Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Joseph Beuys / Guy Debord





Μέλημα του Beuys ήταν να θέσει τον  άνθρωπο στην ολότητά του εντός της ανθρωπολογικής,
όπως την ονόμαζε, 
διάστασης της τέχνης 
[Ρέα Στριγγάρη, Joseph Beuys - Εμείς Είμαστε η Επανάσταση, εκδ. Πατάκης]

Όσοι αγάπησαν την  ελευθερία, αγάπησαν το έργο, αγάπησαν την τέχνη και τον βίο του Guy Debord
[Γ. Ι. Μπαμπασάκης, Guy Debord (1931-1994), εκδ. Printa]

Ο Joseph Beuys, μείζων δημιουργός, ένας φιλόσοφος/ποιητής των εικαστικών, γεννήθηκε πριν από εννέα δεκαετίες, στις 12 Μαϊου του 1921. Τα ζήτήματα που έθεσε μέσα από την τέχνη του, τα ανοίγματα στο αίνιγμα της ύπαρξης, μας αφορούν ακόμη, και μάλιστα ολοένα και πιο έντονα. Ο Beuys ανοίγει το κεφάλαιο της ουσίας του ανθρώπου στον 21ο αιώνα.

Ο Guy Debord, ο στρατηγός/στοχαστής που θέλησε να θέσει την Επανάσταση στην υπηρεσία της Ποίησης, γεννήθηκε πριν από οχτώ δεκαετίες, στις 28 Δεκεμβρίου του 1931. Όλες του οι χειρονομίες, όλες του οι δράσεις, συνέτειναν συστηματικά στον επαναπροσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου. 

Η Ρέα Στριγγάρη έγραψε για τον Beuys.
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έγραψε για τον Guy Debord.

Στο Dasein θα γίνει μία εκδήλωση/διάλογος, συνοδευόμενη από προβολές φωτογραφιών και ταινιών, για τις σχέσεις, σήμερα, ανάμεσα στα προτάγνατα των δύο στοχαστών. 

Την Κυριακή, 17 Απριλίου, από τις 7 το απόγευμα, ένα αφιέρωμα ζωντανό και παλλόμενο στους δύο σπουδαίους δημιουργούς/ανατροπείς: Beuys / Debord - Ένας Διάλογος.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Jim Morrison 40 Years Ago

Doors

Τζιμ Μόρισον: Ο Φλεγόμενος Διόνυσος

 

 ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

[γραμμένο το 2003]



Στο επίσημο βιογραφικό του, γραμμένο από τον ίδιο το 1966, ο άνθρωπος που θα γιόρταζε πριν από μερικές εβδομάδες τα εξηκοστά του γενέθλια, ένας θρύλος εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο πιο διονυσιακός σταρ του ροκ, ο ποιητής Τζιμ Μόρισον γράφει: Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον, γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου του 1943, στη Μελβούρνη της Φλώριδας, χρώμα μαλλιών καστανό, οφθαλμών γαλάζιο, γονείς κι αδέλφια όλοι νεκροί, ζει στο Λόρελ Κάνιον, είναι ωραία εκεί τη νύχτα, άγαμος, τραγουδιστής, αγαπημένα του συγκροτήματα οι Beach Boys, οι Kinks, και οι Love, αγαπημένοι του τραγουδιστές ο Έλβις Πρίσλεϊ και ο Φρανκ Σινάτρα, αγαπημένοι του ηθοποιοί ο Τζακ Πάλανς και η Σάρα Μάιλς, είναι κρεοφάγος, στην τηλεόραση του αρέσει να βλέπει τις Ειδήσεις, του αρέσουν οι ιπποδρομίες, του αρέσει να κολυμπάει, το αγαπημένο του χρώμα είναι το τουρκουάζ, σε μια γυναίκα προσέχει τα μαλλιά, τα μάτια, τη φωνή, το βάδισμα, όταν βγαίνει με μια κοπέλα πάνω απ’ όλα του αρέσει να συζητάνε, φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει ταινίες.

Η Αμερική ήταν ανέκαθεν δημοκρατία. Ωστόσο, έχει να επιδείξει πολύ περισσότερους βασιλιάδες από κάθε άλλη χώρα. Ο Τζιμ Μόρισον, λίγα χρόνια μετά τον Βασιλιά Έλβις, τον αδιαμφισβήτητο Βασιλιά του Ροκ εντ Ρολλ, στέφθηκε Βασιλιάς του Οργασμικού Ροκ και Βασιλιάς του Λυσεργικού Λυρισμού. Όπως οι μισοί γιοι αξιωματικών και οι περισσότεροι γαλανομάτες που σέβονται τον εαυτό τους, ο Τζιμ από μικρός ήθελε να αναστατώσει ό,τι φαινόταν ασφυκτικά οργανωμένο γύρω του, ήθελε να διαβρώσει ό,τι ήταν συμπαγές, ήθελε να προκαλέσει, όπως ο πιο γνήσιος πρόγονός του, ο Αρθούρος Ρεμπώ, την απόλυτη και λυτρωτική διασάλευση των αισθήσεων. Κάτι που επιχείρησε να το κάνει με τη συμβολή των παραισθήσεων και με την όσο λιγότερο συστηματική γινόταν, ακόμα και ολέθρια, ερωτοτροπία του με την ποίηση. Διάβαζε Φρειδερίκο Νίτσε, Άλντους Χάξλεϊ, Λουί Φερντινάν Σελίν, και Κάρλος Καστανέντα. Και κατέγραφε, σ’ ένα μαύρο δερματόδετο σημειωματάριο Moleskine, τις φράσεις που τον συγκλόνιζαν, μαζί με θραύσματα ονείρων, θρύψαλα αναμνήσεων, θρύμματα στοχασμών πάνω στη ζωή, στο θάνατο, στην ποίηση. Από αυτό το σημειωματάριο θα αντλεί πάντα στίχους, ιδέες, σπαραγμένες φράσεις, προκειμένου να συνθέσει τα τραγούδια και τα ποιήματα που του χάρισαν την αίγλη και την αθανασία.

Το 1965, ο Τζιμ σπουδάζει κινηματογράφο στο περίφημο UCLA. Τον Ιούλιο, στην παραλία Βένις, συναντάει τυχαία έναν διοπτροφόρο μανιακό των βιβλίων και του κινηματογράφου, ο οποίος είχε σπουδάσει οικονομικά και προοριζόταν να γίνει λαμπρός τραπεζίτης. Η Μοίρα καμιά φορά θα πρέπει να ανταλλάσσει θερμές χειραψίες με τον εαυτό της για τις αναπάντεχες συναντήσεις που έγιναν στην πολύχρωμη σκιά της. Οι δύο νεαροί, ο Τζιμ Μόρισον και ο Ρέι Μάνζαρεκ, θα χαθούν σε μια πολύωρη συζήτηση, κάτι ανάμεσα σε παραλήρημα και αιφνίδιες λάμψεις ποιητικού στοχασμού. Κάποια στιγμή, ο Τζιμ θα γονατίσει στην άμμο και με μιαν ουρανομήκη φωνή θα αυτοσχεδιάσει ένα τραγούδι-ποίημα. «Lets swim to the moon/ Lets climb through the tide/ Penetrate the evenin’/ That the city sleeps to hide» (Έλα, στο φεγγάρι να κολυμπήσουμε/ στην παλίρροια να παλέψουμε/ τη νύχτα να διαπεράσουμε/ όταν η πόλη για να κρυφτεί κοιμάται). Ο Μάνζαρεκ, έκθαμβος, θα πει: Δεν είχα ξανακούσει τίποτα παρόμοιο στη ζωή μου. Του είπα, ‘Να φτιάξουμε μια μπάντα και να βγάλουμε ένα εκατομμύριο δολάρια’. Κι ο Τζιμ κατένευσε, ‘Ναι, ας το κάνουμε’».

Σε χρόνο μηδέν θα στηθεί ένα από τα σημαντικότερα γκρουπ όλων των εποχών. Ο Μάνζαρεκ θα αναλάβει τα πλήκτρα. Ο Ρόμπερτ Κρίγκερ, τις κιθάρες. Ο Τζον Ντένσμορ τα κρουστά. Ο Τζιμ Μόρισον, θα είναι η Φωνή της Ποίησης, θα είναι η εύφλεκτη ύλη, το καύσιμο της μπάντας. Θα δώσει στο γκρουπ το όνομα The Doors, εμπνευσμένος από το πόνημα του Άλντους Χάξλεϊ «The Doors ofPerception» (Οι Θύρες της Ενόρασης). Και για μια πενταετία, θα ανάψει φωτιές απ’ τις δικές του φλόγες, αυτές που άρχισαν να τον καίνε από την εφηβεία και δεν έπαψαν δευτερόλεπτο να τον πυρπολούν. Μάρτυρας και  του διαιθυλαμιδίου του λυσεργικού οξέος, του διαβόητου LSD, αυτού του παρασκευάσματος που έμελλε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης φλεγόμενης γενιάς, ο Τζιμ θα εμπνέεται το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Οι παραισθήσεις θα είναι η καθημερινότητά του. Και ο κίνδυνος. Το χόμπι του θα είναι να πηδάει από μπαλκόνια πάνω σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Αιώνιος έφηβος, ο Μόρισον θα ταιριάζει τις αμυχές της ψυχής του με τις ουλές, τα γδαρσίματα και τους μώλωπες σε χέρια, γόνατα και πλευρά. «Ο ποιητής γράφει την ιστορία του σώματός του», καθώς έλεγε ο Θόροου. «Οι τίγρεις της υπερβολής είναι σοφότερες από τα άλογα της σύνεσης», είχε διακηρύξει ο Γουίλιαμ Μπλέικ. «Η διάσταση της υπερβολής λαμπρύνει τη ζωή», μπόρεσε να αποφανθεί ο Νίκος Καρούζος. Στο τρίστρατο αυτό, έδρασε και δημιούργησε ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον.

