Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451


ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Σελίδες και Σιγαρέτα, Ι

Ανήκω σ’ εκείνους που αντιπάθησαν από την πρώτη στιγμή την κατά του σιγαρέτου εκστρατεία. Μάλιστα, αντέδρασα με τον τρόπο μου, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα, κάνοντας εκπομπές, συζητώντας το θέμα με φίλους και γνωστούς. Εμμένω στη στάση και στη θέση μου ότι τέτοια ζητήματα δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζονται με απαγορεύσεις. Κι ακόμα, ότι είναι έως και απαράδεκτο να αποσιωπάται συστηματικά η γοητευτική πλευρά των πραγμάτων, εν προκειμένω του σιγαρέτου – η ποιητικότητά του, οι έξοχες στιγμές του στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία. Επέμενα, βεβαίως, καθημερινώς να επισκέπτομαι το περίπτερο της γειτονιάς και να προμηθεύομαι τα δύο πακέτα άφιλτρων σιγαρέτων που επί χρόνια πολλά συντροφεύουν όμορφα, άσχημα, ήρεμα, ταραγμένα, γλυκά, πικρά δευτερόλεπτα της ζωής μου.
Η επιμονή μου αυτή κλονίστηκε ελαφρώς, διαταράχθηκε ανεπαισθήτως στην αρχή αλλά ολοένα και πιο αισθητά στη συνέχεια, και εντέλει κονιορτοποιήθηκε εξαιτίας δύο φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους περιδιαβάσεων στις τυπωμένες σελίδες (το άλλο πάθος μου πλάι στα τσιγάρα και τη μουσική είναι, ως γνωστόν, τα βιβλία).
Διάβασα, λοιπόν, το λίαν ενδιαφέρον πόνημα Η χώρα του Marlboro και η χλιαρή άγρια Δύση του Ηρακλή Παπαϊωάννου (εκδ. Άγρα). Και με έζωσαν τα φίδια, καθώς λέμε. Η γενεαλογία του περίφημου σιγαρέτου, του κόκκινου και λευκού πακέτου του, της ίσως πιο πετυχημένης διαφημιστικής καμπάνιας όλων των εποχών: ιδού το θέμα του βιβλίου, και ο συγγραφέας του με εμπεριστατωμένη διεισδυτικότητα κυκλοφορεί ανάμεσα στις ημερομηνίες, τις διαθέσεις, τα σκληρά γεγονότα, την επινοητικότητα των διαφημιστών. Έμαθα πολλά. Και, κυρίως, αυτά τα πολλά άρχισαν να επηρεάζουν την σιγαρετομανία μου.
Και πριν από μερικές ημέρες, με την άδολη αμεριμνησία του φανατικού αναγνώστη αστυνομικών αφηγημάτων πήρα να καταβροχθίσω τα Ερωτευμένα Φαντάσματα του Paco Ignacio Taibo II, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Ο Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που έπλασε ο Taibo, περιπλανιέται στην Πόλη του Μεξικού εξιχνιάζοντας το ένα αίνιγμα μετά το άλλο, πίνοντας ακατάπαυτα αναψυκτικά και καπνίζοντας ασταμάτητα τα αγαπημένα του σιγαρέτα, τα Δελικάδος. Και αίφνης στη σελίδα 55, στη μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, εκδ. Άγρα, διαβάζω τον εξής αποκαλυπτικό, για μένα, κεραυνό: «Ο Έκτορ στάθηκε σ’ ένα σημείο με φως για να ανάψει ένα τσιγάρο. Τελευταία τα Δελικάδος είχαν μια γεύση σαν καβαλίνα. Σαν τα Μάρλμπορο, που σίγουρα γι’ αυτό θα άρεσαν τόσο πολύ στα άλογα, αν κρίνουμε από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα σε μικροπωλητές και απομακρυνόταν από την παλαίστρα. Η κίνηση προς τα νότια πύκνωνε στη λεωφόρο Ρεβολουσιόν. Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο».
Ας το επαναλάβω: Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο.
Αυτό είναι, λέω μέσα μου, αυτό είναι, ξαναλέω, έχοντας σφηνωμένη στο μυαλό μου τη φράση του Paco και το πόνημα του Ηρακλή Παπαϊωάννου. Άλλο το κάπνισμα, κι άλλο το ρημάδι το τσιγάρο. Και ύστερα από δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου, το παράτησα το ρημάδι, το λατρεμένο, το εξαίσιο, το αναθεματισμένο, το υπέροχο, το πάντοτε παρόν και τα πάντα πληρόν, σιγαρέτο και τσιγάρο.
Η συνέχεια στα επόμενα!


(Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, στο πλαίσιο της "άτακτης" στήλης μου ΦΑΡΕΝάΙΤ 451, όπου θα θίγονται καθημερινά θέματα με φόντο και σκηνικό κάποια βιβλία).

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

FERIALE


O Dr Baba και οι Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε εκκινούν την Προεκλογική Περίοδο απόψε Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου, εις Feriale (Σόλωνος & Ασκληπιού γωνία), με ένα Αφιέρωμα στα Σαράντα Χρόνια από την κυκλοφορία του TROUT MASK REPLICA του Καπετάνιου Beefheart. Σε επόμενες προεκλογικές συναθροίσεις θα ακουστούν μελωδικές δημηγορίες σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων όπως οι Blixa Bargeld, Frank Zappa, Miles Davis, Chet Baker, Tomn Waits, και Colonel Sands!

ΥΓ. Στη φωτογραφία οι Colonel Sands και Dr Baba στα Στρατηγεία του Feriale.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΜΠΗΦΧΑΡΤ



Εις τον Βασίλειον! Ξέρω Ξέρει Ξέρουμε!!!

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ


Ειδήσεις Που Μοιάζουν με Διαφημίσεις

Αύριο, Παρασκευή 4/09/09, στη Radio Propaganda, Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστοίθωσθιν!!

Στείλαμε potlatch στον τέως Κώστα Καραμανλή το πόνημα «Περί Κοπώσεως» του Peter Handke (εκδ. Καστανιώτης).

Διαβάζουμε μετά μανίας Roberto Bolano, αφού συγκλονιστήκαμε (ξανά) από τον Joseph Roth.

Στείλαμε potlatch στον τέως Αλέκο τέως Αλαβάνο το έργο «Εφτά Δοκίμια για την Ερμηνεία της Περουβιανής Πραγματικότητας» του José Carlos Mariátegui, το οποίο συνιστούμε σε όλο τον Κόσμο της Αριστεράς και στην Αριστερά του Κόσμου ως το εργαλείο ερμηνείας (και) της ελληνικής πραγματικότητας.

Διαβάστε όπως και δήποτε Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο! Ιδού: http://areadingdiary.wordpress.com/

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΛΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟ (θα διαβαστεί στο Κανάλι Ένα)


Shakespeare Squadron, II

Ο Τσάλαντι, όχι, δεν τον χτύπησε ο Τσάλαντι, εγώ τονε χτύπησα, εγώ τον βάρεσα, δική μου η γροθιά που τον σώριασε. Αναιμική γροθιά, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ήτανε τύφλα και δαύτος, σάστισε, δυο μέτρα μαντράχαλος, ούτε που το περίμενε από μένα να του τη φέρω, κλονίστηκε, ταλαντεύτηκε, σωριάστηκε. Παράτησαν οι άλλοι τον Τσαλ και χίμηξαν πάνω μου. Αντεπιτίθεται ο Παλιοσειράς, μπαίνει στη μάχη κι ο Λαρισαίος, ορμάει ο Μπολώνιας, κρααααακ, θρύψαλα το πικάπ, γκντουβγκγκγκγκγκγκμπανγκτντάουουουουουμμμ!!! – πάνε τα ράφια με τα μπουκάλια όλα, ω πάει το Jameson, πάει το Johnny, πάει η Absolut, να σου κάτω και οι τεκίλες, τα μαρτίνια, χαμός, τρέλα, πανικός, γενικεύεται η σύρραξις, σφοδρή η κλοτσοπατινάδα, θαρρείς βγαλμένη από κάτι αμερικάνικες ταινίες, μονάχα που δεν είμαστε εδώ σε μπαράκι του Ελ Έι αλλά στης Μυτιλήνης το λιμάνι, στην «Ουτοπία» όπως έλεγαν το στέκι, αυγή της τρελής δεκαετίας του ενενήντα, φαντάροι στα τριάντα μας, ο Τσαλ κι εγώ, στα τριάντα τρία τους οι Παλιοσειράς Λαρισαίος Μπολώνιας, κι είν’ η πρώτη φορά που μπλέκουμε σε άγριο καβγά. Τι να λέει, που λένε και στο Βόλο. Τι να λέει!
Όλα άρχισαν από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora, έλεγαν οι Τζούμας Κωνσταντίνος και Παναγιωτίδης Άλκης, πάνε χρόνια, τι χρόνια, δεκαετίες, παλαίμαχοι κι αυτοί, ναι, καραβάνες παλιές και ωραίες, πρωτεργάτες της Μεγάλης Αντίστασης ενάντια στη Δικτατορία του Κόκκινου Κιτς, αλλά εμείς δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε με το βελούδο του ροκ-εντ-ρολλ κλασίκ, μπα, ήμασταν παιδιά της τζαζ, και των μπητνίκων ετσιθελικοί γόνοι, εξ ου και Τσάλαντι ο ένας, Τζόρτζουακ ο άλλος, και πάει λέγοντας, με τον Ντοστογιέφσκι επ’ ώμου και υπό μάλης τον Ρεμπώ, με ανοικονόμητα πλησιάσματα στον Ιησού, με τις μπίρες να ρέουν αφειδώς και με τα μάτια μας κόκκινα μονίμως και πρησμένα από τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και μιαν αυτοσχέδια, τεθλασμένη, ο θεος-να-την-κάνει φιλοσοφία.
Φορέσαμε τις φαιοπράσινες, πιάσαμε τα G3A3 και τα ΗΚ11, και ζωστήκαμε τις παλάσκες, δέσαμε τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα άρβυλά μας, χτυπήσαμε νούμερα γερμανικά, ήπιαμε σε καραβάνες τσάι και καφέ, τα παγούρια μας τα γεμίσαμε με βότκα, αμέ, όλα τα κάναμε, κι αναφορές δώσαμε, και θαλαμοφύλακες θητεύσαμε, κάναμε τους μήνες να κυλάνε απαλά, καπνίζαμε το τσιγαράκι μας και λαχταρούσαμε κι εμείς όπως κι η πιτσιρικαρία πότε θα πάρουμε την τετραήμερη για να βρεθούμε με τους φίλους και τις ερωμένες μας.
Ο Τσάλαντι έλαβε αίφνης ένα χαρτί, κι από κει που θα ’κανε δεκαοχτάμηνο όπως εγώ, του το γύρισαν σε δωδεκάμηνο, και την επαύριον άντε πάλι με το καλό καλός πολίτης. Να το γιορτάσουμε, παίδες, λέει ο Τσαλ και ντυνόμαστε με τα ωραία μας πολιτικά και βγαίνουμε σουλάτσο, χτυπάμε ένα ταβερνείο μια σταλίτσα, με τυρί στη λαδόκολλα, με Καζαντζίδη στο παμπάλαιο τζουκ-μποξ, με ούζο το καζανιστό λεγόμενο να μας φουντώνει φίνα. «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι», λέει ο Τσαλ. «Εξάλλου εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι», λέει ο Λαρισαίος. «Η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι εύκολη», λέει ο Μπολώνιας. «Τα πάντα free», λέει ο Παλιοσειράς. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε.
Ο Τσαλ προτείνει περιοδεία στα ποτάδικα – ποτοσχολαστήρια, τα έλεγε ο Καρούζος. Άντε, φύγαμε. Τα γυρίσαμε όλα, με αλφαβητική σειρά. «Ανναμπέλα», «Βαπόρι», «Δώμα», «Καρολίνα», και πιάνουμε «Ουτοπία» για τα τελευταία σκοτσέζικα. Και τον Τσαλ τον πιάνει η παπαδιαμαντομανία κι αρχίζει, ο μη-πω, να ζητάει συγγνώμες δώθε κείθε, όπως ο κυρ-Αλέξανδρος όταν ήτανε ν’ αφήσει την Αθήνα και να πιάσει Σκιάθο. «Για ό,τι κι αν έκανα», να κάνει ο Τσάλαντι, «να με συγχωρήσετε ζητώ». Άλλοι του χαμογελάνε, του μεθυσμένου, άλλοι συνεχίζουν αδιαφορώντας να τα λένε, άλλοι του λένε συχωρεμένος να ’σαι, άλλοι μουρμουρίζουν ένα ενοχλημένο κι εμένα τι με νοιάζει, κι ο Τσαλ να μην αφήνει ούτε ένα τραπεζάκι δίχως να το επισκεφτεί και συγγνώμη να ζητήσει. Στα ηχεία μια χτυπιότανε ο Ίγκι Ποπ και μια ψέλλιζε τρυφερά ο Τσετ Μπέικερ.
Και κάποια στιγμή, άρχισε το πατατράκ. Ο καθαρόαιμος βλάκας παρεξηγεί τον παπαδιαμαντισμό του Τσάλαντι. Τι ζητάς συγγνώμη ρε, λέει αβρότατα, τι, γιατί, μπας και μου γάμησες τη γυναίκα, αυτό είναι, μου τη γάμησες τη γυναίκα, και ζητάς συγγνώμη κι από πάνω, τώρα θα σε γαμήσω εγώ εσένα, να δεις, και πέφτει η πρώτη, κι ο Τσαλ ξεχνάει τον Ακέραιο Κυρ-Αλέξανδρο και θυμάται με χρονολογική σειρά Κραβάν Χέμινγουεϊ Μέιλερ κι αρχίζει το μπουνίδι, σήκω Ντάντε να μας δεις, τις γροθιές μας να χαρείς.
Εγώ βάρεσα και σώριασα τον μαντράχαλο. Την κοπανάμε. Μας πιάνουμε πιο κάτω. Τίγκα στις μελανιές και στους μώλωπες άπαντες οι γερόγεροι, συν η σπασμένη μύτη του Τσαλ. Γκαντεμιά! Ο δικός μου σωριασθείς ήτανε υπολοχαγός, πού να το ξέρω ο έρμος. Μία έριξα, γερή δε λέω, και τώρα μας πάνε μπλε μαρέν, σιδηροδέσμιους, και συνοδευόμενους από ένοπλους λεβέντες, στην Ταξιαρχία, στην Καλλονή. Μας κόβει ο Ταξίαρχος που είμαστε υπερήλικες για φαντάροι, κόβει το άσπρο μαλλί του Τσαλ, τη φαλακρίτσα του Λαρισαίου, την πλισέ μουρίτσα του Μπολώνια, την κοιλιά του Παλιοσειρά, τη βέρα στον παράμεσό μου. «Και δηλαδή τι είστ’ εσείς και χτυπάτε και υπολοχαγούς;»
«Αρχαιολόγος», απαντάει ο Τσαλ.
«Γιατρός», κάνει ο Μπολώνιας.
«Οικονομολόγος», λέει ο Λαρισαίος.
«Εθνολόγος», δηλώνει ο Παλιοσειράς.
«Κοινωνιολόγος», ψεύδομαι εγώ.
«Να χέσω τα πτυχία σας», αποφαίνεται ο Ταξίαρχος. «Χαθείτε απ’ τα μάτια μου», συμπληρώνει έτοιμος να σκάσει στα γέλια. «Και καλά μυαλά», καταλήγει.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι. Τα λέμε στην Αθήνα», μου ψιθυρίζει ο Τσαλ όταν μας φορτώνουν πάλι στην «καναδέζα» με προορισμό το σύνταγμα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2005

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ, ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΑ & ΞΑΝΑ


ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ,
Ο Αγγελόμορφος Οδοιπόρος



Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανδρέας Εμπειρίκος


Ένας από τους τελευταίους αγίους, ένας φτωχούλης του Θεού κι αυτός, όπως και τόσοι πρόγονοί του, ο Τζακ Κέρουακ, πλάνης και εξερευνητής εσωτερικών τοπίων, Μεγάλος Ερωτικός και Μέγας Απεγνωσμένος, μακάριος και γαληνεμένος, βραχνός Μουσηγέτης και πάντα, μα πάντα, Συγγραφέας – ένας από τους τελευταίους ανθρώπους, πασχίζει, σε όλη του τη σύντομη ζωή, να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως, να επινοήσει τρόπους φυγής από την αδυσώπητη δικτατορία της υλοφροσύνης, να επιχειρήσει το άνοιγμα σε ό,τι πιο μύχιο, πιο ανεξερεύνητο, πιο αχαρτογράφητο φέρουμε εντός μας, να αποκρυπτογραφήσει τα αλλόκοτα ιερογλυφικά της διαλεκτικής ζωής και θανάτου, πνεύματος και χώματος, ύλης και μουσικής του ζώντος. Ο Τζακ Κέρουακ, φυγάς θεόθεν και αλήτης, όπως το είχε διατυπώσει ο Εμπεδοκλής – ο Τζακ Κέρουακ, γυμνός άγγελος, ο Τζακ Κέρουακ, memory babe, παιδί της μνήμης, αδελφός μας και πιο πολύ αδέρφι μας, μες στις δεκαετίες ανοξείδωτος. Πρίγκιπας της ανεκτικότητας, πλημμυρισμένος απ’ τους ρυθμούς του κόσμου, ο Κέρουακ αρνήθηκε την ίδια του την ευφυΐα, την κατέστρεψε, τη δαπάνησε, χάριν μιας περισσότερο πολύτιμης – και τόσο δυσεύρετης πια – ιδιότητας, χάριν αυτού που όλοι ξέρουμε τ’ όνομά του αλλά τόσο λίγοι καταφέρνουμε να είμαστε άδολοι διάκονοι και λυτρωμένοι δούλοι του: της αγάπης.

Ο Τζακ Κέρουακ, γεννημένος στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, στις 12 Μαρτίου του 1922, έμελλε στη σύντομη ζωή του να περάσει από ένα σωρό σταυροδρόμια λαβυρίνθων, παραμένοντας πάντα αγνός και ανεξέλεγκτος, παίρνοντας πάντα, εσκεμμένα, τις λάθος αποφάσεις, αγαπώντας τους λάθος ανθρώπους, μένοντας στη λάθος μεριά του δρόμου. Έμελλε να καεί κι αυτός, σαν τα κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, να πυρποληθεί, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μόνο και μόνο για δωρίσει σ’ έναν σκοτεινιασμένο κόσμο λίγες στιγμές φέγγους. Έμελλε να γράψει δεκάδες χιλιάδες σελίδες, πυρωμένα παραληρήματα αγάπης, αγάπης, και αγάπης, χτυπώντας με ηδύτατη παραφορά τα πλήκτρα της γραφομηχανής, περιοδεύοντας στα λημέρια της αγαθότητας με τα νώτα γυρισμένα στους χλευασμούς των φανατικών μιας κακομοίρας νουνέχειας, μιας σωφροσύνης πάμφτωχης. Έμελλε να γράψει το On the Road, το απαράμιλλο χρονικό της μακαριότητας και της κίνησης, του έρωτος και της περιπλάνησης, της φιλίας και της προσήλωσης στην ευφρόσυνη αλητεία που, όπως κάποια τραγούδια αγαπημένα, ξέρει να ξεγελά το δυνάστη χρόνο. Έμελλε να γράψει τους Υποχθόνιους, μέσα σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέσα σ’ έναν άγιο πυρετό τρελής δημιουργικότητας και ανάγκης να εκφραστεί, καταφέρνοντας, όπως λέει κι ο Χένρυ Μίλλερ, «ένα τέτοιο πλήγμα στην αθώα μας πρόζα απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει». Έμελλε να πιει θύελλες κρασιού, μπίρας, βότκας, τεκίλας, μεσκάλ, ουίσκι -- πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, γράφει ο Νίκος Καρούζος – να πιει διαλύοντας τη σύνεση, κονιορτοποιώντας τα οχυρά των πεποιθήσεων, ανατινάζοντας τα σινικά τείχη των βεβαιοτήτων, καίγοντας τις γέφυρες που οδηγούν στη βολή, στην ασφάλεια, στο «κονάκι». Έμελλε να ψάλει του Σύγχρονου Ανθρώπου την Πτήση και την Πτώση.

«Μα, γυναικούλα μου, τα έκανα όλα, έγραψα το βιβλίο. Διέσχισα περήφανα τους δρόμους της ζωής μου, του Μανχάτταν, του Λονγκ Άιλαντ, διέσχισα τις 1183 σελίδες του πρώτου μου βιβλίου, πούλησα το βιβλίο. Πήρα τα πρώτα χρήματα, ούρλιαξα από χαρά, το Θεό εδόξασα, και συνέχισα, κι έκανα ό,τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνεις στη ζωή. Μα τίποτα δεν έβγαλα. Καμιά ‘γενιά’ δεν είναι ‘νέα’. Τίποτα νέο κάτω απ’ τον ήλιο. ‘Τα πάντα ματαιότης’. Ξέχνα το, γυναικούλα μου. Τράβα για ύπνο. Αύριο μια νέα μέρα ξημερώνει . Hic calix! Κοίταξέ το στα Λατινικά, σημαίνει ‘Ιδού το δισκοπότηρο’, και κοίτα να ‘χει κρασί εκεί μέσα».

Ο Τζακ Κέρουακ, ένας κατάσκοπος στο ίδιο του το σώμα, ένας κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα, ένας κατάσκοπος στο χώρο και στο χρόνο που μας αντιστοιχεί, στο χώρο και στο χρόνο που είναι το εφήμερο πέρασμά μας από τούτο τον πλανήτη. Να οδηγείται σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις της δεσπόζουσας ηθικής και της δεσπόζουσας γλώσσας, εκείνη την όχι και τόσο μακρινή δεκαετία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Μακελειό, αρνούμενος ό,τι τείνει να περιορίσει την εκδίπλωση της δημιουργικότητάς μας, αρνούμενος συμβάσεις και κανόνες, παίζοντας το παιχνίδι του για να θεσπίσει καινούργια κριτήρια, νέες σταθερές. Η γλώσσα, συντακτικό και γραμματική και ρυθμός, να είναι ένα πεδίο μάχης, να είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη, να είναι ο Άλλος Τόπος, όπως λέει κι ο Βλαβιανός, να είναι το πέραν του είθισται, να είναι θέρετρο αλλά και σφαγείο.

Ερωτοτροπώντας με το μηδέν, ερωτοτροπώντας με τις ακρότητες μιας ευλογημένης και ποθητής απλότητας, ο Κέρουακ θα σμίξει με άλλους αντάρτες της καθημερινής ζωής, με ποιητές και συγγραφείς που χάνονταν και βρίσκονταν και λυτρώνονταν στο εντός των γραπτών τους, που διέκοπταν μεθοδικά κάθε συνάφεια με θέσφατα και άκαμπτες αποφάνσεις, που έγιναν αυτοσχέδιοι πειραματιστές, πέτρες κυλιόμενες σ’ ένα έδαφος επικίνδυνο, σε μια κοινωνία που ήθελε να προσεταιριστεί ή να εξορίσει κάθε αυθεντικό σκίρτημα ζωής, κάθε γνήσιο κραδασμό δημιουργικότητας. Ουίλλιαμ Μπάροουζ και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο και Πήτερ Ορλόφσκι, Άλαν Άνσεν και Λώρενς Φερλινγκέτι, Γκάρυ Σνάιντερ και Νηλ Κάσαντι. Μακάριοι, beatniks, σαλοί και παλλόμενοι, τραχείς και λεπτεπίλεπτοι, χερουβείμ αρουραίοι, ατίθασοι και μειλίχιοι, πότε λάτρεις της σιωπής και πότε φωνακλάδες, ασάλευτοι άλλοτε σε ιερή περισυλλογή και άλλοτε αεικίνητοι, πράοι και ανοιχτοί στην εμπειρία, να ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενός άκαμπτου πολιτισμού που πεθαίνει αποκαμωμένος μέσα στους ύστατους σπασμούς του.

