Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Αλληλογραφία


Henri Miller

Από το βιβλίο «Henry Miller & Anais Nin» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Μετάφραση & Επίμετρο: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης.

[Νέα Υόρκη]
[Μάρτιος 1935]

[Αναϊς].
Αν ήσουν μαζί μου είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, να βλέπεις κάθε χειρονομία μου, να κοιμάσαι μαζί μου, να τρως μαζί μου, να εργάζεσαι μαζί μου, αυτά τα πράγματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να συμβούν. Όταν είμαι μακριά σου, σε σκέφτομαι αδιάλειπτα, κι αυτό δίνει χρώμα σε κάθε πράγμα που λέω και κάνω. Κι αν ήξερες μονάχα πόσο πιστός σου είμαι! Όχι μόνον σωματικά, αλλά ψυχικά, ηθικά, πνευματικά. Δεν υπάρχει κανένας πειρασμός για μένα εδώ, κανένας απολύτως. Είμαι απρόσβλητος απέναντι στη Νέα Υόρκη, στους φίλους τους παλιούς, στο παρελθόν, στα πάντα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι προσηλωμένος σε ένα άλλο πλάσμα, σ’ εσένα. Μπορώ να δώσω τα πάντα δίχως τον παραμικρό φόβο να εξαντληθώ ή να χαθώ. Όταν έγραψα στο άρθρο μου χτες «Αν δεν είχα πάει ποτέ στην Ευρώπη, και λοιπά», δεν είχα την Ευρώπη κατά νου αλλά εσένα. Μα δεν μπορώ να το πω αυτό δημοσίως, σ’ ένα άρθρο. Η Ευρώπη είσαι εσύ. Με πήρες, έναν τσακισμένο άνθρωπο, και με έκανες πλήρη. Και δεν πρόκειται να διαλυθώ – δεν υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος γι’ αυτό. Αλλά είμαι πιο ευαίσθητος τώρα, αισθάνομαι πιο πολύ και την παραμικρή νότα κινδύνου. Αν σε παίρνω στο κατόπι σαν τρελός, αν σε εκλιπαρώ να με ακούσεις, αν στέκομαι έξω από την πόρτα σου και σε περιμένω, δεν συμβαίνει αυτό επειδή πασχίζω να εξευτελίσω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχει τίποτα εξευτελιστικό για μένα στον αγώνα μου να σε κρατήσω. Αυτή είναι η μοναδική απόδειξη ότι είμαι τόσο έντονα σε εγρήγορση, τόσο έντονα σε κατάσταση επιφυλακής, διατεθειμένος, βαθιά διατεθειμένος και απελπισμένος στο να σε κάνω να συνειδητοποιήσεις ότι η μεγάλη μου αγάπη για σένα είναι ένα τρομερά πραγματικό και όμορφο πράγμα. Κάποτε θα πλήρωνα με το ίδιο νόμισμα μια γυναίκα για όσα βάσανα με είχε κάνει να υπομείνω. Αλλά τώρα ξέρω ότι αυτά τα βάσανα είναι αποτέλεσμα της δικής μου συμπεριφοράς. Ξέρω ότι τη στιγμή που κάτι συμβαίνει, τη στιγμή που κάτι πάει στραβά, πρέπει να είναι δικό μου το λάθος. Δεν είναι ενοχή αυτό που αισθάνομαι αλλά μια βαθιά ταπεινότητα ενώπιον της αγάπης σου. Δεν αμφιβάλλω για σένα, Αναϊς – με κανέναν τρόπο. Μου έχεις προσφέρει όλες τις αποδείξεις που θα μπορούσε μια γυναίκα να προσφέρει σ’ έναν άντρα. Εγώ είμαι αυτός που οφείλει να μάθει πώς να αποδεχτεί και να διαφυλάξει αυτή την αγάπη. Έχω κάνει τόσες πολλές γκάφες. Και θα κάνω κι άλλες γκάφες, το δίχως άλλο. Αλλά δεν ολισθαίνω προς τα πίσω. Κάθε μέρα μοιάζει να με ανεβάζει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο. Με ανέβασες στα ύψη – κράτησέ με εκεί, σε εκλιπαρώ.
Σκέφτηκα να σου πω από το τηλέφωνο, αλλά εκείνη τη στιγμή αναστατώθηκα τόσο – «Αναϊς, δεν μπορώ να βαδίζω στους δρόμους αγωνιώντας. Δεν είναι σωστό. Έχω τόσα να κάνω και δεν θέλω να καταστρέψω τον εαυτό μου, ούτε καν το πιο απειροελάχιστο κομμάτι του. Όλα όσα έχω είναι πολύτιμα και έχω μοχθήσει πολύ να τα διαφυλάξω, και να σου τα κάνω δώρο».
Δεν βαδίζω πια στους δρόμους όπως κάποτε βάδιζα. Οι δρόμοι δεν έχουν τίποτα να μου πουν. Αυτό ήταν σαν να βάζω τον εαυτό μου έξω στον κόσμο, κι όχι να προσελκύω τον κόσμο μέσα μου. Τώρα σκέφτομαι το μικρό μου δωμάτιο, το δωμάτιο που κράτησες για μένα, και λαχταρώ να βρεθώ πάλι εκεί, να συγκεντρωθώ σ’ αυτό δουλεύοντας. Ο κόσμος όλος μοιάζει να έχει ενσωματωθεί σ’ εσένα – γιατί να βγω έξω να τον γυρέψω;
Αισθάνομαι την ανάγκη να πω στους ανθρώπους ότι υπάρχει κάτι τρομερά όμορφο μέσα μου. Αισθάνομαι την απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και στους άλλους. Τη διατηρώ αυτή την απόσταση. Ξέρω πράγματι τώρα ποιος είμαι. Δεν υπάρχουνε αμφιβολίες πια. Αλλά όταν απομακρύνεσαι από μένα, έστω και ελάχιστα, μαυρίλα απλώνεται πάνω μου, νιώθω καταποντισμένος. Για να κρατήσουμε αυτό που έχουμε επιτέλους δημιουργήσει μεταξύ μας, και εντός μας, πρέπει να κινηθούμε επικίνδυνα και με βιάση, και με πλήρη συνείδηση. Έχουμε καταφέρει κάτι που ελάχιστοι άνθρωποι θα βιώσουν ποτέ. Πρέπει να είμαστε αληθινοί προς τον εαυτό μας, προς ό,τι καλύτερο ξέρουμε και νιώθουμε. Αν γλιστρήσεις, θα πρέπει να σε κρατήσω. Αν γλιστρήσω εγώ, πρέπει να με κρατήσεις εσύ. Αλλιώς σείεται ο κόσμος και πάμε χαμένοι.
Μην νομίζεις, Αναϊς, ότι αυτό που με κάνει να πράττω απεγνωσμένα είναι ένας φόβος μη σε χάσω. Δεν είναι φόβος αλλά μια επιθυμία διακαής να σε κρατήσω. Το φοβισμένο μου εγώ είναι πια νεκρό. Εκείνο το εγώ μου ήταν παθητικό, αμελές, ασυνείδητο. Ο άντρας που έχω γίνει τώρα είναι αφυπνισμένος και δραστικός, μάχεται, δεν θα εγκαταλείψει τη λαβή του. Υπάρχει μια διαφορά, καταλαβαίνεις; Ο παλιός μου εαυτός θα είχε μείνει παραιτημένος στο κρεβάτι, θα είχε πάει να μεθοκοπήσει, ή θα σουλατσάριζε άσκοπα στους δρόμους, ή θα είχε καταφύγει σ’ έναν παλιόφιλο. Αυτά τα πράγματα δεν μπορώ να τα ξανακάνω πια, ποτέ. Όλα αυτά τα πράγματα ήσαν προφυλαχτήρες, μου επέτρεπαν να κυλιέμαι στον πόνο και στα βάσανα, κάτι που τότε πιθανόν να το ήθελα. Τώρα δεν θέλω να βασανίζω τον εαυτό μου. Θα θέτω πάντα τον εαυτό μου ενώπιόν σου, πρόσωπο με πρόσωπο, γρήγορα, άμεσα. Δεν θα επιτρέψω σε ένα λάθος, σε ένα ατύχημα να οδηγήσει εσπευσμένα σε μια παρεξήγηση. Δεν θα αφήσω κανένα ζιζάνιο να φυτρώσει στον κήπο που φτιάχνουμε. Η ζωή είναι τρομακτικά σύντομη για όλα όσα λαχταρούμε να απολαύσουμε μαζί. Πρέπει ν’ αδράξουμε το χρόνο και να του στρίψουμε το λαιμό. Πρέπει να ζήσουμε ο ένας μέσα στον άλλο.
Όταν σου τηλεφώνησα δεν ήμουν σίγουρος ότι θα σε βρω. Τηλεφώνησα δύο φορές εντωμεταξύ και μου είπαν ότι είχες βγει. Αδημονούσα. Βάδιζα πάνω-κάτω στο δρόμο σου και γύρω από το τετράγωνο, και κοίταζα στα εστιατόρια, και γύρισα πίσω και στάθηκα έξω από την πόρτα σου. Αν δεν σε έβρισκα στο τηλέφωνο, θα σου έστελνα τηλεγράφημα, και μετά θα γύριζα πίσω να σου γράψω ένα γράμμα κατεπείγον και με ειδική παράδοση. Κοίταξα στον τηλεφωνικό κατάλογο για το όνομα Γκίλερ, με τη σκέψη μήπως σε πετύχω στο σπίτι σου – στο σπίτι τους. Δεν μπόρεσα να βρω τη διεύθυνση. Κι αν σε είχα περιμένει εκείνη το βράδυ και δεν σε είχα βρει, θα πήγαινα να γυρέψω τον Ρανκ και θα είχα αποπειραθεί να του αποσπάσω την αλήθεια, ακόμα και με τη βία αν ήταν αναγκαίο. Δεν μπορούσα να φανταστώ πού ήταν δυνατόν να ήσουν, τι να έκανες. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήσουν ακόμη θυμωμένη μαζί μου, μονάχα ότι απομακρυνόσουν από μένα, πληγωμένη, σαστισμένη, απελπισμένη απ’ την αγάπη μου. Κι έπειτα, γι’ αυτό μοιάζει τερατώδης η Νέα Υόρκη – για το μέγεθός της, για τις ατελείωτες κόγχες της, για το πόσο απελπισμένα δύσκολο είναι να βρεις εκείνη που σαν τρελός αναζητείς. Γίνεσαι άχυρο, ένα χορταράκι που ο άνεμος το παίρνει, ξεκομμένος από κάθε μνήμη, καταραμένος, χαμένος, τσακισμένος, στους αγέρηδες ριγμένος. Λες ότι έκλαιγες. Κι εγώ έκλαιγα καθώς βάδιζα στους δρόμους, και τα δάκρυα κυλούσανε στο πρόσωπό μου. Ω γιατί, γιατί, γιατί; Γιατί να πρέπει να υποφέρουμε; Είμαστε τόσο τρυφεροί, τόσο εκτεθειμένοι στο καθετί! Είναι όμορφο αυτό, είναι και τρομερό. Αλλά είναι σαν να είμαστε δίδυμα που προσπαθούν να χωριστούν. Ας μείνουμε ενωμένοι, απόλυτα. Έλα μέσα μου, Αναϊς, μείνε εκεί, μην φύγεις από μένα ποτέ, ούτε για μια στιγμή.
Εσύ κι εγώ είχαμε τόσο τρομερές εμπειρίες, σπαρακτικές εμπειρίες. Δεν μπορούμε να τις πνίξουμε όλες αυτές μέσα στον έρωτά μας; Ξέρεις τώρα ότι δεν έχω σφαλερές ιδέες για σένα, ότι σε έχω αποδεχτεί ως γυναίκα, δική μου γυναίκα. Μην με τιμωρείς που άργησα τόσο. Καλύτερα να ευχαριστείς τα άστρα που το παλέψαμε τόσο πετυχημένα. Σου είπα κάποτε, σε ένα γράμμα, πόσο σθεναρά βέβαιος ήμουν ότι το πεπρωμένο καθενός μας είναι εντός μας και όχι εκεί έξω στα άστρα. Το αισθάνομαι αυτό ολοένα και πιο πολύ. Εσύ; Εσύ; Πρέπει. Γιατί αυτό μου λέει το γράμμα σου. Το τολμηρό άλμα που έκανες, πώς θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο αν όχι η ανταπόκριση σε μιαν εσωτερική επιταγή; Έπρεπε να κάνεις το άλμα για μένα, για να μου δείξεις το δρόμο. Απέδειξες αυτό για το οποίο κάποτε σου είπα ότι είναι μια θαυμάσια ρήση – το θυμάσαι; «Το να μην τολμάς είναι ολέθριο». Το είδες στις σημειώσεις μου, πάνω στο τραπέζι μου, στη Βίλα Σερά. Καθετί που πρόσεχες το θυμάμαι καλά. Μπορώ να δω και τώρα το φως στο πρόσωπό σου, τα ενθουσιώδη χέρια σου, τις αεράτες, σαν του πουλιού χειρονομίες σου. Είσαι σαν το ίδιο το φως για μένα – απ’ όπου κι αν περνάς αφήνεις μιαν εκτυφλωτική λάμψη.
Θα μου συγχωρήσεις ότι κάθομαι και γράφω όλα αυτά αντί να δουλεύω; Δεν είναι άραγε αυτό, η ζωή μας, πιο σημαντικό από τη δουλειά; Δουλειά! Δουλειά! Γιατί να δουλεύω; Θα πρέπει να είναι επειδή αρχικά είχα μια φοβερά υπερβολική ιδέα για τον εαυτό μου, μιαν αγάπη για τον εαυτό μου, και γι’ αυτό ανήγαγα σε φετίχ τη δουλειά και πάσχισα να το αιτιολογήσω με ποικίλα ψεύδη και αυταπάτες. Ύψωνα ένα μνημείο για τις παρελθούσες θλίψεις. Αλλά όλα αυτά πέρασαν πια. Το πρόσωπό μου είναι στραμμένο προς το μέλλον, χαρωπά. Η εργασία θα είναι πιο φυσική, δεν θα είναι αυτοσκοπός. Ναι, γινόμουν απάνθρωπος. Και με έσωσες, εσύ.
Τώρα συνειδητοποιώ ότι είμαι ένα πλήρες ανθρώπινο ον, και ως ανθρώπινο ον θα πρέπει να αξίζω περισσότερα για σένα από ό,τι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης που μπορεί να φανταστεί κανείς. Τίποτα δεν έχει χαθεί από αυτή την αλλαγή. Απεναντίας, τα πάντα έχουν κερδηθεί. Δεν είσαι αντίπαλος στο έργο μου. Δεν είσαι η Μούσα που θυσιάζεται. Πόσο έντονα το συνειδητοποιώ, και πόσο σε ευγνωμονώ για το ότι έχει επιτευχθεί το θαύμα αυτό. Είναι δική σου δημιουργία, και μάλιστα ολότελα ανθρώπινη, κατορθωμένη με την πιο πικρή μάχη. Αυτό που έκανες δεν είναι τίποτα λιγότερο από ηρωισμός. Εάν ήσουν απλώς μια γυναίκα, θα είχες αποτύχει. Είσαι καλλιτέχνης –στη ζωή– ποια μεγαλύτερη φιλοφρόνηση θα μπορούσα να σου κάνω; Εγώ ήμουν καλλιτέχνης μονάχα στις λέξεις, και στη ζωή δεν ήμουν παρά ένας μέγας αποτυχημένος. Λέξεις, λέξεις – που σου στραγγαλίζουν την ψυχή! Δώστε μου τη γυναίκα, και οι λέξεις θα μπουν στην κατάλληλη θέση. Τώρα απλώς θα τις χρησιμοποιήσω.
Σκέφτομαι μερικές φορές ότι ο ερχομός μου εδώ θα έπρεπε να έχει αυτό το καθοριστικό αποτέλεσμα, ότι θα νιώσουν και θα αναγνωρίσουν την προσωπικότητά μου. Σκέφτομαι, εάν μπορώ να προσδοκώ μιαν άξια ανταμοιβή, ότι απ’ τη στιγμή που θα έχω πείσει τους ανθρώπους για την ακεραιότητά μου, οτιδήποτε γράψω θα βρει την επιδοκιμασία του. Οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να με αγνοήσουν όταν μάθουν ποιος είμαι, όταν γνωρίσουν την ειλικρίνειά μου, τη σοβαρότητά μου. Δεν έχω πια την παραμικρή επιθυμία να καμώνομαι τον παλιάτσο, τον πληγωμένο, τον παραμελημένο. Λαχταράω τώρα να αδράξω τους ανθρώπους, να σταθώ ενώπιόν τους, να τους μιλήσω, να τους πείσω. Δεν είναι ζήτημα της λογοτεχνίας πια, είναι ζήτημα της ζωής μου, της ζωής μου μ’ εσένα. Το αισθάνομαι αυτό τόσο έντονα ώστε είμαι σίγουρος ότι θα γίνει αισθητό. Ίσως θα πρέπει να γίνω πολύ, μα πολύ πιο απλός. Κάθε λέξη θα πρέπει να καίει. Οι λέξεις είναι γεμάτες με το αίμα μου, με το πάθος μου για σένα, με την πείνα μου για ζωή, κι άλλη ζωή, πιο πολλή ζωή, αιώνια ζωή. Μου έχεις δώσει ζωή, Αναϊς. Είσαι η φλόγα που καίει εντός μου. Κι εγώ είμαι ο φύλακας της φλόγας. Κι εγώ, επίσης, έχω ένα καθήκον ιερό.
Ω, μα δεν βλέπεις και δεν ξέρεις και δεν πιστεύεις όλα όσα σου γράφω; Δεν είναι σαφή και αληθινά και δίκαια; Δεν θα μείνεις μαζί μου, μέσα μου, πάντα; Έχω αναδυθεί από τέτοια βάθη για να σε βρω. Το να πω ότι σ’ αγαπώ δεν είναι αρκετό. Είναι κι άλλα, πιο πολλά, ακόμα πιο πολλά. Ψάξε ολόγυρα μέσα μου, ανάσυρε ό,τι βρίσκεται εντός μου. Νιώθω ανεξάντλητα πλούσιος.
Χένρι


