Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)


Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:

Δίχως Μύθο

Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Malcolm Lowry



Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Ένας αιώνας από τη γέννησή του Lowry. Παρέα με τον Νέστορα Πουλκάκο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ετοιμάζουμε ένα ωραίο αφιέρωμα στον Lowry, με κείμενα, ποιήματα, πονήματα].

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!


Κάτω τα χέρια απ’ τον Κοροβέση, προς το παρόν, και μετά βλέπουμε!

Ένα αίνιγμα που ο Ηρακλής Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ογκίστ Ντυπέν, ο Πατήρ Μπράουν, αλλά και οι δημιουργοί τους, ήτοι η Αγκάθα Κρίστι, ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, δεν θα έλυναν εύκολα συμβαίνει να είναι το γιατί, διάβολε, να ταλανίζεται από άγριες κρίσεις η Αριστερά όταν ακριβώς όλα, μα όλα, οι συγκυρίες, η κατάσταση των άλλων, η διάθεση του κόσμου, συντείνουν στο να πηγαίνουν όλα μια χαρά γι’ αυτήν.
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που αυτό που λέμε κόσμος της Αριστεράς έρχεται κοντά της, φουσκώνει τα πανιά της, πυκνώνει τις τάξεις της, δίνει το «παρών», δηλώνει διαθέσιμος, η συγκροτημένη Αριστερά φροντίζει, με συνήθως σπασμωδικό άχαρο άκομψο σπαστικό τρόπο να παγώσει αυτόν τον κόσμο, να τον κάνει να μουδιάσει, να τον απογοητεύσει, να τον φουρκίσει, να τον στενοχωρήσει;
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που η Αριστερά δεν κινδυνεύει από σκοτεινές συνωμοσίες άλλων, δεν απειλείται από την βάναυση καταστολή, δεν διώκεται από την Δεξιά, διαθέτει κάτι παραπάνω από πολύγραφους και ντουντούκες για να διαδώσει τις όποιες θέσεις της, τότε συνθλίβεται από εσωτερικές έριδες, τότε δείχνει τον χειρότερό της εαυτό, τότε θυμάται να σκαλίσει τις πληγές της, τότε βαράει αλύπητα τα καλύτερα παιδιά της;
Τι στο καλό συμβαίνει με την Αριστερά; Τι στο καλό θέλει να είναι αλλά δεν είναι; Ή το νομίζουμε εμείς ότι είναι ενώ η ίδια δεν θέλει να είναι; Και πώς συμβαίνει ύστερα από σφοδρές κρίσεις κι ενώ φτάνει στα όρια της διάλυσης, βρίσκονται πάντα, θα έλεγες ως διά μαγείας, άνθρωποι πρόθυμοι να την πλαισιώσουν εκ νέου, να την ανασυγκροτήσουν, να την δυναμώσουν, να τη θεριέψουν, ακριβώς για να κάνει, για την Αριστερά μιλάμε, τα ίδια λάθη, να δείξει και πάλι έναν κακό εαυτό, να κυλήσει και πάλι στην γκρίνια της εσωστρέφειας και στην εσωστρέφεια της γκρίνιας;
Στο σκάκι λέμε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αλλά διόλου αναπόφευκτη δεν είναι η επανάληψή τους. Απεναντίας, το λάθος το μελετάς, το αναλύεις, το υπερβαίνεις, το ξεπερνάς. Αλλιώς είσαι «μαζέτας», λένε οι σκακιστές. Και «μαζέτας» σημαίνει παίκτης μη-εξελίξιμος, παίκτης που όσο κι αν μοχθεί, όσο κι αν μελετά, όσο κι αν πασχίζει, αρνούμενος να δει και να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα λάθη του άλλο δεν κάνει από να τα επαναλαμβάνει. Η Αριστερά, αν δεν θες να την πεις κάτι σαν Κακιά Μητριά, μπορείς μάλλον να την πεις «μαζέτα» στη σκακιέρα της πολιτικής ή/και της κοινωνικής δράσης. Δεν θέλει να βλέπει τα λάθη της στ’ αλήθεια και βαθιά, υιοθετεί ξανά και ξανά τα ξύλινα καλιαρντά της, και οδηγείται, θαρρείς αενάως, από κρίση σε ανασυγκρότηση και από επανίδρυση σε εκ νέου κρίση.
Πολλά τα γιατί, πολλές οι ενδεχόμενες απαντήσεις, πολλοί οι κήνσορες και θεράποντες. Κι εμείς εδώ είμαστε, για να τα λέμε. Θα επανέλθουμε, φυσικά!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/08/09

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Ο ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣΆΚΗΣ, Σάββατο, Οχτώ Ογδόου του Ερρίκου, από τσι Ένδεκα την Νύχταν, αμέ! Εις Κανάλ Ουάν, 90,4 FM, Πειραιάς, www.kanaliena.gr , ΜΗΝ ΜΑΣ ΧΑΣΕΤΕ, χαθήκαμε!

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

ΣΑΜΕΡΙΝΔΕΣΙΤΥ


Για όσους αγαπούν τη θάλασσα αλλά μονάχα τον χειμώνα και από μακριά (ως λέγει ο εκλεκτός Νίκος "Γκαγκάριν" Τριανταφυλλίδης): Κάθε Παρασκευή από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι (Radio Propaganda) κάθε Σάββατο από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα («Ο Αφρός των Ημερών») αλλά και από τη 1 έως τις 3 τα χαράματα («Τα Τζουκμπόξ του Μεσονυκτίου»), και κάθε μέρα δύο παρά δέκα το μεσημέρι («Ραδιοχρονογράφημα»), ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης κοντά σας με τις μουσικές του επιλογές (καυτή Jazz, rock’n’roll, Nick Cave, The Pogues, Iggy Pop, Tom Waits, κτλ), με πολλή ποίηση, αστυνομικά μυθιστορήματα, και εκλεκτούς καλεσμένους. (έχουν παρελάσει ήδη, μεταξύ άλλων, οι: Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Χρονάς, Στέλιος Ελληνιάδης, Μάριος Σπηλιόπουλος, Κώστας Θωμαϊδης. Σωτήρης Μπαχτσετζής, Ανδρέας Παγουλάτος, ενώ αναμένονται οσονούπω οι: Τίτος Πατρίκιος, Χάρης Βλαβιανός, Θανάσης Μήνας, Γιώργος Βαλαής, Κωστής Τριανταφύλλου, κ.ά.) Τα ερτζιανά ποτέ δεν πεθαίνουν. Ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας, της αναλγησίας, της ακαλαισθησίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1


Tsabro

Λάτρης της ECM, της εταιρείας που τόσο τιμά την υψηλή μουσική, έσπευδα από έφηβος να αποκτήσω, με κάθε τρόπο (θα ήμουν ικανός να προχωρήσω και σε ένοπλη ληστεία, ο μανιακός) τα διαμάντια αυτού του δισκογραφικού τεμένους. Έλιωνα τα βινύλια, με απανωτές ακροάσεις, στο παλιό ξύλινο Kenwood, μάζευα συμμαθητές και φίλους και τους παρέσυρα, όσο μπορούσα, μακριά από τις τότε αγάπες τους (και αγάπες μου), τους Genesis, τους Yes, τους Who, ακόμα και τους εξαίσιους Kinks, για να απολαύσουμε, σχεδόν μυσταγωγικά, μες στην τεταραγμένη εφηβεία μας, τη μαγεία του Keith Jarrett, του Jan Garbarek, του Chick Corea.
Οι αφροσύνες είναι επιλογή μας, και μάλιστα, προσωπικώς, επαίρομαι για τις αμέριμνες τρέλες της νιότης αλλά και της μετέπειτα περιπέτειάς μου στη ζωή. Την κακή τύχη, όμως, ούτε την επιλέγεις, ούτε την προβλέπεις, ούτε μπορείς να την αποτρέψεις. Πολλά από τα βαρύτιμα για τη διάπλασή μου βινύλια της ECM τα σκόρπισα δωρίζοντάς τα σε μερικούς φίλους. Δεν έχω μετανιώσει ούτε δευτερόλεπτο γι’ αυτό. Εντούτοις θρηνώ ακόμη για πολλά άλλα που τα πήρε ο όλεθρος (ένα κιβώτιο που «χάθηκε» σε μια μετακόμιση, μια φωτιά που πήρε μαζί της ανεκτίμητους θησαυρούς). Ας είναι. Πασχίζω, πάντα με νόμιμα μέσα πλέον, να αποκτήσω ξανά τα «άπαντα» της ECM, τυλιγμένος στη χρυσόσκονη του ενθουσιασμού τόσο όταν ακούω παλιά της επιτεύγματα όσο και όταν έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή, σε κατάσταση μέθεξης, με τα καινούργια της αριστοτεχνήματα.
Όταν έμαθα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα παίξει το αιθέριο (αλλά και χθόνιο, γήινο, χωμάτινο) πιάνο του στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στον Πειραιά, την Πέμπτη 6 Αυγούστου, νύχτα με πανσέληνο, με κατέκλυσε η συγκίνηση, με κυρίευσε η νοσταλγία για όσα μου έμαθαν οι δίσκοι της ECM και του Βασίλη Τσαμπρόπολου, ιδίως (και δίχως διόλου να εννοώ ότι δεν με ταξιδεύουν μαγικά τα άλλα του έργα) το «Chants, Hymns and Dances», του 2004 – μια ονειρώδης ξενάγηση στους λαβυρίνθους του βιώματος, μια, για μένα έξοχη υπενθύμιση της μαγείας του Παπαδιαμάντη, μια λυτρωτική καταβύθιση σε ό,τι κόμισε ο Καρούζος στην ποίηση, μια απόλυτα ευπρόσδεκτη υποτροπή στους ήχους και τις μελωδίες που μου δώρισε ο Ελύτης. Άκουγα, ξανά και ξανά, αυτό το έργο (και συνεχίζω να το ακούω) για να θυμηθώ ότι ανάμεσα στα άλλα με γαλούχησε ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να κάνει Τέχνη λιτή και λυτή. Κι ακόμα, με κυρίευσε ένας άδολος ενθουσιασμός που δεν μπόρεσα να κρύψω και να μην τον μοιραστώ με τα φιλικά μου πρόσωπα. Ανάμεσα σ’ αυτά και η εκλεκτή Χριστίνα Κόκοτα.
Συνάδελφος στο Κανάλι 1, η Χριστίνα διαθέτει ένα ιδιαίτερο ταλέντο (λίαν παρεξηγήσιμο στους άχαρους καιρούς μας) να κρύβει τα χαρίσματα, τα προσόντα και το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων της, καθώς και μιαν ανατρεπτική διάθεση, πίσω από έναν παλαιομοδίτικο μανδύα, θαρρείς προτιμώντας οι άλλοι να ανακαλύψουν τον πλούτο της, «σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα» όπως έλεγε ο Ernest ‘Papa’ Hemingway. Η Χριστίνα συμμερίστηκε, τον σε βαθμό (ηπίου) παραληρήματος ενθουσιασμό μου για τη μουσική του Τσαμπρόπουλου και –ω του θαυμαστού θαύματος!– με πληροφόρησε, παραβαίνοντας τους όρκους σεμνότητας που την μετατρέπουν σε ένα είδος στρειδιού, ότι όχι μόνον τον γνωρίζει αλλά και ότι συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση της εμφάνισής του στον Πειραιά. Ο ενθουσιασμός μου έγινε αλλόφρων και, σχεδόν γονυπετής, την εκλιπάρησα να μεσολαβήσει ώστε να τον έχουμε, έστω και τηλεφωνικώς, στην εκπομπή μου Radio Propaganda (κάθε Παρασκευή, 12:00 – 14:00). Εκείνη με σήκωσε από το έδαφος και με ανέβασε εκεί όπου, παρά τα παρά ένα πεντήκοντα έτη σου, γίνεσαι ξανά έφηβος, εκεί όπου, παρά τον ζόφο και τις κακουχίες, ζεις σ’ ένα όνειρο γαλάζιο και χρυσό, εκεί όπου η νηφάλιος μέθη γίνεται ένα με την μεθυσμένη νηφαλιότητα: ήτοι στα ουράνια μέλαθρα της ευδαιμονίας. Μου έταξε, με άλλα λόγια, ότι, ναι, θα μεσολαβήσει να έχουμε την τηλεφωνική παρουσία του δημιουργού στην εκπομπή μου.
Την επόμενη ημέρα, η Χριστίνα μού τηλεφώνησε και ύψωσε την ευδαιμονία μου εις την νιοστή, λέγοντάς μου ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα κάνει την τιμή σ’ εμένα και στο Κανάλι 1 να διακόψει τις… διακοπές του (στην Τήνο), και να θαλασσοδαρθεί (όντως με κάτι οχτάρια μποφόρ ταξίδεψε), και να είναι στο Κανάλι, και να μιλήσει για το έργο του.
Το ραντεβού ήταν για τις 11:45. Συνεπέστατοι άπαντες λίγο έλειψε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Έγιναν οι συστάσεις και έλαμψαν τα χαμόγελα. Νερό και καφές στο σαλονάκι έξω από το στούντιο. Παρών και ο Γιάννης Καρολόγος των Πολιτών Kane. Μετά τις Ειδήσεις των 12:00, περάσαμε στο στούντιο, απλώσαμε δίσκους και βιβλία, ξεκινήσαμε με το «Promise», το κομμάτι από το cd με τον ίδιο τίτλο, το νέο δημιούργημα του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, από την ECM, και αφεθήκαμε σε μια ευγενική, μεστή, και ενίοτε διδακτική συζήτηση για την μουσική, την τέχνη εν γένει, την ποίηση, τον πολιτισμό, την jazz. Ακούσαμε και μεταδώσαμε πολλά κομμάτια από το «Promice» και το «Chants, Hymns and Dances», μιλήσαμε για τον Γεώργιο Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (δάσκαλο/ φιλόσοφο/ μουσικό), ταξιδέψαμε στους λειμώνες της μελωδίας. Σε κάποιο διάλειμμα, ο Γιάννης Καρολόγος, καθηλωμένος ακόμη στο σαλονάκι, είπε, «Εκπληκτική μουσική! Έχω μείνει ενεός!», και η εκπομπή Radio Propaganda κύλησε μες στο θάλπος και το θάμβος. Ήταν μια από κείνες τις εμπειρίες που εγγράφονται ανεξίτηλα στη μεμβράνη νου και ψυχής, μένοντας αλησμόνητες. Θαρρώ ότι εξίσου αλησμόνητη θα είναι η παρουσία του Βασίλη Τσαμπρόπουλου για όσους έρθουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά να τον ακούσουν να ιερουργεί με τα εβένινα και φιλντισένια πλήκτρα του πιάνου του, την Πέμπτη, 6 Αυγούστου, το βράδυ στις 9:30, με την Πανσέληνο να μας φέρνει πιο κοντά σε ό,τι βαθιά ανθρώπινο θάλλει στη Μουσική και στη Δημιουργία.
Μύρια από καρδιάς ευχαριστώ στον πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Τσαμπρόπουλο. Η μουσική του είναι ένα μέγιστο δώρο.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/08/09