Το φθινόπωρο του 1966, οι Doors θα ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ. Ο Τζιμ θα τραγουδήσει το κλασικό πια «The End», σ’ ένα στούντιο μεθυσμένο όλο από τεκίλες, τζιν και ουίσκι, ενώ ο παραγωγός, ο Πολ Ρότσιλντ, θα έχει σβήσει όλα τα φώτα και θα έχει ανάψει κεριά. Η επιτυχία είναι άμεση. Ο Τζιμ θα κουρέψει τα ατίθασα μαλλιά του. «Κάνε με να μοιάζω με τον Μεγαλέξανδρο», θα πει στον κομμωτή. Η αιώνια ερωμένη του, η καλλονή Πάμελα Κάρσον, θα τον πείσει να πετάξει τα μπλουτζίν και να φορέσει μαύρα δερμάτινα. Ο τρόπος ζωής είναι ταυτόσημος με τον τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών. «Μ’ αρέσουν οι ιδέες που διαβρώνουν ή ανατρέπουν την καθεστηκυία τάξη», θα πει ο Τζιμ. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε άλλο εξόν από την εξέγερση, την αταξία, το χάος – ιδίως οι δραστηριότητες που φαινομενικά δεν έχουν νόημα. Αυτός θαρρώ είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ελευθερία. Η εξωτερική εξέγερση είναι ένας τρόπος να κατακτήσεις την εσωτερική ελευθερία. Αντί ν’ αρχίσω απ, το μέσα, εγώ αρχίζω απ’ το έξω. Φτάνω στο πνευματικό μέσω του σωματικού». 

Η μουσική, οι καταχρήσεις, οι γυναίκες. Αυτό είναι το σύμπαν των ποιητών. Η Πάμελα θα είναι διαρκώς στο πλευρό το Μόρισον. Αλλά ο Τζιμ «Ρεμπώ» Μόρισον θα απολαύσει την αγκαλιά τόσων άλλων γυναικών-θρύλων. Την αγκαλιά της Εύας Μπάμπιτζ, μιας άλλης καλλονής που κατέκτησε την αθανασία όταν φωτογραφήθηκε καθισμένη γυμνή στη σκακιέρα με αντίπαλο τον κουστουμαρισμένο Μαρσέλ Ντυσάν. Την αγκαλιά της ιέρειας των Velvet Underground, της περιλάλητης Νίκο. Την αγκαλιά της Πατρίσια Κένελι, με την οποία μάλιστα θα τελέσει έναν κελτικό γάμο, πίνοντας κρασί από ένα δισκοπότηρο, φορώντας μαύρους μανδύες, ενώνοντας το αίμα τους. Την αγκαλιά της Τζάνις Τζόπλιν, που από τα είκοσι εφτά της χρόνια συγκλονίζει με την παντοδύναμη και τόσο εύθραυστη φωνή της τους λειμώνες τ’ ουρανού.

Μια πενταετία σπαρμένη θαύματα, μια πενταετία σπαρμένη μάγια. Τα τραγούδια του Τζιμ τα έχουμε χορέψει όλοι. Το «L.A Woman», το «Light my fire», το «When the musics over», το «People are strange», το «Spanish Caravan», το “Alabama song», το «Lost little girl», το κύκνειο άσμα «Riders on the storm», όλα, μα όλα, κλασικά αριστουργήματα πια! ΟΛΑ!!! Και όλη η νεολαία πάλλεται στους ρυθμούς που της προσφέρει ο Τζιμ Μόρισον και η παλιοπαρέα του. Στις συναυλίες των Doors επικρατεί πανδαιμόνιο. Ο Τζιμ ξεσπάει σε παραληρήματα ανάμεσα στα δαιμονιακά αρπίσματα του Κρίγκερ, τα διονυσιακά τύμπανα του Ντένσμορ, την ελεγχόμενη τρέλα των που εκχέει μαγικά το αρμόνιο του Μάνζαρεκ. Μια πρωτιά για τον Τζιμ: είναι ο πρώτος ροκ σταρ που συνελήφθη επί σκηνής. Είναι στο Νιου Χάβεν, την επομένη των γενεθλίων του, στα είκοσι τέσσερά του χρόνια, θα καθυβρίσει έναν αστυνομικό, και τα όργανα της τάξης θα σπεύσουν να του περάσουν χειροπέδες. Λίγο πριν είχε πετάξει σ’ έναν σκουπιδοτενεκέ μια υπερπολυτελή πανάκριβη τηλεφωνική συσκευή που του δώρισε ο Άντι Γουόρχολ. Το FBI, ανήσυχο από τα κατορθώματά του, θα του ανοίξει φάκελο. Τα τραγούδια του θα σκαρφαλώνουν στο Τοπ 10, ενώ ο ίδιος θα καταβυθίζεται στα ερέβη της απελπισίας, της μοναξιάς, της τρέλας.

Την 1η Μαρτίου του 1969, στο Μαϊάμι, ο Τζιμ θα οδηγήσει τους Doors στον όλεθρο, θαρρείς για να απαλλαχτεί από τον ίδιο του το θρύλο, να αρμενίσει ελεύθερος στην ταραγμένη θάλασσα της Ποίησης. Ανοίγει τη συναυλία με το θαυμάσιο «Break on through», αλλά σταματάει απότομα να τραγουδάει και ξεσπάσει σε ένα παραλήρημα, αναμφισβήτητα το μακρύτερο και το πιο ασυνάρτητο στην ιστορία του. Ο Μόρισον μιλάει ατελείωτα, απευθυνόμενος στο κοινό. Σπαράζει, εξομολογείται, επιτίθεται, καταρρέει, τινάζεται πάλι όρθιος, αγριεύει, ωρύεται, ψιθυρίζει, ουρλιάζει, ψελλίζει. Σαν το θεατρικό «Βρίζοντας το Κοινό» του Πέτερ Χάντκε. Και αρχίζει να πετάει τα λιγοστά του ρούχα. Το ξέσπασμα βαστάει εξήντα πέντε ολόκληρα λεπτά!

Η δίκη γι’ αυτά τα 65 λεπτά θα διαρκέσει δεκαοχτώ μήνες. Ο Τζιμ καταδικάζεται για προσβολή δημοσίας αιδούς, διατάραξη της τάξης, κι ένα σωρό άλλα, σε καταναγκαστικά έργα και κάθειρξη. Θα ασκήσει έφεση, η οποία όμως δεν έμελλε να εκδικαστεί ποτέ. Το Παρίσι και ο Θάνατος θα αθώωναν για πάντα τον Διόνυσο του Ροκ. Ήδη έχουν αναχωρήσει για το Μεγάλο Ταξίδι οι άλλοι ταραξίες: η Τζόπλιν, ο Τζίμι Χέντριξ, ο Μπράιαν Τζόουνς των Rolling Stones, ο Αλ Γκρην των Canned Heat – όλοι στα είκοσι εφτά τους χρόνια. Εκατόμβη! Ο Τζιμ θα ηχογραφήσει ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία του ροκ, το «L.A. Woman», θα αγκαλιάσει και πάλι την Πάμελα και, στις 14 Φεβρουαρίου, την Ημέρα των Ερωτευμένων, του 1971, θα φύγει για το Παρίσι, την Πόλη των Ερωτευμένων. Ο Τζιμ γράφει σπαράγματα ποιημάτων, κάνει παρέα με την εικαστικό και συγκλονιστική σκηνοθέτιδα Ανιές Βαρντά και τον φωτογράφο Αλαίν Ρονέ, συχνάζει στα δύο αγαπημένα του μέρη: στα βιβλιοπωλεία και στα μπαρ. Στις 2 Ιουλίου θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Στην μπανιέρα του ενδιαιτήματός του. Ο θάνατός του αποτελεί μυστήριο. Τα τελευταία του λόγια, σύμφωνα με μια εκδοχή, θύμιζαν πολεμικό ανακοινωθέν γραμμένο από τον Ουίλλιαμ Μπάροουζ: «Έσχατες λέξεις. Έσχατες λέξεις. Τέλος». Στις 8 Ιουλίου, ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον θα θαφτεί στο Περ-Λασέζ ανάμεσα σε κάμποσους από τους πιο συγκλονιστικούς ποιητές όλων των εποχών. Δέκα χρόνια μετά, ένας ανώνυμος Γιουγκοσλάβος θα κοσμήσει το μνήμα του με το διάσημο πέτρινο μπούστο του Τζιμ και την αρχαιοελληνική φράση: «Κατά τον δαίμονα εαυτού».

Το 1987, θα βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο ένα χρηματοκιβώτιο. Έχει την επιγραφή «Σαγήνη 127», την οποία ουδείς έχει αποκρυπτογραφήσει μέχρι σήμερα. Περιέχει έναν μικρό θησαυρό: ποιήματα, φωτογραφίες, σημειώσεις, τραγούδια του Τζιμ Μόρισον. Κι ένα σημείωμα που είναι θαρρείς η τραγική επιτομή της τόσο σύντομης ζωής του: «Πίνω για να μπορώ να μιλάω στα καθάρματα. Και σ’ εμένα τον ίδιο».

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Poetry/Painting


Γέρος  Γερός  Γαμεί



Το έκανα
Ε, ας το κάνουνε
Κι οι άλλοι

Το χόρτασα
Ας το χορτάσουνε
Κι αυτοί

Δεν το έδωσα
Ας μην το δώσουν
Αν δε θέλουν

Το έχασα
Άμα φοβούνται
Ας μην το χάσουν

Το κέρδισα
Είναι δικό μου
Μια για πάντα

Μπαμπασάκης, 15 Μαρτίου 2010

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Manifesto

 
 
Fin de partie = Τέλος Ανοχής Τέλος Αντοχής = Όποιοι με τους Υβριστές μας συνομιλούν, ας μην κάνουν το κόλπο και ας μην μπαίνουν στον κόπο να μας καλημερίζουν!
 

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Γνόφος με κεράκι




Γνόφος με κεράκι


Η πέτρα που ’ταν για πέταμα
μπαίνει στην κορυφή αγκωνάρι
ΝΓΠ



Για δες
Πάλι ξανά
Τώρα
Να
Γυρνώ
Στο χαρτί και στο μολύβι
Στο παρεκκλήσι να κείμαι
Κι όχι
Στον
Καθεδρικό
Ναό
Με σαλέπι να εξίσταμαι
Μακριά πολύ απ’ τα
Ηδύποτα του άλλοτε χαμού
Από τον Pynchon
Να μην
Φεύγω
Μα
Στον
Πεντζίκη
Να
Ομνύω


Για σκέψου
Ύστερα από
Τόσα και τόσα
Πολλών ανθρώπων
Άστεα
Και
Σοκάκια
Κακόφημα όχι πάντα
Και
Λεωφόρους
Και
Μοτέλ και Πανδοχεία
Να λέω
Κονάκι
Το
Κονάκι μου
Και
Να μην
Φεύγω
Από τον
Ginsberg
Μα
Στον
Καρούζο να ομνύω

Για φαντάσου
Ο
Είρων Μέγας Ταραξίας
Ο
Στρατηλάτης
Της Ανυπακοής
Ο
Καπετάν
Φασαρίας
Ο
Πρωταθλητής
Της Νικοτίνης
Της Φιλοποσίας
Του Δόλου
Ο
Διάκονος
Κι ο
Ποιητής
Της
Σχάσης
Τα Άπαντα
Του
Bruckner
Του Αντώνη
Να παρατάει
Και
Να βάζει
Τώρα
Χαράματα
Και κάτι
Στο παλιό
Αρχαίο
Πικάπ
Με
Ιλαρό
Μα γνήσιο
Καμάρι
Ένα βινύλιο λατρευτό
Του
Μάρκου
Βαμβακάρη!