«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου» (Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς).
Οραματιστής και καταγραφέας φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών, ο Κέρουακ σπεύδει να καθαγιάσει το καθημερινό, το οικείο, το τάχατες τετριμμένο, υψώνοντάς το σε διαστάσεις ποιητικές, στιλβώνοντάς το με τον καταιγισμό των δονούμενων λέξεών του, δίνοντάς του πίσω το λεηλατημένο νόημά του, βαφτίζοντάς το στην άχραντη ουσία. Παλεύει με το χρόνο, λατρεύει το χρόνο, ξοδεύει το χρόνο, σμίγει, γίνεται ένα, κυλιέται αγκαλιασμένος σε λειμώνες με το χρόνο. Λαχανιάζει όταν γράφει, και μαζί του λαχανιάζει και ο χρόνος. Είναι σαν τον Προυστ ένας γερομαστούρης του χρόνου. Να ειπωθεί το ανείπωτο, να λεχθεί το άλεκτον, να ανατριχιάσουν μες στα στήθη τικ οραμάτων, να είναι ένας τρελός άφωνος άγιος του μυαλού, να πει την αληθινή ιστορία του κόσμου σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο, να κολυμπήσει στον αχανή ωκεανό της γλώσσας, να συνθέσει το άγριο, το απειθάρχητο, το αγνό, το ερχόμενο μέσα του απ’ τα κάτω, ιδού σπαράγματα, ξεφτίδια, θραύσματα από το πρόγραμμα του Συγγραφέα Τζακ Κέρουακ. Ιδού το Πεπρωμένο της Γραφής Του. Ιδού και η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής Του.

«Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας», μας λέει ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. «Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά, ανάλογη με εκείνη που χωρίζει τον αληθινό ταυρομάχο που έχει να αντιμετωπίσει στην αρένα τον μαινόμενο ταύρο, από τον κοινό μαλάκα που παραμυθιάζει τους φίλους του κάθε βράδυ με τα ανδραγαθήματά του στον πόλεμο που τον έζησε μόνο από τα μετόπισθεν. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια. Κινδυνεύει όμως και να τραυματιστεί θανάσιμα».

Αρνούμενος να δεχτεί ότι υπάρχει πλοκή στη ζωή, ο Κέρουακ εξόρισε την πλοκή από τα οραματικά, αλλά και τόσο γειωμένα, μυθιστορήματά του. Το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν ακόπαστη αναζήτηση, επέλαση στον πυρήνα του νοήματος, καταβύθιση στο κέντρο της ταραχής και της ουσίας. Λέξεις, και λέξεις, και λέξεις. Πλήγιαζε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα της γραφομηχανής, γεμίζοντας το σκληρό λευκό κενό του χαρτιού, κάνοντας τις φράσεις να φωνάξουν το Ναι Στην Εμπειρία. Αφηνόταν στις δίνες εσωτερικών κλυδωνισμών, αφηνόταν στην καταγραφή όσων άκουγε μέσα του, εκείνων των μύχιων φωνών που πότε ουρλιάζουν και πότε ψιθυρίζουν τις ακατάλυτες αλήθειες μας. Αλιεύει τα θέματά του από το ποτάμι της καθημερινής ζωής, εστιάζει στο γεγονός, οι λέξεις του παύουν κάποτε να είναι σύμβολα, να είναι κώδικες και σημεία, οι λέξεις του γίνονται, σε πολλές σελίδες του, γεγονότα. Είναι Μαθητευόμενος της Οδύνης, είναι Νοσταλγός Ενός Μέλλοντος Χαμένου Στη Διάρκεια, είναι Διάκονος Της Απλότητας. Αφουγκράζεται το Χτυποκάρδι του Κόσμου. Αφουγκράζεται το Μουρμουρητό των Γεγονότων.

«Το στοιχείο που έκανε τον Κέρουακ έναν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς της νεολαίας, είναι το χάρισμα να κατανοεί και να εκφράζει πλήρως τις φαντασιώσεις της, τα πάθη της, την επιτυχία και την αποτυχία της. Αποκηρύσσοντας κάθε πολιτική σκοπιμότητα, μετατράπηκε σ’ ένα ανθρώπινο μαγνητόφωνο με ουράνιο μηχανισμό, έτοιμο να ηχογραφήσει κάθε πρόσφορη αμερικάνικη φωνή» (Γιάννης Τζώρτζης).

Αγαπούσε την τζαζ, ο Τζακ Κέρουακ. Αγαπούσε τον καπνό και το αλκοόλ. Αγαπούσε τις θολές γραμμές των οριζόντων. Αγαπούσε την αρχιτεκτονική (ας ειπωθεί ξανά) της σκόρπιας ζωής. Αγαπούσε τις όμορφες κοπέλες. Αγαπούσε τις γάτες. Τον αγάπησε μια ολόκληρη γενιά ελεύθερων ανθρώπων, ευαίσθητων τυχοδιωκτών, ευγενικών μποέμ. Τον αγάπησαν κάμποσοι βιογράφοι. Τον αγάπησε ο Τομ Γουέιτς, κι έγραψε ένα τραγούδι, το Jack & Neal, για να μας θυμίζει διαρκώς την περιπέτειά του. Τον αγάπησε ο δικός μας Ανδρέας Εμπειρίκος και έγραψε για χάρη του μερικές ρυθμικές και εκθαμβωτικές αράδες.

Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με bop, με twist, με rock’n roll, με τις φωνές των νέγρων), κ’ έτσι, καθώς διαβαίνει – ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή: «BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!»

Ο Τζακ Κέρουακ, ποιητής και οραματιστής, πατριάρχης της Μπητ Γενιάς, αθάνατος θνητός και παις πεσσεύων, έφυγε από αυτόν τον κόσμο πριν από τριάντα χρόνια. Στα σαράντα έξι του, ένα πρωινό στο μπάνιο, την 21η Οκτωβρίου του 1969, πολυαγαπημένος αγγελόμορφος οδοιπόρος και θαυμάσιος μνήμων, καταγραφέας πόθων και οραμάτων και εξάρσεων που στοιχειώνουν ακόμη τη λογοτεχνία και τη ζωή, ο Κέρουακ θα αναχωρήσει από τούτη τη ζωή, θα πάει να συναντήσει όλους εκείνους που κάποτε του ένευσαν και τον ενέπνευσαν, που τον έκαναν αυτό που θέλησε να γίνει, που του πρόσφεραν εκείνο το Μαύρο Γάλα της Αυγής. Μας άφησε τις σελίδες του, εδώ, δικές μας, δώρο και συμβολή στο Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας, χρυσαφένια παράγραφος σε ό,τι κάνει τη ζωή υποφερτότερη, σε ό,τι είναι θάλπος και θάμβος, σε ό,τι αποτελεί ανάσα και οξυγόνο αντιδιαστολής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)


Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:

Δίχως Μύθο

Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Malcolm Lowry



Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Ένας αιώνας από τη γέννησή του Lowry. Παρέα με τον Νέστορα Πουλκάκο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ετοιμάζουμε ένα ωραίο αφιέρωμα στον Lowry, με κείμενα, ποιήματα, πονήματα].

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!


Κάτω τα χέρια απ’ τον Κοροβέση, προς το παρόν, και μετά βλέπουμε!

Ένα αίνιγμα που ο Ηρακλής Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ογκίστ Ντυπέν, ο Πατήρ Μπράουν, αλλά και οι δημιουργοί τους, ήτοι η Αγκάθα Κρίστι, ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, δεν θα έλυναν εύκολα συμβαίνει να είναι το γιατί, διάβολε, να ταλανίζεται από άγριες κρίσεις η Αριστερά όταν ακριβώς όλα, μα όλα, οι συγκυρίες, η κατάσταση των άλλων, η διάθεση του κόσμου, συντείνουν στο να πηγαίνουν όλα μια χαρά γι’ αυτήν.
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που αυτό που λέμε κόσμος της Αριστεράς έρχεται κοντά της, φουσκώνει τα πανιά της, πυκνώνει τις τάξεις της, δίνει το «παρών», δηλώνει διαθέσιμος, η συγκροτημένη Αριστερά φροντίζει, με συνήθως σπασμωδικό άχαρο άκομψο σπαστικό τρόπο να παγώσει αυτόν τον κόσμο, να τον κάνει να μουδιάσει, να τον απογοητεύσει, να τον φουρκίσει, να τον στενοχωρήσει;
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που η Αριστερά δεν κινδυνεύει από σκοτεινές συνωμοσίες άλλων, δεν απειλείται από την βάναυση καταστολή, δεν διώκεται από την Δεξιά, διαθέτει κάτι παραπάνω από πολύγραφους και ντουντούκες για να διαδώσει τις όποιες θέσεις της, τότε συνθλίβεται από εσωτερικές έριδες, τότε δείχνει τον χειρότερό της εαυτό, τότε θυμάται να σκαλίσει τις πληγές της, τότε βαράει αλύπητα τα καλύτερα παιδιά της;
Τι στο καλό συμβαίνει με την Αριστερά; Τι στο καλό θέλει να είναι αλλά δεν είναι; Ή το νομίζουμε εμείς ότι είναι ενώ η ίδια δεν θέλει να είναι; Και πώς συμβαίνει ύστερα από σφοδρές κρίσεις κι ενώ φτάνει στα όρια της διάλυσης, βρίσκονται πάντα, θα έλεγες ως διά μαγείας, άνθρωποι πρόθυμοι να την πλαισιώσουν εκ νέου, να την ανασυγκροτήσουν, να την δυναμώσουν, να τη θεριέψουν, ακριβώς για να κάνει, για την Αριστερά μιλάμε, τα ίδια λάθη, να δείξει και πάλι έναν κακό εαυτό, να κυλήσει και πάλι στην γκρίνια της εσωστρέφειας και στην εσωστρέφεια της γκρίνιας;
Στο σκάκι λέμε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αλλά διόλου αναπόφευκτη δεν είναι η επανάληψή τους. Απεναντίας, το λάθος το μελετάς, το αναλύεις, το υπερβαίνεις, το ξεπερνάς. Αλλιώς είσαι «μαζέτας», λένε οι σκακιστές. Και «μαζέτας» σημαίνει παίκτης μη-εξελίξιμος, παίκτης που όσο κι αν μοχθεί, όσο κι αν μελετά, όσο κι αν πασχίζει, αρνούμενος να δει και να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα λάθη του άλλο δεν κάνει από να τα επαναλαμβάνει. Η Αριστερά, αν δεν θες να την πεις κάτι σαν Κακιά Μητριά, μπορείς μάλλον να την πεις «μαζέτα» στη σκακιέρα της πολιτικής ή/και της κοινωνικής δράσης. Δεν θέλει να βλέπει τα λάθη της στ’ αλήθεια και βαθιά, υιοθετεί ξανά και ξανά τα ξύλινα καλιαρντά της, και οδηγείται, θαρρείς αενάως, από κρίση σε ανασυγκρότηση και από επανίδρυση σε εκ νέου κρίση.
Πολλά τα γιατί, πολλές οι ενδεχόμενες απαντήσεις, πολλοί οι κήνσορες και θεράποντες. Κι εμείς εδώ είμαστε, για να τα λέμε. Θα επανέλθουμε, φυσικά!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/08/09

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Ο ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣΆΚΗΣ, Σάββατο, Οχτώ Ογδόου του Ερρίκου, από τσι Ένδεκα την Νύχταν, αμέ! Εις Κανάλ Ουάν, 90,4 FM, Πειραιάς, www.kanaliena.gr , ΜΗΝ ΜΑΣ ΧΑΣΕΤΕ, χαθήκαμε!

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

ΣΑΜΕΡΙΝΔΕΣΙΤΥ


Για όσους αγαπούν τη θάλασσα αλλά μονάχα τον χειμώνα και από μακριά (ως λέγει ο εκλεκτός Νίκος "Γκαγκάριν" Τριανταφυλλίδης): Κάθε Παρασκευή από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι (Radio Propaganda) κάθε Σάββατο από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα («Ο Αφρός των Ημερών») αλλά και από τη 1 έως τις 3 τα χαράματα («Τα Τζουκμπόξ του Μεσονυκτίου»), και κάθε μέρα δύο παρά δέκα το μεσημέρι («Ραδιοχρονογράφημα»), ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης κοντά σας με τις μουσικές του επιλογές (καυτή Jazz, rock’n’roll, Nick Cave, The Pogues, Iggy Pop, Tom Waits, κτλ), με πολλή ποίηση, αστυνομικά μυθιστορήματα, και εκλεκτούς καλεσμένους. (έχουν παρελάσει ήδη, μεταξύ άλλων, οι: Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Χρονάς, Στέλιος Ελληνιάδης, Μάριος Σπηλιόπουλος, Κώστας Θωμαϊδης. Σωτήρης Μπαχτσετζής, Ανδρέας Παγουλάτος, ενώ αναμένονται οσονούπω οι: Τίτος Πατρίκιος, Χάρης Βλαβιανός, Θανάσης Μήνας, Γιώργος Βαλαής, Κωστής Τριανταφύλλου, κ.ά.) Τα ερτζιανά ποτέ δεν πεθαίνουν. Ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας, της αναλγησίας, της ακαλαισθησίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1


Tsabro

Λάτρης της ECM, της εταιρείας που τόσο τιμά την υψηλή μουσική, έσπευδα από έφηβος να αποκτήσω, με κάθε τρόπο (θα ήμουν ικανός να προχωρήσω και σε ένοπλη ληστεία, ο μανιακός) τα διαμάντια αυτού του δισκογραφικού τεμένους. Έλιωνα τα βινύλια, με απανωτές ακροάσεις, στο παλιό ξύλινο Kenwood, μάζευα συμμαθητές και φίλους και τους παρέσυρα, όσο μπορούσα, μακριά από τις τότε αγάπες τους (και αγάπες μου), τους Genesis, τους Yes, τους Who, ακόμα και τους εξαίσιους Kinks, για να απολαύσουμε, σχεδόν μυσταγωγικά, μες στην τεταραγμένη εφηβεία μας, τη μαγεία του Keith Jarrett, του Jan Garbarek, του Chick Corea.
Οι αφροσύνες είναι επιλογή μας, και μάλιστα, προσωπικώς, επαίρομαι για τις αμέριμνες τρέλες της νιότης αλλά και της μετέπειτα περιπέτειάς μου στη ζωή. Την κακή τύχη, όμως, ούτε την επιλέγεις, ούτε την προβλέπεις, ούτε μπορείς να την αποτρέψεις. Πολλά από τα βαρύτιμα για τη διάπλασή μου βινύλια της ECM τα σκόρπισα δωρίζοντάς τα σε μερικούς φίλους. Δεν έχω μετανιώσει ούτε δευτερόλεπτο γι’ αυτό. Εντούτοις θρηνώ ακόμη για πολλά άλλα που τα πήρε ο όλεθρος (ένα κιβώτιο που «χάθηκε» σε μια μετακόμιση, μια φωτιά που πήρε μαζί της ανεκτίμητους θησαυρούς). Ας είναι. Πασχίζω, πάντα με νόμιμα μέσα πλέον, να αποκτήσω ξανά τα «άπαντα» της ECM, τυλιγμένος στη χρυσόσκονη του ενθουσιασμού τόσο όταν ακούω παλιά της επιτεύγματα όσο και όταν έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή, σε κατάσταση μέθεξης, με τα καινούργια της αριστοτεχνήματα.
Όταν έμαθα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα παίξει το αιθέριο (αλλά και χθόνιο, γήινο, χωμάτινο) πιάνο του στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στον Πειραιά, την Πέμπτη 6 Αυγούστου, νύχτα με πανσέληνο, με κατέκλυσε η συγκίνηση, με κυρίευσε η νοσταλγία για όσα μου έμαθαν οι δίσκοι της ECM και του Βασίλη Τσαμπρόπολου, ιδίως (και δίχως διόλου να εννοώ ότι δεν με ταξιδεύουν μαγικά τα άλλα του έργα) το «Chants, Hymns and Dances», του 2004 – μια ονειρώδης ξενάγηση στους λαβυρίνθους του βιώματος, μια, για μένα έξοχη υπενθύμιση της μαγείας του Παπαδιαμάντη, μια λυτρωτική καταβύθιση σε ό,τι κόμισε ο Καρούζος στην ποίηση, μια απόλυτα ευπρόσδεκτη υποτροπή στους ήχους και τις μελωδίες που μου δώρισε ο Ελύτης. Άκουγα, ξανά και ξανά, αυτό το έργο (και συνεχίζω να το ακούω) για να θυμηθώ ότι ανάμεσα στα άλλα με γαλούχησε ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να κάνει Τέχνη λιτή και λυτή. Κι ακόμα, με κυρίευσε ένας άδολος ενθουσιασμός που δεν μπόρεσα να κρύψω και να μην τον μοιραστώ με τα φιλικά μου πρόσωπα. Ανάμεσα σ’ αυτά και η εκλεκτή Χριστίνα Κόκοτα.
Συνάδελφος στο Κανάλι 1, η Χριστίνα διαθέτει ένα ιδιαίτερο ταλέντο (λίαν παρεξηγήσιμο στους άχαρους καιρούς μας) να κρύβει τα χαρίσματα, τα προσόντα και το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων της, καθώς και μιαν ανατρεπτική διάθεση, πίσω από έναν παλαιομοδίτικο μανδύα, θαρρείς προτιμώντας οι άλλοι να ανακαλύψουν τον πλούτο της, «σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα» όπως έλεγε ο Ernest ‘Papa’ Hemingway. Η Χριστίνα συμμερίστηκε, τον σε βαθμό (ηπίου) παραληρήματος ενθουσιασμό μου για τη μουσική του Τσαμπρόπουλου και –ω του θαυμαστού θαύματος!– με πληροφόρησε, παραβαίνοντας τους όρκους σεμνότητας που την μετατρέπουν σε ένα είδος στρειδιού, ότι όχι μόνον τον γνωρίζει αλλά και ότι συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση της εμφάνισής του στον Πειραιά. Ο ενθουσιασμός μου έγινε αλλόφρων και, σχεδόν γονυπετής, την εκλιπάρησα να μεσολαβήσει ώστε να τον έχουμε, έστω και τηλεφωνικώς, στην εκπομπή μου Radio Propaganda (κάθε Παρασκευή, 12:00 – 14:00). Εκείνη με σήκωσε από το έδαφος και με ανέβασε εκεί όπου, παρά τα παρά ένα πεντήκοντα έτη σου, γίνεσαι ξανά έφηβος, εκεί όπου, παρά τον ζόφο και τις κακουχίες, ζεις σ’ ένα όνειρο γαλάζιο και χρυσό, εκεί όπου η νηφάλιος μέθη γίνεται ένα με την μεθυσμένη νηφαλιότητα: ήτοι στα ουράνια μέλαθρα της ευδαιμονίας. Μου έταξε, με άλλα λόγια, ότι, ναι, θα μεσολαβήσει να έχουμε την τηλεφωνική παρουσία του δημιουργού στην εκπομπή μου.
Την επόμενη ημέρα, η Χριστίνα μού τηλεφώνησε και ύψωσε την ευδαιμονία μου εις την νιοστή, λέγοντάς μου ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα κάνει την τιμή σ’ εμένα και στο Κανάλι 1 να διακόψει τις… διακοπές του (στην Τήνο), και να θαλασσοδαρθεί (όντως με κάτι οχτάρια μποφόρ ταξίδεψε), και να είναι στο Κανάλι, και να μιλήσει για το έργο του.
Το ραντεβού ήταν για τις 11:45. Συνεπέστατοι άπαντες λίγο έλειψε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Έγιναν οι συστάσεις και έλαμψαν τα χαμόγελα. Νερό και καφές στο σαλονάκι έξω από το στούντιο. Παρών και ο Γιάννης Καρολόγος των Πολιτών Kane. Μετά τις Ειδήσεις των 12:00, περάσαμε στο στούντιο, απλώσαμε δίσκους και βιβλία, ξεκινήσαμε με το «Promise», το κομμάτι από το cd με τον ίδιο τίτλο, το νέο δημιούργημα του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, από την ECM, και αφεθήκαμε σε μια ευγενική, μεστή, και ενίοτε διδακτική συζήτηση για την μουσική, την τέχνη εν γένει, την ποίηση, τον πολιτισμό, την jazz. Ακούσαμε και μεταδώσαμε πολλά κομμάτια από το «Promice» και το «Chants, Hymns and Dances», μιλήσαμε για τον Γεώργιο Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (δάσκαλο/ φιλόσοφο/ μουσικό), ταξιδέψαμε στους λειμώνες της μελωδίας. Σε κάποιο διάλειμμα, ο Γιάννης Καρολόγος, καθηλωμένος ακόμη στο σαλονάκι, είπε, «Εκπληκτική μουσική! Έχω μείνει ενεός!», και η εκπομπή Radio Propaganda κύλησε μες στο θάλπος και το θάμβος. Ήταν μια από κείνες τις εμπειρίες που εγγράφονται ανεξίτηλα στη μεμβράνη νου και ψυχής, μένοντας αλησμόνητες. Θαρρώ ότι εξίσου αλησμόνητη θα είναι η παρουσία του Βασίλη Τσαμπρόπουλου για όσους έρθουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά να τον ακούσουν να ιερουργεί με τα εβένινα και φιλντισένια πλήκτρα του πιάνου του, την Πέμπτη, 6 Αυγούστου, το βράδυ στις 9:30, με την Πανσέληνο να μας φέρνει πιο κοντά σε ό,τι βαθιά ανθρώπινο θάλλει στη Μουσική και στη Δημιουργία.
Μύρια από καρδιάς ευχαριστώ στον πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Τσαμπρόπουλο. Η μουσική του είναι ένα μέγιστο δώρο.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/08/09

ΥΓ. Απόψε, στον Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», έντεκα το βράδυ και έως τη μία μετά τα μεσάνυχτα, ακούστε ένα πρώτο αφιέρωμα στην ECM. Θα σας ταξιδέψω στα ηχητικά τοπία δημιουργών όπως ο Keith Jarrett, Enrico Rava, Paul Motian, Bill Frisell και, φυσικά, Βασίλης Τσαμπρόλουλος.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΜΑΛΚΟΛΜ ΛΟΟΥΡΥ


Ωδή στον Malcolm Lowry


The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!)
JJ, Finnegans Wake


Σου γράφω τώρα δα το ποίημα
και στο δωρίζω,
Καραβασίλη Γιώργο,
το ποίημα εκείνο,
την Ωδή,
που πήρες να συνθέτεις.

Σε βλέπω καθώς ανάβω το τσιγάρο
και αρχίζω,
ψέματα: συνεχίζω,
από κει που τ’ άφησες εσύ,
σαν ο χάρος ο άχαρος
ο καμπούρης
ο κανάγιας
ο γκαντέμης
σου πήρε το μολύβι από το χέρι
σου πήρε το ποτήρι με το ουίσκι
σου πήρε την καρδούλα
που «Κάθε καλό!»
σ’ έκανε να λες
προτού απολαύσεις
την πρώτη
την ωραία τη γουλιά.