ΥΓ. Απόψε, στον Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», έντεκα το βράδυ και έως τη μία μετά τα μεσάνυχτα, ακούστε ένα πρώτο αφιέρωμα στην ECM. Θα σας ταξιδέψω στα ηχητικά τοπία δημιουργών όπως ο Keith Jarrett, Enrico Rava, Paul Motian, Bill Frisell και, φυσικά, Βασίλης Τσαμπρόλουλος.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΜΑΛΚΟΛΜ ΛΟΟΥΡΥ


Ωδή στον Malcolm Lowry


The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!)
JJ, Finnegans Wake


Σου γράφω τώρα δα το ποίημα
και στο δωρίζω,
Καραβασίλη Γιώργο,
το ποίημα εκείνο,
την Ωδή,
που πήρες να συνθέτεις.

Σε βλέπω καθώς ανάβω το τσιγάρο
και αρχίζω,
ψέματα: συνεχίζω,
από κει που τ’ άφησες εσύ,
σαν ο χάρος ο άχαρος
ο καμπούρης
ο κανάγιας
ο γκαντέμης
σου πήρε το μολύβι από το χέρι
σου πήρε το ποτήρι με το ουίσκι
σου πήρε την καρδούλα
που «Κάθε καλό!»
σ’ έκανε να λες
προτού απολαύσεις
την πρώτη
την ωραία τη γουλιά.

Γράφω λοιπόν
καθώς κι εσύ ομνύοντας
στους 47,6 βαθμούς του τζιν
μα και τους 37,2 του αιδοίου
που όχι μονάχα νύχτες πρόστυχες
μα και της Ποίησης την ποίηση ποτίζουν.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα είχανε βρει κάποτε
ο ένας τον άλλον.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα έλαμψαν αλησμόνητα
το χάδι και το χνούδι
ακούστηκε αλησμόνητα
του Έρωτος το τραγούδι
άνθισε αλησμόνητα
της Αγάπης το λουλούδι.

Οαχάκα!
Κι εκεί κι εδώ: Οαχάκα!
Τι μεσκάλ στο Φαρολίτο
τι τσικουδιές στον Καπετάν Μιχάλη;
Η ίδια μοίρα,
η ίδια έξαψη,
η ίδια φωτιά,
η ίδια καθημαγμένη έπαρση,
το ίδιο να μας κεντρίζει
του Πόθου το αγκάθι
τα ίδια οινοβαρή αγέρωχα λάθη
τα ίδια γενναία τεθλασμένα πάθη.

Ω Γιώργο!

Τα σκυλιά του Χρόνου είμαστε
Αυτός κρατάει το λουρί.

Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!


Γράφω λοιπόν
καθώς σε βλέπω τώρα δα
στ’ ωραίο καπηλειό
πάντα με το μολύβι σου έτοιμο
τον λυρισμό ν’ αποτυπώσει στο χαρτί
ενός πακέτου από φτηνά τσιγάρα
ποτέ χλομός ποτέ σταχτής
μα πάντα κόκκινος
χρυσός πάντα
και γαλάζιος
σαν ιερουργούσες με τις λέξεις
σαν τραγουδούσες τις βλάσφημες έξεις
σαν ενέδιδες στις έξαλλες έλξεις.

Γράφω λοιπόν
και κλαίω
και θυμώνω
και πεισμώνω
και
τσακίσου από δω!
στο χάρο λέω
και
λέξεις λιτές
διαλέγω
για να σου θυμίσω
πως δεν σε ξεχάσαμε
για να σου μηνύσω
πως εδώ είμαστε συναγμένοι
οι φίλοι σου οι αγαπημένοι
και πίνουμε
για σένα
και δίνουμε
όρκο
πως διάκονοι της Ποίησης
και της Φιλίας
ψαλμωδοί
παντοτινά θα μείνουμε.

Γιώργο, αχ, Γιώργο!

Άκου,
ο Malcolm είν’ εδώ
και ο Arthur, και ο Baudelaire,
κι η Άντα κι η Αλίκη,
και όλα τα κορίτσια του Villon,
et les plaisirs et la splendeur
de ces jeunes voyelles
και μας τραγουδάει
τις «Λιτανείες για μιαν Επιστροφή»
ο τόσον εύμορφος
Jacques Brel
και
πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε
όπως στο ποίημα του Καρθαίου
όπως στον Τέταρτο του Shakespeare τον Ερρίκο
όπως στης απώλειας
της λυτρωτικής
τον κάθε κακόφημο οίκο
όπως στην Πατησίων
στο Aurevoir
όπως στου Bukowski
τα ποιήματα όλα
όπως στου Debord
τον Πανηγυρικό
όπως στου Καρόλου το «Μεθύστε!»
όπως στου Lowry
το έπος
που τόσο αγάπησες
που τόσο διαλάλησες
εσύ που τις ώρες σου
αφειδώλευτα
στα καπηλειά σπατάλησες.

Αχ Γιώργο,
εδώ κι εγώ
αφήνω στη μέση την Ωδή
κάηκε το μυαλό μου
το σύμπαν όλο κάηκε
τ’ αποκαΐδια είμαστε
μιας άγριας πυρκαγιάς
που ξέσπασε πριν γεννηθούμε
που φούντωσε
προτού δοθούμε
όσο μας έπρεπε
στης Τέχνης μας τη σάρκα.

Μόνος εγώ
ανήμπορος
τραυλός
σακάτης
και σεκλέτης
αστέρας αλαμπής
στου Είναι τη σκιά
στου φεγγαριού τα πάρκα
ρίχνω στις φλόγες την Ωδή
το ποίημα πυρπολώ
κι αρχίζω να περιπολώ
στου σκότους τα σοκάκια.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/ΙΙ/2005

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα


Parker 51
ή
Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα

D’ailleurs
c’est toujours les autres
qui meurent
Marchel Duchamp


1.
Ξεραΐλα
Επιτήδευση καμία
Επιτήδευσις καν μία
Όλα στο ΜΗΔΕΝ
Δίχως παράταση
Δίχως παράσταση
Δίχως ανεξεταστέα κρίματα

Όλα
Στο
ΜΗΔΕΝ

Ξεραΐλα
Εικόνες κώνοι
Κενές εικόνες
Ξεραΐλας

2.
Μείνε
Μακριά μου
Για να
Με
Βρεις

Μείνε
Μακριά
Απ’ τη
Μεγάλη Τέχνη
Για να
Κάνεις
Μεγάλη
ΤΕΧΝΗ

Μην
Τους ακούς
ΈΛΑ
Σιμά
Στη
Συνάφεια
Σίμωσε
Νιώσε
Πράξε

Το
Έργο
Θα σου δοθεί
Ακέραιο

3.
Δίχως
Χωρίς
Και
Άνευ
Τον
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ
Δεν
Υπάρχει
ΔΕΝ
Υφίσταται
ΔΕΝ ΔΕΝ ΔΕΝ
Τέχνη
Ουδεμία
Του
Εικοστού Αιώνος

4.
επ’ ουδενί
οπαδός

5.
Μάτια
Σαν της Γαλλίας
Τη
Σημαία
Γαλάζια
Άσπρα
Κόκκινα

Ανέκαθεν

6.
Α!
Τι ωραία

ΚΑΙΓΕΤΑΙ

στο
τζάκι

η

ε
φ
η
μ
ε
ρ
ί
δ
α
!!!

