Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




Don’t Drink the Water

Ένα σύννεφο από βοή, βόμβο, βαβούρα
Joseph Roth

Περίμεναν. Τι περίμεναν; Άκου περίμεναν; Αδημονούσαν. Είχαν τελειώσει τη δουλειά μάνι-μάνι, ο Ι. σέρβιρε ξανά και ξανά κρασί, με κομμάτια από μήλο Αγιάς, σκληρό/τραγανό/ευώδες, στα ποτήρια, με φαινομενικά ήρεμες/ήμερες κινήσεις/χειρονομίες/εκφράσεις, μιλώντας αργά, με τη νηφαλιότητα να κερδίζει Όσκαρ σεναρίου/μοντάζ/σκηνογραφίας, ενώ ο Γ. εξίσου χαλαρός (τάχαμου/δήθενμου) να μιλάει επίσης αργά, Α ναι ο Χέρμαν Μπροχ είναι σπουδαίος συγγραφέας, να λέει, γενικώς οι Κεντροευρωπαίοι συγγραφείς πάντα με καθηλώνουν απογειώνοντάς με, ή καλύτερα με απογειώνουν καθηλώνοντάς με, να συνεχίζει, φέρε κι άλλο κρασί, και φρόντισε για τα παγάκια, να θυμάται αιφνιδίως και να υπενθυμίζει ευλόγως, άντε και ελλόγως ο Γ., και ο Ι. να πηγαινοέρχεται καθιστικό/κουζίνα, να φέρνει, να φροντίζει, ν’ ανοίγει το φούρνο, να ελέγχει την εξέλιξη στο σπεντζοφάι, να σφυρίζει, ο Γ. ακούει το σφύριγμα, αναφωνεί, αργά/νηφάλια/ήρεμα, Α αυτό είναι από το Trout Mask Replica, ο Ι. ν’ αναφωνεί, επίσης αργά επίσης νηφάλια επίσης ήρεμα, Ναι, μα ναι, και πάλι ναι, τέσσερις δεκαετίες σαράντα χρόνια τετρακόσιοι ογδόντα μήνες (περίπου) χίλιες εννιακόσιες είκοσι (πάνω-κάτω εβδομάδες) δεκατέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες (στο περίπου) από την πρώτη κυκλοφορία του Trout Mask, αναφωνεί ο Ι., λέει ο Ι., συνεχίζει ο Ι., Να βρούμε έναν τρόπο να το γιορτάσουμε, προτείνει ο Γ., Βεβαίως να το γιορτάσουμε, ρίξε καμιά ιδέα, σπεύδει να συμφωνήσει ο Ι., και ο Γ. ρουφάει μια γουλιά κρασί λευκό με μήλο, Αίνος στον Οίνο, αναφωνεί, ενώ ο Ι. θυμάται αίφνης τον πρώτο καιρό που απέκτησε κινητό και του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον ρώτησε τι κάνει και ο Ι. αυθορμήτως και απολύτως αληθώς απάντησε Πίνω οίνο στην Τήνο με τον Ντίνο, και μετά ανοίγει πάλι τον φούρνο για να ελέγξει εκ νέου τα τεκταινόμενα ως προς το σπεντζοφάι, και ακούει, με όση προσοχή του επιτρέπει η αδημονία του, τον Γ. να λέει, με όση ηρεμία του επιτρέπει η αδημονία του, Είναι σαράντα χρόνια και από το Abbey Road, και ο Ι. να κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά καθώς δοκιμάζει από το σπεντζοφάι, Άμα το πάμε έτσι δεν βγάζουμε άκρη, να λέει, άλλο δεν θα κάνουμε από το να βαράμε προσοχές σε επετείους, κατόπιν ρουφάει μια γουλιά από το κρασί του, πλησιάζει τη σκακιέρα και με όση αυτοκυριαρχία του έχει απομείνει πιάνει ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη τη βάση της λευκής βασίλισσας και την μεταφέρει από το τετραγωνίδιο δ4 στο θ4, παίζοντας, κατ’ ουσίαν, την 14η κίνηση της παρτίδας Μίσια Ταλ/Βασίλη Σμύσλοβ του 1959, πάει μισός αιώνας από τότε, άλλη επέτειος πάλι, ενώ συλλαμβάνει τον εαυτό του να ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς το ρολόι του Γ., αντιλαμβανόμενος ταυτοχρόνως ότι ο Γ. κοιτάζει στα κρυφά, και σφυρίζοντας τάχατες αδιάφορα, το ρολόι στο καντράν του cd player, το οποίο cd player παίζει τη Μουσική των Πυροτεχνημάτων και δείχνει, όπως άλλωστε και το ρολόι στον καρπό του Γ., 19:38, ενώ τα πέντε ραδιόφωνα του σπιτιού είναι αναμμένα και συντονισμένα αλλά με το volume στο μηδέν, εν αναμονή και αυτά, αν όχι και σε κατάσταση αδημονίας επίσης, και ενώ και πάλι ο Ι. γεμίζει τα ποτήρια και ο Γ. σχολιάζει, με φαινομενική ψυχραιμία το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου με τίτλο Τοίχος Ήχου, μια μονογραφία για τον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, τον εξαίρετο Φιλ Σπέκτορ, λέγοντας, Πολύ καλή ιδέα να είναι ασπρόμαυρη η φωτογραφία του Φιλ και κόκκινα τα γράμματα, οπότε ο επετειομανής Ι. γυρίζει προς