5 σχόλια:

sexton είπε...

Αν ένας άντρας γίνει αληθινά εξομολογητικός, τότε η διαφορά ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα καθίσταται δυσδιάκριτη...

icaros είπε...

Εάν μία γυναίκα γίνει αληθινά διαφορά, τότε η εξομολόγηση ανάμεσα στη δύσκολη διάκριση και την πραγματικότητα γίνεται μυθοπλασιακά καθισταμένη!

sexton είπε...

:) Πολύ ενδιαφέρουσα διαφορική ανάλυση της γυναίκας και γυναικεία ανάλυση της διαφοράς!

Dimitris Athinakis είπε...

η παραφορά της εξομοίωσης και της ακολουθούσας υπέρβασης τού ορίου μεταξύ της διάκρισης γης (ευρώπη) και αέρα (έρωτα - προσώπου) [τι ωραία που το είπε!], δεν καθιστά μόνο τον άντρα εξομολογούμενο, αλλά και τη γυναίκα δέκτη και ταυτόχρονα πηγή ρευστότητας συνδυασμένης με υπέροχη ισορροπία -είναι άραγε η ισορροπία έτσι δοσμένη, ωστέ να είναι το ζητούμενο;

σαν εκείνα τα πουλιά που παλεύουν να ισορροπήσουν τη φωλιά τους στην κορυφή ενός στύλου.

ίκαρε, καλημέρα.
υπέροχες λέξεις, υπέροχα δοσμένες...

icaros είπε...

Να 'σαι καλά, Δημήτρη! Πέρασε, αν θέλεις, απόψε από το Barrio να τα πούμε!