Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΛΑΤΡΕΜΕΝΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΛΑΤΡΕΜΕΝΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

W.S.B.

Burroughs


Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ: Ο Παππούς Όλων Μας

Στη μνήμη του φίλου μου, Νίκου Μπαλή


Υπάρχουν επαναστάτες που από μόνοι τους αποτέλεσαν μιαν ολόκληρη Κεντρική Επιτροπή (κλασικό παράδειγμα: ο Γκυ Ντεμπόρ). Υπάρχουν συγγραφείς που από μόνοι τους αποτέλεσαν μια ολόκληρη σχολή (κλασικό παράδειγμα ο Μπόρχες). Υπάρχουν καλλιτέχνες που από μόνοι τους αποτέλεσαν ένα ολόκληρο κίνημα (κλασικό παράδειγμα: ο Μαρσέλ Ντυσάν). Υπάρχει μία προσωπικότητα, μια εμβληματική μορφή του Εικοστού Αιώνα που υπήρξε και τα τρία, και όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο: επαναστάτης, συγγραφέας, καλλιτέχνης, και, συνάμα, κεντρική επιτροπή, σχολή, κίνημα. Άκουγε στο όνομα Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ. Επηρέασε τους πάντες και τα πάντα. Επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τέχνη, επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Επηρέασε το γράψιμο, την εικαστική έκφραση, τον κινηματογράφο, το ροκ. Ανακάτεψε την τράπουλα ξανά. Ανέτρεψε τα δεδομένα. Ήταν από εκείνους που δεν παίζουν με τους κανόνες αλλά τους αναδημιουργούν, τους επινοούν, και τους επιβάλλουν – όχι με τη βία, αλλά με μια σπάνια μειλιχιότητα, με μια καταλυτική και ακαταμάχητη ηδύτητα. Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ.

Και τι δεν ήταν; Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, λαμπρός φοιτητής, ένας απ’ τους γενάρχες του κινήματος των Μπιτ, ακούσιος φονιάς της συζύγου του, ποιητής, περιπλανώμενος, ιδιωτικός ντετέκτιβ, απολυμαντής, αέναος πειραματιστής, ανατρεπτικός μελετητής της γλωσσικής λειτουργίας, εικαστικός καλλιτέχνης, και τόσα άλλα. Σωστά, πολύ σωστά, η ιέρεια του αμερικανικού πανκ, η Πάτι Σμιθ, λέει: «Ήταν ο παππούς όλων μας». Χώθηκε στο λαβύρινθο των τεχνητών παραδείσων αλλά δεν χάθηκε. Βρήκε την Αριάδνη του, το γράψιμο, και βγήκε από κει. Φαίνεται ότι για τα δημιουργικά πνεύματα ο λαβύρινθος της Τέχνης είναι πιο θελκτικός, πιο απαιτητικός, πιο περίπλοκος. Έως το θάνατό του, ο Ουίλιαμ Σιούαρντ, όπως και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο λατρεμένος του, παρέμεινε σ’ αυτόν το λαβύρινθο, στο Λαβύρινθο της Στρατιάς των Είκοσι Τεσσάρων Γραμμάτων. Αυτοί οι δύο Ουίλιαμ Σ. είχαν πολλά κοινά (να ποια θα ήταν η υπέρτατη φιλοφρόνηση για τον πρώτο Ουίλιαμ Σ. – μια τέτοια συσχέτιση με τον Μεγάλο Βάρδο θα τον έκανε πάντα ευτυχή). Το κυριότερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η επίγνωση ότι γράφοντας αλλάζουν την τάξη του κόσμου, κινούν τον κόσμο έστω κατά ένα εκατομμυριοστό της ίνστας, όπως έλεγε ένας άλλος ποιητής. Λιγότερο από ένα χρόνο προτού πάρει τα χειρόγραφά του παραμάσχαλα και πάει να συναντήσει στις Βιβλιοθήκες του Ουρανού τον Τζέιμς Τζόυς και τον Τζόζεφ Κόνραντ, ο συγγραφέας του «Τόπου των Νεκρών Δρόμων» σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Ναι, για όλους εμάς της Συμμορίας Σαίξπηρ, το γράψιμο είναι αυτό ακριβώς: όχι μια φυγή από την πραγματικότητα, αλλά μια απόπειρα να αλλάζουμε την πραγματικότητα». Γι’ αυτό και ο Μπάροουζ δεν ακολούθησε πορεία γραμμική, προβλέψιμη, βατή. Αλλά τεθλασμένη, όλο ποιοτικά άλματα, γεμάτη απρόβλεπτα, με αλλεπάλληλους ελιγμούς και σχεδόν πολεμικού τύπου τακτικές και στρατηγικές. Ήταν κάτι πέρα από συγγραφέας, μολονότι θεωρούσε ύψιστη τιμή αυτό που είχε δηλώσει ο Μπέκετ για τον Μπάροουζ: «Ναι, είναι ένας συγγραφέας».

Ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ ο Δεύτερος, γεννήθηκε στο Σαιντ Λούις του Μισούρι, στις 15 Φεβρουαρίου του 1914. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σ’ ένα παλιό τρίπατο τούβλινο σπίτι, με πρασιά στην πρόσοψη, με πίσω αυλή, με κήπο, μια μικρή λιμνούλα με ψάρια, αλλά και ανάμεσα στην αδιάκοπη ταραχή που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι εφιάλτες και την μαγεία των καλών ονείρων που είναι, όπως ξέρουμε, «η αστρόσκονη της ύλης». Την ύστερη ωριμότητά του, και σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία του, στις «Πόλεις της κόκκινης Νύχτας» (εκδ. Απόπειρα, μτφρ. Νίκος Ρέγκας και Δημήτρης Κουμανιώτης), απολαμβάνουμε ένα πορτρέτο του μικρού Ουίλιαμ των αρχών του αιώνα: «Κανείς δεν τον ήθελε για πολύ, παρ’ όλο που ήταν ένα όμορφο αγόρι με ξανθά μαλλιά και τεράστια γαλάζια μάτια σαν βαθιές λίμνες. Έκανε τους ανθρώπους να μην αισθάνονται άνετα. Υπήρχε πάνω του μια νωθρή ζωώδης ηρεμία. Άνοιγε το στόμα του μονάχα για να απαντήσει σε μιαν ερώτηση ή για να εκφράσει μιαν ανάγκη. Η σιωπή του έμοιαζε να κρύβει μιαν απειλή ή μιαν επίκριση. Κι αυτό δεν άρεσε στους ανθρώπους».

Όπως πολλοί συγγραφείς που σέβονται τον εαυτό τους, ο Μπάροουζ επέδειξε από μικρός μιαν αδιαφορία για τις αθλήσεις, τα ομαδικά παιχνίδια, τους εφηβικούς κομπασμούς. Του άρεσε να παίζει σκάκι, του άρεσε να απομονώνεται, του άρεσε να διαβάζει. Και πάνω απ’ όλα ήθελε να γίνει συγγραφέας. Ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο Αντρέ Ζιντ, θα είναι απ’ τους πρώτους αγαπημένους του μάστορες του λόγου. Παρατηρούμε ότι κανένας δεν είναι Αμερικανός. Ήδη από τότε. Αλλά και αργότερα, ο Μπάροουζ, ένας συγγραφέας πάντα πρόθυμος να επιδαψιλεύσει φιλοφρονήσεις σε όσους καλλιτέχνες, φίλους και ανθρώπους εκτιμούσε, φρόντιζε να είναι στα γραπτά του παρόντες ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Ζαν Ζενέ, ο Σάμιουελ Κόλεριτζ, ο Τόμας ντε Κουίνσι, και, κυρίως (και σχεδόν σε όλα του τα βιβλία) ο Μεγάλος Βάρδος, ο άλλος Ουίλιαμ Σ., ο Σαίξπηρ. Ελάχιστοι Αμερικανοί, συνήθως συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών ή επιστημονικής φαντασίας δευτεροκλασάτοι, αγνοημένοι, λησμονημένοι, εμφανίζονται στο έργο του Μπάροουζ. Μία εξαίρεση (αλλά τι εξαίρεση!): ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Πάπα Χεμ, ο απόλυτος Άνθρωπος και Συγγραφέας, η κολοσσιαία προσωπικότητα που στοιχειώνει το μυαλό κάθε άντρα που έπιασε κάποτε χαρτί και μολύβι αποφασίζοντας να αφιερώσει τη ζωή του στο γράψιμο.
Ο Μπάροουζ θα σπουδάσει φιλολογία στο Χάρβαρντ, όπου θα διακριθεί. Συνεχίζει με σπουδές ιατρικής στη Βιέννη, ενώ μετέπειτα θα παρακολουθήσει σεμινάρια εθνολογίας και αρχαιολογίας. Θα ταξιδέψει. Πολύ. Στην Ευρώπη. Στη Νότιο Αμερική. Στη Βόρειο Αφρική. Θα καταγράφει διαρκώς τις εμπειρίες του, σε σημειωματάρια που με τον καιρό έγιναν μικρά εικαστικά έργα και που έμελλε να αποτελέσουν πολλές φορές το πρώτο υλικό για τα πρωτότυπα αφηγήματά του. Και είναι μία από τις χαρακτηριστικές μεθόδους του: η καταγραφή όσων βλέπει σε συνδυασμό με την καταγραφή όσων αισθάνεται βαθιά μέσα του, και όσων συνειρμών διεξάγονται εκείνη την ώρα στον εγκέφαλό του. «Είμαι ένα όργανο καταγραφής», θα πει ο Μπάροουζ. «Ένας χαρτογράφος, ένας εξερευνητής των περιοχών της ψυχής, για να χρησιμοποιήσω τη φράση του κυρίου Αλεξάντερ Τρόκκι, ένας κοσμοναύτης του εσωτερικού Διαστήματος».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Μπάροουζ θα συνδεθεί φιλικά με τους Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ, με τους οποίους θα αποτελέσει τον αρχικό και κεντρικό πυρήνα της περιλάλητης Γενιάς Μπιτ, εκείνου του κινήματος που έμελλε να συγκλονίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά και του 1960, όχι μόνο με τα έργα όσο με τον τρόπο ζωής και τις συμπεριφορές που προπαγάνδιζαν αυτά τα έργα. Ο αντικομφορμισμός, η παραβίαση κάθε λογοτεχνικού κανόνα χάριν της ανεμπόδιστης έκρηξης των δημιουργικών δυνατοτήτων, η διαρκής περιπλάνηση από τόπο σε τόπο, ένας ιδιότυπος νομαδισμός, η λατρεία της τζαζ και ο εκθειασμός της παραβατικότητας σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του κινήματος. Ο Μπάροουζ θα είναι η πιο σεβαστή προσωπικότητα ανάμεσα στους άλλους μπιτ συγγραφείς και ποιητές, ο αδιαφιλονίκητος αντι-ηγέτης και κρυφός καθοδηγητής τους.
Είναι γνωστές οι περιπέτειές του με την ηρωίνη, με την πρέζα ¬ και ίσως συζητημένες περισσότερο από το τόσο ακραία πρωτότυπο και αιχμηρά κριτικό έργο του. Τις παρακάμπτουμε, λοιπόν, λέγοντας απλώς ότι αποτέλεσαν κι αυτές μια πρώτη ύλη που χειρίστηκε με θαυμαστή μεθοδικότητα και διαύγεια. Έγραψε το «Junky» (1953), αυτήν την παγωμένη αναφορά στον εφιαλτικό κόσμο της βελόνας και της σιωπής, της γυμνότητας των αισθημάτων και των αλλεπάλληλων χειραψιών με τον θάνατο, της τεχνητής υπνοβασίας και της άλγεβρας της ανάγκης. «Χρειάζομαι την πρέζα για να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί, για να ξυριστώ και να φάω πρωινό. Τη χρειάζομαι για να μείνω ζωντανός». Ταξιδεύει εν τω μεταξύ: στον χώρο αλλά και στον χρόνο, στους τόπους του πλανήτη αλλά και στα τοπία του πνεύματος. Νέα Ορλεάνη, Μεξικό, Ταγγέρη, Παναμάς, Εκουαδόρ, Κολομβία, Περού. Μια άτυχη, τραγική στιγμή: στο Μεξικό ο Μπάροουζ, παίζοντας τον Γουλιέλμο Τέλλο, στήνει ένα ποτήρι στο κεφάλι της γυναίκας του, της Τζόαν Βόλμερ Άνταμς, σημαδεύει και πυροβολεί• αλλά η σφαίρα δεν βρίσκει το ποτήρι. Ο συγγραφέας θα ταλαιπωρηθεί για λίγο στις φυλακές και στα ψυχιατρεία. Μετά θα απελαθεί.
Ο Μπάροουζ θα είναι πια ένα εκκεντρικό εκκρεμές, ένας οδοιπόρος και εξερευνητής, κινούμενος ανάμεσα σε κοσμοβριθείς μεγαλουπόλεις, ερήμους και ζούγκλες. Γράφει, γράφει και γράφει. Το αχανές, αταξινόμητο, χαοτικό υλικό θα λάβει, με τον καιρό, μορφή. Ο Τζακ Κέρουακ θα επιχειρήσει μια κρίσιμη τακτοποίηση όλων εκείνων των εκρηκτικών σελίδων και θα τους προσφέρει το όνομα που τις έκαναν τόσο γνωστές: «Naked Lunch». Δεν είναι άλλο από το εφιαλτικό, πρωτότυπο, εκρηκτικό μυθιστόρημα «Γυμνό γεύμα» (1959), που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (εκδόσεις Απόπειρα, μτφρ. Γιώργος Γούτας, 2003). Ένα έργο τέχνης που αναγορεύτηκε σε οδόσημο της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα, εξίσου σημαντικό πια με το «Άσπρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο» του Καζιμίρ Μάλεβιτς, με τη σιωπή στη μουσική του Τζον Κέιτζ, με το μουστάκι στην Τζοκόντα του Μαρσέλ Ντυσάν, με το πειραματικό φιλμ χωρίς εικόνες «Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ» του Γκυ Ντεμπόρ. Όπως θα έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, εδώ ο Μπάροουζ επιχειρεί «να γυμνάσει τη σκέψη σε απογύμνωση». Ο λόγος στο «Γυμνό Γεύμα» είναι φαινομενικά τραχύς, άμεσος, ωμός, ακαριαίος. Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απαλλαγμένος από καρυκεύματα, γυμνός. Το χιούμορ αγγίζει τα όρια ενός αχαλίνωτου, αλλά μεθοδευμένου τελικά, σαδισμού. Ο Μπάροουζ εκθέτει φριχτά τις συνθήκες στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Τις εκθέτει με βάναυση ειλικρίνεια, με μιαν αμεσότητα που προκαλεί αλλεπάλληλα αφυπνιστικά σοκ. Τα ωμά γεγονότα περιγράφονται με ωμό τρόπο, απλώνονται στις σελίδες εντελώς γυμνά. Με έναν σχεδόν διεστραμμένο καταιγισμό αλλόκοτων εικόνων και περιστατικών, ο Μπάροουζ εξαπολύει το «κατηγορώ» του σε μια παραπαίουσα κουλτούρα και θέτει τα θεμέλια μιας διευρυμένης κοσμοαντίληψης που θέλει να καταργήσει τις πεπαλαιωμένες σχέσεις πνεύματος/σώματος, γλώσσας/επικοινωνίας, τέχνης/επιστήμης. Στο «Γυμνό Γεύμα» καταγγέλλονται ρητά οι υπερεξουσίες της ιατρικής, των αυταρχικών πολιτικών συστημάτων, της θρησκείας. Όπως και άλλα έργα του Μπάροουζ, αυτό το εμπρηστικό μυθιστόρημα είναι ένα θορυβώδες ελεγείο για τις χαμένες αξίες, μια αδυσώπητη καταγγελία για τα δεινά που σωρεύουν τα συστήματα ελέγχου και καταστολής, καθώς και μια προφητική δυστοπία.
Επί μία καθοριστική επταετία, ανάμεσα στο 1957 και το 1963, στρατηγείο του Μπάροουζ, και του κινήματος, θα είναι ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι, ένα τότε άσημο, ρυπαρό, φτωχικό αλλά φιλόξενο καταφύγιο κάθε λογής εκπατρισμένων, ημιπαράνομων, μποέμ, κακόφημων, ψευτοκαλλιτεχνών. Η Μαντάμ Ρασού, η ιδιοκτήτρια, έμεινε στην ιστορία για την ευγένεια, την ανεκτικότητα, και την καλοσύνη με την οποία περιποιόταν την διόλου αξιοπρεπή και μάλλον θορυβώδη πελατεία της. Το ξενοδοχείο έμεινε στην ιστορία ως The Beat Hotel. Βρισκόταν σ’ ένα πολύ όμορφο σοκάκι, στη rue Git-le-Coeur, κοντά στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, στο Pointe du Vert-Galant, στο Σηκουάνα. Εκεί θα συνεργαστεί με τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα, ζωγράφο, καλλιγράφο και μουσικό Μπράιον Γκάιζιν, και θα επεξεργαστεί τις φημισμένες πια μεθόδους του cut-up και του fold-in.
Ακολουθούν οι γόνιμοι πειραματισμοί με τη μορφή ακριβώς για να μπορέσει να εκφρασθεί όπως αρμόζει το συνταρακτικό περιεχόμενο. Αρχίζουν να συντίθεται τα έργα εκείνα που είναι μυθιστορίες και συνάμα κοινωνιολογικές έρευνες, γλωσσολογικές καταβυθίσεις στο χάος της εποχής μας, αδιάλλακτα μανιφέστα εξέγερσης, τολμηρές διαγνώσεις, ψύχραιμες καταγραφές ασύλληπτων εμπειριών, διεξοδικά δοκίμια πάνω στη φύση και στον προορισμό του ανθρώπου. Με τη μέθοδο του cut-up και του fold-in, ο Μπάροουζ καταφέρνει να διεισδύσει στο οργιαστικό κενό αυτού του αιώνα, να διαβεί τις ναρκοθετημένες ζώνες του, να χαρτογραφήσει τις ανεξερεύνητες περιοχές του. Και θα είναι αμείλικτος, οδηγώντας ενάντια στην Αρρώστια του Ελέγχου και του Συστήματος έναν πάνοπλο ουλαμό, ένα πειθαρχημένο «τσούρμο» που απαρτίζεται από το Χιούμορ και την Αγανάκτηση, την Ακρίβεια της Επιστήμης και το Πάθος της Τέχνης (όπως έλεγε, όχι και τόσο στα αστεία, ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας), τη Συγγραφική Ιδιοφυΐα και την Τόλμη της Πρωτοτυπίας. Ο Μπάροουζ γράφει, γράφει και γράφει, γιατί ζει και ζει και ζει: «Απολυμαντής», «Το εισιτήριό του εξερράγη», «Νόβα εξπρές», «Η μαλακή μηχανή», «Ο Ρούζβελτ πρόεδρος και άλλες ωμότητες», «Σε ποιον ανήκει η θανατηφόρος TV», «Η δουλειά», «Οι τελευταίες λέξεις του Ντατς Σουλτς», «Τα άγρια αγόρια». Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η «Απόπειρα» και ο «Ελεύθερος Τύπος» κοινοποίησαν κάτω από όχι και τόσο ευνοϊκές συνθήκες το έργο του Μπάροουζ στη χώρα μας. Και ότι την περίπλοκη και δύσκολη γραφή του μετέφρασαν άρτια παθιασμένοι αναγνώστες του όπως ο μακαρίτης φίλος μας Νίκος Μπαλής, η Ιουλία Ραλλίδη, ο Γιώργος Γούτας, ο Γιάννης Τζώρτζης, ο Κώστας Ματσούκας, ο Βασίλης Κιζήλος,
Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα, όλο εξορίες, περιπλανήσεις, περιπέτειες, ο Μπάροουζ θα επιστρέψει στην Αμερική. Θα πίνει πολύ βότκα. Θα κάνει περιοδείες διαβάζοντας δημοσίως αποσπάσματα από το έργο του. Ανάμεσα στα 1974 και 1987 διάβασε σε μεγάλα ακροατήρια 150 φορές, αποκομίζοντας 75.000 δολάρια. Το 1977, διάβασε μαζί με τον θρυλικό Τένεσι Γουίλιαμς, τον συγγραφέα του «Λεωφορείον ο Πόθος». Το 1981, διάβασε μαζί με τον μαιτρ του θρίλερ, τον Στήβεν Κινγκ. Η μορφή του θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το ροκ. Ήδη οι Beatles τον είχαν συμπεριλάβει στο εξώφυλλο του «Sergeant Pepper Lonely Hearts Club Band», ενός από τους πιο ξακουστούς δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Θα τον επισκέπτονται συχνά ο Φρανκ Ζάππα, ο Ντέιβιντ Μπερν, ο Ντέιβιντ Μπάουι, η Ντέμπι Χάρι (η φοβερή και τρομερή Μπλόντι), ο Ίγκι Ποπ, και, φυσικά, η Πάτι Σμιθ. Όλη η ενδιαφέρουσα σκηνή της Νέας Υόρκης θα πίνει νερό, κρασί, βότκα, τεκίλα και ουίσκι στ’ όνομά του!
Κι άλλοι θα έρθουν να τον συναντήσουν. Η Λόρι Άντερσον, η οποία θα συνεργαστεί με τον Μπάροουζ. Ο Τζον Κέιτζ, ο συνθέτης της πρωτοπορίας που εισήγαγε τη σιωπή στη μουσική. Ο «πάπας της ψυχεδέλειας» Τίμοθι Λήρυ. Ο μινιμαλιστής Φίλιπ Γκλας. Ο Μπάροουζ είναι πια ένας σταρ! Η περιλάλητη τηλεοπτική βεντέτα Λωρήν Χάτον θα τον παρουσιάσει σε ένα κοινό εκατό εκατομμυρίων θεατών. Θα πει ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αμερικής. Και δεν είναι λίγο. Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό.
Διάσημα πια ροκ και ηλεκτρονικά συγκροτήματα εμπνέονται από τον Μπάροουζ. Οι Soft Machine διαλέγουν τον όνομά τους από το μυθιστόρημά του με τον ίδιο τίτλο. Το κινηματογραφικό αριστούργημα της επιστημονικής φαντασίας «Blade Runner» παίρνει τον τίτλο του από ένα βιβλίο του. Η video art, το ηχητικό κολάζ της hip-hop και της electronica αντλούν από το έργο του Μπάροουζ πολλές θαυμάσιες στιγμές τους. Ο Κερτ Κομπέιν των Nirvana ηχογραφεί το «The Priest they call him», ένα εφιαλτικό σόλο ηλεκτρικής κιθάρας, με τον Μπάροουζ να απαγγέλλει. Ο σκηνοθέτης Γκας Βαν Σαντ τον καλεί να εμφανιστεί σε μια ταινία του. Ο Μπάροουζ και το έργο του είναι πια ένα και το αυτό.
Σε πρώτη φάση το έργο του αποτελεί διάγνωση της Μεγάλης Αρρώστιας του Αιώνα: έλεγχος, σύστημα, καταστολή, ΜΜΕ («η εικόνα είναι πρέζα», «παγκόσμια νάρκωση από τα εβδομαδιαία περιοδικά», «η τηλεόραση είναι θάνατος»)• ο ιός του Αουσβιτς, της Χιροσίμα, των γκούλαγκ πάντα παρών, πάντα απειλητικός. Σε μια δεύτερη φάση, ο Μπάροουζ προτείνει τρόπους καταπολέμησης της νόσου: διασάλευση των αισθήσεων, ψύχραιμη και μεθοδική απεμπλοκή από τη σκιά των συσχετισμών, από τα γρανάζια των συνειρμών που μας επιβάλλουν, από τη φοβία και τη φρίκη• ανταρτοπόλεμος στους κολοσσούς των ΜΜΕ, διασπορά ενθαρρυντικών ειδήσεων προς όσους επιμένουν να αντιστέκονται, απομάκρυνση από την κρύα ανάσα των καθημερινών θανάτων, «λύσις της συνεχείας του πνεύματος».
Παιδί και θραύσμα, μαζί με τον Μπόρχες, τον Μπέκετ και τον Μπάλαρντ, της λυτρωτικής έκρηξης που προκάλεσε το «Finnegans Wake» του Τζέιμς Τζόυς, ο Μπάροουζ θα δοκιμάσει κάθε τέχνασμα προκειμένου να μιλήσει για τα δεινά που σαλεύουν φρικιαστικά στη χοάνη του αιώνα μας. Το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός αποτελούν τις δύο άλλες καθοριστικές επιρροές που δέχτηκε. Ο λησμονημένος (μάλλον ο άγνωστος) κόμης Αλφρεντ φον Κορζίμπσκι ¬ καταλυτικός πολέμιος της αριστοτελικής λογικής ¬ είναι πάντα η κρυφή αναφορά του. Ο Νίτσε και ο Γέρος του Βουνού, επίσης. Βαθιά ηθικός, όσο κι αν διασκεδάζει καταγράφοντας απτούς εφιάλτες, όσο κι αν μιλάει ολοένα για δυστοπίες, ο Μπάροουζ θα συνθέσει και το magnum opus του, την τριλογία «Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας», «Ο τόπος των νεκρών δρόμων» και «Western Lands», και δεν θα πάψει να πειραματίζεται με τη ζωή και την τέχνη. Δεν θα πάψει να αγαπάει τους φίλους του. Δεν θα πάψει να αγαπάει τις γάτες. Τα τελευταία του λόγια, χαραγμένα στο ημερολόγιό του, στις 30 Ιουλίου του 1997, δεν θα πάψουν ποτέ να με συγκλονίζουν: «Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν’ ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να ’ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Αντρέ Μπρετόν


Αντρέ Μπρετόν

Για σήμερα και πάλι ένα παλαιότερο κείμενο. Με παρακίνησε να το αναρτήσω η μνεία του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου στο areadingdiary στο ωραίο και πολύτιμο εγχείρημα του οίκου ύψιλον/βιβλία να προχωρήσει στην έκδοση κλασικών υπερραλιστών ποιητών.


«Αναζητώ το Χρυσάφι του Χρόνου»

Στην ιστορία της Τέχνης, όπως άλλωστε και της επιστήμης, υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να προσηλωθούν σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την άρδην και ριζική αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, από το εκ νέου ανακάτεμα της τράπουλας, από την μεθοδική και ποιητική επιμονή τους να δράσουν και να δημιουργήσουν έτσι ούτως ώστε, μετά το πέρασμά τους, τίποτε να μην είναι όπως ήταν πριν. Φυσικά, ο βίος τέτοιων ανθρώπων είναι, συνήθως, περιπετειώδης, είναι μια εύοσμη γιρλάντα γεγονότων που οδηγούν σε απόλυτους έρωτες, σε πανίσχυρες φιλίες, σε ακαριαίες ρήξεις. Είναι βίος όλος βία, αλλά και βίος κοσμημένος πάντα από το αστέρι της ευγένειας. «Είμαι βίαιος γιατί μονάχα θέλω να είμαι ευγενής», έλεγε άλλωστε ο Άμλετ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, και, «Φοβερός μονάχα από μειλιχιότητα», επαναλάμβανε, με τον δικό του τρόπο, ο Νίκος Καρούζος. Ο Αντρέ Μπρετόν έζησε και έδρασε πεισματικά εμμένοντας στη μέριμνά του να διευρύνει τα όρια της ποίησης, να επιφέρει μιαν εκρηκτική ένωση σχεδόν όλων των τεχνών και, ακόμα πιο σημαντικό, να θέσει τις τέχνες στην υπηρεσία της ελευθερίας, προτείνοντας και προωθώντας με πάμπολλα μέσα το «πάντρεμα» της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας με την εμπροσθοφυλακή της επανάστασης. Και κατάφερε πολλά!
Γεννημένος σε μια μικρή πόλη της Βρετάνης, τη νύχτα ανάμεσα στην 18η και 19η Φεβρουαρίου του 1896, ο Αντρέ Μπρετόν διέσχισε τον 20ό αιώνα, όπως διέσχισε και τον πλανήτη, κομίζοντας από την πρώτη του νιότη έως την τελευταία του πνοή το πολύπτυχο μήνυμα της ανατροπής। Με ορμητήριο το Παρίσι, όπου πήγε από νεαρός να εγκατασταθεί, δεν κουράστηκε να εξαπολύει απανωτές επιθέσεις σε κάθε λογής σύμβαση και να εφορμά σε μέχρι τότε απόρθητα οχυρά πεποιθήσεων, αξιών, εθίμων και ηθών. Αποτελεί ένα από τα λίγα, μα τόσο πειστικά και εμπρηστικά, παραδείγματα του πού μπορεί να οδηγήσει η παθιασμένη ενασχόληση με τη γλώσσα όταν αρχίσει να υπερβαίνει κάποια καθιερωμένα όρια και πεδία. Φοιτητής την ιατρικής, μεσούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα έρθει σε επαφή με τις ρηξικέλευθες αναλύσεις του Ζίγκμουντ Φρόιντ, η απελευθερωτική δύναμη των οποίων θα αποτελέσει έναν από τους τρεις στύλους της σοφίας αυτού του πολυσχιδούς καλλιτέχνη και επαναστάτη. Οι άλλοι δύο θα είναι η διαλεκτική του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ και η εξεγερμένη λαλιά των λεγόμενων καταραμένων ποιητών, του Ιζιντόρ Ντυκάς, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Καρόλου Μπωντλέρ.

Καθοριστικές θα είναι επίσης, πέρα από τις πρώτες του μελέτες, και οι πρώτες του γνωριμίες. Η ζωή και η τέχνη από νωρίς αρχίζουν, στην περίπτωση του Μπρετόν, να βαδίζουνε μαζί στην ίδια γόνιμη ατραπό. Το 1917 γνωρίζει, λοιπόν, τον επίσης φοιτητή ιατρικής Λουί Αραγκόν, που έμελλε να γίνει μια από τις σημαντικές, και λίαν αμφιλεγόμενες, καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Γαλλίας, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε συναντηθεί με τον Ζακ Βασέ, έναν εξαίσιο εκκεντρικό τυχοδιώκτη που τις μέρες δούλευε χαμάλης στις αποβάθρες ενώ τις νύχτες γοήτευε και αναστάτωνε το Παρίσι ντυμένος υπερβολικά κομψά και φερόμενος με μιαν ακραία ποιητική ιδιορρυθμία. Ο Βασέ ήταν, όπως και ο Αρθούρος Κραβάν, ένας από τους πρωτεργάτες της αναγόρευσης της ζωής σε Όγδοη Τέχνη, ζώντας γρήγορα, παράφορα και μες στην αχλή ενός ανησυχαστικού θρύλου.
Ταχύτατα, ο Μπρετόν συνάπτει σχέσεις με την αφρόκρεμα της παριζιάνικης διανόησης, σχέσεις που δεν θα έμεναν σε μιαν απλή κοσμική ή και καλλιτεχνική ανταλλαγή ιδεών και αβροτήτων αλλά δεν θα αργούσαν να οδηγήσουν στην ίδρυση ενός από τα πιο καταλυτικά κινήματα του περασμένου αιώνα. Συνδέεται φιλικά με τον μεγάλο ποιητή Γκιγιόμ Απολλιναίρ, δημιουργό του πρώτου υπερρεαλιστικού δράματος με τίτλο «Οι μαστοί του Τειρεσία», και με τους νεαρούς ποιητές Πολ Ελιάρ και Φιλίπ Σουπώ, με τους οποίους συγκροτεί τον πυρήνα αυτού που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Υπερρεαλισμός.