Γράφω λοιπόν
καθώς κι εσύ ομνύοντας
στους 47,6 βαθμούς του τζιν
μα και τους 37,2 του αιδοίου
που όχι μονάχα νύχτες πρόστυχες
μα και της Ποίησης την ποίηση ποτίζουν.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα είχανε βρει κάποτε
ο ένας τον άλλον.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα έλαμψαν αλησμόνητα
το χάδι και το χνούδι
ακούστηκε αλησμόνητα
του Έρωτος το τραγούδι
άνθισε αλησμόνητα
της Αγάπης το λουλούδι.

Οαχάκα!
Κι εκεί κι εδώ: Οαχάκα!
Τι μεσκάλ στο Φαρολίτο
τι τσικουδιές στον Καπετάν Μιχάλη;
Η ίδια μοίρα,
η ίδια έξαψη,
η ίδια φωτιά,
η ίδια καθημαγμένη έπαρση,
το ίδιο να μας κεντρίζει
του Πόθου το αγκάθι
τα ίδια οινοβαρή αγέρωχα λάθη
τα ίδια γενναία τεθλασμένα πάθη.

Ω Γιώργο!

Τα σκυλιά του Χρόνου είμαστε
Αυτός κρατάει το λουρί.

Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!


Γράφω λοιπόν
καθώς σε βλέπω τώρα δα
στ’ ωραίο καπηλειό
πάντα με το μολύβι σου έτοιμο
τον λυρισμό ν’ αποτυπώσει στο χαρτί
ενός πακέτου από φτηνά τσιγάρα
ποτέ χλομός ποτέ σταχτής
μα πάντα κόκκινος
χρυσός πάντα
και γαλάζιος
σαν ιερουργούσες με τις λέξεις
σαν τραγουδούσες τις βλάσφημες έξεις
σαν ενέδιδες στις έξαλλες έλξεις.

Γράφω λοιπόν
και κλαίω
και θυμώνω
και πεισμώνω
και
τσακίσου από δω!
στο χάρο λέω
και
λέξεις λιτές
διαλέγω
για να σου θυμίσω
πως δεν σε ξεχάσαμε
για να σου μηνύσω
πως εδώ είμαστε συναγμένοι
οι φίλοι σου οι αγαπημένοι
και πίνουμε
για σένα
και δίνουμε
όρκο
πως διάκονοι της Ποίησης
και της Φιλίας
ψαλμωδοί
παντοτινά θα μείνουμε.

Γιώργο, αχ, Γιώργο!

Άκου,
ο Malcolm είν’ εδώ
και ο Arthur, και ο Baudelaire,
κι η Άντα κι η Αλίκη,
και όλα τα κορίτσια του Villon,
et les plaisirs et la splendeur
de ces jeunes voyelles
και μας τραγουδάει
τις «Λιτανείες για μιαν Επιστροφή»
ο τόσον εύμορφος
Jacques Brel
και
πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε
όπως στο ποίημα του Καρθαίου
όπως στον Τέταρτο του Shakespeare τον Ερρίκο
όπως στης απώλειας
της λυτρωτικής
τον κάθε κακόφημο οίκο
όπως στην Πατησίων
στο Aurevoir
όπως στου Bukowski
τα ποιήματα όλα
όπως στου Debord
τον Πανηγυρικό
όπως στου Καρόλου το «Μεθύστε!»
όπως στου Lowry
το έπος
που τόσο αγάπησες
που τόσο διαλάλησες
εσύ που τις ώρες σου
αφειδώλευτα
στα καπηλειά σπατάλησες.

Αχ Γιώργο,
εδώ κι εγώ
αφήνω στη μέση την Ωδή
κάηκε το μυαλό μου
το σύμπαν όλο κάηκε
τ’ αποκαΐδια είμαστε
μιας άγριας πυρκαγιάς
που ξέσπασε πριν γεννηθούμε
που φούντωσε
προτού δοθούμε
όσο μας έπρεπε
στης Τέχνης μας τη σάρκα.

Μόνος εγώ
ανήμπορος
τραυλός
σακάτης
και σεκλέτης
αστέρας αλαμπής
στου Είναι τη σκιά
στου φεγγαριού τα πάρκα
ρίχνω στις φλόγες την Ωδή
το ποίημα πυρπολώ
κι αρχίζω να περιπολώ
στου σκότους τα σοκάκια.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/ΙΙ/2005

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα


Parker 51
ή
Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα

D’ailleurs
c’est toujours les autres
qui meurent
Marchel Duchamp


1.
Ξεραΐλα
Επιτήδευση καμία
Επιτήδευσις καν μία
Όλα στο ΜΗΔΕΝ
Δίχως παράταση
Δίχως παράσταση
Δίχως ανεξεταστέα κρίματα

Όλα
Στο
ΜΗΔΕΝ

Ξεραΐλα
Εικόνες κώνοι
Κενές εικόνες
Ξεραΐλας

2.
Μείνε
Μακριά μου
Για να
Με
Βρεις

Μείνε
Μακριά
Απ’ τη
Μεγάλη Τέχνη
Για να
Κάνεις
Μεγάλη
ΤΕΧΝΗ

Μην
Τους ακούς
ΈΛΑ
Σιμά
Στη
Συνάφεια
Σίμωσε
Νιώσε
Πράξε

Το
Έργο
Θα σου δοθεί
Ακέραιο

3.
Δίχως
Χωρίς
Και
Άνευ
Τον
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ
Δεν
Υπάρχει
ΔΕΝ
Υφίσταται
ΔΕΝ ΔΕΝ ΔΕΝ
Τέχνη
Ουδεμία
Του
Εικοστού Αιώνος

4.
επ’ ουδενί
οπαδός

5.
Μάτια
Σαν της Γαλλίας
Τη
Σημαία
Γαλάζια
Άσπρα
Κόκκινα

Ανέκαθεν

6.
Α!
Τι ωραία

ΚΑΙΓΕΤΑΙ

στο
τζάκι

η

ε
φ
η
μ
ε
ρ
ί
δ
α
!!!

7.
σφάγιο
η
ζωή

μακέλεμα
η
ποίησις

κι όμως
θυμάμαι
ακραδάντως
δευτερόλεπτα
μεγίστης
τρυφερότητας

8.
Το
The Long Goodbye
Του
Chandler

Ο
Αμερικάνος Φίλος
Του
Wenders

Ο
Coltrane
Όλος

Κι
Όλος
Ο
Rothko

τα τούτα
και τα κείνα
που μας
ολέθρεψαν

Τι
Όμορφη
Μοίρα
!!!

9.
Εικοστός
Αιών:

Ο παπά-Γκαπόν
Ο Νέστωρ Μάχνο
Οι Ναύτες στην Κρονστάνδη
Στο Κίελο, οι Ναύτες
Το Άνοιγμα Ρέτι
Τα Κορίτσια της Ποτοαπαγόρευσης
Ο Μαρσέλ Ντυσάν
Ο Ανδρέας Μπρετόν
Η Στήλη του Σβίττερς
Ο Ντεμπόρ

και
Όλα
τ’
Άλλα

10.
ήμουν
υπήρξα
θα γίνω

(εντωμεταξύ
βήχω)

11.
η
ώρα
ήρθε

κι
ήμουν
εκεί

12.
εκείνη
με
ζωγράφισε
από
του
νυν
και
έως
του
αιώνος

13.
τη
δική
σου
τη
δική
ΣΟΥ
Φωνή

Τη
Δική
ΣΟΥ
Τη
ΔΙΚΗ
ΣΟΥ
ΦΩΝΗ

με
τίμημα
τη
σιωπή

έστω
και
μη
εκκωφαντική
!

14.
Aristotle
Breton
Cravan
Debord
Einstein
Feuerbach
Giacometti
Hegel
Isou
Jorn
Kafka
Lukacs
Marx
Nabokov
Osima
Prevert
Queneau
Rothko
Sade
Trotsky
Ungaretti
Vaneigem
Wolman
Y [?]
Xenakis
Zappa

Εικονοστάσιο
Επωνύμων
Αγίων

[η ορθογραφία
περιττεύει]

15.
Ακριθάκης
Βακαλόπουλος
Γιαννακόπουλος
Δενέγρης
Εμπειρίκος
Ζαμπέτας
Ηλιού
Θουκιδίδης
Ίκαρος
Καρούζος
Λαπαθιώτης
Μαρτίνου
Νιζήρης
Ξυλούρης
Οικονομίδης
Πουλάκος
Ρωμανός
Σολωμός
Τορνές
Υψηλάντης
Φατούρος
Χρήστου
Ψαραντώνης
Ωραίοι

Έλληνες
Αδάμαντες
Ανυπακοής



Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Μάιος 2009

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Επέτειος Γαλλικής Επανάστασης & Γιάννης Κουνέλλης


Radio_140709

Ακόμα ένα Ραδιοχρονογράφημά μου στο Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr (κάθε μεσημέρι, στις 2 παρά κάτι).

220 Χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση,
40 Χρόνια από ένα έργο του Γιάννη Κουνέλλη

Ένα από τα λατρεμένα μου έργα τέχνης, φιλοτεχνημένο πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, στα 1969, φέρει την υπογραφή του Γιάννη Κουνέλλη. Ας θυμίσουμε ότι ο Κουνέλλης γεννήθηκε το 1936, εδώ, στον Πειραιά. Οι μύωπες γραφειοκράτες της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του έφραξαν τον δρόμο της εισόδου στην Σχολή τρεις φορές, προσφέροντας έτσι, άθελά τους βέβαια, λαμπρές υπηρεσίες στην παγκόσμια τέχνη – και ο Κουνέλλης είναι παγκόσμιος καλλιτέχνης. Αποφάσισε, λοιπόν, να εγκατασταθεί στη Ρώμη, όπου αρχίζει να εκθέτει και να διαπρέπει.
Το έργο του Κουνέλλη, που το λάτρεψα και εξακολουθώ να το λατρεύω, δεν έχει τίτλο. Απαρτίζεται από μια μαύρη λαμαρίνα, η οποία φέρει ένα μικρό μεταλλικό ράφι. Πάνω στο ράφι βρίσκεται ένα αναμμένο λευκό κερί. Στη φλόγα του κεριού διαβάζουμε, γραμμένα με κιμωλία, τα εξής: Liberta o Morte. Ελευθερία ή Θάνατος. Κι από κάτω δύο ονόματα: Μαρά και Ροβεσπιέρος. Η απλότητά του έργου είναι συγκλονιστική, και αυτή η απλότητα είναι ο μέγας πλούτος του. Λαμαρίνα, κερί, κιμωλία. Επιτήδευση καμία. Ένας φόρος τιμής, μεστός, καθ’ όλα έντιμος, ευθύς, σε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στη Γαλλική Επανάσταση. Και σήμερα γιορτάζουμε, όσοι ξέρουμε ν’ αγαπάμε την Ελευθερία, τα 220 χρόνια από κείνη την ημέρα, την 14η Ιουλίου του 1789, ημέρα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης.
Πολλοί από μας έχουμε στα σπίτια μας την «Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Michelet, πολλοί θα έχουν διαβάσει κάποια από τα αναρίθμητα πονήματα που γράφτηκαν για αυτό το σπουδαίο γεγονός, ανάμεσα στα οποία και αυτό του αναρχικού πρίγκιπος Πέτρου Κροπότκιν. Σίγουρα υπάρχουν κάμποσοι που ακούνε, ξανά και ξανά, την όπερα «Ca ira» που συνέθεσε ο Roger Waters των Pink Floyd. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν δει επανειλημμένως τον «Δαντών» του αειθαλούς Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα, έναν ύμνο αλλά και μια σφοδρή, εκ των έσω, κριτική στις σκοτεινές πλευρές της Γαλλικής Επανάστασης! Σε πολλών τα μυαλά λάμπουν ακόμη σαν άστρα που δεν σβήνουνε ποτέ τα ονόματα των Αδελφών Μπαμπέφ, του Γιώργη Κουτόν, κι ακόμα του ιδιοφυούς και άτεγκτου Saint-Juste, που μάλιστα τον έκανε ποίημα συναρπαστικό ο Νίκος Καρούζος. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Νικόλας Κάλας, ή Νίκος Καλαμάρης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, αλλά και εξίσου σημαντικός θεωρητικός τέχνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, δανείστηκε ένα από τα ψευδώνυμά του, το Σπιέρος, από το όνομα Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, τιμώντας έτσι αυτή την απόλυτα έντιμη ηγετική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης. Τα έργα τέχνης που άντλησαν την έμπνευσή τους από αυτό το μεγαλειώδες κοινωνικό πείραμα, απ’ αυτήν τη θυελλώδη προσπάθεια εκ νέου ανακάλυψης του νοήματος της ζωής και επαναπροσδιορισμού των ιδιοτήτων του ανθρώπου είναι κυριολεκτικά αμέτρητα.
Σήμερα, 14 Ιουλίου του 2009, φέρνω στο νου μου τη Γαλλική Επανάσταση της 14ης Ιουλίου του 1789. Θυμάμαι όσους καταπιάστηκαν ως ιστορικοί, ποιητές, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, με τη Γαλλική Επανάσταση. Αλλά, όσο έξοχοι κι αν ήσαν, μοιάζουν να σβήνουν μπροστά στη μικρή φλόγα απ’ το κεράκι του Γιάννη Κουνέλλη. Λαμαρίνα, κιμωλία, ένα κερί και μια θαρραλέα, έντιμη έμπνευση ανυψώνουν το έργο του Κουνέλλη σε απόλυτο αίνο, σε ανυπέρβλητο εγκώμιο της Γαλλικής Επανάστασης, της ανάγκης και επιθυμίας για Ελευθερία. Σαράντα χρόνια πριν, στα 1969, ο Κουνέλλης δώρισε στην ανθρωπότητα έναν τρόπο να στοχάζεται πάνω στα μεγάλα γεγονότα. Οι Πειραιώτισσες και οι Πειραιώτες ας είναι περήφανοι γι’ αυτόν τον παγκόσμιο εικαστικό φιλόσοφο που γεννήθηκε σ’ αυτά εδώ τα μέρη, στον Πειραιά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 14/07/09

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Και Πάλι Κοντά Σας


Radio_130709

Απανωτές οι αναποδιές, καπούτ η τεχνολογία, τρικλοποδιές αβέρτα από το πουθενά, κι έτσι το blog έμεινε στάσιμο για κάμποσον καιρό. Και πάλι κοντά σας, όμως, ανοίξαμε και σας περιμένουμε ή ΦΦΦΦΦ [Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε]. Εντωμεταξύ εκδόθηκε ο «Κλιματιζόμενος Εφιάλτης» του Henry Miller [Μεταίχμιο], το «Όπλο μετά Μουσικής» του Jonathan Lethem [Ελληνικά Γράμματα], ο «Χειμώνας» της Melanie Wallace [Πόλις], που τις μεταφράσεις τους είχα τη χαρά και την τιμή να υπογράψω. Κι ακόμα, κυκλοφόρησε το νέο Βακχικόν, πλουτίζει τις γνώσεις μας ο Γιαννακόπουλος μέσα από το areadingdiary, τραγούδησε ο Iggy γαλλικά, έφυγε για τους ουράνιους λειμώνες ο Sky Saxon των Seeds, τιμήσαμε τον Λεωνίδα Χρηστάκη στο Nosotros (φίλοι απ’ τα παλιά, Σας χαιρετώ, Ω! Κωστή Τριανταφύλλου, Ω! Θανάση Μουτσόπουλε, Ω! Νίκο Ξυδάκη, Ω! Τεό Ρόμβε, Ω! Μιχαήλ Μήτρα, Ω! Μιχάλη Πρωτοψάλτη, Ω! Άγγελε Μαστοράκη! Ω! Πάνο Χαραλάμπους!), απέκτησα στήλη στο «Διαβάζω» με τίτλο «Ζενερίκ», μας σκίζει τα μυαλά ο Maurice Attia με το «Μαύρο Αλγέρι» και την «Κόκκινη Μασσαλία» (Πόλις), συνεχίζονται οι εκπομπές (απρόσκοπτα) Radio Propaganda και «Ο Αφρός των Ημερών», καθώς και τα «Ραδιοχρονογραφήματα» στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, πυρπολεί τα μάτια μας ο James Ellroy με το «Because the Night» (Άγρα), μας σκάβει σάρκα/πνεύμα/ψυχή ο Νίκος Καρούζος («στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου), γεννημένος στις 17 Ιουλίου του 1926. Αμέσως παρακάτω ένα από τα πιο πρόσφατα «Ραδιοχρονογραφήματά» μου. Όσο για τα κακόβουλα, και κομμάτι ασυνάρτητα, σχόλια κάποιου Alexis στην προηγούμενη ανάρτηση, τι να πω; Οι φθονεροί είναι βαρετοί, και άλλωστε «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού», ενώ μια ζωή οι φίλοι μου κι εγώ ζούμε με αλλεπάλληλα και αλησμόνητα potlatch!

Κολάζ Αναμνήσεων

Στα κάποτε εφηβικά, μα και προεφηβικά μας, δωμάτια, του ενός πολύ διαφορετικό από του άλλου, φτωχικό ίσως αλλά γοητευτικό και πάντα φιλόξενο, συνηθίζαμε μανιωδώς να αποτυπώνουμε, να κολλάμε καλύτερα (και θα πω γιατί αυτό το «να κολλάμε»), καθένας τη δική του μοναδική, ήδη διαμορφωμένη και διαρκώς υπό διαμόρφωσιν, προσωπικότητά του, την ταυτότητά του. Δεν είχε έρθει ακόμη η ομοιογενοποίηση, η Νεοσέτ, η Ικέα ή η Sato, να λουστράρουν την εφηβεία, να την κάνουν ομοιόμορφη, πατικωμένη, ουσιαστικά ακίνδυνη. Η φαντασία μας οργίαζε, δεν καθηλωνόταν σε χρωματιστές μεν, ίδιες δε, επιφάνειες, και η αλάνα ήταν πιο κει και μας περίμενε καθημερινώς. Το ίδιο και το όνειρο – ήταν εκεί και μας περίμενε καθημερινώς. Οι τοίχοι των εφηβικών μας δωματίων φιλοξενούσαν αενάως μεταβαλλόμενα κολάζ με ό,τι αγαπούσαμε και αντλούσαμε, για να μας διαπλάσει, από τον κινηματογράφο, τη μουσική, τα γεγονότα που πάλλονταν γύρω μας. Κανενός το δωμάτιο δεν ήταν ίδιο με του άλλου, κι ακόμα κανενός το δωμάτιο δεν ήταν το ίδιο το φθινόπωρο και το ίδιο το καλοκαίρι. Κάθε δωμάτιο ήταν ένα πρωτόλειο έργο εν εξελίξει, ένα work in progress.
Κόβαμε, λοιπόν, φωτογραφίες ή και κείμενα από περιοδικά και εφημερίδες των γονιών μας και τα κολλούσαμε στους τοίχους, συνήθως επιμελώς, με σελοτέιπ διπλής κολλητικής επιφανείας, συνθέτοντας έτσι ένα πρελούδιο του μέλλοντός μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο εγκαθιστούσαμε στον χώρο αλλά και εντός μας, στο μυαλό, στα φυλλοκάρδια μας, τις μετέπειτα, αποκλειστικά δικές μας, έστω της παρέας, επετείους. Πρόσωπα, ημερομηνίες, συμβάντα, στιγμές που έμελλε ν’ αποτελέσουν τους οδοδείκτες μας, το θησαυροφυλάκιο του καθενός μας. Κολλούσαμε εκεί στους τοίχους τις ψηφίδες της προσωπικότητάς μας. Και έτσι συστηνόμαστε στον άλλον, αλλά και δεξιωνόμαστε τον άλλον, σ’ αυτό το αυτοσχέδιο σπήλαιο το καμωμένο από χαρτί. Μια τέχνη του εφήμερου που όμως έμελλε ν’ αντέξει μες στις δεκαετίες. Μια επιστήμη των επετείων που, όπως συμβαίνει και με τα έθνη, χαρτογραφεί την προσωπικότητα.
Με δέος να κολλάω στον τοίχο μου τον Νιλ Άρμστρονγκ καθώς πατάει το πόδι του στη σελήνη, στο φεγγάρι, καλύτερα, που ήδη μου είχε δώσει τα πρώτα μου προεφηβικά ποιήματα. Σαράντα χρόνια πριν. Με λαχτάρα και ροκ χοροπηδητά να κολλάω στον τοίχο τον Τζίμι Χέντριξ με το πορφυρό μαντίλι στα ατίθασα μαλλιά του και την κιθάρα του να παίζει τα πάντα στο μεγαλειώδες, για μένα, τριήμερο του Woodstock. Επίσης σαράντα χρόνια πριν. Καλοκαίρι του 1969, και η αθωότητα να επελαύνει, γύρω και εντός μου. Με αμηχανία, με σαστισμάρα, δίχως να πολυκαταλαβαίνω, αλλά διαισθανόμενος ότι κάτι σαν απώλεια με παγώνει, να κολλάω, και πάλι σαράντα χρόνια πριν, την είδηση του θανάτου του δυναμικού ταλαντούχου Μπράιαν Τζόουνς, μουσηγέτη των Rolling Stones, ανήμπορος να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν να πνίγηκε στην πισίνα του, πολύ άγουρος ακόμη για να αντιληφθώ την συγκινησιακή σημασία του πένθους.
Κι αυτές τις μέρες, να πιάνω τον εαυτό μου σκυμμένο στο τραπέζι της κουζίνας μιας φιλόξενης κατοικίας, να συλλέγει πάλι αναμνήσεις, κόβοντας με το ψαλίδι, ένα από τα ιερότερα μέσα του συγγραφέα, όπως μας δίδαξε ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ, φωτογραφίες και κείμενα για κείνα τα γεγονότα του 1969 από εφημερίδες και περιοδικά.
Αληθεύει ότι η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν. Αληθεύει επίσης ότι στους καιρούς μας, τώρα που ο ίλιγγος ασχημονεί και η ασχήμια γίνεται ιλιγγιώδης, ναι αληθεύει ότι η νοσταλγία μπορεί να είναι ένα εφαλτήριο που μας ωθεί προς μια νέα ανακάλυψη της αθωότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 13/07/09

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Η ΛΙΣΤΑ



Δημοσιεύτηκε στη Lifo, το παρακάτωθι, στη στήλη Booklovers-The List.