7.
σφάγιο
η
ζωή

μακέλεμα
η
ποίησις

κι όμως
θυμάμαι
ακραδάντως
δευτερόλεπτα
μεγίστης
τρυφερότητας

8.
Το
The Long Goodbye
Του
Chandler

Ο
Αμερικάνος Φίλος
Του
Wenders

Ο
Coltrane
Όλος

Κι
Όλος
Ο
Rothko

τα τούτα
και τα κείνα
που μας
ολέθρεψαν

Τι
Όμορφη
Μοίρα
!!!

9.
Εικοστός
Αιών:

Ο παπά-Γκαπόν
Ο Νέστωρ Μάχνο
Οι Ναύτες στην Κρονστάνδη
Στο Κίελο, οι Ναύτες
Το Άνοιγμα Ρέτι
Τα Κορίτσια της Ποτοαπαγόρευσης
Ο Μαρσέλ Ντυσάν
Ο Ανδρέας Μπρετόν
Η Στήλη του Σβίττερς
Ο Ντεμπόρ

και
Όλα
τ’
Άλλα

10.
ήμουν
υπήρξα
θα γίνω

(εντωμεταξύ
βήχω)

11.
η
ώρα
ήρθε

κι
ήμουν
εκεί

12.
εκείνη
με
ζωγράφισε
από
του
νυν
και
έως
του
αιώνος

13.
τη
δική
σου
τη
δική
ΣΟΥ
Φωνή

Τη
Δική
ΣΟΥ
Τη
ΔΙΚΗ
ΣΟΥ
ΦΩΝΗ

με
τίμημα
τη
σιωπή

έστω
και
μη
εκκωφαντική
!

14.
Aristotle
Breton
Cravan
Debord
Einstein
Feuerbach
Giacometti
Hegel
Isou
Jorn
Kafka
Lukacs
Marx
Nabokov
Osima
Prevert
Queneau
Rothko
Sade
Trotsky
Ungaretti
Vaneigem
Wolman
Y [?]
Xenakis
Zappa

Εικονοστάσιο
Επωνύμων
Αγίων

[η ορθογραφία
περιττεύει]

15.
Ακριθάκης
Βακαλόπουλος
Γιαννακόπουλος
Δενέγρης
Εμπειρίκος
Ζαμπέτας
Ηλιού
Θουκιδίδης
Ίκαρος
Καρούζος
Λαπαθιώτης
Μαρτίνου
Νιζήρης
Ξυλούρης
Οικονομίδης
Πουλάκος
Ρωμανός
Σολωμός
Τορνές
Υψηλάντης
Φατούρος
Χρήστου
Ψαραντώνης
Ωραίοι

Έλληνες
Αδάμαντες
Ανυπακοής



Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Μάιος 2009

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Επέτειος Γαλλικής Επανάστασης & Γιάννης Κουνέλλης


Radio_140709

Ακόμα ένα Ραδιοχρονογράφημά μου στο Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr (κάθε μεσημέρι, στις 2 παρά κάτι).

220 Χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση,
40 Χρόνια από ένα έργο του Γιάννη Κουνέλλη

Ένα από τα λατρεμένα μου έργα τέχνης, φιλοτεχνημένο πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, στα 1969, φέρει την υπογραφή του Γιάννη Κουνέλλη. Ας θυμίσουμε ότι ο Κουνέλλης γεννήθηκε το 1936, εδώ, στον Πειραιά. Οι μύωπες γραφειοκράτες της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του έφραξαν τον δρόμο της εισόδου στην Σχολή τρεις φορές, προσφέροντας έτσι, άθελά τους βέβαια, λαμπρές υπηρεσίες στην παγκόσμια τέχνη – και ο Κουνέλλης είναι παγκόσμιος καλλιτέχνης. Αποφάσισε, λοιπόν, να εγκατασταθεί στη Ρώμη, όπου αρχίζει να εκθέτει και να διαπρέπει.
Το έργο του Κουνέλλη, που το λάτρεψα και εξακολουθώ να το λατρεύω, δεν έχει τίτλο. Απαρτίζεται από μια μαύρη λαμαρίνα, η οποία φέρει ένα μικρό μεταλλικό ράφι. Πάνω στο ράφι βρίσκεται ένα αναμμένο λευκό κερί. Στη φλόγα του κεριού διαβάζουμε, γραμμένα με κιμωλία, τα εξής: Liberta o Morte. Ελευθερία ή Θάνατος. Κι από κάτω δύο ονόματα: Μαρά και Ροβεσπιέρος. Η απλότητά του έργου είναι συγκλονιστική, και αυτή η απλότητα είναι ο μέγας πλούτος του. Λαμαρίνα, κερί, κιμωλία. Επιτήδευση καμία. Ένας φόρος τιμής, μεστός, καθ’ όλα έντιμος, ευθύς, σε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στη Γαλλική Επανάσταση. Και σήμερα γιορτάζουμε, όσοι ξέρουμε ν’ αγαπάμε την Ελευθερία, τα 220 χρόνια από κείνη την ημέρα, την 14η Ιουλίου του 1789, ημέρα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης.
Πολλοί από μας έχουμε στα σπίτια μας την «Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Michelet, πολλοί θα έχουν διαβάσει κάποια από τα αναρίθμητα πονήματα που γράφτηκαν για αυτό το σπουδαίο γεγονός, ανάμεσα στα οποία και αυτό του αναρχικού πρίγκιπος Πέτρου Κροπότκιν. Σίγουρα υπάρχουν κάμποσοι που ακούνε, ξανά και ξανά, την όπερα «Ca ira» που συνέθεσε ο Roger Waters των Pink Floyd. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν δει επανειλημμένως τον «Δαντών» του αειθαλούς Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα, έναν ύμνο αλλά και μια σφοδρή, εκ των έσω, κριτική στις σκοτεινές πλευρές της Γαλλικής Επανάστασης! Σε πολλών τα μυαλά λάμπουν ακόμη σαν άστρα που δεν σβήνουνε ποτέ τα ονόματα των Αδελφών Μπαμπέφ, του Γιώργη Κουτόν, κι ακόμα του ιδιοφυούς και άτεγκτου Saint-Juste, που μάλιστα τον έκανε ποίημα συναρπαστικό ο Νίκος Καρούζος. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Νικόλας Κάλας, ή Νίκος Καλαμάρης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, αλλά και εξίσου σημαντικός θεωρητικός τέχνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, δανείστηκε ένα από τα ψευδώνυμά του, το Σπιέρος, από το όνομα Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, τιμώντας έτσι αυτή την απόλυτα έντιμη ηγετική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης. Τα έργα τέχνης που άντλησαν την έμπνευσή τους από αυτό το μεγαλειώδες κοινωνικό πείραμα, απ’ αυτήν τη θυελλώδη προσπάθεια εκ νέου ανακάλυψης του νοήματος της ζωής και επαναπροσδιορισμού των ιδιοτήτων του ανθρώπου είναι κυριολεκτικά αμέτρητα.
Σήμερα, 14 Ιουλίου του 2009, φέρνω στο νου μου τη Γαλλική Επανάσταση της 14ης Ιουλίου του 1789. Θυμάμαι όσους καταπιάστηκαν ως ιστορικοί, ποιητές, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, με τη Γαλλική Επανάσταση. Αλλά, όσο έξοχοι κι αν ήσαν, μοιάζουν να σβήνουν μπροστά στη μικρή φλόγα απ’ το κεράκι του Γιάννη Κουνέλλη. Λαμαρίνα, κιμωλία, ένα κερί και μια θαρραλέα, έντιμη έμπνευση ανυψώνουν το έργο του Κουνέλλη σε απόλυτο αίνο, σε ανυπέρβλητο εγκώμιο της Γαλλικής Επανάστασης, της ανάγκης και επιθυμίας για Ελευθερία. Σαράντα χρόνια πριν, στα 1969, ο Κουνέλλης δώρισε στην ανθρωπότητα έναν τρόπο να στοχάζεται πάνω στα μεγάλα γεγονότα. Οι Πειραιώτισσες και οι Πειραιώτες ας είναι περήφανοι γι’ αυτόν τον παγκόσμιο εικαστικό φιλόσοφο που γεννήθηκε σ’ αυτά εδώ τα μέρη, στον Πειραιά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 14/07/09

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Και Πάλι Κοντά Σας


Radio_130709

Απανωτές οι αναποδιές, καπούτ η τεχνολογία, τρικλοποδιές αβέρτα από το πουθενά, κι έτσι το blog έμεινε στάσιμο για κάμποσον καιρό. Και πάλι κοντά σας, όμως, ανοίξαμε και σας περιμένουμε ή ΦΦΦΦΦ [Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε]. Εντωμεταξύ εκδόθηκε ο «Κλιματιζόμενος Εφιάλτης» του Henry Miller [Μεταίχμιο], το «Όπλο μετά Μουσικής» του Jonathan Lethem [Ελληνικά Γράμματα], ο «Χειμώνας» της Melanie Wallace [Πόλις], που τις μεταφράσεις τους είχα τη χαρά και την τιμή να υπογράψω. Κι ακόμα, κυκλοφόρησε το νέο Βακχικόν, πλουτίζει τις γνώσεις μας ο Γιαννακόπουλος μέσα από το areadingdiary, τραγούδησε ο Iggy γαλλικά, έφυγε για τους ουράνιους λειμώνες ο Sky Saxon των Seeds, τιμήσαμε τον Λεωνίδα Χρηστάκη στο Nosotros (φίλοι απ’ τα παλιά, Σας χαιρετώ, Ω! Κωστή Τριανταφύλλου, Ω! Θανάση Μουτσόπουλε, Ω! Νίκο Ξυδάκη, Ω! Τεό Ρόμβε, Ω! Μιχαήλ Μήτρα, Ω! Μιχάλη Πρωτοψάλτη, Ω! Άγγελε Μαστοράκη! Ω! Πάνο Χαραλάμπους!), απέκτησα στήλη στο «Διαβάζω» με τίτλο «Ζενερίκ», μας σκίζει τα μυαλά ο Maurice Attia με το «Μαύρο Αλγέρι» και την «Κόκκινη Μασσαλία» (Πόλις), συνεχίζονται οι εκπομπές (απρόσκοπτα) Radio Propaganda και «Ο Αφρός των Ημερών», καθώς και τα «Ραδιοχρονογραφήματα» στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, πυρπολεί τα μάτια μας ο James Ellroy με το «Because the Night» (Άγρα), μας σκάβει σάρκα/πνεύμα/ψυχή ο Νίκος Καρούζος («στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου), γεννημένος στις 17 Ιουλίου του 1926. Αμέσως παρακάτω ένα από τα πιο πρόσφατα «Ραδιοχρονογραφήματά» μου. Όσο για τα κακόβουλα, και κομμάτι ασυνάρτητα, σχόλια κάποιου Alexis στην προηγούμενη ανάρτηση, τι να πω; Οι φθονεροί είναι βαρετοί, και άλλωστε «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού», ενώ μια ζωή οι φίλοι μου κι εγώ ζούμε με αλλεπάλληλα και αλησμόνητα potlatch!

