Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Ξανά το ίδιο Ποίημα



Αλφαβητάριον Αγγέλων



Άνθη Ανήμερα Άγγιξα

Βάτεψα Βασίλισσες Βέβηλες

Γύρεψα Γύρη Γυναικών

Δόλιος Δεόντως Δόθηκα

Έννοιες Ελεύθερες Ένιωσα

Ζωή Ζέουσα Ζήτησα

Ήλιους Ήμερους Ήθελα

Θύελλες Θωπεύοντας Θέρισα

Ιοφόρους Ίμερους Ίασα

Κέρδισα Κάρμα Κορμιών

Λευκές Λάτρεψα Λάμιες

Μεθυσμένος Μεθύσκων Μέθυσα

Νικηφόρες Νέκυιες Νίκησα

Ξυλεία Ξεχασμένη Ξύλευσα

Οδύνη Όζουσα Οίδα

Πάθη Πατόκορφα Περπάτησα

Ρέοντα Ρίγη Ράμφισα

Συζύγους Συζύγων Σύλησα

Τρόμους Τραγούδησα Τρέμοντας

Υπερόχως Υπήρξα Υπέρτατος

Φίλες Φιλημένες Φίλησα

Χθαμαλές Χάρισα Χαρές

Ψίχες Ψαλμώδησα Ψυχών

Ω! Ώρες Ωραίες!

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΑΡΤΟΣ ΞΗΡΟΣ


[Από την καινούργια, φρεσκότατη Bookpress]

Happiness is a Warm Gun

Δανείζομαι τον τίτλο από τους Beatles για τις σελίδες αυτές όπου κατά καιρούς θα καταπιάνομαι με το λεγόμενο αστυνομικό μυθιστόρημα – άλλοι το λένε «μυστηρίου», άλλοι απλώς αγνοούν εσκεμμένα και περιφρονητικά την ύπαρξή του. Αξίζει να μιλάμε για το εν λόγω είδος; Έχει (ακόμη) να πει πολλά και σημαντικά; Εξέπνευσε; Οι απαντήσεις, μονολεκτικά: Ναι. Ναι. Όχι.
Θα σας συστήσω, λοιπόν, μιαν ανθοδέσμη από δύο συν τρία (2+3) αστυνομικά αναγνώσματα εν όψει των εορτών και του θάλπους στις κάμαρες των αναγνωστών, και σε άλλα έντυπα ραντεβού μας, θα συνεχίσω με την παρουσίαση εκλεκτών καρπών της φαντασίας συγγραφέων όπως ο Stieg Larsson (Το Κορίτσι με το Τατουάζ και Το Κορίτσι που έπαιζε με τη Φωτιά, εκδ. Ψυχογιός), η Alexandra Marinina (Αντρικά Παιχνίδια, εκδ. Κέδρος), κ.ά.
Ο Antoine Bello (Βοστόνη, 1970) έρχεται να συστηθεί στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημα Οι Παραχαράκτες (μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Πόλις), ένα λίαν φιλόδοξο εγχείρημα, με όλες τις αρετές και (φοβάμαι: κυρίως) τα ψεγάδια που πάντοτε έχει κάθε φιλόδοξο εγχείρημα οποιουδήποτε δημιουργού δεν συμβαίνει να είναι κάτι παραπάνω από εκ γενετής ιδιοφυής, κάτι παραπάνω από φύσει υπέρμετρα αλαζών, και συνάμα κάτι παραπάνω από θέσει σεμνός και ταπεινός. Πεπεισμένος, όπως κάθε νοήμων πολίτης του σήμερα, ότι πλέον το «αληθές είναι μια στιγμή του ψεύτικου», ότι ιλιγγιωδώς οι αξίες χάνουν και τα τελευταία ρινίσματα της όποιας βαρύτητας είχαν απομείνει πάνω τους, ότι η ίντριγκα, η συνωμοσία, η αλλοίωση, η πλαστογράφηση είναι ίσως οι πλέον διαδεδομένες μέθοδοι επιβίωσης και επιβολής, στήνει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπου δαιμόνιοι παραχαράκτες δεν κάνουν άλλο από το να αλλοιώνουν τις πραγματικότητες και να ανακατασκευάζουν τα γεγονότα.
Ο Σλιβ Νταρτουνγκούβερ, η Λένα Θόρσεν, ο Άνγκουα Τζίμπο, η Μαγκαουάτι Ντονογκουράι, και άλλοι, εξίσου ή και περισσότερο δυσπρόφερτοι, τύποι είναι τα golden boys (& girls) του ΟΠΠ, ήτοι του Ομίλου Παραχάραξης της Πραγματικότητας. Έσκασα στα γέλια με την «ιστορία» της Σκίτου, μιας μικρής πόλης 12500 κατοίκων στη Νεμπράσκα, η οποία Σκίτος της Νεμπράσκα γίνεται, σύμφωνα με το «σενάριο» μιας νεοσύλλεκτης στον ΟΠΠ, πρωτεύουσα της… Θεσσαλίας! Αλλά όσο κυλάνε οι σελίδες, τόσο οι ρυθμοί επιβραδύνονται, αντί να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, τόσο η έμπνευση του Bello, καίτοι οργιώδους επινοητικότητας, μοιάζει να μπλέκεται σε γρανάζια που την καθιστούν ένα είδος κακόφωνης λατέρνας που επιζητεί την προσοχή μας πάση θυσία. Ο διδακτισμός του Bello γίνεται τόσο κραυγαλέος ώστε αρχικά νομίζεις ότι πρόκειται περί τεχνάσματος ή περί παρωδίας και εν συνεχεία θα ανατραπεί παταγωδώς, αλλά δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο και παραμένει διδακτισμός. Κρίμα! Ένα συναρπαστικό θέμα και μια πληθωρική πένα να πέφτουν θύματα της μεγαλομανίας ενός μάλλον-μη-μεγαλομανούς μυθιστοριογράφου. Γιατί αν ήταν όντως μεγαλομανής, θα είχε φροντίσει να περιορίσει μπορχεσικώ τω τρόπω την έκταση της έκστασής του, ίσως δε και την έκσταση της έκτασης του εγχειρήματός του. Ας είναι. Οι πολύ καλές στιγμές των Παραχαρακτών αποζημιώνουν τον αναγνώστη, τον παροτρύνουν να δώσει ακόμα μία ευκαιρία στον ενδιαφέροντα κύριο Antoine Bello.
Απεναντίας, ο πολύς Georges Simenon (1903-1989) ήξερε να πηγαίνει, άνευ διδακτισμών, εξάρσεων, εκτάσεων και εκστάσεων, καρφί στην καρδιά του ζητήματος, ιδίως στα άνευ Επιθεωρητού Jules Maigret μυθιστορήματά του. Οφείλουμε στην Άγρα, τον οίκο του Σταύρου Πετσόπουλου, και στην Αργυρώ Μακάρωφ το ότι μιαν εικοσαετία μετά το θάνατο του Simenon μπορούμε να απολαύσουμε έντεκα έργα του μαιτρ, όλα άψογα γυρισμένα στα ελληνικά, όλα γεμάτα ένταση/προσμονή/αγωνία (αλλά και αιχμηρή κοινωνική κριτική), όλα διαμάντια του είδους. Ο Ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ (1956), μυθιστόρημα συγγενές με τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρ και τα Τρία Δωμάτια στο Μανχάτταν ως προς την συμπονετική υγρασία του απέναντι στην χθαμαλότητα της ζωής ορισμένων στην μεγαλούπολη, αλλά και τον μάλλον αδυσώπητο φωτορεαλισμό του (και συμπαθάτε με για την επίτηδες ανακρίβεια και υπερβολή!), καθηλώνει τον αναγνώστη χωρίς περιττά φτιασίδια, με μόνη την φορά των γεγονότων, αργή αρχικά αλλά μετέπειτα καταιγιστική ως προς την υπαρξιακή της δύναμη. Ο Ζονάς Μιλκ είναι ένας βιβλιοπώλης που κάνει το μοιραίο λάθος να πει ένα αφελές, αθώο, άκακο ψέμα, ένα ψέμα απ’ αυτά που κανένας δεν προσέχει, ούτε καν τα μέμφεται. Κι όμως, το ψέμα αυτό θα γίνει ο προβολέας που θα φωτίσει φονικά την αλήθεια, τη δική του και του περιβάλλοντός του: μια φορά εμιγκρές για πάντα εμιγκρές (αυτή είναι η δική του αλήθεια), ο ξένος είναι ο ύποπτος για κάθε έγκλημα, ακόμα και για κείνο που δεν ξέρουμε αν διαπράχθηκε (η αλήθεια του περιβάλλοντός του, μιας γαλλικής μικροκοινωνίας). Η μαεστρία του Simenon είναι, και εδώ, απαράμιλλη, και κάποιος που γνωρίζει τις πολιτικές πεποιθήσεις αυτού του συγγραφέα δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου του, μειδιώντας μειλίχια, ο θαυμασμός του κομμουνιστή Marx για το διεισδυτικό έργο του βασιλόφρονος Balzac!
Και περνάμε στον Raymond Chandler για να θυμηθούμε ότι έφυγε από τούτο τον κόσμο πριν από μισόν αιώνα, καθώς και ότι κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα (το The Big Sleep) πριν από εβδομήντα χρόνια. Και το θυμόμαστε λέγοντας απλώς: παίδες, κυκλοφόρησαν προσφάτως τόσο το έκτο (1954), και κατά πολλούς πιο πλούσιο, μυθιστόρημα του μαιτρ, ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός σε νέα μετάφραση (από τον Αντώνη Καλοκύρη, που είναι ένας από τους βιρτουόζους μεταφραστές του είδους) και έκδοση (Κέδρος), όσο και το δεύτερο μυθιστόρημά του (1940), το Αντίο, γλυκιά μου (ανατύπωση από την Άγρα της πολύ γερής έκδοσης του 1985, όπου εκτός από τη μετάφραση ο «αρχηγός» Ανδρέας Αποστολίδης υπογράφει ένα από καλύτερα, και εκτενέστερα, κείμενα που έχουν γραφτεί παγκοσμίως για τον Chandler), αλλά και το τέταρτο (1943), η Κυρία της Λίμνης (επανέκδοση από την Ερατώ, με σκληρό, ωραίο, επίτηδες παλιομοδίτικο εξώφυλλο, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Αργυρού). Και στα τρία αυτά μυθιστορήματα δεσπόζει, βέβαια, η μορφή του Φίλιπ Μάρλοου, αυτού του μελαγχολικού/μοναχικού ιππότη σε μιαν εποχή κυνισμού, αυτού του θαυμάσιου τύπου που δηλώνει ότι του αρέσουν οι γυναίκες, το αλκοόλ, το σκάκι, και μερικά άλλα πράγματα, αυτής της περσόνας που επέτρεπε στον δημιουργό του να γράφει – ακούστε πώς, ακούστε: «Διπλή παύση. Πήγα πάνω και ξανακατέβηκα. Δε μου άρεσε πάνω. Το υψόμετρο αναστατώνει τους χτύπους της καρδιάς μου. Αλλά εξακολουθώ να χτυπάω τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Τι μάγος που είναι το υποσυνείδητο! Μακάρι να δούλευε τακτικά. Πάνω επίσης είχε φεγγαρόφωτο. Ίσως είναι το ίδιο φεγγάρι. Δεν υπάρχει ποικιλία ως προς το φεγγάρι. Έρχεται και φεύγει σαν το γαλατά και το γάλα του φεγγαριού είναι πάντα ίδιο» (Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός, σ.304).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/ΧΙ/09

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Περί Αγάπης


Στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης

[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM & www.kanaliena.gr, στις 12 παρά κάτι, όπως κάθε μέρα. Την Παρασκευή, στις 11 παρά κάτι]

Βαδίζαμε κοπιαστικά μες στη σκοτεινιά, πάνω από μεγάλα λιθάρια και μέσα από μεγάλους νερόλακκους, στον ένα και μοναδικό δρόμο που οδηγούσε πέρα από το στρατόπεδο. Οι φρουροί που μας συνόδευαν δεν έπαυαν να μας φωνάζουν και να μας καθοδηγούν κοπανώντας μας με τα κοντάκια των τουφεκιών τους. Όποιος είχε πολύ πρησμένα πόδια στηριζόταν στο μπράτσο του διπλανού του. Σχεδόν λέξη δεν λέγαμε~ ο παγερός αγέρας δεν ενθάρρυνε την ομιλία. Κρύβοντας το στόμα του πίσω από τον ανασηκωμένο του γιακά, ο άντρας που βάδιζε δίπλα μου ψιθύρισε άξαφνα: «Πού να μας έβλεπαν οι γυναίκες μας! Ελπίζω να είναι καλύτερα στα στρατόπεδα που τις έχουν και να μην ξέρουν τι συμβαίνει σ’ εμάς».
Αυτά τα λόγια μου έφεραν στο μυαλό σκέψεις για τη σύζυγό μου. Κι όπως συνεχίζαμε να πεζοπορούμε για μίλια, γλιστρώντας στα παγωμένα σημεία, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο ξανά και ξανά, να σέρνουμε ο ένας τον άλλον προς τα πάνω και προς τα εμπρός, τίποτε άλλο δεν είπαμε, αλλά ξέραμε και οι δύο: ο καθένας μας σκεφτόταν τη γυναίκα του. Πού και πού κοιτούσα τον ουρανό , όπου τα αστέρια άρχισαν να σβήνουν και το ρόδινο φως του πρωινού πήρε ν’ απλώνεται πίσω από ένα πρανές όλο σύννεφα. Αλλά το μυαλό μου γαντζώθηκε στην εικόνα της γυναίκας μου, τη φανταζόταν με αλλόκοσμη οξύτητα. Την άκουσα να μου απαντάει, είδα το χαμόγελό της, την έντιμη και ενθαρρυντική ματιά της. Αληθινή ή όχι, η ματιά της ήταν τώρα πιο φωτερή από τον ήλιο που άρχιζε να ανατέλλει.
Μια σκέψη με καθήλωσε: για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια όπως την τραγουδάνε τόσοι και τόσοι ποιητές, όπως τη διακηρύσσουν ως ύψιστη σοφία τόσοι και τόσοι στοχαστές. Την αλήθεια – ότι δηλαδή η αγάπη είναι ο υπέρτατος και υψηλότερος σκοπός στον οποίο μπορεί ο άνθρωπος να αποβλέπει. Τότε άδραξα το νόημα του μέγιστου μυστικού που έχουν να μεταδώσουν η ανθρώπινη ποίηση και η ανθρώπινη σκέψη και πίστη: Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μέσα από την αγάπη και μέσα στην αγάπη. Κατάλαβα πώς ένας άνθρωπος που τίποτα δεν του έχει απομείνει στον κόσμο μπορεί, και πάλι, να αισθανθεί ευδαιμονία, έστω κι αν είναι μονάχα για μια σύντομη στιγμή, καθώς συλλογίζεται τους αγαπημένους του. Σε μια θέση απόλυτης ερήμωσης, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφραστεί με θετική δράση, όταν το μοναδικό του επίτευγμα ενδέχεται να συνίσταται στο να υπομένει τα βάσανά του με τον σωστό τρόπο –έναν αξιότιμο τρόπο– σε μια τέτοια θέση μπορεί κανείς, μέσα από τον έμπλεο αγάπης συλλογισμό των αγαπημένων του, να πετύχει την πλήρωση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν ικανός να καταλάβω τις λέξεις, «Οι άγγελοι είναι χαμένοι μες στην αέναη ενατένιση μιας απέραντης δόξας».

Victor Frankl [από το βιβλίο του «Η Αναζήτηση του Νοήματος», προσεχώς από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη]

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Περί Ανωνυμίας


Σας παρακαλώ πολύ, όσοι επιθυμείτε να παραμένουν στα σχόλιά σας εδώ να τα στέλνετε επωνύμως. Τα ανώνυμα, και ιδίως τα υβριστικά (προς άλλους υβριστικά, μάλιστα) τα σβήνω αμέσως μόλις τα δω.

Ο διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος όταν ξέρεις με ποιον μιλάς! Πού να ξέρω αν ο εκάστοτε ανώνυμος δεν είναι υπέροχος φίλος ή δόλιος (με αμφότερες τις έννοιες) εχθρός;

Τέλος, δεν είναι και πολύ σόι το να καθυβρίζεις μια γυναίκα, όποια κι αν είναι, όποιες απόψεις κι αν έχει, ό,τι κι αν κομίζει. Ολίγη ευγένεια δεν βλάπτει!

ΖΕΝΕΡΙΚ



Ζενερίκ

Συλληβδηνογραφία

Στις 9 Δεκεμβρίου: τα γενέθλια του μεγίστου John Cassavetes, γεννημένου στα 1929, που στα 1989 πήρε παραμάσχαλα τις μπομπίνες του και πήγε στους ουράνιους σινεμάδες να προβάλλει εκεί το Shadows (άλλη επέτειος: μισός αιώνας φέτος από τούτη την τόσο αυτοσχεδιαστική ταινία)~ ο Cassavetes ήταν, θαρρώ (και επιμένω) ο πιο συγγραφέας εκ των σκηνοθετών του σελιλόιντ, σα να λέμε η δύναμή του ήταν ότι οι εικόνες του έμοιαζαν να λειτουργούν σαν λέξεις, καλοδιαλεγμένες, αιχμηρές, τρυφερές, βυθοσκοπικές. Ιδού μερικά βιβλία για τον Cassavetes: George Kouvaros, Where Does It Happen? John Cassavetes and Cinema at the Breaking Point (University of Minnesota Pres, Minneapolis/London, 2004)~ Ray Carney, Cassavetes on Cassavetes (Faber & Faber, London, 2001)~ Ray Carney, The Films of john Cassavetes: Pragmatism, Modernism, and the Movies (Cambridge University Press, 1994), και Marshall Fine, Accidental Genius: How John Cassavetes invented the American Independent Film (Miramax Books, Hyperion, New York, 2005).
Φυσικά, η συνήθως ύποπτη επί των σχέσεων Λογοτεχνίας/Πόλεων/Κινηματογράφου, η Σώτη Τριανταφύλλου συνέγραψε πόνημα για τον έξοχο δημιουργό ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το οποίο εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος του χαλκέντερου Γιάννη Σολδάτου, ο Αιγόκερως. Apropos, είναι καταδικαστέες (και όχι μονάχα ως γελοιότητες!) επιθέσεις σαν αυτές που δέχτηκε η Σώτη, και το Βιβλιοκαφέ Floral από ημιονηγούς της ηλιθιότητας – και δεν εννοώ μόνον τους «φυσικούς αυτουργούς» αλλά και ορισμένους ανθυπολογοτέχνες που έσπευσαν να βαφτίσουν για μιαν ακόμα φορά την κακεντρέχεια και τη ζηλοφθονία τους σε ξινισμένο κρασί. Παρεμπιπτόντως, να ευχηθούμε «καλοτάξιδο!» το ολοκαίνουργο βιβλίο της Ο χρόνος πάλι (εκδ. Πατάκης). Γράφει η Σώτη: «Πρέπει να διαλέξεις έναν τρόπο για να ζεις. Πώς θα διαλέξεις αυτόν τον τρόπο; Η φιλοσοφία είναι η αυλή των θαυμάτων. Δίπλα στο κρεβάτι μου, στο τραπεζάκι, ο ‘Χέγκελ’ του Κώστα Παπαϊωάννου: πώς η ερμηνεία και η εφαρμογή της φιλοσοφίας εξαρτώνται από τα μάτια του αναγνώστη».
Πέντε παρά δύο ξημερώματα: και έπρεπε να κοιμηθώ νωρίς για να ξυπνήσω νωρίς. Και πήρα στα χέρια μου το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη και της πολύ καλής παρέας του (Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, Αλέκος Παπαδάτος, Annie Di Donna), εκδ. Ίκαρος. Παθιασμένες προσωπικότητες, εξαντλητικά εγχειρήματα, η διελκυστίνδα στοχασμού/ζωής, η διαλεκτική πνεύματος/σώματος, και ένα είδος ιστορίας του 20ού αιώνα, μέσα από τα μαθηματικά και τις αναζητήσεις κορυφαίων επιστημόνων. Θαυμάσιο το κείμενο, θαυμάσια η εικονογράφηση, θαυμάσια η έκδοση.
Προβλέπεται (όπως λέγαμε στα ελληνικά στρατά) καταβύθιση στις 600 σελίδες του Καπότε: Μια ζωή εν θερμώ που υπογράφει ο Τζέραλντ Κλαρκ (μτφρ. Βασίλης Μανουσάκης, εκδ. Μεταίχμιο). «Ο Τρούμαν ένιωθε σαν ήρωας πολέμου, που γύρισε κουτσαίνοντας στην πατρίδα και περίμενε να του κάνουν παρέλαση, για να ανακαλύψει μόνο πως οι άλλοι, που δεν είχαν καν δει τον εχθρό από κοντά, είχαν πάρει όλα τα παράσημα», γράφει ο Κλαρκ, αναφερόμενος στο ότι σεβασμός και έπαινος από τους «σωστούς ανθρώπους» (για τον Καπότε, το αληθινό όνομα του οποίου ήταν Truman Streckfus Persons) δεν ήρθαν. Παίρνοντας στα χέρια μου το έργο του Κλαρκ, έσπευσα να κατεβάσω από τα ράφια, για γόνιμη επανάληψη, την Αλληλογραφία του Καπότε (επιμέλεια Τζέραλντ Κλαρκ, μτφρ. Μυρίσνη Γκανά, εκδ. Μεταίχμιο), το Όταν οι προσευχές εισακούονται (μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτης), το Άλλες Φωνές, Άλλοι Τόποι (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Μεταίχμιο), και φυσικά το Εν Ψυχρώ (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτης).
Και μετά; Φτιάχνεις μουσική, ένα cd, μεθάς, ανακατεύεις τα βιβλία στα ράφια, αναστατώνεις εντός σου τις φράσεις που σε στοιχειώνουν, πιάνεις εκείνη την παλιά πένα, γράφεις: Χρόνια, δεκαετίες, να συνοψίζουμε τα εκατομμύρια δευτερόλεπτά μας σε δέκα, δεκαπέντε φράσεις, σε δέκα, δεκαπέντε βιβλία, σε δέκα, δεκαπέντε άσματα. Σπαράγματα και θραύσματα η ζωή μας μες στην πόλη, στις Λεωφόρους του Τίποτα, στα Σοκάκια του Πουθενά, στις Αλέες της Ερήμωσης. Ξανά τα μνήματα των όσων ζήσαμε και ζούμε να γίνονται νότες και πλεγμένες λέξεις, να βραχνιάζουμε καθώς προσευχόμαστε στο Κενό των Ημερών, πάνω από την Σκακιέρα της Ανυπαρξίας. Υγρά Όνειρα ουρλιάζουν δαγκάνοντας το Ρημάδι της Αμεριμνησίας που τόσο λατρέψαμε. Είμαστε Υπέροχοι μες στην Αθωότητά μας. Είμαστε Αθώοι μες στην Υπεροχή μας. Η dirty old town είναι για μας η ακατάσχετη Αθήνα. Δεν Θα Πεθάνουμε Ποτέ Πριν Ζήσουμε Για Πάντα. No Time To Check The Facts. Ο Σπύρος αφιερώνει στη Χριστίνα. Ο Ίκαρος αφιερώνει στην Ελεάννα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 16/ΧΙ/09

[Στο ΔΙΑΒΑΖΩ που κυκλοφορεί].

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Μες στη Τσέπη το Βιβλίο


[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις 12 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα]

Radio_251109

Μες στην Τσέπη το Βιβλίο

Λέγαμε κι από παλιά ότι μια πόλη που δεν έχει σιδηροδρομικό σταθμό και όπερα δεν είναι πόλη. Είχα ακούσει τον Noam Chomsky, κι ας θυμηθούμε ότι γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1928, να μιλάει για πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν έχουν ούτε ένα βιβλιοπωλείο, ούτε έναν κινηματογράφο, ούτε ένα θέατρο~ πόλεις με πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο ψυχές!
Χθες, συναχθήκαμε μες στο θάλπος του Βιβλιοπωλείου Θυμέλη, στον Πειραιά, στην Ανδρούτσου, ανάμεσα στη Λεωφόρο του Λαμπράκη και σ’ εκείνη των Ηρώων Πολυτεχνείου. Μίλησε ο Μισέλ Φάις και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Διάβασε διαλεγμένα και διαλεχτά κομμάτια από το έργο του Φάις η Αλεξία Καλτσίκη, υποβλητική ηθοποιός, εσκεμμένα τόνων χαμηλών ώστε το ξέσπασμα όταν έρχεται να συγκλονίζει (μου θύμισε το υπόγειο/συγκρατημένο/συγκροτημένο παίξιμο του Bruno Ganz). Κόσμος πολύς και εκλεκτός. Η φιλοξενία υποδειγματική. Τα όσα ειπώθηκαν, ανάμεσα στον Χατζηβασιλείου και τον Φάις, σε έναν ανοιχτό διάλογο, μέσα από τον οποίο ανασυναρμολογήθηκε και μας παρουσιάστηκε μεστά σύνολο το έργο του Φάις, ήσαν σημαντικά, όχι μονάχα για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ της Λογοτεχνίας, αλλά και για όλους όσοι «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», ανησυχούν για όσα διαδραματίζονται γύρω μας και εντός μας, για την ολοένα και πιο οδυνηρή απώλεια κάθε ταυτότητας, είτε κοινωνικής είτε προσωπικής, και την πότε μεθοδική/συστηματική και πότε σπασμωδική/άτσαλη, πάντως πάντα εναγώνια προσπάθειά μας να περάσουμε ξανά από το φαίνεσθαι στο είναι, από το χάος της μοναχικότητας στο θάλπος του ανήκειν και του συνανήκειν.
Οι φιλόξενοι, πατήρ και υιός της Θυμέλης, έβαλαν ένα στοίχημα, λογοπαίζοντας εύστοχα: ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον Πειραιά, το φάντασμα της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας. Ή, όπως το λέμε συχνά-πυκνά εδώ στο Κανάλι, να γίνει και πάλι ο Πειραιάς πόλος έλξης θελκτικής, να έρχονται από τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι, από το Μαρούσι και το Χαλάνδρι, από παντού, φιλότεχνοι και φιλόμουσοι, για να συμμετάσχουν στην συνενοχή ανθρώπων όπως αυτοί της Θυμέλης, της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας, ή της Αίθουσας Τέχνης Γαία, ή αυτοί που θα κάνουν το Δημοτικό Θέατρο να λάμψει εκ νέου.
Χθες, Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, στο θάλπος της Θυμέλης, ακούγοντας τον Φάις και τον Χατζηβασιλείου, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό βλέποντας την Αλεξία να ερμηνεύει τη Ρούσκα, παίρνοντας μια συγκλονισμένη (και επίτηδες δεν λέγω «συγκλονιστική») πρώτη ιδέα από τα «Πορφυρά Γέλια», το νέο μυθιστόρημα του Φάις που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, μια πρώτη ιδέα που εμέ μου φάνηκε σαν κεραυνός σε slow motion, ακούγοντας επίσης τον Γιάννη Καραλόγο, βλέποντας τα βλέμματα όσων ήσαν εκεί, αισθάνθηκα και πάλι και ξανά ότι τίποτα δεν παίχτηκε μια για πάντα, ότι οι πόλεις, ο Πειραιάς, ξέρουν να βρίσκουν τις ανάσες τους, να βγαίνουν απ’ το τέλμα, να λάμπουν στον αφρό των ημερών και μέσα απ’ τις ομίχλες των καιρών.
Ας ξανακάνουμε το βιβλίο οξυγόνο αντιδιαστολής, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος για την ποίηση. Ας γυρίσουμε χαμογελώντας στις κόγχες της εφηβείας μας, τότε που γυρνούσαμε στα τσιπουράδικα και στα ουζεριά πάντα μ’ ένα βιβλίο στου αμπέχονου ή στης πατατούκας ή στης καμπαρντίνας την τσέπη. Πολλά μεγάλα κόλπα άρχισαν απ’ τα κάτω, λέγαμε παλιά, και δεν είχαμε άδικο. Βιβλίο στην τσέπη, δυο-τρεις ώρες Bach και Μπάτης, Vivaldi και Βαμβακάρης, Paganini και Πάνου, μια βόλτα συχνά-πυκνά απ’ τη Θυμέλη, ένα πέρασμα από τη Γαία, και η πόλη αρχίζει να ομορφαίνει πάλι, γιατί ομορφαίνουμε εμείς!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟ


[Σήμερα, όπως και κάθε μέρα πλέον, στις 12 παρά δέκα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης στο Πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημά του!]



Οι Σημαίες της Ανατολικής Γερμανίας και ο Χρήστος Βακαλόπουλος

Από το πασίγνωστο (και εφιαλτικό) «και οι τοίχοι έχουν αυτιά» έως το «και τα αυτιά σας έχουν τοίχους», εξίσου εφιαλτικό, δεν υπάρχει παρά η απόσταση, αμελητέα ενίοτε, ανάμεσα στο τραγικό και στο ιλαρό. Μακριά τόσο από το τραγικό όσο και από το ιλαρό είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αυτά τα ψαχτήρια μέσα στο αχανές της σύγχρονης ζωής με τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της. Και δεν είναι διόλου κακό, άσκοπο ή κουραστικό να θυμίζουμε, ξανά και ξανά, ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι εκτός από θαυμαστοί είναι και πολύτιμοι, και εκτός από πολύτιμοι είναι και γοητευτικοί.
Προχθές, στην κλασική και καθιερωμένη Πορεία του Πολυτεχνείου οι κύριοι (και λέω «κύριοι» εσκεμμένα, καθότι δικοί μου σύντροφοι δεν είναι, ούτε καν συμπότες), του ΚΚΕ κρατούσαν και έσειαν υπερηφάνως σημαίες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της λεγόμενης Ανατολικής Γερμανίας. Στάχια, διαβήτης, σφυρί. Μάλιστα. Αλλά σήμερα; Είκοσι χρόνια μετά; Αυτοκριτική καμιά; Καμιά! Γνωστό από παλιά! Καμιά! Καμιά! Αυτοκριτική καμιά!
Δεν θα χρησιμοποιήσω τα λόγια κάποιου μεγάλου φιλοσόφου, κάποιου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής ή του ανθρώπινου νου, μήτε κάποιου μεγίστου κοινωνικού αναλυτή. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του (επίτηδες) ανώνυμου «ιδιωτικού ματιού», του Κοντινένταλ Οπ, αλιευμένα από το σπουδαίο μυθιστόρημα του Dashiell Hammett (1894-1961) «Η Κατάρα των Ντέην» (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα). Και προτού τα χρησιμοποιήσω, ας θυμίσω ότι ο Hammett, ο άνθρωπος που έγραψε το «Γεράκι της Μάλτας» και τον «Κόκκινο Θερισμό», ταλαιπωρήθηκε βάναυσα από τον μακαρθισμό ως κομμουνιστής. Τα λόγια, του Hammett/Κοντινένταλ Οπ, λοιπόν: «Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά, κι ας προσποιούνται όλοι ότι μπορούν. Η σκέψη είναι μια λειτουργία περίπλοκη. […] Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι επιμένουν τόσο πολύ στις πεποιθήσεις και τις απόψεις τους. Γιατί, σε σύγκριση με τον συμπτωματικό τρόπο που σχηματίζονται, ακόμα και οι απλοϊκότερες από αυτές παρουσιάζονται εξαιρετικά σαφείς, λογικές και αυταπόδεικτες. Κι αν απομακρυνθούν από αυτές, πρέπει να ξαναβουτήξουν στη θολούρα της ομίχλης για να ξετρυπώσουν κάποια άλλη, για να πάρει τη θέση της προηγούμενης».
Οι κύριοι του ΚΚΕ επιμένουν να αποδεικνύουν περίτρανα, και μάλιστα όχι μονάχα να το αποδεικνύουν αλλά και να το επιδεικνύουν, ότι δεν τους χρειάζεται η σκέψη, τους αρκεί να δεθεί το ατσάλι των πεποιθήσεων, κι ας έχουν γεράσει αγρίως οι εν λόγω πεποιθήσεις, κι ας είναι το ατσάλι τους πιο μαλακό κι από πλαστελίνη. Τίποτα δεν άλλαξε, επ’ ώμου της Λαϊκής Δημοκρατίας η σημαία, κι όλα καλά κι όλα δίχως σκέψη κι όλα ωραία!
Στους αντίποδες, ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993): μια μηχανή αναζήτησης, ένα εξαίσιο ψαχτήρι στις κόγχες των πόλεων, μόνιμος κάτοικος της Movieland και Radioville, ήξερε να σκέφτεται και να διαισθάνεται, να κάνει σλάλομ στα στερεότυπα, να διακρίνει στην Αριστερά ό,τι την έκανε Άξιο Στέκι όλων ημών των «ανήσυχων νιάτων», να μην αράζει σε κανέναν κομφορμισμό δεξιό ή αριστερό, να μην κουβαλάει καμία σημαία επ’ ώμου, να μην σείει καμία ατσαλωμένη βεβαιότητα. Αρθογράφος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός, και πάνω απ’ όλα μια ζωντανή παρουσία στην Αγορά, στην Καλλιδρομίου, στις παρέες. Οι φίλοι του θα συναχθούμε σήμερα, Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου του 2009, στη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού, στο Feriale, το βραδάκι, δίχως πάνελ, δίχως εξέδρες, και θα διαβάσουμε, ο ένας στον άλλο, κι όλοι σε όλους, αγαπημένα αποσπάσματα από τα βιβλία του Χρήστου, και θα ακούσουμε τις μουσικές που αγαπήσαμε μαζί του. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/XI/09

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Κέρουακ


Bookpress1 [στο τεύχος που κυλοφορεί]:

Γιατί [να] Διαβάζουμε [ακόμη] Jack Kerouac;


Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του, κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πανωαπόλα ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ανήμερα του Τζακ, 21/10/2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η Στήλη του Ιωάννη Παπασπύρου


Ζούμε ανάμεσά τους
Μια σύντομη ανάγνωση της Λευκής Κορδέλας του Μίκαελ Χάνεκε

Στην εισαγωγή της ταινίας ο αφηγητής εξηγεί ότι η ιστορία που θα δούμε πιθανόν και να αποδειχθεί ελαφρώς ελλιπής, πέρασαν άλλωστε τόσα χρόνια, ορισμένα περιστατικά του τόπου και του χρόνου εκείνου, ωστόσο, καλό θα ήταν να ειπωθούν.
Σε μια πανέμορφη ασπρόμαυρη ύπαιθρο, σ’ ένα μικροσκοπικό και απομονωμένο χωριό, το έναυσμα για την κούρσα της μοχθηρίας το δίνουν δύο περιστατικά: η καταστροφή μέρους της σοδειάς του Βαρώνου και η κακοποίηση του παιδιού τους από αγνώστους. Άπαντες λοιπόν μαζεύονται πάραυτα στην εκκλησία και παρουσία του ίδιου του Βαρώνου και, βεβαίως, του Πάστορα, οι κατηγορίες εκσφενδονίζονται προς μία και μοναδική κατεύθυνση της ιεραρχίας, προς τα κάτω φυσικά. Σ’ ένα ασφυκτικό σύμπαν εξάρτησης, αναγκαιότητας, υποτέλειας και ενδοοικογενειακών ραβδισμών προς παραδειγματισμό η ιστορία παύει έκτοτε, εξ αρχής δηλαδή, να είναι μυστηριώδης. Εδώ τα νοσήματα μεταδίδονται με τη βραδύτητα της εναλλαγής γενεών, χέρι με χέρι, απιστία προς απιστία, προδοσία προς προδοσία.
Η λύτρωση δεν είναι το ζητούμενο, γι’ αυτό μας διαβεβαιώνουν οι ενήλικες ήρωες κλαδεύοντας την παιδικότητα, τις ορμές και την περιέργεια των τέκνων τους, ήτοι κλαδεύοντας το μέλλον. Εδώ το αίσθημα της (συν)ενοχής φτάνει και περισσεύει για όλους, τόσο που οι ένοχοι δεν είναι καν ανάγκη να βρεθούν, κι έτσι στην πράξη ουδείς ενδιαφέρεται να τους εντοπίσει. Δεν είναι η αγωνία, μα η καχυποψία που κινεί τη δράση, κι ό,τι έχει μείνει όρθιο στο χωριό απ’ τους φαρμακόγλωσσους και ηλίθιους κατοίκους του, αποτυπώνεται πια στην ταινία με κάθετες ματιές πάνω στις υπόλοιπες καθημερινές τους δραστηριότητες, φερ’ ειπείν στον έρωτα του φιλότιμου και ελαφρώς μπούλη νεαρού καθηγητή για την δεκαεπτάχρονη Εύα.
Η περίοδος του θερισμού περνάει στο χειμώνα, και όπως μας προειδοποιεί ο αφηγητής (ο δασκαλάκος μετά από χρόνια), ο χειμώνας θα περάσει στον Πόλεμο. Προς το παρόν, όμως, ας δούμε τα χαρακώματα μέσα στα σπίτια τους. Ο οπτική του δημιουργού λειτουργεί σαν αναρριχητικό φυτό, δεν καταγράφει τους κλυδωνισμούς των περιστατικών, τα περιστατικά είναι ο πυροβολισμός του αφέτη, η κούρσα είναι ήδη γνωστή: η υστερία ενός Πολέμου. Από τη θέση σκηνοθέτη και σεναριογράφου ο Χάνεκε αντ’ αυτού ηθογραφεί καθ’ εαυτή την τρικυμιώδη και χρόνια νόσο που θα σακατέψει το μέλλον της Ευρώπης. Αντικείμενά του είναι η δηλητηριώδης ανωνυμία που ψεκάζει κι ύστερα εξαφανίζεται, η κακοποίηση των παιδιών, η κλειστοφοβία μιας μακρόσυρτης βλακείας και οι απομονωμένες υπάρξεις του Βαρώνου, της Γυναίκας του, του Πάστορα, του Αγρότη, του Γιατρού, της Μαίας και άλλων, συγκεκριμένων, στα πρώτα βήματα ενός αιώνα.
Όλοι τους οκνηροί, ψεύτες και αγενείς θέλουν να μάθουν, να ψαχουλέψουν ο ένας τον άλλο, όμως όλοι τους φοβούνται την οικειότητα. Φορεμένη στο μπράτσο και σε σωστή απόσταση από την ανθρωπιά, η λευκή κορδέλα είναι κυρίως ένα σύμβολο εξευτελισμού και μίσους, μια τακτική τιμωρίας: τη φοράνε τα παιδιά του Πάστορα για να τους θυμίζει την πρότερη αγνότητά τους (βλ. τις αμαρτίες τους). Μια κορδέλα μάλλον κατάμαυρη. Ο Πόλεμος έρχεται, και οι αιτίες εντοπίζονται εκεί όπου γεννήθηκαν οι αναπηρίες αυτών ακριβώς των παιδιών. Ενός κακού, μύρια έπονται.


Ίων Παπασπύρου
14 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Πέμπτη Πάμε Πατάρι


Πέμπτη Πάμε Πατάρι

Κάθε Πέμπτη, στο Πατάρι του Feriale, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Οι Φίλοι του στήνουν ένα μοναδικό συμβάν! Σόλωνος και Ασκληπιού, μετά τις 7 το απόγευμα!

Πέμπτη, 12/11/2009: Beat και Jazz, Kerouac και Coltrane! Παρέα με τους Συντελεστές της Μηνιαίας Εφημερίδας Bookpress, το νέο τεύχος της οποίας έχει αφιέρωμα στον Kerouac!

Πέμπτη, 19/11/2009: Play it again, Χρήστο! Οι φίλοι του Χρήστου Βακαλόπουλου σε μια βραδινή σύναξη, διαβάζουν αποσπάσματα από τα βιβλία του και ακούνε αγαπημένες μουσικές. Δίχως πάνελ. Με αγάπες και λουλούδια.

Πέμπτη, 26/11/2009: Το Διπλόν μετά του Ωφελίμου! Η Radio Propaganda, και ο συγγραφέας Θάνος Σταθόπουλος, σας καλούν σε μια Νύχτα Γιώργου Ιωάννου. Άνευ πάνελ, πάλι, όσοι αγαπούν το έργο του μεγάλου λογοτέχνη θα ακούσουν τον κύκλο τραγουδιών «Κέντρο Διερχομένων» (μουσική Νίκος Μαμαγκάκης, ποίηση Γιώργος Ιωάννου). Το Πατάρι θα κοσμούν οι Γιγαντιαίες Μινιατούρες της Ελεάννας Μαρτίνου.

[Στη φωτό έργο της Ελεάννας Μαρτίνου]

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

ΔΡΑΣΗ ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ




Δράση μετά Μουσικής


Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


[στη φωτό ο μέγας Maurice Attia, παίδες!]

Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30/10/09]

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ



Τεστ Κοπώσεως

Είναι γνωστό τοις πάσι, καίτοι στην αλλόκοτη εποχή μας, πρέπει να ξαναπιάνουμε τα αυτονόητα, ότι η Φιλία είναι ένα δώρο που δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά που μπορείς, αν το κρίνεις πρέπον, να σταματήσεις να το παρέχεις σε κάποιον που δεν είναι πια αντάξιός σου. Ή που, απλώς, έχει πάψει να σε εμπνέει να του το δίνεις. Το ίδιο, ασφαλώς, ισχύει και για τον Έρωτα, καθώς και για πολλές ανθρώπινες σχέσεις.

Συμβαίνει, κάποιοι από εμάς, να έχουμε την τάση, αφειδώς και με το χαμόγελο στα χείλη, να παρέχουμε ό,τι έχουμε και ενίοτε ό,τι δεν έχουμε σε ανθρώπους που μας εμπνέουν, για ποικίλους λόγους, και μας επιτρέπουν να εκδηλώσουμε τη δοτικότητά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άγραφοι κανόνες, ακόμα και άρρητοι κανόνες, πράγματα που ούτε σε συμβόλαιο μπαίνουν για να υπογραφούν, αλλά ούτε καν ειπώνονται, μιας και θεωρούνται, τουλάχιστον θεωρούνταν σε άλλους, πιο σαφείς καιρούς, αυτονόητα. Άρα γιατί να κουράζεσαι να τα λες. Και, κυρίως, γιατί να προσβάλλεις τον άλλον θίγοντάς τα.

Είναι αυτονόητο, φέρ’ ειπείν, ότι Φίλος δεν κλέβει Φίλο, όπως επίσης ότι δεν τον συκοφαντεί, δεν του μουντζαλώνει τα βιβλία, δεν του χαράσσει τα βινύλια, δεν γλυκοκοιτάζει το κορίτσι του, δεν είναι και πολύ αυστηρός απέναντι στα κουσούρια του (άλλωστε όλοι έχουμε κουσούρια), και πολλά άλλα. Επίσης, ο Φίλος θέλει να είναι περήφανος για τον Φίλο του, εξ ου και συχνά κάνουμε στενή παρέα με ανθρώπους που μας μοιάζουν, και με τους οποίους όσο κι αν διαφωνούμε σε πάμπολλα πράγματα, συμφωνούμε στα βασικά. Εννοείται ότι επιθυμούμε να περνάμε ώρες πολλές, και όσο πιο συχνά, με τους φίλους μας, να μοιραζόμαστε το ψωμί και το κρασί μας, και, αν τυχαίνει να ανήκουμε στην τάξη των δημιουργών, να κάνουμε παρέα σχέδια, έστω και ανεκπλήρωτα, για βιβλία, ταινίες, μουσικά έργα, ή, πάλι, συμβαίνει τα ονειροπολούμε και να ταξιδεύουμε στον χώρο αλλά και στον χρόνο αποκομίζοντας πλούσιες εμπειρίες.

Ενίοτε συμβαίνει κάποιος καλός φίλος να μας απογοητεύσει. Συμβαίνει να μην ακούει το καμπανάκι, τη σφυρίχτρα του φάουλ, να έχει αχρωματοψία όταν σηκώνεται η κίτρινη κάρτα. Συμβαίνει να παραβιάζει ξανά και ξανά κάποιες έστω άρρητες συμφωνίες, να μην αντιλαμβάνεται ότι τον επιπλήξαμε με απέραντη μειλιχιότητα και με περισσό χιούμορ, και επιχειρήσαμε να του δώσουμε να καταλάβει ότι ορισμένα πράγματα και ορισμένες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές σε μια συγκεκριμένη παρέα. Όταν υποτροπιάζει, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να τον απαλλάξουμε από τη Φιλία μας, εφόσον μοιάζει να του είναι βάρος – και ως γνωστόν η Φιλία είναι η σχέση εκείνη που εκκινεί και εξελίσσεται πιο ελεύθερα από οποιαδήποτε άλλη. Όταν, μάλιστα, ο υποτροπιασμός αγγίξει όρια εκνευριστικής αγένειας, κακεντρέχειας, ζηλοφθονίας, τότε καλούμαστε να ειδοποιήσουμε, με ευγενικό πάντα τρόπο, τους κοινούς μας φίλους ότι απαλλάξαμε τον υποτροπιάζοντα φίλο από τη φιλία μας. Ενίοτε δε, έχουμε το δικαίωμα, θες η κόπωση θες ο χρόνος ο λιγοστός της τόσο εφήμερης υπάρξεώς μας, να εφαρμόζουμε το ανοξείδωτο «πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι», και, χωρίς πολλά λόγια, να ξεκόβουμε και από πέντε έξι άλλους παλιούς, αλλά όχι και τόσο καλούς, φίλους.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/11/09

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ


[Το διάβασα σήμερα, 03/11/09, στο Κανάλι 1,90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 2 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα].


Αριστερές Αγκυλώσεις

Γίναμε, κάποτε, αριστεροί, ορισμένοι έμειναν κιόλας, όταν γνωρίσαμε ευγενείς ιδέες μέσω ευγενών ανθρώπων. Ιδέες που οδηγούσαν στη υπέρβαση ενός στενού, στενεμένου εγώ, απλώνονταν στον Άλλον, είχαν να κάνουν με την αλληλεγγύη, με το μοίρασμα του ψωμιού και του κρασιού, με την αλληλοπεριχώρηση: ανοίγω την πανοπλία μου, έρχομαι σ’ εσένα, έρχεσαι σ’ εμένα, σε δεξιώνομαι. Οι άνθρωποι που μας οικείωσαν με τέτοιες ιδέες ήσαν συνήθως φτωχοί, ζούσαν λιτά, αλλά ήξεραν πολύ καλά να είναι πάμπλουτοι στο χρόνο, να διαθέτουν απλόχερα τα δευτερόλεπτά τους, να χαρίζουν βιβλία, να προσφέρουν ανιδιοτελώς γνώσεις. Έτσι ενεπλάκημεν, θα έλεγα, με την Αριστερά και τους λαβυρίνθους της, έτσι οδηγηθήκαμε σε μελέτη δεκάδων χιλιάδων σελίδων, στη θέαση εκατοντάδων ταινιών, σε συζητήσεις πολύωρες και πολύπτυχες. Έτσι μάθαμε να αφήνουμε την πόρτα μας ανοιχτή στον Άλλο, να παρέχουμε ό,τι έχουμε, ενίοτε μάλιστα και ό,τι δεν έχουμε, να κάνουμε όνειρα για μέλλον και σχέδια για το παρελθόν. Να είμαστε ένα είδος Ρεαλιστών του Ρομαντισμού ή/και Ρομαντικών του Ρεαλισμού.

Χρόνια πριν, αφού είδαμε μια περιλάλητη ταινία, ξέσπασε συζήτηση για το εάν και κατά πόσον επρόκειτο για έργο αριστερό, εάν έδειχνε τα περί ταξικής πάλης με τον δέοντα τρόπο ή εάν ήταν έργο απολίτικο (όπως έλεγαν τότε). Ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό μου, τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου, φυσώντας τον καπνό όχι δίχως κάποια βαριεστημένη αυθάδεια, αποφάνθηκα ότι το ταξικό κόλπο, η οικονομική πίεση, όλο το zeitgeist, είναι αγρίως και μεγαλοφυώς αποτυπωμένο στις άφθονες, βαθιές ρυτίδες του πρωταγωνιστή (δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον).

Λίαν προσφάτως, στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, βρέθηκα σε ωραίο εδεσματοπωλείο με εκλεκτούς φίλους. Άνοιξε η κουβέντα σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις προοπτικές του, φούντωσαν τα επιχειρήματα, άστραφταν και βροντούσαν κάποιοι, ιδέες έπεφταν με γδούπο γερό στο πολύπαθο τραπέζι. Έκανα και πάλι την απρέπειά μου: διακήρυξα, με ύφος εξόχως σοβαρό, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα πάει μπροστά εάν βρεθεί να λάμψει στο σελιλόιντ του μια Αγέρωχη Κομψή Rat Pack. Θυμίζω ότι Rat Pack ήταν η πολυτάλαντη παλιοπαρέα των τζαζ (και τζαζεμένων) μουσικών και ηθοποιών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Μεγάλο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ανάμεσά τους οι Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, και Πίτερ Λόφορντ. Και κυρίες, όπως η Λορίν Μπακόλ, η Σίρλεϊ Μακλέιν, η Μέριλιν Μονρόε, η Άντζι Ντίκινσον.

Γιατί αυτά; Διότι θεωρώ αγκυλωμένες τις αιτιάσεις πολλών αριστερών σχετικά με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Παρακολουθώ τον διάλογο, διάβασα το αφιέρωμα της «Αυγής», και διαπιστώνω ότι πολλοί μένουν ακόμη, ύστερα από μισόν αιώνα και βάλε, εγκλωβισμένοι σε ζντανοφικά σχήματα απέναντι στα έργα τέχνης. Όσο μένουμε, σύντροφοι, στα έλλογα επιχειρήματα, ουδέν μεμπτόν, κι ας διαφωνούμε. Όταν, όμως, καταφεύγουμε σε ύβρεις, τότε η αγκύλωση οδηγεί σε πληγές που πυορροούν. Κρίμα.

Μια και λέω για πληγές: δεν έχω δει την «Ψυχή Βαθιά», ακόμη, λόγω του ότι, αυτό τον καιρό, δεν μπορώ τις αιμορραγίες και τις εντάσεις, έστω και στο σελιλόιντ. Θα δω την ταινία. Και θα επανέλθω.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/11/09

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Δράση μετά Μουσικής


Bibliothiki

Δράση μετά Μουσικής


Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.



[Δημοσιεύτηκε στις 30/10/2009. στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Τζον Κασαβέτης, ΤΖΑΖ


Αύριο, στο BARRIO [Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο], και κάθε Δευτέρα, από τις 9 και μετά, ο Μπαμπασάκης παίζει εκλεκτη jazz και προβάλλει μια ταινία. Αύριο, Φόρος Τιμής στον Μέγιστο JOHN CASSAVETES!

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ



Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις δύο παρά πέντε, ως συνήθως.

Radio_191009


Φωτοβολίδες Αισιοδοξίας σε Μαύρο Ουρανό

Μαθαίνω για ένα νέο ριάλιτι όπου, λέει, βγάζεις στη φόρα τα οικονομικά σου κι ένας οικονομολόγος τηλεστάρ από την εποχή της χρηματιστηριακής παραφοράς σε συμβουλεύει ενώπιον κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων τηλεθεατών. Να το πω βδελυρό; Άθλιο; Ελεεινό; Αισχρό; Να καταφύγω πάλι στον Ελύτη, στον Καρούζο, στον Σαχτούρη; Να σκεφτώ ότι είναι συνυπεύθυνοι στην κατρακύλα και όσοι στέργουν να συμμετάσχουν, αλλά και όσοι στέργουν να βλέπουν ανερυθρίαστα τέτοιες διεστραμμένες ανοησίες;

Περαιτέρω: οι φωστήρες του κεντροδεξιού, λεγόμενου, κόμματος, σμπαραλιασμένοι, ως φαίνεται, ψυχολογικά άμα δε και πολιτικά, αποφάσισαν να στήσουν κάλπες για την ανάδειξη νέου αρχηγού στις 6 Δεκεμβρίου. Εκτός που είναι του Αγίου Νικολάου και γιορτάζει η μισή Ελλάς, είναι και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και συνεπώς ημέρα μνήμης, ημέρα θυμού απέναντι στο βάναυσο άδικο. Θυμόμαστε όλοι τον εξωφρενικά αδέξιο τρόπο με τον οποίο το τότε κυβερνών κόμμα, τρόπος που μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά παρά διαχειριζόταν μια κρίση. Και τώρα, αυτοί που έλεγαν Ράτζα Γκλίξενμπεργκ τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και έλεγαν Πάολα Κρούγκμαν τον νομπελίστα γενειοφόρο και πασίγνωστο οικονομολόγο, σαν άσχετοι από καιρό και απρεπώς μοιραίοι, θαρρείς πάνε να σπάσουν τα ραγισμένα νεύρα ακόμα και των πιο ψύχραιμων οπαδών τους.

Τι να πω; Αλλάζω σταθμό, γυρίζω πλευρό, φωτοβολίες εκτοξεύω αισιοδοξίας σ’ έναν μαύρο ουρανό. Και λέω: ο Νάνος Βαλαωρίτης, ετών ογδόντα οχτώ, ποιητής και συγγραφέας, εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Πάλι», να δηλώνει χθες «Πάντα ήμουν και παραμένω μποέμ», να μας καλεί στην Γκαλερί Αστρολάβος όπου από αύριο, Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, εκθέτει ζωγραφική του, μια σειρά «καταστασιακά» σχέδια, με τίτλο «Όσα φαίνονται και δεν φαίνονται». Κι ακόμα, δεν έχει περάσει καιρός από τότε που κυκλοφόρησε το πειραματικό του μυθιστόρημα «Μα το Δία» (εκδ. Ηλέκτρα), το οποίο ήδη παρουσιάσαμε στο Κανάλι 1, και στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών».

Κι άλλη μία φωτοβολίδα: Την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009, παρουσιάζεται το έργο του Γιώργου Χαρβαλιά, «Ο ορίζοντας των γεγονότων», μια εικαστική πρόταση» στο υπόγειο γκαράζ του Πολιτιστικού Κέντρου ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος. Την έκθεση οργανώνει η Batagianni Gallery. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς θα είναι μαζί μας στην εκπομπή Radio Propaganda, την Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου.
«Ο ορίζοντας των γεγονότων» είναι για μια εγκατάσταση συνδυαστικών μέσων, προϊόν της εργασίας του καλλιτέχνη την τελευταία διετία (2007-2009), η υλοποίηση της έκθεσης έγινε με την καλλιτεχνική συνεργασία του γλύπτη Φώτη Ραφτόπουλου.
Το έργο αρθρώνεται από δύο μέρη:
1. «26 Ιουνίου 2007, Πίνακας τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (2007 – 2009). Εγκατάσταση, data wall – εννέα ψηφιακές πινακίδες δεδομένων, συνολική διάσταση: 2,28 x 10,62 μ.
2. «Nuit Américaine* / Αμερικάνικη Νύχτα» (2007-2009).
Βιντεοεγκατάσταση, δύο συγχρονισμένες προβολές HD, διάρκεια 49:16 λεπτά, διαστάσεις προβολής: 2,50 x 8,65 μ.
Η συνεχής κάθετη ροή των εναλλασσόμενων τιμών του χρηματιστηρίου που είναι το απείκασμα ενός άυλου πολέμου, διασταυρώνεται με την οριζόντια κίνηση του απολογισμού των υλικών συνεπειών του. Συμπυκνώνεται έτσι στον ενδιάμεσο χώρο του θεατή ο ορίζοντας, πέραν του οποίου, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας των γεγονότων μας ωθεί στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [19/10/09]

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΘΑ ΦΤΥΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ


Η αποψινή, σε λίγο, εκπομπή Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM και www.kanaliena.gr , θα είναι ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ στον ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΚΧΙΚόΝ & ΧΙΚ & ΦΕΡΙΑΛΕ


Αύριο, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου εις FERIALE (Σόλωνος&Ασκληπιού), καυτή jazz από το Παρίσι: Rene Thomas, Lester Young, Django Reinhardt, Stephan Grapelli, Jean-Luc Ponty, Sacha Distel, Elek Bascik!!! Για να γιορτάσουμε το 7# Vakxikon!!!

[Αλλά θα παίξουμε και μερικά μουσικοτεμάχια του εικονιζόμενου Θωμά Περιμένη]

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΤΖάΝΓΚΟ, ΠΑΙΔΕΣ!!!


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου, ώρα 23:00 με 01:00, ο Μπαμπασάκης και ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr παρουσιάζουν ένα έγχρωμο σινεμασκόπ αφέρωμα στον ασπρόμαυρο βιρτουόζο Ντζάγκο Ράινχαρντ. Μην το χάσετε, χαθήκαμε!

"Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια", έγραψεν ο Εμπειρίκος.

Το Παν είναι να Παραμείνεις Άνθρωπος, ν' ακούς Ντζάγκο, να σ' αρέσει ο Rothko, και να σε εμπνέει ο Captain Beefheart, να ακούς την "Αισθηματική Αγωγη" του Νικ Δε Πρικ Γκαγκάριν Τριανταφυλλίδη, και να θυμάσαι ότι ο Gregory Corso είναι και γαμώ τους Αστροπηδηχτές.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




Don’t Drink the Water

Ένα σύννεφο από βοή, βόμβο, βαβούρα
Joseph Roth

Περίμεναν. Τι περίμεναν; Άκου περίμεναν; Αδημονούσαν. Είχαν τελειώσει τη δουλειά μάνι-μάνι, ο Ι. σέρβιρε ξανά και ξανά κρασί, με κομμάτια από μήλο Αγιάς, σκληρό/τραγανό/ευώδες, στα ποτήρια, με φαινομενικά ήρεμες/ήμερες κινήσεις/χειρονομίες/εκφράσεις, μιλώντας αργά, με τη νηφαλιότητα να κερδίζει Όσκαρ σεναρίου/μοντάζ/σκηνογραφίας, ενώ ο Γ. εξίσου χαλαρός (τάχαμου/δήθενμου) να μιλάει επίσης αργά, Α ναι ο Χέρμαν Μπροχ είναι σπουδαίος συγγραφέας, να λέει, γενικώς οι Κεντροευρωπαίοι συγγραφείς πάντα με καθηλώνουν απογειώνοντάς με, ή καλύτερα με απογειώνουν καθηλώνοντάς με, να συνεχίζει, φέρε κι άλλο κρασί, και φρόντισε για τα παγάκια, να θυμάται αιφνιδίως και να υπενθυμίζει ευλόγως, άντε και ελλόγως ο Γ., και ο Ι. να πηγαινοέρχεται καθιστικό/κουζίνα, να φέρνει, να φροντίζει, ν’ ανοίγει το φούρνο, να ελέγχει την εξέλιξη στο σπεντζοφάι, να σφυρίζει, ο Γ. ακούει το σφύριγμα, αναφωνεί, αργά/νηφάλια/ήρεμα, Α αυτό είναι από το Trout Mask Replica, ο Ι. ν’ αναφωνεί, επίσης αργά επίσης νηφάλια επίσης ήρεμα, Ναι, μα ναι, και πάλι ναι, τέσσερις δεκαετίες σαράντα χρόνια τετρακόσιοι ογδόντα μήνες (περίπου) χίλιες εννιακόσιες είκοσι (πάνω-κάτω εβδομάδες) δεκατέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες (στο περίπου) από την πρώτη κυκλοφορία του Trout Mask, αναφωνεί ο Ι., λέει ο Ι., συνεχίζει ο Ι., Να βρούμε έναν τρόπο να το γιορτάσουμε, προτείνει ο Γ., Βεβαίως να το γιορτάσουμε, ρίξε καμιά ιδέα, σπεύδει να συμφωνήσει ο Ι., και ο Γ. ρουφάει μια γουλιά κρασί λευκό με μήλο, Αίνος στον Οίνο, αναφωνεί, ενώ ο Ι. θυμάται αίφνης τον πρώτο καιρό που απέκτησε κινητό και του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον ρώτησε τι κάνει και ο Ι. αυθορμήτως και απολύτως αληθώς απάντησε Πίνω οίνο στην Τήνο με τον Ντίνο, και μετά ανοίγει πάλι τον φούρνο για να ελέγξει εκ νέου τα τεκταινόμενα ως προς το σπεντζοφάι, και ακούει, με όση προσοχή του επιτρέπει η αδημονία του, τον Γ. να λέει, με όση ηρεμία του επιτρέπει η αδημονία του, Είναι σαράντα χρόνια και από το Abbey Road, και ο Ι. να κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά καθώς δοκιμάζει από το σπεντζοφάι, Άμα το πάμε έτσι δεν βγάζουμε άκρη, να λέει, άλλο δεν θα κάνουμε από το να βαράμε προσοχές σε επετείους, κατόπιν ρουφάει μια γουλιά από το κρασί του, πλησιάζει τη σκακιέρα και με όση αυτοκυριαρχία του έχει απομείνει πιάνει ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη τη βάση της λευκής βασίλισσας και την μεταφέρει από το τετραγωνίδιο δ4 στο θ4, παίζοντας, κατ’ ουσίαν, την 14η κίνηση της παρτίδας Μίσια Ταλ/Βασίλη Σμύσλοβ του 1959, πάει μισός αιώνας από τότε, άλλη επέτειος πάλι, ενώ συλλαμβάνει τον εαυτό του να ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς το ρολόι του Γ., αντιλαμβανόμενος ταυτοχρόνως ότι ο Γ. κοιτάζει στα κρυφά, και σφυρίζοντας τάχατες αδιάφορα, το ρολόι στο καντράν του cd player, το οποίο cd player παίζει τη Μουσική των Πυροτεχνημάτων και δείχνει, όπως άλλωστε και το ρολόι στον καρπό του Γ., 19:38, ενώ τα πέντε ραδιόφωνα του σπιτιού είναι αναμμένα και συντονισμένα αλλά με το volume στο μηδέν, εν αναμονή και αυτά, αν όχι και σε κατάσταση αδημονίας επίσης, και ενώ και πάλι ο Ι. γεμίζει τα ποτήρια και ο Γ. σχολιάζει, με φαινομενική ψυχραιμία το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου με τίτλο Τοίχος Ήχου, μια μονογραφία για τον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, τον εξαίρετο Φιλ Σπέκτορ, λέγοντας, Πολύ καλή ιδέα να είναι ασπρόμαυρη η φωτογραφία του Φιλ και κόκκινα τα γράμματα, οπότε ο επετειομανής Ι. γυρίζει προς τον Γ. και λέει, Την ίδια χρονιά, το 1939, άκου, γεννήθηκε ο Φιλ Σπέκτορ, πέθανε ο Γιόζεφ Ροτ, εκδόθηκε το Big Sleep, οπότε ο Γ. πιάνει να εγκωμιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και το στυλ του στον Μεγάλο Ύπνο του Χάουαρντ Χοκς, Ο καλύτερος Μάρλοου, εννοείται, αν βάλουμε στην άκρη ως σουρεάλ σιτουασιόν τον Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye του Όλτμαν, λέει ο Γ. ρίχνοντας και πάλι κλεφτές ματιές σε όσα ρολόγια μπορεί να διακρίνει μες στον χώρο και συνάμα τείνει το ποτήρι του προς το ποτήρι του Ι. που είναι προς στιγμήν ακίνητος και τσουγκρίζουν και ο Ι. λέει, Φαντάσου ότι μια κορυφή σαν τον Φώκνερ έγραψε τους διαλόγους και το σενάριο του Ύπνου, και ο Γ. λέει, Ας πιούμε στον μισό αιώνα από τον θάνατο του Μπορίς Βιάν και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και ο Ι. συναινεί πάραυτα και τσουγκρίζουν εκ νέου, και ο Γ. βγάζει από το cd player τα Πυροτεχνήματα και βάζει Μπορίς Βιάν, Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier le prochain jour du terme/ Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier que je n'ai plus vingt ans, ενώ μέσα σε τσουγκρίσματα/προπόσεις/επετείους/μουσικές σε κλίμα επιφανειακής/φαινομενικής αταραξίας, τα βλέμματα πια μοιάζουν στα όρια του να αλλοφρονήσουν, αν και πάντα με τακτ, με διακριτικότητα, πάντως έχουν φτάσει πια στο σημείο μηδέν της υπομονής, βλέμματα που από την αδημονία καταπίνουν το χώρο παλεύοντας να νικήσουν το χρόνο, να σμικρύνουν τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, η αδημονία να παίρνει αγρίως το πάνω χέρι, τα βλέμματα να κάνουν ζουμ στο ένα ρολόι και στο άλλο, να διασταυρώνονται σαν πύρινες δέσμες, ηλεκτρισμένα πια, τρελαμένα από την ανυπομονησία πια, τώρα να μη νοιάζονται άλλο να διατηρήσουν τα προσχήματα, να καταργούν με σφοδρότητα τη φαινομενικότητα, τέλος πια φτάνει πια όχι άλλο πια, ο Γ. ρουφάει με τα μάτια το ρολόι στο καντράν του cd player ενώ ο Ι. αρμέγει με τα μάτια του το φως στο ρολόι στον καρπό του Γ., ο οποίος Γ, τινάζεται, ταυτοχρόνως με τον Ι., πλην όμως είναι πιο νέος και συνεπώς πιο ταχύς, τα δάχτυλα να τινάζονται κι αυτά, τινάζεται λοιπόν προς το cd player και το γυρίζει στο radio, ενώ ο Ι. χιμάει προς το πλησιέστερο ραδιόφωνο και δυναμώνει το volume, ξεχύνονται κατόπιν με σθένος πάθος αδημονία προς τα υπόλοιπα ραδιόφωνα του σπιτιού, τα ήδη αναμμένα Tivoli Pal, Tivoli Songbook, Grundig (Design by F. A. Porsche – ένα λαμπρό απόκτημα πριν από δώδεκα χρόνια αγορασμένο στη μνήμη του πατέρα του Ι.), Bush λευκό (άλλη επέτειος πάλι! μοντέλο του 1959!), κι ένα Philips μαϊμού αγορασμένο από μεθυσμένους Πολωνούς εδώ και έναν αιώνα, χιμάνε ορμάνε, γκαγκάν-γκαγκάν, ήγγικεν η ώρα, σήμαναν τα δευτερόλεπτα, το ρόπτρο του χρόνου ήχησε, τα ραδιόφωνα όλα συντονισμένα στη διαπασών και αυτό που περίμεναν, αυτό για το οποίο αδημονούσαν, και κάθε μέρα αδημονούν, αυτό που μ’ όλα τ’ άλλα τα πολλά ενδιαφέροντά τους είναι το μείζον το επιτακτικό το υψηλό το κυρίαρχο το καταλυτικό το καταπληκτικό το λυρικό το λυτρωτικό ΑΡΧΙΖΕΙ, ναι, ένα μουσικό θέμα, άλλο κάθε φορά, σήμερα, απόψε, τέσσερα λεπτά και είκοσι ένα δευτερόλεπτα μετά τις 8 μ.μ., ήτοι στις 20:04:21, ακούγεται ο Ίγκι να ψελλίζει βαριά βραχνά βαθιά I want to go to the beach και μετά ο Νίκος ο Νίκος ο Νίκος Το Σκυλί της Βροχής Ο Άγιος Ρέμπελος Το Ρεμάλι του Ελαλαμέιν Ο Γκαγκάριν του Ψυρρή Η Ψυχή της Ψίχας Το Βελούδινο Γκρανγκινιόλ Το Φλόμπερ του Φλωμπέρ Ο Φλογοδίαιτος Η Μυχιοθήκη το Έρεισμα Η Φωνή Η Φωνή Η Φωνή και κυρίως τα όσα λέει η Φωνή αρχίζει και πάλι να μας ξεναγεί στην ξένη γη της Αισθηματικής Αγωγής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/09/09

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ, ΕΝΑ


Second Life


Παράτησε τα ποδήλατα, τη σκούπα την άφησε στην άκρη, είπε να κάψει τα βιβλία του αδελφού του, αλλά του φάνηκε δραματικό, τα πέταξε απλώς, άνοιξε πάλι το Αμερικανικό Ταμπλόιντ, έμεινε άγρυπνος διαβάζοντας ξανά Ellroy, πίνοντας Old Bushmills, ακούγοντας σκληρή bebop. Το πρωί ξυρίστηκε, ήπιε μαύρο καφέ, γάμησε την Τζένιφερ, έφτυσε στο πάτωμα, βρήκε το νόημα που δεκαετίες τώρα του διέφευγε. «Είμαι ο James Ellroy», είπε, «Και σας γαμώ την κόλαση. ΠΑΜΕ!» [Η Δεύτερη Ζωή του Γ.Α.Π.]

Ξεκρέμασε την καμπαρντίνα από τον καλόγερο, πήρε το μπαστούνι του, μειδίασε στον καθρέφτη του πορτ-μαντό, Δεν είμαι, κι ας του μοιάζω, είπε, ο W.S.B., και βάδισε ίσαμε το καφενείο, για την καθιερωμένη καθημερινή παρτίδα σκάκι με τον John Cage. (Συνεχίζεται). [Η Δεύτερη Ζωή του Marcel Duchamp]

Απίθωσε το γιουκαλίλι στο λαβομάνο. Πήρε το κυανούν μολυβδοκόνδυλο, δεν μονολόγησε «ο ουρανός» θριαμβικώς κατά τι, όπως στο ποίημα του Μαυρουδή, μα έγραψε The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!), κι ύστερα έγινε τύφλα στο μεθύσι. [Η Δεύτερη Ζωή του JJ]

Να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΚΟΛΑ ΤΟΥ JOYCE ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ finnegans wake να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω [Η Δεύτερη Ζωή του Dylan Thomas]

Φλοράλ. Παρασκευή. Ο Νέστωρ. Ο Στέργιος. Ο Θρασύβουλος. Κι εγώ. Ματηνπαναγία. Κι εγώ. Ο Ίκαρος. Και λέει ο Στέργιος. Πες που συστηνόμαστε & είναι στο πλάι τραπέζι κοπέλες & ακούνε να λέμε Ο Νέστωρ Ο Στέργιος Ο Θρασύβουλος Ο Ίκαρος. Γάμησέ τα. [Η Δεύτερη Ζωή του Ραμόν Μερκαντέρ]

Με τον Ωνάση/Άλλη θλάση/Alas/Τα είχε με την Κάλλας"/Κάλλιο με τον Ίκαρο/Κι ας τον λεγαν Καθίκαρο" [Η Δεύτερη Ζωή της JO"]

Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε [Η Δεύτερη Ζωή του Λεωνίδα (Σπάρτης & Ψησταριές Γωνία)]

Κάτι Τσογλαναραίοι Πατησιώτες Με Γουστάρουν. Κι εγώ Αυτούς. Το λέω, το Harmolypis Blues, αυτό το βιβλίο, αυτό μ' επηρέασε. Κι από κοντά, του Γιαννακό τα μίνιμαλ, του Δρόλια τ' αστροφύσια, και του Νιζίρ τα πλάνα [Η Δεύτερη Ζωή του Tom Waits]

Don't worthy, Be Happy!!!! [Το γαμήσαμε και ψόφησε πάλι απόψε, παπάρες, άχρηστα μαλάκια, άντε να σκίσουμε κάνα ροκά/μαλλιά/ανεπρόκοπο/μη χέσω/σκατά/κι/απόσκατα] (Η Δεύτερη Θανή του James Ellroy).

Καληνύχτα Σε Όσους Σκάσαμε Σαν Μια Ψυχολογία και Ατμόσφαιρα Στα Σοβαρά Γέλια Απόψε [Η Δεύτερη Ζωή του Ντίνου Ηλιόπουλου]

[Συνεχίζεται]

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΝΑΣ ΜΑΡΤΙΝΟΥ





Η Αναστοχαστική Ζωγραφική της Ελεάννας Μαρτίνου


Η Ζωγραφική ανταμώνει την Ποίηση, και οι δυο μαζί χορεύουν στους λειμώνες τ’ ουρανού αλλά και στα σοκάκια της απελπισίας, και της ανάτασης μαζί, των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Η Ελεάννα Μαρτίνου συνθέτει τα έργα της μέσα σ’ αυτή τη διαλεκτική απελπισίας/ανάτασης, αντιμετωπίζοντας τον ιστό της πόλης σαν πρόσωπο γεμάτο χρόνο και σημασίες, και το πρόσωπο σαν πλέγμα κατοικιών/δρόμων/αστικών τοπίων.

Άλλοτε με την πένα και το μελάνι και άλλοτε με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ υλικών η Ελεάννα Μαρτίνου επιχειρεί να ανασυνθέσει τη Μνήμη, να επινοήσει τρόπους δεξίωσης της νοσταλγίας εκ μέρους του θεατή, καθώς και να φανταστεί τόπους από το μέλλον, ίσως απειλητικούς, πάντως πάντα παντοδύναμους στην ακατάσχετη ροή τους προς ένα σύμπαν πότε δομημένο και πότε διαλυμένο (ενίοτε και τα δύο συνάμα).

Ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα της Κυπαρισσίας η ζωγράφος το αντιμετωπίζει με επαρκέστατη συναίσθηση του χρόνου που αποσυνθέτει την ύλη αλλά ανασυνθέτει τον στοχασμό πάνω στη ύλη, τον στοχασμό πάνω στη φθορά, τον στοχασμό πάνω στον αναπόδραστο χαμό, στην αναπόφευκτη απώλεια~ και μετά, μετατοπίζεται στο άγνωστο αλλού, ατενίζοντας μιαν άλλη δυνητική πραγματικότητα, επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο Μέλλον του Άλλου Αλλού, που σημαίνει επίσης επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο σήμερα και την φορά του, τη ροπή του, την κίνησή του.

Από ένα νυν που ωθείται ήδη προς ένα τότε, από το κτίσμα στην Κυπαρισσία που τείνει να οδηγηθεί σε ένα παρελθόν, η Ελεάννα Μαρτίνου οδηγείται (και μας οδηγεί) σε ένα αεί που όμως βυθίζεται μες στη χρονικότητα, είναι και αυτό θύμα της φθοράς, είναι ένα Μέλλον που θα έλεγες πως μοιάζει να πλάθεται και να ρημάζεται ταυτοχρόνως.
Σκαλωσιές που γίνονται πλέγματα/ιστοί/παγίδες, προσδοκίες που τσακίστηκαν από προδοσίες, η ουτοπία που μεταβάλλεται σε δυστοπία, μια επιστημονική φαντασία που σμικρύνει εφιαλτικά τον άνθρωπο, κάνει άμορφη τη μορφή του, τον αφήνει χωρίς υπόσταση ανάμεσα σε δοκούς/ αεροσκάφη/ εναέρια περάσματα/ μεταίχμια/ πολεοδομικές τερατογενέσεις. Και (είναι εκπληκτικό επίτευγμα της ζωγράφου) ακούς, ενόσω βλέπεις τους γιγαντοπίνακες της σειράς «Αόρατες Πόλεις», μια μουσική που είναι αρχέγονη, λες και προέρχεται από ωκεάνια βάθη ή από δυσθεώρητα ύψη, μια μουσική που φέρνει στο νου παγωμένες στέπες που αίφνης κατακλύστηκαν από φλεγόμενα δάση, μια μουσική που θυμίζει ένα τρελό χάος το οποίο πασχίζει, από μόνο του, να λάβει μορφή.
Τα χρώματα της Ελεάννας Μαρτίνου είναι νότες στην Παρτιτούρα του Ενδεχόμενου Επερχόμενου, μια παρτιτούρα που προειδοποιεί και μας καλεί, διαισθανόμενοι ένα μέλλον που είναι απειλή, να αναστοχαστούμε πάνω στο παρόν και να εντάξουμε σ’ αυτό στοιχεία από ένα παρελθόν που τείνουμε να λησμονήσουμε (και να χάσουμε) αμετάκλητα. Γι’ αυτό και η μετακίνηση από το σπίτι της Κυπαρισσίας στο αχανές των «Αόρατων Πόλεων», με ενδιάμεση φάση τα βαθιά ανθρώπινα πρόσωπα της σειράς «Rêverie du Pauvre», όπου το πρόσωπο γίνεται τοπίο, όπου το βλέμμα γίνεται ανάμνηση από το μέλλον, όπου οι ρυτίδες γίνονται κυματώσεις του χρόνου, προμηνύματα, διαισθήσεις.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/10/09