τον Γ. και λέει, Την ίδια χρονιά, το 1939, άκου, γεννήθηκε ο Φιλ Σπέκτορ, πέθανε ο Γιόζεφ Ροτ, εκδόθηκε το Big Sleep, οπότε ο Γ. πιάνει να εγκωμιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και το στυλ του στον Μεγάλο Ύπνο του Χάουαρντ Χοκς, Ο καλύτερος Μάρλοου, εννοείται, αν βάλουμε στην άκρη ως σουρεάλ σιτουασιόν τον Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye του Όλτμαν, λέει ο Γ. ρίχνοντας και πάλι κλεφτές ματιές σε όσα ρολόγια μπορεί να διακρίνει μες στον χώρο και συνάμα τείνει το ποτήρι του προς το ποτήρι του Ι. που είναι προς στιγμήν ακίνητος και τσουγκρίζουν και ο Ι. λέει, Φαντάσου ότι μια κορυφή σαν τον Φώκνερ έγραψε τους διαλόγους και το σενάριο του Ύπνου, και ο Γ. λέει, Ας πιούμε στον μισό αιώνα από τον θάνατο του Μπορίς Βιάν και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και ο Ι. συναινεί πάραυτα και τσουγκρίζουν εκ νέου, και ο Γ. βγάζει από το cd player τα Πυροτεχνήματα και βάζει Μπορίς Βιάν, Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier le prochain jour du terme/ Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier que je n'ai plus vingt ans, ενώ μέσα σε τσουγκρίσματα/προπόσεις/επετείους/μουσικές σε κλίμα επιφανειακής/φαινομενικής αταραξίας, τα βλέμματα πια μοιάζουν στα όρια του να αλλοφρονήσουν, αν και πάντα με τακτ, με διακριτικότητα, πάντως έχουν φτάσει πια στο σημείο μηδέν της υπομονής, βλέμματα που από την αδημονία καταπίνουν το χώρο παλεύοντας να νικήσουν το χρόνο, να σμικρύνουν τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, η αδημονία να παίρνει αγρίως το πάνω χέρι, τα βλέμματα να κάνουν ζουμ στο ένα ρολόι και στο άλλο, να διασταυρώνονται σαν πύρινες δέσμες, ηλεκτρισμένα πια, τρελαμένα από την ανυπομονησία πια, τώρα να μη νοιάζονται άλλο να διατηρήσουν τα προσχήματα, να καταργούν με σφοδρότητα τη φαινομενικότητα, τέλος πια φτάνει πια όχι άλλο πια, ο Γ. ρουφάει με τα μάτια το ρολόι στο καντράν του cd player ενώ ο Ι. αρμέγει με τα μάτια του το φως στο ρολόι στον καρπό του Γ., ο οποίος Γ, τινάζεται, ταυτοχρόνως με τον Ι., πλην όμως είναι πιο νέος και συνεπώς πιο ταχύς, τα δάχτυλα να τινάζονται κι αυτά, τινάζεται λοιπόν προς το cd player και το γυρίζει στο radio, ενώ ο Ι. χιμάει προς το πλησιέστερο ραδιόφωνο και δυναμώνει το volume, ξεχύνονται κατόπιν με σθένος πάθος αδημονία προς τα υπόλοιπα ραδιόφωνα του σπιτιού, τα ήδη αναμμένα Tivoli Pal, Tivoli Songbook, Grundig (Design by F. A. Porsche – ένα λαμπρό απόκτημα πριν από δώδεκα χρόνια αγορασμένο στη μνήμη του πατέρα του Ι.), Bush λευκό (άλλη επέτειος πάλι! μοντέλο του 1959!), κι ένα Philips μαϊμού αγορασμένο από μεθυσμένους Πολωνούς εδώ και έναν αιώνα, χιμάνε ορμάνε, γκαγκάν-γκαγκάν, ήγγικεν η ώρα, σήμαναν τα δευτερόλεπτα, το ρόπτρο του χρόνου ήχησε, τα ραδιόφωνα όλα συντονισμένα στη διαπασών και αυτό που περίμεναν, αυτό για το οποίο αδημονούσαν, και κάθε μέρα αδημονούν, αυτό που μ’ όλα τ’ άλλα τα πολλά ενδιαφέροντά τους είναι το μείζον το επιτακτικό το υψηλό το κυρίαρχο το καταλυτικό το καταπληκτικό το λυρικό το λυτρωτικό ΑΡΧΙΖΕΙ, ναι, ένα μουσικό θέμα, άλλο κάθε φορά, σήμερα, απόψε, τέσσερα λεπτά και είκοσι ένα δευτερόλεπτα μετά τις 8 μ.μ., ήτοι στις 20:04:21, ακούγεται ο Ίγκι να ψελλίζει βαριά βραχνά βαθιά I want to go to the beach και μετά ο Νίκος ο Νίκος ο Νίκος Το Σκυλί της Βροχής Ο Άγιος Ρέμπελος Το Ρεμάλι του Ελαλαμέιν Ο Γκαγκάριν του Ψυρρή Η Ψυχή της Ψίχας Το Βελούδινο Γκρανγκινιόλ Το Φλόμπερ του Φλωμπέρ Ο Φλογοδίαιτος Η Μυχιοθήκη το Έρεισμα Η Φωνή Η Φωνή Η Φωνή και κυρίως τα όσα λέει η Φωνή αρχίζει και πάλι να μας ξεναγεί στην ξένη γη της Αισθηματικής Αγωγής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/09/09

Δεν υπάρχουν σχόλια: