Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

Σελίν επί Δύο


Δύο κείμενα για ένα κορυφαίο έργο, για ένα αριστούργημα που σημάδεψε την ιστορία της λογοτεχνίας... Το πρώτο δημοσιεύτηκε στη Γαλέρα, το δεύτερο στο ένθετο του Ελεύθερου Τύπου...


Ενοικώντας σε ένα Κασόνι με Εκρηκτικά

Ο Λουί Φερντινάν Σελίν και το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας


«Κουράγιο, Φερδινάνδε», έλεγα πάλι μέσα μου για να με στηρίξω, «απ’ το πολύ να τρως πόρτα παντού, θα το βρεις στο τέλος σίγουρα το κόλπο που τους τρομάζει όλους τους, όλους αυτούς τους λεχρίτες, και που θα πρέπει να βρίσκεται στη άκρη της νύχτας. Γι’ αυτό δεν πάνε του λόγου τους στην άκρη της νύχτας!»


Βίος

Ο Λουί Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς, γνωστός πλέον τοις πάσι ως Σελίν, γεννήθηκε στις 27 Μαΐου του 1894, σε ένα παρισινό προάστιο. Ανάμεσα στα 1908 και 1910, έζησε στη Γερμανία και την Αγγλία για να μάθει γλώσσες, ενώ στα 1912 κατατάχτηκε εθελοντικά στο 12ο Σύνταγμα Ιππικού του γαλλικού στρατού. Τον Οκτώβριο του 1914, τραυματίστηκε μαχόμενος, εν συνεχεία παρασημοφορήθηκε .Το τραύμα τού άφησε το κουσούρι της χρόνιας εμβοής, ήτοι επαναλαμβανόμενο βούισμα στα αυτιά, και έτσι το 1915 αποστρατεύθηκε ως ανήμπορος. Εργάστηκε στο Λονδίνο, όπου παντρεύτηκε και χώρισε. Το 1919, παντρεύτηκε εκ νέου, και το 1920 γεννήθηκε η θυγατέρα του, ονόματι Κολέτ. Το 1924, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική, το 1925 εγκατέλειψε την οικογένειά του, και κατά διαστήματα εργάστηκε στην Ελβετία, στην Αγγλία, στο Καμερούν και στον Καναδά, σε υγειονομικές αποστολές υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1928, άνοιξε ιατρείο στην Μονμάρτρη, ειδικευόμενος στη μαιευτική. Το 1932, εκσφενδονίζει το μυθιστόρημα Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, αφήνει έκθαμβους, άναυδους ή και αηδιασμένους επώνυμους και ανώνυμους αναγνώστες, προκαλώντας σάλο, πυροδοτώντας αναρίθμητες συζητήσεις, κάνοντας τον Λέοντα Τρότσκι να πει, «Ο Σελίν μπήκε στη μεγάλη λογοτεχνία όπως άλλοι εισέρχονται στο ίδιο τους το σπίτι», ένα μυθιστόρημα που χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, «Αναρχικό, προλεταριακό, μυστικιστικό, αριστούργημα, ανοσιούργημα, μηδενιστικό, σατιρικό, ζοφερό, σκατολογικό, ονειρώδες, γλωσσοπλαστικό, έκφυλο, βορβορώδες, ηρωικό, ηττοπαθές, ζωογόνο, εφιαλτικό». Το 1936, εκδίδει το Θάνατος επί πιστώσει, άλλο καινοτόμο μυθιστόρημα όπου συστηματοποιεί τη χρήση των αποσιωπητικών που είχε ήδη πρωτοεμφανιστεί στο Ταξίδι, μια χρήση που σκοπεί στην επίταση του ρυθμού και την έμφαση στη μουσική του προφορικού λόγου, της μεταφερμένης στο χαρτί έντονης λαλιάς. Αληθεύει ότι εν συνεχεία συνέγραψε τους διαβόητους και επαίσχυντους αντισημιτικούς λιβέλους του (στα 1937, 1938, και 1941), γεγονός που τον καταδίκασε άτυπα σε θάνατο από στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μάλιστα, ο συγγραφέας Ροζέ Βαγιάν είχε αναλάβει να τον εντοπίσει και να τον εκτελέσει, αλλά τελευταία στιγμή, προς τιμήν του, ο Βαγιάν δίστασε να στείλει στο θάνατο έναν μεγάλο δημιουργό. Πάντως, ο Σελίν αναγκάστηκε να καταφύγει στη Δανία, όπου φυλακίστηκε για 18 μήνες και διέμεινε μιαν εξαετία. Το 1951, αμνηστεύθηκε, επέστρεψε στη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στο προάστιο Μεντόν όπου συνέχισε να συγγράφει καινοτόμα έργα όπως τα Απ’ τον ένα πύργο ο άλλος, Βορράς, Ριγκοντόν. Άφησε την τελευταία του πνοή την 1η Ιουλίου του 1951.


Ταξίδι
Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ εκτιμούσε τους συγγραφείς που, όπως έλεγε, είχαν πάει ταξίδι στην Κόλαση και είχαν επιστρέψει οπλισμένοι με το θάρρος να μας πουν τι είδαν εκεί. Τέτοιος συγγραφέας ήταν και ο Σελίν. Διέσχισε την αιμοσταγή κόλαση του Πρώτου Παγκοσμίου Μακελειού, την πυορροούσα κόλαση της Αφρικής, την φαντασμαγορική κόλαση της Νέας Υόρκης, την ύπουλη κόλαση της μνησίκακης μεσοπολεμικής ειρήνης. Και συνέθεσε το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, επινοώντας τη μέθοδο της «μικρής μουσικής», της «μουζικούλας» του, καθώς θα έλεγε ο μακαρίτης ποιητής Ηλίας Λάγιος, αναμιγνύοντας με τρόπο εμπρηστικά επιτυχή στοιχεία από την παρισινή αργκό, την επιστημονική ιδιόλεκτο, και την «καθαρεύουσα», σφηνώνοντας στις φράσεις του αισχρολογίες, βρισίδια, νεολογισμούς και αρχαϊσμούς, ανακατώνοντας παραληρήματα με έξοχες ποιητικές ανατάσεις, κατακερματίζοντας ενίοτε την οργανωμένη φράση, και, εμπνευσμένος, από την τζαζ, και μάλιστα δυο δεκαετίες πριν από τον Τζακ Κέρουακ, κατορθώνει να εισαγάγει στην πεζογραφία έναν ασθμαίνοντα, λαχανιασμένο, παλλόμενο ρυθμό.
Το Ταξίδι γραπώνει τον αναγνώστη αμέσως από την πρώτη σελίδα, την πρώτη περιλάλητη κοφτή φράση, «Να πώς άρχισε». Για να συνεχίσει: «Εγώ δεν είχα βγάλει κιχ. Ούτε κιχ». Ενώ μερικές αράδες πιο κάτω, ξεσπάει ήδη: «Έτσι πάει το πράγμα! Αιώνας ταχύτητας! σου λένε. Πού, μωρέ; Μεγάλες αλλαγές! σου κοπανάνε. Ποιες, μωρέ; Τίποτα δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει. Μόνο πόζα, οι μάγκες, και ιδέα. Κι ούτε αυτό είναι καινούργιο! Κάτι λέξεις έχουν αλλάξει, και πάλι όχι πολλές! Κάνα δυο, δώθε κείθε, μικρές…»
Από ένα καφενείο του Παρισιού, ο Φερδινάνδος Μπαρνταμού, ο ήρωας-αφηγητής του Ταξιδιού θα βρεθεί μέσα στο σκότος του πολέμου, μες στη λάσπη των χαρακωμάτων, μέσα στην παγερή νύχτα όπου, «πάντα μου έλεγα ότι το πρώτο φως που θα βλέπαμε θα ’ταν της ντουφεκιάς του τέλους». Κι από κει, ύστερα από μια σύντομη ανάπαυλα, στο Παρίσι των «ανόρεχτων ανιχνευτών ανυπόστατων Κυθήρων», στο άλλο σκότος, στην άλλη νύχτα, στην Αφρική της αποικιοκρατίας, του λοιμού και του λιμού, της λούφας και της λουμπινιάς, όπου με χιούμορ που σε ξεκαρδίζει αλλά και σε γδέρνει, μιλάει επίσης για έναν τύπο που καταφέρνει να έχει συνάχι στους τροπικούς, για ανθρώπους που μην έχοντας τι άλλο να κάνουν στήνουν «διαγωνισμούς πυρετού», όπου υπάρχουν «λωποδύτες μασίφ», «καθεδρικοί ναοί φυλλωμάτων», «τρωγλοδύτες ψύλλοι», όπου τα δειλινά είναι «πελώριοι φόνοι του ήλιου», και όπου ο Μπαρνταμού συνειδητοποιεί πικρά ότι «ο νόμος είναι το λούνα παρκ του πόνου».
Ακολουθούν οι περιπέτειες του Μπαρνταμού στη Νέα Υόρκη, όπου βρίσκει αρχικά δουλειά ως, αν είναι δυνατόν, στατιστικολόγος… ψύλλων, διατεινόμενος ότι η καταμέτρηση ψύλλων είναι παράγοντας πολιτισμού. Θα εργαστεί επίσης στην κόλαση της αυτοκινητοβιομηχανίας του Ντιτρόιτ όπου δεσπόζει η μέθοδος Φορντ και όπου βιώνει την «υλική φρίκη της φάμπρικας», θα διαπιστώσει ότι ο κινηματογράφος είναι «ο καινούργιος μισθωτός των ονείρων», θα γίνει εραστής μιας καλόκαρδης πόρνης, της Μόλλυ, θα τα παρατήσει όλα, θα επιστρέψει στο Παρίσι, θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην ιατρική, θ’ ανοίξει ιατρείο στην κόλαση της μικροαστικής εξαχρείωσης, θα μπλέξει σε νέες κωμικοτραγικές περιπέτειες, θα γίνει η φωνή του Σελίν που θέλει να είναι μια τεθλασμένη και παρατεταμένη κραυγή της μοναχικής συνείδησης, μιας συνείδησης-σουρωτήρι, μιας συνείδησης λαβωμένης από όλα όσα διαδραματίζονται γύρω της, μιας συνείδησης που διακαώς ποθεί να ιαθεί μέσα από μια διακεκαυμένη και διακεκομμένη γραφή, μιας συνείδησης που, καταπώς έλεγε ο Μαρξ, κάνει το αίσχος πιο επαίσχυντο δημοσιοποιώντας το.
Το περιβόητο χθαμαλό και βορβορώδες και σκοτεινό και πεσιμιστικό του Ταξιδιού είναι διάστικτο από χρυσές μαρμαρυγές, από στιγμές υψηλής ποιητικής, από νυγμούς μεγίστης τρυφερότητας. Ο Σελίν, με έναν τρόπο που μονάχα στον Σαίξπηρ έχουμε γνωρίσει, εναλλάσσει το βάναυσο με το ηδύ, εκεί που μανιάζει με την αγριότητα γύρω του ανακαλύπτει στάλες συμπόνιας και βαθιάς ανθρωπιάς, μες στην ιλύ βάζει να στραφταλίζουν και διαμάντια, αλλάζει τη διάθεση ιλιγγιωδώς, κόβει την ανάσα έτσι, και ακονίζει τη σκέψη, έχοντας ήδη «αποκαλύψει», στα μουλωχτά, τη μέθοδό του, μιλώντας τάχατες για τον σπουδαίο ζωγράφο Κλωντ Λορραίν. Ιδού: «Το πρώτο πλάνο του πίνακα είναι πάντοτε αποκρουστικό, κι η τέχνη απαιτεί να τοποθετήσουμε το ενδιαφέρον σημείο ενός έργου στο μακρινό, στο απρόσιτο, εκεί όπου καταφεύγει το ψέμα, αυτό το όνειρο που πιάνεται στα πράσα». Ναι, αναφαίνονται αναλαμπές μιας κάποιας, έστω κερματισμένης και καθημαγμένης, ελπίδας πίσω και πέρα από το αποτροπιαστικό, το πεσιμιστικό, το πεισιθάνατο, το βέβηλο, το κατεδαφιστικό, το μηδενιστικό, ήτοι πίσω και πέρα από το άγριο πρώτο πλάνο του Ταξιδιού, πίσω από αυτό το έγγραφο μεγαλειώδες νεγκατίφ μιας κοινωνίας, της οποίας όπως εύστοχα σημειώνει στο εξαιρετικό επίμετρό της η μεταφράστρια, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, η γλώσσα του Σελίν είναι το κάτοπτρο, όπου δεσπόζουν «τα χίλια δεινά της μαζικοποίησης, της εμπορευματοποίησης, της διογκούμενης πραγμοποίησης του δυτικού κόσμου […] ο ευρωπαϊκός μαρασμός, οι βάναυσες, κοινωνικές ανακατατάξεις, η μικροαστική αποσάθρωση, η προλεταριακή απόγνωση, τα αποικιοκρατικά εγκλήματα, η αμερικανική κατίσχυση, η διολίσθηση των παραδοσιακών αξιών, η πολιτική και καλλιτεχνική αμφισβήτηση, η αναβράζουσα διαμαρτυρία. Όλα όσα σήμαναν την αρχή του τέλους της εκπολιτιστικής μας αυταπάτης».


Μετάφραση

Είναι ήδη κοινός τόπος, και έχει τονιστεί από πολλούς, ότι η εργασία της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου είναι άθλος। Όλα τα συστατικά της σελινικής γλώσσας έχει κατορθώσει να τα γυρίσει στα ελληνικά. Παρηχήσεις και συνηχήσεις («Λυσσιάζω! λυσσομάνι! λαχανιάζω!», «Τέρμα το αίμα», «πάλλουσα απαγγέλουσα», «ρουθουζίνουν, φρουμάζουν, ντιντινίζουν», «ανόρεχτοι, ανιχνευτές ανυπόστατων Κυθήρων»), ιλιγγιώδεις εναλλαγές στον ρυθμό, εξόχως πετυχημένη μίξη λέξεων της καθαρεύουσας, της καθομιλουμένης, της αργκό, της ιατρικής ιδιολέκτου, αντλώντας από αιώνες τεθνεώτων και ζώντων ελληνικών (κερχανάς, μέγκλα, στανικός, γανιασμένος, αλλά και ποδόμακτρον, χειρόκτια, οιδαλέος), ακριβέστατη μεταφορά στρατιωτικών, επιστημονικών, τεχνικών όρων, και μία εύχυμη, μουσική, ποιητική οργάνωση των φράσεων, καθιστούν το εγχείρημα της ΣΙΜ όχι απλώς μία λίαν επαινετή μετάφραση αλλά, πρέπει να πούμε, ένα αυτόνομο έργο, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να δούμε ότι εντέλει στην έκδοση της Εστίας έχουμε ένα πακέτο δύο αριστουργηματικών κειμένων σε ένα, ότι η μεταφράστρια με όχημα/πρόσχημα μία μεταφραστική εργασία προβαίνει σε μιαν εμπνευσμένη μα και μεθοδικότατη επανεπινόηση της ελληνικής γλώσσας (αντλώντας από αιώνες δημιουργίας κάθε λογής ποίησης και πεζογραφίας στη χώρα μας), καλώντας μας κατ’ ουσίαν και πάλι να ανακαλύψουμε, απολαύσουμε, αναγνωρίσουμε και, γιατί όχι;, χρησιμοποιήσουμε τον πλούτο των ελληνικών. Οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες απέναντι σε τέτοιες πολύτιμες προσφορές!



Κορυφαίο Λογοτεχνικό Επίτευγμα

Λουί Φερντινάν Σελίν: «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»
Μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
Εκδόσεις: Εστία

Διατεινόταν δικαίως ο ΦερνάντοΠεσσόα ότι ο μεγάλος δημιουργός, ο ρηξικέλευθος, δεν έχει επιγόνους. Το έργο του είναι τόσο μοναδικό, τόσο ξεχωριστό, αλλά και τόσο μόνο, ώστε ουδείς δύναται να το μιμηθεί, μήτε καν να ενσωματώσει δημιουργικώς στοιχεία του στο δικό του έργο. Κι ακόμα, διατεινόταν ότι εντέλει μονάχα η μουσική και η λογοτεχνία απομένουν. Ένα μυθιστόρημα, εξακοντισμένο σθεναρά, και βίαια, στο πρόσωπο της παλλόμενης από αντιφάσεις, ενοχές, σαστισμάρα, αλλά και πολύπτυχη δημιουργική παραφορά, μεσοπολεμικής Ευρώπης επιβεβαιώνει τις δύο ρήσεις του Πεσσόα, με τρόπο συγκλονιστικό. Και ανεπανάληπτο, φυσικά.
Πρόκειται, βεβαίως, για το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς, που έγινε περιλάλητος με το όνομα Σελίν. Το «Ταξίδι» εκδίδεται το 1932, προκαλεί σάλο, πάταγο και σκάνδαλο, χαρακτηρίζεται αριστούργημα αλλά και ανοσιούργημα, ρεαλιστικό αλλά και υπερρεαλιστικό, προλεταριακό αλλά και αντιλαϊκό, μαρξιστικό αλλά και αναρχικό, ηρωικό αλλά και ηττοπαθές, ονειρικό αλλά και εφιαλτικό. Επτάμισι δεκαετίες μετά την πρώτη του εμπρηστική επαφή με το αναγνωστικό κοινό το μυθιστόρημα αυτό, θεωρούμενο πλέον κλασικό και ίσως το κορυφαίο λογοτεχνικό επίτευγμα του 20ού αιώνα, εξακολουθεί να διχάζει, να προκαλεί θυελλώδεις συζητήσεις, να μανιάζει τον έναν αναγνώστη, τον άλλον να ενθουσιάζει.
Πρόκειται για την ιστόρηση των περιπετειών του αφηγητή Μπαρνταμού στα αμπριά και τα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι της μνησίκακης ειρήνης, στην Αφρική των αποικιοκρατών και των αχρείων, στη Νέα Υόρκη, την κάθετη μεγαλούπολη, στο Ντιτρόιτ της μεθόδου παραγωγής Φορντ και της υλικής φρίκης της φάμπρικας, και στη Γαλλία της ένδειας, της μικροκομπίνας, και του μεσοπολεμικού ξεσαλώματος. Είναι περιπέτειες καμωμένες από την ιλύ της ύλης και από την ύλη της ιλύος, από την συγκατοίκηση με το χθαμαλό και το ρυπαρό, από την αναμέτρηση με την μαινόμενη κακουργία και τον ειδεχθή σφαγιασμό της ελπίδας, από την οικείωση με το παράλογο.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια περιδιάβαση στα σκοτεινά τοπία μιας εποχής που την σπαράσσουν πρωτόγνωρα παραστρατήματα από την κοινή λογική, την αξιοπρέπεια, την ορθοφροσύνη, για μια μεγαλόπνοη τοιχογραφία της απόγνωσης και της τρέλας που είναι οι δίδυμες θυγατέρες της Ξέφρενης Βίας. Ο Σελίν, μέσω του Μπαρνταμού, αφηγείται τον εφιάλτη στον οποίο καταβυθίζεται η Ευρώπη απ’ τη στιγμή που διαπιστώνεται η «απόσυρση της ελπίδας», και η «εξάχνωση του οντολογικού νοήματος», όπως σημειώνει στο εξαιρετικό επίμετρό της η μεταφράστρια του έργου, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου. Και μάλιστα, τον αφηγείται με την εκπόνηση μιας αποκλειστικά δικής του γλώσσας, μιας ρυθμικής λαχανιασμένης λαλιάς που αντλεί από την τζαζ μουσική αλλά και από την παρισινή αργκό, από τις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από την επιστημονική ιδιόλεκτο, από την κρυστάλλινη διαύγεια όσων συνέθεταν αποφθέγματα και αφορισμούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση τιμά το γράμμα και το πνεύμα του Σελίν, με τρόπο μάλιστα τόσο άρτιο, εμπνευσμένο και εντυπωσιακό ώστε να αποτελεί από μόνη της σημαντικό επίτευγμα.
Ο Σελίν μοιάζει να συνομιλεί στα κρυφά με τον σημαντικό φιλόσοφο Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος σχεδόν την ίδια εποχή, διατύπωνε τις διαπιστώσεις του για την «πραγμοποίηση», την ολοένα και πιο ταχεία διολίσθηση από το «είναι» στο «έχειν», στον αφανισμό των σημασιών εν ονόματι του εμπορεύματος. Κι ακόμα, μοιάζει να είναι ο τραχύς, δυνατός, σπαρακτικός αντίλαλος των όσων μοχθούσε να κομίσει, επίσης την ίδια εποχή, στη λογοτεχνία και τη σκέψη ο Χένρι Μίλερ, με τη διαφορά ότι εκεί που ο Μίλερ καταφάσκει, ο Σελίν αποφάσκει, εκεί που ο Μίλερ δέχεται, ο Σελίν αρνιέται, εκεί που ο Μίλερ σφυρίζει, ο Σελίν συρίζει. Είναι αξιοσημείωτο ότι, θαρρείς αμφότεροι απόγονοι του Μαξ Στίρνερ, του αναρχικού φιλόσοφου του ατομικισμού, και με πάμπολλες χτυπητές ομοιότητες στη χρήση των λέξεων και στη ρυθμική τους, οι δύο μεγάλοι συγγραφείς βρίσκονται στους αντίποδες, όντας ο ένας, ο Μίλερ, τροβαδούρος της χαράς, ενώ ο άλλος, ο Σελίν, θρηνωδός της απελπισίας.
«Αναγκαστικά γυρνάμε ξανά και ξανά στον Σαίξπηρ», έμελλε να αποφανθεί ο Σελίν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του «Ταξιδιού», στο ηχογραφημένο του δοκίμιο «Η μεγάλη μου επίθεση ενάντια στο Λόγο». Και πράγματι, το έργο του μοιάζει να είναι μια μεγαλειώδης επιστροφή στο άγριο πνεύμα του Βάρδου. Ο Ιζιντόρ Ντυκάς, ο κόμης του Λοτρεαμόν, έλεγε ότι κάθε που διάβαζε Σαίξπηρ αισθανόταν ότι μια ύαινα του ξεσκίζει το μυαλό, και κάλλιστα μπορεί να ειπωθεί ότι συμβαίνει το ίδιο όταν διαβάζουμε τις σελίδες του Σελίν. Οι βεβαιότητές μας, κουρελιάζονται, τα πιόνια στη σκακιέρα της ζωής ανατοποθετούνται βάναυσα, ίσως όμως και λυτρωτικά, ακριβώς για να δούμε τα πάντα από την αρχή, για να καταβυθιστούμε στο Μηδέν ώστε να ξαναπιάσουμε το νήμα του νοήματος απ’ την αρχή.



Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Ραδιοχρονογράφημα



Το Πρώτο Ραδιοχρονογράφημα

Ακούστηκε τη Δευτέρα, 24 Μαρτίου, από το Κανάλι 1, του Πειραιά, στους 90.4, στις 11:55. Το ραδιοχρονογράφημα θα ακούγεται κανονικά στις 10:55, κάθε μέρα. Όσοι πιστοί προσέλθετε απόψε στο Barrio (Κεραμεικού 53) να γιορτάσουμε την επανεμφάνιση του Μπαμπασάκη στα ερτζιανά. Απόψε τα ηχεία θα σκορπούν μουσικές του Τζον Κολτρέιν, του Τσακ Μαντσιόνε, του Νικ Κέιβ, των Pogues, των Waterboys, του Νηλ Γιανγκ. Σπεύσατε.


Γράφει ο σημαντικός συγγραφέας, και πικρός μα δίκαιος και δεινός ανατόμος της αμερικανικής κοινωνίας, Κόρμακ Μακάρθι: «Το κακό ξεκινάει όταν αρχίζεις ν’ αγνοείς τους καλούς τρόπους. Κάθε φορά που ακούς να χάνεται το ‘ευχαριστώ’ και το ‘παρακαλώ’, ξέρεις ότι έρχεται το τέλος». Το γράφει στο συνταρακτικό μυθιστόρημά του Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους, όπου μέσα από μιαν άγρια χορογραφία βίας, μέσα από αλλεπάλληλα φονικά, δείχνει πώς φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν οι παλιές αξίες έχουν αμετάκλητα κουρελιαστεί, και δεν έχουν αναδυθεί νέες, ικανές να φέρνουν κοντά τους ανθρώπους, να δωρίζουν θάλπος, να μας ωθούν στη δημιουργικότητα.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν, καθώς έλεγε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο πόνημά του Είδωλα Πολιτισμού, οι κοινωνίες δεν νοιάζονται παρά μονάχα για την μεγιστοποίηση του κέρδους.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν, όπως επεσήμανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης βιώνουμε ολόγυρα την άνοδο της ασημαντότητας, όταν ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι. Και των ζόμπι, ας προσθέσω, μιας και γίνονται όντως ζόμπι, νεκροζώντανοι, όλοι εκείνοι που έχουν στερηθεί την ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τα όσα άμεσα τους αφορούν, όλοι εκείνοι που δεν είναι σε θέση πια να επιλέγουν αυτοβούλως τι θα φάνε, τι θα πιούνε, τι μουσική θα ακούσουν, τι βιβλία θα διαβάσουν, με ποιους σχέσεις θα συνάψουν, φιλικές, ερωτικές, συνεργασιακές.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή μέσα από έναν συνδυασμό οργιώδους υπερπληροφόρησης και ουσιώδους άγνοιας. Όταν όπως και πάλι τονίζει ο Καστοριάδης, «η κουλτούρα του παρελθόντος δεν είναι πια ζωντανή μέσα στην παράδοση αλλά αντικείμενο μουσειακής γνώσης, κοσμικής και τουριστικής περιέργειας, που ρυθμίζεται από τις μόδες», ενώ με την ίδια κίνηση «ο μοντερνισμός, αραχνιασμένος πια, καλλιεργείται σαν αυτοσκοπός και εδράζεται συχνά σε απλές πλαστογραφίες που γίνονται αποδεκτές μόνο και μόνο χάρη στον νεοαναλφαβητισμό του κοινού».
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή, όταν αφήνουμε να χαθεί στις λερές λίμνες της λήθης, η με τόσο απλά λόγια καμωμένη, μα με την τόσο αληθινά αληθινή αλήθεια της, φράση του ποιητή Λουί Αραγκόν: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Ραδιόφωνο!!!



Ο Μπουκόβσκι άκουγε μια ζωή κλασσική μουσική από το ραδιόφωνό του. Ο Όρσον Ουέλλες ξεσήκωσε θύελλες μέσα από μια ραδιοφωνική εκπομπή. Μεγαλώσαμε ακούγοντας ραδιόφωνο, ακούγοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες, άσματα θεσπέσια, αναμεταδόσεις ποδοσφαιρικών ματς, θέατρο, Ιωάννη Σεβαστιανό, ρεμπέτικα, μπλουζ, ροκ, τζαζ. Ο Γιάννης Τριάντης αναλαμβάνει με μιαν αέρινη μπαγκέτα να διευθύνει το Κανάλι 1 του Πειραιά (90.4 FM), και υπόσχεται σθεναρά να περνάμε ώρες γόνιμες και τερπνές, ψυχωφελείς και ηδύτατες, ποντάροντας και πάλι στα ερτζιανά. Με ενημέρωση στα ίσια, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές. Σταύρος Λυγερός και Κώστας Βεργόπουλος, Νίκος Μπουρσινός και Γιώργος Αλλαμανής, Λίνα Νικολακοπούλου και Βασίλης Σταυρόπουλος, Κώστας Καββαθάς και Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Κοντά σας, με όλο τους το κέφι και την έμπνευσή τους όλη. Μαζί κι εγώ, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, κάθε μέρα στις 11 παρά πέντε το πρωί, με το ραδιοχρονογράφημα «Το Θρόισμα των Φύλλων», και κάθε Σάββατο, από τις δέκα το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, με την εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», με τζαζ διαθέσεις και ροκ ιστορίες. Και με έκτακτους καλεσμένους. Αυτό το Σάββατο, 22 Μαρτίου, φιλοξενώ την Σώτη Τριανταφύλλου, συνομιλούμε για το νέο της μυθιστόρημα «Λίγο από το Αίμα Σου» (εκδ. Πατάκης), και ακούμε Μπομπ Ντύλαν, Νικ Κέιβ, Λέοναρντ Κοέν, Τζόνι Κας, Νηλ Γιανγκ, Κρις Κριστόφερσεν, και άλλους θρύλους. Συντονιστείτε, παίδες!

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Γάτες και Λογοτέχνες




Γάτες και Λογοτέχνες!

Αφιερωμένο στον ποιητή Γιώργο Δουατζή, που πριν από τέσσερα χρόνια είχε την μεγάλη καλοσύνη να μου δωρίσει τη υπέροχη γάτα που έκτοτε με συντροφεύει! Σ’ ευχαριστώ, και από δω, Φίλε!

Πολλές φορές τα σκάνδαλα δεν είναι θορυβώδη, δεν εκδηλώνονται μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό, μ’ ένα μειδίαμα, μ’ έναν ψίθυρο. Και τότε ακριβώς μας εκπλήσσουν ακόμα πιο πολύ. Όχι όλους, όχι αυτούς που δεν ξέρουνε ν’ ακούν τη χλόη να βλασταίνει. Ένα από τα χαριτωμένα σκάνδαλα στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης εν γένει είναι η αγάπη, στα όρια της λατρείας, που διακρίνει τους ποιητές και τους συγγραφείς. Και μάλιστα σε αντιπαράθεση με την πολλές φορές δεδηλωμένη απέχθειά τους όχι για τους σκύλους αλλά για το πώς οι άνθρωποι κατάντησαν τον λεγόμενο «καλύτερό τους φίλο». Αυτές τις μέρες λάμπει και ηχεί στη χώρα μας το δημοφιλέστερο μιούζικαλ όλων των εποχών, οι «Γάτες». Σχεδόν όλοι έχουν σιγοτραγουδήσει τα μελωδικά του θέματα, και το άλμπουμ με τη μουσική δεν λείπει από τα σπίτια των διακόνων της Αγίας Καικιλίας. Λίγοι γνωρίζουν όμως ότι ο λιμπρετίστας του έργου είναι διάκονος της Ερατούς, και μάλιστα δαφνοστεφής, τιμημένος με Νόμπελ, και ιδιαίτερα αγαπητός στη χώρα μας, κυρίως μέσω ορισμένων δικαιολογημένων παρεξηγήσεων.

Είναι γνωστός ως πολύ, μα πάρα πολύ σοβαρός άνθρωπος και ποιητής, στρυφνός και στριμμένος, και κυρίως ως ο ποιητής ο μεταφρασμένος από τον βαρύ και ασήκωτο Γιώργο Σεφέρη. Αλλά ο Τόμας Στερνς Έλιοτ ήταν ένας «βιρτουόζος της προσποίησης», όπως τον έχει χαρακτηρίσει το Time, ένας κατά κόσμον νομπελίστας ποιητής και γάτος κατά βάθος. Κάνοντας αλλεπάλληλες νοερές επισκέψεις στις κατοικίες των ποιητών και συγγραφέων που αγάπησαν τις γάτες, διαπιστώσαμε ότι όλοι ήσαν «γάτοι κατά βάθος», άνθρωποι μειλίχιοι και τρυφεροί, κατ’ ουσίαν γαλήνιοι ενώ γύρω τους λυσσομανούσε η καταλαλιά, η απειλή της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η βάναυση παρεξήγηση. Ήσαν όλοι τους άνθρωποι γενναίοι και πείσμονες, προσηλωμένοι σε ένα αυτοσχέδιο σύστημα ηθικών αξιών που δεν εγκατέλειψαν ποτέ. Περιφρονητές ενός κόσμου που περιφρονεί ό,τι βαθιά ανθρώπινο σκιρτάει εντός μας, αντιμετώπισαν ατάραχα τη χλεύη και δεν έστερξαν ποτέ να ενδώσουν στις Σειρήνες της ευκολίας που είναι η δίδυμη αδελφή της μετριότητας. Πολλοί ταλαιπωρήθηκαν πολύ, άλλοι κατάφερναν να ξεγλιστρούν και να αποφεύγουν τις κακοτοπιές, επιμένοντας με πάθος να λένε και να κάνουν τα δικά τους σε πείσμα των καιρών. Αρκετοί ένιωσαν το μακρύ χέρι του νόμου να πέφτει βαρύ στον ώμο τους, ένιωσαν το παγερό ατσάλι της χειροπέδης στον καρπό τους, ένιωσαν την υγρή ατμόσφαιρα του κελιού στα κόκαλά τους. Αλλά δεν έπαψαν να χαϊδεύουν το τρυφερό τρίχωμα της Καλέξικο Τζέιν ή του Ράσκι, της Τρίστιας ή του Περντίτα, δεν έπαψαν να χαμογελάνε γράφοντας για τις αγαπημένες τους γάτες, δεν έπαψαν να μαθαίνουν από τα υπέροχα αιλουροειδή τους να ισορροπούν, με χάρη όπως κι αυτά, «μες στη θαυμαστή κι ανάλαφρη νηφαλιότητα του παρόντος».
Ο Έλιοτ ήταν, όπως ο ίδιος δήλωνε με παρρησία, συντηρητικός στις πολιτικές του τοποθετήσεις, καθολικός στο θρήσκευμα και μοντερνιστής στην τέχνη. Και τι μοντερνιστής! Με την ξακουστή «Έρημη Χώρα» ανέτρεψε τα πάντα, επαναφέροντας, συνταρακτικά εμπλουτισμένη, τη μέθοδο της μεταστροφής που λάνσαρε πρώτος ο Ιζιντόρ Ντυκάς ή Κόμης του Λωτρεαμόν, και μπολιάζοντάς την με τη μέθοδο του κολάζ που είχαν επεξεργαστεί με εκρηκτικό τρόπο οι πρωτοπόροι ντανταϊστές. Την αγάπη για τις γάτες κληρονόμησε από τον γατόφιλο πατέρα του, ιερέα και ερασιτέχνη ζωγράφο, ο οποίος δεν έπαυε να απαθανατίζει στον καμβά γάτες. Ο Σεφέρης μαρτυρεί ότι ο Έλιοτ είχε στην κατοικία του δύο τέτοιους πίνακες του πατέρα του. Δεν θα ήταν και πολύ άστοχο να υποθέσουμε ότι ο συντηρητισμός του νομπελίστα αντισταθμιζόταν από την προσήλωσή του στα γατιά και την μίμηση της εξαίσιας συμπεριφοράς τους. Ο Έλιοτ σκανδάλιζε τους οικείους του με τα απρόβλεπτα, για έναν τόσο σοβαρό κύριο, καμώματά του. Εντελώς απροσδόκητα, όπως οι γάτες, μπορούσε να ξαφνιάζει τον κόσμο, είτε φιλώντας δημόσια τη σύζυγό του, είτε γελώντας τρανταχτά, είτε δηλώνοντας «φαν» του Γκράουτσο Μαρξ, με τον οποίο μάλιστα άρχισε να αλληλογραφεί, του οποίου τη φωτογραφία έβαλε πάνω από το τζάκι δίπλα στης γυναίκας του και του ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, και τον οποίο, όταν συναντήθηκαν, άφησε εμβρόντητο αρνούμενος για συζητήσει για την ποίηση και την τέχνη αλλά μονάχα για τις κοινές του αγάπες: τα καλά πούρα και τις γάτες!
Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ενίοτε σκανταλιάρη ποιητή: «Λοιπόν, ο γάτος Μαύρη Χειρ είναι μυστήριος γάτος/ Τον λεν ‘Πατούσα-Φάντασμα’ και ‘Γάτος ο Φευγάτος’./ Να φέρνει σε απόγνωση τη Σκότλαντ Γυαρντ ψοφάει/ Γιατί είναι ο κακοποιός που Νόμους αψηφάει: Στον τόπο του εγκλήματος οι αστυνομικοί/ Σαν φτάσουνε, η Μαύρη Χειρ ποτέ δεν είν’ εκεί!» («Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής», μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη & Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα).
Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικάιως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.
Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματική πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει,/ θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).
Ο «Παππούς Όλων Μας», όπως τον χαρακτήρισε η Πάτι Σμιθ, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στη λογοτεχνία και το έγκλημα. Πυροβόλησε και σκότωσε την σύζυγό του, παίζοντας «Γουλιέλμο Τέλλο» με περίστροφα, έζησε δεκαετίες ολόκληρες αυτοεξόριστος στο Παρίσι και στο Λονδίνο, έγραψε σκανδαλώδη πρωτοποριακά βιβλία, δικάστηκε ως πορνογράφος, συνδέθηκε με κάμποσα «μούτρα» του υπόκοσμου, συνοδεύτηκε από τη φήμη του ειδεχθούς. Κι όμως, ήταν στην πραγματικότητα ένας γλυκύτατος άνθρωπος και μανιακός γατόφιλος. Μάλιστα, η τελευταία του εγγραφή στο ημερολόγιό του, λίγες ώρες πριν αφήσει τον λεγόμενο μάταιο τούτο κόσμο, είναι ένας λιτός ύμνος στην αγάπη και στις γάτες. «Δεν υπάρχει Άγιο Δισκοπότηρο», γράφει στις 30 Ιουνίου του 1997, «μήτε Τελικό Σατόρι, μήτε λύση τελική. Μονάχα σύγκρουση. Και το μόνο που μπορεί να άρει τη σύγκρουση είναι η αγάπη, σαν αυτή που ένιωσα για τον Φλετς και τον Ράσκι, για τον Σπούνερ και την Κάλικο. Αγνή αγάπη. Ό,τι νιώθω για τις γάτες μου τις τωρινές και τις παλιότερες. Η Αγάπη; Τι Είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».
Το 1986, ο Μπάροουζ θα τυπώσει σε συλλεκτική έκδοση 133 αντιτύπων το βιβλίο του «Η γάτα μέσα μας», ένα μικρό αριστούργημα λογοτεχνικής γατοφιλίας ή, αν θέλετε, γατόφιλης λογοτεχνίας. «Αυτό το βιβλίο για τις γάτες», διαβάζουμε, «είναι μια αλληγορία, στην οποία η περασμένη ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται μπροστά του σαν παντομίμα με γάτες. Οι γάτες βέβαια δεν είναι μαριονέτες. Κάθε άλλο. Είναι ολοζώντανα πλάσματα, και όταν αποκτάς επαφή με ένα άλλο πλάσμα θλίβεσαι: γιατί συνειδητοποιείς τους περιορισμούς, τον πόνο και το φόβο και τον τελικό θάνατο. Αυτό σημαίνει επαφή. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν αγγίζω μια γάτα και συνειδητοποιώ ότι τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου». («Η γάτα μέσα μας», μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Απόπειρα).
Πολυτάραχη και σκανδαλώδης ήταν η ζωή της Κολέτ. Παράφοροι οι έρωτες που τη σημάδεψαν, πολυδιαβασμένα τα μυθιστορήματά της, ανεξάλειπτη και αδιάλειπτη η αγάπη της για τις γάτες. Μάλιστα, στα αυτοβιογραφικά της διηγήματα που στεγάζονται θαλπερά στο βιβλίο της «Το Σπίτι της Κλωντίν», απαθανατίζει λυρικά και με περίσσιο χιούμορ τη γατοφιλία της. Ακούστε: «Δεν είναι παρά ένα νεαρό γατί, γιος κάποιου ριγέ γάτου. Φέρει στο τρίχωμά του τις ραβδώσεις της ράτσας του, τα αρχαία σημάδια του άγριου προγόνου. Το αίμα της μάνας του, όμως, σκόρπισε πάνω στις ρίγες του ένα αφράτο και γαλαζωπό πέπλο από μακριές τρίχες, αψηλάφητο σαν διάφανη γάζα Περσίας. Θα γίνει όμορφο, λοιπόν, είναι κιόλας γοητευτικό. Προσπαθούμε να το βγάλουμε Καμαραλζαμάν – εις μάτην, γιατί η καμαριέρα κι η μαγείρισσα, γυναίκες προικισμένες με κοινή λογική, μεταφράζουν το Καμαραλζαμάν σε Μουμού». («Το Σπίτι της Κλωντίν», μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Καστανιώτης).
Ήταν η σημαντικότερη ανανεώτρια του λεγόμενου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μας συγκλόνισε πλάθοντας τον κρισιμότερο αντιήρωα των τελευταίων δεκαετιών, τον περιβόητο Τομ Ρίπλεϊ. Άκουγε στο όνομα Πατρίτσια Χάισμιθ, και λάτρευε τις γάτες. Δεν παρέλειπε να φωτογραφίζεται με τα αγαπημένα της αιλουροειδή, και, ενώ η ίδια αρκούνταν στο φτηνό γαλλικό τυρί, για τις γάτες της μαγείρευε λαγό με κρέμα γάλακτος! Η Μονίκ Μπυφέ, μια από τις ερωμένες της Χάισμιθ, μας λέει ότι η Πατρίτσια μιλούσε στη σιαμέζα γάτα της σε μιαν αλλόκοτη γλώσσα, την οποία καταλάβαινε μονάχα το όμορφο ζωντανό. Η ίδια η Χάισμιθ είχε δηλώσει: «Οι γάτες δίνουν στους συγγραφείς κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν: συντροφιά χωρίς απαιτήσεις ή επεμβάσεις».
Όσο κι εκπλήξει τα μάλα πολλούς, ο Γκι Ντεμπόρ είχε επίσης επινοήσει μια δική του γλώσσα για να μιλάει με τις ώρες και σ’ όλη τη διάρκεια κάθε ημέρας με την αγαπημένη μαύρη γάτα του. Όπως μας πληροφορεί η φίλη του Ανίτα Μπλαν, ο συγγραφέας της «Κοινωνίας του Θεάματος», ύστερα από μια πολυετή αυτοεξορία στη Φλωρεντία, την Καστίλη, και τη Βενετία, εγκαταστάθηκε σε μιαν αγροικία στον Άνω Λίγηρα, και εκεί δεν αποχωριζόταν ποτέ μια μαύρη κάπα που του είχε χαρίσει ο δολοφονημένος φίλος του, ο παραγωγός και εκδότης Ζεράρ Λεμποβισί, και τη μαύρη γάτα του. «Η ζωή του Γκι στρεφόταν γύρω από τις γάτες. Ήταν μόνιμο θέμα πολύωρων συζητήσεων», λέει η Μπλαν. Το άλλο δυναμικό μυαλό της Καστασιακής Διεθνούς, φίλος για μια δεκαετία του Ντεμπόρ, συγγραφέας της περιλάλητης πραγματείας «Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής», ο Βέλγος Ραούλ Βανεγκέμ, λάτρευε επίσης τις γάτες. Στην εξαιρετικά πρωτότυπη αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε προσφάτως, ο εβδομηντάχρονος στοχαστής και επαναστάτης εξομολογείται ότι την ημέρα που κάποιοι άθλιοι κυνηγοί σκότωσαν τη γάτα του, τη δηλητηρίασαν οι αναίσθητοι, ο Βανεγκέμ για να πενθήσει και να παρηγορηθεί άκουγε με τις ώρες τη «Sonnambula» του Μπελλίνι ενώ δάκρυα κυλούσαν διαρκώς από τα μάτια του.
Ο θαυμάσιος υπερρεαλιστής, σεναριογράφος, ποιητής, και τρυφερός τροβαδούρος του Παρισιού, ο Ζακ Πρεβέρ θαύμαζε επίσης τα καμώματα των γάτων. Επέτρεψε στον σπουδαίο Μπρασάι να τον φωτογραφίζει αγκαλιά με μια πανέμορφη γαλή. Έγραψε το φημισμένο ποίημα «Ο Γάτος και το Πουλί», ένα έξοχο κόσμημα μαύρου χιούμορ. Ιδού: «Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο/ Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού/ Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού/ Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού/ Που το μισόφαγε/ Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει/ Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει/ Και να γλείφει τη μουσούδα του/ Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί/ Κηδεία επίσημη/ Κι ο γάτος είναι καλεσμένος/ Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο/ Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί/ Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι/ Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει/ Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό/ Λέει ο γάτος στο κορίτσι/ Θα το είχα φάει ολόκληρο/ Κι ύστερα θα ’λεγα/ Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει/ Μέχρι τα πέρατα της γης/ Κάτω εκεί τόσο μακριά / Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει/ Ίσως τότε πονούσες λιγότερο/ Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.// Ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνουμε κάτι μισό» («Θέαμα και Ιστορίες», μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον).
Ο Ντενί Γκροζντανοβίτς ήταν πρωταθλητής νέων Γαλλίας στο τένις, πρωταθλητής στο σκουός, εξαιρετικά δημιουργικός αναγνώστης του Μαρσέλ Προυστ, μέγας φιλόμουσος, απόφοιτος της ξακουστής σχολής κινηματογράφου IDHEC, σκακιστής, και συγγραφέας। Και, φυσικά, γατόφιλος। Επιχείρησε λαμπρά να απαθανατίσει τον νεκρό γάτο του, τον Περντίτα, εγκωμιάζοντας με περισσή κομψότητα τον «αγγελικό αντικομφορμισμό της ποιητικής έμπνευσης» που προσφέρει μια γάτα, την εξυπνάδα, τον ήρεμο στοχασμό, τη «γιόγκα των γατών», την καλλισθένειά τους, την εύθραυστη ισορροπία τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, το ότι μας γοητεύουν επειδή μας δίνουν την εντύπωση ότι διαχειρίζονται άψογα το Χρόνο. Παραθέτει μάλιστα, κλείνοντας, έναν στίχο του Γιάννη Ρίτσου που μιλάει για την «θαυμαστή συνέχεια των καθημερινών πραγμάτων» («Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας, μτφρ. Ξένια Σκούρα, εκδ. Πόλις).


Φυσικά, φημισμένος για τη γατοφιλία του ήταν και ο Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, ο οποίος λάτρευε την ανεξαρτησία και το ελεύθερο πνεύμα των αιλουροειδών. Ένας καπετάνιος του δώρισε την πρώτη του γάτα, που ήταν πολυδάκτυλη. Έκτοτε ο συγγραφέας του «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» είχε πάντα μια γάτα στις κατοικίες του, είτε στη Φλόριντα είτε στην Κούβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα οι πολυδάκτυλες γάτες λέγονται και «Γάτες Χέμινγουεϊ». Μάλιστα, στο Μουσείο Χέμινγουεϊ στο Κι Γουέστ της Φλόριντα διατηρούνται και προστατεύονται, σύμφωνα με ειδικό όρο στη διαθήκη του, περί τις εξήντα γάτες, πολλές από τις οποίες ακούν στο όνομά του και σε ονόματα αγαπημένων φίλων και φιλενάδων του υπέροχου Έρνεστ!

Ο γενάρχης του ρομαντικού νουάρ μυθιστορήματος, ο αβρός Ρέιμοντ Τσάντλερ είναι γνωστό ότι αγαπούσε το καλό ουίσκι, τις σαγηνευτικές γυναίκες, το δεξιοτεχνικό σκάκι του Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα, και την ελισαβετιανή ποίηση. Ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν θα μπορούσε να μην αγαπάει και τις γάτες. Η ευνοούμενή του ήταν μια γάτα Περσίας την οποία φώναζε «Τάκι», της μιλούσε με τις ώρες, και τη σύστηνε ως «γραμματέα» του, μιας και το όμορφο πλάσμα είχε τη συνήθεια να κάθεται πάνω στα χειρόγραφά του όταν ο Τσάντλερ τα επεξεργαζόταν και έκανε τις διορθώσεις του.
Ας κλείσω, κλείνοντας το μάτι στους πάντα ωραίους γάτους και γατόφιλους, θυμίζοντάς σας ότι ποιήματα και κείμενα για γάτες έχουν υπογράψει μεταξύ ευτυχώς πάμπολλων άλλων ο Λιούις Κάρολ και ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, αλλά και οι δικοί μας Νίκος Δήμου, Παυλίνα Παμπούδη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Τάσος Δενέγρης.


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Γατάκια και Ιρλανδέζικα!


Cats & Irish

Ό,τι υπάρχει στον κόσμο
Πλάστηκε για να παίζω εγώ.
Τα αλογάκια της Παναγίας, τα πόδια της καρέκλας,
Οι στάμπες στα υφάσματα
Οι σκιές που τρέχουν, οι χνουδόμπαλες
Κι η ουρά μου ακόμα.
Τόσες γωνίες, τόσες πόρτες
Που μου γνέφουν μισάνοιχτες
Η από κάτω μεριά των πραγμάτων ένας δικός μου ουρανός
Να τον παρατηρώ
Τόσα μέρη για τρεχάλα, με πιάνει τρέλα
Θέλω να βρίσκομαι παντού μέσα σε μια στιγμή.
Μετά, κουράζομαι.
Patricia Highsmith, Γάτες (εκδ. Άγρα)

Ο Μπαμπασάκης γιορτάζει απόψε τα γεννητούρια της Τριστέσας, της γάτας του. Εκλεκτός και καρπερός μπαμπάς είναι ο Στράτος, ο γάτος του Στέλιου Ελληνιάδη. Τα τέκνα είναι τρία, κουκλιά, και χαίρουν άκρας υγείας. Ελάτε, όσοι γατόφιλοι & κοκκινόφιλοι, στο Barrio (Κεραμεικού 53), να το γλεντήσουμε με ιρλανδέζικα άσματα (Pogues, U2, Waterboys).


Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

ΕΕΕΕΕ!!!



Λίγο Πριν Αρχίσω Πάλι


Κορίτσι μου,
για σένα το γράφω εκείνο το βιβλίο
«για τα σένα το ’χτισα» που έλεγε κι ο λαϊκός.
Εξακόσιες πενήντα σελίδες και βάλε
για όλα τα χάδια από το γόνατο και πάνω!
Αμέ, αμ’ πώς για,
κι «αμ’ τι γαρ»
που ’λεγε κι ο Καρούζος
τότε, γύρω στα 1985,
ναι, τότε που κάναμε δικές μας
τις γυναίκες και τις πόλεις.
(Τώρα οι πόλεις καταστράφηκαν πια,
μονάχα οι γυναίκες οι γενναίες
απόμειναν για τα τρελά μας γλέντια,
για τα αβρά μας ξεφαντώματα).

Κορίτσι μου,
πίνω το κρασάκι μου
και σ’ το γράφω εκείνο το βιβλίο
που μιλάει, που κλαίει, που γελάει
που ασθμαίνει, και γογγύζει, τραγουδάει,
εκείνο το βιβλίο που πατάει
σ’ όλα τα βιβλία που διάβασα
σ’ όλα τα βιβλία που αγάπησα
σ’ όλα τα βιβλία που λάτρεψα
μα πιο πολύ στους δύο τού Μίλερ Τροπικούς
στου Μάλκολμ το Ηφαίστειο
και στου Εγέλου τη Φαινομενολογία.
Κι ακόμα, ανενδοίαστα κι αναίσχυντα
μα και ευλαβικά, με δέος έστω μεθυσμένο
και με μέριμνα, πες τη, σουρωμένη
αντλεί
απ’ όλα τα ωραία άσματα
της τζαζ τα ανυπέρβλητα κεράσματα
ναι, αντλεί κι απ’ του Σατί
τις λεπτεπίλεπτες ειρωνείες
κι απ’ του Τατί
τις εξαίσιες του χιούμορ μαγγανείες.

Είναι μακριά το Μαρούσι,
πιο μακριά κι απ’ το Παρίσι
για κάθε ερωτευμένο Ροβεσπιέρο,
είχα με πικρό μα αγέρωχο θράσος κάποτε αποφανθεί.
Και τώρα έρχεται του πράγματος η αλήθεια
να με κεντρίσει απρόσμενα
έρχεται να μου πει ότι καλά το είχα μιλήσει,
καλά το είχα γράψει,
και άλλωστε άλλοτε πάλι είχα δηλώσει πως
δεν καταδεχόμαστε να γράψουμε ό,τι δεν έχουμε ζήσει.
Είναι ένα στοίχημα κι αυτό
καθώς και όλα τ’ άλλα που έκανα και κάνω
τριάντα χρόνια τώρα
από την πυρωμένη εφηβεία μου και δώθε.

Γράφω λοιπόν σ’ εκείνο το βιβλίο
τα όσα έχω κάνει, τα όσα μπόρεσα να πω
τα όσα με ταξίδεψαν μακριά απ’ τις κοιλάδες των δακρύων
μακριά από τα βλέμματα των αχρείων
μακριά απ’ τη χθαμαλότητα μυρίων και μυρίων
σ’ εκείνα τα μέρη όπου τα οδοφράγματα
είναι καμωμένα επιτέλους από άνθη
σ’ εκείνα τα ποιητικά τοπία όπου η ελευθερία είναι
της γνώσης η θυγατέρα, και της τόλμης,
όπου η ευγένεια είναι της σάρκας που ζητεί και θέλει εξαδέλφη
όπου μάνα της φρόνησης είναι η αμέριμνη καλοσύνη
και δίδυμη αδελφή της αφροσύνης είναι η περίσκεψη

Γράφω, το λοιπόν, πώς μπόρεσα,
καθώς και άλλοτ’ έλεγα,
να συνοψίσω τη ζωή μου
σε πέντε, έξι φράσεις (άλλων),
πώς κάποτε που μου έδειξαν μια πανώρια κατοικία
σ’ εκείνη τη συνοικία
που έχει τόσο κοσμήσει ο Πικιώνης,
άκουσα την ίδια μου την αυθάδεια
να λέει, «Άσε, έχω πιει τρεις τέτοιες!»
πώς κατάφερα να γράψω σελίδες πολλές
και γόνιμες, θαρρώ,
για όλους εκείνους που με έκαναν αυτό που είμαι,
σελίδες ευγνωμοσύνης για τον Κέρουακ και τον Μπάροουζ,
για τον Ντεμπόρ και τον Ντυσάν,
για τον Καρούζο και τον Βακαλόπουλο,
και τον Πάρκερ και τον Ρόλλινς μα και τον Κολτρέιν,
και άλλους τέτοιους άδολους τιτάνες.

Γράφω ακόμα για την ευκολία μου
να συγχωρώ τον εαυτό μου,
για την ανάγκη μου μόνος να μη μένω,
για τα τόσα δείπνα που κατέληγαν σε γλέντια αντάξια του Βιγιόν,
αλλά και, όπως το είπε ο άλλος, για πρωινά
που ήσαν συγκινητικά μα δύσκολα.
Γράφω για πόσο αγάπησα
και πόσο με αγάπησαν
ακόμα και άνθρωποι θαυμάσιοι που δεν ήμουν άξιός τους,
γράφω για το πόσο τυχερός αισθάνομαι
που μου έλαχαν όμορφοι φίλοι και γενναίες γυναίκες,
για την ωραία απερισκεψία όλων μας,
του περιβάλλοντός μου και εμού,
να γινόμαστε, ξανά και πάλι, και ξανά,
των βεβαιοτήτων (των άλλων)
δολιοφθορείς
και να εμμένουμε με έπαρση βουβή
στα όσα εμείς, και μόνο εμείς, θεωρούσαμε δικά μας.

Έρχομαι να σου μιλήσω, γράφοντας πόσο
λαμπρές ήσαντε κάποιες νύχτες που όλοι για σκοτεινές λογάριαζαν
ευθύς για να σου πω ότι ανάμεσα στα
αρίφνητα αστέρια πάντα ξέραμε ποιο μας χαμογελούσε
νεύοντάς μας να συνεχίσουμε όπως αρχίσαμε
νίβοντάς μας τ’ ανομήματα ώστε να πάμε καθάριοι γι’
άλλα
μακάριοι πελάτες του λυτρωτικού ολέθρου
ανενδοίαστα μειράκια της περίτεχνής μας τρέλας
ρήτορες της μεθυσμένης συμφοράς το μεσονύχτι
τακίμια κι αδέρφια θιασώτες του ανήμερου
ίμερου μιας νέας γεωγραφίας των παθών
ντριπλαδόροι των στερεοτύπων και της νυσταλέας σύμβασης
όμορφοι κομπιναδόροι και
υπέρ του καλού αθώοι συνωμότες.

Ω, ας τελειώσει εδώ το ποίημα,
εύμορφη από μικρή και νυν,
κορίτσι που μου γεμίζεις το τσιγάρο
και το ποτήρι μου ανάβεις,
ναι, ας τελειώσει εδώ το ποίημα
λίγο πριν αρχίσω
να γράφω και να ζω και πάλι!


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Φεβρουάριος 2008









Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

http://www.vakxikon.gr/

http://www.vakxikon.gr/

ΒΑΚΧΙΚΟΝ, παίδες


Όσο υπάρχουν άνθρωποι και διαβάζουν Ιζιντόρ Ντυκάς, Αρθούρο Ρεμπώ και Αρθούρο Κραβάν, Έγελο και Μαρξ, Καρούζο και Ντεμπόρ, Κάρολο Μπωντλαίρ και Κάρολο Μπουκόβσκι, τίποτε δεν έχει χαθεί και όλα είναι ανοιχτά στο ωραίο Πόκερ της Σαγήνης! Η ζωή είναι εύκολη, η ζωή είναι ωραία... Δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν μόνο λύσεις (σε αντίθεση με του Ντυσάν τη ρήση, "Δεν υπάρχουν λύσεις, διότι δεν υπάρχουν προβλήματα")... Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε υπέροχα μες στα ερείπια μιας εποχής... Ιδού, λοιπόν, ΒΑΚΧΙΚΟΝ...

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ




Άκουγα απόψε Pogues (πρωτότυπον!!!!) και θυμήθηκα (σάμπως τα ξέχασα ποτέ;) τα «Κρίνα». Γέννησε η γάτα μου, η Tristessa, ψες, πέθαναν τα δύο, έμειναν τρία κουκλιά γατιά. Ο Τάσος Φαληρέας ζει εντός μου, όπως κι ο Βακαλόπουλος ο Χρήστος, ο Λάγιος ο Ηλίας, η Μελίνα η Καρακώστα., ο Κοτρώνης ο Βαγγέλης, ο Γιώργος ο Μπαντίδος, ο Γεωργίου ο Κώστας. ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΠΡΙΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, έγραψα πριν από χρόνια, παίδες, Νέστορα, Όλεθρε, Σπύρο, Άγγελε, Ελένη, Αλίκη, Ελεάννα, Στέργιε, Αννούλα, Ω!, Πάρι, Θέμη, Θάνο, Χάρη, Γιάννη, Νίκη, Θάλεια, Ευγενία, Ανεστόπουλε, φίλε μου, ας είμαστε διάφανοι, ας μας παίρνουν είδηση, και λοιπόν; «Δαπανήθηκα στις λόχμες», μπόρεσε να γράψει ο Γιώργος ο Μακρής. Ας πέσει πάλι αργά, νωχελικά, η βελόνα στο βινύλιο, ας βάλουμε άλλο ένα ιρλανδέζικο στο ποτήρι μας, ας ανάψουμε ακόμα ένα Sante Marlboro Gitanes, ας αγαπήσουμε ξανά ό,τι δεν πάψαμε ποτέ άδολα ν’ αγαπάμε, ας ξαποστάσουμε στον ίσκιο των Ανθισμένων Τραγουδιών!

Στον Ίσκιο των Ανθισμένων Τραγουδιών

Ας μου επιτραπεί, έτσι, μ’ αυτόν τον τίτλο, στον Marcel Proust να παραπέμψω, αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα ν’ αναθυμηθώ και να θυμίσω, καθώς θα επιχειρήσω γλυκά και τρυφερά να σας μιλήσω για ένα ωραίο εγχείρημα, για ένα έργο τέχνης που σκοπεί τις τέχνες να παντρέψει, να τις σμίξει, να τις διακονήσει όμορφα, κι εμάς σε κήπους και πόλεις μαγικές να μας ταξιδέψει. Ο Proust ήξερε τι σημαίνει του χρόνου η ροή και πώς οι λέξεις μπορούν να γίνουν νότες, αλλά και πώς οι νότες λέξεις περίκομψες να μας φέρνουνε στο νου. Και τώρα, μια μπάντα, μια γλυκιά συμμορία μουσικών και ποιητών, μια παρέα τροβαδούρων έρχεται να μεταβάλει σε ψαλμωδία το βουητό του καταρράκτη του χρόνου. Είναι τα «Διάφανα Κρίνα», αυτά τα μαυροφορεμένα παλικάρια που εδώ και μια δεκαπενταετία έχουν προσηλωθεί στη μουσική της ποίησης και στην ποίηση της μουσικής.
Ας αρχίσουμε με τις ευγενικές συστάσεις. Η μπάντα: Θάνος Ανεστόπουλος, στην ακουστική κιθάρα, στο πιάνο, στα φωνητικά. Τάσος Μαχάς, στα τύμπανα και τα κρουστά. Νίκος Μπαρδής, στις κιθάρες, στην τρομπέτα, στα κρουστά. Παντελής Ροδοστόγλου, στο μπάσο. Και Κυριάκος Τσουκαλάς, στις κιθάρες, το βιμπράφωνο, τα κρουστά, τα πλήκτρα. Μας έχουν δωρίσει αλησμόνητες στιγμές, τόσο μελοποιώντας Κλέανδρο Καρθαίο, Κώστα Ουράνη, Διονύση Καψάλη, όσο και δημιουργώντας μαγικές ατμόσφαιρες, πότε κατάνυξης και πότε τρελού ξεσηκωμού, στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Η ευαισθησία και η βαθιά σχέση με το συναίσθημα και τη συγκίνηση είναι τα κατατεθέντα σήματά τους. Το κοινό τους είναι πιστό, αφοσιωμένο, ένα κοινό που συγκροτεί μια μεγάλη φιλική παρέα, που ακολουθεί την μπάντα άλλοτε στον Έβρο κι άλλοτε στης Αθήνας τις κρυφές κόγχες, εκεί που ο Έρωτας και η Αγάπη έχουνε τα λημέρια τους.
Και τώρα, ύστερα από δεκαπέντε χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας, γιορτάζουν όσα έζησαν και εξακολουθούν να ζουν μέσα από της μουσικής τη θαλπωρή, γιορτάζουν, όπως οι ίδιοι γράφουν, τις χαμένες μέρες τους αλλά κι αυτές που θα κερδίσουν, γιορτάζουν εκείνα που δεν λησμονούν, εκείνα που νοσταλγούν, εκείνα που ολοένα ξαναζούνε, εκείνα που μ’ αυτά μένουνε. Και γιορτάζουν, καθώς αρμόζει σε γενναιόψυχους τροβαδούρους, όχι παίρνοντας αλλά δίνοντας, προσφέροντας, δωρίζοντας.
Είναι φίνο και γόνιμο μάθημα το να βλέπεις γοητευμένος πώς ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, το εμβληματικό «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Malcolm Lowry, μπορεί, διά χειρός Παντελή Ροδοστόγλου, να πυκνωθεί σε ποίημα και τραγούδι, ή πώς ο Θάνος εμπνέεται από το σπαρακτικό φιλμ «Head on», το αριστούργημα «Μαζί ποτέ», και συνθέτει το ποίημα-σενάριο «Με το Κεφάλι Ψηλά». Και είναι απέραντα συγκινητικό να αισθάνεσαι ότι πέντε φίλοι μπόρεσαν να παραμείνουν φίλοι, να παραμείνουν συνεργάτες, συμπότες, συνδαιτυμόνες, συνωμότες στην πιο επαινετή συνωμοσία, στη συνωμοσία υπέρ του Καλού και υπέρ της Διάρκειας και υπέρ του Θάλπους και υπέρ της Ανοξείδωτης Μελωδίας που τη λέμε, ξανά και ξανά, και για πάντα, και από του νυν και έως του αιώνος, Αγάπη!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

Ο Γκοντάρ, παίδες!










Godard

Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Ο Τρομερός Παππούς



Το άλλοτε τρομερό παιδί του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, ο ιεροφάντης της νουβέλ βαγκ, του νέου κύματος του γαλλικού σινεμά, είναι σήμερα ένας τρομερός παππούς, πάντα με τη μανία της καινοτομίας και της πρόκλησης να τον ωθεί σε πότε πετυχημένους και πότε άσφαιρους πειραματισμούς, με το αιώνιο πούρο στο χέρι, και τη λατρεία του για την τζαζ και το ποδόσφαιρο να δωρίζει δροσερές δονήσεις στο ήδη ακούραστα φρέσκο χιούμορ του. Οι επίμονες ασχολίες του σήμερα είναι, καθώς λέει, να παίζει τένις, να βλέπει τον ψυχαναλυτή του, και να παρακολουθεί ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αναπολεί μελαγχολικά τα χρόνια που ο κινηματογράφος είχε ακόμη τη δύναμη να προκαλεί ανατροπές στις συνειδήσεις και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σταρ και συνάμα αντι-σταρ, πρωταθλητής των παραβάσεων σχεδόν κάθε κινηματογραφικού κανόνα, μπόρεσε να ανακατέψει τα είδη, να παίξει σκανταλιάρικα και αποδομητικά με το νουάρ, με το μιούζικαλ, με το μελόδραμα, με το ντοκιμαντέρ, και κατάφερε, συνεπικουρούμενος από άλλα ωραία παλικάρια της Έβδομης Τέχνης, όπως ο Ερίκ Ρομέρ, ο Φρανσουά Τριφό, ο Κλοντ Σαμπρόλ και ο Ζακ Ριβέτ, να επιβάλει την λεγόμενη «πολιτική των δημιουργών», το σινεμά του auteur, του δημιουργού, ένα σινεμά όπου ο σκηνοθέτης, επιτέλους, διαδραματίζει τον δεσπόζοντα ρόλο.
Ακούει βέβαια στο όνομα Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, και ήταν ακριβώς αυτός που έκανε μια ολόκληρη γενιά να παραληρεί από ενθουσιασμό για μια νέα χρήση του κινηματογράφου, να ξεσπιτώνεται και να τρέχει με σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα από την Κυψέλη όπου παιζόταν μία ταινία του στην… Λάρισα, παρακαλώ, όπου παιζόταν στην ντόπια κινηματογραφική λέσχη μια άλλη. Και είναι ακριβώς αυτός που, σήμερα πια, ορισμένες του ταινίες δεν βλέπονται, και δη αυτή που φέρει τον τίτλο «Πάθος»!, που άλλες βλέπονται με τα χίλια και με χείλια χαμογελαστά, παραδείγματος χάριν το «Με κομμένη την ανάσα», ενώ άλλες, όλως περιέργως ο θρυλικός «Τρελός Πιερό» μοιάζουν, όταν τις ξαναβλέπεις ύστερα από τρεις δεκαετίες, με επαναστατικό… μουρουνόλαδο, ήτοι στραβομουτσουνιάζεις αγρίως μεν, αλλά και κατά τι διαστροφικώς αγάλλεσαι, ξεφαντώνεις και νοσταλγείς, επίσης αγρίως!
Οι θεατές των ταινιών του Γκοντάρ είναι είτε προσηλωμένοι πιστοί είτε φανατικοί πολέμιοι, μάλιστα ένας από τους δεύτερους έφτασε στο σημείο να εκτοξεύσει σε κάποιο Φεστιβάλ των Καννών μια τούρτα που βρήκε στο πρόσωπο τον Ζαν-Λυκ. Είναι που είναι, καθώς λένε, βερμπαλιστές και λιγάκι «κλέφτες» οι Γάλλοι, ο Γκοντάρ φρόντισε να το παρακάνει, φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα και προκαλώντας έτσι ακραίες αντιδράσεις. Μάλιστα, ο πιο ψύχραιμος και διαυγής, καίτοι μονίμως μεθυσμένος, πολέμιός του έγραψε ότι ο Γκοντάρ δεν είναι παρά ένας Ελβετός της Λοζάνης που φθόνησε το σικ των Ελβετών της Γενεύης, με την αύρα του οποίου όταν κατάφερε να περιβληθεί φθόνησε το σικ των Παρισίων και δη των Ηλυσίων Πεδίων με αποτέλεσμα να γίνει ένα βαρετό άλλοθι των σύγχρονων μικροαστών που χρειάζονται λίγο αλατοπίπερο μοντερνισμού για να νοστιμέψουν την θλιβερή καθημερινότητά τους.
Η αλήθεια είναι, ως συνήθως, κάπου στη μέση: ο Γκοντάρ υπήρξε η αιχμή του δόρατος μιας γενιάς κινηματογραφιστών που λαχταρούσαν μιαν εκ βάθρων ανανέωση της γραμματικής και του συντακτικού της κινηματογραφικής τέχνης, αλλά και ένα από τα σύμβολα της εξεγερμένης γενιάς του 1968. Και δεν του έλειπε μήτε το θάρρος μήτε το ταλέντο, συνδυαζόμενα πάντα με μια λατρεία για το σελιλόιντ. Αυτό τον ώθησε στο να κάνει ταραγμένα και σπασμωδικά αριστουργήματα αλλά και δεν τον απέτρεψε από το να υπογράψει παταγώδεις αποτυχίες. Ο ίδιος άλλωστε, πάντα ετοιμοπόλεμος είρων και αυτοσαρκαζόμενος, όταν ρωτήθηκε στο τελωνείο της Νέας Υόρκης με τι λογής μπίζνες καταπιάνεται, απάντησε καρφί: «Αυτόν τον καιρό κάνω αποτυχημένες ταινίες»!
Γεννημένος στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ήδη από τα είκοσί του έγραφε μανιωδώς κείμενα για τα φιλμ που αγαπούσε. Και ήδη από τότε έκανε τις πρώτες του ανατροπές, μιας και τα κομμάτια του διόλου δεν έμοιαζαν με γραμμικές, τυπικές παρουσιάσεις ταινιών αλλά διαπνέονταν από έναν συνειρμικό λόγο διαποτισμένο με άφθονες λυρικές εκλάμψεις, κάτι που χάρισε στον συγγραφέα τους τον χαρακτηρισμό κριτικός-ποιητής. Δείτε πώς τον Μάρτιο του 1952, στην κριτική του για τον «Άγνωστο του Εξπρές» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, στο δέκατο τεύχος των θρυλικών Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν, ενθέτει φράσεις όπως αυτή: «Κοιτάξτε αυτές τις χορταριασμένες εκτάσεις, αυτά τα παραμελημένα κτήματα ή τούτη τη σκοτεινή ποίηση των μοντέρνων πόλεων, αυτά τα πλοία πάνω στα νερά της γεμάτης σύγχυση εμποροπανήγυρης, αυτούς τους απέραντους δρόμους, και πείτε μου αν δεν νιώθετε ένα σφίξιμο, αν δεν σας τρομάζει μια τέτοια σοβαρότητα: είναι επειδή βρίσκεστε μπροστά στο πιο επιρρεπές στις συμπτώσεις θέαμα και στα τυχαία γεγονότα του κόσμου, είναι επειδή βρίσκεστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο». Ή, πιο, κάτω, «Αυτές οι σκηνές μ’ αρέσουν γιατί είναι σαν ν’ ανακαλύπτω τη μυρωδιά της ιεροσυλίας».
Αφού περιπλανήθηκε στα αμφιθέατρα της Σορβόννης για σπουδές Ανθρωπολογίας που δεν ολοκλήρωσε ποτέ και έγινε μόνιμος θαμώνας των τότε αφθόνων και τίγκα στη ζωντάνια κινηματογραφικών λεσχών της Αριστερής Όχθης, αφού γαλουχήθηκε όπως όλη η παλιοπαρέα της νουβέλ βαγκ με τον Νίκολας Ρέι και τον Χάουαρντ Χοκς, με τα νουάρ, με τα γουέστερν, με το σκάκι, με την τζαζ, με τα πούρα και με το αλκοόλ, αφού έγραψε πολυάριθμες κριτικές στα Cahiers και προπαγάνδισε μια νέα ματιά για τη φιλμική δημιουργία, αφού αναγκάστηκε να καταφύγει για ένα διάστημα σε μικροκλοπές και δανεικά κι αγύριστα για να επιβιώσει, αφού εργάστηκε και ως χειρώνακτας στο στήσιμο ενός υδατοφράκτη από μπετόν στην Ελβετία, ο Γκοντάρ πέρασε επιτέλους πίσω από την κάμερα, και, ύστερα από τρεις μικρού μήκους ταινίες, ανάμεσα στις οποίες και η περιλάλητη «Όλα τα’ αγόρια τα λένε Πατρίκ», του 1957, κόβει τα ήπατα των μικροαστών και ανάβει φωτιές στις καρδιές των αναρχιζότων μποέμ συνθέτοντας το ανοξείδωτο αριστούργημά του «Με κομμένη την ανάσα», το 1960. Ένας απάλευτος Ζαν-Πολ Μπελμοντό, μια χάρμα οφθαλμών Τζιν Σίμπεργκ, ένας οργιάζων σαγηνευτικός κυνισμός, καταδιώξεις, όπλα, γέλια, χιλιάδες άφιλτρα γαλλικά τσιγάρα, και ο αέρας του «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», κάνουν το φιλμ ένα μανιφέστο καινοτόμων τάσεων και υψηλών εντάσεων που ακόμα και ο ίδιος ο Γκοντάρ δεν φάνηκε ικανός να ξεπεράσει έκτοτε!
Ακολουθεί, έως το μπαμ του ’68, ένας καταιγισμός ταινιών που έχουν πάρει τη θέση τους στην ιστορία του κινηματογράφου και στην, γαλλικής κοπής, υστερία του άκρατου, και εν πολλοίς δήθεν, μοντερνισμού. Καινοτομία γαλλική, κι ας είναι μπαλωμένη. Ή, και «κλεμμένη». Που σημαίνει ότι ο καλός μας Ελβετογάλλος δημιουργεί πασχίζοντας διαρκώς να ποντάρει σε ό,τι ρηξικέλευθο «δανειζόμενος» από όπου βρει, μπουκώνοντας τα φιλμ του με τα απαραίτητα, για κάθε γαλλικό προϊόν απανωτά τσιτάτα από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Σαρτρ, από την ιστορία του σινεμά, από τη λογοτεχνία του Ρεμπώ και του Λοτρεαμόν, από την τελευταία λέξη της κοινωνιολογίας. Ναι, εκεί ποντάρει και… μοντάρει, συνθέτει ταινίες με το μαχαίρι, που σημαίνει κόβει, ράβει, κολλάει, όπως πολύ πριν από αυτόν, και για πολύ πιο σεβαστά ανατρεπτικούς λόγους, έκαναν οι Ντανταϊστές. Αλλά το Παρίσι, και δη η Αριστερή Όχθη, κι ακόμα πιο δη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ψοφάει για μοντερνισμό. Και ο Ζαν-Λυκ τον προσφέρει με τη σέσουλα! Και αποθεώνεται!
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον «Μικρό Στρατιώτη»; Το «Η Γυναίκα είναι Γυναίκα»; Το «Η Χωριστή Συμμορία»; Την «Περιφρόνηση»; Το «Σαββατοκύριακο»; Κάθε δημιουργία του Γκοντάρ χαλάει κόσμο, κάθε δημιουργία του Γκοντάρ συζητιέται εντόνως στα αλήστου μνήμης καφενεία του Καρτιέ Λατέν ανάμεσα στις αναθυμιάσεις από τα Γκολουάζ και τα Ζιτάν, τις εκρηκτικές τζαζ στιγμές του Τσάρλι Πάρκερ και του Τσαρλς Μίνγκους, τις έξαλλες αντιπαραθέσεις σχετικά με τον Χέγκελ και τον Μαρξ, στις οποίες συμμετείχαν ενεργώς ακόμα και εξόχως καλλιεργημένες πόρνες, τη μανία για το σκάκι και την ολοένα και πιο πυρετώδη αναμονή μιας κοινωνικής έκρηξης που θα άλλαζε, υποτίθεται, άρδην τον κόσμο.
Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Γκοντάρ περιβάλλεται, για πολλούς, με την άλω του γκουρού, του Πάπα, του προφήτη. Για άλλους είναι απλώς ένα παιδί του Μάο και της Κόκα Κόλα ή, ακόμα πιο αυστηρά, ο «πιο κόπανος Ελβετός φιλοκινέζος». Απτόητος, σχεδόν εξίσου αδιάφορος για τα εγκώμια όσο και για τις επιπλήξεις, ο Ζαν-Λυκ διασκεδάζει γκρεμίζοντας διαρκώς τα παιζοτουβλάκια και τα lego του καθιερωμένου σινεμά, εμφορούμενος από την παιδική ζέση ενός ποπ Καλιγούλα. Κάνει ό,τι έκανε ο Άντι Γουόρχολ στη ζωγραφική, αλλά πασπαλίζοντάς το και με καμιά δεκαριά κακοχωνεμένα επαναστατικά σλόγκαν. Άλλωστε ήταν τότε εύκολοι οι καιροί τόσο για πρίγκιπες όσο και για επαναστάτες. Ο Ζαν-Λυκ, μιας και κατ’ ουσίαν δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, πρόσφερε στο αδηφάγο κοινό ένα κενό σβέλτα και επιδέξια παραγεμισμένο και από το ένα και από το άλλο, ένα κολλάζ αριστοκρατικής ευρυμάθειας και επαναστατικής φλυαρίας, ένα κράμα κυνισμού και ραγισμένου ρομαντισμού, μια ρώσικη (παρντόν, Ζαν-Λυκ: κινέζικη) σαλάτα από ατάκτως ερριμμένες μνείες, παραθέσεις και… κλοπές. Το κόλπο, όπως κάθε τρελό κόλπο, είχε και τα καλά του: αλησμόνητα δροσερές σκηνές με την μούσα, σύζυγο (ευτυχώς γι’ αυτήν – και για μας!!! – μόνο για λίγο), και απαστράπτουσα Άννα Καρίνα, τον Ζαν-Πιερ Λεό και τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, πανέμορφες ασπρόμαυρες παρουσίες του θρύλου Έντι Κονσταντίν και του μονίμως αξύριστου και γοητευτικά στραπατσαρισμένου Ακίμ Ταμίροφ, σούπερ στιχομυθίες όπως αυτές ανάμεσα στον Φερντινάν/Μπελμοντό και στην Μαριάν/Καρίνα, στον «Τρελό Πιερό», που αξίζει να απολαύσουμε και πάλι ύστερα από μερικές δεκαετίες: «Να τους πούμε ιστορίες», λέει ο Μπελμοντό. «Δεν είναι δύσκολο αν ξεσηκώσουμε μερικές από βιβλία». Η Καρίνα ρωτάει: «Ναι, μα τι;» Ο Μπελμοντό απαντάει: «Οτιδήποτε: την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, την ιστορία του Νικολά ντε Σταλ και της αυτοκτονίας του, ξέρω κι εγώ, ή αυτήν του Ουίλιαμ Ουίλσον. Συνάντησε τον σωσία του στο δρόμο. Τον κυνήγησε παντού να τον σκοτώσει. Το έκανε. Μόλις το έκανε, διαπίστωσε ότι είχε σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό, κι αυτό που έμενε ήταν ο σωσίας του».
Αυτή η στιχομυθία, με την τάχατες ανάλαφρη αναφορά στον μαιτρ του μακάβριου, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, είναι η ιστορία του ίδιου του Γκοντάρ. Κάποια στιγμή, συνάντησε τον εξεγερμένο εαυτό του στο δρόμο. Από τότε, πασχίζει να τον σκοτώσει. Κι αν το κάνει, θα έχει σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ευτυχώς ακόμη, στα εβδομήντα εφτά του χρόνια, ξεφεύγει, ελίσσεται, παίζει σαν παιδί, φλυαρεί για την θρυλική ενδεκάδα της Εθνικής Ουγγαρίας του αδάμαστου ταγματάρχη Φέρεντς Πούσκας που, στο Γουέμπλεϊ, τον Νοέμβριο του 1953, συνέτριψε την Εθνική της Αγγλίας με 6-3!
Όπως θα λέγαμε σε άπταιστα αγγλογαλλοελληνικά των sms: «C U, Ζανλίκ &, still, agapame na se misoume!Au revoir, Γερομπαγάσα!!!»



Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Καλοί Άνθρωποι



Ο καλύτερος τρόπος, φίλοι μου καλοί, για να γιορτάζεις επετείους είναι να ακούς καλή μουσική, να πίνεις ένα ποτήρι (έλεγε ο θρυλικός Νίκος Λώρας «Η συμβουλή μου ύστερα από τόσα χρόνια μπάρμαν είναι να πίνετε πάντα ένα λιγότερο»), να θυμάσαι ότι ποτέ δεν ξεχνάς τους φίλους σου, και, εάν το μπορείς, να συνθέτεις ένα ποίημα. Ιδού!


Καλοί Άνθρωποι

Καλός άνθρωπος ο κύριος Κώστας,
Ο ταβερνιάρης μου,
Που εδώ και έξι χρόνια τα βράδια με φιλεύει με το χαμόγελο στα χείλη
Και τα πρωινά με χαιρετάει με δυνατή φωνή,
«Έλα, Ίκαρε!»
Καθώς με το λάστιχο στο χέρι
Πλένει με φροντίδα άδολη τα πλακάκια
στο αίθριο της ταβέρνας «Οι Μουριές»
Στην Πλατεία Παπαδιαμάντη
Την ώρα που εγώ βγαίνω για την πρωινή εφημερίδα μου
Για τα άφιλτρα τσιγάρα μου
Για το ψωμί, το ψαρονέφρι, και τα οπωροκηπευτικά μου
Κάτω από έναν ουρανό που είναι και πάλι προστατευτικός.

Άνθρωπος καλός,
Μ’ όλες τις καταλαλιές πυγμαίων και στριφνών,
Ο μέγας συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν
Που λάτρευε
Των κοριτσιών τα σφριγηλά κορμιά
Μα και τον γάτο του
Ονόματι Μεντόν, αν δεν με γελάει
Η διάτρητη απ’ το ουίσκι μνήμη μου,
Που μας δώρισε,
Ο Σελίν όχι ο Μεντόν,
Το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας
Κι άλλα δέκα αριστουργήματα από κείνα
Που δίνουνε γροθιές λυτρωτικές
Στο υπογάστριο της Τέχνης.

Καλός άνθρωπος ο George Safford Parker,
Ο καλόγουστος τηλεγραφητής
Που το 1888, μόλις ετών είκοσι πέντε,
Ίδρυσε την εταιρεία που άλλαξε
Τον τρόπο μας να γράφουμε
Και μ’ έχει κάνει κατά πολύ φτωχότερο
Απ’ ό,τι ήμουν και θα είμαι
Με το ν’ αγοράζω όπου βρεθώ κι όπου σταθώ
Ωραίους στυλογράφους
Για να τους δωρίζω
Σε ανθρώπους ωραίους.

Άνθρωπος καλός ο θείος μου ο Γιώργος
Ο Μαυραγάνης Γεώργιος,
Αντιστράτηγος Πεζικού
Και κάποτε διατελέσας διοικητής του Τρίτου Σώματος Στρατού,
Που μου δώρισε τον πρώτο μου Parker
Σαν τέλειωνα το δημοτικό κι έμπαινα στο γυμνάσιο
Πριν από τριάμισι και βάλε δεκαετίες
Για να γράψω τα πρώτα μου
Βλάσφημα και βρόμικα ποιήματα
Τρελαμένος από τον έρωτα
Για μια κοπέλα με πράσινα μάτια
Και για έναν ποιητή
Που άκουγε στο όνομα Allen Ginsberg
Και τον ανακάλυψα τυχαία σ’ ένα αλησμόνητο
Βιβλιοπωλείο στο Βόλο.

Καλός άνθρωπος ο Ernest ‘Papa’ Hemingway
Που έλεγε ανενδοίαστα
Πίνοντας τη δέκατη ένατη μπίρα του
Και το έβδομο ουίσκι του
Στο Ritz, στο Παρίσι,
Που καθώς λέει η ιστορία,
Ο ίδιος, αψηφώντας τις άνωθεν διαταγές,
Έσπευσε οδηγώντας ένα τζιπ ατίθασο
Ν’ απελευθερώσει απ’ τους ναζί
Στις 25 Αυγούστου του 1944,
Ότι καλό είναι ό,τι μας κάνει καλό,
Έλεγε ο ‘Papa’ καθώς έλεγα
Κι ύστερα γελούσε και συνέχιζε να γράφει
Ακόμα μια σελίδα
Από τον Αποχαιρετισμό στα Όπλα.
Κι ας έφυγε, όπως έφυγε,
Μ’ εκείνη τη γαμημένη καραμπίνα.

Άνθρωπος καλός, πολύ καλός,
Η αδελφή μου η Ελένη
Που τόσες νύχτες μεθυσμένες
Φρόντισε σώος και αβλαβής
Και καθώς λένε οι φήμες
Μ’ ένα ασυναίσθητο ηδύ χαμόγελο
Στο κονάκι μου να φτάσω
Και να ονειρευτώ
Γέφυρες διαφανείς να χάνονται ανάμεσα
Σε ουρανό και θάλασσα,
Πεταλούδες χρυσογάλαζες να χορεύουν
Γύρω από την Ωραία Ερωμένη μου
Άνθη κόκκινα να σκεπάζουν
Ωσάν του Christo έργο
Όλα τα Πολεμικά Μουσεία και τα Κοινοβούλια
Του κόσμου τούτου όλου.

Καλός άνθρωπος ο Νίκος Καρούζος
Ο ποιητής που με τη φιλία του με τίμησε
Και τόσο εύστοχα με χαρακτήρισε
Πάνε κοντά είκοσι χρόνια τώρα
«Ποιητή ενός Αγχο-οράματος»
Και με είχε για συμπότη του
Και συνομιλητή του
Τις νύχτες που περιπλανιόμασταν
Από της ποίησης την περιπέτεια
Στην περιπέτεια της ποίησης.

Άνθρωπος καλός η Δήμητρα στον «Μύλο»
Που πάντα με καλοδέχεται
Και με ευγένεια απαράμιλλη
Ξέρει να μου σερβίρει
Ακόμα και το εικοστό
Σχεδόν ολέθριο
Μα και τόσο λυτρωτικό,
Για όσους τσακίζουν
Κόκαλα και πνεύμα και ψυχή
Θητεύοντας στης ποίησης την απαίτηση
Διάκονοι της Τρέλας
Και νομοθέτες άοπλοι,
Ουίσκι.

Καλός άνθρωπος ο Shane McGowan
Που μας έχει κάνει
Βράδια και βράδια
Να τραγουδάμε φάλτσα και βραχνά
(Μα με καρδιά,
Με τι καρδιά!)
Το ‘Dirty Old Town’
Ο Όλεθρος, ο Νέστωρ και εγώ
Σε μπάρες της συμφοράς
Σε σπίτια της αλληλεγγύης
Σε οδούς ονείρων.

Άνθρωπος καλός
Ο ειρημένος Νέστωρ
Ποιητής και πότης
Λάτρης της αληθινής ζωής
Και ακέραιος φίλος
Πάντα κομψός, πάντα δανδής
Με το αλκοολικό του βλέμμα
Να λάμπει από χαρά
Κάθε που ανακαλύπτει
Ένα άδικα λησμονημένο αριστούργημα
Και όχι δεν λέει ποτέ
Για μια βραδιά ευφρόσυνης αφροσύνης.

Καλός άνθρωπος
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι ο ποιητής
Που στις 29 Οκτωβρίου του 1955
Παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Φράι
Που ως τότε δεν την είχε δει στα μάτια του
Και που του είχε γράψει ότι
Κανένας δεν την παντρεύεται
Γιατί της έλειπαν δυο σπόνδυλοι αυχενικοί
Και ήταν δύσμορφη.

Άνθρωπος καλός
Η Ελεάννα Μαρτίνου
Που στήνει
Όπως δεκαετίες πριν
Εκείνος ο ποιητής
Ένα
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων
Αλλά όχι με λέξεις
Μα με
Κάρβουνα Μελάνια Τελάρα και Χαρτιά
Για να μας υπενθυμίσει και πάλι
Ότι κυλάει αδυσώπητα ο χρόνος
Και ότι
Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση
Όποια κι αν είναι η Ερώτηση.

Άνθρωποι καλοί
Οι καλοί άνθρωποι
Που μας άλλαξαν τα φώτα και τη ρότα
Που μας έκαναν παρίες
Που μας έβγαλαν απ’ το χρήμα
Και μας έβαλαν στο χρόνο
Που μας έκαναν ένυλο ποίημα
Και μας σκόρπισαν
Στους τέσσερις ανέμους
Για να γίνουμε πιο ανθρώπινοι ακόμα
Για να γίνουμε οι δωρητές ψυχής που γίναμε
Και να μπορούμε έτσι ν’ αγαπάμε
Τα πιο όμορφα κορίτσια
Και να χρωστάμε
Ευγνωμοσύνη αιώνια
Σ’ εκείνους που διαλέξαμε
Να είναι οι πρόγονοί μας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 6/ΙΙΙ/2008





Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Ξανά στα Καφενεία




Ένα παλιό κομμάτι, που το ξαναθυμήθηκα αναπάντεχα χθες, πίνοντας και τρώγοντας στον "Καπετάν Μιχάλη", κάτω από έναν γαλάζιο εξαίσιο ουρανό, με μια καλή παρέα, συζητώντας για τα ατελιέ της άδολης δημιουργικότητας, για τα εργαστήρια της ψυχής και του νου, για τους χώρους όπου σμίγει το Πάθος με τον Πόθο...


Ξανά Στα Καφενεία


Στην κουβέντα του, όπως και στην κουβέντα των φίλων του, δεν υπήρχε αόρατο όριο ευπρέπειας ούτε συμβατικά ταμπού. Μπορούσες ν’ ανακατέψεις τα πάντα: αθλητισμό, πολιτική, ιστορία, λογοτεχνία, ανεπιφύλακτη έκφραση γνώμης, επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, ιδεαλιστικό συναίσθημα, ηθική ακεραιότητα... Κι αυτό είχε κάτι το θαυμαστά αναζωογονητικό, ένας διαφορετικός και επικίνδυνος κόσμος, απαιτητικός, σταράτος, επιθετικός, απελευθερωμένος από την ανάγκη να γίνεται αρεστός.
Φίλιπ Ροθ, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή



– Ποιος ήταν ο στόχος, ο σκοπός, το προς τι; Πώς ξεκίνησαν όλα και πού θα καταλήξουν; Ποίοι οι φίλοι, όπως αναρωτιόταν κι ο Καχτίτσης; Και ποίοι οι εχθροί, όπως επέμεναν ν’ αναρωτιούνται ο Clausewitz, ο Marx, ο Breton, και ο Debord; Γιατί γίναμε Απόγονοι της Νύχτας, όπως το ήθελε ο Καρούζος, και πώς έγινε να συνθέσει το soundtrack της παλιοπαρέας ο Tom Waits, συνεπικουρούμενος από τους εκλεκτούς σχοινοβάτες και βραχνούς τενόρους Nick Cave, Captain Beefheart, Winston Tong, Steven Brown, και Blixa Bargeld; Κι ακόμα, κι ακόμα, λέω, πώς και δεν μας αφήνουν ησύχους, και πώς δεν τους αφήνουμε κι εμείς, ομοίως, ησύχους; Τι έχει συμβεί, και πότε ακριβώς συνέβη, και έκτοτε, η Ποίησις έπαψε να είναι, για μας, ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου, κι έγινε μια ατέρμονη βόλτα στον ίδιο πάντα, ναι, στον ίδιο κι όχι σ’ άλλον, στον ίδιο λαβύρινθο, στο Τρίγωνο του Χάους, εκεί, ανάμεσα στην Κυψέλη και στα Εξάρχεια και στο Παγκράτι, εκεί, ανάμεσα στην οδού Σύρου και στην οδό Τσαμαδού και στην οδό Εριφύλης; Γιατί οι ζωές μας έγιναν ίχνη στο χάος του χρόνου, γιατί έγιναν οι ζωές μας ίχνη από κραγιόν, lipstick traces, πάνω στα εξώφυλλα των βιβλίων που αγαπήσαμε, γιατί έγιναν οι ζωές μας ίχνη από τα ποτήρια του κρασιού, της βότκας, της τεκίλας, του ουίσκι, της τσικουδιάς, του καλβαντός, της μπίρας, στην ξύλινη επιφάνεια πέντε ή έξι αγαπημένων τραπεζιών σε μερικές αγαπημένες κόγχες της πόλης; Γιατί δεν μας λέει τίποτε ό,τι δεν μας είπε κάτι ήδη από το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, ήδη από το χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά; Γιατί όλα τα κορίτσια μας τα έλεγαν Άννα, Μάρθα ή Όλγα; Γιατί όλα τα αγόρια τα έλεγαν ανέκαθεν Πατρίκ, Σέργιο ή Στέφανο; Γιατί όλα μας τα ποιήματα, εκείνα τα σπαράγματα που έμελλε να χαθούν για να βρεθούν ξανά, ναι, να χαθούν στον αφρό των ημερών για να βρεθούν ξανά λίγο προτού αρχίσει να φτερουγίζει η Γλαύκα της Αθηνάς, λίγο πριν απλωθεί εκείνη η νύχτα που κάνει όλες τις αγελάδες να φαίνονται μαύρες και ίδιες, λίγο προτού στις πύλες στρατοπεδεύσει όχι ο Κατιλίνας αλλά ο Θάνατος, λίγο αφότου καταλάβαμε ότι πρέπει να ξαναθυμηθούμε τους υπαινιγμούς μας, τους κώδικές μας, τα συνθήματά μας – ναι, γιατί όλα τα ποιήματά μας τα γράφαμε στο πίσω μέρος του πακέτου των τσιγάρων (Δελφοί, Sante, Καρέλια Αγρινίου, Έθνος Εξαιρετικά), πάντα με τον ίδιο στυλογράφο, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Parker, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Mont Blanc, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Sheaffer; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Άννας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Μάρθας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Όλγας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί αφήσαμε να ζωγραφίσουν τους τοίχους των σπιτιών μας απαστράπτοντες αγυιόπαιδες που ακούνε σε ονόματα όπως Marcel Duchamp, Asger Jorn, Joseph Beuys, Jackson Pollock, Gil Wolman; Γιατί συνθήματά μας έγιναν φράσεις όπως, «Αλήτης εκατάντησα εν ταις αλλοδαπαίς» (Ιώσηπος Μοισιόδαξ), «Οι τέχνες του μέλλοντος θα είναι αναστατώσεις καταστάσεων ή τίποτα» (Guy Debord), «Η Αιωνιότητα Διαρκεί Περισσότερο» (Kurt Schwitters), «Από εδώ που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί που είναι η Απόφαση (Ludwig Wittgenstein), «Δαπανήθηκα στις λόχμες» (Γιώργος Μακρής), «Η Γλώσσα είναι Ιός» (William S. Burroughs), «Πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου» (Νίκος Καρούζος), «Το spleen, το γαμημένο το spleen» (Blixa Fillon); Γιατί από τότε που θυμόμαστε ό,τι θυμόμαστε τα κάνουμε θάλασσα και χαιρόμαστε μ’ αυτό, αδιαφορώντας παγερά για όλα όσα δεν μας χαμογελούν όσο σαγηνευτικά τους χαμογελάμε εμείς; Γιατί μας είναι τόσο ξένες ορισμένες λέξεις (καριέρα, χρήμα, καταξίωση, συμβιβασμός, ιδιοτέλεια, εργασία) και τόσο οικείες άλλες, οι αντίθετές τους; Γιατί ενδίδουμε περιχαρείς στους πειρασμούς που μας ταιριάζουν; Γιατί το αγαπημένο μας τραγούδι είναι το Famous Blue Raincoat, το αγαπημένο μας βιβλίο είναι το Under the Volcano, το αγαπημένο μας απόλυτο φιλμ είναι το In Girum Imus Nocte Et Consumimur Igni, ο αγαπημένος μας ποδοσφαιριστής είναι ο George Best, ο αγαπημένος μας ηθοποιός είναι ο Zbigniew Cybulski, ο αγαπημένος μας βάρδος είναι ο Shakespeare, η αγαπημένη μας ποιήτρια είναι η Mina Loy, ο αγαπημένος μας φιλόσοφος είναι ο Hegel, η αγαπημένη μας τραγουδίστρια είναι η Marianne Faithful, o αγαπημένος μας Αμερικανός είναι ο William Burroughs, το αγαπημένο μας νησί είναι η Τήνος, ο αγαπημένος μας οσιομάρτυρας είναι ο Ivan Chtcheglov, η αγαπημένη μας πετυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας είναι αυτή του Γιώργου Μακρή, η αγαπημένη μας αθλήτρια είναι η Στέφκα Κονσταντίνοβα, ο αγαπημένος μας φωτογράφος είναι ο Ed van der Elsken, το αγαπημένο μας πορνογράφημα είναι οι Έντεκα Χιλιάδες Βέργες, ο αγαπημένος μας ποιητής είναι ο Isidore Ducasse, ο αγαπημένος μας ζωγράφος είναι ο Marcel Duchamp, ο αγαπημένος μας αρχιτέκτονας είναι ο Constant, η αγαπημένη μας κούκλα είναι η Theresa Russell, ο αγαπημένος μας Σκωτσέζος είναι ο Alexander Trocchi, ο αγαπημένος μας τενίστας είναι ο John McEnrow, η αγαπημένη μας ταινία είναι Τα Παιδιά Της Γαλαρίας, ο αγαπημένος μας Ιρλανδός είναι ο Samuel Beckett, η αγαπημένη μας ηρωίδα ποιήματος είναι η Anna Blume, ο αγαπημένος μας Εμφύλιος είναι ο Ισπανικός, το αγαπημένο μας χαμίνι είναι ο Γαβριάς, ο αγαπημένος μας σκακιστής είναι ο Michael Tal, το αγαπημένο μας συγκρότημα είναι οι Sonic Youth, ο αγαπημένος μας Ιακωβίνος είναι ο Saint-Just, το αγαπημένο μας ποτό είναι το ούζο, ο αγαπημένος μας αναρχικός είναι ο Durutti, και ο αγαπημένος μας ρεμπέτης είναι ο Βαμβακάρης;

– «Διότι, νεαρέ μου φίλε», είπε τότε με τη βραχνή, μα τόσο καθαρή φωνή του, ο Ηρακλής Λ., πίνοντας ακόμη μια γουλιά απ’ το ουίσκι του, στην υπόγεια κάμαρα του Γ.Ι.Μ, στην οδό Αγίου Μελετίου, ενώ χάραζε και πάλι, ενώ εμείς ετοιμαζόμασταν να πέσουμε κατάκοποι για ύπνο, κι ενώ η υπόλοιπη πόλη ξυπνούσε, «ο Ναπολέων υπήρξε μέγας στρατηλάτης, αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος να σπάμε τα έπιπλα».



Κυριακή 2 Μαρτίου 2008

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΠΑΡΑΓΕΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΠΑΡΑΓΕΙ ΛΗΘΗ




Κάτω από συνθήκες μυθιστορηματικές, κατά τα ειωθότα, κάναμε ακόμα μία περιπλάνηση στο συγκλονιστικό έργο του σπουδαίου Bela Tarr. Είδαμε το Damnation, σταματώντας σχεδόν σε κάθε πλάνο και κουβεντιάζοντας την εικαστική ματιά του Bela και την εμμονή του στο ανθρώπινο. Θυμηθήκαμε (σάμπως τη λησμονήσαμε ποτέ;) τη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση». Φυσικά, το κρασί (αυτή τη φορά συγκινητική και εύγευστη προσφορά του ποιητή Μάνου Ελευθερίου) έρεε χωρίς ίχνος φειδούς. Σκάλισα στο αρχείο μου, λοιπόν, και βρήκα θραύσματα ημερολογιακά σχετικά με τον Ούγγρο σκηνοθέτη και κάποια πράγματα που ζήσαμε μαζί, εδώ στην Αθήνα. Τα είχα δημοσιεύσει στη «Γαλέρα», τον Δεκέμβριο. Σας τα κοινοποιώ και από εδώ. (Στις φωτογραφίες: ο Μπαμπασάκης, ο εξαίσιος ηχολήπτης και μουσικός Παναγιώτης Χούντας, ο σημαντικός σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ), και οι σβούρες που μας δώρισε η Λουκία ... Μάνο, θενκς για τον κράσο...


O Bela Tarr στην Αθήνα



Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου: Ο Ούγγρος δημιουργός Bela Tarr (1955), στην Αθήνα. Στο «Τριανόν» θα προβληθούν όλες του οι ταινίες, σύνολο το έργο του που αντλεί από την πείσμονα ανεξαρτησία και προσήλωση στην αυθεντικότητα που μας κέρασαν προσωπικότητες όπως ο Jean-Luc Godard και ο John Cassavetes, που θυμίζει την υγρασία του Αντρέι Ταρκόφσκι, και φέρνει στο νου έναν καθημαγμένο, μα όρθιο πάντα, Όρσον Ουέλς, προχωρώντας ωστόσο πιο μπροστά, εισβάλλοντας καταλυτικά στο μεδούλι της αλλοπρόσαλλης σύγχρονης εποχής και εκφράζοντας με μεθοδικό ασπρόμαυρο λυρισμό τις αντιφάσεις και τα δεινά της. Ο Tarr βρίσκεται στον «Ιανό», στη Σταδίου, και συνομιλεί με ανθρώπους του σινεμά και δημοσιογράφους. Μελετάω τα γαλάζια, βαθιά, σοφά από την οδύνη της ευαισθησίας και την ευαισθησία της οδύνης μάτια του, ένα βλέμμα που σε ωθεί να το συνδυάσεις με τη λέξη που επαναλαμβάνουν τα χείλη του ξανά και ξανά: «Dignity… dignity… dignity…» Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να γεμίζω και ν’ αδειάζω αδιαλείπτως το ποτήρι μου με το «ιρλανδέζικο».

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου: Ύστερα από μιαν αλησμόνητη περιπετειώδη νύχτα, καταφέρνω, απολύτως νηφάλιος και κρύβοντας επιμελώς ένα ελαφρό τρέμουλο στα χέρια και γύρω από τα χείλη, να είμαι στην ώρα μου στο ραντεβού με τον Bela, στη Σαρρή, στου Ψυρρή, στο φιλόξενο στούντιο του «Στο Κόκκινο, 105.5 FM». Περνάμε εκεί ένα γόνιμο δίωρο, συζητώντας για το έργο του, για τις κολασμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το πιο πρόσφατο αριστούργημά του, τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο», για τα εφηβικά του χρόνια, την ανυπακοή του προς το σύστημα και το τίμημα που πλήρωσε γι’ αυτήν (αποκλεισμός από όλα τα πανεπιστήμια της χώρας του), το ενδιαφέρον του για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε στενωπούς της ζωής και ταλανίζονται από την ένδεια και από την απώλεια, για το γιατί επιμένει στο ασπρόμαυρο, για τους εκλεκτούς συνεργάτες του, για τη φιλοσοφία και την ποίηση, για το τι σημαίνει να είσαι γενναίος σήμερα, για το νόημα της περιπέτειας και την περιπέτεια του νοήματος στους καιρούς μας. Η βαθιά φωνή του είναι το σάουντρακ της θητείας του στον κινηματογράφου του βλέμματος, του βαθύτατου ήθους, της αξιοπρέπειας μες στο τέλμα και τη στέρηση. Μαζί μας, η σκηνοθέτιδα Λουκία Ρικάκη, με καίριες ερωτήσεις και παρεμβάσεις.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου: Στο κλασικό Aurevoir, στην Πατησίων, διαβάζω και πάλι συνεντεύξεις του Bela και κείμενα που έχουν γραφτεί για το έργο του. Μετά, στο «Τριανόν», για να δω τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» και να βυθιστώ λυτρωτικά σε μιαν ακόμα σπουδή του Bela πάνω στην dignity, να περιπλανηθώ κι εγώ στα σοκάκια της Κορσικής, να μετεωριστώ στον χώρο και, κυρίως, στον χρόνο, να συγκλονιστώ από το Βλέμμα των Ανθρώπων. Κάτι παραπάνω από φόρος τιμής στο film noir, ο «Άνθρωπος από το Λονδίνο» επιμένει να μας εξοικειώνει με ό,τι πιο μύχιο εξακολουθεί να σκιρτάει και να κάνει τον άνθρωπο να γέρνει προς τη μεριά της ευγένειας και της αξιοπρέπειας ακόμα και μέσα στον ζόφο, το γκρίζο μιας μονότονης ζωής, την ελλοχεύουσα απελπισία. Κάτι παραπάνω από κινηματογραφική μεταφορά του αφηγήματος που υπογράφει ο Georges Simenon, η ταινία αυτή ανταλλάσσει στιβαρές χειραψίες με το έργο του Carl Theodor Dreyer (όλη η θαυμάσια παρουσία της Tilda Swinton), του Michelangelo Antonioni (ο βουβός θάνατος πίσω από την κλειστή πόρτα της καλύβας), των φιλοσόφων που αναζήτησαν το βάθος των πραγμάτων όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τα μεστά λόγια και τη λαλέουσα σιωπή. Μετά την προβολή, καταφεύγουμε και πάλι στο Aurevoir με φίλους (Βραχωρίτης, Καραμανίδου, Κουτσάφτης, και άλλοι) και συζητάμε το έργο του Bela.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου: Το ότι ο Bela με αγκάλιασε, με είπε «my friend, Icaros», καλοδέχτηκε ως potlatch το βιβλίο μου «Ω!», αυτό το πείσμον εγκώμιο του Έρωτος που μπορεί ακόμα και σε ερείπια να θάλλει, με τις συνταρακτικές φωτογραφίες του Πάρι Κούτσικου, είναι μία τιμή που δεν θα λησμονήσω ποτέ. Πάντα θα συγκινούμαι στη θύμησή της. Όπως και ποτέ δεν θα λησμονήσω το ότι ανάμεσα σε θραύσματα της συνομιλίας μας, παίζαμε σαν παιδιά με τις ξύλινες κλασικές σβούρες (τη γαλάζια και την πράσινη και την κίτρινη) που μας δώρισε η Λουκία. Ο Bela αναχωρεί. Το βραδάκι, από τις 7 έως τις 8:30 μεταδίδεται (η μισή ηχογραφημένη, η άλλη μισή ζωντανά), η εκπομπή μου «Κουλτούρα να φύγουμε», με τα λόγια του Bela Tarr και τις μουσικές του Michael Vig.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Μπίλι Χόλιντεϊ



Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευτεί στο «Έψιλον» της Ελευθεροτυπίας. Το θυμήθηκα αυτές τις μέρες γιατί περνάω τις τελευταίες μέρες ακούγοντας αποκλειστικά Τομ Γουέιτς και Μπίλι Χόλιντεϊ και διαβάζοντας Γιώργο Σαραντάρη και Γιώργο Σιμενόν (συστήνω ανεπιφύλακτα το «Ο Μαιγκρέ και το Ακέφαλο Πτώμα», όπου έξοχα αποδίδεται η ατμόσφαιρα των μικρών παρισινών μπιστρό της δεκαετίας του πενήντα). Επιθυμώ να αφιερώσω το κείμενο για την Μπίλι στα φίνα παιδιά του μεταπτυχιακού της Καλών Τεχνών και στον φίλο Μάριο Σπηλιόπουλο.

Μπίλι Χόλιντεϊ: Το Είδωλο στο Εδώλιο

Η φωνή της ήταν ψίθυρος, δάκρυ, γόος, κάλεσμα ερωτικό, αγάπης αίνος, κεραυνός σε αργή κίνηση, περήφανη θλίψη, βραχνή προσευχή στο κενό των ημερών και, κυρίως, των νυχτών ενός βίου αλλόκοτου, ενός βίου ταραχώδους και ταραγμένου, ενός βίου απόλυτα συνεπούς και πείσμονος. Ήταν μια φωνή που υπηρετούσε πιστά την ανάγκη της να παρηγορήσει αφού προηγουμένως είχε η ίδια παρηγορηθεί. Ήταν μια φωνή που σήμαινε, με κάθε της κυμάτισμα και κάθε της ρυτίδα, ότι η ανιδιοτέλεια είναι μεγίστη αρετή και ότι η γενναιοψυχία δεν ραγίζει και δεν λυγίζει όσα χτυπήματα κι αν δεχτεί. Ήταν ένα είδωλο και σύρθηκε κάμποσες φορές στο εδώλιο. Την έλεγαν Ελεονόρα Φέιγκαν, ζέστανε, κι ακόμα ζεσταίνει, τις καρδιές μας. Την ξέρουμε με το όνομα Μπίλι Χόλιντεϊ. Και, βέβαια, με το παρωνύμιο Lady Day, η Κυρία της Ημέρας.

Η Μπίλι Χόλιντεϊ ήρθε σ’ αυτόν τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο, σ’ έναν κόσμο που έμελλε να την ταλαιπωρήσει όσο εκείνη φρόντισε να τον γλυκάνει, να τον απαλύνει και να τον τραγουδήσει, πριν από εννέα δεκαετίες και τρία χρόνια, στις 7 Απριλίου του 1915, στη Βαλτιμόρη. Στις φλέβες της κυλούσε ιρλανδικό αίμα, και ίσως γι’ αυτό η Μεγάλη Κυρία μπόρεσε κάποτε να πει ότι ακριβώς αυτή η καταγωγή της την κάνει να πιστεύει ότι δίχως φίλους δεν πας πουθενά. Ο πατέρας της, ο Κλάρενς Χόλιντεϊ, ήταν μόλις δεκαπέντε ετών εκείνο τον Απρίλιο, ενώ η μητέρα της, η Σέιντι Φέιγκαν, ήταν δύο χρόνια μικρότερή του. «Η Μαμά κι ο Μπαμπάς ήσαν παιδιά ακόμη όταν παντρεύτηκαν. Αυτός ήταν δεκαοχτώ χρονών, εκείνη δεκάξι, κι εγώ τριών», γράφει η Μπίλι στην αυτοβιογραφία της, «Lady sings the blues». Η Σέιντι ήταν θυγατέρα μιας σκλάβας και ενός Ιρλανδού γαιοκτήμονα, και δούλευε ως υπηρέτρια στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια, στη Βαλτιμόρη. Ο Κλάρενς ήταν τρομπετίστας, αλλά τα πνευμόνια του ρημάχτηκαν από τα δηλητηριώδη αέρια στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι, απτόητος λάτρης της μουσικής, έγινε κιθαρίστας στο Παρίσι και έζησε μια μποέμικη ζωή, προσηλωμένος στην τζαζ και στην κραιπάλη.
Η μικρή Ελεονόρα θα ζήσει τα παιδικά της χρόνια μες στην ανασφάλεια, τη φτώχεια, και τη βία. Θα παίζει μπέιζμπολ με τα αγόρια, θα παίζει μποξ, θα κάνει πατινάζ, και ήδη από τα έξι της χρόνια, εξοπλισμένη με βούρτσα, κουβά και σαπούνι, θα σφουγγαρίζει τα πατώματα των λευκών της γειτονιάς. Και, φυσικά, θα τραγουδάει, αυτό θα είναι η μεγάλη της παρηγοριά, η μουσική. Μπαίνει στη δούλεψη της Άλις Ντην, της ιδιοκτήτριας του πορνείου της περιοχής, κι εκεί μαγεύεται και ονειρεύεται ακούγοντας στη βικτρόλα τα τραγούδια του Λούις Άρμστρονγκ και της Μπέσι Σμιθ. Εκείνη την εποχή την τζαζ τη συνόδευε ο χαρακτηρισμός «μουσική για μπορντέλα»!
Μια άλλη παρηγοριά της μικρής Ελεονόρας ήταν το σινεμά, και είχε μηχανευτεί τρόπους να ξεγλιστράει και να μην πληρώνει το εισιτήριο, ξετρελαμένη με την ηθοποιό Μπίλι Νταβ, τόσο πολύ ώστε πάσχιζε να μιμηθεί το χτένισμά της ενώ φρόντισε να πάρει το μικρό της όνομα, σημειώνοντας πάντως ότι ο πατέρας της είχε ήδη αρχίσει να τη φωνάζει «Μπιλ» επειδή ήταν αγοροκόριτσο. Ο οποίος πατέρας δεν άργησε να εξαφανιστεί, αμέσως μόλις έπιασε δουλειά ως κιθαρίστας στην μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον και άρχισε τις περιοδείες. Μάλιστα, ενόσω βρισκόταν σε μια τουρνέ, πήρε διαζύγιο και παντρεύτηκε μιαν ερωμένη του από τις Δυτικές Ινδίες, τη μητέρα των ετεροθαλών αδελφών της Μπίλι.
Στα δέκα της χρόνια, η μετέπειτα Κυρία της Ημέρας θα πέσει θύμα βιασμού, θα εγκλειστεί σε ένα ίδρυμα Καθολικών, όπου θα τη φωνάζουν Αγία Θηρεσία και όπου θα περάσει των παθών της τον τάραχο ώσπου να δει το εξιτήριο. Θα πάει στη Νέα Υόρκη, κι εκεί θα πιάσει δουλειά και πάλι σε μπορντέλο, όχι όμως για σφουγγάρισμα αυτή τη φορά αλλά για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές ορέξεις των θαμώνων. Απαύδησε, ξεσηκώθηκε, αρνήθηκε, εξεγέρθηκε. Και τότε ακολούθησε άλλος ένας εγκλεισμός. «Με ρίξανε λοιπόν μέσα όχι για κάτι που είχα κάνει αλλά για κάτι που δεν είχα κάνει. Τι μαύρες μέρες κι αυτές!» θα πει με λιτό, μεστό παράπονο.
Μετά τη φυλακή, η Μπίλι θα δουλεύει εδώ κι εκεί ως υπηρέτρια, θα χτυπάει την πόρτα κάθε ξενυχτάδικου ζητώντας, απελπισμένα, να την προσλάβουν ως χορεύτρια. Με τον ανυποχώρητο, κατά τι μεθοδικό, και πάντως πάντα πεισμωμένο αυθορμητισμό του ζωδίου της, του Κριού, η Μπίλι θα επιμείνει ώσπου ένας πιανίστας, απαυδισμένος από τον χορό της («ήταν χάλι μαύρο», όπως παραδέχεται και η ίδια), την καλεί εντούτοις να δοκιμάσει να τραγουδήσει. Η έφηβη το κάνει, τραγουδάει το «Trav’lin All Alone», και παίρνει τα μυαλά όλων των παρόντων, «με το που τελειώνω», λέει, «όλοι εκεί μέσα χύνανε δάκρυα μες στη μπίρα τους». Μοιράζεται, στο τέλος της βραδιάς, τριάντα οχτώ δολάρια με τον πιανίστα, κι αρχίζει την εκθαμβωτική, όσο και σκοτεινή, σταδιοδρομία της στο πεντάγραμμο.
Θα εμφανίζεται στην Ξύλινη Καλύβα, θα γοητεύσει με τη φωνή της τον θρυλικό Τζον Χάμοντ, τον άνθρωπο που «ανακάλυψε» όχι μονάχα την Μπίλι Χόλιντεϊ αλλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον Κάουντ Μπέισι, την Αρίθα Φράνκλιν, τον Μπομπ Ντίλαν και τον Μπρους Σπρίνγκστιν, κι αυτός θα τη συστήσει στον Τζο Γκλέιζερ, τον ατζέντη του Λούις Άρμστρονγκ και της Μίλτρεντ Μπέιλι. Η Μπίλι θα αφεθεί στα χέρια του Γκλέιζερ και θα του μείνει πιστή συνεργάτις σε όλη της τη ζωή. Ο θαυμάσιος Μπένι Γκούντμαν θα μαγευτεί, επίσης, από τη φωνή της και θα της προτείνει να κάνει τον πρώτο της δίσκο μαζί της. Η εμπειρία θα μείνει αλησμόνητη στην Μπίλι, που είναι μόλις δεκαοχτώ χρονών. Θα ακολουθήσει άλλη μία ηχογράφηση, με τον πιανίστα Τέντι Γουίλσον, σχεδόν «μονιμά» έκτοτε σε όλα τα σχήματα με τα οποία εμφανίστηκε και ηχογράφησε η Lady Day. Η οποία, παρά τον άστατο και ταραχώδη τρόπο ζωή της, παρά τις περιπέτειες με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, παρά τους πολυάριθμους εραστές και, καταπώς ακόμη λένε κάποιες φήμες, ερωμένες, επέμενε πάντα να συνεργάζεται φιλότιμα και προσηλωμένα με τους ανθρώπους που συνάντησε στα πρώτα της βήματα!
Μολονότι δεν διέθετε παρά μονάχα μία οκτάβα, η φωνή της Μπίλι πάλλεται από συγκίνηση, συναίσθημα, συμπόνια. Ήταν ασύγκριτα πολύτιμη και πολύτιμα ασύγκριτη. Πριν προλάβουν να την συγκρίνουν με άλλες τραγουδίστριες, άρχισαν ήδη, οι κριτικοί και οι ειδήμονες της τζαζ και του μπλουζ, να συγκρίνουν τις άλλες με μέτρο αυτήν. Έχοντας επίγνωση της ιδιαιτερότητάς της, η Μπίλι μπορούσε, λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, να επαίρεται ότι αν εξαιρέσουμε τους δίσκους του Λούις Άρμστρονγκ και της Μπέσι Σμιθ, που άκουγε παιδίσκη στα μπορντέλα, «δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα». Και όσο αθάνατα έμειναν τα βραχνά παραμιλητά του Άρμστρονγκ και η αβρή αδρότητα της Μπέσι Σμιθ, άλλο τόσο αθάνατο έμεινε το συναίσθημα που μπολιάζει η Μπίλι σε τραγούδια-θρύλους όπως το «The Man I Love», το «Strange Fruit», το «God Bless the Child», το Don’t Explain».
Μεταξύ των θαυμαστών και, συνάμα, εφήμερων εραστών της («βγαίναμε μαζί για λίγο διάστημα», είναι ο ευφημισμός που χρησιμοποιούσε η Μπίλι για τέτοιες σύντομες ερωτικές σχέσεις) ήταν και ο Λούις Μακέι, ομορφόπαιδο και μπράβος του υπόκοσμου. Χρόνια αργότερα έμελλε να συναντηθούν και πάλι, να σμίξουν παράφορα, να παντρευτούν, να καβγαδίσουν και να φιλιώσουν πάμπολλες φορές. Ο Μακέι ήταν αυτός για τον οποίο η Μπίλι ένιωσε μεγάλο σεβασμό, μιας και αποτέλεσε το τελευταίο της αποκούμπι και μόχθησε, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βάναυσα, να την κρατήσει μακριά από τον όλεθρο της ηρωίνης. Όταν τραγούδησε γι’ αυτόν το αριστούργημά της, το «My Man», με μια φωνή που είχε τραχύνει από τις καταχρήσεις, αλλά και γλυκάνει απίστευτα από τον συνδυασμό της οδύνης και της αγάπης, ένας τουλάχιστον από τους πάμπολλους αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών που είχαν κατακλύσει την αίθουσα «συνελήφθη με ένα δάκρυ πάνω στο κασμίρ παλτό του».
Η Μπίλι γνωρίζει τον θρίαμβο σε κάθε κλαμπ που εμφανίζεται, και, ακόμα πιο σημαντικό, γνωρίζει τους θρύλους της τζαζ, τον Μπένι Κάρτερ, τον Ρόι Έλντριτζ, τον Μπένι Γουέμπστερ, τον Λέστερ Γιανγκ. Είναι πια και η ίδια θρύλος, ισότιμη μαζί τους, πλάι τους, στις ηχογραφήσεις τους, στις ζωντανές εμφανίσεις. Ο Λέστερ θα της χαρίσει το παρατσούκλι Lady Day, κι αυτή θα του χαρίσει το δικό του, το «Προ», από το «Πρόεδρος». Θα αλωνίζουν τη χώρα, ταξιδεύοντας με το ένα πούλμαν μετά το άλλο, παίζοντας μπαρμπούτι έως και δώδεκα ώρες αδιαλείπτως σε μία περίπτωση (η Μπίλι βγήκε κερδισμένη κατά χίλια εξακόσια δολάρια και κάτι ψιλά, σε μιαν εποχή που το βδομαδιάτικό της ήταν πενήντα δολάρια).
Θα γνωρίσει τον Όρσον Γουέλς και θα δει εννιά (!) φορές τον «Πολίτη Κέιν», προτού καν βγει στις αίθουσες. «Είναι φίνος μάγκας», θα πει για τον Όρσον. «Ίσως ο πιο φίνος που ξέρω. Και ταλαντούχος. Το κυριότερο όμως, είναι φίνο άτομο». Θα γνωρίσει τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τυχαία, κι αυτός θα της επιδιορθώσει το αμάξι, και θα ρίξει μια ωραιότατη γροθιά για χάρη της σε έναν ηλίθιο ρατσιστή. Θα φοράει πάντα μια λευκή γαρδένια στα μαλλιά. Και θα κάνει ένα μεγάλο πρωτοπόρο βήμα προς την άρση των φυλετικών διαχωρισμών, όντας μια από τις πρώτες μαύρες τραγουδίστριες που έμελλε να εμφανιστούν με αμιγώς λευκές μπάντες! Ήταν στα 1937, όταν ο μέγας Άρτι Σω, με δεκάξι λευκούς μάγκες και τη Rolls Royce του, περιόδευσε στη Δύση και στο Νότο, έχοντας στο πλάι του την Μπίλι. Σχεδόν σε κάθε πόλη απειλούνταν σκάνδαλα και ταραχές, αλλά ο λευκός τζαζίστας δεν πτοήθηκε στιγμή και πάντα επέμενε στους μαγαζάτορες, «Αν η Κυρία δεν μπει από την είσοδο δεν μπαίνει ούτε η ορχήστρα».
Το 1941, από πείσμα, όπως λέει η ίδια, η Μπίλι θα παντρευτεί τον φίνο τρομπετίστα Τζίμι Μονρόου. Λίγο αργότερα, θα δει το κραγιόν της ερωμένης του πάνω του και θα γράψει, κυριευμένη από το μπλουζ της χαρμολύπης, ένα από τα αριστουργήματά της, το «Don’t Explain», με τους αθάνατους στίχους, «Τράβα να κάνεις ένα μπάνιο, και μη μου εξηγείς». Ένας άλλος τρομπετίστας θα κερδίσει την καρδιά της, ο Τζο Λιουκ Γκάι, θα είναι τώρα αυτός ο άνθρωπός της έως το 1957, οπόταν η Μπίλι θα διαζευχθεί επισήμως τον Μονρόου και ταυτοχρόνως θα κόψει τις σχέσεις της με τον Γκάι. Εντωμεταξύ, τα χρόνια θα κυλάνε σαν μια διαλυτική διελκυστίνδα ανάμεσα στην ερμηνεία σπουδαίων κομματιών, όπως το «Lover Man» του Τζίμι Ντέιβις και του Ραμ Ραμίρεζ, και στη συσσώρευση οδυνηρών εμπειριών, ανάμεσα στις ιαχές και τα χειροκροτήματα στις σάλες όπου εμφανιζόταν και στην αγωνιώδη μοναξιά, ανάμεσα στην εύθραυστη ευαισθησία και στην εύφλεκτη ευπάθεια.
Μαζί με τους θριάμβους, τις ηχογραφήσεις, το μπαρμπούτι, τα λούσα, την sine qua non για κάθε πετυχημένο Αμερικανό Κάντιλακ, και τους εφήμερους έρωτες, θα έρθει και η λαίλαπα των ναρκωτικών. Η αρχική μαριχουάνα δεν θα αργήσει να δώσει τη σκυτάλη στην ηρωίνη. «Είχα άσπρες τουαλέτες και άσπρες γόβες», λέει η Μπίλι. «Και κάθε βράδυ, μου φέρνανε άσπρες γαρδένιες και άσπρη πρέζα». Το 1947, θα συλληφθεί επεισοδιακά και εν μέσω πυροβολισμών, θα συρθεί στο εδώλιο, θα καταδικαστεί, και θα κλειστεί για καιρό στη φυλακή όπου θα βιώσει τη στέρηση, τον εξευτελισμό, τις ρουφιανιές, τη βαναυσότητα, αλλά και τις αλλόκοτες χαρές που μονάχα οι εγκλωβισμένοι ξέρουν να απολαμβάνουν έντονα, όπως την εξασφάλιση ικανών τσιγάρων ημερησίως ή την παραγωγή ουίσκι από πατάτες στη ζούλα.
Μετά το εξιτήριο ακολουθεί η γνωστή και μοιραία τεθλασμένη διαδρομή: θρίαμβος στο Κάρνεγκι Χολ, ηχογραφήσεις, ο προστάτης-εραστής κύριος Τζον Λίβι, το πρώτο παλτό μινκ, εκ νέου παρακολούθηση και σύλληψη για κατοχή και χρήση ναρκωτικών, και πάλι το είδωλο στο εδώλιο, αθώωση αυτή τη φορά, απανωτές εμφανίσεις, επανασύνδεση με τον Λούις Μακέι, άσπρες Κάντιλακ, κι άλλες γούνες μινκ, γάμος με τον Λούις Μακέι, θαυμάσιες πονεμένες και γλυκές ερμηνείες. «Μου έχουνε πει ότι κανείς δεν λέει τη λέξη ‘πείνα’ σε τραγούδι όπως εγώ», γράφει στο γέρμα της σύντομης ζωής της. «Ούτε τη λέξη ‘αγάπη’… Όλες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες – κι είχα μπόλικες στη ζωή μου – δεν μπορούν να με κάνουν να ξεχάσω την πείνα και την αγάπη. Και παντού, κι απ’ όλο τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δύο λέξεις. Πρέπει να έχεις φαΐ να φας, πρέπει έχεις λίγη αγάπη στη ζωή για ν’ ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να φέρεσαι σωστά».
Το 1954, η Μπίλι θα περιοδεύσει, επιτέλους, στη Ευρώπη, στις ωραίες μεγαλουπόλεις όπου η τζαζ δεν είναι «μουσική για τα μπορντέλα», αλλά αναγνωρίζεται ανέκαθεν ως σημαντικό μουσικό είδος και εξυμνείται από σοβαρούς μουσικολόγους, ενώ λατρεύεται από ολοένα και μεγαλύτερους αριθμούς φανατικών φίλων της μουσικής. Η Μπίλι θα αισθανθεί, συνομιλώντας με τον έξοχο συγγραφέα και κριτικό της τζαζ Μαξ Τζόουνς, ότι είναι πιο ζωντανή από ποτέ, ότι είναι μια σπουδαία μορφή της τέχνης, Θα αισθανθεί ότι, συγκριτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κόσμος στην Ευρώπη είναι πολιτισμένος, ξέρει να φέρεται άψογα, σέβεται και εκτιμά. Θα γνωρίσει ευρωπαίους ταλαντούχους τζαζίστες. Θα θριαμβεύσει και, κυρίως, θα νιώσει απαλλαγμένη από τις ενοχές και από τις σκιές των αστυνομικών της πανταχού παρούσας Δίωξης Ναρκωτικών. Ναι, θα νιώσει ευδαιμονία και βαθιά ευγνωμοσύνη που θα την δείξει έμπρακτα στέλνοντας ωραία και συμβολικά δώρα στους φίλους που έκανε εκεί. Ήταν ίσως οι τελευταίες αναλαμπές της ευτυχίας της.
Η επάνοδος στην Αμερική σήμαινε επιστροφή στον κυκεώνα των προβλημάτων. Ξανά φυλακή, το 1956. Ξανά το πάντα σε επιφυλακή πικρό χιούμορ της Lady Day: «Οι εφημερίδες για ένα πράγμα είναι καλές – οι φίλοι σου μαθαίνουνε ότι σ’ έχουνε δέσει». Αποφυλάκιση με εγγύηση. Ηχογράφηση δύο διαμαντιών της τζαζ και της παγκόσμιας μουσικής εν γένει, του «Lady Sings The Blues» και του «Lady in Satin», με μια βραχνή Μπίλι να συνοδεύεται από μια πλειάδα σπουδαίων οργανοπαικτών. Ακολουθεί νέα περιοδεία στην Ευρώπη και εμφάνιση στο περιλάλητο Olympia στο Παρίσι, εκεί όπου έχουν θριαμβεύσει οι μεγαλύτεροι τζαζίστες, από τον Αρτ Μπλέικι έως τον Τσετ Μπέικερ. Και λίγο μετά, η τελευταία της εμφάνιση στο Μανχάταν, σε φιλανθρωπική συναυλία, η κατάρρευση, η διακόμιση στο Νοσοκομείο Μετροπόλιταν, οι αστυνομικοί που έρχονται ακόμα και εκεί να την συλλάβουν, και, τέλος, η ύστατη φυγή απ’ όλους και απ’ όλα, στις 7 Ιουλίου του 1959.
Εννιά δεκαετίες και τρία χρόνια μετά τη γέννησή της, η Μπίλι Χόλιντεϊ, άγγελος για μας, διάβολος για τις διωκτικές αρχές, άγγελος για τους λάτρεις της μουσικής, διάβολος για τους ανεγκέφαλους ρατσιστές, άγγελος για όσους ξέρουν να ερωτεύονται, διάβολος για όσους ξέρουν μονάχα να βολεύονται, γεννιέται ξανά και ξανά μέσα από τα τραγούδια της που δεν παύουν να επανακυκλοφορούν και να ζεσταίνουν τις καρδιές μας!