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ



ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Βιβλία και Πολιτικοί, ΙI

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι οι πολιτικοί δεν έχουν χρόνο για γράψιμο και διάβασμα, πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Καμιά φορά, βέβαια, μάλλον ατυχούν οι εν λόγω εξαιρέσεις και προκαλούν σχόλια όχι και τόσο ευμενή, όπως συνέβη προσφάτως με τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και το (δεύτερο μετά το Πέρασμα) μυθιστόρημά του Ο Πρόεδρος και η Πριγκίπισσα, όπου πρωταγωνιστή μια «δυστυχισμένη πριγκίπισσα της Αγγλίας», ο νοών νοείτω, ένας Γάλλος πρόεδρος, ο επίσης νοών επίσης νοείτω, καθώς και μεγαλοφυείς, στο ύψος ενός Φλωμπέρ, ενός Προυστ, ενός Σταντάλ φράσεις όπως, «Της έπιασα το χέρι και όταν τη φίλησα τα δύο γκριζογάλανα μάτια στράφηκαν προς εμένα». Ας είναι.
Πρότεινα ήδη βιβλία σε κορυφαίες προσωπικότητες της πολιτικής σκηνής, φρονώντας ότι οι πάμπολλες υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν χρόνο επαρκή για μια δέουσα, και τερπνή, επιλογή αναγνωσμάτων. Και συνεχίζω:
Για τον Γιώργο Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ): Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα). Ένα αριστούργημα. Ενδεχομένως να μην κάνει τον κόπο να το διαβάσει ο Πρόεδρος, αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να εγκωμιάσω αυτό το μυθιστόρημα, να το προπαγανδίσω, να χρησιμοποιήσω ως δόλωμα τη λέξη «εμβατήριο» του τίτλου ώστε να ανεβούν οι πωλήσεις. Ο Joseph Roth [Γιόζεφ Ροτ] γεννήθηκε το 1894 και έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο το 1939, τη χρονιά που ο Raymond Chandler δωρίζει στην ανθρωπότητα τον Μεγάλο Ύπνο, το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Ροτ ανατέμνει την πτώση της Αυστρίας των Αψβούργων μέσα από τρεις γενιές μιας οικογενείας, τα μέλη της οποίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ετοιμόρροπο καθεστώς. Με το κύλισμα του χρόνου παρακολουθούμε την αλλοίωση στα ήθη και στα έθιμα και, συνάμα, την αναπόδραστη γήρανση του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της αυτοκρατορίας του. Αναλλοίωτο μένει το εμβατήριο, χάνοντας όμως ολοένα και πιο πολύ το νόημά του, όπως και όλα τα άλλα. Κάτι τελειώνει, κάτι αναδύεται, η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από αβεβαιότητα, ερωτηματικά, αινίγματα, διλήμματα. Όπως και σήμερα. Το παλιό πεθαίνει, το καινούργιο δεν έχει σχηματιστεί ακόμη.
Για τον Νίκο Χρυσόγελο (Οικολόγοι Πράσινοι): Gavin Pretor-Pinney, Οδηγός του Ανέμελου Παρατηρητή των Νεφών (μτφρ. Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Κέδρος). Ένα εκπληκτικά πρωτότυπο βιβλίο για κάτι που κάθε στιγμή μεταμορφώνεται μπροστά μας, προσφέροντας λεπταίσθητα ή απειλητικά, κατευναστικά ή ανησυχαστικά, πάντως πάντα ποιητικά σχήματα και εφήμερα έργα τέχνης, ένα είδος αέναου potlatch (όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι το δώρο), η ανιδιοτέλεια της ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φύση και πάλι φύση, η οικολογία της ποίησης, η ποίηση της οικολογίας, τα «λαγωνικά του ουρανού» όπως αποκαλούσε τα ποιήματα ο Νίκος Καρούζος. Ο ευφυέστατος και αισθαντικότατος Γκάβιν Πρέτορ-Πίνεϊ προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολυσέλιδο πεζοτράγουδο λυρικού επιστημονισμού σχετικά με τα νέφη, συνδυάζοντας, όπως έλεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το πάθος του επιστήμονα με την ακρίβεια του λογοτέχνη. «Τα σύννεφα είναι το πρόσωπο της ατμόσφαιρας» γράφει (σ. 390). Και: «Τα σύννεφα είναι οι μπαλαντέρ στις προγνώσεις της κλιματικής αλλαγής» (σ. 356), ενώ δεν λείπουν παραθέματα από τον ύψιστο βάρδο Σαίξπηρ (σ. 75, 155) και τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορό (σ. 127, 176). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας είναι ιδρυτής της Cloud Appreciation Society (βλ. www.cloudappretiationsociety.org) καθώς και του λίαν ενδιαφέροντος εντύπου «The Idler», όπου αναζητούνται ενδιαφέροντες εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εργασίας.
Για τους Λοιπούς: Πολλοί οι Λοιποί. Άλλοι σοβαροί, άλλοι τραγελαφικοί. Ας τους προσφέρουμε, με όλη μας τη φιλία, μιαν ανθοδέσμη από τα βιβλία που απολαύσαμε προσφάτως.
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκης), όπου ο ποιητής ανασυνθέτει την ποιητική του μυχιοθήκη, επιχειρεί επιτυχώς μιαν αναδρομή στην ποιητική του, και συντάσσει ένα πολύπτυχο μανιφέστο για τις μέλλουσες δραστηριότητές του. Είναι παρούσες, εκτός από την ποίηση, τόσο η μουσική όσο και η ζωγραφική, ενώ εμφανίζονται σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Κάφκα, Προυστ, Τολστόι, Πάστερνακ, κ.ά.). Στιχουργεί, ολίγον και ευπρόσδεκτα α λα Ε. Ε. Κάμινγκς, ο Βλαβιανός: «Όλες οι λέξεις/ που έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας χάθηκαν./ Ακόμη κι αν μπορούσαμε/ (με κάποιο τέχνασμα ποιητικό)/ να τις ανακτήσουμε, verbatim,/ δεν θα τις αναγνωρίζαμε πια.// Όμως η ουσία της συνομιλίας μας/ (ό,τι εσύ θα αποκαλούσες ‘μελωδία’)/ παρέμεινε (και παραμένει)/ σταθερή μες στα χρόνια» («Σχεδόν [δοκίμιο περί φιλίας/ Ε.Α.]»).
Τάσος Πορφύρης, Ανθολογία της Βροχής (εκδ. Τροπικός). Ποιήματα για τη βροχή. Από τον κόσμο όλο. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και του Πολ Βερλαίν, του Μίλτου Σαχτούρη και του Πιεν Τσι-Λιν, του Στέφανου Ροζάνη και του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Γράφει ο Τίτος Πατρίκιος (1928): «Τούτη η βροχή καλή που θα ’ταν/ αν ήσουν τώρα σ’ ένα σπίτι…/ Μα εδώ τρυπάει τη σκηνή/ μουλιάζει τις κουβέρτες, τα ρούχα, τα βιβλία./ Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς/ χωρίς να συνηθίζεις;» Στο τόμο αυτό θα βρείτε, επίσης, ένα από τα πιο ερωτικά (κατ’ εμέ) ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Ιδού: «Ο καθένας με την ομπρέλα του/ Όμως εγώ/ δεν μπορώ/ χωρίς/ τη βροχή σου», του αείμνηστου Μάριου Μαρκίδη (1940-2003).
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τα σημειωματάρια (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Μεταίχμιο). Θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει κανείς κάποιες απ’ τις μαρμαρυγές της μεγαλοφυΐας του ντα Βίντσι που γεννήθηκε πριν από 490 χρόνια, στις 2 Μαϊου του 1519. Μεστή και κατατοπιστική η Εισαγωγή της Έμμα Ντίκενς, γόνιμες για τη σκέψη οι απόψεις του πολυπράγμονος Λεονάρντο («Εκείνος που δεν ξεπερνάει τον δάσκαλό του είναι κακός μαθητής», «Ο πόθος είναι αιτία δημιουργίας», «Όποιος παίρνει φάρμακα είναι απερίσκεπτος»), και ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο στη σελίδα 233.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος). 800 σελίδες σοφίας, λεπταισθησίας, καταβύθισης στην πλούσια ουσία του ανθρώπου. Ένα βιβλίο βαρύτιμο που μένει για πάντα στο πλάι μας, στο κομοδίνο και στο γραφείο, στον σάκο, παντού, πάντα με το μολύβι και το σημειωματάριο έτοιμα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ταξιδεύει στη γνώση και την ποίηση, συστήνει τρόπους δεξίωσης έργων και προσωπικοτήτων, αποφαίνεται, μιλώντας για τον Ε. Ε. Κάμινγκς, «Υπάρχει ένας κόσμος που μονάχα η ποίηση τον ανακαλεί», και παραθέτει το αριστουργηματικό: «nobody, not even the rain, has such small hands» (σ. 212). Ιδού πόσο εύστοχα, και δίκαια, μιλάει/γράφει ο σημαντικός στοχαστής: «Η μεγαλύτερη δόξα του Μαρξ είναι τα λουλούδια που δε λείπουν ποτέ από τον τάφο του στο κοιμητήρι του Highgate, ότι δούλεψε χρόνια στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου για να βοηθήσει τους αδύνατους». (σ. 700).
Άρωμα σελίδων, λοιπόν, για τους πολιτικούς. Αναγνώσματα που οξύνουν τη σκέψη και συνδυάζουν όπως λέγαμε παλιά το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

ΗΜΟΣΙΟΝ ΠΙΚΤΣΙΟΥΡΣ


[Νέα Στήλη: Ημόσιον Πίκτσιουρς, καταπώς λέμε Άδωξη Μπάστερδοι ή, άλλωστε, Ωρντινάρη Πήπωλ. Ο Γιάννης Παπασπύρου, με όχημα το σελιλόιντ, κάνει διάλειμμα από τις άλλες συγγραφικές του δραστηριότητες, και μας ξεναγεί σε σκοτεινά, αλλά και φωτεινά, τοπία, ως Νέος Στάλκερ].

Emotion Pictures
Η τσουκνίδα του Αντίχριστου
Μια σύντομη ανάγνωση της τελευταίας ταινίας του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Τρίερ δηλώνει στον πρόλογο ότι θέλει ν’ ανέβει στην τραμπάλα δύο άχρονων ουσιών: του σεξ και του θανάτου. Όποιος θέλει μπαίνει και παίζει, η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Ο ίδιος πέφτει με τα μούτρα πασχίζοντας να ξηλώσει τους φόβους του ώστε να μείνουν όρθια μόνο τα σύμβολα της διαχείρισής των.
Φεύγοντας απ’ την αίθουσα, δύο σεκάνς μου έμειναν στο μυαλό. Εκείνος, ως θεράπων, να την παίρνει απ’ το χέρι πείθοντας την να πεζοπορήσει ένα ευθύγραμμο τμήμα στο συμβολικό προαύλιο των εμμονών τους (απ’ τη μία εμμονή έως την άλλη) και η σεκάνς της στριφογυριστής – σαν ερωτοχτυπημένης έφηβης – ομολογίας της ότι γιατρεύτηκε, ως κοινωνός (για την ακρίβεια υπονοούσε ότι εκείνος την γιάτρεψε), δανείζοντάς του ακαριαία την αναπηρία της. Και στα δύο αυτά στιγμιότυπα οι ήρωες ασθενούν ταυτόχρονα αλλά όχι αμοιβαία.
Στον πρόλογο το παιδί δεν καλωσορίζει αλλά κυριολεκτικά γκρεμίζει τους Τρεις Επαίτες: τον Πόνο, τη Θλίψη και την Απόγνωση. Ο καθηλωτικός του (κινηματογραφικά) θάνατος δεν αποτελεί συντελεστή ανισορροπίας αλλά μια φυσική σταθερά ίση με αυτή που εμφανίζεται σε φυσικομαθηματικές εξισώσεις ως h, G, ή k και είναι ο παράγοντας που ουρανοκατέβηκε για να εξισώσει τα δύο μέρη: την ενοχή με τη Φύση.
Στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου όταν εμφανίζεται το Χρέος και η Ευθύνη χάνεται ο έλεγχος και τούμπαλιν, η εξίσωση-ταυτότητα που πυροδότησε η σταθερά του θανάτου υπερβαίνει την παντομίμα των ηρώων. Ο Τρίερ εστιάζει στη δεύτερη. Ο άντρας εξ’ αρχής επιδιώκει να μαγνητίσει τη θλίψη (κυρίως τη δική της) σε μια ζώνη αντιβαρύτητας όπου ο πόνος δεν θα ενεργοποιεί τους μακρόσυρτους μηχανισμούς αυτοΐασής του, μα θα εκκρεμεί αντ’ αυτού παγωμένος σε μια προσπάθεια «να αντιμετωπιστεί» - οπότε και προπάντων να ονομαστεί. Απ’ τους πρώτους διαλόγους της ταινίας οι διπλές όψεις των λεγομένων πολλαπλασιάζονται υποδερμικά. Η μόλυνση αυτή μεταγγίζεται και εδώ εντοπίζεται η θέση του Τρίερ για το θηλυκό. Η θεωρητικοποίηση του πόνου δεν της αρκεί, εκσφενδονίζει την ευθύνη απέναντι και ντύνεται έναν αλαφιασμένο, σχεδόν παραβατικό για τη σχέση του διπόλου, μανδύα.
Έπειτα, ο Λαρς φον Τρίερ σβήνει το πορτατίφ, το ζευγάρι ξυπνάει μέσα σ’ ένα όνειρο και ο θεατής με τη σειρά του σ’ ένα όνειρο μέσα σε μια ταινία όπου η Φύση τοποθετείται στο ράφι των ηδονοβλεψιών. Ο Τρίερ οριοθετεί το χώρο της συνάντησής τους και οι ήρωες πατάνε ξυπόλυτοι σε τόπο ξένο: Ο μεν στον κήπο του Κακού του θηλυκού και η δε στον κήπο των δισταγμών του αρσενικού. Παραπληρωματικά, οι Τρεις Επαίτες επιστρέφουν ως τρία ζώα (ελάφι, κοράκι, αλεπού). Ο Πόνος (αλεπού) αναφωνεί σε ένα ποιητικό – όσο και διδακτικό – slow motion «το Χάος βασιλεύει» και η στοιχειοθέτηση της αξιολογικής πυραμίδας των φόβων (θεραπευτική τεχνική και μανία του αρσενικού) επαναλαμβάνεται πια ως αγωνιώδης αναρρίχηση στην πυραμίδα της επιβίωσης. Στην κορυφή και των δύο ο Τρίερ τοποθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Ο Ουρανός, στον κήπο της Εδέμ, δεν εμφανίζεται ποτέ.
Στο θέατρο των μονομαχιών λύση είναι ο θάνατος. Ο Τρίερ ταλάντωσε μια χορδή της οποίας η κυματομορφή δεν εξαντλείται στο πανί και στον Αντίχριστο, δυστυχώς, το υπονοούμενο σοκάρει λιγότερο από την πρόκληση. Ο δημιουργός σε παίρνει απ’ το χέρι για να σε διασχίσει, μαζί με σένα, εισβάλλοντας στο σύμπαν των βιβλικών διδαχών, εκεί όπου η τσουκνίδα χρησίμευε ως γιατρικό. Σποραδικά αγγίζει το όνειρο κάθε σκηνοθέτη: να μεταλλάξει τον κινηματογράφο σε όνειρο.

http://en.wikipedia.org/wiki/Lars_von_Trier