Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ/ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ/ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Κέρουακ Και Πάλι Και Πάντα Κέρουακ


Kerouac_2009



Ο Κερουάκ Διαβαίνει Μουσηγέτης

[20 Οκτωβρίου 2009, μία ημέρα πριν από την τεσσαρακοστή επέτειο του θανάτου ενός θρύλου][Δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας, στις 15 Ιανουαρίου 2010]


Το δυναμικό των συγγραφέων είναι δυνητικά τεράστιο.
Γράφουν το σενάριο για το φιλμ της πραγματικότητας.
Ο Κέρουακ άνοιξε ένα εκατομμύριο καφέ-μπαρ και πούλησε εκατομμύρια Levis.
Το Γούντστοκ γεννήθηκε μέσα από τις σελίδες του.
Αν κατάφερναν τώρα όλοι οι συγγραφείς να ενωθούν σε ένα πραγματικά δυνατό σωματείο,
θα κρατούσαμε όλο τον κόσμο με τις λέξεις.
Θα μπορούσαμε να φτιάχναμε το δικό μας σύμπαν.
Οι συγγραφείς θα μπορούσαν να καταλάβουν το στούντιο της πραγματικότητας.
Ο Κέρουακ το είχε καταλάβει αυτό πολύ πριν από μένα.
‘Η ζωή είναι ένα όνειρο’, έλεγε.
Ουίλιαμ Μπάροουζ

Εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ,
για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ),
για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι...
γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα;
Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας.
Όταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ’χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι,
θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου»
Τζακ Κέρουακ






Δεν επινόησε απλώς τον εαυτό του, όπως, ας πούμε, ο Όσκαρ Ουάιλντ ή ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ούτε αποτέλεσε την έκφραση μιας ολόκληρης γενιάς, όπως ο Τζιμ Μόρισον ή η Τζάνις Τζόπλιν, αλλά γράφοντας ολοένα και πιο πολύ, και ολοένα και πιο ελεύθερα, μένοντας προσηλωμένος στο «ένδον σκάπτε» του Μάρκου Αυρήλιου, και τιμώντας το πολλές φορές με τρόπους οδυνηρούς, κατάφερε, όχι πάντα ηθελημένα, να υπερβεί τη μεθόριο της χρονικότητας, να τανύσει απέραντα το εφήμερο, να μετατρέψει το ακαριαίο σε αιώνιο, να γίνει, με μια λέξη: κλασικός. Χαμογελούσε θλιμμένα, γελούσε τρανταχτά, του άρεσαν οι μηλόπιτες, λάτρευε την ξέφρενη τζαζ, και άκουγε στο όνομα ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ.
Είναι εκπληκτικό το φαινόμενο να ανακαλύπτονται, ξανά και ξανά, τα βιβλία του, από αλλεπάλληλες γενιές, στις πιο διαφορετικές, πολιτικά και πολιτισμικά, χώρες του πλανήτη. Είναι συγκινητικό να ακούς, εδώ και χρόνια, δίχως να κουράζεσαι στιγμή, απεναντίας, τη φωνή του να απαγγέλλει ποιήματα, να διαβάζει σπαράγματα από τα μυθιστορήματά του, να μιλάει στο ραδιόφωνο. Είναι θαυμαστό να έχουν μελοποιήσει λεκτικούς συνδυασμούς του τόσο ο Joe Strummer όσο και ο Jeff Buckley, τόσο η Patti Smith όσο και ο John Cale. Οι Morphine μας έχουν προσφέρει το δυναμικό τραγούδι «Kerouac», ενώ ο μέγας Tom Waits έχει συνθέσει τουλάχιστον τρία μίνι αριστουργήματα εμπνευσμένος από τον Κέρουακ: το πολύ όμορφο τραγούδι «Jack & Neal», ήδη από το 1977 και το άλμπουμ Foreign Affair, το «On the Road», που εμφανίζεται για πρώτη φορά, λίαν τιμητικά, στο άλμπουμ Jack Kerouac reads On the Road (1999), και εδώ ο Waits συνοδεύεται από το funk metal συγκρότημα Primus, και κατόπιν στο τριπλό Orphans (2006), σε άλλη εκτέλεση, παρέα με το «Home I’ll Never Be» (κατ’ ουσίαν μια μπλουζ εκδοχή του «On the Road»). Άλλωστε σύνολο το έργο του Waits μπορεί να θεωρηθεί ένα ατέρμονο, θελκτικότατο σχόλιο στη συγγραφική/ποιητική προσφορά του Κέρουακ και ένα δυναμικό/μελαγχολικό/επικό σάουντρακ των βιβλίων του.
Ο Τζακ Κέρουακ γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922. Πέντε το απόγευμα. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει», όπως λέει και το δημοφιλέστερο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Από την παιδική του ηλικία θ’ αρχίσει να γράφει. Και να αθλείται. Οι δύο μεγάλες του αγάπες, η συγγραφή και ο αθλητισμός, που θα εναλλάσσονται, θα παίζουν διαλεκτικά μεταξύ τους, θα οδηγήσουν τον Τζακ σε παράτολμες παραφορές, σε αλλόκοτες αλαζονείες, σε γόνιμα γινάτια. Κατά καιρούς επαίρεται ότι μπορεί να γράψει γρηγορότερα από τον καθένα, ενώ δεν θα παραλείψει να επινοήσει και ένα σύστημα γρήγορης συγγραφής βασισμένος στους κανόνες του μπέιζμπολ και του ράγκπι! Θρυλικά έχουν μείνει –και πλέον αντικείμενα πολύπτυχης μελέτης– τα σημειωματάρια, τα τετράδια, τα ημερολόγια του Τζακ, «μαρτυρολόγια», όπως εκείνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και γεμάτα με ηλιόλουστες, ρέουσες, ποταμίσιες παραγράφους, με φωτοβολίδες αισιοδοξίας στον σκοτεινό ουρανό.
Σπουδάζει, αλλά τα παρατάει. Προτιμά να είναι αυτοδίδακτος. Και θα γίνει επίσης αυτοσχέδιος, αυτοβιογραφούμενος. Χωρίς να το ξέρει θα γίνει ένας συνδυασμός Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Λουί Φερντινάν Σελίν, και, με έναν τρόπο που το μυστικό του μονάχα ο Thomas Pynchon θα μπορούσε να κατέχει, θα γίνει πρωτοπόρος καταβυθιζόμενος μες στην παράδοση, θα γίνει καινοτόμος από λατρεία για το παλιό που χάνεται, θα γίνει αιωνίως νεανίας (forever young) γερνώντας πολύ πιο γρήγορα από τους παλιόφιλούς του της Beat Generation. Οι αντιφάσεις είναι, ενίοτε, οι νότες στην παρτιτούρα όπου από το χάος γεννιέται μορφή και από την σκόρπια ζωή δομείται μια νέα αρχιτεκτονική.
Ο Κέρουακ θα γνωρίσει, μέσα στους λαβυρίνθους των μπαρ, των συμπτώσεων και της αγάπης για την έντονη ζωή, τους ανθρώπους εκείνους που θα γίνουν, οι ισόβιοι σύντροφοι και φίλοι του, αλλά και οι σκιές, τα φαντάσματα και οι ερινύες του. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ποιητής, ομοφυλόφιλος, Εβραίος, επαναστάτης με πολλές αιτίες. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, πάντα ντυμένος σαν πράκτορας του FBI, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγγονός του εφευρέτη της ταμειακής μηχανής, συγγραφέας, ντετέκτιβ, απολυμαντής, απόφοιτος του Χάρβαρντ, σοφός, ιδιότυπος σωσίας του Γέρου του Βουνού, του διαβόητου Χασάν ι Σαμπάχ, θρυλικού ηγέτη των Ασασίνων στο απόρθητο Άλαμουτ. Ο Γκρέγκορυ Κόρσο, επαγγελματίας αλήτης, τυχοδιώκτης, τρόφιμος πολλών αναμορφωτηρίων και σωφρονιστικών ιδρυμάτων, και, πέρα απ’ όλα αυτά, πάνω απ’ όλα αυτά, διάκονος δυναμικός της Ποίησης. Τέλος, είναι ο Νηλ Κάσαντι, το alter ego του Τζακ, ο φίλος κι αδελφός του, ο απόλυτος συνομιλητής και συνταξιδιώτης του, ο καλύτερος οδηγός σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μ’ αυτή την παλιοπαρέα, όλοι σήμερα διάσημοι και νεκροί, ο Κέρουακ θα γίνει αυτός που έγινε, μέσα σε κάμαρες υγρές και φτωχικές αλλά γεμάτες ένταση, ζωή, έρωτες, τζαζ, και λογοτεχνία.
Ας δούμε πώς μιλάει ο ίδιος ο Κέρουακ, πεισματικά αυτοβιογραφούμενος: «ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ/ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ: Τα πάντα. Ας διευκρινίσουμε: λαντζέρης σε καράβι. Πρατήριο βενζίνης. Μούτσος σε καράβι. Αθλητικός συντάκτης σε εφημερίδες (Ο Ήλιος του Λόουελ). Φρεναδόρος σε τρένα. στη Νέα Υόρκη. Έκανα περιλήψεις σεναρίων για την 20th Century Fox στη Νέα Υόρκη. Πωλητής σόδας. Υπάλληλος στα τρένα. Επίσης: αχθοφόρος, συλλέκτης βαμβακιού, βοηθός χαμάλης σε γραφείο μετακομίσεων, παραγιός σε κατεργασία μετάλλου στο Πεντάγωνο, το 1942. Παρατηρητής για πυρκαγιές στα δάση (το 1956), οικοδόμος (το 1941)… Έκανα του κεφαλιού μου. Είμαι γνωστός σαν ‘τρελός, χαζός και άγγελος’, με ένα ‘γυμνό, ατέλειωτο κεφάλι πρόζας’. – Επίσης, στιχουργός, Μέξικο Σίτυ Μπλουζ (1959). Πάντα θεωρούσα το γράψιμο ως καθήκον μου πάνω στη γη. Επίσης, το κήρυγμα της παγκόσμιας καλοσύνης, πράγμα που οι υστερικοί κριτικοί απέτυχαν να εντοπίσουν μέσα στην έντονη δράση των αληθινών ιστοριών μου σχετικά με τη Γενιά των Μπητ. Ουσιαστικά δεν είμαι Μπητ, αλλά περίεργος, μοναχικός, παλαβός, καθολικός, μυστικιστής… Τελικά σχέδια: ερημίτης σε δάσος, ήσυχο γράψιμο σε προχωρημένη ηλικία, γλυκές ελπίδες για παράδεισο (όπου πάει ο καθένας έτσι κι αλλιώς)… Το αγαπημένο μου παράπονο για το σύγχρονο κόσμο: η ειρωνεία του ‘καθωσπρέπει’ κόσμου που, μην παίρνοντας τίποτα στα σοβαρά, καταστρέφει τα παλιά ανθρώπινα αισθήματα… Δουλειά στα τρένα, στη θάλασσα, μυστικισμός, δουλειά στα βουνά, ηδονή, εσωτερικότητα, ενδοσκόπηση, ταυρομαχίες, ναρκωτικά, εκκλησίες, μουσεία, δρόμοι, ένα συνονθύλευμα ζωής, όπως το ζει ένας ανεξάρτητος, μορφωμένος, αδέκαρος αλήτης που πάει οπουδήποτε» (Μοναχικός Ταξιδιώτης, μετάφραση Γιώργος Τασσόπουλος, εκδ. Πλέθρον).
Ο Κέρουακ πασχίζει πάνω απ’ όλα να ανακαλύψει τι είναι η αυθεντικότητα, το μεδούλι των πραγμάτων, η ψίχα της ψυχής, το Άγιο Δισκοπότηρο, το graal εκείνο που ο ίδιος, παρέα με τον Νηλ Κάσαντι, ονόμαζαν απλούστατα «Αυτό», «it». Θύμα, θα έλεγε κανείς, στην πάλη αυτή είναι το ίδιο το μυθιστόρημα, η μορφή που λέμε μυθιστορηματική, ακόμα και η ίδια η μυθοπλασία. Ο Κέρουακ σφαγιάζει το μυθιστόρημα, το θυσιάζει στον βωμό της έκφρασης αυτού που θεωρεί, ή διαισθάνεται, πως είναι ό,τι πιο βαθιά κι αληθινά σκιρτάει στα μύχια του ανθρώπου: η υπέρβαση του θανάτου μέσα από τη δημιουργία και την δωρεά της στον άλλο, η δεξίωση του άλλου μες στο δικό μας θάλπος, ή, ας το τολμήσουμε με όρους χαϊντεγκεριανούς, η ανοιχτότητα του είναι, η ικανότητά μας να δίνουμε και να δινόμαστε.
Πολύτιμος σύμμαχος σ’ αυτήν την αποδομητική, θα έλεγε κανείς σήμερα, Μέθοδο Κέρουακ, στάθηκε πάντα η τζαζ, οι εκρήξεις του σαξόφωνου που αυτοσχεδιάζει και θέλει να πει τα πάντα με λυγμούς και με βρόντους. Θα επιχειρήσει να γράψει ένα έπος, όχι ένα επικό μυθιστόρημα, αλλά, ναι, ένα έπος, ένα έργο που θα υπερβαίνει τον γραπτό λόγο και θα επανέρχεται στην προφορική, αγνή και ανεξέλεγκτη, ροή των λέξεων. Ξέρουμε ότι επινόησε την μποπ προσωδία, ένα είδος συνειδησιακού ρεύματος που εξέρχεται προς την αχαρτογράφητη μεγαλοφυΐα της καθημερινής ζωής, κάτι σαν εσωτερικός μονόλογος με ανοιχτά παράθυρα κι ορθάνοιχτα παντζούρια, μια ευήλια σκοτεινιά, ας τολμήσω να πω. Η γλώσσα, όπως και στον Τζόις, φτάνει στα άκρα, οι λέξεις γίνονται σκιές, αντικείμενα, ρόγχοι, κρότοι, ανάσες, χορευτικές χειρονομίες, τσιτσιρίσματα από το λαρδί στο τηγάνι, η ευωδιά του καφέ με το χάραμα στον ξύλινο πύργο της πυρασφάλειας, ο ιδρώτας του ντράμερ μες στο υπόγειο υπερώο, το χνάρι του παροδικού στο σινικό τείχος της λήθης.
Παρέα με την χειμαρρώδη, αλλά πάντα αυστηρά προετοιμασμένη και μεθοδικά συγκροτημένη, πρόζα του Τζέιμς Τζόις (τον οποίο ο Κέρουακ θαυμάζει ανυπόκριτα), παρέα με την «μουζικούλα» του Σελίν, με το jazzez la langue, το τζαζέψτε τη γλώσσα, ο Κέρουακ θα έχει αρωγό το σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ – και δεν είναι διόλου τυχαίο πόσο συνταρακτικές ηχούν οι στιγμές που του αφιερώνει στα Mexico City Blues: «Ένας μεγάλος μουσικός κι ένας μεγάλος δημιουργός/ σχημάτων/ Που βρίσκουν τελικά την έκφρασή τους/ Σε τρόπους και σε ό,τι διαθέτεις», «Μουσικά σημαντικός όσο κι ο Μπετόβεν/ Παρόλα αυτά όχι εξίσου αναγνωρισμένος/ Στάθηκε μπροστά απ’ έναν καθώς πρέπει/ μαέστρο/ Ορχήστρας εγχόρδων,/ Περήφανος και γαλήνιος, σαν ένας ηγέτης/ της μουσικής/ Μέσα στη Μεγάλη Ιστορική Παγκόσμια Νύχτα», «Τσάρλι Πάρκερ πάρε τον χαμό,/ μακριά από μένα, κι απ’ όλον τον κόσμο» (από τα Χορικά 239, 240 και 241, στη μετάφραση του ποιητή Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός).