Η Λίστα

Έχω κατορθώσει, κατά καιρούς, να κόψω το τσιγάρο και το ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικο), για παρατεταμένες περιόδους έμεινα μακριά από το κρέας, μπόρεσα κάποτε να μετριάσω τις σχεδόν ολέθριες ποσότητες καφέ που απολάμβανα καθημερινώς. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να κόψω το βιβλίο. Δυστυχώς, περιβάλλομαι από εξίσου μανιακούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι τίναζαν στον αέρα κάθε φιλότιμη απόπειρά μου να μείνω μακριά απ’ τις τυπωμένες σελίδες.
Αυτό τον καιρό, κλεισμένος σ’ ένα εξαίσιο φιλόξενο σπίτι της Κυπαρισσίας, καταβρόχθισα ένα σκασμό βιβλία, και φροντίζω τώρα να σας μιλήσω για πέντε (υποτίθεται) από αυτά, κάνοντας κάποιες μικρές ζαβολιές που τα μετατρέπουν αυτομάτως σε περισσότερα. Ιδού, λοιπόν:

1. Benjamin χ Τρία

Μία βιογραφία, ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ένα δικό του, εξόχως σημαντικό πόνημα, με κράτησαν κοντά στη σκέψη και την προσωπικότητα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή. Ο Μόμε Μπρόντερσεν υπογράφει το «Βάλτερ Μπένγιαμιν – Η Ζωή, το Έργο, η Επίδραση» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανή, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου ερχόμαστε σε γόνιμη επαφή με τον βίο και την περιπέτεια του Μπένγιαμιν, με τα θέματα που τον απασχόλησαν, με τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Ο Bruno Arpaia έρχεται να μας γοητεύσει με τον «Άγγελο της Ιστορίας» (μτφρ. Χρύσα Κατκατσάκη, εκδ. Ίνδικτος), όπου καταγράφονται μυθιστορηματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μπένγιαμιν, χρόνια εξορίας, ζόφου, αλλά και σπουδαίας δημιουργικότητας. Τα «Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα), είναι ένα ποιητικό έργο, απαρτιζόμενο από σύντομα κεφάλαια, «ολέθρια τρυφερές μικρογραφίες», σύμφωνα με τον Τέοντορ Αντόρνο, μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν ασκεί προφητική κριτική στην ανάδυση του ναζισμού.

2. Πεσσόα + Καβάφης

Συγκινητικά, έξυπνα και εύστοχα δομημένο το συνταίριασμα του Φερνάντο Πεσσόα με τον Κ. Π. Καβάφη, στο διπλό βιβλίο «Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» (εισαγωγή-ανθολόγηση από τον Γιάννη Σουλιώτη, εκδ. Μεταίχμιο). Αφήνουμε να μας ταξιδέψει η μελωδία των δύο μεγάλων ποιητών, να μας παρασύρουν σε μια λυτρωτική άρση του χρόνου στίχοι όπως «όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο». Από τη σειρά «Αντικριστοί Καθρέφτες», στην οποία εντάσσεται και το άλλο διπλό βιβλίο «Κώστας Καρυωτάκης & Μαρία Πολυδούρη – Έρωτας και Θάνατος στη Σκιά της Ποίησης» (επιμέλεια-ανθολόγηση από τον Γιάννη Η. Παππά).

3. Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac

Ποντάραμε στον Κέρουακ σαν ήμασταν έφηβοι, και, αισίως, δεν παύουμε ν’ ανταμειβόμαστε. Ο χαλκέντερος Γιάννης Λειβαδάς έρχεται να μας προσφέρει μιαν ευώδη ανθοδέσμη από τέσσερις Κέρουακ. Το μυθιστόρημα «Πικ», είναι το κύκνειο έργο του Τζακ, γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες, τη χρονιά του θανάτου του, το 1969, και το διαβάζουμε μαζί με την «Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (αμφότερα από τις εκδ. Απόπειρα), ένα σύνολο στοχασμών του Κέρουακ, εμπνευσμένων από τη μελέτη βουδιστικών κειμένων. «Βροντερά όνειρα μέσα σ’ ένα απολύτως σιωπηλό μυαλό. Τώρα που το γνωρίζουμε αυτό, πετάχτε τη σχεδία». Ακάθεκτος ο Λειβαδάς, μεταφράζει και προλογίζει τα «Ποιήματα» και τα «Mexico City Blues», αμιγώς ποιητικές πτήσεις του Κέρουακ (εκδ. Ηριδανός), ενώ αναμένει στο κομοδίνο μου να τον κατασπαράξω ένας πέμπτος Κέρουακ, εξ αδιαιρέτου με τον William S. Burroughs, ήτοι το θρυλικό μυθιστόρημα, ανέκδοτο επί έξι δεκαετίες, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος).

4. Κορνήλιος Καστοριάδης & Friends

Ο τόμος «Παράθυρο στο Χάος» (μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, εκδ. ύψιλον/βιβλία) στεγάζει έξι σημαντικά κείμενα του διορατικού στοχαστή, όλα με θέμα την Τέχνη στους σύγχρονους καιρούς. Στο εγχείρημα συμπράττουν, ως συνομιλητές του Καστοριάδη, διανοητές όπως ο Οκτάβιο Παζ, ο Κάρλος Μπαράλ, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Φιλίπ Νεμό. Ούτε λέξη από τα όσα υπάρχουν στις σελίδες του τόμου δεν μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία, το νόημα, και την επικαιρότητά της. Πολύτιμο ανάγνωσμα!

5. Γιώργος Κακουλίδης (και ξερό ψωμί)

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν, γι’ αυτό. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής» (εκδ. Λιβάνη), ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

κιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω


Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Το σημερινό μου ραδιοχρονογράφημα, παραμένοντας, ως λέγει ο Ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Σκιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω

«Γιατί δεν τους ξεσκίζουν γι’ αυτά που λένε», έλεγε εντόνως ο αρχηγός του νεόδμητου κόμματος «Δράση» στην εκπομπή του Καναλιού μας «Παιχνίδια Εξουσίας». «Μην τους φοβάσαι, φόβισέ τους», καλεί έναν κρανοφόρο εργάτη και σύσσωμο το προλεταριάτο, μέσω των αφισών του, το τιμημένο Κουκουέ. Ο κύριος Γιακουμάτος, λάτρης ως φαίνεται των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου, έκανε επανειλημμένες αναφορές στην ταινία «Το Μεγάλο Φαγοπότι» αποδίδοντάς την στον Πιερ Πάολο Παζολίνι – ενώ, βεβαίως, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μάρκο Φερέρι. Μετά τον κακό χαμό του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μοιάζει να είναι ο μοναδικός Έλληνας που δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, λέει, εξαπέλυσε το άλλο βέλος από την πλούσια φαρέτρα του: «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Οι επαγγελματίες χιουμορίστες, οι κωμωδιογράφοι, τελούν εν απογνώσει: τους τρώνε το ψωμί οι πολιτικοί. Εκτός κι αν συμβαίνει να εργάζονται για λογαριασμό τους, να έχουν αναλάβει αυτοί την εκπόνηση των συνθημάτων σε τούτες τις ευρωεκλογές. Ο μεγάλος ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ στο ποίημά του «Δυσκολίες Πολιτευομένου» αναρωτιόταν: «Φώναξε τι να φωνάξω».
Μπορούμε κάλλιστα να φωνάξουμε την απόγνωσή μας – κομψά, με περίσκεψη, ίσως με κάποια πικρή μελαγχολία, γιατί όχι και μελωδικά. Την απόγνωσή μας για την φτώχια του πολιτικού λόγου και της πολιτικής πράξης. Την απόγνωσή μας για τις καρικατούρες ιδεών, για την ιλαρότητα που σαν βρόμικη αύρα απλώνεται πάνω από την πολιτική διαμάχη.
Μπορούμε, επίσης κάλλιστα, να φωνάξουμε την ποιότητά μας. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας σε όσους εμμένουν στην ποιότητα, στο θάλπος, στη φιλία, και με το πρόσχημα μιας γλυκιάς νοσταλγίας ασκούν, ουσιαστικά, κριτική στο άχαρο σήμερα. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας στον Σκουρή και στον Τσαβάρα, στον Βασίλη Σταυρόπουλο και στην Ελένη Γιαννοπούλου, στον Μποσκό και στους Πολίτες Κέιν, και στους άλλους του Καναλιού 1, του ραδιοφωνικού σταθμού που έχει επιλέξει τους ήπιους, μειλίχιους, τόνους, και όχι τη λεκτική βία και τον βίαιο λόγο.
Να φωνάξω, με τη σειρά μου, τα ευχαριστώ μου στον Ντίνο Υφαντή, για τη χθεσινή μας συζήτηση που ενέπνευσε το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα. Ναι, φίλε Ντίνο, συμφωνώ, πλέον η βία δεν οδηγεί πουθενά, δεν είναι πλέον η «μαμμή της ιστορίας», δεν έχει νόημα ούτε καν ως «αντι-βία».
Λέω για σήμερα να επιχειρήσω μια λυτρωτική περιδιάβαση στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και του Ερίκ Σατί, να συνεχίσω την προετοιμασία για το αυριανό αφιέρωμα της εκπομπής Radio Propaganda στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ιδρυτή, ας επαναληφθεί για να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, της Ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε καταλυτικά ανάμεσα στα 1948 και τα 1966, και να τελειώσω την ανάγνωση του υπέροχου και συναρπαστικού βιβλίου «Η Μνήμη της Πολαρόιντ», της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο), ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που έχει πολλά να πει για τη γενεαλογία, ίσως και την αρχαιολογία, της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης.
Κι ενώ όλοι έχουν το νου στραμμένο στις παραλίες, ας δηλώσω, όπως και ο φίλος μου Νίκος Τριανταφυλλίδης, ότι μ’ αρέσει η θάλασσα μόνο τον χειμώνα και να τη βλέπω από μακριά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 28/05/09

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΧΡΩΜΑΤΑ!


Radio_270507

Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στη 1 παρά πέντε το μεσημέρι. Προσοχή στην ΚΔΩΑ, την Κτηνώδη Δύναμη Ωγκώδη Άγνοια (με Ω λόγω αγνοίας)!

Προσοχή! Χρώματα!

Οι ιδέες, οι θεωρίες, τα ρεύματα τέχνης και σκέψεις, έχουν την ιστορία τους. Το ίδιο και κάποια συνθήματα που προκύπτουν από όλα αυτά. Όπως έχει δείξει ο στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης, οι ιδέες είναι όπλα αξίωσης ισχύος, εισβάλλουν στην ιστορία και κάνουν τη δουλειά τους: ήτοι αλλάζουν ακριβώς τον ρου της ιστορίας. Εν συνεχεία, γίνονται και οι ίδιες ιστορία, γίνονται θέμα ανάλυσης μιας συγκεκριμένης, επαναλαμβάνω: συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, στην οποία εμφανίστηκαν και έδρασαν. Και έτσι εντάσσονται στο ιστορικό ρεύμα που τις γέννησε, που τις έκανε τελεσφόρες, που τους προσέδωσε δυναμική, όπως και αυτές του προσέδωσαν δυναμική.
Είναι γνωστό, για κάποιους και θλιβερό, ότι τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται ότι οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, είτε από οκνηρία είτε από ανημπόρια, ή έστω λόγω του γενικευμένου συγκεχυμένου των καιρών μας, δεν επινοούν νέες ιδέες, αλλά αρκούνται σε μια συνθηματολογική εκμετάλλευση ιδεών που εκπονήθηκαν πολύ καιρό πριν, κάτω από άλλες συνθήκες και, βεβαίως, για άλλους λόγους. Δυστυχώς πρόκειται για ένα είδος αρπαχτής και ξεπέτας, που βασίζεται στην τάχατες άγνοια των πολιτών και στην τάχατες άμβλυνση της ιστορικής τους συνείδησης.
Συνήθως, και ευτυχώς εν προκειμένω, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αρπαχτής και ξεπέτας παλαιών ιστορικών και κρίσιμων ιδεών είναι ιλαρά, και προκαλούν στους νοήμονες και τους εγγράμματους ομηρικά γέλια συνοδευόμενα από δίκαιη, έστω δικαιολογημένη, αγανάκτηση.
Ο νυν υπουργός πολιτισμός όταν κάποτε θέλησε να στήσει κι αυτός το κόμμα-απόκομμά του, την Πολιτική Άνοιξη, περιέπεσε σε δύο σπαρταριστά λάθη. Πρώτον, το «Πολάν» όπως έλεγαν συντομογραφικά το κόμμα-απόκομμά του, θύμιζε στους λάτρεις του ροκενρόλ τον μεγάλο Πολ Άνκα, και έπεσε, συνεπώς, γέλιο πολύ. Δεύτερον, είχε την έμπνευση, ή κάποιος σύμβουλος του το σφύριξε, να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό του σύνθημα έναν κρίσιμο όρο-έννοια του σημαντικότατου φιλοσόφου Hegel, ελληνιστί Εγέλου, την «υπέρβαση», γερμανιστί «Aufhebung». Όπως έγραφε και ο Θανάσης Λάλας εντός παρενθέσεως στις συνεντεύξεις του: (γέλια, γέλια, γέλια).
Προσφάτως χύθηκε, και εξακολουθεί να χύνεται, πολύ μελάνι, αλλά σημειώθηκαν συνάμα και πολλές άχαρες και αχαρακτήριστες φωνασκίες στην τιβί, για το περιβόητο πια «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που είχε την έμπνευση, ή του εσφυρίχθη από τον πεπαιδευμένο σε τέτοια ζητήματα Νίκο Κοτζιά, να χρησιμοποιήσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως ως κεντρικό σύνθημά του για τις Ευρωεκλογές. Και πάλι, εκ μέρους ορισμένων, ιστορικώς και φιλοσοφικώς εγγραμμάτων: γέλια, γέλια, γέλια!
Μεθαύριο, Παρασκευή 29 Μαΐου, εδώ στο Κανάλι 1, στον Πειραιά, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα παρουσιάσουμε ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, σημαντικό παγκοσμίως στοχαστή και ιδρυτή, ακριβώς, της ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε επί μία εικοσαετία, ανάμεσα στα 1948 και 1966. Μετά τα γέλια, η αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας και αλήθειας.
Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, λίγη φρόνηση παραπάνω, σας παρακαλούμε. Προσοχή όταν αγγίζετε λαμπρά χρώματα του παρελθόντος, προσοχή γιατί μπορεί να είναι ακόμη νωπά τα χρώματα αυτά. Μπορεί να μην είναι φρεσκοβαμμένα κάποια παγκάκια, αλλά ίσως παραμένουν ικανά να λερώσουν τα ακριβά σας κοστούμια! Προσοχή, χρώματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/05/09