Κολάζ Αναμνήσεων

Στα κάποτε εφηβικά, μα και προεφηβικά μας, δωμάτια, του ενός πολύ διαφορετικό από του άλλου, φτωχικό ίσως αλλά γοητευτικό και πάντα φιλόξενο, συνηθίζαμε μανιωδώς να αποτυπώνουμε, να κολλάμε καλύτερα (και θα πω γιατί αυτό το «να κολλάμε»), καθένας τη δική του μοναδική, ήδη διαμορφωμένη και διαρκώς υπό διαμόρφωσιν, προσωπικότητά του, την ταυτότητά του. Δεν είχε έρθει ακόμη η ομοιογενοποίηση, η Νεοσέτ, η Ικέα ή η Sato, να λουστράρουν την εφηβεία, να την κάνουν ομοιόμορφη, πατικωμένη, ουσιαστικά ακίνδυνη. Η φαντασία μας οργίαζε, δεν καθηλωνόταν σε χρωματιστές μεν, ίδιες δε, επιφάνειες, και η αλάνα ήταν πιο κει και μας περίμενε καθημερινώς. Το ίδιο και το όνειρο – ήταν εκεί και μας περίμενε καθημερινώς. Οι τοίχοι των εφηβικών μας δωματίων φιλοξενούσαν αενάως μεταβαλλόμενα κολάζ με ό,τι αγαπούσαμε και αντλούσαμε, για να μας διαπλάσει, από τον κινηματογράφο, τη μουσική, τα γεγονότα που πάλλονταν γύρω μας. Κανενός το δωμάτιο δεν ήταν ίδιο με του άλλου, κι ακόμα κανενός το δωμάτιο δεν ήταν το ίδιο το φθινόπωρο και το ίδιο το καλοκαίρι. Κάθε δωμάτιο ήταν ένα πρωτόλειο έργο εν εξελίξει, ένα work in progress.
Κόβαμε, λοιπόν, φωτογραφίες ή και κείμενα από περιοδικά και εφημερίδες των γονιών μας και τα κολλούσαμε στους τοίχους, συνήθως επιμελώς, με σελοτέιπ διπλής κολλητικής επιφανείας, συνθέτοντας έτσι ένα πρελούδιο του μέλλοντός μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο εγκαθιστούσαμε στον χώρο αλλά και εντός μας, στο μυαλό, στα φυλλοκάρδια μας, τις μετέπειτα, αποκλειστικά δικές μας, έστω της παρέας, επετείους. Πρόσωπα, ημερομηνίες, συμβάντα, στιγμές που έμελλε ν’ αποτελέσουν τους οδοδείκτες μας, το θησαυροφυλάκιο του καθενός μας. Κολλούσαμε εκεί στους τοίχους τις ψηφίδες της προσωπικότητάς μας. Και έτσι συστηνόμαστε στον άλλον, αλλά και δεξιωνόμαστε τον άλλον, σ’ αυτό το αυτοσχέδιο σπήλαιο το καμωμένο από χαρτί. Μια τέχνη του εφήμερου που όμως έμελλε ν’ αντέξει μες στις δεκαετίες. Μια επιστήμη των επετείων που, όπως συμβαίνει και με τα έθνη, χαρτογραφεί την προσωπικότητα.
Με δέος να κολλάω στον τοίχο μου τον Νιλ Άρμστρονγκ καθώς πατάει το πόδι του στη σελήνη, στο φεγγάρι, καλύτερα, που ήδη μου είχε δώσει τα πρώτα μου προεφηβικά ποιήματα. Σαράντα χρόνια πριν. Με λαχτάρα και ροκ χοροπηδητά να κολλάω στον τοίχο τον Τζίμι Χέντριξ με το πορφυρό μαντίλι στα ατίθασα μαλλιά του και την κιθάρα του να παίζει τα πάντα στο μεγαλειώδες, για μένα, τριήμερο του Woodstock. Επίσης σαράντα χρόνια πριν. Καλοκαίρι του 1969, και η αθωότητα να επελαύνει, γύρω και εντός μου. Με αμηχανία, με σαστισμάρα, δίχως να πολυκαταλαβαίνω, αλλά διαισθανόμενος ότι κάτι σαν απώλεια με παγώνει, να κολλάω, και πάλι σαράντα χρόνια πριν, την είδηση του θανάτου του δυναμικού ταλαντούχου Μπράιαν Τζόουνς, μουσηγέτη των Rolling Stones, ανήμπορος να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν να πνίγηκε στην πισίνα του, πολύ άγουρος ακόμη για να αντιληφθώ την συγκινησιακή σημασία του πένθους.
Κι αυτές τις μέρες, να πιάνω τον εαυτό μου σκυμμένο στο τραπέζι της κουζίνας μιας φιλόξενης κατοικίας, να συλλέγει πάλι αναμνήσεις, κόβοντας με το ψαλίδι, ένα από τα ιερότερα μέσα του συγγραφέα, όπως μας δίδαξε ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ, φωτογραφίες και κείμενα για κείνα τα γεγονότα του 1969 από εφημερίδες και περιοδικά.
Αληθεύει ότι η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν. Αληθεύει επίσης ότι στους καιρούς μας, τώρα που ο ίλιγγος ασχημονεί και η ασχήμια γίνεται ιλιγγιώδης, ναι αληθεύει ότι η νοσταλγία μπορεί να είναι ένα εφαλτήριο που μας ωθεί προς μια νέα ανακάλυψη της αθωότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 13/07/09

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Η ΛΙΣΤΑ



Δημοσιεύτηκε στη Lifo, το παρακάτωθι, στη στήλη Booklovers-The List.

Η Λίστα

Έχω κατορθώσει, κατά καιρούς, να κόψω το τσιγάρο και το ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικο), για παρατεταμένες περιόδους έμεινα μακριά από το κρέας, μπόρεσα κάποτε να μετριάσω τις σχεδόν ολέθριες ποσότητες καφέ που απολάμβανα καθημερινώς. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να κόψω το βιβλίο. Δυστυχώς, περιβάλλομαι από εξίσου μανιακούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι τίναζαν στον αέρα κάθε φιλότιμη απόπειρά μου να μείνω μακριά απ’ τις τυπωμένες σελίδες.
Αυτό τον καιρό, κλεισμένος σ’ ένα εξαίσιο φιλόξενο σπίτι της Κυπαρισσίας, καταβρόχθισα ένα σκασμό βιβλία, και φροντίζω τώρα να σας μιλήσω για πέντε (υποτίθεται) από αυτά, κάνοντας κάποιες μικρές ζαβολιές που τα μετατρέπουν αυτομάτως σε περισσότερα. Ιδού, λοιπόν:

1. Benjamin χ Τρία

Μία βιογραφία, ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ένα δικό του, εξόχως σημαντικό πόνημα, με κράτησαν κοντά στη σκέψη και την προσωπικότητα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή. Ο Μόμε Μπρόντερσεν υπογράφει το «Βάλτερ Μπένγιαμιν – Η Ζωή, το Έργο, η Επίδραση» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανή, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου ερχόμαστε σε γόνιμη επαφή με τον βίο και την περιπέτεια του Μπένγιαμιν, με τα θέματα που τον απασχόλησαν, με τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Ο Bruno Arpaia έρχεται να μας γοητεύσει με τον «Άγγελο της Ιστορίας» (μτφρ. Χρύσα Κατκατσάκη, εκδ. Ίνδικτος), όπου καταγράφονται μυθιστορηματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μπένγιαμιν, χρόνια εξορίας, ζόφου, αλλά και σπουδαίας δημιουργικότητας. Τα «Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα), είναι ένα ποιητικό έργο, απαρτιζόμενο από σύντομα κεφάλαια, «ολέθρια τρυφερές μικρογραφίες», σύμφωνα με τον Τέοντορ Αντόρνο, μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν ασκεί προφητική κριτική στην ανάδυση του ναζισμού.

2. Πεσσόα + Καβάφης

Συγκινητικά, έξυπνα και εύστοχα δομημένο το συνταίριασμα του Φερνάντο Πεσσόα με τον Κ. Π. Καβάφη, στο διπλό βιβλίο «Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» (εισαγωγή-ανθολόγηση από τον Γιάννη Σουλιώτη, εκδ. Μεταίχμιο). Αφήνουμε να μας ταξιδέψει η μελωδία των δύο μεγάλων ποιητών, να μας παρασύρουν σε μια λυτρωτική άρση του χρόνου στίχοι όπως «όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο». Από τη σειρά «Αντικριστοί Καθρέφτες», στην οποία εντάσσεται και το άλλο διπλό βιβλίο «Κώστας Καρυωτάκης & Μαρία Πολυδούρη – Έρωτας και Θάνατος στη Σκιά της Ποίησης» (επιμέλεια-ανθολόγηση από τον Γιάννη Η. Παππά).

3. Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac

Ποντάραμε στον Κέρουακ σαν ήμασταν έφηβοι, και, αισίως, δεν παύουμε ν’ ανταμειβόμαστε. Ο χαλκέντερος Γιάννης Λειβαδάς έρχεται να μας προσφέρει μιαν ευώδη ανθοδέσμη από τέσσερις Κέρουακ. Το μυθιστόρημα «Πικ», είναι το κύκνειο έργο του Τζακ, γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες, τη χρονιά του θανάτου του, το 1969, και το διαβάζουμε μαζί με την «Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (αμφότερα από τις εκδ. Απόπειρα), ένα σύνολο στοχασμών του Κέρουακ, εμπνευσμένων από τη μελέτη βουδιστικών κειμένων. «Βροντερά όνειρα μέσα σ’ ένα απολύτως σιωπηλό μυαλό. Τώρα που το γνωρίζουμε αυτό, πετάχτε τη σχεδία». Ακάθεκτος ο Λειβαδάς, μεταφράζει και προλογίζει τα «Ποιήματα» και τα «Mexico City Blues», αμιγώς ποιητικές πτήσεις του Κέρουακ (εκδ. Ηριδανός), ενώ αναμένει στο κομοδίνο μου να τον κατασπαράξω ένας πέμπτος Κέρουακ, εξ αδιαιρέτου με τον William S. Burroughs, ήτοι το θρυλικό μυθιστόρημα, ανέκδοτο επί έξι δεκαετίες, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος).