Ο Κέρουακ, εξερευνητής της ζωής, των εγκάτων της ζωής, των πιο κρυφών πτυχώσεών της, και, συνάμα, υμνητής του ολοφάνερου που δεν του δίνει πια κανείς σημασία, κι ας είναι τόσο αναγκαίο όσο και φωτοβόλο, το πάλεψε γερά, όπως θα έλεγε κι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, και κατάφερε να πάει την ιστορία λίγο πιο μπροστά, να κινήσει τον κόσμο κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας, θυμίζοντάς μας πάντα την όμορφη κατακλείδα ενός από τα πιο πρόσφατα κείμενα σχετικά με τον Τζακ, το κείμενο «Into the Heart of Things», δημοσιευμένο στην έξοχη πρώτη έκδοση του On the Road, του αρχικού θρυλικού χειρογράφου, του περιλάλητου scroll, κείμενο που με έκανε περήφανο μιας και φέρει την υπογραφή George Mouratidis, κείμενο που κλείνει με τα βαθιά αμερικανικά αλλά και τόσο παγκόσμια πια λόγια κάποιων μουσικών της τζαζ που μετά την εκτόξευση του George Shearing στα ουράνια της δεξιοτεχνίας ξεπέρασαν τον αρχικό αποσβολωμένο θαυμασμό τους, έπιασαν τα όργανα και άρχισαν να το παλεύουν λέγοντας ο ένας στον άλλο, «Μη σταματάς, παίξε, κάτι καινούργιο θα βγει, δεν μπορεί, πάντα υπάρχει κάτι πιο πολύ, πάντα υπάρχει ένα πιο κει – το πράγμα δεν τελειώνει ποτέ».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ



ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Βιβλία και Πολιτικοί, ΙI

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι οι πολιτικοί δεν έχουν χρόνο για γράψιμο και διάβασμα, πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Καμιά φορά, βέβαια, μάλλον ατυχούν οι εν λόγω εξαιρέσεις και προκαλούν σχόλια όχι και τόσο ευμενή, όπως συνέβη προσφάτως με τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και το (δεύτερο μετά το Πέρασμα) μυθιστόρημά του Ο Πρόεδρος και η Πριγκίπισσα, όπου πρωταγωνιστή μια «δυστυχισμένη πριγκίπισσα της Αγγλίας», ο νοών νοείτω, ένας Γάλλος πρόεδρος, ο επίσης νοών επίσης νοείτω, καθώς και μεγαλοφυείς, στο ύψος ενός Φλωμπέρ, ενός Προυστ, ενός Σταντάλ φράσεις όπως, «Της έπιασα το χέρι και όταν τη φίλησα τα δύο γκριζογάλανα μάτια στράφηκαν προς εμένα». Ας είναι.
Πρότεινα ήδη βιβλία σε κορυφαίες προσωπικότητες της πολιτικής σκηνής, φρονώντας ότι οι πάμπολλες υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν χρόνο επαρκή για μια δέουσα, και τερπνή, επιλογή αναγνωσμάτων. Και συνεχίζω:
Για τον Γιώργο Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ): Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα). Ένα αριστούργημα. Ενδεχομένως να μην κάνει τον κόπο να το διαβάσει ο Πρόεδρος, αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να εγκωμιάσω αυτό το μυθιστόρημα, να το προπαγανδίσω, να χρησιμοποιήσω ως δόλωμα τη λέξη «εμβατήριο» του τίτλου ώστε να ανεβούν οι πωλήσεις. Ο Joseph Roth [Γιόζεφ Ροτ] γεννήθηκε το 1894 και έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο το 1939, τη χρονιά που ο Raymond Chandler δωρίζει στην ανθρωπότητα τον Μεγάλο Ύπνο, το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Ροτ ανατέμνει την πτώση της Αυστρίας των Αψβούργων μέσα από τρεις γενιές μιας οικογενείας, τα μέλη της οποίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ετοιμόρροπο καθεστώς. Με το κύλισμα του χρόνου παρακολουθούμε την αλλοίωση στα ήθη και στα έθιμα και, συνάμα, την αναπόδραστη γήρανση του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της αυτοκρατορίας του. Αναλλοίωτο μένει το εμβατήριο, χάνοντας όμως ολοένα και πιο πολύ το νόημά του, όπως και όλα τα άλλα. Κάτι τελειώνει, κάτι αναδύεται, η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από αβεβαιότητα, ερωτηματικά, αινίγματα, διλήμματα. Όπως και σήμερα. Το παλιό πεθαίνει, το καινούργιο δεν έχει σχηματιστεί ακόμη.
Για τον Νίκο Χρυσόγελο (Οικολόγοι Πράσινοι): Gavin Pretor-Pinney, Οδηγός του Ανέμελου Παρατηρητή των Νεφών (μτφρ. Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Κέδρος). Ένα εκπληκτικά πρωτότυπο βιβλίο για κάτι που κάθε στιγμή μεταμορφώνεται μπροστά μας, προσφέροντας λεπταίσθητα ή απειλητικά, κατευναστικά ή ανησυχαστικά, πάντως πάντα ποιητικά σχήματα και εφήμερα έργα τέχνης, ένα είδος αέναου potlatch (όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι το δώρο), η ανιδιοτέλεια της ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φύση και πάλι φύση, η οικολογία της ποίησης, η ποίηση της οικολογίας, τα «λαγωνικά του ουρανού» όπως αποκαλούσε τα ποιήματα ο Νίκος Καρούζος. Ο ευφυέστατος και αισθαντικότατος Γκάβιν Πρέτορ-Πίνεϊ προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολυσέλιδο πεζοτράγουδο λυρικού επιστημονισμού σχετικά με τα νέφη, συνδυάζοντας, όπως έλεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το πάθος του επιστήμονα με την ακρίβεια του λογοτέχνη. «Τα σύννεφα είναι το πρόσωπο της ατμόσφαιρας» γράφει (σ. 390). Και: «Τα σύννεφα είναι οι μπαλαντέρ στις προγνώσεις της κλιματικής αλλαγής» (σ. 356), ενώ δεν λείπουν παραθέματα από τον ύψιστο βάρδο Σαίξπηρ (σ. 75, 155) και τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορό (σ. 127, 176). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας είναι ιδρυτής της Cloud Appreciation Society (βλ. www.cloudappretiationsociety.org) καθώς και του λίαν ενδιαφέροντος εντύπου «The Idler», όπου αναζητούνται ενδιαφέροντες εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εργασίας.
Για τους Λοιπούς: Πολλοί οι Λοιποί. Άλλοι σοβαροί, άλλοι τραγελαφικοί. Ας τους προσφέρουμε, με όλη μας τη φιλία, μιαν ανθοδέσμη από τα βιβλία που απολαύσαμε προσφάτως.