Από την αρχή κιόλας, ο Μπρετόν απορρίπτει τα σουσούμια του μοναχικού ποιητή και του δημιουργού που μένει κλεισμένος στον φιλντισένιο πύργο του. Δείχνει μιαν ιδιαίτερη προτίμηση για τις συλλογικές δραστηριότητες και παρεμβάσεις, μια προτίμηση που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Ήδη το 1919, συνθέτει μαζί με τον Σουπώ τα πρωτοποριακά «Μαγνητικά Πεδία», ένα κολάζ πεζών, ποιημάτων και αλλόκοτων αφορισμών όπου την πρωτοκαθεδρία έχει η απολύτως ελεύθερη έκφραση, ακόμα και η καταγραφή παράλογων, τρελών, ξέφρενων σκέψεων που, ενώ φαινομενικά απομακρύνονται από την ποίηση όπως την ξέραμε, στην ουσία αποθεώνουν την ποιητική έκφανση της σκέψης και της ζωής. Στα «Μαγνητικά Πεδία» συναντάμε φράσεις-κλειδιά τόσο για την μετέπειτα εξέλιξη του Μπρετόν όσο και για το σύνολο της αβανγκάρντ του 20ού αιώνα, φράσεις όπως «Η λησμονιά είναι η πιο φλογερή λαχτάρα». Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρώτη επίσημη (αλλά επί δεκαετίες κρυφή!) διακήρυξη των situationnistes, των καταστασιακών του Γκι Ντεμπόρ, σύμφωνα με την οποία «Η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος μας», αποτελεί μια ηχώ αυτής της ρήσης του Μπρετόν.
Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση». Ακόμη μένει επίκαιρο το μέλημα του Μπρετόν για την «αποστολή της εδραίωσης της αλήθειας στον κόσμο». Ακόμη ισχύει, και κλείνεται ξανά και ξανά, το μεγάλο ραντεβού του Υπερρεαλισμού με την Ιστορία: «Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις».
Φυσικά, ο ποιητής μας δεν παραλείπει να ερωτευτεί και να υμνήσει τον έρωτα, τον οποίο και θεωρεί αείζωο σύμμαχο της επανάστασης. Σε όλη του τη ζωή ερωτευόταν και τον ερωτεύονταν. Παρέμεινε προσηλωμένος σε ένα αυτοσχέδιο είδος σειραϊκής πολυγαμίας, που σημαίνει ότι έμενε αδιάλλακτα πιστός στην εκάστοτε καλλονή που τον συνάρπαζε και τον συντρόφευε, αλλά μονάχα ενόσω διαρκούσε η υπέροχη παραφορά του έρωτα. Μόλις άρχιζε να σβήνει η φλόγα, δεν δίσταζε να απομακρυνθεί και να την αναζητήσει αλλού.Η Σιμόν Καν, η Σουζάν Μουζάρ η Ζακλίν Λαμπά, η Ελίζα Μπίνχοφ, μεταξύ άλλων, όλες ευειδέστατες, περίκομψες και με τη στόφα της Μούσας να φέγγει μέσα τους και γύρω τους, συντρόφεψαν τον Μπρετόν στις περιπέτειές του και απόλαυσαν το δώρο του ρόδου που είναι ο Απόλυτος Έρως. Ο Μπρετόν εξάλλου υπογράφει την περιλάλητη Νατζά και τον Τρελό Έρωτα, δύο από τα πλέον λυρικά και νοήμονα και αισθαντικά ντοκουμέντα για την λυτρωτική λάμψη του Ίμερου, και βέβαια την «Ελεύθερη Ένωση», αναμφιβόλως το απόλυτο απολυτίκιο των ερωτευμένων. «Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόλιθο και αμίαντο/ Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου/ Η γυναίκα μου με ανοιξιάτικους γλουτούς/ Με φύλο γλαδιόλας/ Η γυναίκα μου με φύλο κοιτάσματος χρυσού και ορνιθορύγχου/ Η γυναίκα μου με φύλο από φύκια και παλιές καραμέλες/ Η γυναίκα μου με φύλο από καθρέφτη/ Η γυναίκα μου με μάτια γεμάτα δάκρυα/ Με μάτια μενεξεδένιας πανοπλίας και μαγνητικής βελόνας/ Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας/ Η γυναίκα μου με μάτια νερό για να πίνεις στη φυλακή/ Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντα κάτω απ’ το τσεκούρι/ Με μάτια της στάθμης του νερού του επιπέδου του αέρα της γης και της φωτιάς».
Η ερωτοτροπία του Μπρετόν με την επανάσταση θα τον οδηγήσει αρχικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, από το οποίο όντως δεν άργησε να αποχωρήσει, και στη συνέχεια σε μια κρίσιμη συνάντηση με τον τροτσκισμό, και με τον ίδιο τον Λέοντα Τρότσκι. Ο Μπρετόν, υπέρμαχος πάντα μιας απόλυτης ηθικής και προικισμένος με σπάνια πολιτική διορατικότητα και με κρυστάλλινη διαύγεια, θα είναι από τους πρώτους που καταδίκασαν τις διαβόητες δίκες της Μόσχας, καθώς και το επαίσχυντο γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επιθέσεως, ενώ θα σταθεί γενναιόψυχα στο πλευρό των τροτσκιστών και των αναρχικών στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Πέρα από τους δρόμους που άνοιξε στην τέχνη, ο μεγάλος αυτός άντρας, μπόρεσε να ανοίξει και λεωφόρους στην επανάσταση. Μεγάλο μέρος του Μάη του 68 αντλεί την έμπνευσή του από θέσεις και ρήσεις του Αντρέ Μπρετόν, ενώ το λεγόμενο κίνημα για την υπέρβαση της τέχνης και την πραγμάτωσή της στο πεδίο της καθημερινής ζωής όφειλε τη θαυμαστή ύπαρξή του στους μεθοδικούς πειραματισμούς και στη στάση που κράτησε ο Μπρετόν απέναντι στα κυρίαρχα πρότυπα των καιρών του.
«Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός», θα γράψει ο ιδρυτής του Υπερρεαλισμού στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. «Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου».
Ακάματος τελάλης της τόλμης και της τελείωσης του ανθρώπου μέσα από την φιλοσοφία, την ποίηση και την περιπέτεια, ο Μπρετόν δεν θα σταματήσει να ταξιδεύει στα πέρατα της γης για να διαδώσει τις ιδέες του, πάντα αντλούμενες από την πράξη και πάντα επιστρέφοντας στη δράση, για να ενθαρρύνει ταλαντούχους εραστές της ζωής να εκφραστούν και να πειραματιστούν κι άλλο. Από το Παρίσι στη Μασσαλία, κι από τον γαλλικό νότο στη Νέα Υόρκη, κι από κει στην Τενερίφη, στην Πράγα, στις Αντίλλες. Μάλιστα, κι αυτό είναι ακόμα ένα ωραίο πειστήριο του πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η ελεύθερη ποίηση για τους κρατούντες, μια επίσκεψή του στην Αϊτή, το 1945, για κάποιες διαλέξεις έγινε η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά της επανάστασης. Αποσπάσματα από την πρώτη του ομιλία εκεί αναδημοσιεύτηκαν σε μια τοπική φοιτητική εφημερίδα και προκάλεσαν σάλο και πάραυτα μια γενική απεργία που εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση και οδήγησε στην πτώση του το καταπιεστικό καθεστώς.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ο Αντρέ Μπρετόν προχώρησε σε μιαν επανίδρυση του Υπερρεαλισμού, εξέδωσε πληθώρα εντύπων και επιθεωρήσεων, αντιτάχθηκε στον συρμό του υπαρξισμού που έκανε μιαν εφήμερη θραύση, άγονη από πολλές απόψεις, επέτεινε το θαυμαστό φλερτ του με τον αναρχισμό, πρωτοστάτησε στην σκανδαλώδη «Διακήρυξη των 121», κατά της γαλλικής πολιτικής στην Αλγερία, τον Απρίλιο του 1960, και δεν σταμάτησε στιγμή να στέκεται στο πλευρό των νέων που έσπευδαν να τον γνωρίσουν και να τον εμπιστευτούν. Ναι, η πυρετώδης δραστηριότητα, σχεδόν πάντα συλλογική, και η φλεγόμενη νιότη στάθηκαν πάντα τα καύσιμα αυτής της μεγαλειώδους λοκομοτίβας που άκουγε στο όνομα Αντρέ Μπρετόν.
«Πάνω απ’ όλα», γράφει συνοψίζοντας τη διαλεκτική του «εγώ» με το «εμείς» και την περιπέτεια της ζωής του, ο ποιητής του Απολύτου, «ήμασταν απασχολημένοι με μιαν εκστρατεία συστηματικής άρνησης, απελπισμένοι απ’ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σε μια τέτοια ηλικία έπρεπε να ζήσουμε. Η άρνησή μας ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Ήταν αχόρταγη και δεν γνώριζε περιορισμούς. Εκτός από την απίστευτη ηλιθιότητα των επιχειρημάτων που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη συμμετοχή μας σε μιαν υπόθεση όπως ο πόλεμος, που η εξέλιξή του μας άφηνε αδιάφορους, η άρνηση αυτή κατευθυνόταν – και έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο σχολείο, δεν είμαστε τώρα ικανοί να αλλάξουμε ώστε να μην κατευθύνεται πια – εναντίον όλων των διανοητικών, ηθικών και κοινωνικών υποχρεώσεων που συνεχώς και απ’ όλες τις μεριές συσσωρεύονται στον άνθρωπο και τον συντρίβουν. Από τη διανοητική άποψη ήταν ο χυδαίος ορθολογισμός και η ‘τετράγωνη’ λογική που πριν απ’ όλα προκαλούσαν τον τρόμο και την καταστροφική ορμή μας. Από την ηθική άποψη ήταν όλα τα καθήκοντα: θρησκευτικά, πολιτικά και οικογενειακά. Από την κοινωνική άποψη ήταν η εργασία. Όπως είπε ο Ρεμπώ, ‘Ποτέ δεν θα δουλέψω, ω χείμαρροι φλόγας!’ και επίσης, ‘Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου!’».
Ο ποιητής και επαναστάτης Αντρέ Μπρετόν, γεννημένος πριν από εκατόν δέκα χρόνια, έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1966, πριν από τέσσερις δεκαετίες. Χτυπημένος από το άσθμα που είναι, θαρρείς, η ασθένεια των επαναστατών (θυμίζουμε τους επίσης ασθματικούς Τσε Γκεβάρα και Γκι Ντεμπόρ). Το έργο του παραμένει επίκαιρο όπως και η ρήση του ότι έχουμε ανάγκη τα «παρατηρητήρια του εσωτερικού ουρανού». Η επιγραφή στον τάφο του, «Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου», δεν παύει να εμπνέει όλους εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι η Πράξη είναι η Αδελφή του Ονείρου.