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο


Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο

Και σήμερα, ένα Ραδιοχρονογράφημα. Ακούστηκε πριν από λίγες μέρες στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr Θα ακολουθήσουν κι άλλα που δεν μπορούσα να αναρτήσω λόγω τεχνικών προβλημάτων και μπλοκάρισμα του υπολογιστή. Την Παρασκευή, 29 Μαΐου, στην εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα έχουμε ένα αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997), ιδρυτή, ως γνωστόν, της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Άλλωστε στο Κανάλι 1, συχνά-πυκνά, γίνονται αναφορές στο έργο του μεγάλου διανοητή, ιδίως από την εκπομπή «Πολίτες Κέιν», του Γιάννη Πολυμενέα και του Γιάννη Καλολόγου, κάθε Σάββατο, από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι.

«Φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι», είχε γράψει ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στο ποίημά του για τον Λάκι Λουτσιάνο. Όταν αρχίζεις να μιμείσαι, αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου. Κι όταν αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου, ο κόσμος αρχίζει να γίνεται λιγότερο πλούσιος, λιγότερο πολύτιμος. Γιατί τα λέω αυτά δευτεριάτικα; Διότι μου ήρθαν στο νου οι στίχοι αυτοί του Δενέγρη «φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι» ακούγοντας ραδιόφωνο, ως συνήθως, χθες το μεσημέρι, μετά την ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων. Άκουσα γνώριμες φωνές, ακόμα και φίλων φωνές, να χλευάζουν επιμόνως και αγρίως τη Eurovision, και την ελληνική συμμετοχή. Επίσης, να χλευάζουν την ελληνική συμμετοχή, με άκομψο τρόπο, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, η χλεύη πάντα άκομψη είναι.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιότιμων, κατά τα άλλα, χλευαστών, ήταν υπερβολικότατα υπερβολική η τιβί, τα κανάλια, ως προς τις προσδοκίες για διάκριση του Σάκη Ρουβά, και μετέπειτα, ακόμα πιο υπερβολικότατα υπερβολική στον σχεδόν θρήνο για την βαθμολόγηση που έφερε την ελληνική συμμετοχή στην έβδομη θέση. Διέκρινα, φίλες και φίλοι, μιαν εκ μέρους του ραδιοφώνου μίμηση των τηλεοπτικών τρόπων. Κι αυτό είναι ένα λάθος του ραδιοφώνου, ας μου επιτραπεί να επισημάνω. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα. Και καλώς είναι εντελώς διαφορετικά, και έτσι πρέπει, θαρρώ, να παραμείνουν. Συμπτωματικώς, την ώρα που διεξαγόταν το φεστιβάλ της Eurovision, ο τελικός του Σαββάτου, εγώ έκανα, ζωντανά από το στούντιο του Καναλιού μας, την εκπομπή μου «Ο Αφρός των Ημερών», με ηχολήπτη τον εξαιρετικό κύριο Κώστα Λαζαρίδη. Σχολιάσαμε παρέα, εν τάχει, το γεγονός του τελικού, καθώς και τη λαχτάρα πολλών συμπατριωτών μας για μία διάκριση, για μιαν ανάκαμψη του ηθικού έστω και μέσω της Eurovision, και σε ελάχιστα λεπτά είχαμε αφήσει πίσω μας το θέμα, δεν επιμείναμε διόλου, και συγκεντρωθήκαμε πάλι στο νέο έργο του Bob Dylan, το «Together Through Life», καθώς και στα πενήντα χρόνια από το ξέσπασμα του νέου κύματος του Γαλλικού Κινηματογράφου, της περιλάλητης nouvelle vague, που ήταν τα κεντρικά θέματα της προχθεσινής σαββατιάτικης εκπομπής.
«Η Σφίγγα κάνει τη δουλειά της, κι εμείς τη δική μας», αποφάνθηκε ο ποιητής Ευγένιος Αρανίτσης, και είχε δίκιο. Που σημαίνει ότι, στην εποχή μας, καλόν είναι να μην μπερδεύουμε τα μέσα, να μην κάνουμε τηλεόραση μέσα από το ραδιόφωνο, αλλά ραδιόφωνο μέσα από το ραδιόφωνο. Δεν υπάρχει λόγος το ραδιόφωνο να ασκεί κριτική στις άγριες υπερβολές της τηλεόρασης, ή και να την χλευάζει. Το ραδιόφωνο μπορεί κάλλιστα να αντισταθεί στις εν λόγω υπερβολές με τους χαμηλούς τόνους του, την εγγενή συγκίνησή του, την ποιότητά του, τόσο στο λόγο όσο και στις μουσικές επιλογές. Χλευάζοντας την τηλεόραση, γινόμαστε τηλεοπτικοί, εντέλει την μιμούμαστε την τηλεόραση, παύουμε να είμαστε ραδιοφωνικοί. Κι αυτό, πιστεύω, είναι εις βάρος μας, δεν μας φέρνει ακροατές, απεναντίας τους διώχνει, τους ωθεί προς το real thing, ήτοι, ακριβώς, προς την τηλοψία. Η παγερή αδιαφορία προς τα σημερινά τηλεοπτικά ήθη, η εστίαση στη δουλειά μας, στον κομψό λόγο και στην καλή μουσική, είναι τελικά πολύ πιο αιχμηρή κριτική, πολύ πιο αποτελεσματική.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/05/09

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr . Λόγω τεχνικών προβλημάτων, και άλλων μικρών δεινών, δεν ήταν δυνατόν να ανανεωθεί το blog για περίπου έναν μήνα. Τώρα, ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, LADIES & GENTS!!!

Περί Παρεξηγήσεων

Ένα από τα πολλά εθνικά μας σπορ είναι και η παρεξήγηση. Το λέει κι ένα άσμα, «Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δεν δόθηκε». Κι όμως, όταν δίδεται εξήγηση, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη η παρεξήγηση. Και δίδεται εξήγηση όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να ανοιγόμαστε στον άλλον, όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να λέμε τη γνώμη μας, έστω και σε συνθήκες αντίξοες, πόσο μάλλον σε ευνοϊκές. Χθες, στον Πειραιά, μια μέρα πανέμορφη, με λιακάδα λυτρωτική, πέρασα από το Κανάλι 1, έκανα το πεντάλεπτο ραδιοχρονογράφημά μου, ένα αισιόδοξο μάλιστα ραδιοχρονογράφημα, και είπαμε με τον Ντίνο Υφαντή να πιούμε καφέ και να τα πούμε. Ο Ντίνος μού έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για μια παλαιά παρεξήγηση που όπως και η κολόνια βαστάει χρόνια, και ας του αφιερώσω το σημερινό μου σχόλιο.

Πήραμε, λοιπόν, να μιλάμε, σαν παλιοί φίλοι, παρότι γνωριζόμαστε ελάχιστα, περί φιλίας και ανθρωπιάς, να σχολιάζουμε την κατάσταση των σημερινών νέων, να μιλάμε για παλιά βινύλια και τωρινά άσματα, για το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, για τον Ρομπέρτο Μπενίνι, για ωραίες νουάρ ταινίες, για μουσικές και λογοτεχνίες. Κάποια στιγμή, πιάσαμε να λέμε για την Γενιά Μπιτ, για τον Τζακ Κέρουακ και το θρυλικό «On the Road», και κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι, λοιπόν, χρειάστηκε κοντά ένα τέταρτο του αιώνα για ν’ απαλλαχτεί από τη φήμη του πορνόγερου και του μισογύνη, του ανθρώπου που διόλου δεν σέβεται τις γυναίκες, αλλά απλώς τις χρησιμοποιεί κυνικά για να κορέσει τις όποιες χθαμαλές ανάγκες του, σαν δοχεία ας πούμε. Η παρεξήγηση αυτή, θεμελιωμένη, όσο θεμελιώνεται μια παρεξήγηση, στο γεγονός ότι εδώ κυκλοφόρησαν αρχικά κάποια πεζογραφήματα του Τσαρλς που όντως είχαν κάποια στοιχεία λαγνείας και καθημερινής τρέλας, όπως έλεγε και ο ίδιος, έμελλε, όπως είπα, να διαρκέσει πάνω από μια εικοσαετία. Ελάχιστοι επέμεναν ότι ο Μπουκόφσκι είναι μεγάλος ποιητής, σπουδαίος ανατόμος της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κοινωνίας, τροβαδούρος της φτωχολογιάς αλλά και της εργατικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κι ακόμα, λάτρης της κλασικής μουσικής, των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων, των καλλιτεχνών που μπόρεσαν να εκφράσουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, είχαμε ένα εκδοτικό μπαράζ Μπουκόφσκι, εκλεκτοί Έλληνες πεζογράφοι και ποιητές φρόντισαν να μεταφράσουν την ποίησή του με άρτιο και εμπνευσμένο τρόπο, δοκιμιογράφοι να μιλήσουν για την ουσία της προσφοράς του. Ανάμεσά τους, η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Κι έτσι σκόρπισαν τα σύννεφα της παρεξήγησης. Κι έτσι, ο Έλληνας αναγνώστης αντιλαμβάνεται πια ότι ο Μπουκόφσκι ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών του εικοστού αιώνα.

Ας θυμίσουμε ότι παρόμοια μοίρα είχαν κι άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (που τον θεωρούσαν, τόσο εσφαλμένα, παιδεραστή που κυνηγούσε κοριτσάκια), ο Χένρι Μίλερ (που τον περιέβαλλε η κακή φήμη του κυνικού και του παράφρονα, εξαιτίας κάκιστων μεταφράσεων), ο Μάλκολμ Λόουρι (που στα μυαλά πολλών δεν ήταν παρά ένας ελεεινός μπεκρής). Και πάει λέγοντας.

Ας φροντίσουμε να μιλάμε, με έλλογο πάθος και παθιασμένη λογική, για όσα αγαπήσαμε, για όσα αγαπάμε, κι οι παρεξηγήσεις θα χάνονται όπως τους αξίζει.