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 4 και 5 Φεβρουαρίου 2011



Βιβλιοπροτάσεις



Από τον Χρήστο Αγγελακόπουλο:

1) BLAISE CΕΝDRARS - Η ΠΡΟΖΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΥ
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=86228

2) ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ - ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=114705

3) ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ - ΣΤΟ ΤΕΡΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=157308

4) ΓΙΩΡΓΟΣ - ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ - ΤΟ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΣ ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=27465

5) ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943-1987
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=155449



Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

1. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση [Άγρα]
2. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αντρέας Δημακούδης [ΑΣΕ]
3. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Παλαιότερα Ποιήματα και Νεώτερα Πεζά [ΑΣΕ]
4. Γιώργος Φαράκλας, Νόημα και Κυριαρχία [Εστία]
5. Άρης Μαραγκόπουλος, Ulysses - Οδηγός Ανάγνωσης [Τόπος]

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Βέλτσος/Outlet


Βέλτσος/Outlet 


Δεν είμαι αυτός που νομίζατε. ο Ελπήνορας. Είμαι η μουσική από το τρίο του Μπραμς.
[Βέλτσος, Θάλαμος, εκδ. Άγρα, σ. 62] 

Μία ώρα αυστηρά. Και, στεγνά – υποτίθεται, αλλά με χυμώδη μέθεξη, όντως κουλτούρα, όντως πνεύμα. Συγκινημένα και συγκινητικά. Σε μια νεογιάφκα, στο Μεταξουργείο. Γιάφκα πνεύματος, τέχνης, συλλογισμού. Αλλά και χωρατών, μέσα στο ζόφο, χαμόγελων που ξέρουνε να λάμπουν γιατί ανήκουν σε πρόσωπα που ξέρουνε να ακούνε και ξέρουνε τι ακούνε, «Ο James Joyce –ναι, τι να πω– ο Πατέρας Όλων Μας».

Μία ώρα, αυστηρά. Από τον Walter Benjamin στον Χρήστο Μποκόρο, και από τον Lucio Fontana στον Jean Amery – Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση – κι ύστερα στροβιλισμοί, πάντα εντός θέματος, ωστόσο, και σλάλομ λυτρωτικά ανάμεσα στις χιονοσκεπείς βουνοκορφές του στοχασμού και αναστοχασμού, στα της Ποίησης και της Ζωγραφικής, στη σκιά της φράσης, «Ο James Joyce, ο Πατέρας Όλων Μας».

Μνεία στους Χρόνη Μπότσογλου, Marcel Duchamp, Karlheinz Stockhaousen, Ζήσιμο Λορεντζάτο, Γιώργο Σεφέρη – ανάγνωση, ψύχραιμη και δραματική, σχεδόν ψιθυριστή μιας σελίδας (το έψαξα: είναι η σελίδα 33) από το βιβλίο του Amery [μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδ. Άγρα]. Και, αναφορά ευθύτατη στο ξεχαρβάλωμα της σημερινής κοινωνίας, στην απόγνωση του δημιουργού, του σκεπτόμενου και ευαίσθητου ανθρώπου, που φτάνει στα όρια του διλήμματος: αυτοκτονία ή βόμβα.

Ο Γιώργος Βέλτσος, πάντα ελισσόμενος, πάντα μέσα στις κακοτοπιές αλλά ξεγλιστρώντας την τελευταία στιγμή, να επανέρχεται στον Jacques Derrida αλλά και να γέρνει προς το ποίημα, αυτό το ποίημα που άρχισε να γράφει και δεν έπαψε ποτέ να γράφει, πανεπιστημιακός αλλά πάντα Διάκονος και Διακονιάρης της Δημιουργίας, πείσμων ποιητής, ίσως, αργότερα, και ζωγράφος. 

Ιλιγγιώδες Καλειδοσκόπιο: το είχα γράψει για τον William S. Burroughs, χτες βράδυ, 1 Φεβρουαρίου, ανάμεσα 8 και 9 στο βράδυ, στο Μεταξουργείο, στο Outlet, το αισθάνθηκα και για τον Βέλτσο –  ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο, ο Γιώργος Βέλτσος!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 2/02 [του JJ, γενέθλια] 

ΥΓ. Outlet = http://www.xyzprojects.org/2010/11/xyz-outlet.html

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Το Ποίημα Θίασος, ΙΙ


Θίασος, ΙΙ



Να έρχονται από το πουθενά κι απ' το παντού
Φορτωμένοι θούριους κι αρχαίες δόξες
Πεισμωμένοι Θαρραλέοι Κεφάλια Αγύριστα
Μ' όλες τις ήττες του αιώνα στο δισάκι τους

Να έρχονται από στέπες κι από ερήμους
Από χρόνους να φτάνουν απάτητους
Από χώρες να ’χουνε κινήσει πυρπολημένες
Της Κακουχίας τέκνα μα και της Αντοχής

Δεν θα δείτε παρά μονάχα τη σκιά τους
Τα τσουβάλια στη ράχη τους είναι αδειανά

Μαγκάλια δεν ανάβουν πια να τους ζεστάνουν
Ο χειμώνας αιώνιος και ανάλγητος γι’ αυτούς

[Μπαμπασάκης, 20 Μαρτίου 2010]


Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Η Σκόρπια Αρχιτεκτονική της Ζωής, Ι




Blowin’ in the Wind

 
[Το ζήτημα είναι να μην ξεχνάς το Finnegans Wake, τη Φαινομενολογία του Νου, την Τρικυμία, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Νίκο Εγγονόπουλο και τον Νίκο Καρούζο. 
Τα άλλα, τα βρίσκουμε]

Θλίψη και θυμός, θαρρείς, πάνε μαζί. Θίασος Θυσίας μοιάζουμε. Πολλά «θ», απέναντι στα πολλά «ΘΑ».

*   *   *

Σκονισμένη πάροδος, η ζωή μας. Desolation Row, πάλι ο Dylan. Πάντα ο Dylan. Και όλα όσα αγαπήσαμε, και δεν παύουμε ποτέ να αγαπάμε, μέσα στα ερείπια μιας εποχής. Μιας εποχής όπου η ανοησία χορεύει σαραβαλιασμένο ξεϊγκλωτο βαλς με τη βαναυσότητα, αλλά και με την απάθεια, ναι, με την αμορφωσιά που τη λουστράρει μια ψηφιοποιημένη υπερπληροφόρηση άνευ ουσίας άνευ σημασίας.

*   *   *

Από το μια το POETRY/ ΠΟΙΗΣΗ – Η Ταινία της Δεκαετίας. Του Lee Chang-dong (γεννημένου μάλιστα την 4η Ιουλίου του 1954). Όπου φαίνεται ότι το Κακό είναι πλέον χθαμαλό, χαζό, χύδην. Είναι μαζικό το κακό, χρειάζεται πολλούς ανεγκέφαλους, αναίσθητους, ανάλγητους. Ποίηση/Poetry:

*   *   *

Αμορφωσιά και απόγνωση. Ξεχαρβαλωμένη άρνηση. Σπασμωδική αντίδραση. Και το ψαλίδι ν’ ανοίγει κι άλλο. Και να μένεις άναυδος, εμβρόντητος, βλέποντας την Πορνοχαζή να κατακρεουργεί τον Σεφέρη και τον Ελύτη και τον Παλαμά, παρέα μ’ εκείνον τον έρμο σαλταρισμένο Τσεμπαλοτραγουδιστή, στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Και ουδείς διαμαρτύρεται. Δεν ξέρω κι αν το πήραμε είδηση. Ναι, η Νέα Πορνοχαζή έχει εκπομπή για τη Διεύρυνση και τη Διάχυση του Πολιτισμού, λέει. Και την παρουσιάζει, μέχρι τώρα, στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Τραυλίζει, χάνει τα λόγια της, δεν καταλαβαίνει τι τη βάζουνε και λέει, μοιάζει με διαλυμένο ανθρωποειδές που έχει υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά. Ναι, κατακρεουργούν την αισθητική, διαρκώς, παντού, εδώ κι εκεί. Οι μαινόμενοι ανώνυμοι λυντσαριστές και οι τάχατες επώνυμοι άθλιοι, επαναλαμβάνω ΑΘΛΙΟΙ που κάνουν κουμάντα ελεεινά, επαναλαμβάνω ΕΛΕΕΙΝΑ, στα ξεχαρβαλωμένα ξεϊγκλωτα τηλεοπτικά μαγαζάκια.

*   *   *

Ας μείνω εδώ. Ας στραφώ πάλι στον Πικιώνη, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς η μεγάλη έκθεση για τον ποιητή της αρχιτεκτονικής. Παρένθεση: Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής – τι αριστουργηματικός τίτλος από τον μέγιστο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη! Ναι, ας στραφώ στον Πικιώνη. Ας στραφώ στον Κουνέλλη, στην Γκαλερί Bernier η έκθεσή του. Ας στραφώ στον πάντα συγκροτημένα συγκλονιστικό Χατζημιχάλη, στην Γκαλεί Batagianni θα δείτε τον διάλογο που επιχειρεί ανάμεσα στις αφρικανικές μάσκες και τα ελληνορθόδοξα τάματα, μαζί και τις 78 ασπρόμαυρες χορογραφίες χειρονομιών. Ας στραφώ στον πλούτο τον άφθαρτο των βιβλίων, των δίσκων, των ταινιών. Και των βλεμμάτων. Ναι, των βλεμμάτων της Αγαπημένης και των Φίλων.




Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Interview

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Η τέχνη είναι σουγιάς που μ’ αυτόν κόβει 
ο καλλιτέχνης το λουρί του χρόνου


IKAROS1Ένας πολυδιάστατος συγγραφέας. Ένας ακαταπόνητος δημιουργός. Ένας ανήσυχος άνθρωπος. Ο λόγος για τον συγγραφέα και ποιητή Γιώργο – Ίκαρο Μπαμπασάκη, ο οποίος σε πείσμα των πιο απαισιόδοξων προβλέψεων για το μέλλον της καλλιτεχνικής δημιουργίας, επιμένει, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, να μην θεωρεί την εποχή μας αντικαλλιτεχνική. Δηλώνοντας ρητά υπηρέτης του Ανθρώπου, αναλύει τον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός διαχειρίζεται τις εμμονές του. Εμπνευστής της «Φυλής των happy few», αναλύει τις συνιστώσες της ιδιότυπης θεωρίας του και αναφέρεται στη σχέση της ζωής των λογοτεχνών με το έργο τους, που συνδέεται με τις διεργασίες του έσω βίου. Τέλος, αναφέρεται στα ερωτήματα που γεννά η λογοτεχνική ανάγνωση και σε στοχαστές που διαμόρφωσαν τη σκέψη του. Ιδού η απολαυστική και συνάμα αποκαλυπτική συνέντευξή του...

- Με ποια αφορμή ξεκινήσατε το γράψιμο και ποια είναι η σημερινή άποψή σας για τα πρώτα γραπτά σας κείμενα;

Άρχισα να γράφω κατακλυσμένος από ευγνωμοσύνη για ένα πλήθος από ερεθίσματα και εμπειρίες που τάραξαν την εφηβεία μου. Την τάραξαν, κυριολεκτικά. Άνθρωποι και βιβλία, μια αιφνιδιαστική εισβολή της μουσικής και του κινηματογράφου στη ζωή μου, ο συγκλονισμός από παράφορες και παρατεταμένες συζητήσεις με αυτούς ήσαν τότε, και παραμένουν ακόμη, οι φίλοι μου. Ήθελα, και είχα ανάγκη, να εκφράσω τη μεγάλη μου οφειλή απέναντι σε όλα αυτά που καθόρισαν το είναι μου, και άλλο μέσο πιο πρόσφορο από το γράψιμο δεν είχα. Εκείνα τα πρώτα μου κείμενα παραμένουν ένα είδος πρώιμης διαθήκης, ένα συμβόλαιο τιμής που δεν μπόρεσα να παραβιάσω έκτοτε, μια μύχια δέσμευση στην οποία παραμένω, αθεράπευτα και ίσως αφόρητα, πιστός.

- Η σύγχρονη εποχή, παρά το ότι έχει χαρακτηριστεί πολλάκις ως αντικαλλιτεχνική, εντούτοις παρέχει πληθώρα ερεθισμάτων στον εκάστοτε δημιουργό. Ποια είναι η προσωπική σας, ως συγγραφέα, άποψη;
Δεν θεωρώ την εποχή μας αντικαλλιτεχνική. Καμία εποχή δεν είναι αντικαλλιτεχνική. Ο άνθρωπος, το μόνο ον που έχει αίσθηση του χρόνου και γνώση της ιστορίας, άλλο δεν κάνει παρά να εκφράζει όσα νιώθει μέσω της τέχνης, πασχίζοντας λυτρωτικά να επιμηκύνει τα δευτερόλεπτα, να τανύσει κι άλλο τη διάρκεια. Η τέχνη, η ποίηση, είναι ο σουγιάς που μ’ αυτόν κόβει ο καλλιτέχνης το λουρί του χρόνου. Καθετί μπορεί να είναι ερέθισμα που ίσως οδηγήσει στη δημιουργία έργου. Διατηρώ την άποψη ότι ο καλλιτέχνης, ο ποιητής, ο δημιουργός είναι αυτός που μοχθεί να ακυρώσει λυτρωτικά τη δυναστεία του χρόνου – το είπε άριστα ο Andre Breton, «Η ποίηση είναι το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο».

- Στο έργο σας διαφαίνεται μια έντονη αγωνία για τον άνθρωπο. Θεωρείτε ότι η σύγχρονη κοινωνία έχει παραγκωνίσει την αξία του ανθρώπου; Πώς είναι εφικτό ένας λογοτέχνης να υπεραμυνθεί αυτής της αξίας, ως βασικής προτεραιότητας στη ζωή;
Οι φίλοι μου κι εγώ έχουμε υιοθετήσει τη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση». Κανένα έργο τέχνης δεν έχει στάλα αξίας, εάν δεν είναι αίνος του ανθρώπου, χαρτογραφία των λαβυρίνθων της ψυχής, ακλόνητο πείσμα υπέρ της βραχνάδας του βλέμματος, ψαλμωδία για την απώλεια.

- Είστε συγγραφέας πεζού, αλλά και ποιητικού λόγου. Ποιες διαφορετικές ανάγκες σας υπηρετούν και ποιες δυνατότητες έκφρασης σάς παρέχουν τα δύο αυτά λογοτεχνικά είδη;
Θεωρώ ότι το έργο δεν είναι παρά το ατέρμονο ξεδίπλωμα μιας και μόνο φράσης, ένα είδος κώδικα επικοινωνίας ανάμεσα σε κατασκόπους που δρουν στις κατακόμβες της λεγόμενης επίσημης πραγματικότητας, κοσμοναυτών του έσω διαστήματος, όπως έλεγε ο Alexander Trocchi.

- Περιγράψτε μας την ιδιοσυστασία των ανθρώπων που εκφράζονται δια της τέχνης. Θεωρείτε ότι οι λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες εν γένει κατατρύχονται από εμμονές, από τις οποίες επιχειρούν, με το έργο τους, να απαλλαγούν;
Οι πάντες κατατρύχονται από εμμονές. Όσο έχουμε αίσθηση του χρόνου, του παροδικού, του εφήμερου, τόσο είμαστε δεσμώτες εμμονών. Οι εμμονές είναι το σεντούκι με τα τιμαλφή μας. Ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός, επιχειρεί διευθέτηση των εμμονών με τρόπους που να οδηγούν σε λύτρωση τόσο τον ίδιο όσο και τους αποδέκτες όσων δημιουργεί. Δεν απαλλάσσεται από τις εμμονές του ο δημιουργός, τις ενορχηστρώνει, εργάζεται έτσι ώστε το κρώξιμο και το σκούξιμο των εμμονών να γίνει ψαλμός – άγριος ενίοτε, ψαλμός πάντως.

- Είστε ο εμπνευστής και ο δημιουργός του δικτυακού τόπου www.happyfew.gr, με τον οποίο υλοποιήσατε την επιθυμία σας να συσταθεί «Η φυλή των happy few», όπως διαβάζουμε άλλωστε και στον τίτλο του ομώνυμου πεζογραφήματός σας. Μιλήστε μας για την εκλεκτική αυτή θεωρία σας, με την οποία προασπίζεστε την ύπαρξη των λίγων και μόνο ευτυχών. Θα δεχόσαστε να ενταχθεί στη φυλή αυτή κάποιος ο οποίος δεν έχει διαβάσει κανένα λογοτεχνικό βιβλίο;
Δεν πρόκειται για κάποια εκλεκτική θεωρία, αλλά για την διάθεση να σμίγουν όσοι έχουν κοινές προτιμήσεις, όσοι αγαπάνε με παρεμφερείς τρόπους, όσοι ξέρουν να μοιράζονται το ψωμί και το κρασί τους. Οι happy few, φράση του Shakespeare, είναι αυτοί που έχουν εντοπίσει το νόημα της ζωής σε μερικές μεστές μελωδίες όπως σ’ αυτήν: «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού».
Ον που να μην έχει διαβάσει κανένα λογοτεχνικό βιβλίο, μονάχα σε μια φυλή θα μπορούσε να ενταχθεί, στην ΚΔΩΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ωγκώδης Άγνοια, έτσι με Ωμέγα λόγω αγνοίας), την οποία επινόησε ο Παναγιώτης Κουτρουμπούσης για να ειρωνευτεί τους «χαζοδυνατούς».

- Είστε συντάκτης σε καταξιωμένα λογοτεχνικά περιοδικά που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Θεωρείτε ότι οι νεοέλληνες συγγραφείς της σύγχρονης γενιάς έχουν αποκρυσταλλώσει το στίγμα της γραφής τους;
Πρώτα απ’ όλα, διαφωνώ με τον όρο «νεοέλληνες». Πάντως οι σημερινοί συγγραφείς στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες, επιχειρούν να καταγράψουν τα όσα συμβαίνουν γύρω τους και τις αντηχήσεις εντός τους. Άλλοι το κάνουν με τρόπο σθεναρό, ευφάνταστο, διαπεραστικό. Άλλοι, όχι.

- Πιστεύετε ότι εκείνοι που υπηρετούν τη λογοτεχνία δικαιούνται να μένουν αποστασιοποιημένοι από τα κοινωνικά τεκταινόμενα ή αντιθέτως οφείλουν να παρεμβαίνουν σε αυτά με το λόγο και τη γενικότερη στάση τους;
Οποιοσδήποτε δικαιούται να μένει αποστασιοποιημένος από τα κοινωνικά τεκταινόμενα. Άρα και οι λογοτέχνες. Το αν επιλέγεις να πας να πολεμήσεις στον Ισπανικό Εμφύλιο, όπως ο George Orwell, ή να μένεις στην υγρή σου κάμαρα και να γράψεις το Finnegans Wake, φέρ’ ειπείν, είναι απολύτως προσωπικό ζήτημα. Προσωπικά, θεωρώ συναρπαστικούς τους συγγραφείς και τους δημιουργούς εκείνους που μπόρεσαν να συνυφάνουν ζωή και έργο με ανυποχώρητο πείσμα, με κατακτημένη μαεστρία, και με απολυτότητα.

- Η λογοτεχνία, κατά την προσωπική σας εκτίμηση κομίζει απαντήσεις στον αναγνώστη ή τού δημιουργεί περαιτέρω ερωτηματικά;
Κάθε απάντηση προκαλεί νέα ερωτήματα, κάθε βεβαιότητα γεννάει μια νέα αμφιβολία. Η λογοτεχνία δεν είναι μονάχα ίαση, δεν είναι μονάχα βάλσαμο, δεν είναι μονάχα παρηγορία - είναι, όπως έλεγε για την αγάπη ο Charles Bukowski, ένας σκύλος απ’ την κόλαση, είναι κεραυνός σε slow motion, είναι τάραγμα, είναι τράνταγμα.

- Ποιοι υπήρξαν οι κυριότεροι συγγραφείς και οι διανοητές που μόρφωσαν τη σκέψη σας;
Ο Guy Debord και ο Νίκος Δ. Καρούζος, πάνω και περισσότερο απ’ όλους. Πολλά οφείλω σε πολλούς.