4. Κορνήλιος Καστοριάδης & Friends

Ο τόμος «Παράθυρο στο Χάος» (μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, εκδ. ύψιλον/βιβλία) στεγάζει έξι σημαντικά κείμενα του διορατικού στοχαστή, όλα με θέμα την Τέχνη στους σύγχρονους καιρούς. Στο εγχείρημα συμπράττουν, ως συνομιλητές του Καστοριάδη, διανοητές όπως ο Οκτάβιο Παζ, ο Κάρλος Μπαράλ, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Φιλίπ Νεμό. Ούτε λέξη από τα όσα υπάρχουν στις σελίδες του τόμου δεν μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία, το νόημα, και την επικαιρότητά της. Πολύτιμο ανάγνωσμα!

5. Γιώργος Κακουλίδης (και ξερό ψωμί)

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν, γι’ αυτό. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής» (εκδ. Λιβάνη), ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

κιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω


Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Το σημερινό μου ραδιοχρονογράφημα, παραμένοντας, ως λέγει ο Ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Σκιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω

«Γιατί δεν τους ξεσκίζουν γι’ αυτά που λένε», έλεγε εντόνως ο αρχηγός του νεόδμητου κόμματος «Δράση» στην εκπομπή του Καναλιού μας «Παιχνίδια Εξουσίας». «Μην τους φοβάσαι, φόβισέ τους», καλεί έναν κρανοφόρο εργάτη και σύσσωμο το προλεταριάτο, μέσω των αφισών του, το τιμημένο Κουκουέ. Ο κύριος Γιακουμάτος, λάτρης ως φαίνεται των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου, έκανε επανειλημμένες αναφορές στην ταινία «Το Μεγάλο Φαγοπότι» αποδίδοντάς την στον Πιερ Πάολο Παζολίνι – ενώ, βεβαίως, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μάρκο Φερέρι. Μετά τον κακό χαμό του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μοιάζει να είναι ο μοναδικός Έλληνας που δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, λέει, εξαπέλυσε το άλλο βέλος από την πλούσια φαρέτρα του: «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Οι επαγγελματίες χιουμορίστες, οι κωμωδιογράφοι, τελούν εν απογνώσει: τους τρώνε το ψωμί οι πολιτικοί. Εκτός κι αν συμβαίνει να εργάζονται για λογαριασμό τους, να έχουν αναλάβει αυτοί την εκπόνηση των συνθημάτων σε τούτες τις ευρωεκλογές. Ο μεγάλος ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ στο ποίημά του «Δυσκολίες Πολιτευομένου» αναρωτιόταν: «Φώναξε τι να φωνάξω».
Μπορούμε κάλλιστα να φωνάξουμε την απόγνωσή μας – κομψά, με περίσκεψη, ίσως με κάποια πικρή μελαγχολία, γιατί όχι και μελωδικά. Την απόγνωσή μας για την φτώχια του πολιτικού λόγου και της πολιτικής πράξης. Την απόγνωσή μας για τις καρικατούρες ιδεών, για την ιλαρότητα που σαν βρόμικη αύρα απλώνεται πάνω από την πολιτική διαμάχη.
Μπορούμε, επίσης κάλλιστα, να φωνάξουμε την ποιότητά μας. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας σε όσους εμμένουν στην ποιότητα, στο θάλπος, στη φιλία, και με το πρόσχημα μιας γλυκιάς νοσταλγίας ασκούν, ουσιαστικά, κριτική στο άχαρο σήμερα. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας στον Σκουρή και στον Τσαβάρα, στον Βασίλη Σταυρόπουλο και στην Ελένη Γιαννοπούλου, στον Μποσκό και στους Πολίτες Κέιν, και στους άλλους του Καναλιού 1, του ραδιοφωνικού σταθμού που έχει επιλέξει τους ήπιους, μειλίχιους, τόνους, και όχι τη λεκτική βία και τον βίαιο λόγο.
Να φωνάξω, με τη σειρά μου, τα ευχαριστώ μου στον Ντίνο Υφαντή, για τη χθεσινή μας συζήτηση που ενέπνευσε το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα. Ναι, φίλε Ντίνο, συμφωνώ, πλέον η βία δεν οδηγεί πουθενά, δεν είναι πλέον η «μαμμή της ιστορίας», δεν έχει νόημα ούτε καν ως «αντι-βία».
Λέω για σήμερα να επιχειρήσω μια λυτρωτική περιδιάβαση στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και του Ερίκ Σατί, να συνεχίσω την προετοιμασία για το αυριανό αφιέρωμα της εκπομπής Radio Propaganda στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ιδρυτή, ας επαναληφθεί για να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, της Ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε καταλυτικά ανάμεσα στα 1948 και τα 1966, και να τελειώσω την ανάγνωση του υπέροχου και συναρπαστικού βιβλίου «Η Μνήμη της Πολαρόιντ», της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο), ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που έχει πολλά να πει για τη γενεαλογία, ίσως και την αρχαιολογία, της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης.
Κι ενώ όλοι έχουν το νου στραμμένο στις παραλίες, ας δηλώσω, όπως και ο φίλος μου Νίκος Τριανταφυλλίδης, ότι μ’ αρέσει η θάλασσα μόνο τον χειμώνα και να τη βλέπω από μακριά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 28/05/09

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΧΡΩΜΑΤΑ!


Radio_270507

Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στη 1 παρά πέντε το μεσημέρι. Προσοχή στην ΚΔΩΑ, την Κτηνώδη Δύναμη Ωγκώδη Άγνοια (με Ω λόγω αγνοίας)!

Προσοχή! Χρώματα!

Οι ιδέες, οι θεωρίες, τα ρεύματα τέχνης και σκέψεις, έχουν την ιστορία τους. Το ίδιο και κάποια συνθήματα που προκύπτουν από όλα αυτά. Όπως έχει δείξει ο στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης, οι ιδέες είναι όπλα αξίωσης ισχύος, εισβάλλουν στην ιστορία και κάνουν τη δουλειά τους: ήτοι αλλάζουν ακριβώς τον ρου της ιστορίας. Εν συνεχεία, γίνονται και οι ίδιες ιστορία, γίνονται θέμα ανάλυσης μιας συγκεκριμένης, επαναλαμβάνω: συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, στην οποία εμφανίστηκαν και έδρασαν. Και έτσι εντάσσονται στο ιστορικό ρεύμα που τις γέννησε, που τις έκανε τελεσφόρες, που τους προσέδωσε δυναμική, όπως και αυτές του προσέδωσαν δυναμική.
Είναι γνωστό, για κάποιους και θλιβερό, ότι τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται ότι οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, είτε από οκνηρία είτε από ανημπόρια, ή έστω λόγω του γενικευμένου συγκεχυμένου των καιρών μας, δεν επινοούν νέες ιδέες, αλλά αρκούνται σε μια συνθηματολογική εκμετάλλευση ιδεών που εκπονήθηκαν πολύ καιρό πριν, κάτω από άλλες συνθήκες και, βεβαίως, για άλλους λόγους. Δυστυχώς πρόκειται για ένα είδος αρπαχτής και ξεπέτας, που βασίζεται στην τάχατες άγνοια των πολιτών και στην τάχατες άμβλυνση της ιστορικής τους συνείδησης.
Συνήθως, και ευτυχώς εν προκειμένω, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αρπαχτής και ξεπέτας παλαιών ιστορικών και κρίσιμων ιδεών είναι ιλαρά, και προκαλούν στους νοήμονες και τους εγγράμματους ομηρικά γέλια συνοδευόμενα από δίκαιη, έστω δικαιολογημένη, αγανάκτηση.
Ο νυν υπουργός πολιτισμός όταν κάποτε θέλησε να στήσει κι αυτός το κόμμα-απόκομμά του, την Πολιτική Άνοιξη, περιέπεσε σε δύο σπαρταριστά λάθη. Πρώτον, το «Πολάν» όπως έλεγαν συντομογραφικά το κόμμα-απόκομμά του, θύμιζε στους λάτρεις του ροκενρόλ τον μεγάλο Πολ Άνκα, και έπεσε, συνεπώς, γέλιο πολύ. Δεύτερον, είχε την έμπνευση, ή κάποιος σύμβουλος του το σφύριξε, να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό του σύνθημα έναν κρίσιμο όρο-έννοια του σημαντικότατου φιλοσόφου Hegel, ελληνιστί Εγέλου, την «υπέρβαση», γερμανιστί «Aufhebung». Όπως έγραφε και ο Θανάσης Λάλας εντός παρενθέσεως στις συνεντεύξεις του: (γέλια, γέλια, γέλια).
Προσφάτως χύθηκε, και εξακολουθεί να χύνεται, πολύ μελάνι, αλλά σημειώθηκαν συνάμα και πολλές άχαρες και αχαρακτήριστες φωνασκίες στην τιβί, για το περιβόητο πια «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που είχε την έμπνευση, ή του εσφυρίχθη από τον πεπαιδευμένο σε τέτοια ζητήματα Νίκο Κοτζιά, να χρησιμοποιήσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως ως κεντρικό σύνθημά του για τις Ευρωεκλογές. Και πάλι, εκ μέρους ορισμένων, ιστορικώς και φιλοσοφικώς εγγραμμάτων: γέλια, γέλια, γέλια!
Μεθαύριο, Παρασκευή 29 Μαΐου, εδώ στο Κανάλι 1, στον Πειραιά, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα παρουσιάσουμε ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, σημαντικό παγκοσμίως στοχαστή και ιδρυτή, ακριβώς, της ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε επί μία εικοσαετία, ανάμεσα στα 1948 και 1966. Μετά τα γέλια, η αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας και αλήθειας.
Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, λίγη φρόνηση παραπάνω, σας παρακαλούμε. Προσοχή όταν αγγίζετε λαμπρά χρώματα του παρελθόντος, προσοχή γιατί μπορεί να είναι ακόμη νωπά τα χρώματα αυτά. Μπορεί να μην είναι φρεσκοβαμμένα κάποια παγκάκια, αλλά ίσως παραμένουν ικανά να λερώσουν τα ακριβά σας κοστούμια! Προσοχή, χρώματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/05/09

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο


Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο

Και σήμερα, ένα Ραδιοχρονογράφημα. Ακούστηκε πριν από λίγες μέρες στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr Θα ακολουθήσουν κι άλλα που δεν μπορούσα να αναρτήσω λόγω τεχνικών προβλημάτων και μπλοκάρισμα του υπολογιστή. Την Παρασκευή, 29 Μαΐου, στην εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα έχουμε ένα αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997), ιδρυτή, ως γνωστόν, της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Άλλωστε στο Κανάλι 1, συχνά-πυκνά, γίνονται αναφορές στο έργο του μεγάλου διανοητή, ιδίως από την εκπομπή «Πολίτες Κέιν», του Γιάννη Πολυμενέα και του Γιάννη Καλολόγου, κάθε Σάββατο, από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι.

«Φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι», είχε γράψει ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στο ποίημά του για τον Λάκι Λουτσιάνο. Όταν αρχίζεις να μιμείσαι, αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου. Κι όταν αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου, ο κόσμος αρχίζει να γίνεται λιγότερο πλούσιος, λιγότερο πολύτιμος. Γιατί τα λέω αυτά δευτεριάτικα; Διότι μου ήρθαν στο νου οι στίχοι αυτοί του Δενέγρη «φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι» ακούγοντας ραδιόφωνο, ως συνήθως, χθες το μεσημέρι, μετά την ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων. Άκουσα γνώριμες φωνές, ακόμα και φίλων φωνές, να χλευάζουν επιμόνως και αγρίως τη Eurovision, και την ελληνική συμμετοχή. Επίσης, να χλευάζουν την ελληνική συμμετοχή, με άκομψο τρόπο, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, η χλεύη πάντα άκομψη είναι.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιότιμων, κατά τα άλλα, χλευαστών, ήταν υπερβολικότατα υπερβολική η τιβί, τα κανάλια, ως προς τις προσδοκίες για διάκριση του Σάκη Ρουβά, και μετέπειτα, ακόμα πιο υπερβολικότατα υπερβολική στον σχεδόν θρήνο για την βαθμολόγηση που έφερε την ελληνική συμμετοχή στην έβδομη θέση. Διέκρινα, φίλες και φίλοι, μιαν εκ μέρους του ραδιοφώνου μίμηση των τηλεοπτικών τρόπων. Κι αυτό είναι ένα λάθος του ραδιοφώνου, ας μου επιτραπεί να επισημάνω. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα. Και καλώς είναι εντελώς διαφορετικά, και έτσι πρέπει, θαρρώ, να παραμείνουν. Συμπτωματικώς, την ώρα που διεξαγόταν το φεστιβάλ της Eurovision, ο τελικός του Σαββάτου, εγώ έκανα, ζωντανά από το στούντιο του Καναλιού μας, την εκπομπή μου «Ο Αφρός των Ημερών», με ηχολήπτη τον εξαιρετικό κύριο Κώστα Λαζαρίδη. Σχολιάσαμε παρέα, εν τάχει, το γεγονός του τελικού, καθώς και τη λαχτάρα πολλών συμπατριωτών μας για μία διάκριση, για μιαν ανάκαμψη του ηθικού έστω και μέσω της Eurovision, και σε ελάχιστα λεπτά είχαμε αφήσει πίσω μας το θέμα, δεν επιμείναμε διόλου, και συγκεντρωθήκαμε πάλι στο νέο έργο του Bob Dylan, το «Together Through Life», καθώς και στα πενήντα χρόνια από το ξέσπασμα του νέου κύματος του Γαλλικού Κινηματογράφου, της περιλάλητης nouvelle vague, που ήταν τα κεντρικά θέματα της προχθεσινής σαββατιάτικης εκπομπής.
«Η Σφίγγα κάνει τη δουλειά της, κι εμείς τη δική μας», αποφάνθηκε ο ποιητής Ευγένιος Αρανίτσης, και είχε δίκιο. Που σημαίνει ότι, στην εποχή μας, καλόν είναι να μην μπερδεύουμε τα μέσα, να μην κάνουμε τηλεόραση μέσα από το ραδιόφωνο, αλλά ραδιόφωνο μέσα από το ραδιόφωνο. Δεν υπάρχει λόγος το ραδιόφωνο να ασκεί κριτική στις άγριες υπερβολές της τηλεόρασης, ή και να την χλευάζει. Το ραδιόφωνο μπορεί κάλλιστα να αντισταθεί στις εν λόγω υπερβολές με τους χαμηλούς τόνους του, την εγγενή συγκίνησή του, την ποιότητά του, τόσο στο λόγο όσο και στις μουσικές επιλογές. Χλευάζοντας την τηλεόραση, γινόμαστε τηλεοπτικοί, εντέλει την μιμούμαστε την τηλεόραση, παύουμε να είμαστε ραδιοφωνικοί. Κι αυτό, πιστεύω, είναι εις βάρος μας, δεν μας φέρνει ακροατές, απεναντίας τους διώχνει, τους ωθεί προς το real thing, ήτοι, ακριβώς, προς την τηλοψία. Η παγερή αδιαφορία προς τα σημερινά τηλεοπτικά ήθη, η εστίαση στη δουλειά μας, στον κομψό λόγο και στην καλή μουσική, είναι τελικά πολύ πιο αιχμηρή κριτική, πολύ πιο αποτελεσματική.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/05/09

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr . Λόγω τεχνικών προβλημάτων, και άλλων μικρών δεινών, δεν ήταν δυνατόν να ανανεωθεί το blog για περίπου έναν μήνα. Τώρα, ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, LADIES & GENTS!!!

Περί Παρεξηγήσεων

Ένα από τα πολλά εθνικά μας σπορ είναι και η παρεξήγηση. Το λέει κι ένα άσμα, «Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δεν δόθηκε». Κι όμως, όταν δίδεται εξήγηση, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη η παρεξήγηση. Και δίδεται εξήγηση όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να ανοιγόμαστε στον άλλον, όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να λέμε τη γνώμη μας, έστω και σε συνθήκες αντίξοες, πόσο μάλλον σε ευνοϊκές. Χθες, στον Πειραιά, μια μέρα πανέμορφη, με λιακάδα λυτρωτική, πέρασα από το Κανάλι 1, έκανα το πεντάλεπτο ραδιοχρονογράφημά μου, ένα αισιόδοξο μάλιστα ραδιοχρονογράφημα, και είπαμε με τον Ντίνο Υφαντή να πιούμε καφέ και να τα πούμε. Ο Ντίνος μού έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για μια παλαιά παρεξήγηση που όπως και η κολόνια βαστάει χρόνια, και ας του αφιερώσω το σημερινό μου σχόλιο.

Πήραμε, λοιπόν, να μιλάμε, σαν παλιοί φίλοι, παρότι γνωριζόμαστε ελάχιστα, περί φιλίας και ανθρωπιάς, να σχολιάζουμε την κατάσταση των σημερινών νέων, να μιλάμε για παλιά βινύλια και τωρινά άσματα, για το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, για τον Ρομπέρτο Μπενίνι, για ωραίες νουάρ ταινίες, για μουσικές και λογοτεχνίες. Κάποια στιγμή, πιάσαμε να λέμε για την Γενιά Μπιτ, για τον Τζακ Κέρουακ και το θρυλικό «On the Road», και κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι, λοιπόν, χρειάστηκε κοντά ένα τέταρτο του αιώνα για ν’ απαλλαχτεί από τη φήμη του πορνόγερου και του μισογύνη, του ανθρώπου που διόλου δεν σέβεται τις γυναίκες, αλλά απλώς τις χρησιμοποιεί κυνικά για να κορέσει τις όποιες χθαμαλές ανάγκες του, σαν δοχεία ας πούμε. Η παρεξήγηση αυτή, θεμελιωμένη, όσο θεμελιώνεται μια παρεξήγηση, στο γεγονός ότι εδώ κυκλοφόρησαν αρχικά κάποια πεζογραφήματα του Τσαρλς που όντως είχαν κάποια στοιχεία λαγνείας και καθημερινής τρέλας, όπως έλεγε και ο ίδιος, έμελλε, όπως είπα, να διαρκέσει πάνω από μια εικοσαετία. Ελάχιστοι επέμεναν ότι ο Μπουκόφσκι είναι μεγάλος ποιητής, σπουδαίος ανατόμος της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κοινωνίας, τροβαδούρος της φτωχολογιάς αλλά και της εργατικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κι ακόμα, λάτρης της κλασικής μουσικής, των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων, των καλλιτεχνών που μπόρεσαν να εκφράσουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, είχαμε ένα εκδοτικό μπαράζ Μπουκόφσκι, εκλεκτοί Έλληνες πεζογράφοι και ποιητές φρόντισαν να μεταφράσουν την ποίησή του με άρτιο και εμπνευσμένο τρόπο, δοκιμιογράφοι να μιλήσουν για την ουσία της προσφοράς του. Ανάμεσά τους, η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Κι έτσι σκόρπισαν τα σύννεφα της παρεξήγησης. Κι έτσι, ο Έλληνας αναγνώστης αντιλαμβάνεται πια ότι ο Μπουκόφσκι ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών του εικοστού αιώνα.

Ας θυμίσουμε ότι παρόμοια μοίρα είχαν κι άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (που τον θεωρούσαν, τόσο εσφαλμένα, παιδεραστή που κυνηγούσε κοριτσάκια), ο Χένρι Μίλερ (που τον περιέβαλλε η κακή φήμη του κυνικού και του παράφρονα, εξαιτίας κάκιστων μεταφράσεων), ο Μάλκολμ Λόουρι (που στα μυαλά πολλών δεν ήταν παρά ένας ελεεινός μπεκρής). Και πάει λέγοντας.

Ας φροντίσουμε να μιλάμε, με έλλογο πάθος και παθιασμένη λογική, για όσα αγαπήσαμε, για όσα αγαπάμε, κι οι παρεξηγήσεις θα χάνονται όπως τους αξίζει.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Αντίο, Φίλε!



Adios, Leo!

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Τότε συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Με τίμησε με τη φιλία του. Μια φιλία που πέρασε από σαράντα κύματα, έκτοτε. Φοιτούσα στο πρώτο έτος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, αδιαφορώντας παντελώς για τα μαθήματα, αναζητώντας κι εγώ το βορειοδυτικό πέρασμα προς την αληθινή ζωή, μελετούσα, σπασμωδικά, ίσως και τσογλανίστικα, μια νέα Γεωγραφία των Παθών. Είχα την τύχη να γνωριστώ δυο χρόνια πριν, μαθητής στο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων Βόλου, με τον Άγγελο Σφακιανάκη και τον Αντώνη Παπαθανασόπουλο, οι οποίοι με μύησαν, μεταξύ άλλων, στο σύμπαν των πρωτοποριακών σκιρτημάτων στη χώρα μας. Μου έδειξαν τεύχη του «Panderma» και του «Κούρου», μου μίλησαν εκτενώς, στη διάρκεια λιτών μα πλούσιων συμποσίων για τον Λεωνίδα Χρηστάκη.
Επηρεασμένος εντόνως από κείμενα των situationnistes, των καταστασιακών, που διάβαζα μανιωδώς ήδη από την εφηβεία μου, συνέταξα ένα κείμενο εναντίωσης στην φοιτητική κουλτούρα εκείνης της εποχής, ένα είδος «συλληβδηνογραφίας», όπως έλεγε ο Χρηστάκης, όπου επέκρινα ειρωνικά τους μουσουργούς, τους σκηνοθέτες, τους ποιητές που τότε αγαπούσαν οι φοιτητές, καθώς και τον φοιτητικό τρόπο ζωής. Το κείμενο τυπώθηκε και διανεμήθηκε σε διάφορα πανεπιστήμια της Αθήνας. Έφτασε και στα χέρια του Λεωνίδα, που τότε εξέδιδε το θρυλικό πια «Ιδεοδρόμιο», μια δεκαπενθήμερη λυτρωτική έκρηξη ιδεών, μ’ όλες τις ακρότητες και τις αδυναμίες της, ένας πακτωλός πληροφοριών, ιδίως για πολύ νέους ανθρώπους.
Ο Λεό, όπως τον λέγαμε, μιας και ο ίδιος πολλές φορές έτσι το ήθελε, δημοσίευσε αποσπάσματα του κειμένου, σχολιάζοντάς τα επαινετικά. Πήγα πάραυτα να τον επισκεφτώ στο «γραφειόσπιτό» του, τότε στον αριθμό 4, της οδού Βελισσαρίου – έμελλε όπως είναι πασίγνωστο ν’ αλλάξει δεκάδες «γραφειόσπιτα» μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Με περιέβαλλε με τη φιλία του ευθύς εξαρχής, με εξοικείωσε με ένα σωρό πράγματα που μου ήσαν άγνωστα, με σύστησε σε αμέτρητους ανθρώπους που με τίμησαν, επίσης, με τη φιλία τους, μια φιλία πολύτιμη για μένα. Από τον Λεό άρχισα να μαθαίνω την κρυφή ιστορία του 20ού αιώνα, να μαθαίνω για το Dada και τον υπερρεαλισμό, να μαθαίνω για την επανάσταση μέσα στην επανάσταση στη Ρωσία του Λένιν αλλά και του Νέστορα Μάχνο, να μαθαίνω για τον κινηματογράφο του Gregory J. Markopoulos, και άλλων ρηξικέλευθων δημιουργών, να μαθαίνω για σημαντικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας που παρέμεναν αθέατες, να μαθαίνω για τον Θέμο Κορνάρο, να μαθαίνω για τον Πέτρο Πικρό. Μέσω του Λεό γνώρισα τον Τάσο Φαληρέα, την Κατερίνα Γώγου, τον Θωμά Γκόρπα, τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Νίκο Μπαλή, τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, τον Βαγγέλη Κοτρώνη (μακαρίτες όλοι τώρα). Μέσω του Λεό ήρθα σε επαφή με τις εκδόσεις Άκμων και συνδέθηκα φιλικά με τον Ευγένιο Αρανίτση, έχοντας δημοσιεύσει στο «Ιδεοδρόμιο» ένα κείμενο για το βιβλίο Το Σύμπλεγμα του Κάιν. Μέσω του Λεό γνωρίστηκα με τον Πάνο Κουτρουμπούση, με τον Νάνο Βαλαωρίτη, με τον Νίκο Αλευρά, με τον Άρη Μαραγκόπουλο, και τόσους άλλους. Ο Λεό ήταν ο πρώτος που μου έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιεύω ό,τι θέλω, δίχως την παραμικρή παρέμβαση, σε αλλεπάλληλα τεύχη του «Ιδεοδρομίου», ενθαρρύνοντάς με ακατάπαυτα, μιλώντας μου διαρκώς για ποιητές, ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς, επαναστάτες, αναρχικούς, ωραίους παρίες, απίστευτους μποέμ, μούρες, τύπους, φυσιογνωμίες. Ο Λεό με οδήγησε στα βιβλία που με διέπλασαν (μάλλον με στιγμάτισαν, να πω) μια για πάντα, στα βιβλία που με οδήγησαν, και ακόμα με οδηγούν, στις λόχμες του Γιώργου Μακρή – «Δαπανήθηκα στις λόχμες… Πότε θα μαζέψω τη ζωή μου κομματάκι κομματάκι; Ποτέ δεν θα μαζέψω τη ζωή μου κομματάκι κομματάκι».
Τσακωθήκαμε, δεκάδες φορές. Φιλιώσαμε άλλες τόσες. Μου εξέδωσε το πρώτο μου βιβλίο. Με κάλυψε σε δύσκολες περιστάσεις. Αλληλογραφούσαμε όταν τον έκλεισαν αναίτια φυλακή. Συναντηθήκαμε αναρίθμητες φορές, πάντα να διακατέχεται από μια διάθεση να προσφέρει γνώσεις, να εμπνέει ιδέες, να δίνει συμβουλές. Δεν έπαψε να με κατσαδιάζει ξανά και ξανά, μέσα από τις σελίδες των εντύπων του, για παραστρατήματα που θεωρούσε ότι διέπραττα, πότε για την επίμονη ανεμελιά μου, πότε γιατί δεν τράβηξα μερικά πράγματα ως κάποια άκρα, τη μια για έναν αλλόκοτο μηδενισμό μου, την άλλη για το απολύτως αντίθετο, για την εμβατηριακή λύσσα μου να ζω, πολλές φορές μες στη δίνη των αντιφάσεων ο Χρηστάκης, πολλές φορές στον στρόβιλο ενός εμπρηστικού παρορμητισμού – αλλά πώς να κακιώσω με τον Λεό, πώς να κακιώσω μ’ αυτόν που μου έμαθε τόσα και τόσα, όλα πολύτιμα, όλα καθοριστικά για ό,τι μπόρεσα να γίνω;
Τον είδα τελευταία φορά στο «Τριανόν», στην προβολή της ταινίας του Σταύρου Καπλανίδη για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, πάνε δύο χρόνια τώρα. Τους τελευταίους μήνες μιλούσαμε (και θα συνεχίσουμε, βεβαίως, να μιλάμε) ατελείωτες ώρες για τον Λεό με τον νεαρό μου φίλο Πελοπίδα Φεσσόπουλο, ο οποίος σκαλίζει δημιουργικά την ιστορία του ελληνικού underground, όπως συνηθίσαμε να το λέμε, και με την αγαπημένη μου Ελεάννα Μαρτίνου, που εντυπωσιάστηκε από τις απαγγελίες του Χρηστάκη, την εκφραστική του δύναμη στην ηχογραφημένη απόδοση αγαπημένων του ποιημάτων που παίζω συχνά-πυκνά στις ραδιοφωνικές μου εκπομπές, ενώ με τον φίλο Εμμανουήλ Κουτσουρέλλη ψάχναμε να τον βρούμε για να προχωρήσουμε σε ένα τηλεοπτικό του πορτρέτο που θα προβαλλόταν από την κρατική τηλεόραση. Ρωτώντας, έμαθα ότι είναι κατάκοιτος. Πριν από λίγες ώρες, ο φίλος Νίκος Σπυρόπουλος με πληροφόρησε ότι ο Λεό κάνει πια παρέα με τους αγαπημένους του ποιητές και παρίες στους λειμώνες τ’ ουρανού. Σε λίγες ώρες, τελευταία μέρα του Απρίλη του 2009, θα πάμε, όλοι εμείς που του χρωστάμε απέραντη ευγνωμοσύνη, που τον γνωρίσαμε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, που γνώρισε κι αυτός την καλή και την ανάποδή μας, που τον αγαπήσαμε πιο πολύ απ’ όσο μας άφηνε να του το δείξουμε, θα πάμε, λοιπόν, εκεί στου Ζωγράφου, να του πούμε ένα στερνό Adios, Leo!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30 Απριλίου 2009, χαράματα.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Σχόλιο Βγαλμένο απ' τη Ζωή




Το παρακάτω το διάβασα σήμερα, στη μία παρά πέντε το μεσημέρι, ως συνήθως, στο το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Την Πρωτομαγιά, μεθαύριο, θα είμαι κοντά σας με την εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, με τραγούδια από τον Γαλλικό Μάη του 68, και άλλα πολλά και ωραία!

Σχόλιο Βγαλμένο απ’ τη Ζωή

Αηδιασμένοι, μπουχτισμένοι, και πισθάγκωνα δεμένοι, όπως έλεγε ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος, αλλά και σαστισμένοι, μπερδεμένοι, ενίοτε δε και παλαβωμένοι από τις γύρω συνθήκες, από το τρεχαλητό και την άοσμη καθημερινότητα, ή την δυσώδη βία που απλώνεται σχεδόν παντού, από την απουσία της ευγένειας και της διακριτικότητας μέσα στα σύγχρονα εικοσιτετράωρα, οι άνθρωποι της μεγαλούπολης παραμερίζουν ολοένα και περισσότερο την ουσία της ζωής, που θα έλεγα ότι δεν είναι άλλη από τη συνύπαρξη, τη συναδέλφωση, τη συνεννόηση, το να κάνουμε πράγματα μαζί, να τρώμε μαζί, να πίνουμε μαζί, να κουβεντιάζουμε μαζί για ό,τι μας απασχολεί, μας ταλανίζει, μας χαροποιεί.

Η μοναχική απόλαυση ενός έργου του Villa-Lobos, φέρ’ ειπείν, είναι κάτι λαμπρό και σπουδαίο, αλλά πόσο πιο γόνιμο, και διασκεδαστικό ακόμα, δεν είναι το ν’ ακούσεις τον δίσκο παρέα με φίλους και να συζητήσεις τα μέρη που σε συνάρπασαν περισσότερο, να μοιραστείτε την εμπειρία, αυτή τη μέθεξη που πάντα προκαλεί ένα εξαίσιο μουσικό επίτευγμα; Η ανάγνωση του «Μεγάλου Αποχαιρετισμού» του Raymond Chandler, μας συγκλόνισε, όλη την παρέα, αλλά πιο πολύ και πιο έντονα θυμάμαι τις αλλεπάλληλες συζητήσεις μας, στον «Μπερντέ», στο στέκι μας στη Ζωοδόχου Πηγής, προ πολλών ετών, για την ευαισθησία και τον ιπποτισμό που διαποτίζουν τις σελίδες αυτού του κορυφαίου noir μυθιστορήματος.

Πώς να ξεχάσω ότι φύγαμε από τον Πειραιά, σε μια κινηματογραφική λέσχη του οποίου είχαμε δει το «Πέρασμα του Χρόνου» του Wim Wenders και πήγαμε, μ’ ένα σαράβαλο Φολκσβάγκεν, τέσσερις φίλοι, στη Λάρισα, για να δούμε ακριβώς την ίδια ταινία σε μιαν άλλη κινηματογραφική λέσχη;

Χτες, τα σκέφτηκα πάλι αυτά, και άλλα πολλά, τρώγοντας ψαρικά –σαρδέλες, σκουμπρί, βακαλάο– με τον Τάσο τον Παυλόπουλο και την Αγγελική Τσοκόγλου, σε μια ταβερνούλα λιτή, μα πλούσια, πίνοντας κρασάκι κεχριμπαρένιο, καπνίζοντας, και κουβεντιάζοντας για τη ζωγραφική και τη μουσική, για ταξίδια στην Πολωνία και εξωφρενικές αλησμόνητες περιπέτειες, για τον Πάνο Χαραλάμπους, τον φίλο μας και εξόχως επινοητικό εικαστικό καλλιτέχνη και φανατικό του βινυλίου, για το Δάσος του Κατίν και τον σταλινισμό, για τρελές παρτίδες σκάκι, για τις συνάξεις μας στον «Ένοικο», το τζαζ μπαρ της Καλλιδρομίου, και για τον Marcel Duchamp, για το έργο του «Δεδομένα: 1ον Ο καταρράκτης, 2ον Το φωταέριο», που ο μέγας Marcel φιλοτεχνούσε κρυφά επί μία εικοσαετία, από το 1946 έως το 1966.

Ταβερνείο, καπηλειό, καφενείο – εκεί η συνεύρεση και η συνύπαρξη και η συζήτηση. Ορθώς, θαρρώ, ο Μάνος Χατζιδάκις εγκωμίαζε τα καφενεία ως χώρους παιδείας, καλλιέργειας, γνώσεως θαλερούς, και ακονίσματος της δημιουργικότητας. Ορθώς, θαρρώ, επιμένουν ορισμένοι να θεωρούν το τραπέζι, χώρο γένεσης πάμπολλων ιδεών που εξωράισαν την ανθρωπότητα, ως μία από τις πιο σημαντικές επινοήσεις του ανθρώπου, συμπληρώνοντας με νόημα ότι, βέβαια, το κρεβάτι τίθεται εκτός παντός συναγωνισμού.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

COLLECTANEA



Απόψε, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, www.kanaliena.gr , από τις 11 το βράδυ και έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, η εκπομπή «Αφρός των Ημερών» και ο Μπαμπασάκης φιλοξενούν τον Γιώργο Τσελώνη, συγγραφέα του έργου «Patti Smith – Sketches of Pain – Εξόριστη στη Λεωφόρο του Rock’n’Roll.

Αύριο, στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, καυτή τζαζ στα ηχεία, μεταπασχαλινή ευφροσύνη, κέφια ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας και του ζόφου! Από τις 6 το απόγευμα, και έως αργάμιση και βάλε!

Φίλες και Φίλοι, ακονίστε την ήδη αιχμηρή και πλούσια ευφυΐα σας: διαβάστε Γιαννακόπουλο http://areadingdiary.wordpress.com/ , διαβάστε Πουλάκο http://www.vakxikon.gr/ !

«Μια μεγάλη αλλαγή γίνεται σιγά σιγά μέσα μου. Μια στροφή. Σα να εξάντλησα τον κόσμο της αφαίρεσης. Αρχίζω να πετάω και με τις δυο φτερούγες. Δοκιμάζω(μαι)». Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος)

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

ΚΟΣΜΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ




Barrio1

Προχθές, Κυριακή 12 Απριλίου, στο φιλόξενο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, τιμήσαμε τον Jack Kerouac και την Γενιά Beat. Προβλήθηκαν ταινίες, ακούστηκε πολλή και καλή jazz, αφθόνως έρευσαν τα ουίσκι και οι μπίρες. Σημαντικές προσωπικότητες της κοσμικής Αθήνας λάμπρυναν με την παρουσία τους την εκδήλωση. Ενδυματολογικώς, ως φαίνεται και στις φωτογραφίες, τα πράγματα ήσαν εκθαμβωτικά. Πολυτελή και σπορ αυτοκίνητα, ακόμα και λιμουζίνες εξάθυρες στάθμευσαν έξω από το Barrio, και έγιναν δεκτοί στον εορτασμό μας ως και οι σοφέρ. Φασιανοί με καρύδια και σάλτσα αβοκάντο, ζαρκάδι μαγειρεμένο στον ατμό και μαριναρισμένη στρουθοκάμηλος προσφέρθηκαν αφειδώς στους παριστάμενους. Τα πάντα ρει και τα πάντα free!

Οι εκλεκτοί Γιάννης Λειβαδάς, Θανάσης Μήνας, και Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μίλησαν για το έργο και τον βίο του Kerouac, και απήγγειλαν από τα βιβλία Mexico City Blues και Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας.

Ο συγγραφέας Γιώργος Τσελώνης, ο εικαστικός και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Πάνος Χαραλάμπους, η ζωγράφος Ελεάννα Μαρτίνου, ο ποιητής Νέστωρ Πουλάκος, η αρχιτέκτων Τζίνα Σωτηροπούλου, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου, η ποιήτρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη, ο αρχιτέκτων Σταύρος Μαρτίνος, και δεκάδες φίλες και φίλοι, έδωσαν το ζωηρό «παρών» και δημιούργησαν μιαν ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και ποιητικού πάθους, ως αρμόζει σε μιαν επιτυχή κοσμική εκδήλωση. Πέρα απ’ την πλάκα, παίδες, περάσαμε υπέροχα, και θα φροντίσουμε να πραγματοποιήσουμε την ιδέα του Δημήτρη Οικονόμου για μια παρόμοια εκδήλωση αφιερωμένη στον Henry Miller.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου, το 1930, αυτοκτόνησε ο μεγάλος συνταρακτικός ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι. Διαβάζουμε το έξοχο βιβλίο «Φλέγομαι» του Τούρμπγιερν Σέβε (μτφρ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, εκδ. Scripta), με θέμα τη ζωή του ποιητή. «Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου. Κι όχι κουτσομπολιά (ο μακαρίτης τα σιχαινόταν».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 14/04/09

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

ΕΛΑΤΕ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΑΘΑΚΙ ΣΑΣ!




Barriobeat

Βραδιά Kerouac & Beat Generation στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο!

Κυριακή των Βαΐων, 12 Απριλίου 2009, από τις 6 το απόγευμα και έως αργάμιση και βάλε!

Προβολή ταινιών! Jazz και πάλι Jazz και ξανά Jazz!

Απαγγελίες ποιημάτων! Φέρτε τα αγαπημένα σας ποιήματα να τα μοιραστείτε με τους άλλους θαμώνες! Γράψτε δικά σας και ελάτε να μας τα διαβάσετε!

Προσφορά potlatch πέντε (5) αντιτύπων του cult βιβλίου “Harmolypi’s Blues” στους πέντε (5) πρώτους που θα πιούνε πέντε (5) δυνατά αλκοολούχα!

Μεταχρονολογημένος (κατά δύο [2]) ημέρες, πανηγυρικός εορτασμός των γενεθλίων του Dr Dadassakis! (ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΚΟΥΦΑΛΑ ΧΡΟΝΟΘΑΦΤΗ!)

ΔΕΝ θ’ ακουστούν από τα ηχεία Bob Dylan, Neal Young, Van Morrison (γειά σου, Γιάννη Λειβαδά!)

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΡΑΔΙΟΓΩΝΙΟΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ!!!

ΣΕΒΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ!!!

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ


Ακούστηκε σήμερα, 7 Απριλίου 2009, από το Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 και www.kanaliena.gr στη μία παρά πέντε το μεσημέρι.

Η Στιγμή της Λέσχης

Δεν έχω κουραστεί να το λέω, και λέω να μην κουραστώ να συνεχίσω να το λέω: γύρω πριν από τη Μεταπολίτευση και λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, και έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα, παίχτηκε σε τούτη τη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης, και δη στο κέντρο της, ένα γενναίο, αλλόκοτο, τρελό, έλλογο, υψιπετές, χθαμαλό, παρδαλό, πανέμορφο και, κυρίως, κρυφό στοίχημα. Ναι, ένα κυρίως κρυφό στοίχημα. Ένα στοίχημα για το οποίο οι κατά τα άλλα λαλίστατοι πρωταγωνιστές του μίλησαν ελάχιστα τα τελευταία τριάντα τόσα χρόνια, και μονάχα εδώ και κοντά μια πενταετία έχουν αρχίσει σποραδικά, σπασμωδικά ενίοτε, στα ίσια άλλες φορές, άλλες θα λέγαμε ψηλαφητά, να μιλάνε, να γράφουν.

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής.

Ατελείωτες συζητήσεις, ατελείωτα ξενύχτια, ατελείωτοι πειραματισμοί, συνήθως στα κουτουρού, άνευ πυξίδας άλλης πλην αυτής της άρνησης όλων όσα ήξεραν και της ακατάσχετης εξερεύνησης άγνωστων, όχι πάντα ακίνδυνων τοπίων και γαιών. Ξεπετάχτηκαν σκόρπια φυλλάδια, έντυπα, μπροσούρες, αλλά και εφήμερες γκαλερί, και εκδοτικοί οίκοι, αυτοσχέδια στέκια, δεκάδες κοινόβια, με μια λέξη: παρέες. Άλλες συνεκτικές, άλλες παλαβές, αλλοπρόσαλλες. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος των πρωταγωνιστών εκείνου του στοιχήματος, όλων δηλαδή όσοι το έπαιξαν, ναι, όλοι ήσαν πρωταγωνιστές, έχει αποσυρθεί, έχει εμμείνει σε μια πεισματική σιωπή. Πολλοί έχουν φύγει, τους πήρε ο διάβολος και το πιοτό, όπως έλεγε ο Στήβενσον για τους πειρατές στη «Νήσο των Θησαυρών». Δεν είναι λίγοι όσοι αυτοκτόνησαν. Κάποιοι διαπρέπουν σήμερα με τόσο διαφορετικούς τρόπους από αυτούς που είχαν ακολουθήσει, και επινοήσει σε ορισμένες περιπτώσεις, στα 1977 και στα 1981, ώστε είναι απρόθυμοι να μιλήσουν για τέτοια πράγματα.

Κι όμως, για λόγους που θα επιχειρήσω να διαλευκάνω και να σας κοινοποιήσω αργότερα, ευτυχώς, την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα χθες διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής», από τις εκδόσεις Λιβάνη, ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Θα επανέλθω. Ως τότε, καταφεύγω στον Καβάφη: «λαλήσωμεν, λαλήσωμεν, σιγή δεν μας αρμόζει».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 07/04/09

ΓΑΤΑΚΙΑ




ΓΑΤΑΚΙ

Ό,τι υπάρχει μες στον κόσμο
Πλάστηκε για να παίζω εγώ.
Τα αλογάκια της Παναγίας, τα πόδια
Της καρέκλας, οι στάμπες στα υφάσματα
Οι σκιές που τρέχουν, οι χνουδόμπαλες
Κι η ουρά μου ακόμα.
Τόσες γωνίες, τόσες πόρτες που μου γνέφουν
Μισάνοιχτες
Η από κάτω μεριά των πραγμάτων
Ένας δικός μου ουρανός να τον παρατηρώ
Τόσα μέρη για τρεχάλα, με πιάνει τρέλα
Θέλω να βρίσκομαι παντού
Μέσα σε μια στιγμή.
Μετά κουράζομαι

Patricia Highsmith, ΓΑΤΕΣ
(μτφρ. Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα)

Δωρίζονται πανέμορφα καθαρόαιμα σιαμέζικα.
Αυτά της φωτογραφίας.
Σπεύσατε!!!