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκης), όπου ο ποιητής ανασυνθέτει την ποιητική του μυχιοθήκη, επιχειρεί επιτυχώς μιαν αναδρομή στην ποιητική του, και συντάσσει ένα πολύπτυχο μανιφέστο για τις μέλλουσες δραστηριότητές του. Είναι παρούσες, εκτός από την ποίηση, τόσο η μουσική όσο και η ζωγραφική, ενώ εμφανίζονται σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Κάφκα, Προυστ, Τολστόι, Πάστερνακ, κ.ά.). Στιχουργεί, ολίγον και ευπρόσδεκτα α λα Ε. Ε. Κάμινγκς, ο Βλαβιανός: «Όλες οι λέξεις/ που έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας χάθηκαν./ Ακόμη κι αν μπορούσαμε/ (με κάποιο τέχνασμα ποιητικό)/ να τις ανακτήσουμε, verbatim,/ δεν θα τις αναγνωρίζαμε πια.// Όμως η ουσία της συνομιλίας μας/ (ό,τι εσύ θα αποκαλούσες ‘μελωδία’)/ παρέμεινε (και παραμένει)/ σταθερή μες στα χρόνια» («Σχεδόν [δοκίμιο περί φιλίας/ Ε.Α.]»).
Τάσος Πορφύρης, Ανθολογία της Βροχής (εκδ. Τροπικός). Ποιήματα για τη βροχή. Από τον κόσμο όλο. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και του Πολ Βερλαίν, του Μίλτου Σαχτούρη και του Πιεν Τσι-Λιν, του Στέφανου Ροζάνη και του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Γράφει ο Τίτος Πατρίκιος (1928): «Τούτη η βροχή καλή που θα ’ταν/ αν ήσουν τώρα σ’ ένα σπίτι…/ Μα εδώ τρυπάει τη σκηνή/ μουλιάζει τις κουβέρτες, τα ρούχα, τα βιβλία./ Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς/ χωρίς να συνηθίζεις;» Στο τόμο αυτό θα βρείτε, επίσης, ένα από τα πιο ερωτικά (κατ’ εμέ) ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Ιδού: «Ο καθένας με την ομπρέλα του/ Όμως εγώ/ δεν μπορώ/ χωρίς/ τη βροχή σου», του αείμνηστου Μάριου Μαρκίδη (1940-2003).
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τα σημειωματάρια (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Μεταίχμιο). Θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει κανείς κάποιες απ’ τις μαρμαρυγές της μεγαλοφυΐας του ντα Βίντσι που γεννήθηκε πριν από 490 χρόνια, στις 2 Μαϊου του 1519. Μεστή και κατατοπιστική η Εισαγωγή της Έμμα Ντίκενς, γόνιμες για τη σκέψη οι απόψεις του πολυπράγμονος Λεονάρντο («Εκείνος που δεν ξεπερνάει τον δάσκαλό του είναι κακός μαθητής», «Ο πόθος είναι αιτία δημιουργίας», «Όποιος παίρνει φάρμακα είναι απερίσκεπτος»), και ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο στη σελίδα 233.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος). 800 σελίδες σοφίας, λεπταισθησίας, καταβύθισης στην πλούσια ουσία του ανθρώπου. Ένα βιβλίο βαρύτιμο που μένει για πάντα στο πλάι μας, στο κομοδίνο και στο γραφείο, στον σάκο, παντού, πάντα με το μολύβι και το σημειωματάριο έτοιμα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ταξιδεύει στη γνώση και την ποίηση, συστήνει τρόπους δεξίωσης έργων και προσωπικοτήτων, αποφαίνεται, μιλώντας για τον Ε. Ε. Κάμινγκς, «Υπάρχει ένας κόσμος που μονάχα η ποίηση τον ανακαλεί», και παραθέτει το αριστουργηματικό: «nobody, not even the rain, has such small hands» (σ. 212). Ιδού πόσο εύστοχα, και δίκαια, μιλάει/γράφει ο σημαντικός στοχαστής: «Η μεγαλύτερη δόξα του Μαρξ είναι τα λουλούδια που δε λείπουν ποτέ από τον τάφο του στο κοιμητήρι του Highgate, ότι δούλεψε χρόνια στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου για να βοηθήσει τους αδύνατους». (σ. 700).
Άρωμα σελίδων, λοιπόν, για τους πολιτικούς. Αναγνώσματα που οξύνουν τη σκέψη και συνδυάζουν όπως λέγαμε παλιά το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης