωγραφική πρέπει να σκέφτεται» [Νικόλας Κάλας]
Χθες, 10 Ιανουαρίου, στην εκπομπή Radio Propaganda/ Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης είχε καλεσμένο τον εικαστικό και καθηγητή στην ΑΣΚΤ Πάνο Χαραλάμπους. Παρούσα και η Ελεάννα Μαρτίνου, υπεύθυνη για τα εικαστικά στην Radio Propaganda.
Παίξαμε μουσικές εξαίσιες, σε μια μελωδική αντισφαίριση που μας ταξίδεψε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη: Johnny Cash και Γιάννης Αγγελάκας, Ιωάννης Elliott (συνθέτης κομματιών εις μνήμην του Ιωάννη Kerouac) και Ιωάννης Lennon. Επίσης, ο Χαραλάμπους μας έστειλε στο υπερπέραν με τα μουσικοτεμάχια του Hans Werner Henze (ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού μεταφρασμένη από τον Hans Magnus Enzensberger) και κυρίως του αδιανόητου Τούρκου μαιτρ Erkin Koray, τον οποίο ομοφώνως ανακηρύξαμε σε Frank Zappa της Ανατολής.
Συζητήσαμε για την κατάσταση των εικαστικών τεχνών σήμερα, για την ιστορία και την εξέλιξη των μορφών, και παρουσιάσαμε τον πρώτο τόμο/τεύχος του εντύπου alloglotta (αφιερωμένο στη διαλεκτική Θορύβου/Σιωπής).
Μιλήσαμε για σημαντικά βιβλία περί τα εικαστικά όπως τα: Η Τέχνη την Εποχή της Διακύβευσης, του σπουδαίου Νικόλα Κάλα (εκδ. Άγρα), Ο Oscar Wilde Ζει, του μνημειώδους Arthur Cravan (εκδ. Φαρφουλάς), και το λίαν ενδιαφέρον πόνημα Ερμηνείες του Πραγματικού/Η σύγχρονη τέχνη στη δεκαετία του 1980, του Χάρη Σαββόπουλου (εκδ. Πλέθρον).
Το ωραίο είναι ότι ρίξαμε το σύνθημα «Δημιουργία ή Θάνατος», καθώς και την υπέροχη ιδέα να ιδρυθεί Ανωτάτη Σχολή Τέχνης στον Πειραιά, μια ιδέα που αναπτύξαμε εν συνεχεία εκτενώς.
ΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 11 Ιαν. 2010
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Στο Κανάλι Ένα (κάθε μεσημέρι, δώδεκα παρά δέκα)

Γιατί και Για Ποιους Θα Μαγειρέψω Σήμερα
Ακούστε: έλεγε, καθώς ξέρουμε, ο φιλόσοφος Hegel ότι η πρωινή ανάγνωση των εφημερίδων είναι η πρωινή προσευχή του αστού, με την έννοια του πολίτη το «ο αστός». Οπωσδήποτε είχε δίκιο. Διαβάζοντας τις εφημερίδες, και δη κάποιες κρυφές ειδήσεις, κάποια άρθρα που ποτέ δεν θα τα δεις περίοπτα, αντιλαμβάνεσαι όχι μονάχα τον χρόνο και τον χώρο εντός των οποίων ζεις, αλλά και, συνάμα, το γιατί και για ποιους κάνεις ορισμένα πράγματα.
Μαγειρεύω σήμερα, και μαγειρεύω από χθες, είναι η αλήθεια, εκλεκτό καλοδιαλεγμένο μοσχαράκι γάλακτος, πατάτες επίσης καλοδιαλεγμένες από την Νάξο, αλανιάρα κότα, ενώ φροντίζω με επιμέλεια αρσακειάδας τα σαλατικά και τα χορταρικά, τα φρούτα, και τα ποικίλα τυριά. Κρασί έχω φροντίσει επίσης να υπάρχει, όχι ακριβό αλλά λίαν εκλεκτό, γλυκόπιοτο, ενώ συμπλήρωσα την κάβα και με μπράντι, με τζιν, με βότκα και, βέβαια, με ουίσκι.
Τι έλεγα; Α ναι, για τις εφημερίδες! Διαβάζω (και θα επανέλθω σ’ αυτό): Στη Νότιο Κορέα, στη Σεούλ, βελόνες βελονισμού ταλαντεύονται στις άκρες των χειλιών της πεντάχρονης κοπελίτσας Μουν Μπο-ιν. Κλαίει από το φόβο της. Η μάνα της, η Σέο, 35 ετών, παρούσα. «Μην κλαις», της λέει. «Θα γίνεις όμορφη, θα γίνεις ψηλή». Στην Κορέα, αν δεν είσαι ψηλός, τη σήμερον ημέρα, είσαι για τα σκουπίδια, παρίας, ξεφτίλας, για πέταμα. Αγόρια και κορίτσια οδηγούνται, συνήθως με τη βία, σε αίθουσες όπου υποβάλλονται σε ποικίλα επιστημονικά βασανιστήρια νέου τύπου «για το καλό τους», για να ψηλώσουν.
Μαγειρεύω σήμερα, και μαγειρεύω από χθες, είναι η αλήθεια, γιατί περιμένω τη Μαριέττα, τον Ηλία, τον Γιάννη, τον Στέργιο, τη Βανέσσα, όχι τίποτα επίσημο, ποτέ άλλωστε πια κάτι επίσημο, είπαμε απλώς να μαζευτούμε, να τα πούμε και να τα πιούμε, να κουβεντιάσουμε για απλά, καθημερινά, δικά μας πράγματα: για την δοκιμιογραφία του Borges, για τον κινηματογράφο του Bela Tarr, για το γιατί δεν βρίσκεις εύκολα σταμναγκάθι και πηχτή, για τις μουσικές ακροβασίες του ύστερου Tom Waits, και για την μαεστρία του ποδοσφαιριστή Γιώργου Δεληκάρη. Κι ακόμα, επειδή έχει τεθεί ήδη το ζήτημα, για το εάν θα ανακηρύξουμε το 2010 Έτος Mark Rothko ή Albert Camus.
Πού ήμουνα; Α ναι, στις εφημερίδες! Διαβάζω ότι 850.000 Βρετανοί έχουν σοβαρό πρόβλημα μοναξιάς. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας κατατάσσει τη μοναξιά ως υψηλότερο παράγοντα κινδύνου υγείας από το μακροχρόνιο κάπνισμα, ενώ κάμποσοι επιστήμονες διατείνονται ότι υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στη νόσο Αλτσχάιμερ και την έλλειψη κοινωνικής επικοινωνίας.
Έλεγα λοιπόν ότι μαγειρεύω σήμερα, και δη ότι μαγειρεύω από χθες. Δηλαδή, ανθίσταμαι στην παράνοια και δεν πάω να ψηλώσω σε νοτιοκορεάτικες κλινικές αύξησης ύψους, μήτε και καταφεύγω στον Southgate Circle, μια οργάνωση για την καταπολέμηση της μοναξιάς, και, μπορεί να έχω μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και να τρέμουν ενίοτε τα πόδια μου, αλλά διαβάζω (και τα κουβεντιάζω με φίλους) πάνω από 100 μετρημένα, και μάλιστα πολυσέλιδα, βιβλία το χρόνο. Ουστ στην παράνοια και στη μοναξιά, μέσα από τα βιβλία, τις συζητήσεις, το μαγείρεμα, την κραιπάλη μέθης, την παλιοπαρέα. Σήμερα θα κάνουν μπάχαλο το σπίτι μου κάτι κακόφημοι σκακιστές και σκακίστριες, μια δικηγόρος, μια ταξιδιωτική πράκτορας, ένας σκηνοθέτης, ένας αιώνιος φοιτητής, μια ζωγράφος, ένας μεταφραστής, καλή σοδειά, μια χαρά. Μακριά, πολύ μακριά, η Παράνοια και η Μοναξιά!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Παραμονή των Φώτων, 2010
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΣ!

Radio_040110
Χρονιές και Δεκαετίες
Αλλόκοτη χρονιά, αλλόκοτη δεκαετία. Έλεγε ο T.S. Eliot, ο κόσμος έτσι πάει, όχι μ’ έναν λυγμό μα μ’ έναν βρόντο. Αλλά η τελευταία δεκαετία μ’ έναν βρόντο άρχισε, τραγικό, συνταρακτικό, και μ’ έναν λυγμό τελείωσε, έναν λυγμό αμηχανίας, απορίας. Οι Δίδυμοι Πύργοι και η 11η Σεπτεμβρίου ήταν το αφετηριακό γεγονός της δεκαετίας, κι ύστερα ο παταγώδης πόλεμος στο Ιράκ, ένας πλανήτης βυθισμένος, και πάλι, στην αβεβαιότητα, ενώ τα νοήματα και οι σημασίες μοιάζουν να καρατομούνται βάναυσα, ή έστω να εξορίζονται άρδην από την καθημερινή ζωή. Ο κόσμος να βουλιάζει ολοένα και πιο πολύ στον παραλογισμό. Η δεκαετία να τελειώνει με έναν γάμο ανάμεσα σε έναν Ιάπωνα και μια ηρωίδα των ψηφιακών παιδικών παιχνιδιών, που φαίνεται ότι σαγηνεύουν ακόμα και πρωθυπουργούς~ να τελειώνει με έναν ανεκδιήγητο Μπερλουσκόνι~ να τελειώνει με μυθιστορήματα τρόμου που τυπώνονται σε χαρτί τουαλέτας και καταναλώνονται στα WC~ να τελειώνει με τη Λογική να έχει πάει περίπατο, να έχει απαγχονιστεί, να σέρνεται ακρωτηριασμένη και ανήμπορη στα βρόμικα σοκάκια της απελπισίας.
Αλλόκοτη χρονιά, αλλόκοτη δεκαετία. Απανωτά σκοτσέζικα ντους. Σαρωτικές αντιφάσεις. Χρυσωμένα τίποτα, επάργυρα μηδενικά, παραφουσκωμένες φενάκες. Καλά το έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η Άνοδος της Ασημαντότητας». Οι αξίες να είναι υπό διωγμόν. Οι πλούσιοι να μην είναι πια παρά αγράμματοι και άξεστοι φτωχοί με πολλά λεφτά. Οι καλλιτέχνες, οι ουσιαστικοί, πάντα αντιεξουσιαστές, αναρχικοί καλλιτέχνες να σώζουν στις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας ό,τι πιο πολύτιμο έχει να προσφέρει η Τέχνη.
Κι από την άλλη, πολλά Κρυφά Σχολειά, Βιβλιοφιλικές Εταιρείες, η φωτεινή Φράξια Φραντς Φράνκα (λάτρεις του ποιοτικού και ποιητικού κινηματογράφου που συναντιούνται κάθε Δευτέρα σε ένα καλοδιαλεγμένο μέρος του Λεκανοπεδίου και βλέπουν απανωτές ταινίες), αγόρια και κορίτσια που δεν θέλουν να συναινούν στην Ανοησία της Βίας και, ακόμα χειρότερα, στη Βία της Ανοησίας, στην ακαταμάχητη όπως τη λένε Βία της Βλακείας. Ναι, από την άλλη, πολλές, υπόγειες και μυστικές, αθόρυβες και σιωπηρές, ενστάσεις και αντιστάσεις στο Ευτελές των Καιρών. Και όπως έλεγε ο Allen Ginsberg, « Η ποίηση να είναι ένα κεράκι που καίει στο δάσος». Και να φωτίζει, ας συμπληρώσω, ζεστά, θαλπερά, γλυκά, λυτρωτικά, ό,τι πιο ανθρώπινο σκιρτάει μέσα μας.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/01/2010
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Περί Αγάπης

Στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης
[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM & www.kanaliena.gr, στις 12 παρά κάτι, όπως κάθε μέρα. Την Παρασκευή, στις 11 παρά κάτι]
Βαδίζαμε κοπιαστικά μες στη σκοτεινιά, πάνω από μεγάλα λιθάρια και μέσα από μεγάλους νερόλακκους, στον ένα και μοναδικό δρόμο που οδηγούσε πέρα από το στρατόπεδο. Οι φρουροί που μας συνόδευαν δεν έπαυαν να μας φωνάζουν και να μας καθοδηγούν κοπανώντας μας με τα κοντάκια των τουφεκιών τους. Όποιος είχε πολύ πρησμένα πόδια στηριζόταν στο μπράτσο του διπλανού του. Σχεδόν λέξη δεν λέγαμε~ ο παγερός αγέρας δεν ενθάρρυνε την ομιλία. Κρύβοντας το στόμα του πίσω από τον ανασηκωμένο του γιακά, ο άντρας που βάδιζε δίπλα μου ψιθύρισε άξαφνα: «Πού να μας έβλεπαν οι γυναίκες μας! Ελπίζω να είναι καλύτερα στα στρατόπεδα που τις έχουν και να μην ξέρουν τι συμβαίνει σ’ εμάς».
Αυτά τα λόγια μου έφεραν στο μυαλό σκέψεις για τη σύζυγό μου. Κι όπως συνεχίζαμε να πεζοπορούμε για μίλια, γλιστρώντας στα παγωμένα σημεία, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο ξανά και ξανά, να σέρνουμε ο ένας τον άλλον προς τα πάνω και προς τα εμπρός, τίποτε άλλο δεν είπαμε, αλλά ξέραμε και οι δύο: ο καθένας μας σκεφτόταν τη γυναίκα του. Πού και πού κοιτούσα τον ουρανό , όπου τα αστέρια άρχισαν να σβήνουν και το ρόδινο φως του πρωινού πήρε ν’ απλώνεται πίσω από ένα πρανές όλο σύννεφα. Αλλά το μυαλό μου γαντζώθηκε στην εικόνα της γυναίκας μου, τη φανταζόταν με αλλόκοσμη οξύτητα. Την άκουσα να μου απαντάει, είδα το χαμόγελό της, την έντιμη και ενθαρρυντική ματιά της. Αληθινή ή όχι, η ματιά της ήταν τώρα πιο φωτερή από τον ήλιο που άρχιζε να ανατέλλει.
Μια σκέψη με καθήλωσε: για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια όπως την τραγουδάνε τόσοι και τόσοι ποιητές, όπως τη διακηρύσσουν ως ύψιστη σοφία τόσοι και τόσοι στοχαστές. Την αλήθεια – ότι δηλαδή η αγάπη είναι ο υπέρτατος και υψηλότερος σκοπός στον οποίο μπορεί ο άνθρωπος να αποβλέπει. Τότε άδραξα το νόημα του μέγιστου μυστικού που έχουν να μεταδώσουν η ανθρώπινη ποίηση και η ανθρώπινη σκέψη και πίστη: Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μέσα από την αγάπη και μέσα στην αγάπη. Κατάλαβα πώς ένας άνθρωπος που τίποτα δεν του έχει απομείνει στον κόσμο μπορεί, και πάλι, να αισθανθεί ευδαιμονία, έστω κι αν είναι μονάχα για μια σύντομη στιγμή, καθώς συλλογίζεται τους αγαπημένους του. Σε μια θέση απόλυτης ερήμωσης, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφραστεί με θετική δράση, όταν το μοναδικό του επίτευγμα ενδέχεται να συνίσταται στο να υπομένει τα βάσανά του με τον σωστό τρόπο –έναν αξιότιμο τρόπο– σε μια τέτοια θέση μπορεί κανείς, μέσα από τον έμπλεο αγάπης συλλογισμό των αγαπημένων του, να πετύχει την πλήρωση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν ικανός να καταλάβω τις λέξεις, «Οι άγγελοι είναι χαμένοι μες στην αέναη ενατένιση μιας απέραντης δόξας».
Victor Frankl [από το βιβλίο του «Η Αναζήτηση του Νοήματος», προσεχώς από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη]
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
Μες στη Τσέπη το Βιβλίο

[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις 12 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα]
Radio_251109
Μες στην Τσέπη το Βιβλίο
Λέγαμε κι από παλιά ότι μια πόλη που δεν έχει σιδηροδρομικό σταθμό και όπερα δεν είναι πόλη. Είχα ακούσει τον Noam Chomsky, κι ας θυμηθούμε ότι γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1928, να μιλάει για πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν έχουν ούτε ένα βιβλιοπωλείο, ούτε έναν κινηματογράφο, ούτε ένα θέατρο~ πόλεις με πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο ψυχές!
Χθες, συναχθήκαμε μες στο θάλπος του Βιβλιοπωλείου Θυμέλη, στον Πειραιά, στην Ανδρούτσου, ανάμεσα στη Λεωφόρο του Λαμπράκη και σ’ εκείνη των Ηρώων Πολυτεχνείου. Μίλησε ο Μισέλ Φάις και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Διάβασε διαλεγμένα και διαλεχτά κομμάτια από το έργο του Φάις η Αλεξία Καλτσίκη, υποβλητική ηθοποιός, εσκεμμένα τόνων χαμηλών ώστε το ξέσπασμα όταν έρχεται να συγκλονίζει (μου θύμισε το υπόγειο/συγκρατημένο/συγκροτημένο παίξιμο του Bruno Ganz). Κόσμος πολύς και εκλεκτός. Η φιλοξενία υποδειγματική. Τα όσα ειπώθηκαν, ανάμεσα στον Χατζηβασιλείου και τον Φάις, σε έναν ανοιχτό διάλογο, μέσα από τον οποίο ανασυναρμολογήθηκε και μας παρουσιάστηκε μεστά σύνολο το έργο του Φάις, ήσαν σημαντικά, όχι μονάχα για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ της Λογοτεχνίας, αλλά και για όλους όσοι «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», ανησυχούν για όσα διαδραματίζονται γύρω μας και εντός μας, για την ολοένα και πιο οδυνηρή απώλεια κάθε ταυτότητας, είτε κοινωνικής είτε προσωπικής, και την πότε μεθοδική/συστηματική και πότε σπασμωδική/άτσαλη, πάντως πάντα εναγώνια προσπάθειά μας να περάσουμε ξανά από το φαίνεσθαι στο είναι, από το χάος της μοναχικότητας στο θάλπος του ανήκειν και του συνανήκειν.
Οι φιλόξενοι, πατήρ και υιός της Θυμέλης, έβαλαν ένα στοίχημα, λογοπαίζοντας εύστοχα: ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον Πειραιά, το φάντασμα της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας. Ή, όπως το λέμε συχνά-πυκνά εδώ στο Κανάλι, να γίνει και πάλι ο Πειραιάς πόλος έλξης θελκτικής, να έρχονται από τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι, από το Μαρούσι και το Χαλάνδρι, από παντού, φιλότεχνοι και φιλόμουσοι, για να συμμετάσχουν στην συνενοχή ανθρώπων όπως αυτοί της Θυμέλης, της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας, ή της Αίθουσας Τέχνης Γαία, ή αυτοί που θα κάνουν το Δημοτικό Θέατρο να λάμψει εκ νέου.
Χθες, Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, στο θάλπος της Θυμέλης, ακούγοντας τον Φάις και τον Χατζηβασιλείου, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό βλέποντας την Αλεξία να ερμηνεύει τη Ρούσκα, παίρνοντας μια συγκλονισμένη (και επίτηδες δεν λέγω «συγκλονιστική») πρώτη ιδέα από τα «Πορφυρά Γέλια», το νέο μυθιστόρημα του Φάις που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, μια πρώτη ιδέα που εμέ μου φάνηκε σαν κεραυνός σε slow motion, ακούγοντας επίσης τον Γιάννη Καραλόγο, βλέποντας τα βλέμματα όσων ήσαν εκεί, αισθάνθηκα και πάλι και ξανά ότι τίποτα δεν παίχτηκε μια για πάντα, ότι οι πόλεις, ο Πειραιάς, ξέρουν να βρίσκουν τις ανάσες τους, να βγαίνουν απ’ το τέλμα, να λάμπουν στον αφρό των ημερών και μέσα απ’ τις ομίχλες των καιρών.
Ας ξανακάνουμε το βιβλίο οξυγόνο αντιδιαστολής, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος για την ποίηση. Ας γυρίσουμε χαμογελώντας στις κόγχες της εφηβείας μας, τότε που γυρνούσαμε στα τσιπουράδικα και στα ουζεριά πάντα μ’ ένα βιβλίο στου αμπέχονου ή στης πατατούκας ή στης καμπαρντίνας την τσέπη. Πολλά μεγάλα κόλπα άρχισαν απ’ τα κάτω, λέγαμε παλιά, και δεν είχαμε άδικο. Βιβλίο στην τσέπη, δυο-τρεις ώρες Bach και Μπάτης, Vivaldi και Βαμβακάρης, Paganini και Πάνου, μια βόλτα συχνά-πυκνά απ’ τη Θυμέλη, ένα πέρασμα από τη Γαία, και η πόλη αρχίζει να ομορφαίνει πάλι, γιατί ομορφαίνουμε εμείς!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟ

[Σήμερα, όπως και κάθε μέρα πλέον, στις 12 παρά δέκα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης στο Πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημά του!]
Οι Σημαίες της Ανατολικής Γερμανίας και ο Χρήστος Βακαλόπουλος
Από το πασίγνωστο (και εφιαλτικό) «και οι τοίχοι έχουν αυτιά» έως το «και τα αυτιά σας έχουν τοίχους», εξίσου εφιαλτικό, δεν υπάρχει παρά η απόσταση, αμελητέα ενίοτε, ανάμεσα στο τραγικό και στο ιλαρό. Μακριά τόσο από το τραγικό όσο και από το ιλαρό είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αυτά τα ψαχτήρια μέσα στο αχανές της σύγχρονης ζωής με τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της. Και δεν είναι διόλου κακό, άσκοπο ή κουραστικό να θυμίζουμε, ξανά και ξανά, ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι εκτός από θαυμαστοί είναι και πολύτιμοι, και εκτός από πολύτιμοι είναι και γοητευτικοί.
Προχθές, στην κλασική και καθιερωμένη Πορεία του Πολυτεχνείου οι κύριοι (και λέω «κύριοι» εσκεμμένα, καθότι δικοί μου σύντροφοι δεν είναι, ούτε καν συμπότες), του ΚΚΕ κρατούσαν και έσειαν υπερηφάνως σημαίες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της λεγόμενης Ανατολικής Γερμανίας. Στάχια, διαβήτης, σφυρί. Μάλιστα. Αλλά σήμερα; Είκοσι χρόνια μετά; Αυτοκριτική καμιά; Καμιά! Γνωστό από παλιά! Καμιά! Καμιά! Αυτοκριτική καμιά!
Δεν θα χρησιμοποιήσω τα λόγια κάποιου μεγάλου φιλοσόφου, κάποιου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής ή του ανθρώπινου νου, μήτε κάποιου μεγίστου κοινωνικού αναλυτή. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του (επίτηδες) ανώνυμου «ιδιωτικού ματιού», του Κοντινένταλ Οπ, αλιευμένα από το σπουδαίο μυθιστόρημα του Dashiell Hammett (1894-1961) «Η Κατάρα των Ντέην» (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα). Και προτού τα χρησιμοποιήσω, ας θυμίσω ότι ο Hammett, ο άνθρωπος που έγραψε το «Γεράκι της Μάλτας» και τον «Κόκκινο Θερισμό», ταλαιπωρήθηκε βάναυσα από τον μακαρθισμό ως κομμουνιστής. Τα λόγια, του Hammett/Κοντινένταλ Οπ, λοιπόν: «Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά, κι ας προσποιούνται όλοι ότι μπορούν. Η σκέψη είναι μια λειτουργία περίπλοκη. […] Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι επιμένουν τόσο πολύ στις πεποιθήσεις και τις απόψεις τους. Γιατί, σε σύγκριση με τον συμπτωματικό τρόπο που σχηματίζονται, ακόμα και οι απλοϊκότερες από αυτές παρουσιάζονται εξαιρετικά σαφείς, λογικές και αυταπόδεικτες. Κι αν απομακρυνθούν από αυτές, πρέπει να ξαναβουτήξουν στη θολούρα της ομίχλης για να ξετρυπώσουν κάποια άλλη, για να πάρει τη θέση της προηγούμενης».
Οι κύριοι του ΚΚΕ επιμένουν να αποδεικνύουν περίτρανα, και μάλιστα όχι μονάχα να το αποδεικνύουν αλλά και να το επιδεικνύουν, ότι δεν τους χρειάζεται η σκέψη, τους αρκεί να δεθεί το ατσάλι των πεποιθήσεων, κι ας έχουν γεράσει αγρίως οι εν λόγω πεποιθήσεις, κι ας είναι το ατσάλι τους πιο μαλακό κι από πλαστελίνη. Τίποτα δεν άλλαξε, επ’ ώμου της Λαϊκής Δημοκρατίας η σημαία, κι όλα καλά κι όλα δίχως σκέψη κι όλα ωραία!
Στους αντίποδες, ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993): μια μηχανή αναζήτησης, ένα εξαίσιο ψαχτήρι στις κόγχες των πόλεων, μόνιμος κάτοικος της Movieland και Radioville, ήξερε να σκέφτεται και να διαισθάνεται, να κάνει σλάλομ στα στερεότυπα, να διακρίνει στην Αριστερά ό,τι την έκανε Άξιο Στέκι όλων ημών των «ανήσυχων νιάτων», να μην αράζει σε κανέναν κομφορμισμό δεξιό ή αριστερό, να μην κουβαλάει καμία σημαία επ’ ώμου, να μην σείει καμία ατσαλωμένη βεβαιότητα. Αρθογράφος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός, και πάνω απ’ όλα μια ζωντανή παρουσία στην Αγορά, στην Καλλιδρομίου, στις παρέες. Οι φίλοι του θα συναχθούμε σήμερα, Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου του 2009, στη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού, στο Feriale, το βραδάκι, δίχως πάνελ, δίχως εξέδρες, και θα διαβάσουμε, ο ένας στον άλλο, κι όλοι σε όλους, αγαπημένα αποσπάσματα από τα βιβλία του Χρήστου, και θα ακούσουμε τις μουσικές που αγαπήσαμε μαζί του. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/XI/09
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009
ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ

Τεστ Κοπώσεως
Είναι γνωστό τοις πάσι, καίτοι στην αλλόκοτη εποχή μας, πρέπει να ξαναπιάνουμε τα αυτονόητα, ότι η Φιλία είναι ένα δώρο που δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά που μπορείς, αν το κρίνεις πρέπον, να σταματήσεις να το παρέχεις σε κάποιον που δεν είναι πια αντάξιός σου. Ή που, απλώς, έχει πάψει να σε εμπνέει να του το δίνεις. Το ίδιο, ασφαλώς, ισχύει και για τον Έρωτα, καθώς και για πολλές ανθρώπινες σχέσεις.
Συμβαίνει, κάποιοι από εμάς, να έχουμε την τάση, αφειδώς και με το χαμόγελο στα χείλη, να παρέχουμε ό,τι έχουμε και ενίοτε ό,τι δεν έχουμε σε ανθρώπους που μας εμπνέουν, για ποικίλους λόγους, και μας επιτρέπουν να εκδηλώσουμε τη δοτικότητά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άγραφοι κανόνες, ακόμα και άρρητοι κανόνες, πράγματα που ούτε σε συμβόλαιο μπαίνουν για να υπογραφούν, αλλά ούτε καν ειπώνονται, μιας και θεωρούνται, τουλάχιστον θεωρούνταν σε άλλους, πιο σαφείς καιρούς, αυτονόητα. Άρα γιατί να κουράζεσαι να τα λες. Και, κυρίως, γιατί να προσβάλλεις τον άλλον θίγοντάς τα.
Είναι αυτονόητο, φέρ’ ειπείν, ότι Φίλος δεν κλέβει Φίλο, όπως επίσης ότι δεν τον συκοφαντεί, δεν του μουντζαλώνει τα βιβλία, δεν του χαράσσει τα βινύλια, δεν γλυκοκοιτάζει το κορίτσι του, δεν είναι και πολύ αυστηρός απέναντι στα κουσούρια του (άλλωστε όλοι έχουμε κουσούρια), και πολλά άλλα. Επίσης, ο Φίλος θέλει να είναι περήφανος για τον Φίλο του, εξ ου και συχνά κάνουμε στενή παρέα με ανθρώπους που μας μοιάζουν, και με τους οποίους όσο κι αν διαφωνούμε σε πάμπολλα πράγματα, συμφωνούμε στα βασικά. Εννοείται ότι επιθυμούμε να περνάμε ώρες πολλές, και όσο πιο συχνά, με τους φίλους μας, να μοιραζόμαστε το ψωμί και το κρασί μας, και, αν τυχαίνει να ανήκουμε στην τάξη των δημιουργών, να κάνουμε παρέα σχέδια, έστω και ανεκπλήρωτα, για βιβλία, ταινίες, μουσικά έργα, ή, πάλι, συμβαίνει τα ονειροπολούμε και να ταξιδεύουμε στον χώρο αλλά και στον χρόνο αποκομίζοντας πλούσιες εμπειρίες.
Ενίοτε συμβαίνει κάποιος καλός φίλος να μας απογοητεύσει. Συμβαίνει να μην ακούει το καμπανάκι, τη σφυρίχτρα του φάουλ, να έχει αχρωματοψία όταν σηκώνεται η κίτρινη κάρτα. Συμβαίνει να παραβιάζει ξανά και ξανά κάποιες έστω άρρητες συμφωνίες, να μην αντιλαμβάνεται ότι τον επιπλήξαμε με απέραντη μειλιχιότητα και με περισσό χιούμορ, και επιχειρήσαμε να του δώσουμε να καταλάβει ότι ορισμένα πράγματα και ορισμένες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές σε μια συγκεκριμένη παρέα. Όταν υποτροπιάζει, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να τον απαλλάξουμε από τη Φιλία μας, εφόσον μοιάζει να του είναι βάρος – και ως γνωστόν η Φιλία είναι η σχέση εκείνη που εκκινεί και εξελίσσεται πιο ελεύθερα από οποιαδήποτε άλλη. Όταν, μάλιστα, ο υποτροπιασμός αγγίξει όρια εκνευριστικής αγένειας, κακεντρέχειας, ζηλοφθονίας, τότε καλούμαστε να ειδοποιήσουμε, με ευγενικό πάντα τρόπο, τους κοινούς μας φίλους ότι απαλλάξαμε τον υποτροπιάζοντα φίλο από τη φιλία μας. Ενίοτε δε, έχουμε το δικαίωμα, θες η κόπωση θες ο χρόνος ο λιγοστός της τόσο εφήμερης υπάρξεώς μας, να εφαρμόζουμε το ανοξείδωτο «πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι», και, χωρίς πολλά λόγια, να ξεκόβουμε και από πέντε έξι άλλους παλιούς, αλλά όχι και τόσο καλούς, φίλους.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/11/09
Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ

[Το διάβασα σήμερα, 03/11/09, στο Κανάλι 1,90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 2 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα].
Αριστερές Αγκυλώσεις
Γίναμε, κάποτε, αριστεροί, ορισμένοι έμειναν κιόλας, όταν γνωρίσαμε ευγενείς ιδέες μέσω ευγενών ανθρώπων. Ιδέες που οδηγούσαν στη υπέρβαση ενός στενού, στενεμένου εγώ, απλώνονταν στον Άλλον, είχαν να κάνουν με την αλληλεγγύη, με το μοίρασμα του ψωμιού και του κρασιού, με την αλληλοπεριχώρηση: ανοίγω την πανοπλία μου, έρχομαι σ’ εσένα, έρχεσαι σ’ εμένα, σε δεξιώνομαι. Οι άνθρωποι που μας οικείωσαν με τέτοιες ιδέες ήσαν συνήθως φτωχοί, ζούσαν λιτά, αλλά ήξεραν πολύ καλά να είναι πάμπλουτοι στο χρόνο, να διαθέτουν απλόχερα τα δευτερόλεπτά τους, να χαρίζουν βιβλία, να προσφέρουν ανιδιοτελώς γνώσεις. Έτσι ενεπλάκημεν, θα έλεγα, με την Αριστερά και τους λαβυρίνθους της, έτσι οδηγηθήκαμε σε μελέτη δεκάδων χιλιάδων σελίδων, στη θέαση εκατοντάδων ταινιών, σε συζητήσεις πολύωρες και πολύπτυχες. Έτσι μάθαμε να αφήνουμε την πόρτα μας ανοιχτή στον Άλλο, να παρέχουμε ό,τι έχουμε, ενίοτε μάλιστα και ό,τι δεν έχουμε, να κάνουμε όνειρα για μέλλον και σχέδια για το παρελθόν. Να είμαστε ένα είδος Ρεαλιστών του Ρομαντισμού ή/και Ρομαντικών του Ρεαλισμού.
Χρόνια πριν, αφού είδαμε μια περιλάλητη ταινία, ξέσπασε συζήτηση για το εάν και κατά πόσον επρόκειτο για έργο αριστερό, εάν έδειχνε τα περί ταξικής πάλης με τον δέοντα τρόπο ή εάν ήταν έργο απολίτικο (όπως έλεγαν τότε). Ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό μου, τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου, φυσώντας τον καπνό όχι δίχως κάποια βαριεστημένη αυθάδεια, αποφάνθηκα ότι το ταξικό κόλπο, η οικονομική πίεση, όλο το zeitgeist, είναι αγρίως και μεγαλοφυώς αποτυπωμένο στις άφθονες, βαθιές ρυτίδες του πρωταγωνιστή (δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον).
Λίαν προσφάτως, στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, βρέθηκα σε ωραίο εδεσματοπωλείο με εκλεκτούς φίλους. Άνοιξε η κουβέντα σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις προοπτικές του, φούντωσαν τα επιχειρήματα, άστραφταν και βροντούσαν κάποιοι, ιδέες έπεφταν με γδούπο γερό στο πολύπαθο τραπέζι. Έκανα και πάλι την απρέπειά μου: διακήρυξα, με ύφος εξόχως σοβαρό, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα πάει μπροστά εάν βρεθεί να λάμψει στο σελιλόιντ του μια Αγέρωχη Κομψή Rat Pack. Θυμίζω ότι Rat Pack ήταν η πολυτάλαντη παλιοπαρέα των τζαζ (και τζαζεμένων) μουσικών και ηθοποιών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Μεγάλο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ανάμεσά τους οι Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, και Πίτερ Λόφορντ. Και κυρίες, όπως η Λορίν Μπακόλ, η Σίρλεϊ Μακλέιν, η Μέριλιν Μονρόε, η Άντζι Ντίκινσον.
Γιατί αυτά; Διότι θεωρώ αγκυλωμένες τις αιτιάσεις πολλών αριστερών σχετικά με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Παρακολουθώ τον διάλογο, διάβασα το αφιέρωμα της «Αυγής», και διαπιστώνω ότι πολλοί μένουν ακόμη, ύστερα από μισόν αιώνα και βάλε, εγκλωβισμένοι σε ζντανοφικά σχήματα απέναντι στα έργα τέχνης. Όσο μένουμε, σύντροφοι, στα έλλογα επιχειρήματα, ουδέν μεμπτόν, κι ας διαφωνούμε. Όταν, όμως, καταφεύγουμε σε ύβρεις, τότε η αγκύλωση οδηγεί σε πληγές που πυορροούν. Κρίμα.
Μια και λέω για πληγές: δεν έχω δει την «Ψυχή Βαθιά», ακόμη, λόγω του ότι, αυτό τον καιρό, δεν μπορώ τις αιμορραγίες και τις εντάσεις, έστω και στο σελιλόιντ. Θα δω την ταινία. Και θα επανέλθω.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/11/09
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009
ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ


Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις δύο παρά πέντε, ως συνήθως.
Radio_191009
Φωτοβολίδες Αισιοδοξίας σε Μαύρο Ουρανό
Μαθαίνω για ένα νέο ριάλιτι όπου, λέει, βγάζεις στη φόρα τα οικονομικά σου κι ένας οικονομολόγος τηλεστάρ από την εποχή της χρηματιστηριακής παραφοράς σε συμβουλεύει ενώπιον κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων τηλεθεατών. Να το πω βδελυρό; Άθλιο; Ελεεινό; Αισχρό; Να καταφύγω πάλι στον Ελύτη, στον Καρούζο, στον Σαχτούρη; Να σκεφτώ ότι είναι συνυπεύθυνοι στην κατρακύλα και όσοι στέργουν να συμμετάσχουν, αλλά και όσοι στέργουν να βλέπουν ανερυθρίαστα τέτοιες διεστραμμένες ανοησίες;
Περαιτέρω: οι φωστήρες του κεντροδεξιού, λεγόμενου, κόμματος, σμπαραλιασμένοι, ως φαίνεται, ψυχολογικά άμα δε και πολιτικά, αποφάσισαν να στήσουν κάλπες για την ανάδειξη νέου αρχηγού στις 6 Δεκεμβρίου. Εκτός που είναι του Αγίου Νικολάου και γιορτάζει η μισή Ελλάς, είναι και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και συνεπώς ημέρα μνήμης, ημέρα θυμού απέναντι στο βάναυσο άδικο. Θυμόμαστε όλοι τον εξωφρενικά αδέξιο τρόπο με τον οποίο το τότε κυβερνών κόμμα, τρόπος που μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά παρά διαχειριζόταν μια κρίση. Και τώρα, αυτοί που έλεγαν Ράτζα Γκλίξενμπεργκ τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και έλεγαν Πάολα Κρούγκμαν τον νομπελίστα γενειοφόρο και πασίγνωστο οικονομολόγο, σαν άσχετοι από καιρό και απρεπώς μοιραίοι, θαρρείς πάνε να σπάσουν τα ραγισμένα νεύρα ακόμα και των πιο ψύχραιμων οπαδών τους.
Τι να πω; Αλλάζω σταθμό, γυρίζω πλευρό, φωτοβολίες εκτοξεύω αισιοδοξίας σ’ έναν μαύρο ουρανό. Και λέω: ο Νάνος Βαλαωρίτης, ετών ογδόντα οχτώ, ποιητής και συγγραφέας, εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Πάλι», να δηλώνει χθες «Πάντα ήμουν και παραμένω μποέμ», να μας καλεί στην Γκαλερί Αστρολάβος όπου από αύριο, Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, εκθέτει ζωγραφική του, μια σειρά «καταστασιακά» σχέδια, με τίτλο «Όσα φαίνονται και δεν φαίνονται». Κι ακόμα, δεν έχει περάσει καιρός από τότε που κυκλοφόρησε το πειραματικό του μυθιστόρημα «Μα το Δία» (εκδ. Ηλέκτρα), το οποίο ήδη παρουσιάσαμε στο Κανάλι 1, και στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών».
Κι άλλη μία φωτοβολίδα: Την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009, παρουσιάζεται το έργο του Γιώργου Χαρβαλιά, «Ο ορίζοντας των γεγονότων», μια εικαστική πρόταση» στο υπόγειο γκαράζ του Πολιτιστικού Κέντρου ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος. Την έκθεση οργανώνει η Batagianni Gallery. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς θα είναι μαζί μας στην εκπομπή Radio Propaganda, την Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου.
«Ο ορίζοντας των γεγονότων» είναι για μια εγκατάσταση συνδυαστικών μέσων, προϊόν της εργασίας του καλλιτέχνη την τελευταία διετία (2007-2009), η υλοποίηση της έκθεσης έγινε με την καλλιτεχνική συνεργασία του γλύπτη Φώτη Ραφτόπουλου.
Το έργο αρθρώνεται από δύο μέρη:
1. «26 Ιουνίου 2007, Πίνακας τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (2007 – 2009). Εγκατάσταση, data wall – εννέα ψηφιακές πινακίδες δεδομένων, συνολική διάσταση: 2,28 x 10,62 μ.
2. «Nuit Américaine* / Αμερικάνικη Νύχτα» (2007-2009).
Βιντεοεγκατάσταση, δύο συγχρονισμένες προβολές HD, διάρκεια 49:16 λεπτά, διαστάσεις προβολής: 2,50 x 8,65 μ.
Η συνεχής κάθετη ροή των εναλλασσόμενων τιμών του χρηματιστηρίου που είναι το απείκασμα ενός άυλου πολέμου, διασταυρώνεται με την οριζόντια κίνηση του απολογισμού των υλικών συνεπειών του. Συμπυκνώνεται έτσι στον ενδιάμεσο χώρο του θεατή ο ορίζοντας, πέραν του οποίου, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας των γεγονότων μας ωθεί στην κατανόηση της πραγματικότητας.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [19/10/09]
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009
ΡΑΔΙΟΕΚΛΟΓΕΣ & ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ

Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου, στο www.kanaliena.gr (Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM), δύο παρά πέντε μεσημέρι, ως συνήθως.
Radio_280909
Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού
Είναι ένα χιουμοριστικό τραγούδι του Ανεξιχνίαστου Διδάκτορος Φρυόβολου Χαρούπη με αυτόν ακριβώς τον τίτλο: «Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού». Μιλάει για το μεγάλο παράπονο ενός κυρίου που δεν βρίσκει μεζέδες θαλασσινούς να απολαύσει. Με τη σειρά μας, οι φίλοι μου κι εγώ, αλλά θαρρώ και σύμπασα η κοινή γνώμη και όλος ο ντουνιάς, επισημαίνουμε, και τραγουδάμε, «Παντελής Πτώση Πάθους». Στις εκλογές αυτές. Τριάντα πέντε έτη μετά τη Μεταπολίτευση, τα πολιτικά σχήματα της χώρας μοιάζουν ώριμα, αλλά όπως το έλεγε ο Woody Allen: «Τόσο ώριμα που κοντεύουν να σαπίσουν». Το χιούμορ μοιάζει να το έχει βάλει στα πόδια, έντρομο από τη γηραιά σοβαροφάνεια των πολιτικών σχημάτων αυτών των εκλογών, ακόμα και τα ευτράπελα κάποιων μίνι και στα όρια της λογικής μορφωμάτων είναι σχεδόν παντελώς απόντα. Οι μεγαλύτεροι, σε ηλικία, κουράστηκαν τόσα χρόνια. Οι μικρότεροι, είναι σαν να γεννήθηκαν ήδη κουρασμένοι.
Κάποιοι, πολλοί, θα πουν: καλύτερα παντελής πτώση πάθους, παρά λαμπαδηδρομίες, πετροβολισμοί, χυδαία/ακραία συνθήματα, πυρηνικές σχάσεις μέσα σε καλές οικογένειες, και πάει λέγοντας. Από την άλλη, το πάθος είναι κινητήρια δύναμη της κοινωνίας – το έχουν πει όλοι οι στοχαστές αυτό, ακόμα και ο Καρτέσιος. Όπως επεσήμανε ο Baltasar Gracian, «Οι λέξεις είναι εφαλτήρια πράξεων», και όπως τόνιζε ο Walter Benjamin, «Η Πράξη είναι Αδελφή του Ονείρου». Η πολιτική, έστω και ως λογιστική διαχείριση της πραγματικότητας, έστω και ως τέχνη του εφικτού, όπως τη λέγαμε κάποτε, αν στερείται μια στάλα όνειρο, δυο-τρεις δόσεις ουτοπίας, μια τζούρα ποίηση, κι ένα δράμι αποκοτιά, τείνει πιο βαρετή κι από μια παρτίδα ξερή με κάποιον ξεμέθυστο αναγνώστη σομόν σελίδων να γίνει.
Θα επιμείνουμε, εμείς, στην Ποίηση, λοιπόν. Κάθε μέρα, ως την Κυριακή των εκλογών, τόσο από το πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημα, όσο και από το Radio Propaganda της Παρασκευής, και τον «Αφρό των Ημερών» του Σαββάτου, θα κερνάμε ποιήματα. Για σήμερα, Θωμάς Γκόρπας, και «Τσιγάρα», από τις εκδόσεις Κέρδος, και τη σελίδα 212.
Τσιγάρα
Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη, μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα…
Χίλιες φορές κοιμηθήκαμε με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες…
Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρμη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκε τρελάθηκε τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα…
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο…
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009
ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr, σήμερα, 21/09/09, δύο παρά πέντε το μεσημέρι -- κλασικά πράγματα, κλασικές αξίες!
Έκθεση Ιδεών με Θέμα «Γιατί Δεν Θα Δω το Ντιμπέιτ».
Φτου, ξανά μανά και πάλι αυτή η ιστορία, η παιδιόθεν, με την αντιγραφή, με την παπαγαλία, με τα σκονάκια. Αλλιώς το είχα σκεφτεί, κι ένας φίλος μού έστειλε ενός άλλου φίλου το κείμενο, κι εγώ το έμαθα παπαγαλία, και το έκανα σκονάκι, και το αντιγράφω – αντί, φίλες και φίλοι, να καθίσω να στύψω το μυαλό μου, να σκεφτώ από μόνος μου. Κι έγραψα την Έκθεση Ιδεών αντιγράφοντας, αλλά ευτυχώς δεν το πήρε χαμπάρι η δασκάλα, τίποτα δεν παίρνει χαμπάρι η δασκάλα αυτόν τον καιρό, είναι πολύ απασχολημένη η δασκάλα τούτες τις μέρες, κοιτάζει μηχανικά τα γραπτά μας, αυτόματα βάζει το βαθμό.
Debate, Τηλεμαχία, γκαγκάν-γκαγκάν, πράγματα γεμάτα ένταση, η αδρεναλίνη στα ύψη, χαμός στο ίσωμα, φέξε μου και γλίστρησα, τσαγκαροδευτέρα κι ο λόγος ξεστρατίζει, η λοκομοτίβα της σκέψης εκτροχιάζεται, καλά που δεν πατήσαμε κι εκείνον τον 19χρονο Γάλλο που την είχε αράξει σουρωμένος στις ράγες και πέρασε η υπερταχεία και τρίχα δεν του πείραξε, του Γκαστόνε, για δέκα εκατοστά από δω και είκοσι από κει.
Κι ύστερα, πάω, που λέτε, κι αντί να κάνω τα μαθήματά μου και να ετοιμαστώ να δω τηλεμαχία απόψε και ντιμπέιτ αύριο, ή ανάποδα, δεν θυμάμαι, άλλωστε τηλεόραση δεν έχω εδώ και μιαν επταετία, πάω λοιπόν και πιάνω και διαβάζω την Ιλιάδα, στη μετάφραση/ανάπλαση του Μαρωνίτη, εκδόσεις Άγρα, μην ξεχνιόμαστε, για ακούστε,
«Γλαύκος προς Διομήδη: Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;
Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή• τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.
Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά, φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται».
Και μετά, πάλι με τα νώτα στα μαθήματα, στο ντιμπέιτ, στην τηλεμαχία, και σας τα λέγει αυτά ένας άνθρωπος λίαν πολιτικό ον, μέσα στα κοινά, και τίγκα στην κοινωνική συνείδηση, αμέ, κι ακούω του Σαββόπουλου το «Περιβόλι του Τρελού», σαράντα χρόνια γενέθλια έχει σε λίγο, στα τέλη Οκτωβρίου, και ταυτόχρονα αντιγράφω το σκονάκι και σας το διαβάζω:
Βίρα τις άγκυρες
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΤΣΟΥ από τα «Νέα»
«Τι νόημα έχει αν ο Καραμανλής θα είναι όρθιος ή καθιστός στο debate;
Και τι σημαίνει αν ο Παπανδρέου είναι ειλικρινής; Αυτή η ύψιστη προεκλογική τελετουργία δεν είναι παρά ο μάταιος αγώνας για να ειπωθεί ένας περιορισμένος αριθμός λέξεων στην καρκινική τους εκφορά μπρος-πίσω. Μάταιος συνεπώς ο κόπος, διότι το ζήτημα δεν είναι τα επιχειρήματα αλλά η εικόνα. Όπως τα φιλμ του Γουόρχολ όπου συμβαίνουν όλα και τίποτα, το τίποτα κρύβεται πίσω από τις υποσχέσεις ή περίπου το τίποτα σαν τις μηδενικές αυξήσεις του ενός και τις δεκαδικές του άλλου.
Ας τους απολαύσουμε, λοιπόν, αυτούς τους πρωταγωνιστές του "Τέλους του παιχνιδιού". Η θεατρική τους πλευρά είναι από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του θεάτρου μας μετά τον Ρέππα και τον Παπαθανασίου».
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [21/09/09]
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009
ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ/ ΠΟΙΗΣΗ

Radio_170909
Η Ποίηση Ξέρει Να Δίνει Απαντήσεις
Γιατί άραγε μόλις κάνα εικοσαήμερο πριν από τις εκλογές πέφτω με τα μούτρα και διαβάζω με πάθος περίσσιο το On the Road του Jack Kerouac, στην πρώτη του γραφή, τη θρυλική πάνω στο μήκους 45 μέτρων ρολό χαρτί, το περίφημο scroll που εκδόθηκε μόλις πριν από δύο χρόνια, ενώ οι στεντόρειες υποσχέσεις των πολιτικών πασών των αποχρώσεων φτάνουν σαν απόμακροι, αλαργινοί, αδιάφοροι ψίθυροι στα μελαγχολικά φθινοπωρινά μου ώτα;
Γιατί σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου του 2009, κάθομαι απ’ το πρωί και συλλογίζομαι τον βίο και τον μόχθο του μεγάλου συγγραφέα και ποιητή Raymond Carver, τις απανωτές χρεοκοπίες του, το πόσο δύσκολα μα και αγέρωχα τα έβγαζε πέρα, για να μας αφήσει το έργο του, αυτό το «πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας»;
Άραγε γιατί μου τριβελίζει το μυαλό ο Charles Bukowski και τα δεκαπέντε χρόνια από τότε που πήγε με τους πολλούς, και αναρωτιέμαι ποιος να γράφει σήμερα σαν κι αυτόν, κοπανώντας με μανία τα δάχτυλα στα πλήκτρα της γραφομηχανής ώσπου να ματώσουν, ενώ δεν παύει να γελάει, να σαρκάζει, να βουρκώνει, να γεμίζει και ν’ αδειάζει το ποτήρι του στο τραπέζι μιας φτωχικής κουζίνας, ακούγοντας Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ;
Γιατί να νιώθω, μέσα μου βαθιά, όχι τόσο με το μυαλό όσο με την καρδιά, ότι τις απαντήσεις πιότερο και αγριότερα, αν θέλετε, η Ποίηση της δίνει, το περήφανο πέτσινο μπουφάν του αλανιάρη των μεγαλουπόλεων ποιητή, και όχι του πολιτικού ο λαιμοδέτης/γλωσσοδέτης, η λιμουζίνα της συμφοράς, τα αλλεπάλληλα και υπάλληλα «Θα» και «Να» και «Όταν» που αν γρήγορα τ’ ακούσεις και τα πεις λίγο φέρνουν (προσέξτε Θα και Να και Όταν) ηχητικά, αλλά και αλλιώς, με το Θάνατο.
Ας ακούσουμε μαζί έναν ποιητή, σας παρακαλώ, φίλες και φίλοι. Είναι γεννημένος στα 1919, ήτοι είναι εννέα δεκαετιών, σοφός και πιτσιρικάς, δροσάτος, κι όχι μουχλιασμένος όπως κάτι νεαροί. Ο θρυλικός Lawrence Ferlinghetti, ο ιδρυτής του επίσης θρυλικού οίκου City Lights Books, ενενήντα ετών, κυρίες και κύριοι, γράφει:
Η ΓΑΤΑ: «Η γάτα/ γλείφει το πόδι της και/ την αράζει/ στη γωνίτσα της βιβλιοθήκης/ Μπορεί να κάθεται σε/ στάση σφίγγας/ έτσι ακίνητη με/ τις ώρες/ μέχρι να στρίψει κάποτε το κεφάλι της/ προς τη μεριά μου,/ να σηκωθεί, να τεντωθεί/ να μου γυρίσει την πλάτη και/ να αρχίσει να γλείφει το πόδι της ξανά σαν/ να μην ήταν πραγματικός ο χρόνος που πέρασε/ Και δεν ήταν/ κι αυτή είναι η σφίγγα με/ όλο το χρόνο στη διάθεσή της/ στην έρημο του χρόνου της/ Η γάτα/ ξέρει πού πεθαίνουν οι μύγες/ βλέπει φαντάσματα στους κόκκους του αέρα/ και στις αχτίδες του ήλιου σκιές/ Ακούει/ τη μουσική απ’ τις ουράνιες σφαίρες,/ το βουητό στα καλώδια των σπιτιών/ και το βουητό του σύμπαντος/ στο διάστημα ανάμεσα στ’ αστέρια/ αλλά/ προτιμάει σπιτίσιες γωνιές/ και του καλοριφέρ το βουητό» (από τον τόμο «Αυτά είναι τα Ποτάμια μου», μτφρ. Χρήστος Τσιάμης, εκδ. Καστανιώτης).
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 17/09/09
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ

Ειδήσεις Που Μοιάζουν με Διαφημίσεις
Αύριο, Παρασκευή 4/09/09, στη Radio Propaganda, Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστοίθωσθιν!!
Στείλαμε potlatch στον τέως Κώστα Καραμανλή το πόνημα «Περί Κοπώσεως» του Peter Handke (εκδ. Καστανιώτης).
Διαβάζουμε μετά μανίας Roberto Bolano, αφού συγκλονιστήκαμε (ξανά) από τον Joseph Roth.
Στείλαμε potlatch στον τέως Αλέκο τέως Αλαβάνο το έργο «Εφτά Δοκίμια για την Ερμηνεία της Περουβιανής Πραγματικότητας» του José Carlos Mariátegui, το οποίο συνιστούμε σε όλο τον Κόσμο της Αριστεράς και στην Αριστερά του Κόσμου ως το εργαλείο ερμηνείας (και) της ελληνικής πραγματικότητας.
Διαβάστε όπως και δήποτε Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο! Ιδού: http://areadingdiary.wordpress.com/
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009
ΠΑΛΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟ (θα διαβαστεί στο Κανάλι Ένα)

Shakespeare Squadron, II
Ο Τσάλαντι, όχι, δεν τον χτύπησε ο Τσάλαντι, εγώ τονε χτύπησα, εγώ τον βάρεσα, δική μου η γροθιά που τον σώριασε. Αναιμική γροθιά, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ήτανε τύφλα και δαύτος, σάστισε, δυο μέτρα μαντράχαλος, ούτε που το περίμενε από μένα να του τη φέρω, κλονίστηκε, ταλαντεύτηκε, σωριάστηκε. Παράτησαν οι άλλοι τον Τσαλ και χίμηξαν πάνω μου. Αντεπιτίθεται ο Παλιοσειράς, μπαίνει στη μάχη κι ο Λαρισαίος, ορμάει ο Μπολώνιας, κρααααακ, θρύψαλα το πικάπ, γκντουβγκγκγκγκγκγκμπανγκτντάουουουουουμμμ!!! – πάνε τα ράφια με τα μπουκάλια όλα, ω πάει το Jameson, πάει το Johnny, πάει η Absolut, να σου κάτω και οι τεκίλες, τα μαρτίνια, χαμός, τρέλα, πανικός, γενικεύεται η σύρραξις, σφοδρή η κλοτσοπατινάδα, θαρρείς βγαλμένη από κάτι αμερικάνικες ταινίες, μονάχα που δεν είμαστε εδώ σε μπαράκι του Ελ Έι αλλά στης Μυτιλήνης το λιμάνι, στην «Ουτοπία» όπως έλεγαν το στέκι, αυγή της τρελής δεκαετίας του ενενήντα, φαντάροι στα τριάντα μας, ο Τσαλ κι εγώ, στα τριάντα τρία τους οι Παλιοσειράς Λαρισαίος Μπολώνιας, κι είν’ η πρώτη φορά που μπλέκουμε σε άγριο καβγά. Τι να λέει, που λένε και στο Βόλο. Τι να λέει!
Όλα άρχισαν από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora, έλεγαν οι Τζούμας Κωνσταντίνος και Παναγιωτίδης Άλκης, πάνε χρόνια, τι χρόνια, δεκαετίες, παλαίμαχοι κι αυτοί, ναι, καραβάνες παλιές και ωραίες, πρωτεργάτες της Μεγάλης Αντίστασης ενάντια στη Δικτατορία του Κόκκινου Κιτς, αλλά εμείς δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε με το βελούδο του ροκ-εντ-ρολλ κλασίκ, μπα, ήμασταν παιδιά της τζαζ, και των μπητνίκων ετσιθελικοί γόνοι, εξ ου και Τσάλαντι ο ένας, Τζόρτζουακ ο άλλος, και πάει λέγοντας, με τον Ντοστογιέφσκι επ’ ώμου και υπό μάλης τον Ρεμπώ, με ανοικονόμητα πλησιάσματα στον Ιησού, με τις μπίρες να ρέουν αφειδώς και με τα μάτια μας κόκκινα μονίμως και πρησμένα από τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και μιαν αυτοσχέδια, τεθλασμένη, ο θεος-να-την-κάνει φιλοσοφία.
Φορέσαμε τις φαιοπράσινες, πιάσαμε τα G3A3 και τα ΗΚ11, και ζωστήκαμε τις παλάσκες, δέσαμε τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα άρβυλά μας, χτυπήσαμε νούμερα γερμανικά, ήπιαμε σε καραβάνες τσάι και καφέ, τα παγούρια μας τα γεμίσαμε με βότκα, αμέ, όλα τα κάναμε, κι αναφορές δώσαμε, και θαλαμοφύλακες θητεύσαμε, κάναμε τους μήνες να κυλάνε απαλά, καπνίζαμε το τσιγαράκι μας και λαχταρούσαμε κι εμείς όπως κι η πιτσιρικαρία πότε θα πάρουμε την τετραήμερη για να βρεθούμε με τους φίλους και τις ερωμένες μας.
Ο Τσάλαντι έλαβε αίφνης ένα χαρτί, κι από κει που θα ’κανε δεκαοχτάμηνο όπως εγώ, του το γύρισαν σε δωδεκάμηνο, και την επαύριον άντε πάλι με το καλό καλός πολίτης. Να το γιορτάσουμε, παίδες, λέει ο Τσαλ και ντυνόμαστε με τα ωραία μας πολιτικά και βγαίνουμε σουλάτσο, χτυπάμε ένα ταβερνείο μια σταλίτσα, με τυρί στη λαδόκολλα, με Καζαντζίδη στο παμπάλαιο τζουκ-μποξ, με ούζο το καζανιστό λεγόμενο να μας φουντώνει φίνα. «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι», λέει ο Τσαλ. «Εξάλλου εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι», λέει ο Λαρισαίος. «Η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι εύκολη», λέει ο Μπολώνιας. «Τα πάντα free», λέει ο Παλιοσειράς. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε.
Ο Τσαλ προτείνει περιοδεία στα ποτάδικα – ποτοσχολαστήρια, τα έλεγε ο Καρούζος. Άντε, φύγαμε. Τα γυρίσαμε όλα, με αλφαβητική σειρά. «Ανναμπέλα», «Βαπόρι», «Δώμα», «Καρολίνα», και πιάνουμε «Ουτοπία» για τα τελευταία σκοτσέζικα. Και τον Τσαλ τον πιάνει η παπαδιαμαντομανία κι αρχίζει, ο μη-πω, να ζητάει συγγνώμες δώθε κείθε, όπως ο κυρ-Αλέξανδρος όταν ήτανε ν’ αφήσει την Αθήνα και να πιάσει Σκιάθο. «Για ό,τι κι αν έκανα», να κάνει ο Τσάλαντι, «να με συγχωρήσετε ζητώ». Άλλοι του χαμογελάνε, του μεθυσμένου, άλλοι συνεχίζουν αδιαφορώντας να τα λένε, άλλοι του λένε συχωρεμένος να ’σαι, άλλοι μουρμουρίζουν ένα ενοχλημένο κι εμένα τι με νοιάζει, κι ο Τσαλ να μην αφήνει ούτε ένα τραπεζάκι δίχως να το επισκεφτεί και συγγνώμη να ζητήσει. Στα ηχεία μια χτυπιότανε ο Ίγκι Ποπ και μια ψέλλιζε τρυφερά ο Τσετ Μπέικερ.
Και κάποια στιγμή, άρχισε το πατατράκ. Ο καθαρόαιμος βλάκας παρεξηγεί τον παπαδιαμαντισμό του Τσάλαντι. Τι ζητάς συγγνώμη ρε, λέει αβρότατα, τι, γιατί, μπας και μου γάμησες τη γυναίκα, αυτό είναι, μου τη γάμησες τη γυναίκα, και ζητάς συγγνώμη κι από πάνω, τώρα θα σε γαμήσω εγώ εσένα, να δεις, και πέφτει η πρώτη, κι ο Τσαλ ξεχνάει τον Ακέραιο Κυρ-Αλέξανδρο και θυμάται με χρονολογική σειρά Κραβάν Χέμινγουεϊ Μέιλερ κι αρχίζει το μπουνίδι, σήκω Ντάντε να μας δεις, τις γροθιές μας να χαρείς.
Εγώ βάρεσα και σώριασα τον μαντράχαλο. Την κοπανάμε. Μας πιάνουμε πιο κάτω. Τίγκα στις μελανιές και στους μώλωπες άπαντες οι γερόγεροι, συν η σπασμένη μύτη του Τσαλ. Γκαντεμιά! Ο δικός μου σωριασθείς ήτανε υπολοχαγός, πού να το ξέρω ο έρμος. Μία έριξα, γερή δε λέω, και τώρα μας πάνε μπλε μαρέν, σιδηροδέσμιους, και συνοδευόμενους από ένοπλους λεβέντες, στην Ταξιαρχία, στην Καλλονή. Μας κόβει ο Ταξίαρχος που είμαστε υπερήλικες για φαντάροι, κόβει το άσπρο μαλλί του Τσαλ, τη φαλακρίτσα του Λαρισαίου, την πλισέ μουρίτσα του Μπολώνια, την κοιλιά του Παλιοσειρά, τη βέρα στον παράμεσό μου. «Και δηλαδή τι είστ’ εσείς και χτυπάτε και υπολοχαγούς;»
«Αρχαιολόγος», απαντάει ο Τσαλ.
«Γιατρός», κάνει ο Μπολώνιας.
«Οικονομολόγος», λέει ο Λαρισαίος.
«Εθνολόγος», δηλώνει ο Παλιοσειράς.
«Κοινωνιολόγος», ψεύδομαι εγώ.
«Να χέσω τα πτυχία σας», αποφαίνεται ο Ταξίαρχος. «Χαθείτε απ’ τα μάτια μου», συμπληρώνει έτοιμος να σκάσει στα γέλια. «Και καλά μυαλά», καταλήγει.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι. Τα λέμε στην Αθήνα», μου ψιθυρίζει ο Τσαλ όταν μας φορτώνουν πάλι στην «καναδέζα» με προορισμό το σύνταγμα.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2005
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009
ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ, ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΑ & ΞΑΝΑ

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ,
Ο Αγγελόμορφος Οδοιπόρος
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανδρέας Εμπειρίκος
Ένας από τους τελευταίους αγίους, ένας φτωχούλης του Θεού κι αυτός, όπως και τόσοι πρόγονοί του, ο Τζακ Κέρουακ, πλάνης και εξερευνητής εσωτερικών τοπίων, Μεγάλος Ερωτικός και Μέγας Απεγνωσμένος, μακάριος και γαληνεμένος, βραχνός Μουσηγέτης και πάντα, μα πάντα, Συγγραφέας – ένας από τους τελευταίους ανθρώπους, πασχίζει, σε όλη του τη σύντομη ζωή, να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως, να επινοήσει τρόπους φυγής από την αδυσώπητη δικτατορία της υλοφροσύνης, να επιχειρήσει το άνοιγμα σε ό,τι πιο μύχιο, πιο ανεξερεύνητο, πιο αχαρτογράφητο φέρουμε εντός μας, να αποκρυπτογραφήσει τα αλλόκοτα ιερογλυφικά της διαλεκτικής ζωής και θανάτου, πνεύματος και χώματος, ύλης και μουσικής του ζώντος. Ο Τζακ Κέρουακ, φυγάς θεόθεν και αλήτης, όπως το είχε διατυπώσει ο Εμπεδοκλής – ο Τζακ Κέρουακ, γυμνός άγγελος, ο Τζακ Κέρουακ, memory babe, παιδί της μνήμης, αδελφός μας και πιο πολύ αδέρφι μας, μες στις δεκαετίες ανοξείδωτος. Πρίγκιπας της ανεκτικότητας, πλημμυρισμένος απ’ τους ρυθμούς του κόσμου, ο Κέρουακ αρνήθηκε την ίδια του την ευφυΐα, την κατέστρεψε, τη δαπάνησε, χάριν μιας περισσότερο πολύτιμης – και τόσο δυσεύρετης πια – ιδιότητας, χάριν αυτού που όλοι ξέρουμε τ’ όνομά του αλλά τόσο λίγοι καταφέρνουμε να είμαστε άδολοι διάκονοι και λυτρωμένοι δούλοι του: της αγάπης.
Ο Τζακ Κέρουακ, γεννημένος στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, στις 12 Μαρτίου του 1922, έμελλε στη σύντομη ζωή του να περάσει από ένα σωρό σταυροδρόμια λαβυρίνθων, παραμένοντας πάντα αγνός και ανεξέλεγκτος, παίρνοντας πάντα, εσκεμμένα, τις λάθος αποφάσεις, αγαπώντας τους λάθος ανθρώπους, μένοντας στη λάθος μεριά του δρόμου. Έμελλε να καεί κι αυτός, σαν τα κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, να πυρποληθεί, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μόνο και μόνο για δωρίσει σ’ έναν σκοτεινιασμένο κόσμο λίγες στιγμές φέγγους. Έμελλε να γράψει δεκάδες χιλιάδες σελίδες, πυρωμένα παραληρήματα αγάπης, αγάπης, και αγάπης, χτυπώντας με ηδύτατη παραφορά τα πλήκτρα της γραφομηχανής, περιοδεύοντας στα λημέρια της αγαθότητας με τα νώτα γυρισμένα στους χλευασμούς των φανατικών μιας κακομοίρας νουνέχειας, μιας σωφροσύνης πάμφτωχης. Έμελλε να γράψει το On the Road, το απαράμιλλο χρονικό της μακαριότητας και της κίνησης, του έρωτος και της περιπλάνησης, της φιλίας και της προσήλωσης στην ευφρόσυνη αλητεία που, όπως κάποια τραγούδια αγαπημένα, ξέρει να ξεγελά το δυνάστη χρόνο. Έμελλε να γράψει τους Υποχθόνιους, μέσα σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέσα σ’ έναν άγιο πυρετό τρελής δημιουργικότητας και ανάγκης να εκφραστεί, καταφέρνοντας, όπως λέει κι ο Χένρυ Μίλλερ, «ένα τέτοιο πλήγμα στην αθώα μας πρόζα απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει». Έμελλε να πιει θύελλες κρασιού, μπίρας, βότκας, τεκίλας, μεσκάλ, ουίσκι -- πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, γράφει ο Νίκος Καρούζος – να πιει διαλύοντας τη σύνεση, κονιορτοποιώντας τα οχυρά των πεποιθήσεων, ανατινάζοντας τα σινικά τείχη των βεβαιοτήτων, καίγοντας τις γέφυρες που οδηγούν στη βολή, στην ασφάλεια, στο «κονάκι». Έμελλε να ψάλει του Σύγχρονου Ανθρώπου την Πτήση και την Πτώση.
«Μα, γυναικούλα μου, τα έκανα όλα, έγραψα το βιβλίο. Διέσχισα περήφανα τους δρόμους της ζωής μου, του Μανχάτταν, του Λονγκ Άιλαντ, διέσχισα τις 1183 σελίδες του πρώτου μου βιβλίου, πούλησα το βιβλίο. Πήρα τα πρώτα χρήματα, ούρλιαξα από χαρά, το Θεό εδόξασα, και συνέχισα, κι έκανα ό,τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνεις στη ζωή. Μα τίποτα δεν έβγαλα. Καμιά ‘γενιά’ δεν είναι ‘νέα’. Τίποτα νέο κάτω απ’ τον ήλιο. ‘Τα πάντα ματαιότης’. Ξέχνα το, γυναικούλα μου. Τράβα για ύπνο. Αύριο μια νέα μέρα ξημερώνει . Hic calix! Κοίταξέ το στα Λατινικά, σημαίνει ‘Ιδού το δισκοπότηρο’, και κοίτα να ‘χει κρασί εκεί μέσα».
Ο Τζακ Κέρουακ, ένας κατάσκοπος στο ίδιο του το σώμα, ένας κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα, ένας κατάσκοπος στο χώρο και στο χρόνο που μας αντιστοιχεί, στο χώρο και στο χρόνο που είναι το εφήμερο πέρασμά μας από τούτο τον πλανήτη. Να οδηγείται σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις της δεσπόζουσας ηθικής και της δεσπόζουσας γλώσσας, εκείνη την όχι και τόσο μακρινή δεκαετία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Μακελειό, αρνούμενος ό,τι τείνει να περιορίσει την εκδίπλωση της δημιουργικότητάς μας, αρνούμενος συμβάσεις και κανόνες, παίζοντας το παιχνίδι του για να θεσπίσει καινούργια κριτήρια, νέες σταθερές. Η γλώσσα, συντακτικό και γραμματική και ρυθμός, να είναι ένα πεδίο μάχης, να είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη, να είναι ο Άλλος Τόπος, όπως λέει κι ο Βλαβιανός, να είναι το πέραν του είθισται, να είναι θέρετρο αλλά και σφαγείο.
Ερωτοτροπώντας με το μηδέν, ερωτοτροπώντας με τις ακρότητες μιας ευλογημένης και ποθητής απλότητας, ο Κέρουακ θα σμίξει με άλλους αντάρτες της καθημερινής ζωής, με ποιητές και συγγραφείς που χάνονταν και βρίσκονταν και λυτρώνονταν στο εντός των γραπτών τους, που διέκοπταν μεθοδικά κάθε συνάφεια με θέσφατα και άκαμπτες αποφάνσεις, που έγιναν αυτοσχέδιοι πειραματιστές, πέτρες κυλιόμενες σ’ ένα έδαφος επικίνδυνο, σε μια κοινωνία που ήθελε να προσεταιριστεί ή να εξορίσει κάθε αυθεντικό σκίρτημα ζωής, κάθε γνήσιο κραδασμό δημιουργικότητας. Ουίλλιαμ Μπάροουζ και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο και Πήτερ Ορλόφσκι, Άλαν Άνσεν και Λώρενς Φερλινγκέτι, Γκάρυ Σνάιντερ και Νηλ Κάσαντι. Μακάριοι, beatniks, σαλοί και παλλόμενοι, τραχείς και λεπτεπίλεπτοι, χερουβείμ αρουραίοι, ατίθασοι και μειλίχιοι, πότε λάτρεις της σιωπής και πότε φωνακλάδες, ασάλευτοι άλλοτε σε ιερή περισυλλογή και άλλοτε αεικίνητοι, πράοι και ανοιχτοί στην εμπειρία, να ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενός άκαμπτου πολιτισμού που πεθαίνει αποκαμωμένος μέσα στους ύστατους σπασμούς του.
«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου» (Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς).
Οραματιστής και καταγραφέας φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών, ο Κέρουακ σπεύδει να καθαγιάσει το καθημερινό, το οικείο, το τάχατες τετριμμένο, υψώνοντάς το σε διαστάσεις ποιητικές, στιλβώνοντάς το με τον καταιγισμό των δονούμενων λέξεών του, δίνοντάς του πίσω το λεηλατημένο νόημά του, βαφτίζοντάς το στην άχραντη ουσία. Παλεύει με το χρόνο, λατρεύει το χρόνο, ξοδεύει το χρόνο, σμίγει, γίνεται ένα, κυλιέται αγκαλιασμένος σε λειμώνες με το χρόνο. Λαχανιάζει όταν γράφει, και μαζί του λαχανιάζει και ο χρόνος. Είναι σαν τον Προυστ ένας γερομαστούρης του χρόνου. Να ειπωθεί το ανείπωτο, να λεχθεί το άλεκτον, να ανατριχιάσουν μες στα στήθη τικ οραμάτων, να είναι ένας τρελός άφωνος άγιος του μυαλού, να πει την αληθινή ιστορία του κόσμου σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο, να κολυμπήσει στον αχανή ωκεανό της γλώσσας, να συνθέσει το άγριο, το απειθάρχητο, το αγνό, το ερχόμενο μέσα του απ’ τα κάτω, ιδού σπαράγματα, ξεφτίδια, θραύσματα από το πρόγραμμα του Συγγραφέα Τζακ Κέρουακ. Ιδού το Πεπρωμένο της Γραφής Του. Ιδού και η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής Του.
«Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας», μας λέει ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. «Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά, ανάλογη με εκείνη που χωρίζει τον αληθινό ταυρομάχο που έχει να αντιμετωπίσει στην αρένα τον μαινόμενο ταύρο, από τον κοινό μαλάκα που παραμυθιάζει τους φίλους του κάθε βράδυ με τα ανδραγαθήματά του στον πόλεμο που τον έζησε μόνο από τα μετόπισθεν. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια. Κινδυνεύει όμως και να τραυματιστεί θανάσιμα».
Αρνούμενος να δεχτεί ότι υπάρχει πλοκή στη ζωή, ο Κέρουακ εξόρισε την πλοκή από τα οραματικά, αλλά και τόσο γειωμένα, μυθιστορήματά του. Το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν ακόπαστη αναζήτηση, επέλαση στον πυρήνα του νοήματος, καταβύθιση στο κέντρο της ταραχής και της ουσίας. Λέξεις, και λέξεις, και λέξεις. Πλήγιαζε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα της γραφομηχανής, γεμίζοντας το σκληρό λευκό κενό του χαρτιού, κάνοντας τις φράσεις να φωνάξουν το Ναι Στην Εμπειρία. Αφηνόταν στις δίνες εσωτερικών κλυδωνισμών, αφηνόταν στην καταγραφή όσων άκουγε μέσα του, εκείνων των μύχιων φωνών που πότε ουρλιάζουν και πότε ψιθυρίζουν τις ακατάλυτες αλήθειες μας. Αλιεύει τα θέματά του από το ποτάμι της καθημερινής ζωής, εστιάζει στο γεγονός, οι λέξεις του παύουν κάποτε να είναι σύμβολα, να είναι κώδικες και σημεία, οι λέξεις του γίνονται, σε πολλές σελίδες του, γεγονότα. Είναι Μαθητευόμενος της Οδύνης, είναι Νοσταλγός Ενός Μέλλοντος Χαμένου Στη Διάρκεια, είναι Διάκονος Της Απλότητας. Αφουγκράζεται το Χτυποκάρδι του Κόσμου. Αφουγκράζεται το Μουρμουρητό των Γεγονότων.
«Το στοιχείο που έκανε τον Κέρουακ έναν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς της νεολαίας, είναι το χάρισμα να κατανοεί και να εκφράζει πλήρως τις φαντασιώσεις της, τα πάθη της, την επιτυχία και την αποτυχία της. Αποκηρύσσοντας κάθε πολιτική σκοπιμότητα, μετατράπηκε σ’ ένα ανθρώπινο μαγνητόφωνο με ουράνιο μηχανισμό, έτοιμο να ηχογραφήσει κάθε πρόσφορη αμερικάνικη φωνή» (Γιάννης Τζώρτζης).
Αγαπούσε την τζαζ, ο Τζακ Κέρουακ. Αγαπούσε τον καπνό και το αλκοόλ. Αγαπούσε τις θολές γραμμές των οριζόντων. Αγαπούσε την αρχιτεκτονική (ας ειπωθεί ξανά) της σκόρπιας ζωής. Αγαπούσε τις όμορφες κοπέλες. Αγαπούσε τις γάτες. Τον αγάπησε μια ολόκληρη γενιά ελεύθερων ανθρώπων, ευαίσθητων τυχοδιωκτών, ευγενικών μποέμ. Τον αγάπησαν κάμποσοι βιογράφοι. Τον αγάπησε ο Τομ Γουέιτς, κι έγραψε ένα τραγούδι, το Jack & Neal, για να μας θυμίζει διαρκώς την περιπέτειά του. Τον αγάπησε ο δικός μας Ανδρέας Εμπειρίκος και έγραψε για χάρη του μερικές ρυθμικές και εκθαμβωτικές αράδες.
Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με bop, με twist, με rock’n roll, με τις φωνές των νέγρων), κ’ έτσι, καθώς διαβαίνει – ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή: «BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!»
Ο Τζακ Κέρουακ, ποιητής και οραματιστής, πατριάρχης της Μπητ Γενιάς, αθάνατος θνητός και παις πεσσεύων, έφυγε από αυτόν τον κόσμο πριν από τριάντα χρόνια. Στα σαράντα έξι του, ένα πρωινό στο μπάνιο, την 21η Οκτωβρίου του 1969, πολυαγαπημένος αγγελόμορφος οδοιπόρος και θαυμάσιος μνήμων, καταγραφέας πόθων και οραμάτων και εξάρσεων που στοιχειώνουν ακόμη τη λογοτεχνία και τη ζωή, ο Κέρουακ θα αναχωρήσει από τούτη τη ζωή, θα πάει να συναντήσει όλους εκείνους που κάποτε του ένευσαν και τον ενέπνευσαν, που τον έκαναν αυτό που θέλησε να γίνει, που του πρόσφεραν εκείνο το Μαύρο Γάλα της Αυγής. Μας άφησε τις σελίδες του, εδώ, δικές μας, δώρο και συμβολή στο Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας, χρυσαφένια παράγραφος σε ό,τι κάνει τη ζωή υποφερτότερη, σε ό,τι είναι θάλπος και θάμβος, σε ό,τι αποτελεί ανάσα και οξυγόνο αντιδιαστολής.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009
ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)

Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:
Δίχως Μύθο
Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009
ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!
Κάτω τα χέρια απ’ τον Κοροβέση, προς το παρόν, και μετά βλέπουμε!
Ένα αίνιγμα που ο Ηρακλής Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ογκίστ Ντυπέν, ο Πατήρ Μπράουν, αλλά και οι δημιουργοί τους, ήτοι η Αγκάθα Κρίστι, ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, δεν θα έλυναν εύκολα συμβαίνει να είναι το γιατί, διάβολε, να ταλανίζεται από άγριες κρίσεις η Αριστερά όταν ακριβώς όλα, μα όλα, οι συγκυρίες, η κατάσταση των άλλων, η διάθεση του κόσμου, συντείνουν στο να πηγαίνουν όλα μια χαρά γι’ αυτήν.
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που αυτό που λέμε κόσμος της Αριστεράς έρχεται κοντά της, φουσκώνει τα πανιά της, πυκνώνει τις τάξεις της, δίνει το «παρών», δηλώνει διαθέσιμος, η συγκροτημένη Αριστερά φροντίζει, με συνήθως σπασμωδικό άχαρο άκομψο σπαστικό τρόπο να παγώσει αυτόν τον κόσμο, να τον κάνει να μουδιάσει, να τον απογοητεύσει, να τον φουρκίσει, να τον στενοχωρήσει;
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που η Αριστερά δεν κινδυνεύει από σκοτεινές συνωμοσίες άλλων, δεν απειλείται από την βάναυση καταστολή, δεν διώκεται από την Δεξιά, διαθέτει κάτι παραπάνω από πολύγραφους και ντουντούκες για να διαδώσει τις όποιες θέσεις της, τότε συνθλίβεται από εσωτερικές έριδες, τότε δείχνει τον χειρότερό της εαυτό, τότε θυμάται να σκαλίσει τις πληγές της, τότε βαράει αλύπητα τα καλύτερα παιδιά της;
Τι στο καλό συμβαίνει με την Αριστερά; Τι στο καλό θέλει να είναι αλλά δεν είναι; Ή το νομίζουμε εμείς ότι είναι ενώ η ίδια δεν θέλει να είναι; Και πώς συμβαίνει ύστερα από σφοδρές κρίσεις κι ενώ φτάνει στα όρια της διάλυσης, βρίσκονται πάντα, θα έλεγες ως διά μαγείας, άνθρωποι πρόθυμοι να την πλαισιώσουν εκ νέου, να την ανασυγκροτήσουν, να την δυναμώσουν, να τη θεριέψουν, ακριβώς για να κάνει, για την Αριστερά μιλάμε, τα ίδια λάθη, να δείξει και πάλι έναν κακό εαυτό, να κυλήσει και πάλι στην γκρίνια της εσωστρέφειας και στην εσωστρέφεια της γκρίνιας;
Στο σκάκι λέμε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αλλά διόλου αναπόφευκτη δεν είναι η επανάληψή τους. Απεναντίας, το λάθος το μελετάς, το αναλύεις, το υπερβαίνεις, το ξεπερνάς. Αλλιώς είσαι «μαζέτας», λένε οι σκακιστές. Και «μαζέτας» σημαίνει παίκτης μη-εξελίξιμος, παίκτης που όσο κι αν μοχθεί, όσο κι αν μελετά, όσο κι αν πασχίζει, αρνούμενος να δει και να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα λάθη του άλλο δεν κάνει από να τα επαναλαμβάνει. Η Αριστερά, αν δεν θες να την πεις κάτι σαν Κακιά Μητριά, μπορείς μάλλον να την πεις «μαζέτα» στη σκακιέρα της πολιτικής ή/και της κοινωνικής δράσης. Δεν θέλει να βλέπει τα λάθη της στ’ αλήθεια και βαθιά, υιοθετεί ξανά και ξανά τα ξύλινα καλιαρντά της, και οδηγείται, θαρρείς αενάως, από κρίση σε ανασυγκρότηση και από επανίδρυση σε εκ νέου κρίση.
Πολλά τα γιατί, πολλές οι ενδεχόμενες απαντήσεις, πολλοί οι κήνσορες και θεράποντες. Κι εμείς εδώ είμαστε, για να τα λέμε. Θα επανέλθουμε, φυσικά!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/08/09
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009
Ο ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


