Δευτέρα, 08 Φεβρουαρίου 2010

Πώς Να Σωπάσω



[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις 12 παρά δέκα, όπως πάντα].

Πώς Να Σωπάσω Μέσα Μου

Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Ποίηση του Κώστα Κινδύνη. Μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Ερμηνεύει, συγκλονιστικά όπως πάντα, ο Νίκος Ξυλούρης.

«Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου; Ο ουρανός δικός μου η θάλασσα στα μέτρα μου/ Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ’ άλλα μάτια;/ Στα ηλιοσκαλοπάτια/ Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω/ Στου βούρκου μέσα τα νερά/ ποια γλώσσα μου μιλάνε;/ αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά».

Τρεις δεκαετίες, κι ο Νίκος Ξυλούρης είναι, θαρρείς, αδιάλειπτα παρών. Ξέρουμε ακόμη να πενθούμε, σημαίνει ξέρουμε ακόμη το θάνατο να καταργούμε. Το είπε και ο Μέγας Ουαλός, ο Ντύλαν Τόμας: «And Death shall have no dominion/ Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία». Χρόνια τώρα, με μπροστάρη τον Χρήστο Βακαλόπουλο, λέμε κι εμείς: «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη». Ή, σε άλλη εκδοχή: «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, πριν ζήσουμε για πάντα».
Στον ραδιοθάλαμο, στο Κανάλι 1, επιμηκύναμε και πάλι τα δευτερόλεπτα, ταξιδέψαμε μέσα στο χρόνο, όχι σαν νοσταλγοί, αλλά σαν άνθρωποι του απολύτου παρόντος, ως έλεγε και ο Νίκος Καρούζος, ο ποιητής. Τιμήσαμε τον Νίκο Ξυλούρη, νιώθοντας ότι πράγματι δεν έλειψε ποτέ, αυτό είναι το ίδιον των Γιγάντων, ότι δεν λείπουν από δω, είναι σιμά, κοντά μας είναι, να μας παρηγορούν, να μας συντροφεύουνε στους δανεικούς καημούς μας, που λέει κι ο Δημήτρης ο Κοσμίδης.
Εδώ, στο Κανάλι 1, να μη νιώθω ότι εργαζόμαστε αλλά ότι τελετουργούμε. Οι επιλογές των ασμάτων να γίνονται, από τον Φώτη Μπατσίλα, εκλεκτό καλεσμένο, και από μένα, με κεφάτη ευλάβεια, με ευλαβικό κέφι, ενώ σιωπηλός σαν να χορεύει ένα βαρύ ζεϊμπέκικο ακάθιστο, ο Θόδωρος Βασιλείου, είναι κοντά μας και ζεσταίνει την ατμόσφαιρα. Ο Δημήτρης Παπαδάκης, θαυμάσιος, όπως όλοι άλλωστε (γεια σας Φάνη και Αδριάνα, και Μορφή Μορφέση και Κατερίνα Τριφυλάρα, και Φώτη και Κώστα!), θαυμάσιος, λοιπόν, στην κονσόλα του ήχου, να είναι ένας μαέστρος μάστορας των κουμπιών των μαγικών.
Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου; Γιατί είναι ομορφιά να διαβάζεις τα ποιήματα του Σωτήρη Κακίση, κι ύστερα να βάζεις στο πικάπ, εδώ στο Κανάλι 1, βινύλια με Σαπφώ μελοποιημένη, και μετά Τάκη Καρναβά, κι ύστερα πάλι να διαβάζεις, κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη, γεννημένου στον Πειραιά, στα 1910, έναν αιώνα πριν, και κατόπιν να παίζεις Γιάννη Χρήστου, το έργο του πάνω στην ποίηση του T. S. Eliot, με τον Φώτη, και τον Θοδωρή, και την Ελεάννα, ναι, είναι ομορφιά, με σύνεση και με τρέλα, με λογισμό και μ’ όνειρο, να καταργείς ό,τι αξίζει να καταργηθεί, και να ανοίγεσαι στην Ποίηση, στη Μουσική, στο Θάμβος και στο Θαύμα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης (08/02/2010)

Παρασκευή, 05 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια του Κώστα Αξελού, Ι


Axelos

Λόγια του Κώστα Αξελού, Ι

Εγώ: είμαι εγώ, εσύ, αυτός, εμείς, εσείς, αυτοί, τις. Έτσι πορευόμαστε από την εποχή της υποκειμενικότητας και ίσως πριν και μετά ακόμα απ’ αυτήν – καθώς τούτο το μετά δεν έχει ακόμα δει το φως της ημέρας – γιατί εκείνο που προηγείται περιέχει ήδη, κατά κάποιον τρόπο, αυτό που θα ακολουθήσει, όπως εκείνο που πλεονάζει, ξεπερνώντας καθώς λένε, διαγράφει και διατηρεί εκείνο που προηγείται.

Εσείς βλέπετε, ίσως, τις διαφορετικές αστραπές της ίδιας θύελλας που την περιμένετε πάρα πολύ καιρό τώρα χωρίς να το ξέρετε, με αρκετή διαύγεια, αλλά που δεν θα έρθει όπως την περιμένετε.

Τι χαρά για το παιδί να σπάει τα παιχνίδια του. Κατόπιν, ο άνθρωπος θα πρέπει να μάθει ότι ο ίδιος είναι ένα παιχνίδι προορισμένο να σπάσει.

Τα όντα τα προικισμένα, τα ταλαντούχα ή τα ιδιοφυή πραγματοποιούν αργότερα τα παιδικά και εφηβικά τους όνειρα, με κάποιους συμβιβασμούς και με πολλές απορρίψεις, απώλειες, μετατροπές, μεταμορφώσεις.

Να μη θεωρείς την ίδια την απόγνωσή σου ως οικουμενική τονικότητα. Την απόγνωση μπορεί κανείς να την υπερβεί παραγωγικά.

Ποιος μπορεί να ξεφύγει από το μαρτύριο της «αληθινής πατρίδας», που δεν υπάρχει ούτε πάνω στη γη ούτε στους ουρανούς;

Το κενό και η πλήξη. Η κοινοτοπία και η επιπεδότητα. Η ασημαντότητα. Η μετριότητα και το τετριμμένο. Και αυτά ακόμα, παρότι μας κάνουν να υποφέρουμε, μπορούν να μας βοηθήσουν να κρατηθούμε σαν ένας βράχος όλο ρωγμές πάνω στον οποίο σπάνε τα κύματα της αντιξοότητας.

[Από το μεστό βιβλίο «Αυτοβιογραφικές» Σημειώσεις, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Νεφέλη]


Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ


[Έφυγε σήμερα, ξημερώματα, και ο Κώστας Αξελός, από τους σημαντικότατους στοχαστές της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εποχής. Ακολουθεί η τελευταία συνέντευξή του, στον φίλο ποιητή Γιώργο Δουατζή, η οποία δημοσιεύτηκε στο "Κ" της Καθημερινής].


Κώστας Αξελός


Συνέντευξη στον Γιώργο Δουατζή


Κώστας Αξελός. Ένας γοητευτικός έφηβος ογδόντα πέντε ετών με μυαλό σπινθηροβόλο. Φωνή και προφορά, υποβλητικές. Η ανθρώπινη ζεστασιά διάχυτη. Το γέλιο αβίαστο. Μοναδική οξύνοια δεμένη με παιδική τρυφερότητα. Και όσο σου μιλάει, νιώθεις από τους τυχερούς εκείνους, που δέχτηκαν τα υψηλά ερεθίσματα «πετάγματος της σκέψης» από έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του αιώνα μας. Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη, όπου η εκεί Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα.

Η συνέντευξη μαζί του είναι αναγκαστικά μια συζήτηση εκ βαθέων, ταχύτατη, ευχάριστη, ζωντανή, μαιευτική. Κάθε αλήθεια που καταθέτει, αυτομάτως την αναιρεί. Και μπαίνει στο σκληρό «παιχνίδι» της έρευνας, που είναι «περαστική» αλλά αφήνει τα ίχνη της γερά στους επερχόμενους. Ο λόγος του τελευταίου Έλληνα μεγάλου στοχαστή σε συνεπαίρνει, σε βοηθάει να ανελιχθείς σε άλλες σφαίρες, σε γεμίζει χαρά. Κι άντε μετά να προσγειωθείς και να κάνεις αυτήν τη σπάνιας ποιητικότητας συζήτηση… συνέντευξη. Μια συνέντευξη - απάνθισμα της μακράς συζήτησης με τον υπέροχο αυτόν φιλόσοφο.

«Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν απαντηθεί από δεκάδες μεγάλους και παραμένουν αναπάντητα. Στη φιλοσοφία η έννοια της απάντησης σε ένα ερώτημα είναι μια αδόκιμη σκέψη. Το γιατί υπάρχει ο κόσμος έχει ποτέ αποδειχθεί;» λέει ο Κώστας Αξελός. Και στην εύλογη ερώτηση, αν η συνεχής αυτοαναίρεση της αλήθειας αναζωογονεί ή σκοτώνει τον φιλόσοφο, απαντά: «Μιλάω πάντα για στοχαστές και όχι για φιλοσόφους. Και η αλήθεια είναι μια πάρα πολύ προβληματική έννοια. Βλέπω την αλήθεια σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης. Άμα η περιπλάνηση παίρνει μορφή και περιεχόμενο και συγκροτεί και συγκροτείται, δίνει μια μορφή της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια υπακούει στην περιπλάνηση και όχι το αντίθετο».

Τέλος των ιδεολογιών;
Οι ιδεολογίες γενικευόμενες πεθαίνουν. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ.

Με ποια χαρακτηριστικά;
Έχει στοιχεία από όλα. Λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά είναι πάντα ένα μπέρδεμα, χωρίς αυτό να είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται.

Μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει έτσι;
Η τεχνική προχώρησε με ταχύτητα, με γιγαντιαία βήματα. Ο άνθρωπος όμως αμφιβάλλω πολύ.

Θα μπορούσατε να διαβλέψετε στον αυριανό κόσμο;
Ο αυριανός κόσμος, ο βιομηχανικός, μαζικός, μηδενιστικός, ηλεκτρονικός και τεχνικοποιημένος πολιτισμός, θα τεχνικοποιήσει ακόμη και τη φαντασία. Υπάρχει ένα πέρα από την τεχνική; Και από ποιόν κυριαρχείται η τεχνική; Και σε αυτό το ερώτημα δεν μπορώ να απαντήσω.

Επικυρίαρχη η τεχνική;
Σήμερα φαίνεται ότι είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Υπάρχει έως και μια τεχνική των φαντασιώσεων. Ο κινηματογράφος, η ίδια μας η ζωή είναι μια μορφή τεχνικής. Είναι σαν αυτό που ακούω από τους φοιτητές, να λένε «έκανα έρωτα» χρησιμοποιώντας τη λέξη «κάνω» σαν να έκαναν ένα σκαμνί ως μαραγκοί…

Αν τελειώνει η φιλοσοφία, μετά τι;
Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Μετά από αυτήν υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη.

Το έργο σας είναι διαποτισμένο από την ποίηση.
Αναμφισβήτητα. Πέρα από την ποίηση του ανθρώπου με τη λυρική έννοια, υπάρχει η ποιητικότητα του κόσμου που είναι πιο δυνατή. Και η ανθρώπινη ποίηση είναι ένα ανταύγασμά της. Με ενδιαφέρει η ποίηση που ξεφεύγει από όλα τα όρια και φτάνει σε ένα ύπατο σημείο όπου συντρίβεται, συντρίβοντας ταυτοχρόνως τον ποιητή της.

Ταυτίζετε ποίηση και φιλοσοφία;
Στην κορυφή ενός έργου η ποιητικότητα συναντάει τη στοχαστικότητα. Οι μεγάλοι στοχαστές είχαν συγχρόνως και μεγάλο ποιητικό άνοιγμα. Η ποίηση η ανθρώπινη υπακούει και μπορεί να επικοινωνήσει με την ποιητικότητα του κόσμου (του χωρο-χρονικού Ανοίγματος).

Τι είναι ο Θεός;
Η πορεία του κόσμου η ίδια έκανε να φανεί ένας Θεός. Λέω συχνά ότι ο Θεός είναι μια μορφή και μια μάσκα του κόσμου.

Μπορεί να κάνει την υπέρβασή του ένας στοχαστής;
Ένας σημερινός άνθρωπος που σκέφτεται ριζικά, δεν μπορεί παρά συγχρόνως να λέει «ναι» και «όχι» στα συμβαίνοντα και ιδίως στην τεχνική.

Τι είναι για σας ο λόγος;
Ο λόγος ήταν – στην αρχαία Ελλάδα – η γλώσσα και η σκέψη του ανθρώπου και του κόσμου. Σήμερα θα προτιμούσα να μιλήσω για σκέψη, επειδή δεν μιλάμε πια για τον λόγο του κόσμου.

Τι κρατά ζωντανή τη σκέψη σας;
Η αναζήτηση, στη ζωή και στη σκέψη, της σύγκλισής τους και η αδυναμία της απόλυτης συνέπειας.

Είναι ποιοτικό κριτήριο για σας η συνέπεια ζωής και έργου σε ένα στοχαστή;
Θα έλεγα διστακτικά ότι θα έπρεπε να είναι. Αλλά βλέπουμε ότι μεγάλοι, τεράστιοι φιλόσοφοι σαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είχανε την κουταμάρα να νομίζουν ότι οι δούλοι ήταν φύσει δούλοι. Κοντύτερα σε μας βρίσκεται ο Χάιντεγκερ και η τόσο ύποπτη σχέση του για ένα διάστημα με το ναζισμό. Η συνέπεια είναι μια απαίτηση την οποία βρίσκω πιο πολύ στους μεγάλους ποιητές σαν τον Χέλντερλιν και τον Ρεμπώ.

Ποια η ελπίδα, η απελπισία σας;
Ελπίδα και απελπισία είναι αντιμετωπίσεις σχετικές, στενές. Είναι και μένουν ψυχολογικές, άρα περιορισμένες.

Ό, τι ψυχολογικό, περιορίζει;
Οι ψυχικές δυνάμεις σπρώχνουνε τη σκέψη. Το ψυχικό όμως, που γίνεται ψυχολογικό, είναι ένα εμπόδιο. Παραδείγματος χάριν ο ναρκισσισμός σαν το αποκορύφωμα του ψυχολογισμού, είναι κάτι που όλα τα αναχαιτίζει, τα συρρικνώνει.

Κάποιες στιγμές δεν νιώσατε ναρκισσισμό, ματαιοδοξία…
Τα θεωρώ ευτελή, αλλά αναγκαία. Συγκροτούν κι αυτά την ολότητα και κανείς δεν μπορεί να βγει από την ιστορία με καθαρά χέρια. Αν θέλει να κρατήσει τα χέρια του εντελώς καθαρά, δεν θα έχει χέρια. Ο άνθρωπος παίρνει μέρος σε αυτή την απογύμνωση, δεν είναι ποτέ έξω απ’ ό,τι γίνεται.

Πώς εισπράττετε την αναγνώριση;
Αναμφισβήτητα με ικανοποίηση και θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι είμαι αδιάφορος, έστω κι αν τα κίνητρά της δεν με ικανοποιούν πάντοτε. Το καινούργιο μου βιβλίο θα ήθελα να πουληθεί, να συζητηθεί, να αρέσει. Αλλά η αγωνία είναι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα.

Γιατί εκδίδετε βιβλία;
Νομίζω πως είναι τα βιβλία μου εκείνα που μού επιβάλλονται.

Αν τα αφήνατε ως χειρόγραφα στο συρτάρι σας;
Ο άνθρωπος δεν είναι απομονωμένο ον. Δεν είναι ανεξάρτητος, είναι στοιχείο του κόσμου. Κάθε πράγμα θέλει να λεχθεί, να φανεί. Και η μετριότητα και η βλακεία. Και γι αυτό έχουν κι αυτά το χώρο τους.

Ενοχή;
Δεν είμαι άνθρωπος των ενοχών. Θα σας έλεγα ότι αισθάνομαι κινούμενος πιο πολύ από την αρχαιοελληνική μυθολογία, παρά από τη βιβλική-χριστιανική θρησκεία.

Το κίνητρο του στοχαστή;
Η αναζήτηση και η διερεύνηση αποτελούν το συνεχές κίνητρο του στοχαστή, ενώ το άσκεφτο το συναντάει κανείς κατά στιγμές. Η φιλία για τη σοφία έχει αντικατασταθεί από τη φιλία για τη σκέψη.

Τι υπηρετεί σήμερα η φιλοσοφία;
Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις.

Τι ανακαλύπτετε «ξεπερνώντας τα όρια του ιδιωτικού κόσμου;»
Το παιχνίδι που, πέρα από τις ιδιωτικές ζωές, μας κρατάει δεμένους.

Τι θα νέκρωνε τη σκέψη μας;
Η έλλειψη του παιχνιδιού.

Το παιχνίδι…
Ας θέσουμε πρώτα μια ερώτηση, πώς ξετυλίγεται ο κόσμος; Δεν θα έλεγα τι είναι ο κόσμος, γιατί τότε τον καθιστούμε στατικό. Οι μεν λένε προϊόν της ιδέας, οι άλλοι λένε προϊόν της ύλης, άλλοι λένε δημιούργημα του Θεού, άλλοι λένε φαντασίωση του ανθρώπου. Όλα αυτά είναι νοήματα που δίνουμε σαν να βρισκόμαστε έξω από τον κόσμο, ενώ ο κόσμος ο ίδιος ξετυλίγεται χωρίς νόημα, χωρίς γιατί και επειδή, σαν παιχνίδι.

Έχετε ακριβή συνείδηση του τι συμβαίνει τις στιγμές της δημιουργίας;
Η σκέψη και ο δρόμος της είναι πολύ ισχυρότεροι από αυτό που ονομάζουμε συνείδηση.

Τι είναι ο χρόνος;
Ένα κεντρικότατο θέμα του στοχασμού, που κινητοποιεί και συντρίβει κάθε στοχασμό.

Σε τι έγκειται η τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου;
Η κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι τόσο τραγική (λείπει η σχέση με τους θεούς) όσο συντετριμμένη από μια μοίρα που δεν είναι μοίρα.

Λέτε «να μοχθήσουμε να σώσουμε το όνειρο αφού δεν μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε»…
Όλοι κινούμεθα και από διάχυτα όνειρα. Τα όνειρα είναι τα ανοίγματα της ζωής μας. Έχουμε να μάθουμε περισσότερα πράγματα από τα όνειρά μας.

Η μη πραγματοποίησή τους…
Ίσως κλονιστεί και η έννοια της πραγματοποίησης. Ίσως κάποτε καταλάβουμε ότι το «πραγματοποιώ» σημαίνει συγχρόνως και συντρίβομαι.

Η ανθρώπινη σκέψη λειτουργεί πέραν των ανθρώπων;
Βεβαίως. Μαζί με τους ανθρώπους, όχι με μόνους τους ανθρώπους, αλλά με τον κόσμο.

Γιατί υποφέρει ο άνθρωπος;
Διότι δεν είναι το όλον. Είναι ένα τμήμα του όλου.

Θα μπορούσε να είναι αλλιώς;
Δεν θα μπορούσε, αλλά πνίγεται μέσα σε αυτόν τον περιορισμό. Ότι δεν μπορεί να είναι εδώ και κει συγχρόνως…

Τι είναι ο έρωτας;
Η αναζήτηση που έγκειται στη συνάντηση και τη μη συνάντηση με τον άλλον.

Τι είναι για σας το θηλυκό;
Το ήμισυ του κόσμου. Κάτι πάρα πολύ κυρίαρχο, όχι σε επίπεδο διάκρισης φύλων, άντρας, γυναίκα. Είναι σαν δυο δυνάμεις στον κόσμο. Η σχέση με το θηλυκό είναι ένα από τα σημεία συνάντησης, των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον κόσμο, και μαζί απομάκρυνσης. Δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί η απόλυτη συνάντηση αρσενικού και θηλυκού.

Έπαιξε ρόλο το θηλυκό στη ζωή και στο έργο σας;
Πάρα πολύ. Αλλά δεν ξέρω πολύ καλά πού και πώς.

Ο θάνατος;
Διατρέχει όλη τη ζωή, είναι το οριστικό τέλος της και διατηρεί τα ίχνη της ζωής του θανόντος, που κι αυτά θα εξαφανιστούν κάποτε.

Τον φοβάστε;
Δεν υπάρχει για μένα ο φόβος του θανάτου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θέλω να πεθάνω αύριο. Ο θάνατος είναι ο καλύτερος φίλος και ο χειρότερος εχθρός γιατί βάζει ένα τέρμα στην περιπέτεια που λέγεται ζωή. Αλλά είναι αυτός που δίνει νόημα σε κάθε πράγμα.

Οι περισσότεροι φοβούνται.
Ο άνθρωπος φοβάται τη ζωή περισσότερο από το θάνατο. Τη ζωή που οδηγεί προς το τέλος νομίζω ότι φοβούνται οι άνθρωποι.

Μεγαλύτερος φόβος σας;
Το στέγνωμα της ψυχής και της σκέψης.

Πώς θα νικηθεί ο φόβος;
Με τη συμφιλίωση μαζί του.

Η έννοια δημιουργία για σας;
Θα προτιμούσα να μιλήσω για παραγωγή, μια παραγωγή που δεν υπακούει στον οικονομισμό, αλλά ξετυλίγεται ποιητικά.

Ποια τρία πράγματα θα άξιζε να πιστέψουμε;
Η πίστις είναι υπόθεση θρησκευτική. Με την ποίηση και τη σκέψη ο άνθρωπος μπορεί να ανοιχτεί στη φύση, στην τεχνική και στο περιπλανώμενο παιχνίδι επάνω σε έναν ληξιπρόθεσμο πλανήτη.

Από που να πιαστεί ο σύγχρονος άνθρωπος για να υπάρξει;
Να πιαστεί δεν μπορεί από πουθενά. Του είναι ίσως δυνατόν να ανοιχτεί στο αποσπασματικό Όλον.

Με τι όπλα;
Χωρίς όπλα. Και χρησιμοποιώντας όλα τα όπλα. Το άνοιγμα δεν είναι κάτι το μυστηριώδες. Ας πάρουμε μια παρέα στην παραλία. Οι μεν φωτογραφίζουν τους δε. Θέλουν να τους οικειοποιηθούν, να τους αρχειοθετήσουν. Οι άλλοι φωτογραφίζουν τη θάλασσα, θέλουν να την ακινητοποιήσουν. Οι άλλοι λένε, τι ωραία που είναι, δες, δες τι ωραία που χτυπάει το κύμα. Όλα αυτά είναι μορφές ακινητοποίησης του χρόνου, του χώρου και όχι άνοιγμα στο χωροχρόνο. Άνοιγμα είναι να έκαναν μπάνιο, να χαίρονταν, να ζούσαν χωρίς αυτό το δες, δες...

Ο στοχασμός εμπεριέχει την αίσθηση…
Υπάρχει μια αίσθηση μεγάλης υπερηφάνειας, αλλά μαζί και συντριβής. Μπροστά στους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των αιώνων, τι έκανα εγώ; Ο άνθρωπος είτε ως μικρός άνθρωπος, είτε ως άνθρωπος που προσπαθεί να προσθέσει κάτι στον κόσμο, αισθάνεται τον εαυτό του σπασμένο ον. Είναι σαν ένα σπασμένο παιχνίδι ο άνθρωπος.

Το αξιακό σύστημα που οικοδομείτε;
Δεν οικοδομώ σύστημα. Επιχειρώ ένα βήμα. Και αυτό θα περάσει. Δεν είναι αυτοσκοπός. Ξέρει κανείς ότι αφήνει κάτι πίσω του και ας έχει υποστεί απέραντες μεταλλαγές.

Αυταπάτη αθανασίας;
Αν το εκλαμβάνει κάποιος σαν αυταπάτη αθανασίας, πρέπει τελικά να ξέρει ότι θα γίνει κάτι τελείως άλλο.

Έχω μια πικρή αίσθηση από όσα λέτε για τον κόσμο.
Πικρή, γιατί κρατάμε χιλιάδων χρόνων πίκρα. Γιατί μας έμαθαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι το ιδεατόν του Πλάτωνα, το καλό του Χριστιανισμού, ο καλός αστός και μετά ο καλός προλετάριος, σήμερα ο καλός παραγωγός… Η ανθρωπότητα έχει υποστεί χιλιάδων χρόνων κηρύγματα που την περιορίζουν ολοένα και πιο πολύ.

Υπάρχει σήμερα κρίση;
Υπάρχει κρίση πολιτισμού, κρίση στον ψυχισμό των ανθρώπων, η οποία εκδηλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο
.
Γιατί οι νέοι πάντα διάβαζαν Μαρξ και Νίτσε συγχρόνως;
Διότι και οι δύο κάνουν ανελέητη κριτική του παρόντος. Ο Μαρξ καταδικάζει όλη την αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Νίτσε βλέπει στο σύστημα όπου ζούμε έναν απέραντο μηδενισμό. Όμως και οι δύο θέλουν να κάνουν ένα βήμα σωτηριολογικό. Ο Μαρξ στον απόλυτο κομμουνισμό και ο Νίτσε στον υπεράνθρωπο. Ως τα τώρα δεν ξέρω κανέναν φιλόσοφο που να μη θέλησε να δώσει σωτηριολογικό άνοιγμα.

Εγώ ξέρω έναν.
Ποιόν;

Εσάς.
…(γέλια)

Το σύστημα ισχυρότερο των ανθρώπων;
Ενώ το σύστημα δεν υπάρχει χωρίς τους ανθρώπους, είναι ισχυρότερο από τους αδύναμους ανθρώπους και τις κουρασμένες κοινωνίες που δεν κατορθώνουν να εξιχνιάσουν το μυστικό του.

Για ποιον πολιτισμό θα μιλούσατε σήμερα;
Η εποχή μας είναι η εποχή του μυθολογικο-τεχνολογικού πολιτισμού που κρύβει το βαθύτερό του κίνητρο.

Με ποια εργαλεία θα μπορούσαμε να «εξανθρωπιστούμε»;
Με τα εργαλεία προχωρούμε όπως λένε (προς τα πού;), αλλά αυτά δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα της ύπαρξης της ανθρωπότητας, η οποία είναι εγκλωβισμένη στην τεράστια δύναμη που προέρχεται από τη συνάντηση της φύσης με την τεχνική.

Η μεγαλύτερη χαρά;
Οι συναντήσεις – στιγμιαίες και καίριες – με εκφάνσεις της φύσης, η δύναμη του έρωτα και της φιλίας που περιέχει τον έρωτα, οι σκέψεις που έρχονται σε μας.

Το μεγαλύτερο όραμα;
Το όραμα της συνάντησης της σκέψης και του κόσμου και η παραδοχή του φευγαλέου. Η παραδοχή της φανέρωσης και της ταυτόχρονης απόσυρσης, όσο γίνεται πιο γαλήνια.

Νιώθετε ότι πρέπει να αποδείξετε κάτι;
Από την εφηβεία είχα την εντύπωση ότι έπρεπε να πω αυτό που βλέπω.

Έχετε ταχθεί στον στοχασμό;
Έχω ταχθεί σε ένα σκοπό του οποίου είμαι το μέσο και το διάμεσο προς τον κόσμο.

Η εξάρτηση από τους άλλους είναι αδυναμία;
Έχουμε αναγκαία εξάρτηση από τους άλλους ανθρώπους. Η εξάρτηση πάλι δημιουργεί τα κενά της. Εξάρτηση και μη εξάρτηση, έχουν το αναγκαίο στοιχείο που είναι και θετικό και αρνητικό.

Αυτοδυναμία;
Δεν μπορεί να υπάρξει σε κανένα επίπεδο.

Η εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας;
Ειλικρινά, δεν έχω μια ενιαία εικόνα του εαυτού μου. Όταν γνωρίζω ότι η τάδε σκέψη είναι σημαντική, τότε νομίζω ότι ίσως αυτό είναι περαστικό, λέω ότι προσπαθώ να τολμάω να σκέπτομαι, ενώ το μεγαλύτερο σύνολο των ανθρώπων σήμερα δεν σκέπτονται… Θα έλεγα είναι πρισματική η εικόνα του εαυτού μου, όπου γυρίζουν διαρκώς όλα τα χρώματα όπως στο καλειδοσκόπιο.

Η σύγχρονη Ελλάδα;
Είναι ένα πρόβλημα. Ούτε Ανατολή, ούτε Δύση, ούτε Ευρώπη, ούτε Ασία. Βαδίζει προς την αναζήτηση μιας ενότητας, την οποία δεν βρίσκει εύκολα. Δεξιά και Αριστερά είναι φθαρμένες και δεν αναδύεται ένας δρόμος.

Πώς θα ανακαλύψουν οι Έλληνες πολιτικοί την «πραγματική πολιτική»;
Οι Έλληνες πολιτικοί θα έπρεπε να ξεπεράσουν τον στενό πολιτικαντισμό. Είναι όμως αυτό δυνατό;

Είναι εφικτή η Δημοκρατία;
Η Δημοκρατία μένει ουτοπική, δηλαδή δεν έχει πουθενά τόπο να πραγματοποιηθεί. Το ίδιο της το νόημα μάς ξεφεύγει.

Τι σας έχει δώσει η Ελλάδα;
Μια ζωική ορμή. Την επαφή με τα στοιχεία της, τη θάλασσα, τον αέρα, τη γη, τη φωτιά.

Τι σας έχει πάρει;
Δεν είχα ποτέ την προκατάληψη, ώστε να μπορέσει να μου την πάρει.

Οι τιμές που σας κάνουν τα ελληνικά πανεπιστήμια τι συναισθήματα σας γεννούν;
Ευχάριστα. Θα επιθυμούσα όμως και μια πιο ζωντανή συζήτηση, στοχαστική και παραγωγική, με τους πανεπιστημιακούς.

Σκεφτήκατε ότι μπορεί να σας τιμούν και να μην σας έχουν διαβάσει;
Πολλά πράγματα δεν χρειάζεται να έχουν διαβαστεί. Μπορεί να διαπερνάνε την ατμόσφαιρα.

Εσείς διαψεύδετε την κατάρα των Ελλήνων να μην αναγνωρίζουν ζώντες δημιουργούς.
Στην Ελλάδα υπάρχει μεμψιμοιρία και δυσκολία αν δεν προηγηθεί μια αναγνώριση από τα έξω. Έξω είναι πιο πολιτικά θεσμισμένα τα πράγματα. Αλλά και υπάρχουν πράγματα που περιμένουν ακόμα το μέλλον τους.

Πιστεύετε ότι έχετε αμειφθεί;
Και ναι και όχι. Αν όμως ήταν πλήρης η αναγνώριση θα σήμαινε ότι θα επιπέδωνε και το ειπωμένο.

Τα έργα τέχνης αποτιμώνται σε χρήμα. Η σκέψη;
Υπάρχει προσωπική σχέση με το έργο τέχνης. Η σκέψη έχει μία σχέση με το όλον. Μπορεί να αποτιμηθεί ένα έργο. Το όλον όμως;

Ο καταναλωτισμός;
Επικράτησε η ανάγκη για κτήση. Η ιδιοκτησία είναι το μεγαλύτερο δεινό που έχει πέσει πάνω στην ανθρωπότητα.

Τι θα λέγατε σε έναν νέο φιλόσοφο;
Να ανοιχτεί στη σκέψη, στα κείμενα και στο κίνημα της σκέψης, στην ποίηση που διατρέχει κάθε τέχνη και να ζήσει και να πει αυτό που τον εμψυχώνει και τον συνθλίβει ατομικά και κοινωνικά.

Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο;
Να κρατήσει, όσο γίνεται, έναν παλμό και στη λεγόμενη ώριμη ηλικία.

Κλείνοντας, δεν θέλω να παραλείψω να ευχαριστήσω την συγγραφέα και συνάδελφο δημοσιογράφο Κατερίνα Δασκαλάκη, σύντροφο του Κώστα Αξελού τα τελευταία τριάντα χρόνια, για τις μύριες διευκολύνσεις ώστε η συνέντευξη αυτή να πραγματοποιηθεί με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

Τετάρτη, 03 Φεβρουαρίου 2010

ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ


[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς,90,4 FM και www.kanaliena.gr όπως πάντα στις 12 παρά δέκα, κάθε μεσημέρι, Δευτέρα έως Πέμπτη, και στις 11 παρά δέκα, κάθε Παρασκευή]:

Η Ομορφιά και η Γνώση ας Θριαμβεύσουν

Ναι, η Ομορφιά και η Γνώση ας θριαμβεύσουν, έστω στα σύγχρονα κρυφά σχολειά, έστω στις περιλάλητες κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας, εκεί που ιερουργεί η Φράξια Φραντς Φράνκα, εκεί που είναι άγνωστα τα ονόματα των ανόητων, των τυράννων, των πρακτόρων της ασχήμιας/ αναισθησίας/αμετροέπειας και είναι πασίγνωστα τα ονόματα όσων υπηρέτησαν και υπηρετούν το κάλλος/ τη διόραση/ τη σοφία/ την ευαισθησία: Gregory Markopoulos και Johnnie Cassavetes, Μάνος Χατζιδάκις και Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Mark Rothko και Ελεάννα Μαρτίνου.
Χθες, έκανα πάλι τον τουρίστα στην ίδια μου την πόλη. Εκδράμαμε για derives, για άσκοπες, καίτοι γόνιμες, περιπλανήσεις μέσα στο άστυ, πτολίεθρον, για να πάμε πάλι στον Όμηρο. Η γυναίκα μου κι εγώ, στην Πειραιώς, χαμηλά, σιμά στον Πειραιά. Από τη μια, ανθυποσκυλάδικα του μεταμοντέρνου κουλουβάχατου, μαγαζά, κι όχι μαγαζιά, όχι βέβαια λαϊκά, όχι, μαγαζά της ημιζωής, μαγαζά του ταχύπλοου νεοπλουτισμού που την πάτησε ήδη. Κι από την άλλη, δύο τεμένη του πολιτισμού. Μπαίνουμε πρώτα στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Περιπλανιόμαστε. Περιχαρείς, και μ’ ένα μπουμπούκι αισιοδοξίας ν’ ανθίζει στην μπουτονιέρα της ψυχής μας, κομβιοδόχη της νόησης, βλέπουμε δεκάδες παιδιά από διάφορα σχολεία, με τις δασκάλες και τους δασκάλους τους, να κατακλύζουν το Ίδρυμα, να περνάνε από το κυλικείο, να κολατσίζουν γελώντας, και μετά να ξεναγούνται στους χώρους.
Και μετά, πιο δίπλα, να περνάμε στο κατόρθωμα του μεγάλου Νίκου Κεσσανλή, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Στα ηνία της πια, οι εκλεκτοί φίλοι απ’ τα παλιά, Γιώργος Χαρβαλιάς και Πάνος Χαραλάμπους, ένα θαυμάσιο φυτώριο ταλέντων που θα τιμήσουν την Τέχνη και την Ελλάδα. Περιπλανιόμαστε στις εγκαταστάσεις, στα εργαστήρια, συζητάμε, λέμε ότι τα εικαστικά στην Ελλάδα είναι σε καλπάζουσα δημιουργική φάση, το έμψυχο υλικό είναι πλούσιο και λίαν ενθαρρυντικό, ένας έξυπνος συντονισμός και μια επινοητική σύμπνοια θα εξακόντιζαν τους Έλληνες εικαστικούς/ ζωγράφους/ γλύπτες/ περφόμερ στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής εικαστικής σκηνής. Στενές σχέσεις υπάρχουν ανάμεσα στα εικαστικά και την ποίηση, στα εικαστικά και τη φιλοσοφία, στα εικαστικά και την κοινωνική κριτική. Η καλλιτεχνική δημιουργία γίνεται ολοένα και πιο στοχαστική. Ναι, οι Έλληνες δημιουργοί μπορούν άνετα να βρεθούν στην πρώτη γραμμή. Και αυτό ήταν το στοίχημα που έπαιξε και το κέρδισε ο Νίκος Κεσσανλής. Και τέτοια στοιχήματα είναι που μας πάνε μπροστά, που μας κάνουν δημιουργικούς, που μας υψώνουν από τα λασπωμένα ρείθρα της χθαμαλής ρουτίνας & καθημερινότητας στις θεσπέσιες ουράνιες ή και υπόγειες, τi σημασία έχει;, γωνιές του φωτός, της ομορφιάς, της δημιουργικότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/02/10

Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ ΑΙΝΟΣ [και πάλι]


Ραδιοφώνου Αίνος [και πάλι]

Ας μου επιτραπεί να μιλήσω όχι ως εργαζόμενος, αλλά ως μανιακός/ ερασιτέχνης/ λάτρης του ραδιοφώνου. Να μιλήσω, έχοντας κατά νου το αγοράκι των πέντε ετών που ήμουν κάποτε και που άκουγε όχι μονάχα τη Θεία Λένα αλλά και τους Αθλίους του Ουγκό σε συνέχειες, στο ραδιόφωνο, τότε, στη δεκαετία του Εξήντα. Ως ο έφηβος, εξαιρετικά έως και επικίνδυνα από ορισμένες απόψεις, που άκουγε μετά οργιώδους προσηλώσεως (κυριολεκτώ!), τον Πετρίδη και τον Πουλικάκο, και λίγο αργότερα, ηχογραφώντας τα μάλιστα επιμελώς σε κασέτες, τα Σχόλια του Τρίτου, και όλο το Τρίτο, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Μεγάλο Ερωτικό και Λαχειοφόρο του Ουρανού. Εξαίσιες/ έξοχες/ εξαιρετικές αναμνήσεις.
Κι ύστερα, από μικρή ηλικία, πειρατές αρχικά, κι αργότερα νόμιμοι, ας πούμε, και έτσι είναι, στο κρατικό Δεύτερο Πρόγραμμα και μετά στην ΕΡΑ 4, να παίζουμε τα βινυλιά μας, σπάταλα/ ευρύχωρα/ απλόχερα, στα ερτζιανά, και το ραδιόφωνο να είναι τρόπος ζωής, να είμαστε παραγωγοί και ακροατές συνάμα, Θοδωρής Μανίκας, Μάκης Μηλάτος, Νίκος Λακόπουλος, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Νίκος Σαββάτης, Μαριτίνα Πάσσαρη, και τόσοι άλλοι, κι ανάμεσά τους ο βελούδινος, ευφυέστατος, υπερευαίσθητος, πάντα επινοητικός και πάντα με άνεση χαρακτηριστική, κάνοντας σλάλομ στα στερεότυπα, και αιφνιδιάζοντας με τα σχόλιά του και τις μουσικές του επιλογές, αιφνιδιάζοντας τους πάντες, ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό ακόμα, ο αείμνηστος φίλος Χρήστος Βακαλόπουλος.
Λοιπόν, ας μου επιτραπεί να μιλήσω όχι ως εργαζόμενος, αλλά ως μανιακός/ ερασιτέχνης/ λάτρης του ραδιοφώνου. Δύο εμπειρίες χθες, τελευταία μέρα του Ιανουαρίου, όμορφη μέρα από το πρωί. Αισθάνθηκα, και πάλι, ναι, και πάλι, για πολλοστή φορά, ότι στο Κανάλι 1, κάνουμε ραδιόφωνο ζωντανό/ παλλόμενο/ ευαίσθητο/ επινοητικό~ με κέφι/ μεράκι/ με την ευσυνειδησία του επαγγελματία & την δημιουργική τρέλα του ερασιτέχνη~ πώς το ’λεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ να δεις;, με το πάθος του επιστήμονα και την ακρίβεια του καλλιτέχνη~ ή, σύμφωνα με τον Καζιμίρ Μάλεβιτς: με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο. Ο Καθηγητής Μυστήριος, με τα βινύλιά του, σπάνια όλα, καλοδουλεμένα, χιλιοπαιγμένα, να καταργούν θεσπέσια το χρόνο, να αμβλύνουν την οδύνη της φθοράς, να επιμηκύνουν, όπως λέμε από παλιά, τα δευτερόλεπτα. Και μαζί, ο τραγουδοποιός Γιάννης Σταθόπουλος, με το έργο του «Ασκήσεις Ισορροπίας», με την ποίηση και τη μουσική του, και τις εύστοχες, σεμνές παρατηρήσεις του. Και μετά, ο σπουδαίος πολυτάλαντος Δήμος Αβδελιώδης, στην εκπομπή «Εν Πλω», της Μαρίνας Παπαδοπούλου, ένα πλούσιο κυριακάτικο απομεσήμερο.
Το δεύτερο γεγονός, που με πίκρανε κομμάτι και μ’ έβαλε σε σκέψεις. Σήμερα απλώς το αναφέρω~ μες στη βδομάδα θα το σχολιάσω: στις πολλές διαφημίσεις των κυριακάτικων εφημερίδων, σκάλισα/ έψαξα/ αναζήτησα αλλά βρήκα μία, ναι, μία μονάχα που να διαφημίζει ραδιοφωνική συσκευή. Τηλεοράσεις, υπολογιστές, εκτυπωτές, ψυγεία, μαραφέτια αλλόκοτα κι ένα σωρό, αλλά συσκευή ραδιοφωνική μονάχα μία, φορητή, ντιζαϊνάτη, όμορφη δε λέω, αλλά μονάχα μία και σε κάτι ειδικές σελίδες, με περίκομψα, πολυτελή, ημιάχρηστα προϊόντα! Κάτι μου λέει αυτό. Και θα επανέλθω.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/02/10

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ [στον Λάμπρο Σκουζάκη]




Στο αίθριο του Πανδοχείου. Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Όμηρος, William Shakespeare, Hegel, Guy Debord, Vladimir Nabokov, Raymond Chandler, James Ellroy, Charles Bukowski, Jack Kerouac, William S. Burroughs, Νίκος Καρούζος. Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, πάντα, Borges & Bernhardt.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ιλιάδα, Άμλετ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός,

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα λάμπει μες στις δεκαετίες (και το ζηλεύω): The Lost Decade, του Francis Scott Fitzgerald.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως: ο Κώστας Μαυρουδής, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (για τον συνδυασμό λεπταισθησίας, νοημοσύνης, επινοητικότητας, ευαισθησίας). Και ποτέ δεν θα λησμονήσω τα όσα οφείλω στον Ηλία Λάγιο και στον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Dean Moriarty από το On the Road του Kerouac.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι. Αλλά δεν κάνει να πω τα μυστικά τους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Συχνότατα. Σε μπαρ και σε καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν βαδίζω, έρχονται οι μνήμες και οι ιδέες. Πασχίζω να μην τις χάσω, ενώ συνάμα χαμογελάω, ξέροντας ότι θα τις χάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Πάντοτε ακούω jazz ή/και κλασική, όταν γράφω. Η μουσική είναι η ζωή μου, όλο το εικοσιτετράωρό μου. Miles Davis, John Coltrane, Chet Baker, αλλά και Bob Dylan, Nick Cave, Μάνος Χατζιδάκις.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Τρία τα αγαπημένα μου, και ας μιλήσω γι’ αυτά μονάχα. Το «Ω!» (σε συνεργασία με τον Πάρι Κούτσικο), ένα βαθιά ελληνικό γουέστερν ποίημα, όπου ο Έρως εκθειάζεται, απολύει την δυστυχία, αποθεώνει την συνωμοτικότητα της Συμμορίας των Δύο (που είναι, κατ’ εμέ, η απόλυτη ερωτική περιπέτεια). Το μυθιστόρημα «Aurevoir», για το σκίρτημα του πρώτου έρωτα, για την Πατησίων, γιατί μπόρεσα να κάνω λέξεις τις μνήμες και πέτυχα να συνθέσω ένα πολυσέλιδο blues. Και ο «Μάης του 68», πάλι παρέα με τον Πάρι Κούτσικο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Είμαι στη γειτονιά του Debord, στο Παρίσι, στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, ανοίγω την θύρα του βιβλίου «Μάης του 68».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Την «Ιλιάδα» όπως μας την πρόσφερε ο Μαρωνίτης. Και μια πολυσέλιδη βιογραφία του John Cassavetes.

Τι γράφετε τώρα;
Λιτά ποιήματα. Και μια Πολύτομη Επιστολή στη Γυναίκα Μου.

Ασχολείστε επισταμένα τόσο με την μετάφραση όσο και την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβουν συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνονται με κάποιο τρόπο;
Όταν καταπιάνεσαι μ’ αυτά τα πράγματα, ένας τρόπος υπάρχει: η πολύωρη, σχεδόν ακόπαστη, δουλειά. Η εργασία. Η προσήλωση. Κι αυτό είναι ήδη «εξαργύρωση».

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Του Αγίου Μότσαρτ




Σουρεάλα κατά το Μαντουβάλα και Χάσαμε την Μπάλα!


[Σπέσιαλ Αφιερωμένο στον Φώτη "Πέρι Μέισον" Μπατς]


Να ακούμε τους μεγαλυτέρους μας. Να μεγαλώνουμε την ακοή μας. Και, βεβαίως, να σεβόμαστε τους σοφούς, ανεξαρτήτως εάν είναι μεγαλύτεροι ή μικρότεροί μας ηλικιακώς. Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, φέρεται ότι απεφάνθη ο Μέγας Πειραιώτης, καλλιτέχνης και άνθρωπος Γιάννης Τσαρούχης. Ο δε Τζιμάκος ο Πανούσης, πριν αποφασίσει να επαναλαμβάνει τις επαναλήψεις του επαναλαμβανόμενου επαναληπτικού εαυτού του είχε βροντοφωνάξει: «Ελλάδα, η χώρα του Υπαρκτού Σουρεαλισμού».
Και ήδη, ιδού μία παράνοια και παρανόηση: στην Ελλάδα ο «σουρεαλισμός» και τα παράγωγα επίθετα «σουρεαλιστικός», «σουρεαλιστική», «σουρεαλιστικό», ακόμη, ήτοι κοντά εννιά δεκαετίες μετά την ίδρυση του Σουρεαλιστικού ή, πιο ορθά Υπερρεαλιστικού, Κινήματος από τον Ανδρέα Μπρετόν και την παρέα του, ακόμη λοιπόν, θεωρούνται συνώνυμα με το παράλογος/τρελός/αλλόκοτος/εξωφρενικός, και πάει λέγοντας.
Ό,τι δηλώσεις είσαι, λοιπόν, στην Ελλάδα τη χώρα του παραλόγου, όπου αν δεν έχεις μάθει, μέσω πείρας και ταλέντου, να κάνεις σλάλομ στα στερεότυπα κινδυνεύεις να βρεθείς καρφωμένος σε κάποιον σταυρό φαινομενικότητας και ανοησίας~ όπου αν δεν έχεις την υπομονή και την επιμονή να επανέρχεσαι σε ορισμένα θέματα που θεωρούσες ήδη λυμένα κινδυνεύεις να τα δεις, τα θέματα, να περιπλέκονται εφιαλτικά ή να ναυαγούν στη λίμνη της λήθης όπου ήδη τα έχουν σύρει κάποιοι άσχετοι καλοθελητές~ όπου αν δεν φροντίσεις το πνεύμα της άμυνάς σου (καθώς έλεγε ο μακαρίτης φίλος μας ποιητής Τάσος Δενέγρης) και την άμυνα του πνεύματός σου, θα βρεθείς να απολογείσαι για πράγματα που δεν έκανες, θα βρεθείς να εξηγείσαι για κάτι που δεν είσαι, θα βρεθείς να πληρώνεις για παραπτώματα στα οποία δεν υπέπεσες.
Φέρ’ ειπείν, προ ημερών νεαρός τις, ολίγον τι αυθάδης, διεκήρυξε δημοσίως ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι νεκρός, παρουσία μάλιστα του Νιόνιου, στην Παλαιά Βουλή. Η Σώτη Τριανταφύλλου, ως συντονίστρια (καθήκον, και δη σοβαρό και υπεύθυνο είναι) του αφαίρεσε το λόγο, δηλαδή τη μάταιη και χαζή δυνατότητα να πει και να ξαναπεί το παράλογο «Ο Σαββόπουλος είναι νεκρός». Οπότε, παραλόγως, πολλοί, λίαν παράλογοι, αποφάνθηκαν ότι η Σώτη είναι κάτι μεταξύ Χίτλερ, Στάλιν, Αμίν Νταντα, και Baby Doc – για όσους ενθυμούνται.
Λέτε να πρέπει να καθίσουμε στα θρανία και πάλι, και να ξαναπιάσουμε την Αγωγή του Πολίτου ή τη Λογική του Παπανούτσου ξανά;
Ή λέτε όλα να εξηγούνται, αν και δεν φαίνεται τόσο πρόδηλο, από το γεγονός ότι, ας πούμε, σήμερα είναι του Αγίου Mozart και δεν δείχνουν πολλοί να το θυμούνται και να το τιμούν – 27 Ιανουαρίου γεννήθηκε ο Άγιος της Μουσικής, το 1756, και έφυγε, το σαρκίον του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1791. Ή από το άλλο, εφιαλτικό κατ’ εμέ, γεγονός να μην υπάρχει ούτε ένα κατάστημα δίσκων αμιγώς κλασικής μουσικής σε ολόκληρη τη συμπρωτεύουσα, τη Νύφη του Θερμαϊκού, τη Θεσσαλονίκη!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/01/10

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

ΨΗΦΙΑΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ




[Σήμερα, 26/01/10, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 12 παρά 10, κατά τα ειωθότα, το παρακάτωθι Ραδιοχρονογράφημα]

Ψηφιακή Αθανασία

Στον Σ/χη Φ.Ξ. Σαντορίνη

Είναι πασίγνωστη πια η ρήση του Andy Warhol ότι στον καθένα ανήκει ένα δεκαπεντάλεπτο δημοσιότητας. Και μονάχα οι απολύτως πεπλανημένοι ή η εντελώς ανεγκέφαλοι δεν αντιλαμβάνονται ότι ζούμε σε ένα κοινωνικό σύστημα όπου ό,τι υπήρχε ως βίωμα έχει γίνει αναπαράσταση. Με άλλα λόγια, ας πούμε φιλοσοφικά, από τον υποβιβασμό του είναι σε έχειν, για τον οποίο μιλούσε ο Marx, περάσαμε/διολισθήσαμε στον εκπεσμό του έχειν σε φαίνεσθαι. Και πού ’σαι ακόμα! Ίσως το επόμενο εφιαλτικό στάδιο να είναι η κατρακύλα του φαίνεσθαι σε ένα απολύτως μη-υπάρχειν, και το ακόμα πιο επόμενο η αφαίρεση του επιθέτου «εφιαλτικό». Δηλαδή, μια ανυπαρξία που ούτε καν τη βιώνεις ως εφιαλτική. Μια ευδαίμων, που λέει ο λόγος, εκμηδένιση. Κάποιοι, ήδη από τη δεκαετία του 1980, μιλούσαν για «χρυσωμένα τίποτα».
Οι πάντες, ή σχεδόν οι πάντες, άλλο δεν κάνουν από το να πασχίζουν να φανούν. Να πουν δημοσίως κατιτίς. Να ξεσπάσουν αλλά μπαίνοντας σε όλα τα σπίτια: διά της τηλεοράσεως, παλαιότερα, μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας, σήμερα. Η καθεμία και ο καθένας θέλουν/λαχταρούν/καίγονται να «αποκαλύψουν» (εντός εισαγωγικών, διότι who cares;) τι τους αρέσει και τι όχι, ποια ήταν η πιο πρόσφατη συγκλονιστική, ή και όχι, εμπειρία τους, πόσο «αγαπάνε» (και πάλι εντός εισαγωγικών, ευνόητοι οι λόγοι, ή όχι πια;) ένα ψηφιακό ζωάκι ή μια ηλεκτροκίνητη αγκινάρα, πότε θα αγοράσουν μια καινούργια ηλεκτρονική φριτέζα/τηλεόραση, πόσο ελάχιστη φαντασία έχουν (διότι δεν σου λένε καν ένα, «Κάθε βράδυ με επισκέπτεται ο Elvis στο loft μου, κάθεται στην μπερζέρα μου, πίνει ένα αψέντι, και μου δίνει συμβουλές για την επόμενη ημέρα»). Οι πάντες, ή σχεδόν οι πάντες, επιδίδονται, ή ψοφάνε (κυριολεκτικώς: ψόφος = θόρυβος/κρότος/πάταγος), κάνουνε σαματά, για να κερδίσουν το δεκαπεντάλεπτο δημοσιότητας που τους αντιστοιχεί, για να κερδίσουν το δικαίωμα σε ένα στριπτίζ της πεντάρας μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας, το δικαίωμα σε έναν δημόσιο εξευτελισμό που περνιέται για δημόσια καταξίωση και αποθέωση. Εδώ το «δημόσιος» μπορεί να έχει το μέγεθος μικροσκοπικής γειτονιάς ή μισού ορόφου συνοικιακής πολυκατοικίας.
Αλλά μπορεί να την πατήσεις – και να μη σε νοιάζει κιόλας. Μπρος στην (ψηφιακή) δημοσιότητα τι ’ν’ ο πόνος! Ένας, ονόματι Craig Lynch, δραπέτης απ’ τις φυλακές, κυριευμένος από τη μανία της δημοσιότητας, άνοιξε λογαριασμό στο Facebook (ελληνιστί: Φατσοκιτάπι, ή Βιβλίον Όψεως) και έσπαγε πλάκα με τους διώκτες του. Νόμιζε ότι είναι ο Φαντομάς της Διαδικτυακής Εποχής, ο Αρσέν Λουπέν του Καιρού των Καμερών, ο Πεταλούδας του Ψηφιακού Χωριού, όπως θα ’λεγε κι ο
Marshall Mcluhan. Φυσικά, συνελήφθη, αλληλούια.
Το θέμα είναι πελώριο και ευτράπελο συνάμα. Τραγικό όσο και γελοίο. Θα επανέλθω. Ξανά και ξανά. Ας κλείσω με μια ζουμερό παράγραφο από το μυθιστόρημα Crime του σημαντικού συγγραφέα Irvine Wells, που μεταφράζει δυναμικά ο Γιάννης Παπασπύρου: «Οι δολοφόνοι ήταν οι μεγαλύτερες ντίβες~ με την προδιάθεση αλά Ρασκόλνικοφ ενισχυμένη τώρα με την πρόσβαση στην τεχνολογία ψηφιακής εγγραφής συν την παγκόσμια αυτή κουλτούρα εξομολόγησης. Ο εγκληματίας, ο καλλιτέχνης, ο πολίτης, άπαντες, έχουν μπει στη λούμπα της καταγραφής των άθλων τους, να πάρουν κι αυτοί ένα κομμάτι ψηφιακής αθανασίας».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 26/01/2010

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΨΙΧΟΥΛΑ


Radio_250110

Πόσο κάνεις, στο στόμιο της κάνης;

Όχι πια «πόσο κάνει;» αλλά «πόσο κάνεις;» Ναι, πόσο κάνεις στο στόμιο της κάνης; Πόσο πιάνεις; Τι κοστίζεις; Πόσο μπορεί να σ’ αγοράσει κανείς; Να σ’ αγοράσει και να σε ξεκάνει με μια κάνη;
Ας αφήσουμε τα ονόματα στην άκρη. Όποιος θέλει, τα βρίσκει, ονόματα, τίτλους, διευθύνσεις, τα πάντα, στις εφημερίδες. Στον Θαυμαστό Κόσμο της Αφηνιασμένης Τηλεόρασης και των εντύπων που τηλεοπτικοποιούνται ολοένα και πιο περισσότερο. Ναι, ας αφήσουμε τα ονόματα. Ας πάμε καρφί στην ιστορία, στο στόρι.
Το στόρι: άφωνη, τρόπος του λέγειν, η Κύπρος πληροφορείται τη δολοφονία εκδότη και καναλάρχη. Το μυστήριο που συγκλονίζει τον κόσμο δεν αργεί να εξιχνιαστεί: μία τηλεπαρουσιάστρια, ευειδής μα όχι ευφυής, τίγκα στη φιλοδοξία προφανώς και φορτωμένη με μιαν απόρριψη, συνεννοείται με τον αδελφό της, το αίμα της (που λέμε), και αποφασίζει να χυθεί αίμα. Προσλαμβάνουν, λοιπόν, τρωγοπίνοντας σε κάποιο εστιατόριο, καθώς μας πληροφορούν οι αρθρογράφοι που καταπιάστηκαν με την υπόθεση, δύο παλικάρια αδίστακτα. Τους εξουσιοδοτούν να βγάλουν από τη μέση τον εκδοτοκαναλάρχη. Πατ κιουτ!
Αποστολή εξετελέσθη. Καναλάρχης καπούτ. Δεν εξετίμησε δεόντως τα προσόντα της τηλεπαρουσιάστριας, ή τα εξετίμησε και κατόπιν διανοήθηκε να εκτιμήσει ακόμα πιο δεόντως τα προσόντα μιας άλλης, πιο προικισμένης και προσοντούχου τηλετέτοιας. Ποιος ξέρει; Μίλησε το χρήμα, μίλησε το σιδερικό, μίλησε η κάνη και φρόντισε τον καναλάρχη να ξεκάνει.
Συνελήφθη ο μοτοσικλετιστής που μετέφερε τον εκτελεστή. Έσπασε. Κελάηδησε. Τα είπε όλα για την τηλεπαρουσιάστρια και τον αδελφό της και το σχέδιό τους να βγάλουν απ’ την μέση τον καναλάρχη. Η δικαιοσύνη αναλαμβάνει τα ηνία.
Για μένα, φίλες και φίλοι, το εφιαλτικό ζουμί είναι τούτο: το πόσο κάνει το να μιλήσει η κάνη; Ακούστε: 50000 ευρώ, σύμφωνα με τον συνεργό μοτοσικλετιστή. Άμα είσαι καναλάρχης, τιμάσαι 50000 ευρώ. Που σημαίνει –ωχ!, βάζω ιδέες σε μερικούς-μερικούς– ότι η ταπεινότητά μου, ή η κεφαλή ενός εκάστου των ρεμαλιών που με τιμούν με τη φιλία τους, πιάνει δεν πιάνει κάνα δεκάρικο, μπα κάνα ταληράκι μάς βλέπω να πιάνουμε στην πιάτσα των κατ’ εντολήν φονικών. Ψίχουλα για την ψυχούλα μας, ψίχουλα για την ψυχούλα μας, ψίχουλα για την ψυχούλα μας, που να πάρει.

ΥΓ,. Το νόστιμο (;) είναι ότι στη συμφωνία υπήρχε επίσης ο όρος, εκτός από τα 50 χιλιάρικα, να προσληφθούν οι φονιάδες στο κανάλι (ο οποίο θα περνούσε, υποτίθεται, στα χέρια της τηλετέοιας), και να κάνουν εκπομπές. Από το ένα shooting στο άλλο shooting: οι φονιάδες έχουν φωτογένεια!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 25/01/10

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Ελάχιστος Φόρος Τιμής στον Τζορτζ Όργουελ


[Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, 21 Ιανουαρίου του 1950, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν Σπουδαίο Άνθρωπο του 20ού αιώνα, προδημοσιεύω ένα απόσμασμα από το κείμενο του George Orwell "Such, Such Were The Joys". Το κείμενο αυτό, μαζί με άλλα έξι δοκίμια του Orwell, στεγάζεται στο βιβλίο BOOKS vs. CIGARETTES, τον οποίο μετέφρασα το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 2009, και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

Όλα αυτά συνέβαιναν πριν από τριάντα χρόνια και βάλε. Το ερώτημα είναι: τραβάει τα ίδια ένα παιδί στο σχολείο σήμερα;
Η μοναδική τίμια απάντηση, πιστεύω, είναι ότι δεν ξέρουμε μετά βεβαιότητος. Φυσικά, είναι πασίδηλο ότι η σημερινή στάση σχετικά με την εκπαίδευση είναι απείρως πιο ανθρώπινη και λογική απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ο σνομπισμός που ήταν αναπόσπαστο μέρος της δικής μου μαθητείας θα ήταν σχεδόν αδιανόητος σήμερα, μιας και είναι πια νεκρή η κοινωνία που τον υπέθαλψε. Θυμάμαι μια συζήτηση που θα πρέπει να έγινε περίπου έναν χρόνο προτού φύγω από τον Άγιο Κυπριανό. Ένα αγόρι από τη Ρωσία, εύσωμο και ξανθομάλλικο, ένα χρόνο μεγαλύτερό μου, με τσιγκλούσε μ’ ερωτήσεις.
«Πόσα βγάζει ο πατέρας σου το χρόνο;»
Του είπα αυτό που πίστευα, προσθέτοντας μερικές εκατοντάδες στερλίνες για να ακούγεται πιο καλά. Ο μικρός Ρώσος, επιμελής καθ’ όλα, έβγαλε ένα μολύβι και ένα μικρό σημειωματάριο και έκανε έναν υπολογισμό.
«Ο πατέρας μου έχει διακόσιες φορές πιο πολλά χρήματα από τον δικό σου», αποφάνθηκε με ένα είδος διασκεδασμένης περιφρόνησης.
Αυτό συνέβη στα 1915. Τι απέγιναν όλα εκείνα τα χρήματα καναδυό χρόνια αργότερα; Αναρωτιέμαι. Και ακόμα πιο πολύ αναρωτιέμαι αν γίνονται, άραγε, τέτοιες κουβέντες στα προπαρασκευαστικά σχολεία τη σήμερον ημέρα.
Είναι σαφές ότι έχει επέλθει μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία, μια γενική εξάπλωση του «διαφωτισμού», ακόμα και στους κανονικούς, όχι και τόσο σκεπτόμενους ανθρώπους της μεσαίας τάξης. Η θρησκευτική πίστη, φέρ’ ειπείν, έχει ως επί το πλείστον χαθεί παίρνοντας κι άλλες ανοησίες μαζί της. Φαντάζομαι ότι πολύ λίγοι άνθρωποι θα λένε σήμερα σ’ ένα παιδί ότι εάν αυνανίζεται θα καταλήξει σε άσυλο φρενοβλαβών. Το ξυλοκόπημα, επίσης, έχει εξευτελιστεί πια, και μάλιστα έχει πάψει να εφαρμόζεται σε πολλά σχολεία. Κι ακόμα, ο υποσιτισμός των παιδιών δεν θεωρείται φυσιολογική, σχεδόν αξιέπαινη πράξη. Κανείς δεν θα επιχειρήσει απροκάλυπτα να δώσει όσο το δυνατόν λιγότερο φαγητό στους μαθητές του, ή να τους πει ότι είναι υγιεινό να σηκώνονται από το γεύμα εξίσου νηστικοί όπως όταν κάθισαν να φάνε. Η γενική κατάσταση των παιδιών έχει βελτιωθεί, εν μέρει επειδή συγκριτικά δεν είναι πια τόσο πολυάριθμα. Κι ακόμα, η διάδοση έστω και ολίγων ψυχολογικών γνώσεων έχει κάνει πιο δύσκολο για τους γονείς και τους δασκάλους να δικαιολογούν τις βαναυσότητές τους επικαλούμενοι την πειθαρχία. Ιδού μία περίπτωση, που δεν την ξέρω από πρώτο χέρι αλλά που είναι γνωστή σε κάποιον για τον οποίο μπορώ να εγγυηθώ: Μια μικρή κοπελίτσα, θυγατέρα ενός κληρικού, συνέχισε να βρέχει το κρεβάτι της σε μιαν ηλικία που δεν θα ήταν πια επιτρεπτό. Για να την τιμωρήσει γι’ αυτό το αποτρόπαιο έγκλημά της, ο πατέρας της την πήγε σε μια μεγάλη χοροεσπερίδα και μπροστά σε όλη την ομήγυρη την σύστησε ως την μικρούλα που βρέχει το κρεβάτι της~ και για να τονίσει την φαυλότητά της είχε προηγουμένως βάψει το πρόσωπό της μαύρο. Δεν υπαινίσσομαι ότι ο Μιγάς και η Βίδα το έκαναν ποτέ αυτό, αλλά αμφιβάλλω εάν θα τους εξέπληττε τέτοιο πράγμα. Ούτως ή άλλως, οι καιροί αλλάζουν. Κι ωστόσο…!
Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον τα αγόρια πνίγονται μες στα άκαμπτα κολάρα τις Κυριακές, ή εάν τους λένε ότι τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός. Αυτά τα πράγματα τελειώνουν πια, ομολογουμένως. Το πραγματικό ζήτημα έγκειται στο κατά πόσον εξακολουθεί να είναι φυσιολογικό για ένα σχολιαρόπαιδο να ζει επί χρόνια μέσα σε παράλογους φόβους και παρανοϊκές παρεξηγήσεις. Και εδώ βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την ιδιαίτερα μεγάλη δυσκολία του να ξέρει τι αληθινά αισθάνεται και σκέφτεται ένα παιδί. Ένα παιδί που μοιάζει να είναι λογικά ευτυχισμένο ενδέχεται στην πραγματικότητα να υποφέρει από φριχτά πράγματα που δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποκαλύψει. Ζει σ’ ένα είδος αλλότριου υποβρύχιου κόσμου που δεν μπορεί να τον διαπεράσει παρά μονάχα η μνήμη ή η μαντική. Η κυριότερη ένδειξή μας είναι το γεγονός ότι κάποτε υπήρξαμε κι εμείς παιδιά, και πολλοί άνθρωποι μοιάζουν να ξεχνάνε σχεδόν εντελώς την ατμόσφαιρα της δικής τους παιδικής ηλικίας. Σκεφτείτε, επί παραδείγματι, τα διόλου απαραίτητα βάσανα που προκαλούν οι άνθρωποι σαν στέλνουν στο σχολείο ένα παιδί με λάθος ρούχα, αρνούμενοι να αντιληφθούν πόση σημασία έχει αυτό! Για τέτοιου είδους πράγματα, το παιδί θα ψελλίσει καμιά φορά κάποια διαμαρτυρία, αλλά τις περισσότερες φορές απλώς θα κάνει μόκο. Το να μην εκθέτεις τα αληθινά σου αισθήματα σ’ έναν ενήλικα μοιάζει να είναι κάτι ενστικτώδες από την ηλικία των εφτά, οχτώ ετών και μετά. Ακόμα και η στοργή που νιώθει κανείς για ένα παιδί, η επιθυμία να το προστατεύσει και να το φροντίσει, είναι αιτία παρεξηγήσεων. Μπορεί ένας ενήλικας να αγαπάει ένα παιδί, ίσως, πιο βαθιά κι απ’ όσο αγαπάει έναν άλλον ενήλικα, αλλά είναι παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το παιδί ανταποδίδει την αγάπη. Σαν σκέφτομαι τη δική μου παιδική ηλικία, αφότου πέρασαν τα νηπιακά τα χρόνια, δεν πιστεύω ότι αισθάνθηκα ποτέ αγάπη για άλλο ώριμο πρόσωπο, εξόν από τη μητέρα μου, αλλά κι αυτή ακόμα δεν την εμπιστευόμουν, με την έννοια ότι η συστολή με έκανε να της κρύβω τα πιο πολλά αληθινά μου αισθήματα. Η αγάπη, το αυθόρμητο, αταξινόμητο αίσθημα της αγάπης, ήταν κάτι που μπορούσα να το νιώσω μονάχα για ανθρώπους που ήσαν νέοι. Προς ανθρώπους που ήσαν ηλικιωμένοι – και μην ξεχνάμε ότι για ένα παιδί «ηλικιωμένος» σημαίνει πάνω από τριάντα, ή έστω πάνω από τριάντα πέντε – μπορούσα να νιώσω ευλάβεια, σεβασμό, θαυμασμό, ή και κατάνυξη, αλλά έμοιαζε να μας χωρίζει ένα πέπλο φόβου και ντροπαλότητας ανακατεμένο με σωματική αποστροφή. Οι άνθρωποι είναι υπερβολικά πρόθυμοι να λησμονούν το σωματικό μάζεμα ενός παιδιού μπροστά στους ενήλικες. Αχ, το πελώριο μέγεθος των μεγάλων, τα άφταστα άκαμπτα κορμιά τους, τα τραχιά, ρυτιδιασμένα δέρματά τους, τα μεγάλα χαλαρά βλέφαρά τους, τα κιτρινισμένα δόντια τους, και οι μυρωδιές από πολυκαιρισμένα ρούχα και μπίρα και ιδρώτα και ταμπάκο που αναδίνουν κάθε λεπτό! Μέρος του λόγου για το πόσο άσχημοι είναι οι μεγάλοι, στα μάτια ενός παιδιού, είναι το παιδί συνήθως κοιτάζει προς τα πάνω, και λίγα πρόσωπα είναι στις ομορφιές τους όταν τα κοιτάζεις από τα κάτω. Και άλλωστε, όντας το ίδιο σφριγηλό και ασημάδευτο, το παιδί έχει απίστευτα ψηλά τον πήχυ στα ζητήματα του δέρματος και των δοντιών και της επιδερμίδας. Αλλά το πιο μεγάλο φράγμα είναι η παρανόηση της ηλικίας απ’ τη μεριά των παιδιών. Ένα παιδί μόλις και μετά βίας μπορεί να φανταστεί τη ζωή μετά τα τριάντα, και σαν κρίνει την ηλικία του ενός και του άλλου πέφτει απίθανα έξω. Θα νομίσει ότι ένας άνθρωπος είκοσι πέντε ετών είναι σαράντα, ένας σαράντα ετών είναι εξήντα πέντε, και πάει λέγοντας. Κι έτσι, όταν ερωτεύτηκα την Έλσι την πήρα για μεγάλη. Την συνάντησα μετέπειτα, όταν ήμουν δεκατριών και αυτή, θαρρώ, θα πρέπει να ήταν είκοσι τριών~ μου έμοιαζε τώρα να είναι μεσόκοπη γυναίκα, σαν να τα είχε φάει τα ψωμιά της. Και το παιδί πιστεύει ότι το να μεγαλώνεις είναι κάτι σαν μια σχεδόν αισχρή συμφορά, που για κάποιον μυστηριώδη λόγο δεν θα συμβεί ποτέ στο ίδιο. Όλοι όσοι έχουν περάσει την ηλικία των τριάντα είναι άχαροι γκροτέσκοι που φουρκίζονται αδιάκοπα για πράγματα ασήμαντα και μένουν ζωντανοί δίχως, όπως το βλέπει το παιδί, να έχουν κανέναν λόγο να παραμένουν ζωντανοί. Μονάχα η παιδική ζωή είναι αληθινή ζωή. Ο διευθυντής του σχολείου που φαντάζεται ότι τα αγόρια τον αγαπάνε και τον εμπιστεύονται γίνεται περίγελος, όλη την ώρα τον μιμούνται και τον κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη του. Ένας ενήλικας που δεν μοιάζει επικίνδυνος σχεδόν πάντοτε μοιάζει γελοίος.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Τέσσερα Συν Ένα




Tessera1

Ουλές Τσέλου ή Ορδές Χορδών

[Σημειώσεις σχετικά με την Κολεκτίβα Tessera Syn Ena]

Η ελευθερία είναι η τέχνη, και η τέχνη είναι η ελευθερία, κι από δω εκκινούμε, και εδώ επιστρέφουμε/ παρά τις διαδρομές, η πορεία όλη είναι σπειροειδής/ ξεκινάει από την ελευθερία και στην ελευθερία καταλήγει, μέσα από την Ποίηση, τη Ζωγραφική, τη Μουσική/ μέσα από τον συνδυασμό και των τριών αυτών: τον Κινηματογράφο.
Οι Tessera Syn Ena πλάθουν/ και προκαλούν/ και προσφέρουν/ εικόνες μέσα από τις νότες, μέσα από νότες που άλλοτε είναι παιγνιώδεις/ θυμίζουν παιδικά μουσικά κουτιά/ και άλλοτε είναι καταιγιστικές θυελλώδεις/ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ βάφτισα ένα κομμάτι τους/ σαν τους άκουγα κι έβλεπα ζωντανά στο ΧΑΜΑΜ/ κι άλλοτε γυρνάνε σ’ έναν λυγμικό λυρισμό /Eliot (σε νεγκατίφ): Όχι μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό/ κι όπως παίρνουν φωτιά τα δάχτυλα στα πλήκτρα, στις χορδές, στα κλείστρα του φλάουτου, γυμνά πάνω στα πιατίνια, να λέει η Ελεάννα: Το Χέρι απ’ την Οικογένεια Άνταμς/ χιούμορ και αλήθεια σ’ έναν χορό από νότες δίχως λέξεις, θαρρείς οι λέξεις φτάνουνε στα χείλη στο χείλος του χάους/ ενός χάους χαρτογραφημένου στην παρτιτούρα της Δημιουργικότητας/ και πάλι ένα άλλο κομμάτι τους να το βαφτίζουμε Μαγικό Αυλό/ κι ένα άλλο Waltz ’n’ Roll/ κι ύστερα ενώ λέμε πως ακούμε John Cage να μεταφερόμαστε με όχημα αλλόκοτα ταξίμια σε αλαργινά ταξίδια/ κάτι να είναι σαν Keith Jarrett και κάτι άλλο σαν Keith Tippett/ αλλά αίφνης όλα μοιάζουν/ακούγονται/είναι ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ/ Ο Συνθέτης του Ακάθιστου Ύμνου σύμφωνα με τον Χρήστο Βακαλόπουλο/ κι ύστερα το τσέλο αφηνιάζει/γίνεται κρουστό/καίει/κλαίει/λέει: «Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο/ Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο/Ουλές Τσέλου/Ουτσέλο», κι η Μουσική γίνεται Ζωγραφική, κι απλώνονται παντού τα χρώματα τα δαιμονισμένα του Jackson Pollock, και η διαβολεμένη δεινότητα του Mark Rothko δονείται δομώντας δρυμούς/ και το ξέσπασμα της κιθάρας με κάνει να σκέφτομαι τη φράση Ο Django Στα Πετράλωνα/ κι όπως τα κρουστά το γυρνάνε από το βελούδινο αργό στο άγριο χαώδες να σκέφτομαι τη μεγαλοφυΐα του Nicolas Calas/ να τον φαντάζομαι στην έκλαμψή του καθώς γράφει: Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς/ Όλοι μας, θέλω να ανακράξω, ακούγοντας τους Tessera Syn Ena, αυτό είμαστε: Πλακιώτες Μανχατανάδες/ Πειραιώτες στα Πατήσια/ του Σαντιάγο Κυψελιώτες/ Βαμβακάρηδες Τζαζίστες/ Ροκάδες των Φιλαρμονικών/ Χάιντεγκερ του Πεζοδρομίου/ Αληταράδες των Καλών Τρόπων/ Παπαδιαμάντηδες Μπητνίκοι/ Σκλάβοι της Ελευθερίας και Ένοχοι Αθωότητας!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/01/10

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Κέρουακ Και Πάλι Και Πάντα Κέρουακ


Kerouac_2009



Ο Κερουάκ Διαβαίνει Μουσηγέτης

[20 Οκτωβρίου 2009, μία ημέρα πριν από την τεσσαρακοστή επέτειο του θανάτου ενός θρύλου][Δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας, στις 15 Ιανουαρίου 2010]


Το δυναμικό των συγγραφέων είναι δυνητικά τεράστιο.
Γράφουν το σενάριο για το φιλμ της πραγματικότητας.
Ο Κέρουακ άνοιξε ένα εκατομμύριο καφέ-μπαρ και πούλησε εκατομμύρια Levis.
Το Γούντστοκ γεννήθηκε μέσα από τις σελίδες του.
Αν κατάφερναν τώρα όλοι οι συγγραφείς να ενωθούν σε ένα πραγματικά δυνατό σωματείο,
θα κρατούσαμε όλο τον κόσμο με τις λέξεις.
Θα μπορούσαμε να φτιάχναμε το δικό μας σύμπαν.
Οι συγγραφείς θα μπορούσαν να καταλάβουν το στούντιο της πραγματικότητας.
Ο Κέρουακ το είχε καταλάβει αυτό πολύ πριν από μένα.
‘Η ζωή είναι ένα όνειρο’, έλεγε.
Ουίλιαμ Μπάροουζ

Εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ,
για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ),
για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι...
γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα;
Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας.
Όταν θα ’ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ’χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι,
θα ’χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου»
Τζακ Κέρουακ






Δεν επινόησε απλώς τον εαυτό του, όπως, ας πούμε, ο Όσκαρ Ουάιλντ ή ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ούτε αποτέλεσε την έκφραση μιας ολόκληρης γενιάς, όπως ο Τζιμ Μόρισον ή η Τζάνις Τζόπλιν, αλλά γράφοντας ολοένα και πιο πολύ, και ολοένα και πιο ελεύθερα, μένοντας προσηλωμένος στο «ένδον σκάπτε» του Μάρκου Αυρήλιου, και τιμώντας το πολλές φορές με τρόπους οδυνηρούς, κατάφερε, όχι πάντα ηθελημένα, να υπερβεί τη μεθόριο της χρονικότητας, να τανύσει απέραντα το εφήμερο, να μετατρέψει το ακαριαίο σε αιώνιο, να γίνει, με μια λέξη: κλασικός. Χαμογελούσε θλιμμένα, γελούσε τρανταχτά, του άρεσαν οι μηλόπιτες, λάτρευε την ξέφρενη τζαζ, και άκουγε στο όνομα ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ.
Είναι εκπληκτικό το φαινόμενο να ανακαλύπτονται, ξανά και ξανά, τα βιβλία του, από αλλεπάλληλες γενιές, στις πιο διαφορετικές, πολιτικά και πολιτισμικά, χώρες του πλανήτη. Είναι συγκινητικό να ακούς, εδώ και χρόνια, δίχως να κουράζεσαι στιγμή, απεναντίας, τη φωνή του να απαγγέλλει ποιήματα, να διαβάζει σπαράγματα από τα μυθιστορήματά του, να μιλάει στο ραδιόφωνο. Είναι θαυμαστό να έχουν μελοποιήσει λεκτικούς συνδυασμούς του τόσο ο Joe Strummer όσο και ο Jeff Buckley, τόσο η Patti Smith όσο και ο John Cale. Οι Morphine μας έχουν προσφέρει το δυναμικό τραγούδι «Kerouac», ενώ ο μέγας Tom Waits έχει συνθέσει τουλάχιστον τρία μίνι αριστουργήματα εμπνευσμένος από τον Κέρουακ: το πολύ όμορφο τραγούδι «Jack & Neal», ήδη από το 1977 και το άλμπουμ Foreign Affair, το «On the Road», που εμφανίζεται για πρώτη φορά, λίαν τιμητικά, στο άλμπουμ Jack Kerouac reads On the Road (1999), και εδώ ο Waits συνοδεύεται από το funk metal συγκρότημα Primus, και κατόπιν στο τριπλό Orphans (2006), σε άλλη εκτέλεση, παρέα με το «Home I’ll Never Be» (κατ’ ουσίαν μια μπλουζ εκδοχή του «On the Road»). Άλλωστε σύνολο το έργο του Waits μπορεί να θεωρηθεί ένα ατέρμονο, θελκτικότατο σχόλιο στη συγγραφική/ποιητική προσφορά του Κέρουακ και ένα δυναμικό/μελαγχολικό/επικό σάουντρακ των βιβλίων του.
Ο Τζακ Κέρουακ γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922. Πέντε το απόγευμα. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει», όπως λέει και το δημοφιλέστερο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Από την παιδική του ηλικία θ’ αρχίσει να γράφει. Και να αθλείται. Οι δύο μεγάλες του αγάπες, η συγγραφή και ο αθλητισμός, που θα εναλλάσσονται, θα παίζουν διαλεκτικά μεταξύ τους, θα οδηγήσουν τον Τζακ σε παράτολμες παραφορές, σε αλλόκοτες αλαζονείες, σε γόνιμα γινάτια. Κατά καιρούς επαίρεται ότι μπορεί να γράψει γρηγορότερα από τον καθένα, ενώ δεν θα παραλείψει να επινοήσει και ένα σύστημα γρήγορης συγγραφής βασισμένος στους κανόνες του μπέιζμπολ και του ράγκπι! Θρυλικά έχουν μείνει –και πλέον αντικείμενα πολύπτυχης μελέτης– τα σημειωματάρια, τα τετράδια, τα ημερολόγια του Τζακ, «μαρτυρολόγια», όπως εκείνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και γεμάτα με ηλιόλουστες, ρέουσες, ποταμίσιες παραγράφους, με φωτοβολίδες αισιοδοξίας στον σκοτεινό ουρανό.
Σπουδάζει, αλλά τα παρατάει. Προτιμά να είναι αυτοδίδακτος. Και θα γίνει επίσης αυτοσχέδιος, αυτοβιογραφούμενος. Χωρίς να το ξέρει θα γίνει ένας συνδυασμός Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Λουί Φερντινάν Σελίν, και, με έναν τρόπο που το μυστικό του μονάχα ο Thomas Pynchon θα μπορούσε να κατέχει, θα γίνει πρωτοπόρος καταβυθιζόμενος μες στην παράδοση, θα γίνει καινοτόμος από λατρεία για το παλιό που χάνεται, θα γίνει αιωνίως νεανίας (forever young) γερνώντας πολύ πιο γρήγορα από τους παλιόφιλούς του της Beat Generation. Οι αντιφάσεις είναι, ενίοτε, οι νότες στην παρτιτούρα όπου από το χάος γεννιέται μορφή και από την σκόρπια ζωή δομείται μια νέα αρχιτεκτονική.
Ο Κέρουακ θα γνωρίσει, μέσα στους λαβυρίνθους των μπαρ, των συμπτώσεων και της αγάπης για την έντονη ζωή, τους ανθρώπους εκείνους που θα γίνουν, οι ισόβιοι σύντροφοι και φίλοι του, αλλά και οι σκιές, τα φαντάσματα και οι ερινύες του. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ποιητής, ομοφυλόφιλος, Εβραίος, επαναστάτης με πολλές αιτίες. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, πάντα ντυμένος σαν πράκτορας του FBI, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγγονός του εφευρέτη της ταμειακής μηχανής, συγγραφέας, ντετέκτιβ, απολυμαντής, απόφοιτος του Χάρβαρντ, σοφός, ιδιότυπος σωσίας του Γέρου του Βουνού, του διαβόητου Χασάν ι Σαμπάχ, θρυλικού ηγέτη των Ασασίνων στο απόρθητο Άλαμουτ. Ο Γκρέγκορυ Κόρσο, επαγγελματίας αλήτης, τυχοδιώκτης, τρόφιμος πολλών αναμορφωτηρίων και σωφρονιστικών ιδρυμάτων, και, πέρα απ’ όλα αυτά, πάνω απ’ όλα αυτά, διάκονος δυναμικός της Ποίησης. Τέλος, είναι ο Νηλ Κάσαντι, το alter ego του Τζακ, ο φίλος κι αδελφός του, ο απόλυτος συνομιλητής και συνταξιδιώτης του, ο καλύτερος οδηγός σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μ’ αυτή την παλιοπαρέα, όλοι σήμερα διάσημοι και νεκροί, ο Κέρουακ θα γίνει αυτός που έγινε, μέσα σε κάμαρες υγρές και φτωχικές αλλά γεμάτες ένταση, ζωή, έρωτες, τζαζ, και λογοτεχνία.
Ας δούμε πώς μιλάει ο ίδιος ο Κέρουακ, πεισματικά αυτοβιογραφούμενος: «ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ/ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ: Τα πάντα. Ας διευκρινίσουμε: λαντζέρης σε καράβι. Πρατήριο βενζίνης. Μούτσος σε καράβι. Αθλητικός συντάκτης σε εφημερίδες (Ο Ήλιος του Λόουελ). Φρεναδόρος σε τρένα. στη Νέα Υόρκη. Έκανα περιλήψεις σεναρίων για την 20th Century Fox στη Νέα Υόρκη. Πωλητής σόδας. Υπάλληλος στα τρένα. Επίσης: αχθοφόρος, συλλέκτης βαμβακιού, βοηθός χαμάλης σε γραφείο μετακομίσεων, παραγιός σε κατεργασία μετάλλου στο Πεντάγωνο, το 1942. Παρατηρητής για πυρκαγιές στα δάση (το 1956), οικοδόμος (το 1941)… Έκανα του κεφαλιού μου. Είμαι γνωστός σαν ‘τρελός, χαζός και άγγελος’, με ένα ‘γυμνό, ατέλειωτο κεφάλι πρόζας’. – Επίσης, στιχουργός, Μέξικο Σίτυ Μπλουζ (1959). Πάντα θεωρούσα το γράψιμο ως καθήκον μου πάνω στη γη. Επίσης, το κήρυγμα της παγκόσμιας καλοσύνης, πράγμα που οι υστερικοί κριτικοί απέτυχαν να εντοπίσουν μέσα στην έντονη δράση των αληθινών ιστοριών μου σχετικά με τη Γενιά των Μπητ. Ουσιαστικά δεν είμαι Μπητ, αλλά περίεργος, μοναχικός, παλαβός, καθολικός, μυστικιστής… Τελικά σχέδια: ερημίτης σε δάσος, ήσυχο γράψιμο σε προχωρημένη ηλικία, γλυκές ελπίδες για παράδεισο (όπου πάει ο καθένας έτσι κι αλλιώς)… Το αγαπημένο μου παράπονο για το σύγχρονο κόσμο: η ειρωνεία του ‘καθωσπρέπει’ κόσμου που, μην παίρνοντας τίποτα στα σοβαρά, καταστρέφει τα παλιά ανθρώπινα αισθήματα… Δουλειά στα τρένα, στη θάλασσα, μυστικισμός, δουλειά στα βουνά, ηδονή, εσωτερικότητα, ενδοσκόπηση, ταυρομαχίες, ναρκωτικά, εκκλησίες, μουσεία, δρόμοι, ένα συνονθύλευμα ζωής, όπως το ζει ένας ανεξάρτητος, μορφωμένος, αδέκαρος αλήτης που πάει οπουδήποτε» (Μοναχικός Ταξιδιώτης, μετάφραση Γιώργος Τασσόπουλος, εκδ. Πλέθρον).
Ο Κέρουακ πασχίζει πάνω απ’ όλα να ανακαλύψει τι είναι η αυθεντικότητα, το μεδούλι των πραγμάτων, η ψίχα της ψυχής, το Άγιο Δισκοπότηρο, το graal εκείνο που ο ίδιος, παρέα με τον Νηλ Κάσαντι, ονόμαζαν απλούστατα «Αυτό», «it». Θύμα, θα έλεγε κανείς, στην πάλη αυτή είναι το ίδιο το μυθιστόρημα, η μορφή που λέμε μυθιστορηματική, ακόμα και η ίδια η μυθοπλασία. Ο Κέρουακ σφαγιάζει το μυθιστόρημα, το θυσιάζει στον βωμό της έκφρασης αυτού που θεωρεί, ή διαισθάνεται, πως είναι ό,τι πιο βαθιά κι αληθινά σκιρτάει στα μύχια του ανθρώπου: η υπέρβαση του θανάτου μέσα από τη δημιουργία και την δωρεά της στον άλλο, η δεξίωση του άλλου μες στο δικό μας θάλπος, ή, ας το τολμήσουμε με όρους χαϊντεγκεριανούς, η ανοιχτότητα του είναι, η ικανότητά μας να δίνουμε και να δινόμαστε.
Πολύτιμος σύμμαχος σ’ αυτήν την αποδομητική, θα έλεγε κανείς σήμερα, Μέθοδο Κέρουακ, στάθηκε πάντα η τζαζ, οι εκρήξεις του σαξόφωνου που αυτοσχεδιάζει και θέλει να πει τα πάντα με λυγμούς και με βρόντους. Θα επιχειρήσει να γράψει ένα έπος, όχι ένα επικό μυθιστόρημα, αλλά, ναι, ένα έπος, ένα έργο που θα υπερβαίνει τον γραπτό λόγο και θα επανέρχεται στην προφορική, αγνή και ανεξέλεγκτη, ροή των λέξεων. Ξέρουμε ότι επινόησε την μποπ προσωδία, ένα είδος συνειδησιακού ρεύματος που εξέρχεται προς την αχαρτογράφητη μεγαλοφυΐα της καθημερινής ζωής, κάτι σαν εσωτερικός μονόλογος με ανοιχτά παράθυρα κι ορθάνοιχτα παντζούρια, μια ευήλια σκοτεινιά, ας τολμήσω να πω. Η γλώσσα, όπως και στον Τζόις, φτάνει στα άκρα, οι λέξεις γίνονται σκιές, αντικείμενα, ρόγχοι, κρότοι, ανάσες, χορευτικές χειρονομίες, τσιτσιρίσματα από το λαρδί στο τηγάνι, η ευωδιά του καφέ με το χάραμα στον ξύλινο πύργο της πυρασφάλειας, ο ιδρώτας του ντράμερ μες στο υπόγειο υπερώο, το χνάρι του παροδικού στο σινικό τείχος της λήθης.
Παρέα με την χειμαρρώδη, αλλά πάντα αυστηρά προετοιμασμένη και μεθοδικά συγκροτημένη, πρόζα του Τζέιμς Τζόις (τον οποίο ο Κέρουακ θαυμάζει ανυπόκριτα), παρέα με την «μουζικούλα» του Σελίν, με το jazzez la langue, το τζαζέψτε τη γλώσσα, ο Κέρουακ θα έχει αρωγό το σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ – και δεν είναι διόλου τυχαίο πόσο συνταρακτικές ηχούν οι στιγμές που του αφιερώνει στα Mexico City Blues: «Ένας μεγάλος μουσικός κι ένας μεγάλος δημιουργός/ σχημάτων/ Που βρίσκουν τελικά την έκφρασή τους/ Σε τρόπους και σε ό,τι διαθέτεις», «Μουσικά σημαντικός όσο κι ο Μπετόβεν/ Παρόλα αυτά όχι εξίσου αναγνωρισμένος/ Στάθηκε μπροστά απ’ έναν καθώς πρέπει/ μαέστρο/ Ορχήστρας εγχόρδων,/ Περήφανος και γαλήνιος, σαν ένας ηγέτης/ της μουσικής/ Μέσα στη Μεγάλη Ιστορική Παγκόσμια Νύχτα», «Τσάρλι Πάρκερ πάρε τον χαμό,/ μακριά από μένα, κι απ’ όλον τον κόσμο» (από τα Χορικά 239, 240 και 241, στη μετάφραση του ποιητή Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός).
Ο Κέρουακ, εξερευνητής της ζωής, των εγκάτων της ζωής, των πιο κρυφών πτυχώσεών της, και, συνάμα, υμνητής του ολοφάνερου που δεν του δίνει πια κανείς σημασία, κι ας είναι τόσο αναγκαίο όσο και φωτοβόλο, το πάλεψε γερά, όπως θα έλεγε κι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, και κατάφερε να πάει την ιστορία λίγο πιο μπροστά, να κινήσει τον κόσμο κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας, θυμίζοντάς μας πάντα την όμορφη κατακλείδα ενός από τα πιο πρόσφατα κείμενα σχετικά με τον Τζακ, το κείμενο «Into the Heart of Things», δημοσιευμένο στην έξοχη πρώτη έκδοση του On the Road, του αρχικού θρυλικού χειρογράφου, του περιλάλητου scroll, κείμενο που με έκανε περήφανο μιας και φέρει την υπογραφή George Mouratidis, κείμενο που κλείνει με τα βαθιά αμερικανικά αλλά και τόσο παγκόσμια πια λόγια κάποιων μουσικών της τζαζ που μετά την εκτόξευση του George Shearing στα ουράνια της δεξιοτεχνίας ξεπέρασαν τον αρχικό αποσβολωμένο θαυμασμό τους, έπιασαν τα όργανα και άρχισαν να το παλεύουν λέγοντας ο ένας στον άλλο, «Μη σταματάς, παίξε, κάτι καινούργιο θα βγει, δεν μπορεί, πάντα υπάρχει κάτι πιο πολύ, πάντα υπάρχει ένα πιο κει – το πράγμα δεν τελειώνει ποτέ».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Η τελευταία μπίρα του Νίκου Βελή




Η τελευταία μπίρα του Νίκου Βελή

Μνήμη Ηλία Λάγιου



Πώς είναι δυνατόν, αν δεν πίνεις σαν κι εμένα, πώς ελπίζεις να καταλάβεις την ομορφιά μιας γριάς γυναίκας από το Ταράσκο που παίζει ντόμινο στις εφτά το πρωί;
Malcolm Lowry




Ι.

Είναι μακριά τα Ιλίσια, πιο μακριά κι απ’ το Παρίσι, για τον κάθε ερωτευμένο Ροβεσπιέρο, έγραψε εκείνος (επαρκώς, δεόντως, ακραιφνώς) μεθυσμένος, μια νύχτα του δύο χιλιάδες δύο, Ιούλιο μήνα, με πανσέληνο.
Το πρωί, μόλις άνοιξε τα μάτια του, χωρίς να σηκωθεί από το κρεβάτι, άπλωσε το μουδιασμένο χέρι του, βρήκε σχεδόν ψηλαφητά το κασετόφωνο, πίεσε το κουμπί, κι άρχισε ν’ ακούει το «Invitation to the Blues», του Τομ Γουέιτς, ανάβοντας το πρώτο Gitanes της ημέρας. Πάλι, πάλι, ναι, πάλι, εκείνο το τραγούδι από την προπερασμένη δεκαετία, μ’ εκείνα τα λόγια που άντεχαν ακόμη στο χρόνο, μ’ εκείνη τη μελωδία που άντεχε ακόμη στο σκληρό, στο αδυσώπητο κύλισμα των δευτερολέπτων.
Ξύπνησε και σηκώθηκε μόνος. Η Αλίκη δεν έμενε ακόμη εκεί. Δεν ήταν ακόμη στο πλάι του η Αλίκη. Ήταν αλλού η Αλίκη. Αλλού. Αλλά δεν θ’ αργούσε να έρθει, όχι, δεν θ’ αργούσε να φτάσει, να φέρει τα τσιγάρα, τις μπίρες, και τη μουσική της – πώς το έλεγαν τότε; Τη μουσική των γεγονότων, έτσι το έλεγαν τότε.
Ήταν δύσκολο να είναι μόνος. Αλλά και όμορφο. Μια ραθυμία κυρίευε κάθε μέλος του, κάθε του κύτταρο, τον έκανε να περιφέρεται νωχελικά, σχεδόν να σέρνεται, από το ένα δωμάτιο στο άλλο, να κοντοστέκεται στα ράφια της μεγάλης, βαριάς, ξύλινης βιβλιοθήκης, να ανοίγει την πρώτη μπίρα της ημέρας, υποσχόμενος για εκατομμυριοστή φορά ότι θα είναι η τελευταία. Χρειαζόταν πάνω από μια ώρα ώσπου να στρωθεί στο γραφείο και ν’ αρχίσει να γράφει, ενώ άλλοτε ήταν υπόθεση πέντε-δέκα λεπτών (ταχύτατη επίσκεψη στην τουαλέτα, ντους υπό τους ήχους του Βιβάλντι, σβέλτη προετοιμασία του καφέ, και άμεση παράδοση στον κυκεώνα των λέξεων που κατέφταναν με ταχύτητα ιλιγγιώδη από το παρελθόν και απαιτούσαν κατεπείγουσα μεταφορά στο χαρτί). Τώρα ο καφές είχε λησμονηθεί στον πυθμένα του χρόνου, ξεκινούσε τη μέρα μ’ ένα τσιγάρο στο κρεβάτι, το χέρι πήγαινε μηχανικά στο κασετόφωνο, ο Γουέιτς ήταν επίμονα παρών, η Αλίκη ήταν επίμονα noch nicht sein (Θεέ και Κύριε!), ο υπολογιστής είχε υποστεί θανάσιμα χτυπήματα και έμενε ξεχαρβαλωμένος στο γραφείο. Είχε αποφασίσει (επαρκώς, δεόντως, ακραιφνώς) μεθυσμένος ότι δεν τον είχε πια ανάγκη τον υπολογιστή, όχι, ακόμα χειρότερα –ή καλύτερα; ποιος ξέρει; όχι αυτός πάντως, όχι αυτός– ότι του έκανε κακό ο υπολογιστής, ότι όλη εκείνη η βιαστική, η εσπευσμένη ευκολία τον παρέσυρε, δεν μπορούσε να την ελέγξει, δεν ζύγιαζε τις λέξεις πια, δεν αισθανόταν και δεν μετέδιδε τη βαρύτητά τους, απλώς τις χρησιμοποιούσε τις λέξεις, απλώς τον χρησιμοποιούσαν οι λέξεις, η ταχύτητα είχε υπερισχύσει έναντι της βαρύτητας, είχανε γίνει άυλες οι λέξεις, δεν ήσαν ένυλες, δεν ήσαν χθόνιες, δεν ήσαν βαριές κι ασήκωτες, όχι, ήσαν άυλες, δεν ήσαν ουλές, και δεν άφηναν πια ουλές οι άυλες λέξεις. Κι έτσι είχε ξεσπάσει στον υπολογιστή, και τον είχε σπάσει, κραυγάζοντας, βήχοντας, μουγκρίζοντας, κλοτσώντας, γρονθοκοπώντας.
Ο Γουέιτς τραγουδούσε ακόμη το «Invitation to the Blues», για πολλοστή φορά – σε μια έκλαμψη είχε γράψει το τραγούδι είκοσι φορές στην ίδια κασέτα, και το άφηνε να παίζει αδιάλειπτα στο κασετόφωνο, κάθε πρωί, εδώ και τόσα πρωινά. «…and a battle with the booze, and an open invitation to the blues». Το ένα τραγούδι να φέρνει το ίδιο απαράλλαχτο τραγούδι, το ένα Gitanes να φέρνει το ίδιο απαράλλαχτο Gitanes, η μία μπίρα να φέρνει την άλλη μπίρα, η μία λέξη «Βέρα» να φέρνει την ίδια απαράλλαχτη λέξη «Βέρα».
Με την πρώτη μπίρα και το έβδομο Gitanes στο χέρι, πήγε και κάθισε στο γραφείο του –μια μεγάλη, δύο μέτρα και βάλε, τάβλα–, παραμέρισε το χαρτομάνι του περασμένου εικοσιτετραώρου, πήρε στο χέρι τον παλιό, παμπάλαιο Parker, ατένισε με μια υποψία ηδύτητας και δυο σιγουριές επιθετικότητας τη λευκή κόλλα χαρτί, ήπιε μια γενναία γουλιά μπίρα, τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του, και άρχισε να γράφει –αργά, πολύ αργά, τώρα πια– τις πρώτες λέξεις της ημέρας.


ΙΙ.

Γαμημένο Παρίσι. Γαμημένο spleen. Η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, η πιο ωραία για περιπάτους, η πιο πρόσφορη για περιπλανήσεις. Παρίσι, γαμημένο. Γαμημένη μελαγχολία, μας τα ’πε ο Αριστοτέλης, μας τα ’πε ο Μπωντλαίρ, μας τα ’πε κι ο Τσετ Μπέικερ. «Blame it on my youth», πάλι, πείτε τα πάλι, πείτε τα ξανά, μη σταματήσετε ποτέ να τα λέτε. Γαμημένο Παρίσι, Κλισύ γαμημένο, γαμημένο Σαιν Ζερμαίν, πόρνη Μονμάρτρη, ξεσκισμένη Πλας Πιγκάλ, τσούλα Σορβόννη. Ξανά και ξανά και ξανά: Γαμημένο Σαιν Ζερμαίν. Ξανά και ξανά: Γαμημένο Irish Pub και γαμημένες μπίρες. Σε πόσες μπίρες κρύφτηκε από τότε….
Πώς το έγραψε ο άλλος; Πώς; Θα θυμηθώ. Θυμήθηκα. Πάντα θα θυμάμαι. «Ο πρόξενος χαμήλωσε τα μάτια του. Πόσες μποτίλιες είχαν περάσει από τότε; Μέσα σε πόσα ποτήρια, σε πόσα μπουκάλια είχε κρυφτεί, μόνος του από τότε;»
Ήταν τόσο όμορφη, ήταν η Σκοτεινή Πριγκίπισσα του Αρνητικού, ήταν η ζωή που έτρεχε με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, δεν την πρόφταιναν τα πόδια μου, δεν την προλάβαιναν ούτε οι σκέψεις μου, δεν τη φυλάκιζε ούτε το βλέμμα μου, τη μια στιγμή εδώ, ηδύτατη, με το πιο γλυκό χαμόγελο στην πλάση, κάνω να της ανάψω το τσιγάρο, κάνω να της μιλήσω για την Στήλη του Σβίττερς, αυτή την υπέροχη γλυπτή ωδή στη φιλία, και την άλλη, την αμέσως επόμενη στιγμή, είναι ελάφι, αντιλόπη, αγριόγατα που τρέχει, ελίσσεται, χάνεται, κάτω από τις καστανιές, τις πλατύφυλλες εκείνες καστανιές, τις πιο όμορφες καστανιές του κόσμου.
Γαμημένες καστανιές. Γαμημένο Βερ-Γκαλάν. Το πιο όμορφο νησί του κόσμου. Το πιο όμορφο καταφύγιο του κόσμου. Εκεί έζησα τα πιο ευτυχισμένα είκοσι λεπτά της ζωής μου. Τα μόνα ευτυχισμένα είκοσι λεπτά της ζωής μου.
Αθάνατο Βερ-Γκαλάν, ξέσκισέ με τώρα, κονιορτοποίησέ με, τίναξέ με στον αέρα με την ομορφιά σου. Λιώσε με, μη με λυπάσαι καθόλου, παράτα τους ενδοιασμούς, άσε τις επιείκειες, έσο αντίπαλος αδιάλλακτος, ανοικτίρμων, άτεγκτος, έσο διώκτης απηνής, αδυσώπητος, ανηλεής. Έλα, Βερ-Γκαλάν, έλα ξανά στη θύμησή μου, εσύ, το ωραιότερο μέρος του κόσμου, έλα, εσύ, με τις πλατύφυλλές σου καστανιές, ελάτε σεις, είκοσι πιο ευτυχισμένα λεπτά, ελάτε σεις χίλια διακόσια πιο ευτυχισμένα δευτερόλεπτα της ζωής μου, ελάτε ένα-ένα, ποδοπατήστε με, βάλτε με κάτω, διαλύστε με.
Γαμημένο Παρίσι, Βερ-Γκαλάν γαμημένο, γαμημένα είκοσι λεπτά. Γαμημένες λέξεις, που σας είχα και σας έχασα, που μου δοθήκατε και φύγατε, αποδράσατε, την κοπανήσατε, γίνατε μπουχός, μια γαμημένη νύχτα που ήταν πιο λαμπερή κι από την πιο φωτεινή μέρα. Λέξεις χαμένες, είκοσι λεπτά ευτυχισμένα, κερδισμένα, χαμένα, ξανακερδισμένα, το ίδιο, ξανά και ξανά, στη σκακιέρα των ημερών και των νυχτών, στην αέναη, στην ατελεύτητη παρτίδα σκάκι που παίζω μες στις δεκαετίες με τον εαυτό μου, μ’ εμένα τον ίδιο, ο μαζέτας, ο ανεπίδεκτος, για να κερδίσω, κι ύστερα να χάσω, και μετά να ξανακερδίσω και να ξαναχάσω, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι, από του νυν και έως του αιώνος, from here to eternity, ή καλύτερα, όπως το τραγούδησε, το έψαλλε, το ούρλιαξε ο άλλος, From Her To Eternity.
Λέξεις χαμένες, είκοσι λεπτά ευτυχισμένα. Χωρίς τις λέξεις δεν μπορώ να κερδίσω τα είκοσι λεπτά μου, χωρίς τις λέξεις θα τα χάνω συνέχεια, χωρίς τις λέξεις δεν θα γίνουνε ποτέ δικά μου, θα μου ανήκουν για λίγο, κι ύστερα θα με ξεγελάνε και θα ξεγλιστράνε. Ελάτε, λέξεις. Λουστείτε στην μπίρα κι ελάτε. Ελάτε. Μονάχα μ’ εσάς, μονάχα, θα μπορέσω να πάρω πίσω τα είκοσι λεπτά μου, ελάτε, ελάτε, γαμημένες λέξεις, ελάτε.


III.

Διάβασε τις λέξεις στη σελίδα. Συνοφρυώθηκε. Άναψε τσιγάρο. Τις ξαναδιάβασε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε την επόμενη μπίρα.. Πήγε στην τουαλέτα. Είδε το είδωλό του στον καθρέφτη. Πιο αδύνατος από κάθε άλλη φορά. Τα γαλάζια μάτια του ήσαν κόκκινα, ρήξις των τριχοειδών, ναι, φυσικά, χαίρω πολύ, καλημέρα σας, γεια σας και αντίο σας. Από κάτω οι μαύροι κύκλοι είχαν γίνει ακόμα πιο μαύροι. Τα μαλλιά του, πάντα χτενισμένα προς τα πίσω, είχαν μακρύνει. Το πρόσωπό του ήταν χλομό.
Στον καθρέφτη είχε μείνει, γραμμένη με χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο – αλήθεια πότε; πριν από πόσες αιωνιότητες; – η φράση La Vie Est Belle, Et Facile. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν κατάφερε – βγήκε κάτι σαν σπασμωδικό μειδίαμα, πολύ αμυδρό, σχεδόν ένας μορφασμός ασυναίσθητος, προερχόμενος από έναν αδύναμο πόνο.
Ναι, λοιπόν, oui, Άρη Βελή, και belle και facile, και ωραία και εύκολη, η ζωή, Άρη Βελή, η ζωή. Ξεμπέρδευε με την μπίρα σου, και τράβα για την επόμενη. Βελή!
Μόρφασε πάλι. Βύθισε τώρα το βλέμμα του στα μάτια του όπως πάσχιζαν να τον κοιτάξουν μέσα από τον καθρέφτη. Τα μάτια του εστίασαν στο βλέμμα του, δεν το απέφυγαν όπως άλλες φορές, βυθίστηκαν κι αυτά στο βλέμμα του, του μίλησαν, τον πήραν και τον πήγαν πίσω εκεί, στο πριν, αιωνιότητες πριν, τον οδήγησαν στο λαβύρινθο του χρόνου, ώσπου να φτάσει στον πυθμένα, να φτάσει στον πάτο, να φτάσει πάλι, για πολλοστή φορά, σ’ εκείνη τη νύχτα. Και να πασχίσει να την ξεχάσει πίνοντας μπίρες απανωτές, τη μία μετά την άλλη, να μην έχουνε οι μπίρες τελειωμό, να μην έχουνε πέρας οι μπίρες.


IV.

Βελή, καλοπερασάκια, δήθεν ευδαίμονα, Βελή. Τάχαμου ή όλα ή τίποτα, κι έμεινες μονάχα με το τίποτα, ναι, με το τίποτα που σου αξίζει, με το τίποτα που θέλησες να σου αξίζει, με το τίποτα που είναι τώρα όλο δικό σου, παλιομασκαρά, Βελή. Να χέσω τους εκατό τόμους μαζί όλων σου των κομματικών βιβλίων, που έλεγε κι ο Μαγιακόφσκι, Βελή. Να χέσω όλα όσα έγραφες χρόνια τώρα, δεκαετίες τώρα, Βελή. Αδιάντροπε. Λογοκλόπε. Προδότη του γραπτού λόγου, με τις πουπουλένιες εξομολογήσεις σου, με τα ποιήματα και τις πράξεις σου, με τους υπόγειους ουρανούς σου, με τα βιβλία συμβάντων και αναφορών σου. Ούτε ένα εργοστάσιο μολυβιών δε θα σου ’φτανε για να κάτσεις να γράψεις τόσα ψέματα, αλλά πού εσύ, πού; Ιδέαν δεν είχες για τα διάφανα γυαλιά της εμπειρίας, πού να ’χεις ιδέαν, αρχηγέ πάντων των ολέθρων, πρίγκιπα της μπίρας, βασιλιά της σούρας, ψευτοδολοπλόκε και ψευτογκουρού, διδάκτορα του τίποτα, έτσι δεν έλεγες επειδή κι ο άλλος το έλεγε, έτσι έλεγες, για ξαναπέστο μας τώρα, για να ξαναπέστο, να δούμε, «Je suis docteur en rien», ωραία ε;, ωραία να λες.
Σου έγραψα, «Είμαι ερωτευμένος; – Ναι, αφού περιμένω», και το έγραφα σ’ εμένα. Σου έγραψα, «all’ acqua, all’ ombra, ai monti, ai fiori, all’ erbe, ai fonti, all’ eco, all’ aria, ai venti…», κι έσκισα το χαρτί, το έκανα κομμάτια, το έκαψα, το τσαλάκωσα, το πέταξα, πού να θυμάμαι πια; Και τώρα, να μην έχω λέξεις, μήτε το δάνειο του χρόνου, χωρίς λέξεις και δίχως χρόνο, πώς πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια, Βελή; Πες μας πώς, να μάθουμε κι εμείς. Εσύ, Βελή, που φρόντιζες με τόσην επιμέλεια και το τελευταίο, και το πιο ασήμαντο σημείο στίξεως, εσύ, Βελή, ο μέγας μάγος του λόγου, ο ταχυδακτυλουργός των λέξεων, το Μέγα Αυτόματον της Γραφής, εσύ, το Ίνδαλμα του Εαυτού Σου, η λεκτομηχανή, ο από γραφομηχανής θεός, να σε τώρα, να σε, Βελή, δίχως δευτερόλεπτα και δίχως λέξεις, να πασχίζεις μια ώρα τώρα να γράψεις δέκα αράδες, να μοχθείς να χαράξεις έξι λέξεις στο χαρτί, να αφήσεις στη λευκή σελίδα πέντε κολυβογράμματα, να τσακίζεσαι να πεις τ’ ανείπωτα, τρέμοντας, με το στυλογράφο να τρεκλίζει, σαν κι εσένα, Βελή, τρεκλίζει ο στυλογράφος σου, ο παλιομπεκρής ο Parker, μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις, πώς αλλιώς, ε, πώς αλλιώς, Βελή; Σκάσε και κολύμπα, σκάσε και πιες την μπίρα σου, Βελή!
Δεν πάει άλλο, το λέω, σ’ εμένα, το λέω και το ξαναλέω, και είμαι ανήμπορος να κάνω κάτι, μπορώ μονάχα να το λέω. Να σταματήσει πια ο φωνακλάς, αυτός που όλο με διαολίζει, που όλο μου απευθύνεται και με μέμφεται, και όλο μου λέει «Βελή το ένα» και «Βελή το άλλο». Τόσο καιρό, ξανά και ξανά, το ίδιο βιολί, Βελή, όπως, τόσο καιρό, το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά, στο μαύρο κασετόφωνο. Κι οι λέξεις να μου λείπουν. Τόσο καιρό, οι λέξεις ν’ απουσιάζουν, η απώλεια των λέξεων να μ’ εξοντώνει, τέτοια εξουθένωση είναι αβάσταχτη, δεν έχω παρά μονάχα την μπίρα σύμμαχο, σήμερα την μπίρα, και αύριο την μπίρα επίσης.
Τι; Παίζεις και χάνεις, αυτό είν’ όλο; Δεν μπορεί, όχι, γαμώτο, δεν μπορεί. Κάποιο κόλπο θα υπάρχει, κάποιο τέχνασμα θα πρέπει να έχει απομείνει, και δεν το ’χω βρει, δεν το ’χω δοκιμάσει, δεν το έχω θέσει σε εφαρμογή. Αλλά θα υπάρχει, δεν μπορεί.
Ήδη, κάτι γράφω. Λέξεις είναι κι αυτές. Αν δεν τα παρατήσω, αν συνεχίσω, κάτι θα βγει. Κάπου θα φτάσω, κάτι θα βρεθεί. Ένας ρυθμός, έστω σπασμένος. Μια αλήθεια, έστω λειψή. Δεν μπορεί. Κάτι θα φανεί. Κάτι θα λάμψει, έστω για λίγο, σαν εκείνα τα σπίρτα στο ποίημα του Πρεβέρ, το ένα το πρόσωπό σου όλο για να δω, το δεύτερο τα μάτια σου για να χαρώ, το τρίτο το στόμα σου για ν’ απολαύσω, κι ύστερα το σκοτάδι το πηχτό, και τα λοιπά και τα λοιπά, γαμημένε Πρεβέρ, και ούτω καθεξής, γαμημένη ποίηση, και τα ρέστα μου, μπίρα γαμημένη, γαμημένο Παρίσι.
Σκατά ρυθμός, κι απόσκατα αλήθεια.



V.


Την πρώτη φορά που την αντίκρισε, στάθηκε αδύνατον να μην παρασυρθεί σε έναν μαραθώνιο μέθης, πασχίζοντας μ’ όση δύναμη μπόρεσε να επιστρατεύσει να την θυμηθεί, γιατί ήταν σίγουρος ότι την ήξερε, σχεδόν ανέκαθεν, σχεδόν από τα παιδικά του χρόνια, ναι, ήταν τόσο σίγουρος ώστε χώθηκε στης μπίρας τα μπουκάλια και χάθηκε στο χαμένο παρελθόν, σε όλα τα χαμένα Σαββατοκύριακα, σε όλες τις χαμένες ψευδαισθήσεις, σε όλα τα χαμένα όνειρα, για να την ξαναβρεί, να την ανασύρει από εκεί, να τη βρει σκαλίζοντας το πολύτιμο μπαούλο με τα τιμαλφή, ανακατεύοντας την τράπουλα της μνήμης ξανά και ξανά, στέλνοντας το συνειδητό στο διάβολο και ερωτοτροπώντας πάλι με το ασυνείδητο. Χώθηκε στης μπίρας τα μπουκάλια και χάθηκε σε βιβλία και σε τραγούδια, χάθηκε σε σελίδες και σε μελωδίες, σε σχέδια και προσδοκίες, σε λευκές νύχτες και σε βάναυσα πρωινά.
Την πρώτη φορά που την αντίκρισε, αισθάνθηκε την παρόρμηση, επιτακτική και συντριπτική, όπως κάθε φορά, όπως πάντα, χρόνια τώρα, δεκαετίες, να την πάρει από το χέρι και να φύγουν, μαζί, τώρα, ναι, τώρα, τούτη τη στιγμή, να φύγουν, να σηκωθούνε και να βγουν απ’ το ζυθεστιατόριο, από τη συνοικία, από την πόλη, απ’ τη χώρα.
Όπως τότε, στον Βόλο, το εβδομήντα εφτά~ με την όμορφη, βραχνή Μάρθα – «Όταν έχεις πιει, το χαμόγελό σου θυμίζει αγριοτριαντάφυλλα και Τζέημς Ντην», του είχε πει χαμογελώντας, ελαφρώς μεθυσμένη και η ίδια. Όπως το ογδόντα ένα, στην Μπολώνια, με τη Σύνθια, που έκανε την αποκοτιά να τον ακολουθήσει, να του δώσει πρώτα το χέρι της κι ύστερα όλα τ’ άλλα, μια βροχερή μέρα του Σεπτέμβρη, και του επέτρεψε να τη φιλοξενήσει στα όνειρα και τους εφιάλτες του, στα γέλια και στα κλάματα εκείνης της ακόμη νεογέννητης δεκαετίας. Όπως αργότερα, το ογδόντα τέσσερα, στο Βερολίνο, με την Χριστίνα, ύστερα από μιαν απαγγελία του Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ύστερα από δεκάδες μπίρες, δεκάδες σναπς, και δεκάδες τεκίλες, για να περιπλανηθούνε, χαράματα πια, στην Εκκλησία της Μνήμης, κι ύστερα στο Κρόιτσμπεργκ, και μετά, δίχως να το καταλάβουν, στην Αθήνα, στα σοκάκια της Πλάκας, και να μείνουνε μαζί για τρία μεθυσμένα, μάλλον απερίσκεπτα, και, ναι, μάλλον αμέριμνα χρόνια. Όπως το ενενήντα, με την Όλγα, στα πάντα πυρωμένα Εξάρχεια, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παρ’ όλο τον ήλιο και το κρασί, σ’ ένα παραλήρημα ευθυμίας και ευφυΐας, καθώς ήσαν κι οι δύο, από το πρώτο δευτερόλεπτο, δεσμώτες ενός, χαριτωμένου στην αρχή και ολέθριου μετέπειτα, ανταγωνισμού, καθώς κοιτάζονταν στα μάτια κι αναμετριόντουσαν από την πρώτη στιγμή, σαν δύο μονομάχοι, αλλά και σαν δύο ορφανά παιδάκια στη μέση ενός πολέμου, πλάι σε πτώματα κι ερείπια, ναι, σαν παιδάκια που λαχταρούν να σμίξουν και να ζεστάνουν το ένα το άλλο, αλλά είναι πολύ τρομαγμένα ακόμη, πολύ κλεισμένα το καθένα στην πρόωρη και άδικη φρίκη του.
Απέστρεψε το βλέμμα, το βύθισε αρχικά στο ποτήρι του, το κατεύθυνε στο τσιγάρο του που άρχιζε να του καίει τα δάχτυλα, μετά το γύρισε προς τη μεριά της μεγάλης φωτογραφίας του Τσιτσάνη που δέσποζε στον απέναντι τοίχο – μειλίχιο χαμόγελο, μειλίχια μάτια, μειλίχιες μουζικούλες: αυτό ήταν ο Τσιτσάνης, αυτό.
Σήκωσε το χέρι κι ένευσε στον ευγενικό κύριο Στέργιο να φέρει ακόμα μία μπίρα. Ήταν μια απ’ τις παλιές αγαπημένες του συνήθειες – όταν αισθανόταν θαλπωρή σ’ ένα από τα στέκια του, απλώς ένευε όταν ήθελε να παραγγείλει, δεν φώναζε, μονάχα ένευε, ανεπαισθήτως μάλιστα, ήξερε ότι τον φροντίζουν και τους φρόντιζε κι αυτός, όλα γίνονταν απαλά, χωρίς την παραμικρή οξύτητα, δίχως την παραμικρή ένταση, σαν θρόισμα, σαν ψίθυρος, σαν γλυκιά, ζεστή ανάσα.
Απέστρεψε το βλέμμα, λοιπόν, το απέστρεψε, δεν αφέθηκε στη δίνη τούτη τη φορά, όχι, ήταν προσεκτικός, ναι, προσεκτικός, όχι όμως κι επιφυλακτικός, πώς μπορούσε άλλωστε; Μια θητεία στην μουσική των βλεμμάτων, στις άριες των χειρονομιών, στις διφωνίες των συγκινήσεων – όχι, ποτέ επιφυλακτικός, ό,τι κι αν έκανε, ό,τι κι αν σκεφτόταν, δεν κατάφερνε, ούτε και ήθελε άλλωστε, να είναι επιφυλακτικός. Ήταν τυχερός, έλεγε, είχε ωραίους φίλους και γενναίες γυναίκες – κι αυτό ήταν η τύχη του η καλή, η υπερτάτη τύχη του, αυτό που τον έκανε να γίνει ό,τι έμελλε να γίνει, ένα πάτσγουορκ ανθρώπων, αναμνήσεων, αναθυμιάσεων, ένα παζλ μάλλον εύκολο στη λύση του, ίσως κουραστικό ενίοτε, πάντως εύκολο, μια επικόλληση, ναι, ένα κολλάζ συναισθημάτων, συγκινήσεων, οραμάτων, καθημερινών συντριβών και θριάμβων, αυτοσχέδιων επετείων και παράφορων τελετουργιών, ναι, έτσι ήταν, αυτό ήταν, αυτός ήταν, μέσα στα γέλια και στα κλάματα των δεκαετιών.
Άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα πιτσιρίκι. Πουλούσε λουλούδια, τριαντάφυλλα, κόκκινα. Του έλειπαν μερικά δόντια, τα μαλλιά του ήσαν ανυπότακτα, πετούσαν δώθε κείθε, και το βλέμμα του έκλαιγε, μια αντίστιξη με το τόσο πρώιμο επαγγελματικό χαμόγελό του. «Πάρε, για την κοπέλα σου», είπε στον Άρη Βελή. «Δεν είναι κοπέλα μου», απάντησε στον πιτσιρίκο. «Έλα, πάρε», επέμεινε ο μικρός. «Δώσ’ τα, όλα», είπε ο Βελής. «Πόσο;»
Ένευσε στον κύριο Στέργιο, κι αυτός έφερε μια καράφα. Βόλεψαν εκεί τα τριαντάφυλλα. Κοιτάχτηκαν, η Βέρα κι ο Βελής. Ο Βελής παράγγειλε κι άλλη μπίρα. Η Βέρα, κι άλλο κρασί. Ο Βελής άναψε ακόμα ένα Gitanes. Η Βέρα, ακόμα ένα Gauloises. Την ξανακοίταξε. Το φάντασμα της Όλγας έκανε μιαν ακαριαία επίσκεψη, αλλά το βλέμμα της Βέρας το απόδιωξε, όχι, όχι πια, δεν θα είναι πια παρούσα η Όλγα, θα χαθεί, χάθηκε, έχει πια χαθεί, εξαχνώθηκε, έσβησε, δεν ακούγεται πια η σκληρή της μουσική, δεν υπάρχουνε πια στο τζουκ-μποξ του μυαλού του τα βάναυσα τραγούδια της.




VI.

Την είδα. Ήταν εκείνη. Ήταν αυτή. Την είδα. Και δεν, όχι, δεν, δεν μπορούσα να την κοιτάξω. Απέστρεφα το βλέμμα. Το ποτήρι, μια σωτηρία το ποτήρι, και πάλι, ναι, βύθιζα το βλέμμα στο ποτήρι, το γύριζα, το βλέμμα, στον κύριο Στέργιο, το έστελνα εκεί που είχα στείλει τον καπνό του τσιγάρου, το επανέφερα στη σαλάτα, το κατεύθυνα στο πιρούνι, το πήγαινα κοντά στη φωτογραφία του Τσιτσάνη, το ταξίδευα στο παρελθόν, το στριφογύριζα αργά πάνω απ’ την κόκκινη έρημο, το εκτόξευα στο πρώτο βιβλίο που διάβασα, το εξακόντιζα στο πρώτο βιβλίο που έγραψα, το διαολόστελνα στον πρώτο έρωτά μου, το τσάκιζα στην πρώτη μου αμαρτία.
Έκανα το βλέμμα μου αυτί και του ’λεγα να κάτσει καλά και ν’ ακούσει το «Σαν Μαγεμένο Το Μυαλό Μου Φτερουγίζει», ν’ ακούσει το θρόισμα των φύλλων σ’ ένα κακομεταφρασμένο ποίημα του Πεσσόα, ν’ ακούσει το τρίξιμο των ξύλων της πυράς σε μια προσκοπική κατασκήνωση, ν’ ακούσει το Adagio του Αλμπινόνι χωρίς να βγάζει κιχ, ν’ ακούσει τη βραχνή φωνή της Μάρθας να ψιθυρίζει, ν’ ακούσει τα γέλια και τα κλάματα μιας δεκαετίας, ν’ ακούσει τον ορυμαγδό των πρώτων οδομαχιών, ν’ ακούσει ξανά το «It’s What I Am Doing When I Miss You» με τον Michel Petrucciani (εννέα λεπτά, παρακαλώ, και σαράντα έξι δεύτερα, κι απαγορεύονται ρητώς οι περικοπές), ν’ ακούσει τον κόκκινο άνεμο, ν’ αφουγκραστεί, σαν τους Ινδιάνους, τη χλόη να βλασταίνει, ν’ αφουγκραστεί σαν τους ερωτευμένους τον ήχο που αφήνουν τα δάκρυα όταν κυλάνε στα μάγουλα.
Έκανα το βλέμμα μου ρουθούνι και το έβαλα να μυρίσει τα φύλλα και το χώμα μετά τη βροχή, να οσφρανθεί ξανά το πρώτο ξύπνημα του έρωτα, να απολαύσει την ευωδιά του καφέ και του κακάο της εφηβείας, να χαρεί και πάλι τον καπνό του πρώτου τσιγάρου, να τρελαθεί χωμένο στο χρυσόξανθο και κόκκινο δώρο της γυμνής Μάρθας.
Έκανα το βλέμμα μου ακροδάχτυλο και το έβαλα ν’ αγγίξει πάλι το λακκάκι στο μάγουλο της Όλγας, να κυλήσει στην σπονδυλική της στήλη, να γαργαλήσει απαλά τη μασχάλη της, να περάσει ανεπαίσθητα πάνω στο αριστερό της βλέφαρο, να καεί σμίγοντας με τη θηλή της.
Το έκανα γλώσσα το βλέμμα μου και γεύτηκε πάλι το πρώτο κεράσι, γεύτηκε το πρώτο παγωτό κρέμα, γεύτηκε το πρώτο αχλάδι, το πρώτο μήλο, το πρώτο ροδάκινο – κι ύστερα γεύτηκε το δέρμα της Χριστίνας, μια φορά που παίζαμε μεθυσμένοι – πάντα μεθυσμένοι ήμασταν με τη Χριστίνα, τρία χρόνια μεθυσμένοι ήμασταν με τη Χριστίνα, της γέμιζα το ποτήρι, μου γέμιζε το ποτήρι, κι αδειάζαμε τους εαυτούς μας – ναι, το δέρμα της Χριστίνας αλειμμένο με ροδάκινο, έτσι είπα στη γλώσσα μου να το γευτεί και πάλι.
Μονάχα σ’ αυτήν να μη σταθεί. Μονάχα σ’ αυτήν…
Ήταν όμορφη. Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτό. Πάντως, ήταν όμορφη. Είχε μάτια μελιά με σμαραγδένιες μαρμαρυγές και κάτι να χρυσίζει μέσα τους. Τα φρύδια της ήσαν πυκνά χρυσόμαυρα τόξα, πολύ στιλπνά όπως και τα μαλλιά της που δεν μπορούσες ν’ αποφασίσεις για το χρώμα τους μεμιάς~ πότε τα έβλεπες καστανόξανθα, πότε χρυσόμαυρα όπως τα φρύδια, πότε διέκρινες κάτι γαλάζιο να τρεμοπαίζει εκεί. Είχαν ένα χρώμα που δεν το έβλεπες τόσο, όσο το άκουγες, το μύριζες, το άγγιζες, το γευόσουν.
Άκουγες γαλάζια νερά να κυλάνε στα μαλλιά της, μύριζαν φρούτα του δάσους τα μαλλιά της, θα αισθανόσουν ότι αγγίζεις βότσαλο της ακρογιαλιάς ζεσταμένο από τον ήλιο αν άγγιζες τα μαλλιά της, κι αν τα γευόσουν τα μαλλιά της θα έλεγες σίγουρα ότι γεύεσαι ροδάκινο με μια στάλα χυμό μπανάνας χυμένο πάνω τους.
Η μύτη της ήταν ένα κόσμημα. Ελαφρώς ανασηκωμένη, αγέρωχη όπως το βλέμμα της, θύμιζε κακομαθημένο παιδί κάποιες στιγμές, απείχε ιδανικά από τα χείλη της.
Τα χείλη της –θυμήσου, Βελή!– τα χείλη της ήσαν όλη η ποίηση του Rimbaud (ναι, έτσι γράψ’ το, με λατινικά στοιχεία, s’il vous plait, κάθαρμα!) και του Lautréamont μαζί, ναι, όλη αυτή η ποίηση ήσαν τα χείλη της, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν μουσική, πάνω απ’ όλα ήταν μουσική τα χείλη της, ήσαν μελωδίες που ξεχείλιζαν τα χείλη της, μελωδίες που απλώνονταν παντού, που κατακτούσαν όλα τα εδάφη, όλο τον εναέριο και ενάλιο και υποβρύχιο, και ό,τι άλλο πεις εσύ, χώρο, που σου θύμιζαν το ακαριαίο εκείνο απόφθεγμα, άντε, έλα, πες το, κομπορρήμονα, Βελή – ναι, θα το πω, γιατί έτσι ήταν, δεν πρόκειται για λόγια εδώ, έτσι ήταν όντως, θα το πω και θα το γράψω αμέσως, πάραυτα, τώρα δα, το συγκλονιστικό The Map is not the Territory, του Κόμητος Alfred von Korzybski – ναι, τέτοιες μελωδίες ήσαν τα χείλη της, μελωδίες που σου θύμιζαν το All of You με τον Miles και το Whisper not, κυρίως, ιδίως, πρωτίστως, απαρεγκλίτως, και αδυσώπητα το Whisper not, αλλά με τον Art Blakey, αλλά στο Olympia, αλλά στο Παρίσι, αλλά στα 1958, το χειμώνα, αυτή η εκτέλεση και καμία, το υπογραμμίζω και το τονίζω και το γράφω με πλάγια στοιχεία (με italics, άγνοε Βελή!), τέλος πάντων, έστω, ας είναι, το γράφω με italics, και το υπογραμμίζω, καμία, μονάχα αυτή και όχι άλλη εκτέλεση, και ήσαν, για τα χείλη της λέω, ανόητοι, ήσαν, λοιπόν, τα χείλη της, η παρτιτούρα του Straight, No Chaser (Πιάσ’ την και ζωγράφισ’ την, που έλεγε και το παλιό καλαμπούρι!), ήσαν τα γαλλικά του Brian Ferry στο A Song for Europe (Ανυπέρβλητα! Όσο και ο café au lait έξω από τον Άγιο Σουλπίκιο!), ήσαν το σαξόφωνο του A Love Supreme (Πρώτα κλαίει, μετά εξιστορεί), ήσαν τα τύμπανα και η φωνή του Levon Helm (αμφότερα περήφανα, αμφότερα ανήμπορα να δεχτούν την όποια ήττα, όπως εσύ, Βέρα) στο The Night They Drove Old Dixie Down, ήσαν η κιθάρα του R. G. στο πρελούδιο του A Million Miles Away (πιο γλυκιά κι από κεράσι, πιο θρηνητική κι από ποίημα του Σεφέρη), ήσαν η περήφανη απόγνωση του Alex Harvey στο Next (Ποιος ξέρει, Αγάπη μου, ότι κλείνει το μάτι στον Norman Mailer, πες μου, ποιος;), ήσαν η επινοημένη και επινοητική παράνοια του Uri Caine στον Αποχαιρετισμό απ’ το Τραγούδι της Γης (σχεδόν αβάσταχτη!), και ο σπαραγμός του Nick Cave όταν παλεύει με τη Nina Simone στο Plain Gold Ring (Έχω παραγγείλει κι εγώ ένα δαχτυλίδι, να το ξέρεις, και θα κλάψω κι εγώ γι’ αυτό!), και η στιβαρή, μα συνάμα εύθραυστη κι ευάλωτη φωνή του John Cale όταν ξεσκίζει το Heartbreak Hotel του Βασιλιά Έλβις (ανυπέρβλητη, και τόσο αξιοζήλευτη, πατροκτονία!), και, εν είδει αντιστίξεως, το ακάματο θράσος του Dylan στο It Ain’t Me, Babe (Μας μεγάλωσε, μας ανάθρεψε, μας γαλούχησε, μας τσάκισε!), και η βραχνάδα του Tom Waits όταν μας λέει το (Πες, Βελή, ποιο; Έλα, έλα τώρα, πες το, γράψ’ το, φώναξέ το, διαλάλησέ το, τελάλη μου, εσύ!), ναι, όταν μας λέει το Invitation to the Blues (Ποιο άλλο;), και η απόλυτη, σχεδόν παιδιάστικη, τόσο, μα τόσο αφοπλιστικά αφελής τρυφερότητα (μακριά από σένανε, Βελή, μακριά!) του Robbie Robertson σε μιαν αλησμόνητη, γαμημένη (Πρόσεχε πώς μιλάς, πρόσεχε πώς γράφεις, τσόγλανε Βελή!) στροφή του Out of the Blue (Πώς να μη λιώσουν οι πάγοι, πώς να μην επέλθει η τήξις του χάλυβος;), και η απόλυτη, η ειλικρινέστατη μεταμέλεια του Roger Waters και του David Gilmore απέναντι στον οσιομάρτυρα Syd Barrett όπως καρακαταδηλώνεται στο Shine On You, Crazy Diamond (Σιγά μην το άφηνες απέξω, δολιοφθορέα Βελή!), και σαν όλο το Tijuana Moods, ναι, σαν όλο αυτό το αριστούργημα όμορφα να είναι, και να μείνουν, ες αεί, Βελή, τα μάτια της, είτε ανοιχτά σαν είναι και σε κάνουνε κομμάτια, είτε όταν κοιμάται και τα κλείνει, και είναι πάλι όμορφα όσο το αριστούργημα του Mingus, όσο η παραφορά του Ysabel’s Table Dance, όσο το Los Mariachis, και όσο το Flamingo (Μακριά απ’ το χορό, πολλά τραγούδια λένε!).
Και τ’ αυτιά της ήσαν όμορφα, ήσαν όμορφα σαν φράσεις, όχι σαν φράσεις που θα ήθελες να τις ψιθυρίσεις βαθιά μέσα τους, αλλά σαν φράσεις που θα ήθελες να σου ψιθυρίσουν αυτά, φράσεις σαν ανεπαίσθητο χνώτο των αυτιών αυτών, ναι, τόσο όμορφα ήσαν τ’ αυτιά της, όμορφα σαν τη φράση, «Chaque objet de votre monde a pour moi un autre sens que pour vous», και όμορφα σαν τη φράση, «Je veux que ma poésie puisse être lue par une jeune fille de quatorze ans», και όμορφα σαν τη φράση, «Tempus passes but does not yet fugit», και όμορφα σαν τη φράση, «Και πριν τελειώσει η μέρα, είχαμε σκορπίσει σαν τ’ άστρα και σαν τη βροχή», και όμορφα σαν τη φράση, «snapshots of a closed forgotten world», και όμορφα σαν τη φράση, «Περνούσαν τα ευχάριστα απογεύματά τους σχεδιάζοντας πραξικοπήματα και συνωμοσίες», και όμορφα σαν τη φράση, «Friendship is a gift which can’t be given back, although it can be taken away», και όμορφα σαν τη φράση, «Πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου», και όμορφα σαν τη φράση, «Well, old unhappy far off things and battles long ago, but scars are still there», και όμορφα σαν τη φράση, «Έλα να δειπνήσουμε πρώτα, για να καταστρώσουμε κατόπιν με ησυχία τα σχέδιά μας», και όμορφα σαν τη φράση, «Faster than thought, and with less sound than a tear», και όμορφα σαν τη φράση, «Τίποτε δεν είναι πιο ωραίο όσο η αρχή μιας μεγάλης συνωμοσίας», και όμορφα σαν τη φράση, «Leave your nail-marks in the gray slope as you slide», και όμορφα σαν τη φράση, «Καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα ότι είχε τελειώσει», και όμορφα σαν τη φράση, «Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν», και όμορφα σαν τη φράση, «Σου καθαρίζω ένα ροδάκινο», και όμορφα σαν τη φράση, «Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα», και όμορφα σαν τη φράση, «Ακόμα ένα λεπτό, και θα ’ναι αύριο», ναι, τόσο, τόσο, τόσο όμορφα ήσαν αυτιά της, τόσο όμορφα ήσαν, σαν τη φράση, «Ξημερώνει~ φίλησέ με, φίλα με παντού» ήσαν τόσο όμορφα, σαν την πιο όμορφη φράση του κόσμου ήσαν όμορφα τ’ αυτιά της, σαν τη φράση, «All the world is like this valley called Jarama», τόσο όμορφα, ναι, Βελή, ναι, τόσο όμορφα ήσαν τ’ αυτιά της.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Νοέμβριος 2007-11-23


Σύνοψη

Ο συγγραφέας Νίκος Βελής πασχίζει απεγνωσμένα να πιει την τελευταία μπίρα του. Αλλά δεν υπάρχει τελευταία μπίρα. Ποτέ. Ο ζύθος, όπως και ζόφος, είναι παντού, και ο Βελής ενδίδει, ξανά και ξανά, στο θέλγητρο του αλκοόλ, στην παραμυθία της μέθης, στην διαλεκτική του οινοπνεύματος. Μονάχα έτσι μπορεί να ανατρέξει στο Παρελθόν, να αναθυμηθεί παλιούς έρωτες, περιπλανήσεις στο Παρίσι και στο Βερολίνο, σελίδες από αγαπημένα βιβλία. Μέσω της μπίρας φτάνει στην καρδιά του χρόνου, αναμετριέται με τις ελεεινές αλλά και με τις εξαίσιες στιγμές του, θυμώνει με τον εαυτό του αλλά και φιλιώνει με ό,τι τον απαρτίζει. Το αλκοόλ, οι μπίρες, είναι η κολυμπήθρα που μέσα της ο Βελής βαπτίζει ό,τι τον συγκλονίζει, κι έτσι η έξη δεν είναι σωματική αλλά ψυχική. Η Έξη είναι αυτό που τον συνδέει με την Λέξη, ήτοι με τον πυρήνα, το κέντρο, και το νόημα της ζωής του. Ο Νίκος Βελής είναι ένας ελεύθερος πολιορκημένος, ένας εθελούσιος δεσμώτης. Πίνει για να γράφει, και γράφει για να θυμάται. Και θυμάται για να πίνει. Αυτή είναι η δουλεία του. Αυτή είναι η δουλειά του. Και την κάνει όσο πιο καλά μπορεί.



Βιογραφικό


Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld, στη Γερμανία.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, άρχισε να ζει ελεύθερα και όχι δίχως περιπέτειες στην Αθήνα, να γράφει σε έντυπα του λεγόμενου περιθωρίου, όπως το Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη και η Χιονάτη του Βαγγέλη Κοτρώνη, και να συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως η Οδός Πανός, ο Ήχος, το Κάππα, η Λέξη, η Πολιορκία, και άλλα.
Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων «ιστορικών πρωτοποριών» (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του ’68.
Ίδρυσε και διευθύνει την επιθεώρηση Propaganda, όπου δημοσιεύονται κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας.
Πολυπράγμων και πάντα ανήσυχος, δεν έπαψε να προτιμά τις συλλογικές δραστηριότητες, να βρίσκει συνενόχους στο παιχνίδι της ζωής και στη ζωή του παιχνιδιού, να επιζητεί διαρκώς την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας. Οι εμπειρίες του τον ώθησαν στη σύνθεση αυτοβιογραφικών κειμένων, όπου συνδυάζεται αρμονικά μια εμπρηστική λογοτεχνικότητα με έναν μεστό δοκιμιακό λόγο. Όπως λέει συχνά, δρα και γράφει «με καρδιά από φλόγα και με μυαλό από πάγο».
Συνεργάζεται τακτικά με τα περιοδικά Το Δέντρο και Σημειώσεις, καθώς και με το «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας». Παράγει και παρουσιάζει τις ραδιοφωνικές εκπομπές «Το Θρόισμα των Φύλλων» και «Κουλτούρα να φύγουμε» (για τον σταθμό «Στο Κόκκινο, 105.5 FM»). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

ΕΡΓΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Σκοτεινά Τοπία (Ερατώ, 1986)
Εκδρομή στο Παρελθόν (Ερατώ, 1990)
Έγγραφος Ίλιγγος (Άρκτος, 1993)
Paris, Παρίσι (Κέδρος, 2003)
La Vie est Belle, et Facile (Ερατώ, 2004)
Ω! (Οξύ, 2007)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Κόκκινες Νύχτες (Ερατώ, 1985)
Η Λογική των Γεγονότων (Οξύ, 1996)
Βιβλίο Συμβάντων και Αναφορών (Ερατώ, 1996)
Η Μουσική των Γεγονότων (Ερατώ, 1998)
Au Revoir (Νεφέλη, 1999)
Harolypi’s Blues (Μεταίχμιο, 2003)
Η Φυλή των Happy Few (Ηλέκτρα, 2004)

ΜΕΛΕΤΕΣ

Βορειοδυτικό Πέρασμα (Ελεύθερος Τύπος, 1992 και Οξύ, 2001)
Προλογίζοντας Έναν Αιώνα (Οξύ, 1995)
William S. Burroughs (Οξύ, 2001)
Πολύ Αργά Για Ήρωες (Κέδρος, 2001)
Μάης του 68: Η Περιπέτεια (Ερατώ, 2001)
Guy Debord (Printa, 2001)
Τροβαδούροι (Ιανός, 2006)

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η Έρημη Γη (με τον Ηλία Λάγιο και τον Νάσο Βαγενά, Ερατώ, 1996)
Robert Fischer: Μια Αυτοδίδακτη Μεγαλοφυΐα (με τον Ηλία Κουρκουνάκη, Διόπτρα, 2004)
Jose Raul Capablanca: Διαισθητικό Ταλέντο (με τον Ηλία Κουρκουνάκη, Διόπτρα, 2005)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Μπομπ Ντύλαν: Τραγούδια [1ος Τόμος] (Ιανός)

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ: Λολίτα (Πατάκης), Μια Ρωσίδα Καλλονή (Ερατώ), Η Άμυνα του Λούζιν (Μεταίχμιο), Ρήγας, Ντάμα, Βαλές (Ερατώ), Απόγνωση (Δελφίνι), Το Μάτι (Ερατώ), Μαίρη (Μεταίχμιο).

Σαλμάν Ρούσντι: Σατανικοί Στίχοι (Ψυχογιός), Παραφορά (Ψυχογιός), Όνειδος (Ψυχογιός).

Τζέιμς Νόουλσον: Σάμιουελ Μπέκετ (Scripta).

Πατρίσια Χάισμιθ: Χωρίς Ενοχές (Μεταίχμιο).

Τζέιμς Έλροϊ: Ρέκβιεμ για τον Μπράουν (Μεταίχμιο).

Χένρυ Τζέιμς: Το Πορτραίτο μιας Κυρίας (Καστανιώτης).

Τίμπορ Φίσερ: Η Συμμορία της Διανόησης (Πατάκης)

Μοντερκάι Ρίτσλερ: Ο κόσμος του Μπάρνεϊ (Πόλις)

Τρούμαν Καπότε: Μύριαμ (Ερατώ)

Επίσης έχει μεταφράσει έργα των: Κενζαμπούρο Όε, Ουίλλιαμ Γκόλντινγκ, Ίαν ΜακΓιούαν, Φραντς Κάφκα, Ντάσιελ Χάμμετ, Άγκαθα Κρίστι, Μάθιου Γκέιλ, Τζ. Γκ. Μπάλαρντ, κ.ά.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Στον Πειραιά με τον Πάνο Χαραλάμπους


Radio/Action


«Η ποίηση πρέπει να βλέπεται, όχι να ακούγεται~ η μουσική πρέπει να είναι σκληρή σαν κόκαλο~ η ζωγραφική πρέπει να σκέφτεται» [Νικόλας Κάλας]


Χθες, 10 Ιανουαρίου, στην εκπομπή Radio Propaganda/ Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης είχε καλεσμένο τον εικαστικό και καθηγητή στην ΑΣΚΤ Πάνο Χαραλάμπους. Παρούσα και η Ελεάννα Μαρτίνου, υπεύθυνη για τα εικαστικά στην Radio Propaganda.

Παίξαμε μουσικές εξαίσιες, σε μια μελωδική αντισφαίριση που μας ταξίδεψε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη: Johnny Cash και Γιάννης Αγγελάκας, Ιωάννης Elliott (συνθέτης κομματιών εις μνήμην του Ιωάννη Kerouac) και Ιωάννης Lennon. Επίσης, ο Χαραλάμπους μας έστειλε στο υπερπέραν με τα μουσικοτεμάχια του Hans Werner Henze (ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού μεταφρασμένη από τον Hans Magnus Enzensberger) και κυρίως του αδιανόητου Τούρκου μαιτρ Erkin Koray, τον οποίο ομοφώνως ανακηρύξαμε σε Frank Zappa της Ανατολής.

Συζητήσαμε για την κατάσταση των εικαστικών τεχνών σήμερα, για την ιστορία και την εξέλιξη των μορφών, και παρουσιάσαμε τον πρώτο τόμο/τεύχος του εντύπου alloglotta (αφιερωμένο στη διαλεκτική Θορύβου/Σιωπής).

Μιλήσαμε για σημαντικά βιβλία περί τα εικαστικά όπως τα: Η Τέχνη την Εποχή της Διακύβευσης, του σπουδαίου Νικόλα Κάλα (εκδ. Άγρα), Ο Oscar Wilde Ζει, του μνημειώδους Arthur Cravan (εκδ. Φαρφουλάς), και το λίαν ενδιαφέρον πόνημα Ερμηνείες του Πραγματικού/Η σύγχρονη τέχνη στη δεκαετία του 1980, του Χάρη Σαββόπουλου (εκδ. Πλέθρον).

Το ωραίο είναι ότι ρίξαμε το σύνθημα «Δημιουργία ή Θάνατος», καθώς και την υπέροχη ιδέα να ιδρυθεί Ανωτάτη Σχολή Τέχνης στον Πειραιά, μια ιδέα που αναπτύξαμε εν συνεχεία εκτενώς.

ΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 11 Ιαν. 2010

Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2010

ΖΕΝΕΡΙΚ (Ιανουαρίου)


Diavazontas8

(Από το νέο τεύχος του Περιοδικού ΔΑΙΑΒΑΖΩ)

Ζενερίκ





Κάποιος που παρακολουθούσα πήγε στην εξοχή για περίπατο, Κυριακή απόγευμα, αλλά χάθηκε. Αναγκάστηκα να του δείξω το δρόμο της επιστροφής.
Ντάσιελ Χάμμετ


Ξέρουμε ότι, εκτός από τον Borges φυσικά, το αστυνομικό αφήγημα βρήκε πολλούς και ενίοτε απρόσμενους υπερασπιστές. Συνεχίζει να βρίσκει. Το λίαν ενδιαφέρον, στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα, δεν είναι τόσο οι πολυάριθμοι συνήγοροι του είδους, ούτε οι θιασώτες του, όσο εκείνοι που αναλαμβάνουν, στην αρχή εν είδει ανάπαυλας από άλλες εργασίες, εν συνεχεία όμως με μεθοδικό πάθος και παθιασμένη μεθοδικότητα, να γίνουν λειτουργοί του. Αρχιτέκτονες, στοχαστές, θεωρητικοί, μεταφραστές, ακτιβιστές, γίνονται, με ολοένα και πιο δυναμική επιτυχία, συγγραφείς αστυνομικών αφηγημάτων. Κι ακόμα, το εμπλουτίζουν ενθέτοντας νέα, όχι και τόσο απροσδόκητα πάντως, στοιχεία, και φαίνεται ότι κερδίζουν ένα διπλό στοίχημα: να στρέφουν εκ νέου στο είδος τους παλιούς και, συνάμα, να ελκύουν ένα σημαντικό, τόσο αριθμητικά όσο και ποιοτικά, κοινό πιτσιρικάδων. Εξ ου και η ανάληψη της έκδοσης αστυνομικών όχι από οίκους ειδικευμένους στα λεγόμενα βιβλία περιπτέρου (από όπου και η περιλάλητη ετικέτα ΒΙΠΕΡ) αλλά από οίκους που υπερασπίζονται με ευπρόσδεκτο φανατισμό την ποιότητα, τόσο ως προς την επιλογή τίτλων όσο και ως προς την τυπογραφική επεξεργασία (στη χώρα μας: Άγρα, Πόλις, Ερατώ, Μεταίχμιο, κ.ά.)
Μια ολιγόλεκτη (όπως θα έλεγε ο Νίκος Καρούζος) ανασκόπηση θα έδειχνε ότι για το πέρασμα του αστυνομικού αναγνώσματος από την ανυποληψία στην ανυπόκριτη αποδοχή συνετέλεσαν κάποιοι κάπως υπόγειοι παράγοντες, όσον αφορά στη δική μου γενιά τουλάχιστον: η ταινία Αμερικανός Φίλος του Wim Wenders, η οποία ως γνωστόν είναι βασισμένη στο Ripley’s Game (1974) της Patricia Highsmith, το τρίτο μυθιστόρημα της πενταλογίας με πρωταγωνιστή τον Τομ Ρίπλεϋ (βλ. Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)~ τα εγκώμια που επεφύλασσαν στο έργο της Highsmith, και άλλων συγγραφέων του είδους, οι αποτελούντες μια ωραία παρέα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με κέντρο την Κυψέλη, και ιδίως τον μακαρίτη φίλο μας Χρήστο Βακαλόπουλο~ σκόρπιες, αλλά κρίσιμες για μας, αναφορές σε ήρωες αστυνομικών ή και σε εγκληματικέ μορφές εν γένει μέσα σε ποιήματα αγαπημένων μας δημιουργών, όπως ο Τάσος Δενέγρης~ η μετάφραση έργων του Raymond Chandler από μια εμβληματική μορφή του διευρυμένου κύκλου μας, ήτοι από τον Νίκο Μπαλή (ένα γεγονός που έπεσε σαν κεραυνός και προκάλεσε θυελλώδεις συζητήσεις, οι οποίες εντέλει ευνόησαν τη δεξίωση του είδους από ολοένα και περισσότερους συμπατριώτες μας)~ η έκδοση του ξακουστού δοκιμίου «Η Απλή Τέχνη του Φόνου» του Raymond Chandler από την Ερατώ (εν συνεχεία το δοκίμιο κυκλοφόρησε τόσο από την Άγρα, στον τόμο Ανατομία του Αστυνομικού Μυθιστορήματος, 1986 και 2009, όσο και από το Λυχνάρι, 2006 – αμφότερα θα τα παρουσιάσουμε προσεχώς στη στήλη)~ τέλος, η κάπως αλλόκοτη (αλλά στην Αθήνα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης σχεδόν τίποτα δεν μας φαινόταν αλλόκοτο) συσχέτιση του αστυνομικού αφηγήματος, ιδίως της noir εκδοχής του, με τη λογοτεχνία, και τον τρόπο ζωής, των πρωταγωνιστών της Γενιάς Beat, αρχικά, και λίγο μετέπειτα, με τον βίο και την περιπέτεια του Guy Debord και των φίλων του τόσο στη Λετριστική όσο και στην Καταστασιακή Διεθνή.
Ας εγκωμιάσω παρεμπιπτόντως τον εικαστικό Κωνσταντίνο Ταλιώτη, ο οποίος, στο πλαίσιο των Rooms 2009 (μια δεκαετία συμπληρώθηκε από τότε που ξεκίνησε η ωραία ιδέα), στο St.George Lycabettus, συνδύασε ανεπίληπτα και γοητευτικά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη μουσική και τις Καλές Τέχνες προσφέροντάς μας ένα noir αστυνομικό δωμάτιο: το Δωμάτιο 517, όπου θαρρείς ότι αίφνης βρίσκεσαι δίπλα στον Μπόγκι και την Μπακόλ, και ή θα σου έρθει καμιά σφαίρα ασημένια με το όνομά σου χαραγμένο πάνω της ή θα «ομορφύνει τη μοίρα σου», όπως θα έλεγε ο Καρούζος, μια αλλόκοσμη, αλλά και απολύτως χθόνια, κοκκινομάλλα. «Προσεγγίζω τις στιγμές κρίσης που έχει το νουάρ, στο οποίο βέβαια επικρατεί η φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά της μητρόπολης», λέει ο Κωνσταντίνος Ταλιώτης. Καλό Μήνα, Καλή Χρονιά, και Πλούσιο Αναγνωστικά το 2010!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 9/ΧΙI/09

Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2010

Σήμερα, Αγίου Ιωάννη Κέρουακ και Αγίου Ιωάννη Κολτρέιν


http://www.youtube.com/watch?v=HOer13WNPfk

Τετάρτη, 06 Ιανουαρίου 2010

ΖΗΤΩ ΤΟ ΓΝΗΣΙΟ ΛΑϊΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


The Songs That Make Me Stay



Το μεταλλικό βαρύ σταχτοδοχείο. Τα Gitanes και τα Santé. Το Χαμόγελο της Τζοκόντας και ο Μεγάλος Ερωτικός. Το ιρλανδέζικο ουίσκι. Ο Samuel Beckett. Οι Waterboys. Οι Pogues. Οι νύχτες στο Closer. Τα μεσημέρια στο Galaxy. Τα βράδια στο Au revoir. Το πεϊνερλί στου Ελευθεριάδη. Οι φωτογραφίες του Γιάννη Ισιδώρου. Οι Παραλλαγές Γκόλνμπεργκ με τον Glenn Gould. Οι διασκευές του Uri Caine. Ο ασημένιος Zippo. Το Famous Blue Raincoat, ξανά και ξανά, μες στις δεκαετίες. Η αειθαλής Καλλιδρομίου. Ο Θαλασσινός και το πιάτο με τα αλίπαστα. Το κρασί στο Ταξίδι στην Ανατολή. Τα ποιήματα του Σαραντάρη, του Κάλας, του Καρούζου. Τα Άπαντα του Tom Waits. Το From Her To Eternity του Nick Cave. Τα δώρα της Μικρής. Τα δώρα στη Μικρή. Τα δερμάτινα χειροποίητα τετράδια. Το σκάκι του Ανδρέα Παπασταυρόπουλου. Τα σκακιστικά βιβλία του Ηλία Κουρκουνάκη. Η αγαπημένη μου Mont Blanc. Ο πράσινος πλαστικός Ronson. Πάλι, το Κάτω από το Ηφαίστειο. Πάλι, η Αέναη Γιορτή. Πάλι, ο Τροπικός του Καρκίνου. Τα τέσσερα εικοσιτετράωρα στο Παρίσι. Η χαμένη Canon. Το ασημί walkman. Το Μονόγραμμα του Ελύτη. Τα ψάρια στα Καμίνια. Το Adagio του Albinoni. Οι Polaroid στον «Ένοικο». Η blue περίοδος του Miles Davis. Το Blame it on my youth του Chet Baker. Ο Denis Hopper στον Αμερικάνο Φίλο να μιλάει στο μαγνητόφωνο. Τα μολύβια Faber. Τα κομπολόγια μου. Το Αέναο Ειδύλλιο του Rodin. Η Στήλη του Schwitters. Το Tu m’ του Duchamp. Ο Hegel, όλος, ανυπέρβλητος. Τα πρωτοβρόχια. Το πρόσωπο της Kathleen Ferrier. Τα σουβλάκια στην Πλατεία Γεωργίου. Οι χαμοκέλες στην Καισαριανή. Το ψητό μήλο. Τα ροδάκινα. Όλος ο Breton και όλος ο Debord. Οι συναντήσεις με τον Γουδέλη στον Καπετάν Μιχάλη. Η αρχιτεκτονική του Adolf Loos. Οι πρωινές τυρόπιτες μετά το μεθυσμένο βράδυ. Το άρωμά της. Τα μάτια της. Ο θυμός της. Οι γομολάστιχες. Η καινούργια ξύστρα μου. Το Paris του Malcolm MacLaren. Τα κείμενα του Roger Conover για τον Cravan. Το δαχτυλίδι του πατέρα μου. Η Ράτκα. Τα κουτιά. Τα ανθοπωλεία στη Μονμάρτρη. Το One more cup of coffee του Dylan. Τα τραγούδια απ’ τον Ισπανικό Εμφύλιο. Το μεσκάλ. Η Έρημη Γη του Λάγιου. Τα ούζα στα Μετέωρα. Η τσικουδιά στην Κρήτη της Πλατείας Κάνιγγος. Οι συζητήσεις με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα. Ο Στέφανος Ροζάνης. Ο Γιώργος Βέλτσος. Η ομπρέλα που ξέχασα στον Παπαγιώργη. Η φράση του Παπαγιώργη, «Ο Μπαμπασάκης διέπεται από ένα εμβατηριακό μένος».
Το άρωμα Jazz του Yves Saint Laurent. Ο καστανάς έξω από το Πολυτεχνείο. Τα μεταξωτά πουκάμισα. Τα πλατάνια. Οι περίπατοι στην Πλατεία Παπαδιαμάντη και στη Λαμπρινή. Οι Σημειώσεις και ο Έρασμος. Η Πλατεία Καραμανλάκη. Οι καστανιές στο Pointe Vert-Galant. Ο καφές με γάλα στον Άγιο Σουλπίκιο. Τα απανωτά παστίς στο Café de Flore. Ο βίος του Λουδοβίκου Βίτγκενσταϊν. Τα ανέκδοτα, τα ακαριαία, τα ολιγόλεκτα. Η Διαγωγή Μηδέν του Vigo.Τα Παιδιά της Γαλαρίας του Carne. Το Johnnie Guitar του Ray. Το Bad Timing του Roeg. Η Μικρή σκυμμένη πάνω από το τετράδιο όταν γράφει. Η Μικρή όταν τρώει κάτι που της αρέσει. Η Μικρή όταν ακούει μουσική. Η φράση του Marcel Duchamp, «La Vie est belle, et facile». Τα Τελευταία Λόγια του Γέρου του Βουνού (Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό, Όλα Επιτρέπονται). Η φράση στα Γυμνά Χείλη (Δεν Υπάρχουν Προβλήματα, Υπάρχουν Μόνο Λύσεις). Ο e.e. cummings. Οι κοπέλες που φοράνε πουκάμισα με μανικετόκουμπα. Ο ποδοσφαιριστής Ζιντάν. Το ποίημα του Ginsberg «Θάνατος στο Αυτί του Βαν Γκογκ». Τα μελανοδοχεία. Όλος ο Pessoa. Ο Βάρδος. Η φράση του Βάρδου We Few, We Happy Few, We Band of Brothers. Η λέξη «στοργή». Το σακουλάκι με τις πέτρες. Τα κονσέρτα για βιολί του Vivaldi. Το καλαμπόκι. Οι χουρμάδες. Οι τεκίλες μαργαρίτες του κυρίου Λύσανδρου. Το Τραγούδι της Γης του Mahler. Ο Φάλσταφ. Το τσιπουρόμελο. Ο Bono στο Stay. Ο ναργιλές με άρωμα ροδάκινο στον Χριστόφορο. Οι μεζέδες της Κατερίνας και του Γιάννη. Η φράση No Time To Check The Facts. Τα θεατρικά που αρχίζω να γράφω. Η Ελένη και ο Εμμανουήλ στο Bee. Η σφακιανή πίτα στης Αφροδίτης. Ο πίνακας που μου δώρισε η Ελίνα. Οι ελιές του Κρητικού. Η κορνίζα της Μικρής με τη φωτογραφία στον Πύργο του Άιφελ. Η Διπλή Ζωή της Βερονίκ. Το βλέμμα και το χαμόγελο της Theresa Russell. Το Ulysses του Joyce, ξανά, ύστερα από τόσα χρόνια. Η Λέσχη. Η Propaganda. Οι Happy Few. Οι λογοτεχνικές βραδιές στην Πλατεία Παπαδιαμάντη. Το αρβανίτικο κοτόπουλο. Τα ποιήματα του Prevert. Οι συναντήσεις στο Πανελλήνιον. Το Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο. Ο νεορομαντισμός του Craig Armstrong. Η κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Asger Jorn, της Michel Bernstein και του Guy Debord. Το Βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co και ο George Whitman. Το αντίτυπο του Fin de Copenhague που πρόσφερα στην Μικρή. Το αντίτυπο των Mémoires που δεν της πρόσφερα. Το ότι ξαναθυμήθηκα το Homo Faber του Max Frisch, και το πώς το ξαναθυμήθηκα. Το ότι ξαναδιαβάζω (ύστερα από ακριβώς είκοσι – 20!!! – χρόνια) το Ξύπνημα του Έρωτα, του Francesco Alberoni, και πώς το ξαναδιαβάζω. Το ότι ξαναέχασα τα Αποσπάσματα Ενός Ερωτικού Λόγου του Roland Barthes, και πώς τα ξαναέχασα. Τα Τελευταία Λόγια του Βίτγκενσταϊν (Πείτε τους ότι έζησα μιαν υπέροχη ζωή). Τα Τελευταία Λόγια του Σοπενάουερ (Δεν τα καταφέραμε κι άσχημα). Τα Τελευταία Λόγια του Jarry (Φέρτε μου μια οδοντογλυφίδα, παρακαλώ). Τα Τελευταία Λόγια του Στρατηγού Στόουνγουολ Τζάκσον (Όχι~ θα περάσουμε το ποτάμι και θα ξαποστάσουμε στη σκιά εκείνων των δέντρων). Τα Τελευταία Λόγια του Τζέσε Τζέιμς (Αυτή η εικόνα είναι πάρα πολύ σκονισμένη). Τα Τελευταία Λόγια του Στρατηγού Γκραντ (Βρέχει, Ανίτα Χάφινγκτον). Τα Τελευταία Λόγια του Hegel (Es ist so!). Η Μικρή όταν μου λέει να ξεμπερδεύω με το Παρελθόν και να γράψω για το Εδώ, το Τώρα, και το Αύριο. Εγώ, όταν προσπαθώ να ξεμπερδεύω με το Παρελθόν, και προσπαθώ να γράψω για το Εδώ, το Τώρα, και το Αύριο. Το δικό μου La Vie est Belle, et Facile που έγραψα μια νύχτα του καλοκαιριού, το 2002. Η φράση (απαράμιλλη) του Schwitters, «Die Ewigkeit dauert mehr». Το Moonchild του Rory Gallagher (ξανά). Η φράση (ανυπέρβλητη) του Παρμενίδη, «Το είναι υπάρχει, το μη-είναι δεν υπάρχει». Το τελευταίο τσιγάρο πριν από τη μεθυσμένη κατάκλιση. Η φράση (μεγαλειώδης) του Hegel, «Weltgeschichte ist Weltgericht». Η κιθάρα του Peter Green. Η βραχνή φωνή του Alex Harvey (αθάνατος!) όταν τραγουδάει το Next. Η φράση (αλησμόνητη) του Hemingway, «Και πώς καταστράφηκες, Φράνσις; Με δύο τρόπους, Χεμ: σιγά σιγά στην αρχή, και μετά απότομα».

ΓΥΜΝΟ (ΠΡΟ)ΓΕΥΜΑ


Whorerart (=Χώρε Τέχνη & Πουτάνα Τέχνη)

Πώς μπορείς να κάνεις Τέχνη όταν γίνεται της πουτάνας; Όπως πάντα: με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο. Ή: με λογισμό και μ’ όνειρο. Ίσως η μόνη Τέχνη που έχει ενδιαφέρον είναι αυτή που πραγματοποιείται ακριβώς όταν γίνεται της πουτάνας. Τουλάχιστον για μία γραμμή καλλιτεχνικής δημιουργίας – αυτή που τη συνδέει ένα κόκκινο νήμα ταραχής/οδύνης/ξεσπάσματος/ξεφαντώματος/συγκλονισμών (εξωτερικών και εσωτερικών, συνάμα).

Δείτε το DADA, δείτε τον Ρωσικό Φουτουρισμό, δείτε τον Υπερρεαλισμό, δείτε τους Λετριστές, δείτε τους Καταστασιακούς. Δείτε τον Σελίν, τον Τζέιμς Τζόις, τον Χένρι Μίλερ. Να δημιουργούν μέσα στην κόλαση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στην αθλιότητα του Μεσοπολέμου, μέσα στο φαιό τίποτα του Μεταπολέμου.

Ή πάλι δείτε την Αναγέννηση, και θυμηθείτε τη φοβερή φράση του μεγίστου Όρσον Ουέλς (από τον Τρίτο Άνθρωπο): «Τετρακόσια χρόνια ειρήνης και γαλήνης στην Ελβετία, και παρήχθη μονάχα το ρολόι-κούκος. Βία, κόλαση, και συγκρούσεις στην Ιταλία των Βοργίων (και των οργίων, ας συμπληρώσω εγώ), και έχουμε την πιο λαμπρή τέχνη».

Για τον καλλιτέχνη, άλλωστε, διαρκώς γίνεται της πουτάνας. Ακόμα κι αν αποσυρθεί σ’ ένα ιδανικό ατελιέ, εντός του επικρατεί ορυμαγδός – καθώς διαρκώς έχει να παλέψει με τα φαντάσματά του, μ’ αυτούς που ήρθαν πριν απ’ αυτόν και τόλμησαν να τραντάξουν τον κόσμο με την τέχνη τους, κι επίσης μ’ αυτούς που ψυχανεμίζεται ότι θα έρθουν ύστερα απ’ αυτόν και θα τον υπερβούν, είτε αφού τον σεβαστούν είτε αφού τον πετάξουν στο χαντάκι του χαμού και στης λίμνης τη λήθη.

Ναι, για τον καλλιτέχνη γίνεται διαρκώς και πάντα κι αενάως της πουτάνας: είναι (θα πρέπει να είναι) το κατ’ εξοχήν διαλεκτικό ον, ζει σε μιαν ακόπαστη σύγκρουση του έξω με το μέσα, και σε μιαν αδιάλειπτη, επίσης συγκρουσιακή αλλά και εναρμονιστική, πλέξη παρελθόντος/παρόντος/μέλλοντος.

Για τον αληθινό καλλιτέχνη, το καθήκον είναι τεράστιο, βαρύτατο, και συνάμα παιγνιώδες. Γιατί οφείλει, αν θέλει να αφήσει έστω έναν αστερίσκο υποσημειώσεως στο Βιβλίο της Ανησυχίας της Παγκόσμιας Τέχνης, να παλεύει, δίχως στιγμή να σταματάει, στο μεταίχμιο οδύνης & ηδονής, δακρύων & ομηρικών γελώτων, ψυχικής καύσης & εγκεφαλικής δρόσου, πάντα απ’ τη μεριά της Ζωής, ακούγοντας την κλαγγή του Ανδρέα Εμπειρίκου που καλούσε να κάνουμε οίστρον της ζωής τον φόβο του θανάτου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 11/ΧΙΙ/2008

Τρίτη, 05 Ιανουαρίου 2010

Η Περίληψη του Βίου (Σε Μέρη Δύο)


Μικρός, έγραφα. Τώρα, τους γράφω.
Μικρός, τους έγραφα. Τώρα, γράφω.

Στο Κανάλι Ένα (κάθε μεσημέρι, δώδεκα παρά δέκα)




Γιατί και Για Ποιους Θα Μαγειρέψω Σήμερα

Ακούστε: έλεγε, καθώς ξέρουμε, ο φιλόσοφος Hegel ότι η πρωινή ανάγνωση των εφημερίδων είναι η πρωινή προσευχή του αστού, με την έννοια του πολίτη το «ο αστός». Οπωσδήποτε είχε δίκιο. Διαβάζοντας τις εφημερίδες, και δη κάποιες κρυφές ειδήσεις, κάποια άρθρα που ποτέ δεν θα τα δεις περίοπτα, αντιλαμβάνεσαι όχι μονάχα τον χρόνο και τον χώρο εντός των οποίων ζεις, αλλά και, συνάμα, το γιατί και για ποιους κάνεις ορισμένα πράγματα.
Μαγειρεύω σήμερα, και μαγειρεύω από χθες, είναι η αλήθεια, εκλεκτό καλοδιαλεγμένο μοσχαράκι γάλακτος, πατάτες επίσης καλοδιαλεγμένες από την Νάξο, αλανιάρα κότα, ενώ φροντίζω με επιμέλεια αρσακειάδας τα σαλατικά και τα χορταρικά, τα φρούτα, και τα ποικίλα τυριά. Κρασί έχω φροντίσει επίσης να υπάρχει, όχι ακριβό αλλά λίαν εκλεκτό, γλυκόπιοτο, ενώ συμπλήρωσα την κάβα και με μπράντι, με τζιν, με βότκα και, βέβαια, με ουίσκι.
Τι έλεγα; Α ναι, για τις εφημερίδες! Διαβάζω (και θα επανέλθω σ’ αυτό): Στη Νότιο Κορέα, στη Σεούλ, βελόνες βελονισμού ταλαντεύονται στις άκρες των χειλιών της πεντάχρονης κοπελίτσας Μουν Μπο-ιν. Κλαίει από το φόβο της. Η μάνα της, η Σέο, 35 ετών, παρούσα. «Μην κλαις», της λέει. «Θα γίνεις όμορφη, θα γίνεις ψηλή». Στην Κορέα, αν δεν είσαι ψηλός, τη σήμερον ημέρα, είσαι για τα σκουπίδια, παρίας, ξεφτίλας, για πέταμα. Αγόρια και κορίτσια οδηγούνται, συνήθως με τη βία, σε αίθουσες όπου υποβάλλονται σε ποικίλα επιστημονικά βασανιστήρια νέου τύπου «για το καλό τους», για να ψηλώσουν.
Μαγειρεύω σήμερα, και μαγειρεύω από χθες, είναι η αλήθεια, γιατί περιμένω τη Μαριέττα, τον Ηλία, τον Γιάννη, τον Στέργιο, τη Βανέσσα, όχι τίποτα επίσημο, ποτέ άλλωστε πια κάτι επίσημο, είπαμε απλώς να μαζευτούμε, να τα πούμε και να τα πιούμε, να κουβεντιάσουμε για απλά, καθημερινά, δικά μας πράγματα: για την δοκιμιογραφία του Borges, για τον κινηματογράφο του Bela Tarr, για το γιατί δεν βρίσκεις εύκολα σταμναγκάθι και πηχτή, για τις μουσικές ακροβασίες του ύστερου Tom Waits, και για την μαεστρία του ποδοσφαιριστή Γιώργου Δεληκάρη. Κι ακόμα, επειδή έχει τεθεί ήδη το ζήτημα, για το εάν θα ανακηρύξουμε το 2010 Έτος Mark Rothko ή Albert Camus.
Πού ήμουνα; Α ναι, στις εφημερίδες! Διαβάζω ότι 850.000 Βρετανοί έχουν σοβαρό πρόβλημα μοναξιάς. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας κατατάσσει τη μοναξιά ως υψηλότερο παράγοντα κινδύνου υγείας από το μακροχρόνιο κάπνισμα, ενώ κάμποσοι επιστήμονες διατείνονται ότι υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στη νόσο Αλτσχάιμερ και την έλλειψη κοινωνικής επικοινωνίας.
Έλεγα λοιπόν ότι μαγειρεύω σήμερα, και δη ότι μαγειρεύω από χθες. Δηλαδή, ανθίσταμαι στην παράνοια και δεν πάω να ψηλώσω σε νοτιοκορεάτικες κλινικές αύξησης ύψους, μήτε και καταφεύγω στον Southgate Circle, μια οργάνωση για την καταπολέμηση της μοναξιάς, και, μπορεί να έχω μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και να τρέμουν ενίοτε τα πόδια μου, αλλά διαβάζω (και τα κουβεντιάζω με φίλους) πάνω από 100 μετρημένα, και μάλιστα πολυσέλιδα, βιβλία το χρόνο. Ουστ στην παράνοια και στη μοναξιά, μέσα από τα βιβλία, τις συζητήσεις, το μαγείρεμα, την κραιπάλη μέθης, την παλιοπαρέα. Σήμερα θα κάνουν μπάχαλο το σπίτι μου κάτι κακόφημοι σκακιστές και σκακίστριες, μια δικηγόρος, μια ταξιδιωτική πράκτορας, ένας σκηνοθέτης, ένας αιώνιος φοιτητής, μια ζωγράφος, ένας μεταφραστής, καλή σοδειά, μια χαρά. Μακριά, πολύ μακριά, η Παράνοια και η Μοναξιά!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Παραμονή των Φώτων, 2010

Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΣ!


Radio_040110

Χρονιές και Δεκαετίες

Αλλόκοτη χρονιά, αλλόκοτη δεκαετία. Έλεγε ο T.S. Eliot, ο κόσμος έτσι πάει, όχι μ’ έναν λυγμό μα μ’ έναν βρόντο. Αλλά η τελευταία δεκαετία μ’ έναν βρόντο άρχισε, τραγικό, συνταρακτικό, και μ’ έναν λυγμό τελείωσε, έναν λυγμό αμηχανίας, απορίας. Οι Δίδυμοι Πύργοι και η 11η Σεπτεμβρίου ήταν το αφετηριακό γεγονός της δεκαετίας, κι ύστερα ο παταγώδης πόλεμος στο Ιράκ, ένας πλανήτης βυθισμένος, και πάλι, στην αβεβαιότητα, ενώ τα νοήματα και οι σημασίες μοιάζουν να καρατομούνται βάναυσα, ή έστω να εξορίζονται άρδην από την καθημερινή ζωή. Ο κόσμος να βουλιάζει ολοένα και πιο πολύ στον παραλογισμό. Η δεκαετία να τελειώνει με έναν γάμο ανάμεσα σε έναν Ιάπωνα και μια ηρωίδα των ψηφιακών παιδικών παιχνιδιών, που φαίνεται ότι σαγηνεύουν ακόμα και πρωθυπουργούς~ να τελειώνει με έναν ανεκδιήγητο Μπερλουσκόνι~ να τελειώνει με μυθιστορήματα τρόμου που τυπώνονται σε χαρτί τουαλέτας και καταναλώνονται στα WC~ να τελειώνει με τη Λογική να έχει πάει περίπατο, να έχει απαγχονιστεί, να σέρνεται ακρωτηριασμένη και ανήμπορη στα βρόμικα σοκάκια της απελπισίας.
Αλλόκοτη χρονιά, αλλόκοτη δεκαετία. Απανωτά σκοτσέζικα ντους. Σαρωτικές αντιφάσεις. Χρυσωμένα τίποτα, επάργυρα μηδενικά, παραφουσκωμένες φενάκες. Καλά το έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η Άνοδος της Ασημαντότητας». Οι αξίες να είναι υπό διωγμόν. Οι πλούσιοι να μην είναι πια παρά αγράμματοι και άξεστοι φτωχοί με πολλά λεφτά. Οι καλλιτέχνες, οι ουσιαστικοί, πάντα αντιεξουσιαστές, αναρχικοί καλλιτέχνες να σώζουν στις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας ό,τι πιο πολύτιμο έχει να προσφέρει η Τέχνη.
Κι από την άλλη, πολλά Κρυφά Σχολειά, Βιβλιοφιλικές Εταιρείες, η φωτεινή Φράξια Φραντς Φράνκα (λάτρεις του ποιοτικού και ποιητικού κινηματογράφου που συναντιούνται κάθε Δευτέρα σε ένα καλοδιαλεγμένο μέρος του Λεκανοπεδίου και βλέπουν απανωτές ταινίες), αγόρια και κορίτσια που δεν θέλουν να συναινούν στην Ανοησία της Βίας και, ακόμα χειρότερα, στη Βία της Ανοησίας, στην ακαταμάχητη όπως τη λένε Βία της Βλακείας. Ναι, από την άλλη, πολλές, υπόγειες και μυστικές, αθόρυβες και σιωπηρές, ενστάσεις και αντιστάσεις στο Ευτελές των Καιρών. Και όπως έλεγε ο Allen Ginsberg, « Η ποίηση να είναι ένα κεράκι που καίει στο δάσος». Και να φωτίζει, ας συμπληρώσω, ζεστά, θαλπερά, γλυκά, λυτρωτικά, ό,τι πιο ανθρώπινο σκιρτάει μέσα μας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/01/2010

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Ξανά το ίδιο Ποίημα



Αλφαβητάριον Αγγέλων



Άνθη Ανήμερα Άγγιξα

Βάτεψα Βασίλισσες Βέβηλες

Γύρεψα Γύρη Γυναικών

Δόλιος Δεόντως Δόθηκα

Έννοιες Ελεύθερες Ένιωσα

Ζωή Ζέουσα Ζήτησα

Ήλιους Ήμερους Ήθελα

Θύελλες Θωπεύοντας Θέρισα

Ιοφόρους Ίμερους Ίασα

Κέρδισα Κάρμα Κορμιών

Λευκές Λάτρεψα Λάμιες

Μεθυσμένος Μεθύσκων Μέθυσα

Νικηφόρες Νέκυιες Νίκησα

Ξυλεία Ξεχασμένη Ξύλευσα

Οδύνη Όζουσα Οίδα

Πάθη Πατόκορφα Περπάτησα

Ρέοντα Ρίγη Ράμφισα

Συζύγους Συζύγων Σύλησα

Τρόμους Τραγούδησα Τρέμοντας

Υπερόχως Υπήρξα Υπέρτατος

Φίλες Φιλημένες Φίλησα

Χθαμαλές Χάρισα Χαρές

Ψίχες Ψαλμώδησα Ψυχών

Ω! Ώρες Ωραίες!

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΑΡΤΟΣ ΞΗΡΟΣ


[Από την καινούργια, φρεσκότατη Bookpress]

Happiness is a Warm Gun

Δανείζομαι τον τίτλο από τους Beatles για τις σελίδες αυτές όπου κατά καιρούς θα καταπιάνομαι με το λεγόμενο αστυνομικό μυθιστόρημα – άλλοι το λένε «μυστηρίου», άλλοι απλώς αγνοούν εσκεμμένα και περιφρονητικά την ύπαρξή του. Αξίζει να μιλάμε για το εν λόγω είδος; Έχει (ακόμη) να πει πολλά και σημαντικά; Εξέπνευσε; Οι απαντήσεις, μονολεκτικά: Ναι. Ναι. Όχι.
Θα σας συστήσω, λοιπόν, μιαν ανθοδέσμη από δύο συν τρία (2+3) αστυνομικά αναγνώσματα εν όψει των εορτών και του θάλπους στις κάμαρες των αναγνωστών, και σε άλλα έντυπα ραντεβού μας, θα συνεχίσω με την παρουσίαση εκλεκτών καρπών της φαντασίας συγγραφέων όπως ο Stieg Larsson (Το Κορίτσι με το Τατουάζ και Το Κορίτσι που έπαιζε με τη Φωτιά, εκδ. Ψυχογιός), η Alexandra Marinina (Αντρικά Παιχνίδια, εκδ. Κέδρος), κ.ά.
Ο Antoine Bello (Βοστόνη, 1970) έρχεται να συστηθεί στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημα Οι Παραχαράκτες (μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Πόλις), ένα λίαν φιλόδοξο εγχείρημα, με όλες τις αρετές και (φοβάμαι: κυρίως) τα ψεγάδια που πάντοτε έχει κάθε φιλόδοξο εγχείρημα οποιουδήποτε δημιουργού δεν συμβαίνει να είναι κάτι παραπάνω από εκ γενετής ιδιοφυής, κάτι παραπάνω από φύσει υπέρμετρα αλαζών, και συνάμα κάτι παραπάνω από θέσει σεμνός και ταπεινός. Πεπεισμένος, όπως κάθε νοήμων πολίτης του σήμερα, ότι πλέον το «αληθές είναι μια στιγμή του ψεύτικου», ότι ιλιγγιωδώς οι αξίες χάνουν και τα τελευταία ρινίσματα της όποιας βαρύτητας είχαν απομείνει πάνω τους, ότι η ίντριγκα, η συνωμοσία, η αλλοίωση, η πλαστογράφηση είναι ίσως οι πλέον διαδεδομένες μέθοδοι επιβίωσης και επιβολής, στήνει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπου δαιμόνιοι παραχαράκτες δεν κάνουν άλλο από το να αλλοιώνουν τις πραγματικότητες και να ανακατασκευάζουν τα γεγονότα.
Ο Σλιβ Νταρτουνγκούβερ, η Λένα Θόρσεν, ο Άνγκουα Τζίμπο, η Μαγκαουάτι Ντονογκουράι, και άλλοι, εξίσου ή και περισσότερο δυσπρόφερτοι, τύποι είναι τα golden boys (& girls) του ΟΠΠ, ήτοι του Ομίλου Παραχάραξης της Πραγματικότητας. Έσκασα στα γέλια με την «ιστορία» της Σκίτου, μιας μικρής πόλης 12500 κατοίκων στη Νεμπράσκα, η οποία Σκίτος της Νεμπράσκα γίνεται, σύμφωνα με το «σενάριο» μιας νεοσύλλεκτης στον ΟΠΠ, πρωτεύουσα της… Θεσσαλίας! Αλλά όσο κυλάνε οι σελίδες, τόσο οι ρυθμοί επιβραδύνονται, αντί να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, τόσο η έμπνευση του Bello, καίτοι οργιώδους επινοητικότητας, μοιάζει να μπλέκεται σε γρανάζια που την καθιστούν ένα είδος κακόφωνης λατέρνας που επιζητεί την προσοχή μας πάση θυσία. Ο διδακτισμός του Bello γίνεται τόσο κραυγαλέος ώστε αρχικά νομίζεις ότι πρόκειται περί τεχνάσματος ή περί παρωδίας και εν συνεχεία θα ανατραπεί παταγωδώς, αλλά δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο και παραμένει διδακτισμός. Κρίμα! Ένα συναρπαστικό θέμα και μια πληθωρική πένα να πέφτουν θύματα της μεγαλομανίας ενός μάλλον-μη-μεγαλομανούς μυθιστοριογράφου. Γιατί αν ήταν όντως μεγαλομανής, θα είχε φροντίσει να περιορίσει μπορχεσικώ τω τρόπω την έκταση της έκστασής του, ίσως δε και την έκσταση της έκτασης του εγχειρήματός του. Ας είναι. Οι πολύ καλές στιγμές των Παραχαρακτών αποζημιώνουν τον αναγνώστη, τον παροτρύνουν να δώσει ακόμα μία ευκαιρία στον ενδιαφέροντα κύριο Antoine Bello.
Απεναντίας, ο πολύς Georges Simenon (1903-1989) ήξερε να πηγαίνει, άνευ διδακτισμών, εξάρσεων, εκτάσεων και εκστάσεων, καρφί στην καρδιά του ζητήματος, ιδίως στα άνευ Επιθεωρητού Jules Maigret μυθιστορήματά του. Οφείλουμε στην Άγρα, τον οίκο του Σταύρου Πετσόπουλου, και στην Αργυρώ Μακάρωφ το ότι μιαν εικοσαετία μετά το θάνατο του Simenon μπορούμε να απολαύσουμε έντεκα έργα του μαιτρ, όλα άψογα γυρισμένα στα ελληνικά, όλα γεμάτα ένταση/προσμονή/αγωνία (αλλά και αιχμηρή κοινωνική κριτική), όλα διαμάντια του είδους. Ο Ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ (1956), μυθιστόρημα συγγενές με τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρ και τα Τρία Δωμάτια στο Μανχάτταν ως προς την συμπονετική υγρασία του απέναντι στην χθαμαλότητα της ζωής ορισμένων στην μεγαλούπολη, αλλά και τον μάλλον αδυσώπητο φωτορεαλισμό του (και συμπαθάτε με για την επίτηδες ανακρίβεια και υπερβολή!), καθηλώνει τον αναγνώστη χωρίς περιττά φτιασίδια, με μόνη την φορά των γεγονότων, αργή αρχικά αλλά μετέπειτα καταιγιστική ως προς την υπαρξιακή της δύναμη. Ο Ζονάς Μιλκ είναι ένας βιβλιοπώλης που κάνει το μοιραίο λάθος να πει ένα αφελές, αθώο, άκακο ψέμα, ένα ψέμα απ’ αυτά που κανένας δεν προσέχει, ούτε καν τα μέμφεται. Κι όμως, το ψέμα αυτό θα γίνει ο προβολέας που θα φωτίσει φονικά την αλήθεια, τη δική του και του περιβάλλοντός του: μια φορά εμιγκρές για πάντα εμιγκρές (αυτή είναι η δική του αλήθεια), ο ξένος είναι ο ύποπτος για κάθε έγκλημα, ακόμα και για κείνο που δεν ξέρουμε αν διαπράχθηκε (η αλήθεια του περιβάλλοντός του, μιας γαλλικής μικροκοινωνίας). Η μαεστρία του Simenon είναι, και εδώ, απαράμιλλη, και κάποιος που γνωρίζει τις πολιτικές πεποιθήσεις αυτού του συγγραφέα δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου του, μειδιώντας μειλίχια, ο θαυμασμός του κομμουνιστή Marx για το διεισδυτικό έργο του βασιλόφρονος Balzac!
Και περνάμε στον Raymond Chandler για να θυμηθούμε ότι έφυγε από τούτο τον κόσμο πριν από μισόν αιώνα, καθώς και ότι κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα (το The Big Sleep) πριν από εβδομήντα χρόνια. Και το θυμόμαστε λέγοντας απλώς: παίδες, κυκλοφόρησαν προσφάτως τόσο το έκτο (1954), και κατά πολλούς πιο πλούσιο, μυθιστόρημα του μαιτρ, ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός σε νέα μετάφραση (από τον Αντώνη Καλοκύρη, που είναι ένας από τους βιρτουόζους μεταφραστές του είδους) και έκδοση (Κέδρος), όσο και το δεύτερο μυθιστόρημά του (1940), το Αντίο, γλυκιά μου (ανατύπωση από την Άγρα της πολύ γερής έκδοσης του 1985, όπου εκτός από τη μετάφραση ο «αρχηγός» Ανδρέας Αποστολίδης υπογράφει ένα από καλύτερα, και εκτενέστερα, κείμενα που έχουν γραφτεί παγκοσμίως για τον Chandler), αλλά και το τέταρτο (1943), η Κυρία της Λίμνης (επανέκδοση από την Ερατώ, με σκληρό, ωραίο, επίτηδες παλιομοδίτικο εξώφυλλο, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Αργυρού). Και στα τρία αυτά μυθιστορήματα δεσπόζει, βέβαια, η μορφή του Φίλιπ Μάρλοου, αυτού του μελαγχολικού/μοναχικού ιππότη σε μιαν εποχή κυνισμού, αυτού του θαυμάσιου τύπου που δηλώνει ότι του αρέσουν οι γυναίκες, το αλκοόλ, το σκάκι, και μερικά άλλα πράγματα, αυτής της περσόνας που επέτρεπε στον δημιουργό του να γράφει – ακούστε πώς, ακούστε: «Διπλή παύση. Πήγα πάνω και ξανακατέβηκα. Δε μου άρεσε πάνω. Το υψόμετρο αναστατώνει τους χτύπους της καρδιάς μου. Αλλά εξακολουθώ να χτυπάω τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Τι μάγος που είναι το υποσυνείδητο! Μακάρι να δούλευε τακτικά. Πάνω επίσης είχε φεγγαρόφωτο. Ίσως είναι το ίδιο φεγγάρι. Δεν υπάρχει ποικιλία ως προς το φεγγάρι. Έρχεται και φεύγει σαν το γαλατά και το γάλα του φεγγαριού είναι πάντα ίδιο» (Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός, σ.304).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/ΧΙ/09

Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

Περί Αγάπης


Στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης

[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM & www.kanaliena.gr, στις 12 παρά κάτι, όπως κάθε μέρα. Την Παρασκευή, στις 11 παρά κάτι]

Βαδίζαμε κοπιαστικά μες στη σκοτεινιά, πάνω από μεγάλα λιθάρια και μέσα από μεγάλους νερόλακκους, στον ένα και μοναδικό δρόμο που οδηγούσε πέρα από το στρατόπεδο. Οι φρουροί που μας συνόδευαν δεν έπαυαν να μας φωνάζουν και να μας καθοδηγούν κοπανώντας μας με τα κοντάκια των τουφεκιών τους. Όποιος είχε πολύ πρησμένα πόδια στηριζόταν στο μπράτσο του διπλανού του. Σχεδόν λέξη δεν λέγαμε~ ο παγερός αγέρας δεν ενθάρρυνε την ομιλία. Κρύβοντας το στόμα του πίσω από τον ανασηκωμένο του γιακά, ο άντρας που βάδιζε δίπλα μου ψιθύρισε άξαφνα: «Πού να μας έβλεπαν οι γυναίκες μας! Ελπίζω να είναι καλύτερα στα στρατόπεδα που τις έχουν και να μην ξέρουν τι συμβαίνει σ’ εμάς».
Αυτά τα λόγια μου έφεραν στο μυαλό σκέψεις για τη σύζυγό μου. Κι όπως συνεχίζαμε να πεζοπορούμε για μίλια, γλιστρώντας στα παγωμένα σημεία, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο ξανά και ξανά, να σέρνουμε ο ένας τον άλλον προς τα πάνω και προς τα εμπρός, τίποτε άλλο δεν είπαμε, αλλά ξέραμε και οι δύο: ο καθένας μας σκεφτόταν τη γυναίκα του. Πού και πού κοιτούσα τον ουρανό , όπου τα αστέρια άρχισαν να σβήνουν και το ρόδινο φως του πρωινού πήρε ν’ απλώνεται πίσω από ένα πρανές όλο σύννεφα. Αλλά το μυαλό μου γαντζώθηκε στην εικόνα της γυναίκας μου, τη φανταζόταν με αλλόκοσμη οξύτητα. Την άκουσα να μου απαντάει, είδα το χαμόγελό της, την έντιμη και ενθαρρυντική ματιά της. Αληθινή ή όχι, η ματιά της ήταν τώρα πιο φωτερή από τον ήλιο που άρχιζε να ανατέλλει.
Μια σκέψη με καθήλωσε: για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα την αλήθεια όπως την τραγουδάνε τόσοι και τόσοι ποιητές, όπως τη διακηρύσσουν ως ύψιστη σοφία τόσοι και τόσοι στοχαστές. Την αλήθεια – ότι δηλαδή η αγάπη είναι ο υπέρτατος και υψηλότερος σκοπός στον οποίο μπορεί ο άνθρωπος να αποβλέπει. Τότε άδραξα το νόημα του μέγιστου μυστικού που έχουν να μεταδώσουν η ανθρώπινη ποίηση και η ανθρώπινη σκέψη και πίστη: Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μέσα από την αγάπη και μέσα στην αγάπη. Κατάλαβα πώς ένας άνθρωπος που τίποτα δεν του έχει απομείνει στον κόσμο μπορεί, και πάλι, να αισθανθεί ευδαιμονία, έστω κι αν είναι μονάχα για μια σύντομη στιγμή, καθώς συλλογίζεται τους αγαπημένους του. Σε μια θέση απόλυτης ερήμωσης, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφραστεί με θετική δράση, όταν το μοναδικό του επίτευγμα ενδέχεται να συνίσταται στο να υπομένει τα βάσανά του με τον σωστό τρόπο –έναν αξιότιμο τρόπο– σε μια τέτοια θέση μπορεί κανείς, μέσα από τον έμπλεο αγάπης συλλογισμό των αγαπημένων του, να πετύχει την πλήρωση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν ικανός να καταλάβω τις λέξεις, «Οι άγγελοι είναι χαμένοι μες στην αέναη ενατένιση μιας απέραντης δόξας».

Victor Frankl [από το βιβλίο του «Η Αναζήτηση του Νοήματος», προσεχώς από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη]

Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

Περί Ανωνυμίας


Σας παρακαλώ πολύ, όσοι επιθυμείτε να παραμένουν στα σχόλιά σας εδώ να τα στέλνετε επωνύμως. Τα ανώνυμα, και ιδίως τα υβριστικά (προς άλλους υβριστικά, μάλιστα) τα σβήνω αμέσως μόλις τα δω.

Ο διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος όταν ξέρεις με ποιον μιλάς! Πού να ξέρω αν ο εκάστοτε ανώνυμος δεν είναι υπέροχος φίλος ή δόλιος (με αμφότερες τις έννοιες) εχθρός;

Τέλος, δεν είναι και πολύ σόι το να καθυβρίζεις μια γυναίκα, όποια κι αν είναι, όποιες απόψεις κι αν έχει, ό,τι κι αν κομίζει. Ολίγη ευγένεια δεν βλάπτει!

ΖΕΝΕΡΙΚ



Ζενερίκ

Συλληβδηνογραφία

Στις 9 Δεκεμβρίου: τα γενέθλια του μεγίστου John Cassavetes, γεννημένου στα 1929, που στα 1989 πήρε παραμάσχαλα τις μπομπίνες του και πήγε στους ουράνιους σινεμάδες να προβάλλει εκεί το Shadows (άλλη επέτειος: μισός αιώνας φέτος από τούτη την τόσο αυτοσχεδιαστική ταινία)~ ο Cassavetes ήταν, θαρρώ (και επιμένω) ο πιο συγγραφέας εκ των σκηνοθετών του σελιλόιντ, σα να λέμε η δύναμή του ήταν ότι οι εικόνες του έμοιαζαν να λειτουργούν σαν λέξεις, καλοδιαλεγμένες, αιχμηρές, τρυφερές, βυθοσκοπικές. Ιδού μερικά βιβλία για τον Cassavetes: George Kouvaros, Where Does It Happen? John Cassavetes and Cinema at the Breaking Point (University of Minnesota Pres, Minneapolis/London, 2004)~ Ray Carney, Cassavetes on Cassavetes (Faber & Faber, London, 2001)~ Ray Carney, The Films of john Cassavetes: Pragmatism, Modernism, and the Movies (Cambridge University Press, 1994), και Marshall Fine, Accidental Genius: How John Cassavetes invented the American Independent Film (Miramax Books, Hyperion, New York, 2005).
Φυσικά, η συνήθως ύποπτη επί των σχέσεων Λογοτεχνίας/Πόλεων/Κινηματογράφου, η Σώτη Τριανταφύλλου συνέγραψε πόνημα για τον έξοχο δημιουργό ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το οποίο εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος του χαλκέντερου Γιάννη Σολδάτου, ο Αιγόκερως. Apropos, είναι καταδικαστέες (και όχι μονάχα ως γελοιότητες!) επιθέσεις σαν αυτές που δέχτηκε η Σώτη, και το Βιβλιοκαφέ Floral από ημιονηγούς της ηλιθιότητας – και δεν εννοώ μόνον τους «φυσικούς αυτουργούς» αλλά και ορισμένους ανθυπολογοτέχνες που έσπευσαν να βαφτίσουν για μιαν ακόμα φορά την κακεντρέχεια και τη ζηλοφθονία τους σε ξινισμένο κρασί. Παρεμπιπτόντως, να ευχηθούμε «καλοτάξιδο!» το ολοκαίνουργο βιβλίο της Ο χρόνος πάλι (εκδ. Πατάκης). Γράφει η Σώτη: «Πρέπει να διαλέξεις έναν τρόπο για να ζεις. Πώς θα διαλέξεις αυτόν τον τρόπο; Η φιλοσοφία είναι η αυλή των θαυμάτων. Δίπλα στο κρεβάτι μου, στο τραπεζάκι, ο ‘Χέγκελ’ του Κώστα Παπαϊωάννου: πώς η ερμηνεία και η εφαρμογή της φιλοσοφίας εξαρτώνται από τα μάτια του αναγνώστη».
Πέντε παρά δύο ξημερώματα: και έπρεπε να κοιμηθώ νωρίς για να ξυπνήσω νωρίς. Και πήρα στα χέρια μου το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη και της πολύ καλής παρέας του (Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, Αλέκος Παπαδάτος, Annie Di Donna), εκδ. Ίκαρος. Παθιασμένες προσωπικότητες, εξαντλητικά εγχειρήματα, η διελκυστίνδα στοχασμού/ζωής, η διαλεκτική πνεύματος/σώματος, και ένα είδος ιστορίας του 20ού αιώνα, μέσα από τα μαθηματικά και τις αναζητήσεις κορυφαίων επιστημόνων. Θαυμάσιο το κείμενο, θαυμάσια η εικονογράφηση, θαυμάσια η έκδοση.
Προβλέπεται (όπως λέγαμε στα ελληνικά στρατά) καταβύθιση στις 600 σελίδες του Καπότε: Μια ζωή εν θερμώ που υπογράφει ο Τζέραλντ Κλαρκ (μτφρ. Βασίλης Μανουσάκης, εκδ. Μεταίχμιο). «Ο Τρούμαν ένιωθε σαν ήρωας πολέμου, που γύρισε κουτσαίνοντας στην πατρίδα και περίμενε να του κάνουν παρέλαση, για να ανακαλύψει μόνο πως οι άλλοι, που δεν είχαν καν δει τον εχθρό από κοντά, είχαν πάρει όλα τα παράσημα», γράφει ο Κλαρκ, αναφερόμενος στο ότι σεβασμός και έπαινος από τους «σωστούς ανθρώπους» (για τον Καπότε, το αληθινό όνομα του οποίου ήταν Truman Streckfus Persons) δεν ήρθαν. Παίρνοντας στα χέρια μου το έργο του Κλαρκ, έσπευσα να κατεβάσω από τα ράφια, για γόνιμη επανάληψη, την Αλληλογραφία του Καπότε (επιμέλεια Τζέραλντ Κλαρκ, μτφρ. Μυρίσνη Γκανά, εκδ. Μεταίχμιο), το Όταν οι προσευχές εισακούονται (μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτης), το Άλλες Φωνές, Άλλοι Τόποι (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Μεταίχμιο), και φυσικά το Εν Ψυχρώ (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτης).
Και μετά; Φτιάχνεις μουσική, ένα cd, μεθάς, ανακατεύεις τα βιβλία στα ράφια, αναστατώνεις εντός σου τις φράσεις που σε στοιχειώνουν, πιάνεις εκείνη την παλιά πένα, γράφεις: Χρόνια, δεκαετίες, να συνοψίζουμε τα εκατομμύρια δευτερόλεπτά μας σε δέκα, δεκαπέντε φράσεις, σε δέκα, δεκαπέντε βιβλία, σε δέκα, δεκαπέντε άσματα. Σπαράγματα και θραύσματα η ζωή μας μες στην πόλη, στις Λεωφόρους του Τίποτα, στα Σοκάκια του Πουθενά, στις Αλέες της Ερήμωσης. Ξανά τα μνήματα των όσων ζήσαμε και ζούμε να γίνονται νότες και πλεγμένες λέξεις, να βραχνιάζουμε καθώς προσευχόμαστε στο Κενό των Ημερών, πάνω από την Σκακιέρα της Ανυπαρξίας. Υγρά Όνειρα ουρλιάζουν δαγκάνοντας το Ρημάδι της Αμεριμνησίας που τόσο λατρέψαμε. Είμαστε Υπέροχοι μες στην Αθωότητά μας. Είμαστε Αθώοι μες στην Υπεροχή μας. Η dirty old town είναι για μας η ακατάσχετη Αθήνα. Δεν Θα Πεθάνουμε Ποτέ Πριν Ζήσουμε Για Πάντα. No Time To Check The Facts. Ο Σπύρος αφιερώνει στη Χριστίνα. Ο Ίκαρος αφιερώνει στην Ελεάννα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 16/ΧΙ/09

[Στο ΔΙΑΒΑΖΩ που κυκλοφορεί].

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Μες στη Τσέπη το Βιβλίο


[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις 12 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα]

Radio_251109

Μες στην Τσέπη το Βιβλίο

Λέγαμε κι από παλιά ότι μια πόλη που δεν έχει σιδηροδρομικό σταθμό και όπερα δεν είναι πόλη. Είχα ακούσει τον Noam Chomsky, κι ας θυμηθούμε ότι γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1928, να μιλάει για πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν έχουν ούτε ένα βιβλιοπωλείο, ούτε έναν κινηματογράφο, ούτε ένα θέατρο~ πόλεις με πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο ψυχές!
Χθες, συναχθήκαμε μες στο θάλπος του Βιβλιοπωλείου Θυμέλη, στον Πειραιά, στην Ανδρούτσου, ανάμεσα στη Λεωφόρο του Λαμπράκη και σ’ εκείνη των Ηρώων Πολυτεχνείου. Μίλησε ο Μισέλ Φάις και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Διάβασε διαλεγμένα και διαλεχτά κομμάτια από το έργο του Φάις η Αλεξία Καλτσίκη, υποβλητική ηθοποιός, εσκεμμένα τόνων χαμηλών ώστε το ξέσπασμα όταν έρχεται να συγκλονίζει (μου θύμισε το υπόγειο/συγκρατημένο/συγκροτημένο παίξιμο του Bruno Ganz). Κόσμος πολύς και εκλεκτός. Η φιλοξενία υποδειγματική. Τα όσα ειπώθηκαν, ανάμεσα στον Χατζηβασιλείου και τον Φάις, σε έναν ανοιχτό διάλογο, μέσα από τον οποίο ανασυναρμολογήθηκε και μας παρουσιάστηκε μεστά σύνολο το έργο του Φάις, ήσαν σημαντικά, όχι μονάχα για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ της Λογοτεχνίας, αλλά και για όλους όσοι «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», ανησυχούν για όσα διαδραματίζονται γύρω μας και εντός μας, για την ολοένα και πιο οδυνηρή απώλεια κάθε ταυτότητας, είτε κοινωνικής είτε προσωπικής, και την πότε μεθοδική/συστηματική και πότε σπασμωδική/άτσαλη, πάντως πάντα εναγώνια προσπάθειά μας να περάσουμε ξανά από το φαίνεσθαι στο είναι, από το χάος της μοναχικότητας στο θάλπος του ανήκειν και του συνανήκειν.
Οι φιλόξενοι, πατήρ και υιός της Θυμέλης, έβαλαν ένα στοίχημα, λογοπαίζοντας εύστοχα: ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον Πειραιά, το φάντασμα της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας. Ή, όπως το λέμε συχνά-πυκνά εδώ στο Κανάλι, να γίνει και πάλι ο Πειραιάς πόλος έλξης θελκτικής, να έρχονται από τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι, από το Μαρούσι και το Χαλάνδρι, από παντού, φιλότεχνοι και φιλόμουσοι, για να συμμετάσχουν στην συνενοχή ανθρώπων όπως αυτοί της Θυμέλης, της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας, ή της Αίθουσας Τέχνης Γαία, ή αυτοί που θα κάνουν το Δημοτικό Θέατρο να λάμψει εκ νέου.
Χθες, Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, στο θάλπος της Θυμέλης, ακούγοντας τον Φάις και τον Χατζηβασιλείου, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό βλέποντας την Αλεξία να ερμηνεύει τη Ρούσκα, παίρνοντας μια συγκλονισμένη (και επίτηδες δεν λέγω «συγκλονιστική») πρώτη ιδέα από τα «Πορφυρά Γέλια», το νέο μυθιστόρημα του Φάις που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, μια πρώτη ιδέα που εμέ μου φάνηκε σαν κεραυνός σε slow motion, ακούγοντας επίσης τον Γιάννη Καραλόγο, βλέποντας τα βλέμματα όσων ήσαν εκεί, αισθάνθηκα και πάλι και ξανά ότι τίποτα δεν παίχτηκε μια για πάντα, ότι οι πόλεις, ο Πειραιάς, ξέρουν να βρίσκουν τις ανάσες τους, να βγαίνουν απ’ το τέλμα, να λάμπουν στον αφρό των ημερών και μέσα απ’ τις ομίχλες των καιρών.
Ας ξανακάνουμε το βιβλίο οξυγόνο αντιδιαστολής, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος για την ποίηση. Ας γυρίσουμε χαμογελώντας στις κόγχες της εφηβείας μας, τότε που γυρνούσαμε στα τσιπουράδικα και στα ουζεριά πάντα μ’ ένα βιβλίο στου αμπέχονου ή στης πατατούκας ή στης καμπαρντίνας την τσέπη. Πολλά μεγάλα κόλπα άρχισαν απ’ τα κάτω, λέγαμε παλιά, και δεν είχαμε άδικο. Βιβλίο στην τσέπη, δυο-τρεις ώρες Bach και Μπάτης, Vivaldi και Βαμβακάρης, Paganini και Πάνου, μια βόλτα συχνά-πυκνά απ’ τη Θυμέλη, ένα πέρασμα από τη Γαία, και η πόλη αρχίζει να ομορφαίνει πάλι, γιατί ομορφαίνουμε εμείς!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟ


[Σήμερα, όπως και κάθε μέρα πλέον, στις 12 παρά δέκα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης στο Πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημά του!]



Οι Σημαίες της Ανατολικής Γερμανίας και ο Χρήστος Βακαλόπουλος

Από το πασίγνωστο (και εφιαλτικό) «και οι τοίχοι έχουν αυτιά» έως το «και τα αυτιά σας έχουν τοίχους», εξίσου εφιαλτικό, δεν υπάρχει παρά η απόσταση, αμελητέα ενίοτε, ανάμεσα στο τραγικό και στο ιλαρό. Μακριά τόσο από το τραγικό όσο και από το ιλαρό είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αυτά τα ψαχτήρια μέσα στο αχανές της σύγχρονης ζωής με τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της. Και δεν είναι διόλου κακό, άσκοπο ή κουραστικό να θυμίζουμε, ξανά και ξανά, ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι εκτός από θαυμαστοί είναι και πολύτιμοι, και εκτός από πολύτιμοι είναι και γοητευτικοί.
Προχθές, στην κλασική και καθιερωμένη Πορεία του Πολυτεχνείου οι κύριοι (και λέω «κύριοι» εσκεμμένα, καθότι δικοί μου σύντροφοι δεν είναι, ούτε καν συμπότες), του ΚΚΕ κρατούσαν και έσειαν υπερηφάνως σημαίες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της λεγόμενης Ανατολικής Γερμανίας. Στάχια, διαβήτης, σφυρί. Μάλιστα. Αλλά σήμερα; Είκοσι χρόνια μετά; Αυτοκριτική καμιά; Καμιά! Γνωστό από παλιά! Καμιά! Καμιά! Αυτοκριτική καμιά!
Δεν θα χρησιμοποιήσω τα λόγια κάποιου μεγάλου φιλοσόφου, κάποιου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής ή του ανθρώπινου νου, μήτε κάποιου μεγίστου κοινωνικού αναλυτή. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του (επίτηδες) ανώνυμου «ιδιωτικού ματιού», του Κοντινένταλ Οπ, αλιευμένα από το σπουδαίο μυθιστόρημα του Dashiell Hammett (1894-1961) «Η Κατάρα των Ντέην» (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα). Και προτού τα χρησιμοποιήσω, ας θυμίσω ότι ο Hammett, ο άνθρωπος που έγραψε το «Γεράκι της Μάλτας» και τον «Κόκκινο Θερισμό», ταλαιπωρήθηκε βάναυσα από τον μακαρθισμό ως κομμουνιστής. Τα λόγια, του Hammett/Κοντινένταλ Οπ, λοιπόν: «Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά, κι ας προσποιούνται όλοι ότι μπορούν. Η σκέψη είναι μια λειτουργία περίπλοκη. […] Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι επιμένουν τόσο πολύ στις πεποιθήσεις και τις απόψεις τους. Γιατί, σε σύγκριση με τον συμπτωματικό τρόπο που σχηματίζονται, ακόμα και οι απλοϊκότερες από αυτές παρουσιάζονται εξαιρετικά σαφείς, λογικές και αυταπόδεικτες. Κι αν απομακρυνθούν από αυτές, πρέπει να ξαναβουτήξουν στη θολούρα της ομίχλης για να ξετρυπώσουν κάποια άλλη, για να πάρει τη θέση της προηγούμενης».
Οι κύριοι του ΚΚΕ επιμένουν να αποδεικνύουν περίτρανα, και μάλιστα όχι μονάχα να το αποδεικνύουν αλλά και να το επιδεικνύουν, ότι δεν τους χρειάζεται η σκέψη, τους αρκεί να δεθεί το ατσάλι των πεποιθήσεων, κι ας έχουν γεράσει αγρίως οι εν λόγω πεποιθήσεις, κι ας είναι το ατσάλι τους πιο μαλακό κι από πλαστελίνη. Τίποτα δεν άλλαξε, επ’ ώμου της Λαϊκής Δημοκρατίας η σημαία, κι όλα καλά κι όλα δίχως σκέψη κι όλα ωραία!
Στους αντίποδες, ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993): μια μηχανή αναζήτησης, ένα εξαίσιο ψαχτήρι στις κόγχες των πόλεων, μόνιμος κάτοικος της Movieland και Radioville, ήξερε να σκέφτεται και να διαισθάνεται, να κάνει σλάλομ στα στερεότυπα, να διακρίνει στην Αριστερά ό,τι την έκανε Άξιο Στέκι όλων ημών των «ανήσυχων νιάτων», να μην αράζει σε κανέναν κομφορμισμό δεξιό ή αριστερό, να μην κουβαλάει καμία σημαία επ’ ώμου, να μην σείει καμία ατσαλωμένη βεβαιότητα. Αρθογράφος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός, και πάνω απ’ όλα μια ζωντανή παρουσία στην Αγορά, στην Καλλιδρομίου, στις παρέες. Οι φίλοι του θα συναχθούμε σήμερα, Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου του 2009, στη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού, στο Feriale, το βραδάκι, δίχως πάνελ, δίχως εξέδρες, και θα διαβάσουμε, ο ένας στον άλλο, κι όλοι σε όλους, αγαπημένα αποσπάσματα από τα βιβλία του Χρήστου, και θα ακούσουμε τις μουσικές που αγαπήσαμε μαζί του. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/XI/09

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Κέρουακ


Bookpress1 [στο τεύχος που κυλοφορεί]:

Γιατί [να] Διαβάζουμε [ακόμη] Jack Kerouac;


Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του, κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πανωαπόλα ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ανήμερα του Τζακ, 21/10/2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η Στήλη του Ιωάννη Παπασπύρου


Ζούμε ανάμεσά τους
Μια σύντομη ανάγνωση της Λευκής Κορδέλας του Μίκαελ Χάνεκε

Στην εισαγωγή της ταινίας ο αφηγητής εξηγεί ότι η ιστορία που θα δούμε πιθανόν και να αποδειχθεί ελαφρώς ελλιπής, πέρασαν άλλωστε τόσα χρόνια, ορισμένα περιστατικά του τόπου και του χρόνου εκείνου, ωστόσο, καλό θα ήταν να ειπωθούν.
Σε μια πανέμορφη ασπρόμαυρη ύπαιθρο, σ’ ένα μικροσκοπικό και απομονωμένο χωριό, το έναυσμα για την κούρσα της μοχθηρίας το δίνουν δύο περιστατικά: η καταστροφή μέρους της σοδειάς του Βαρώνου και η κακοποίηση του παιδιού τους από αγνώστους. Άπαντες λοιπόν μαζεύονται πάραυτα στην εκκλησία και παρουσία του ίδιου του Βαρώνου και, βεβαίως, του Πάστορα, οι κατηγορίες εκσφενδονίζονται προς μία και μοναδική κατεύθυνση της ιεραρχίας, προς τα κάτω φυσικά. Σ’ ένα ασφυκτικό σύμπαν εξάρτησης, αναγκαιότητας, υποτέλειας και ενδοοικογενειακών ραβδισμών προς παραδειγματισμό η ιστορία παύει έκτοτε, εξ αρχής δηλαδή, να είναι μυστηριώδης. Εδώ τα νοσήματα μεταδίδονται με τη βραδύτητα της εναλλαγής γενεών, χέρι με χέρι, απιστία προς απιστία, προδοσία προς προδοσία.
Η λύτρωση δεν είναι το ζητούμενο, γι’ αυτό μας διαβεβαιώνουν οι ενήλικες ήρωες κλαδεύοντας την παιδικότητα, τις ορμές και την περιέργεια των τέκνων τους, ήτοι κλαδεύοντας το μέλλον. Εδώ το αίσθημα της (συν)ενοχής φτάνει και περισσεύει για όλους, τόσο που οι ένοχοι δεν είναι καν ανάγκη να βρεθούν, κι έτσι στην πράξη ουδείς ενδιαφέρεται να τους εντοπίσει. Δεν είναι η αγωνία, μα η καχυποψία που κινεί τη δράση, κι ό,τι έχει μείνει όρθιο στο χωριό απ’ τους φαρμακόγλωσσους και ηλίθιους κατοίκους του, αποτυπώνεται πια στην ταινία με κάθετες ματιές πάνω στις υπόλοιπες καθημερινές τους δραστηριότητες, φερ’ ειπείν στον έρωτα του φιλότιμου και ελαφρώς μπούλη νεαρού καθηγητή για την δεκαεπτάχρονη Εύα.
Η περίοδος του θερισμού περνάει στο χειμώνα, και όπως μας προειδοποιεί ο αφηγητής (ο δασκαλάκος μετά από χρόνια), ο χειμώνας θα περάσει στον Πόλεμο. Προς το παρόν, όμως, ας δούμε τα χαρακώματα μέσα στα σπίτια τους. Ο οπτική του δημιουργού λειτουργεί σαν αναρριχητικό φυτό, δεν καταγράφει τους κλυδωνισμούς των περιστατικών, τα περιστατικά είναι ο πυροβολισμός του αφέτη, η κούρσα είναι ήδη γνωστή: η υστερία ενός Πολέμου. Από τη θέση σκηνοθέτη και σεναριογράφου ο Χάνεκε αντ’ αυτού ηθογραφεί καθ’ εαυτή την τρικυμιώδη και χρόνια νόσο που θα σακατέψει το μέλλον της Ευρώπης. Αντικείμενά του είναι η δηλητηριώδης ανωνυμία που ψεκάζει κι ύστερα εξαφανίζεται, η κακοποίηση των παιδιών, η κλειστοφοβία μιας μακρόσυρτης βλακείας και οι απομονωμένες υπάρξεις του Βαρώνου, της Γυναίκας του, του Πάστορα, του Αγρότη, του Γιατρού, της Μαίας και άλλων, συγκεκριμένων, στα πρώτα βήματα ενός αιώνα.
Όλοι τους οκνηροί, ψεύτες και αγενείς θέλουν να μάθουν, να ψαχουλέψουν ο ένας τον άλλο, όμως όλοι τους φοβούνται την οικειότητα. Φορεμένη στο μπράτσο και σε σωστή απόσταση από την ανθρωπιά, η λευκή κορδέλα είναι κυρίως ένα σύμβολο εξευτελισμού και μίσους, μια τακτική τιμωρίας: τη φοράνε τα παιδιά του Πάστορα για να τους θυμίζει την πρότερη αγνότητά τους (βλ. τις αμαρτίες τους). Μια κορδέλα μάλλον κατάμαυρη. Ο Πόλεμος έρχεται, και οι αιτίες εντοπίζονται εκεί όπου γεννήθηκαν οι αναπηρίες αυτών ακριβώς των παιδιών. Ενός κακού, μύρια έπονται.


Ίων Παπασπύρου
14 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Πέμπτη Πάμε Πατάρι


Πέμπτη Πάμε Πατάρι

Κάθε Πέμπτη, στο Πατάρι του Feriale, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Οι Φίλοι του στήνουν ένα μοναδικό συμβάν! Σόλωνος και Ασκληπιού, μετά τις 7 το απόγευμα!

Πέμπτη, 12/11/2009: Beat και Jazz, Kerouac και Coltrane! Παρέα με τους Συντελεστές της Μηνιαίας Εφημερίδας Bookpress, το νέο τεύχος της οποίας έχει αφιέρωμα στον Kerouac!

Πέμπτη, 19/11/2009: Play it again, Χρήστο! Οι φίλοι του Χρήστου Βακαλόπουλου σε μια βραδινή σύναξη, διαβάζουν αποσπάσματα από τα βιβλία του και ακούνε αγαπημένες μουσικές. Δίχως πάνελ. Με αγάπες και λουλούδια.

Πέμπτη, 26/11/2009: Το Διπλόν μετά του Ωφελίμου! Η Radio Propaganda, και ο συγγραφέας Θάνος Σταθόπουλος, σας καλούν σε μια Νύχτα Γιώργου Ιωάννου. Άνευ πάνελ, πάλι, όσοι αγαπούν το έργο του μεγάλου λογοτέχνη θα ακούσουν τον κύκλο τραγουδιών «Κέντρο Διερχομένων» (μουσική Νίκος Μαμαγκάκης, ποίηση Γιώργος Ιωάννου). Το Πατάρι θα κοσμούν οι Γιγαντιαίες Μινιατούρες της Ελεάννας Μαρτίνου.

[Στη φωτό έργο της Ελεάννας Μαρτίνου]

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

ΔΡΑΣΗ ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ




Δράση μετά Μουσικής


Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


[στη φωτό ο μέγας Maurice Attia, παίδες!]

Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30/10/09]

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ



Τεστ Κοπώσεως

Είναι γνωστό τοις πάσι, καίτοι στην αλλόκοτη εποχή μας, πρέπει να ξαναπιάνουμε τα αυτονόητα, ότι η Φιλία είναι ένα δώρο που δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά που μπορείς, αν το κρίνεις πρέπον, να σταματήσεις να το παρέχεις σε κάποιον που δεν είναι πια αντάξιός σου. Ή που, απλώς, έχει πάψει να σε εμπνέει να του το δίνεις. Το ίδιο, ασφαλώς, ισχύει και για τον Έρωτα, καθώς και για πολλές ανθρώπινες σχέσεις.

Συμβαίνει, κάποιοι από εμάς, να έχουμε την τάση, αφειδώς και με το χαμόγελο στα χείλη, να παρέχουμε ό,τι έχουμε και ενίοτε ό,τι δεν έχουμε σε ανθρώπους που μας εμπνέουν, για ποικίλους λόγους, και μας επιτρέπουν να εκδηλώσουμε τη δοτικότητά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άγραφοι κανόνες, ακόμα και άρρητοι κανόνες, πράγματα που ούτε σε συμβόλαιο μπαίνουν για να υπογραφούν, αλλά ούτε καν ειπώνονται, μιας και θεωρούνται, τουλάχιστον θεωρούνταν σε άλλους, πιο σαφείς καιρούς, αυτονόητα. Άρα γιατί να κουράζεσαι να τα λες. Και, κυρίως, γιατί να προσβάλλεις τον άλλον θίγοντάς τα.

Είναι αυτονόητο, φέρ’ ειπείν, ότι Φίλος δεν κλέβει Φίλο, όπως επίσης ότι δεν τον συκοφαντεί, δεν του μουντζαλώνει τα βιβλία, δεν του χαράσσει τα βινύλια, δεν γλυκοκοιτάζει το κορίτσι του, δεν είναι και πολύ αυστηρός απέναντι στα κουσούρια του (άλλωστε όλοι έχουμε κουσούρια), και πολλά άλλα. Επίσης, ο Φίλος θέλει να είναι περήφανος για τον Φίλο του, εξ ου και συχνά κάνουμε στενή παρέα με ανθρώπους που μας μοιάζουν, και με τους οποίους όσο κι αν διαφωνούμε σε πάμπολλα πράγματα, συμφωνούμε στα βασικά. Εννοείται ότι επιθυμούμε να περνάμε ώρες πολλές, και όσο πιο συχνά, με τους φίλους μας, να μοιραζόμαστε το ψωμί και το κρασί μας, και, αν τυχαίνει να ανήκουμε στην τάξη των δημιουργών, να κάνουμε παρέα σχέδια, έστω και ανεκπλήρωτα, για βιβλία, ταινίες, μουσικά έργα, ή, πάλι, συμβαίνει τα ονειροπολούμε και να ταξιδεύουμε στον χώρο αλλά και στον χρόνο αποκομίζοντας πλούσιες εμπειρίες.

Ενίοτε συμβαίνει κάποιος καλός φίλος να μας απογοητεύσει. Συμβαίνει να μην ακούει το καμπανάκι, τη σφυρίχτρα του φάουλ, να έχει αχρωματοψία όταν σηκώνεται η κίτρινη κάρτα. Συμβαίνει να παραβιάζει ξανά και ξανά κάποιες έστω άρρητες συμφωνίες, να μην αντιλαμβάνεται ότι τον επιπλήξαμε με απέραντη μειλιχιότητα και με περισσό χιούμορ, και επιχειρήσαμε να του δώσουμε να καταλάβει ότι ορισμένα πράγματα και ορισμένες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές σε μια συγκεκριμένη παρέα. Όταν υποτροπιάζει, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να τον απαλλάξουμε από τη Φιλία μας, εφόσον μοιάζει να του είναι βάρος – και ως γνωστόν η Φιλία είναι η σχέση εκείνη που εκκινεί και εξελίσσεται πιο ελεύθερα από οποιαδήποτε άλλη. Όταν, μάλιστα, ο υποτροπιασμός αγγίξει όρια εκνευριστικής αγένειας, κακεντρέχειας, ζηλοφθονίας, τότε καλούμαστε να ειδοποιήσουμε, με ευγενικό πάντα τρόπο, τους κοινούς μας φίλους ότι απαλλάξαμε τον υποτροπιάζοντα φίλο από τη φιλία μας. Ενίοτε δε, έχουμε το δικαίωμα, θες η κόπωση θες ο χρόνος ο λιγοστός της τόσο εφήμερης υπάρξεώς μας, να εφαρμόζουμε το ανοξείδωτο «πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι», και, χωρίς πολλά λόγια, να ξεκόβουμε και από πέντε έξι άλλους παλιούς, αλλά όχι και τόσο καλούς, φίλους.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/11/09

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ


[Το διάβασα σήμερα, 03/11/09, στο Κανάλι 1,90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 2 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα].


Αριστερές Αγκυλώσεις

Γίναμε, κάποτε, αριστεροί, ορισμένοι έμειναν κιόλας, όταν γνωρίσαμε ευγενείς ιδέες μέσω ευγενών ανθρώπων. Ιδέες που οδηγούσαν στη υπέρβαση ενός στενού, στενεμένου εγώ, απλώνονταν στον Άλλον, είχαν να κάνουν με την αλληλεγγύη, με το μοίρασμα του ψωμιού και του κρασιού, με την αλληλοπεριχώρηση: ανοίγω την πανοπλία μου, έρχομαι σ’ εσένα, έρχεσαι σ’ εμένα, σε δεξιώνομαι. Οι άνθρωποι που μας οικείωσαν με τέτοιες ιδέες ήσαν συνήθως φτωχοί, ζούσαν λιτά, αλλά ήξεραν πολύ καλά να είναι πάμπλουτοι στο χρόνο, να διαθέτουν απλόχερα τα δευτερόλεπτά τους, να χαρίζουν βιβλία, να προσφέρουν ανιδιοτελώς γνώσεις. Έτσι ενεπλάκημεν, θα έλεγα, με την Αριστερά και τους λαβυρίνθους της, έτσι οδηγηθήκαμε σε μελέτη δεκάδων χιλιάδων σελίδων, στη θέαση εκατοντάδων ταινιών, σε συζητήσεις πολύωρες και πολύπτυχες. Έτσι μάθαμε να αφήνουμε την πόρτα μας ανοιχτή στον Άλλο, να παρέχουμε ό,τι έχουμε, ενίοτε μάλιστα και ό,τι δεν έχουμε, να κάνουμε όνειρα για μέλλον και σχέδια για το παρελθόν. Να είμαστε ένα είδος Ρεαλιστών του Ρομαντισμού ή/και Ρομαντικών του Ρεαλισμού.

Χρόνια πριν, αφού είδαμε μια περιλάλητη ταινία, ξέσπασε συζήτηση για το εάν και κατά πόσον επρόκειτο για έργο αριστερό, εάν έδειχνε τα περί ταξικής πάλης με τον δέοντα τρόπο ή εάν ήταν έργο απολίτικο (όπως έλεγαν τότε). Ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό μου, τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου, φυσώντας τον καπνό όχι δίχως κάποια βαριεστημένη αυθάδεια, αποφάνθηκα ότι το ταξικό κόλπο, η οικονομική πίεση, όλο το zeitgeist, είναι αγρίως και μεγαλοφυώς αποτυπωμένο στις άφθονες, βαθιές ρυτίδες του πρωταγωνιστή (δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον).

Λίαν προσφάτως, στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, βρέθηκα σε ωραίο εδεσματοπωλείο με εκλεκτούς φίλους. Άνοιξε η κουβέντα σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις προοπτικές του, φούντωσαν τα επιχειρήματα, άστραφταν και βροντούσαν κάποιοι, ιδέες έπεφταν με γδούπο γερό στο πολύπαθο τραπέζι. Έκανα και πάλι την απρέπειά μου: διακήρυξα, με ύφος εξόχως σοβαρό, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα πάει μπροστά εάν βρεθεί να λάμψει στο σελιλόιντ του μια Αγέρωχη Κομψή Rat Pack. Θυμίζω ότι Rat Pack ήταν η πολυτάλαντη παλιοπαρέα των τζαζ (και τζαζεμένων) μουσικών και ηθοποιών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Μεγάλο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ανάμεσά τους οι Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, και Πίτερ Λόφορντ. Και κυρίες, όπως η Λορίν Μπακόλ, η Σίρλεϊ Μακλέιν, η Μέριλιν Μονρόε, η Άντζι Ντίκινσον.

Γιατί αυτά; Διότι θεωρώ αγκυλωμένες τις αιτιάσεις πολλών αριστερών σχετικά με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Παρακολουθώ τον διάλογο, διάβασα το αφιέρωμα της «Αυγής», και διαπιστώνω ότι πολλοί μένουν ακόμη, ύστερα από μισόν αιώνα και βάλε, εγκλωβισμένοι σε ζντανοφικά σχήματα απέναντι στα έργα τέχνης. Όσο μένουμε, σύντροφοι, στα έλλογα επιχειρήματα, ουδέν μεμπτόν, κι ας διαφωνούμε. Όταν, όμως, καταφεύγουμε σε ύβρεις, τότε η αγκύλωση οδηγεί σε πληγές που πυορροούν. Κρίμα.

Μια και λέω για πληγές: δεν έχω δει την «Ψυχή Βαθιά», ακόμη, λόγω του ότι, αυτό τον καιρό, δεν μπορώ τις αιμορραγίες και τις εντάσεις, έστω και στο σελιλόιντ. Θα δω την ταινία. Και θα επανέλθω.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/11/09

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Δράση μετά Μουσικής


Bibliothiki

Δράση μετά Μουσικής


Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.



[Δημοσιεύτηκε στις 30/10/2009. στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Τζον Κασαβέτης, ΤΖΑΖ


Αύριο, στο BARRIO [Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο], και κάθε Δευτέρα, από τις 9 και μετά, ο Μπαμπασάκης παίζει εκλεκτη jazz και προβάλλει μια ταινία. Αύριο, Φόρος Τιμής στον Μέγιστο JOHN CASSAVETES!

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ



Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις δύο παρά πέντε, ως συνήθως.

Radio_191009


Φωτοβολίδες Αισιοδοξίας σε Μαύρο Ουρανό

Μαθαίνω για ένα νέο ριάλιτι όπου, λέει, βγάζεις στη φόρα τα οικονομικά σου κι ένας οικονομολόγος τηλεστάρ από την εποχή της χρηματιστηριακής παραφοράς σε συμβουλεύει ενώπιον κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων τηλεθεατών. Να το πω βδελυρό; Άθλιο; Ελεεινό; Αισχρό; Να καταφύγω πάλι στον Ελύτη, στον Καρούζο, στον Σαχτούρη; Να σκεφτώ ότι είναι συνυπεύθυνοι στην κατρακύλα και όσοι στέργουν να συμμετάσχουν, αλλά και όσοι στέργουν να βλέπουν ανερυθρίαστα τέτοιες διεστραμμένες ανοησίες;

Περαιτέρω: οι φωστήρες του κεντροδεξιού, λεγόμενου, κόμματος, σμπαραλιασμένοι, ως φαίνεται, ψυχολογικά άμα δε και πολιτικά, αποφάσισαν να στήσουν κάλπες για την ανάδειξη νέου αρχηγού στις 6 Δεκεμβρίου. Εκτός που είναι του Αγίου Νικολάου και γιορτάζει η μισή Ελλάς, είναι και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και συνεπώς ημέρα μνήμης, ημέρα θυμού απέναντι στο βάναυσο άδικο. Θυμόμαστε όλοι τον εξωφρενικά αδέξιο τρόπο με τον οποίο το τότε κυβερνών κόμμα, τρόπος που μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά παρά διαχειριζόταν μια κρίση. Και τώρα, αυτοί που έλεγαν Ράτζα Γκλίξενμπεργκ τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και έλεγαν Πάολα Κρούγκμαν τον νομπελίστα γενειοφόρο και πασίγνωστο οικονομολόγο, σαν άσχετοι από καιρό και απρεπώς μοιραίοι, θαρρείς πάνε να σπάσουν τα ραγισμένα νεύρα ακόμα και των πιο ψύχραιμων οπαδών τους.

Τι να πω; Αλλάζω σταθμό, γυρίζω πλευρό, φωτοβολίες εκτοξεύω αισιοδοξίας σ’ έναν μαύρο ουρανό. Και λέω: ο Νάνος Βαλαωρίτης, ετών ογδόντα οχτώ, ποιητής και συγγραφέας, εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Πάλι», να δηλώνει χθες «Πάντα ήμουν και παραμένω μποέμ», να μας καλεί στην Γκαλερί Αστρολάβος όπου από αύριο, Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, εκθέτει ζωγραφική του, μια σειρά «καταστασιακά» σχέδια, με τίτλο «Όσα φαίνονται και δεν φαίνονται». Κι ακόμα, δεν έχει περάσει καιρός από τότε που κυκλοφόρησε το πειραματικό του μυθιστόρημα «Μα το Δία» (εκδ. Ηλέκτρα), το οποίο ήδη παρουσιάσαμε στο Κανάλι 1, και στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών».

Κι άλλη μία φωτοβολίδα: Την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009, παρουσιάζεται το έργο του Γιώργου Χαρβαλιά, «Ο ορίζοντας των γεγονότων», μια εικαστική πρόταση» στο υπόγειο γκαράζ του Πολιτιστικού Κέντρου ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος. Την έκθεση οργανώνει η Batagianni Gallery. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς θα είναι μαζί μας στην εκπομπή Radio Propaganda, την Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου.
«Ο ορίζοντας των γεγονότων» είναι για μια εγκατάσταση συνδυαστικών μέσων, προϊόν της εργασίας του καλλιτέχνη την τελευταία διετία (2007-2009), η υλοποίηση της έκθεσης έγινε με την καλλιτεχνική συνεργασία του γλύπτη Φώτη Ραφτόπουλου.
Το έργο αρθρώνεται από δύο μέρη:
1. «26 Ιουνίου 2007, Πίνακας τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (2007 – 2009). Εγκατάσταση, data wall – εννέα ψηφιακές πινακίδες δεδομένων, συνολική διάσταση: 2,28 x 10,62 μ.
2. «Nuit Américaine* / Αμερικάνικη Νύχτα» (2007-2009).
Βιντεοεγκατάσταση, δύο συγχρονισμένες προβολές HD, διάρκεια 49:16 λεπτά, διαστάσεις προβολής: 2,50 x 8,65 μ.
Η συνεχής κάθετη ροή των εναλλασσόμενων τιμών του χρηματιστηρίου που είναι το απείκασμα ενός άυλου πολέμου, διασταυρώνεται με την οριζόντια κίνηση του απολογισμού των υλικών συνεπειών του. Συμπυκνώνεται έτσι στον ενδιάμεσο χώρο του θεατή ο ορίζοντας, πέραν του οποίου, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας των γεγονότων μας ωθεί στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [19/10/09]

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΘΑ ΦΤΥΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ


Η αποψινή, σε λίγο, εκπομπή Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM και www.kanaliena.gr , θα είναι ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ στον ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΚΧΙΚόΝ & ΧΙΚ & ΦΕΡΙΑΛΕ


Αύριο, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου εις FERIALE (Σόλωνος&Ασκληπιού), καυτή jazz από το Παρίσι: Rene Thomas, Lester Young, Django Reinhardt, Stephan Grapelli, Jean-Luc Ponty, Sacha Distel, Elek Bascik!!! Για να γιορτάσουμε το 7# Vakxikon!!!

[Αλλά θα παίξουμε και μερικά μουσικοτεμάχια του εικονιζόμενου Θωμά Περιμένη]

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΤΖάΝΓΚΟ, ΠΑΙΔΕΣ!!!


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου, ώρα 23:00 με 01:00, ο Μπαμπασάκης και ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr παρουσιάζουν ένα έγχρωμο σινεμασκόπ αφέρωμα στον ασπρόμαυρο βιρτουόζο Ντζάγκο Ράινχαρντ. Μην το χάσετε, χαθήκαμε!

"Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια", έγραψεν ο Εμπειρίκος.

Το Παν είναι να Παραμείνεις Άνθρωπος, ν' ακούς Ντζάγκο, να σ' αρέσει ο Rothko, και να σε εμπνέει ο Captain Beefheart, να ακούς την "Αισθηματική Αγωγη" του Νικ Δε Πρικ Γκαγκάριν Τριανταφυλλίδη, και να θυμάσαι ότι ο Gregory Corso είναι και γαμώ τους Αστροπηδηχτές.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




Don’t Drink the Water

Ένα σύννεφο από βοή, βόμβο, βαβούρα
Joseph Roth

Περίμεναν. Τι περίμεναν; Άκου περίμεναν; Αδημονούσαν. Είχαν τελειώσει τη δουλειά μάνι-μάνι, ο Ι. σέρβιρε ξανά και ξανά κρασί, με κομμάτια από μήλο Αγιάς, σκληρό/τραγανό/ευώδες, στα ποτήρια, με φαινομενικά ήρεμες/ήμερες κινήσεις/χειρονομίες/εκφράσεις, μιλώντας αργά, με τη νηφαλιότητα να κερδίζει Όσκαρ σεναρίου/μοντάζ/σκηνογραφίας, ενώ ο Γ. εξίσου χαλαρός (τάχαμου/δήθενμου) να μιλάει επίσης αργά, Α ναι ο Χέρμαν Μπροχ είναι σπουδαίος συγγραφέας, να λέει, γενικώς οι Κεντροευρωπαίοι συγγραφείς πάντα με καθηλώνουν απογειώνοντάς με, ή καλύτερα με απογειώνουν καθηλώνοντάς με, να συνεχίζει, φέρε κι άλλο κρασί, και φρόντισε για τα παγάκια, να θυμάται αιφνιδίως και να υπενθυμίζει ευλόγως, άντε και ελλόγως ο Γ., και ο Ι. να πηγαινοέρχεται καθιστικό/κουζίνα, να φέρνει, να φροντίζει, ν’ ανοίγει το φούρνο, να ελέγχει την εξέλιξη στο σπεντζοφάι, να σφυρίζει, ο Γ. ακούει το σφύριγμα, αναφωνεί, αργά/νηφάλια/ήρεμα, Α αυτό είναι από το Trout Mask Replica, ο Ι. ν’ αναφωνεί, επίσης αργά επίσης νηφάλια επίσης ήρεμα, Ναι, μα ναι, και πάλι ναι, τέσσερις δεκαετίες σαράντα χρόνια τετρακόσιοι ογδόντα μήνες (περίπου) χίλιες εννιακόσιες είκοσι (πάνω-κάτω εβδομάδες) δεκατέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες (στο περίπου) από την πρώτη κυκλοφορία του Trout Mask, αναφωνεί ο Ι., λέει ο Ι., συνεχίζει ο Ι., Να βρούμε έναν τρόπο να το γιορτάσουμε, προτείνει ο Γ., Βεβαίως να το γιορτάσουμε, ρίξε καμιά ιδέα, σπεύδει να συμφωνήσει ο Ι., και ο Γ. ρουφάει μια γουλιά κρασί λευκό με μήλο, Αίνος στον Οίνο, αναφωνεί, ενώ ο Ι. θυμάται αίφνης τον πρώτο καιρό που απέκτησε κινητό και του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον ρώτησε τι κάνει και ο Ι. αυθορμήτως και απολύτως αληθώς απάντησε Πίνω οίνο στην Τήνο με τον Ντίνο, και μετά ανοίγει πάλι τον φούρνο για να ελέγξει εκ νέου τα τεκταινόμενα ως προς το σπεντζοφάι, και ακούει, με όση προσοχή του επιτρέπει η αδημονία του, τον Γ. να λέει, με όση ηρεμία του επιτρέπει η αδημονία του, Είναι σαράντα χρόνια και από το Abbey Road, και ο Ι. να κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά καθώς δοκιμάζει από το σπεντζοφάι, Άμα το πάμε έτσι δεν βγάζουμε άκρη, να λέει, άλλο δεν θα κάνουμε από το να βαράμε προσοχές σε επετείους, κατόπιν ρουφάει μια γουλιά από το κρασί του, πλησιάζει τη σκακιέρα και με όση αυτοκυριαρχία του έχει απομείνει πιάνει ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη τη βάση της λευκής βασίλισσας και την μεταφέρει από το τετραγωνίδιο δ4 στο θ4, παίζοντας, κατ’ ουσίαν, την 14η κίνηση της παρτίδας Μίσια Ταλ/Βασίλη Σμύσλοβ του 1959, πάει μισός αιώνας από τότε, άλλη επέτειος πάλι, ενώ συλλαμβάνει τον εαυτό του να ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς το ρολόι του Γ., αντιλαμβανόμενος ταυτοχρόνως ότι ο Γ. κοιτάζει στα κρυφά, και σφυρίζοντας τάχατες αδιάφορα, το ρολόι στο καντράν του cd player, το οποίο cd player παίζει τη Μουσική των Πυροτεχνημάτων και δείχνει, όπως άλλωστε και το ρολόι στον καρπό του Γ., 19:38, ενώ τα πέντε ραδιόφωνα του σπιτιού είναι αναμμένα και συντονισμένα αλλά με το volume στο μηδέν, εν αναμονή και αυτά, αν όχι και σε κατάσταση αδημονίας επίσης, και ενώ και πάλι ο Ι. γεμίζει τα ποτήρια και ο Γ. σχολιάζει, με φαινομενική ψυχραιμία το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου με τίτλο Τοίχος Ήχου, μια μονογραφία για τον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, τον εξαίρετο Φιλ Σπέκτορ, λέγοντας, Πολύ καλή ιδέα να είναι ασπρόμαυρη η φωτογραφία του Φιλ και κόκκινα τα γράμματα, οπότε ο επετειομανής Ι. γυρίζει προς τον Γ. και λέει, Την ίδια χρονιά, το 1939, άκου, γεννήθηκε ο Φιλ Σπέκτορ, πέθανε ο Γιόζεφ Ροτ, εκδόθηκε το Big Sleep, οπότε ο Γ. πιάνει να εγκωμιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και το στυλ του στον Μεγάλο Ύπνο του Χάουαρντ Χοκς, Ο καλύτερος Μάρλοου, εννοείται, αν βάλουμε στην άκρη ως σουρεάλ σιτουασιόν τον Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye του Όλτμαν, λέει ο Γ. ρίχνοντας και πάλι κλεφτές ματιές σε όσα ρολόγια μπορεί να διακρίνει μες στον χώρο και συνάμα τείνει το ποτήρι του προς το ποτήρι του Ι. που είναι προς στιγμήν ακίνητος και τσουγκρίζουν και ο Ι. λέει, Φαντάσου ότι μια κορυφή σαν τον Φώκνερ έγραψε τους διαλόγους και το σενάριο του Ύπνου, και ο Γ. λέει, Ας πιούμε στον μισό αιώνα από τον θάνατο του Μπορίς Βιάν και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και ο Ι. συναινεί πάραυτα και τσουγκρίζουν εκ νέου, και ο Γ. βγάζει από το cd player τα Πυροτεχνήματα και βάζει Μπορίς Βιάν, Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier le prochain jour du terme/ Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier que je n'ai plus vingt ans, ενώ μέσα σε τσουγκρίσματα/προπόσεις/επετείους/μουσικές σε κλίμα επιφανειακής/φαινομενικής αταραξίας, τα βλέμματα πια μοιάζουν στα όρια του να αλλοφρονήσουν, αν και πάντα με τακτ, με διακριτικότητα, πάντως έχουν φτάσει πια στο σημείο μηδέν της υπομονής, βλέμματα που από την αδημονία καταπίνουν το χώρο παλεύοντας να νικήσουν το χρόνο, να σμικρύνουν τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, η αδημονία να παίρνει αγρίως το πάνω χέρι, τα βλέμματα να κάνουν ζουμ στο ένα ρολόι και στο άλλο, να διασταυρώνονται σαν πύρινες δέσμες, ηλεκτρισμένα πια, τρελαμένα από την ανυπομονησία πια, τώρα να μη νοιάζονται άλλο να διατηρήσουν τα προσχήματα, να καταργούν με σφοδρότητα τη φαινομενικότητα, τέλος πια φτάνει πια όχι άλλο πια, ο Γ. ρουφάει με τα μάτια το ρολόι στο καντράν του cd player ενώ ο Ι. αρμέγει με τα μάτια του το φως στο ρολόι στον καρπό του Γ., ο οποίος Γ, τινάζεται, ταυτοχρόνως με τον Ι., πλην όμως είναι πιο νέος και συνεπώς πιο ταχύς, τα δάχτυλα να τινάζονται κι αυτά, τινάζεται λοιπόν προς το cd player και το γυρίζει στο radio, ενώ ο Ι. χιμάει προς το πλησιέστερο ραδιόφωνο και δυναμώνει το volume, ξεχύνονται κατόπιν με σθένος πάθος αδημονία προς τα υπόλοιπα ραδιόφωνα του σπιτιού, τα ήδη αναμμένα Tivoli Pal, Tivoli Songbook, Grundig (Design by F. A. Porsche – ένα λαμπρό απόκτημα πριν από δώδεκα χρόνια αγορασμένο στη μνήμη του πατέρα του Ι.), Bush λευκό (άλλη επέτειος πάλι! μοντέλο του 1959!), κι ένα Philips μαϊμού αγορασμένο από μεθυσμένους Πολωνούς εδώ και έναν αιώνα, χιμάνε ορμάνε, γκαγκάν-γκαγκάν, ήγγικεν η ώρα, σήμαναν τα δευτερόλεπτα, το ρόπτρο του χρόνου ήχησε, τα ραδιόφωνα όλα συντονισμένα στη διαπασών και αυτό που περίμεναν, αυτό για το οποίο αδημονούσαν, και κάθε μέρα αδημονούν, αυτό που μ’ όλα τ’ άλλα τα πολλά ενδιαφέροντά τους είναι το μείζον το επιτακτικό το υψηλό το κυρίαρχο το καταλυτικό το καταπληκτικό το λυρικό το λυτρωτικό ΑΡΧΙΖΕΙ, ναι, ένα μουσικό θέμα, άλλο κάθε φορά, σήμερα, απόψε, τέσσερα λεπτά και είκοσι ένα δευτερόλεπτα μετά τις 8 μ.μ., ήτοι στις 20:04:21, ακούγεται ο Ίγκι να ψελλίζει βαριά βραχνά βαθιά I want to go to the beach και μετά ο Νίκος ο Νίκος ο Νίκος Το Σκυλί της Βροχής Ο Άγιος Ρέμπελος Το Ρεμάλι του Ελαλαμέιν Ο Γκαγκάριν του Ψυρρή Η Ψυχή της Ψίχας Το Βελούδινο Γκρανγκινιόλ Το Φλόμπερ του Φλωμπέρ Ο Φλογοδίαιτος Η Μυχιοθήκη το Έρεισμα Η Φωνή Η Φωνή Η Φωνή και κυρίως τα όσα λέει η Φωνή αρχίζει και πάλι να μας ξεναγεί στην ξένη γη της Αισθηματικής Αγωγής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/09/09

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ, ΕΝΑ


Second Life


Παράτησε τα ποδήλατα, τη σκούπα την άφησε στην άκρη, είπε να κάψει τα βιβλία του αδελφού του, αλλά του φάνηκε δραματικό, τα πέταξε απλώς, άνοιξε πάλι το Αμερικανικό Ταμπλόιντ, έμεινε άγρυπνος διαβάζοντας ξανά Ellroy, πίνοντας Old Bushmills, ακούγοντας σκληρή bebop. Το πρωί ξυρίστηκε, ήπιε μαύρο καφέ, γάμησε την Τζένιφερ, έφτυσε στο πάτωμα, βρήκε το νόημα που δεκαετίες τώρα του διέφευγε. «Είμαι ο James Ellroy», είπε, «Και σας γαμώ την κόλαση. ΠΑΜΕ!» [Η Δεύτερη Ζωή του Γ.Α.Π.]

Ξεκρέμασε την καμπαρντίνα από τον καλόγερο, πήρε το μπαστούνι του, μειδίασε στον καθρέφτη του πορτ-μαντό, Δεν είμαι, κι ας του μοιάζω, είπε, ο W.S.B., και βάδισε ίσαμε το καφενείο, για την καθιερωμένη καθημερινή παρτίδα σκάκι με τον John Cage. (Συνεχίζεται). [Η Δεύτερη Ζωή του Marcel Duchamp]

Απίθωσε το γιουκαλίλι στο λαβομάνο. Πήρε το κυανούν μολυβδοκόνδυλο, δεν μονολόγησε «ο ουρανός» θριαμβικώς κατά τι, όπως στο ποίημα του Μαυρουδή, μα έγραψε The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!), κι ύστερα έγινε τύφλα στο μεθύσι. [Η Δεύτερη Ζωή του JJ]

Να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΚΟΛΑ ΤΟΥ JOYCE ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ finnegans wake να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω [Η Δεύτερη Ζωή του Dylan Thomas]

Φλοράλ. Παρασκευή. Ο Νέστωρ. Ο Στέργιος. Ο Θρασύβουλος. Κι εγώ. Ματηνπαναγία. Κι εγώ. Ο Ίκαρος. Και λέει ο Στέργιος. Πες που συστηνόμαστε & είναι στο πλάι τραπέζι κοπέλες & ακούνε να λέμε Ο Νέστωρ Ο Στέργιος Ο Θρασύβουλος Ο Ίκαρος. Γάμησέ τα. [Η Δεύτερη Ζωή του Ραμόν Μερκαντέρ]

Με τον Ωνάση/Άλλη θλάση/Alas/Τα είχε με την Κάλλας"/Κάλλιο με τον Ίκαρο/Κι ας τον λεγαν Καθίκαρο" [Η Δεύτερη Ζωή της JO"]

Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε [Η Δεύτερη Ζωή του Λεωνίδα (Σπάρτης & Ψησταριές Γωνία)]

Κάτι Τσογλαναραίοι Πατησιώτες Με Γουστάρουν. Κι εγώ Αυτούς. Το λέω, το Harmolypis Blues, αυτό το βιβλίο, αυτό μ' επηρέασε. Κι από κοντά, του Γιαννακό τα μίνιμαλ, του Δρόλια τ' αστροφύσια, και του Νιζίρ τα πλάνα [Η Δεύτερη Ζωή του Tom Waits]

Don't worthy, Be Happy!!!! [Το γαμήσαμε και ψόφησε πάλι απόψε, παπάρες, άχρηστα μαλάκια, άντε να σκίσουμε κάνα ροκά/μαλλιά/ανεπρόκοπο/μη χέσω/σκατά/κι/απόσκατα] (Η Δεύτερη Θανή του James Ellroy).

Καληνύχτα Σε Όσους Σκάσαμε Σαν Μια Ψυχολογία και Ατμόσφαιρα Στα Σοβαρά Γέλια Απόψε [Η Δεύτερη Ζωή του Ντίνου Ηλιόπουλου]

[Συνεχίζεται]

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΝΑΣ ΜΑΡΤΙΝΟΥ





Η Αναστοχαστική Ζωγραφική της Ελεάννας Μαρτίνου


Η Ζωγραφική ανταμώνει την Ποίηση, και οι δυο μαζί χορεύουν στους λειμώνες τ’ ουρανού αλλά και στα σοκάκια της απελπισίας, και της ανάτασης μαζί, των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Η Ελεάννα Μαρτίνου συνθέτει τα έργα της μέσα σ’ αυτή τη διαλεκτική απελπισίας/ανάτασης, αντιμετωπίζοντας τον ιστό της πόλης σαν πρόσωπο γεμάτο χρόνο και σημασίες, και το πρόσωπο σαν πλέγμα κατοικιών/δρόμων/αστικών τοπίων.

Άλλοτε με την πένα και το μελάνι και άλλοτε με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ υλικών η Ελεάννα Μαρτίνου επιχειρεί να ανασυνθέσει τη Μνήμη, να επινοήσει τρόπους δεξίωσης της νοσταλγίας εκ μέρους του θεατή, καθώς και να φανταστεί τόπους από το μέλλον, ίσως απειλητικούς, πάντως πάντα παντοδύναμους στην ακατάσχετη ροή τους προς ένα σύμπαν πότε δομημένο και πότε διαλυμένο (ενίοτε και τα δύο συνάμα).

Ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα της Κυπαρισσίας η ζωγράφος το αντιμετωπίζει με επαρκέστατη συναίσθηση του χρόνου που αποσυνθέτει την ύλη αλλά ανασυνθέτει τον στοχασμό πάνω στη ύλη, τον στοχασμό πάνω στη φθορά, τον στοχασμό πάνω στον αναπόδραστο χαμό, στην αναπόφευκτη απώλεια~ και μετά, μετατοπίζεται στο άγνωστο αλλού, ατενίζοντας μιαν άλλη δυνητική πραγματικότητα, επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο Μέλλον του Άλλου Αλλού, που σημαίνει επίσης επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο σήμερα και την φορά του, τη ροπή του, την κίνησή του.

Από ένα νυν που ωθείται ήδη προς ένα τότε, από το κτίσμα στην Κυπαρισσία που τείνει να οδηγηθεί σε ένα παρελθόν, η Ελεάννα Μαρτίνου οδηγείται (και μας οδηγεί) σε ένα αεί που όμως βυθίζεται μες στη χρονικότητα, είναι και αυτό θύμα της φθοράς, είναι ένα Μέλλον που θα έλεγες πως μοιάζει να πλάθεται και να ρημάζεται ταυτοχρόνως.
Σκαλωσιές που γίνονται πλέγματα/ιστοί/παγίδες, προσδοκίες που τσακίστηκαν από προδοσίες, η ουτοπία που μεταβάλλεται σε δυστοπία, μια επιστημονική φαντασία που σμικρύνει εφιαλτικά τον άνθρωπο, κάνει άμορφη τη μορφή του, τον αφήνει χωρίς υπόσταση ανάμεσα σε δοκούς/ αεροσκάφη/ εναέρια περάσματα/ μεταίχμια/ πολεοδομικές τερατογενέσεις. Και (είναι εκπληκτικό επίτευγμα της ζωγράφου) ακούς, ενόσω βλέπεις τους γιγαντοπίνακες της σειράς «Αόρατες Πόλεις», μια μουσική που είναι αρχέγονη, λες και προέρχεται από ωκεάνια βάθη ή από δυσθεώρητα ύψη, μια μουσική που φέρνει στο νου παγωμένες στέπες που αίφνης κατακλύστηκαν από φλεγόμενα δάση, μια μουσική που θυμίζει ένα τρελό χάος το οποίο πασχίζει, από μόνο του, να λάβει μορφή.
Τα χρώματα της Ελεάννας Μαρτίνου είναι νότες στην Παρτιτούρα του Ενδεχόμενου Επερχόμενου, μια παρτιτούρα που προειδοποιεί και μας καλεί, διαισθανόμενοι ένα μέλλον που είναι απειλή, να αναστοχαστούμε πάνω στο παρόν και να εντάξουμε σ’ αυτό στοιχεία από ένα παρελθόν που τείνουμε να λησμονήσουμε (και να χάσουμε) αμετάκλητα. Γι’ αυτό και η μετακίνηση από το σπίτι της Κυπαρισσίας στο αχανές των «Αόρατων Πόλεων», με ενδιάμεση φάση τα βαθιά ανθρώπινα πρόσωπα της σειράς «Rêverie du Pauvre», όπου το πρόσωπο γίνεται τοπίο, όπου το βλέμμα γίνεται ανάμνηση από το μέλλον, όπου οι ρυτίδες γίνονται κυματώσεις του χρόνου, προμηνύματα, διαισθήσεις.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/10/09

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ



ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Βιβλία και Πολιτικοί, ΙI

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι οι πολιτικοί δεν έχουν χρόνο για γράψιμο και διάβασμα, πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Καμιά φορά, βέβαια, μάλλον ατυχούν οι εν λόγω εξαιρέσεις και προκαλούν σχόλια όχι και τόσο ευμενή, όπως συνέβη προσφάτως με τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και το (δεύτερο μετά το Πέρασμα) μυθιστόρημά του Ο Πρόεδρος και η Πριγκίπισσα, όπου πρωταγωνιστή μια «δυστυχισμένη πριγκίπισσα της Αγγλίας», ο νοών νοείτω, ένας Γάλλος πρόεδρος, ο επίσης νοών επίσης νοείτω, καθώς και μεγαλοφυείς, στο ύψος ενός Φλωμπέρ, ενός Προυστ, ενός Σταντάλ φράσεις όπως, «Της έπιασα το χέρι και όταν τη φίλησα τα δύο γκριζογάλανα μάτια στράφηκαν προς εμένα». Ας είναι.
Πρότεινα ήδη βιβλία σε κορυφαίες προσωπικότητες της πολιτικής σκηνής, φρονώντας ότι οι πάμπολλες υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν χρόνο επαρκή για μια δέουσα, και τερπνή, επιλογή αναγνωσμάτων. Και συνεχίζω:
Για τον Γιώργο Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ): Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα). Ένα αριστούργημα. Ενδεχομένως να μην κάνει τον κόπο να το διαβάσει ο Πρόεδρος, αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να εγκωμιάσω αυτό το μυθιστόρημα, να το προπαγανδίσω, να χρησιμοποιήσω ως δόλωμα τη λέξη «εμβατήριο» του τίτλου ώστε να ανεβούν οι πωλήσεις. Ο Joseph Roth [Γιόζεφ Ροτ] γεννήθηκε το 1894 και έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο το 1939, τη χρονιά που ο Raymond Chandler δωρίζει στην ανθρωπότητα τον Μεγάλο Ύπνο, το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Ροτ ανατέμνει την πτώση της Αυστρίας των Αψβούργων μέσα από τρεις γενιές μιας οικογενείας, τα μέλη της οποίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ετοιμόρροπο καθεστώς. Με το κύλισμα του χρόνου παρακολουθούμε την αλλοίωση στα ήθη και στα έθιμα και, συνάμα, την αναπόδραστη γήρανση του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της αυτοκρατορίας του. Αναλλοίωτο μένει το εμβατήριο, χάνοντας όμως ολοένα και πιο πολύ το νόημά του, όπως και όλα τα άλλα. Κάτι τελειώνει, κάτι αναδύεται, η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από αβεβαιότητα, ερωτηματικά, αινίγματα, διλήμματα. Όπως και σήμερα. Το παλιό πεθαίνει, το καινούργιο δεν έχει σχηματιστεί ακόμη.
Για τον Νίκο Χρυσόγελο (Οικολόγοι Πράσινοι): Gavin Pretor-Pinney, Οδηγός του Ανέμελου Παρατηρητή των Νεφών (μτφρ. Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Κέδρος). Ένα εκπληκτικά πρωτότυπο βιβλίο για κάτι που κάθε στιγμή μεταμορφώνεται μπροστά μας, προσφέροντας λεπταίσθητα ή απειλητικά, κατευναστικά ή ανησυχαστικά, πάντως πάντα ποιητικά σχήματα και εφήμερα έργα τέχνης, ένα είδος αέναου potlatch (όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι το δώρο), η ανιδιοτέλεια της ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φύση και πάλι φύση, η οικολογία της ποίησης, η ποίηση της οικολογίας, τα «λαγωνικά του ουρανού» όπως αποκαλούσε τα ποιήματα ο Νίκος Καρούζος. Ο ευφυέστατος και αισθαντικότατος Γκάβιν Πρέτορ-Πίνεϊ προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολυσέλιδο πεζοτράγουδο λυρικού επιστημονισμού σχετικά με τα νέφη, συνδυάζοντας, όπως έλεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το πάθος του επιστήμονα με την ακρίβεια του λογοτέχνη. «Τα σύννεφα είναι το πρόσωπο της ατμόσφαιρας» γράφει (σ. 390). Και: «Τα σύννεφα είναι οι μπαλαντέρ στις προγνώσεις της κλιματικής αλλαγής» (σ. 356), ενώ δεν λείπουν παραθέματα από τον ύψιστο βάρδο Σαίξπηρ (σ. 75, 155) και τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορό (σ. 127, 176). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας είναι ιδρυτής της Cloud Appreciation Society (βλ. www.cloudappretiationsociety.org) καθώς και του λίαν ενδιαφέροντος εντύπου «The Idler», όπου αναζητούνται ενδιαφέροντες εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εργασίας.
Για τους Λοιπούς: Πολλοί οι Λοιποί. Άλλοι σοβαροί, άλλοι τραγελαφικοί. Ας τους προσφέρουμε, με όλη μας τη φιλία, μιαν ανθοδέσμη από τα βιβλία που απολαύσαμε προσφάτως.
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκης), όπου ο ποιητής ανασυνθέτει την ποιητική του μυχιοθήκη, επιχειρεί επιτυχώς μιαν αναδρομή στην ποιητική του, και συντάσσει ένα πολύπτυχο μανιφέστο για τις μέλλουσες δραστηριότητές του. Είναι παρούσες, εκτός από την ποίηση, τόσο η μουσική όσο και η ζωγραφική, ενώ εμφανίζονται σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Κάφκα, Προυστ, Τολστόι, Πάστερνακ, κ.ά.). Στιχουργεί, ολίγον και ευπρόσδεκτα α λα Ε. Ε. Κάμινγκς, ο Βλαβιανός: «Όλες οι λέξεις/ που έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας χάθηκαν./ Ακόμη κι αν μπορούσαμε/ (με κάποιο τέχνασμα ποιητικό)/ να τις ανακτήσουμε, verbatim,/ δεν θα τις αναγνωρίζαμε πια.// Όμως η ουσία της συνομιλίας μας/ (ό,τι εσύ θα αποκαλούσες ‘μελωδία’)/ παρέμεινε (και παραμένει)/ σταθερή μες στα χρόνια» («Σχεδόν [δοκίμιο περί φιλίας/ Ε.Α.]»).
Τάσος Πορφύρης, Ανθολογία της Βροχής (εκδ. Τροπικός). Ποιήματα για τη βροχή. Από τον κόσμο όλο. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και του Πολ Βερλαίν, του Μίλτου Σαχτούρη και του Πιεν Τσι-Λιν, του Στέφανου Ροζάνη και του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Γράφει ο Τίτος Πατρίκιος (1928): «Τούτη η βροχή καλή που θα ’ταν/ αν ήσουν τώρα σ’ ένα σπίτι…/ Μα εδώ τρυπάει τη σκηνή/ μουλιάζει τις κουβέρτες, τα ρούχα, τα βιβλία./ Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς/ χωρίς να συνηθίζεις;» Στο τόμο αυτό θα βρείτε, επίσης, ένα από τα πιο ερωτικά (κατ’ εμέ) ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Ιδού: «Ο καθένας με την ομπρέλα του/ Όμως εγώ/ δεν μπορώ/ χωρίς/ τη βροχή σου», του αείμνηστου Μάριου Μαρκίδη (1940-2003).
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τα σημειωματάρια (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Μεταίχμιο). Θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει κανείς κάποιες απ’ τις μαρμαρυγές της μεγαλοφυΐας του ντα Βίντσι που γεννήθηκε πριν από 490 χρόνια, στις 2 Μαϊου του 1519. Μεστή και κατατοπιστική η Εισαγωγή της Έμμα Ντίκενς, γόνιμες για τη σκέψη οι απόψεις του πολυπράγμονος Λεονάρντο («Εκείνος που δεν ξεπερνάει τον δάσκαλό του είναι κακός μαθητής», «Ο πόθος είναι αιτία δημιουργίας», «Όποιος παίρνει φάρμακα είναι απερίσκεπτος»), και ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο στη σελίδα 233.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος). 800 σελίδες σοφίας, λεπταισθησίας, καταβύθισης στην πλούσια ουσία του ανθρώπου. Ένα βιβλίο βαρύτιμο που μένει για πάντα στο πλάι μας, στο κομοδίνο και στο γραφείο, στον σάκο, παντού, πάντα με το μολύβι και το σημειωματάριο έτοιμα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ταξιδεύει στη γνώση και την ποίηση, συστήνει τρόπους δεξίωσης έργων και προσωπικοτήτων, αποφαίνεται, μιλώντας για τον Ε. Ε. Κάμινγκς, «Υπάρχει ένας κόσμος που μονάχα η ποίηση τον ανακαλεί», και παραθέτει το αριστουργηματικό: «nobody, not even the rain, has such small hands» (σ. 212). Ιδού πόσο εύστοχα, και δίκαια, μιλάει/γράφει ο σημαντικός στοχαστής: «Η μεγαλύτερη δόξα του Μαρξ είναι τα λουλούδια που δε λείπουν ποτέ από τον τάφο του στο κοιμητήρι του Highgate, ότι δούλεψε χρόνια στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου για να βοηθήσει τους αδύνατους». (σ. 700).
Άρωμα σελίδων, λοιπόν, για τους πολιτικούς. Αναγνώσματα που οξύνουν τη σκέψη και συνδυάζουν όπως λέγαμε παλιά το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

ΗΜΟΣΙΟΝ ΠΙΚΤΣΙΟΥΡΣ


[Νέα Στήλη: Ημόσιον Πίκτσιουρς, καταπώς λέμε Άδωξη Μπάστερδοι ή, άλλωστε, Ωρντινάρη Πήπωλ. Ο Γιάννης Παπασπύρου, με όχημα το σελιλόιντ, κάνει διάλειμμα από τις άλλες συγγραφικές του δραστηριότητες, και μας ξεναγεί σε σκοτεινά, αλλά και φωτεινά, τοπία, ως Νέος Στάλκερ].

Emotion Pictures
Η τσουκνίδα του Αντίχριστου
Μια σύντομη ανάγνωση της τελευταίας ταινίας του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Τρίερ δηλώνει στον πρόλογο ότι θέλει ν’ ανέβει στην τραμπάλα δύο άχρονων ουσιών: του σεξ και του θανάτου. Όποιος θέλει μπαίνει και παίζει, η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Ο ίδιος πέφτει με τα μούτρα πασχίζοντας να ξηλώσει τους φόβους του ώστε να μείνουν όρθια μόνο τα σύμβολα της διαχείρισής των.
Φεύγοντας απ’ την αίθουσα, δύο σεκάνς μου έμειναν στο μυαλό. Εκείνος, ως θεράπων, να την παίρνει απ’ το χέρι πείθοντας την να πεζοπορήσει ένα ευθύγραμμο τμήμα στο συμβολικό προαύλιο των εμμονών τους (απ’ τη μία εμμονή έως την άλλη) και η σεκάνς της στριφογυριστής – σαν ερωτοχτυπημένης έφηβης – ομολογίας της ότι γιατρεύτηκε, ως κοινωνός (για την ακρίβεια υπονοούσε ότι εκείνος την γιάτρεψε), δανείζοντάς του ακαριαία την αναπηρία της. Και στα δύο αυτά στιγμιότυπα οι ήρωες ασθενούν ταυτόχρονα αλλά όχι αμοιβαία.
Στον πρόλογο το παιδί δεν καλωσορίζει αλλά κυριολεκτικά γκρεμίζει τους Τρεις Επαίτες: τον Πόνο, τη Θλίψη και την Απόγνωση. Ο καθηλωτικός του (κινηματογραφικά) θάνατος δεν αποτελεί συντελεστή ανισορροπίας αλλά μια φυσική σταθερά ίση με αυτή που εμφανίζεται σε φυσικομαθηματικές εξισώσεις ως h, G, ή k και είναι ο παράγοντας που ουρανοκατέβηκε για να εξισώσει τα δύο μέρη: την ενοχή με τη Φύση.
Στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου όταν εμφανίζεται το Χρέος και η Ευθύνη χάνεται ο έλεγχος και τούμπαλιν, η εξίσωση-ταυτότητα που πυροδότησε η σταθερά του θανάτου υπερβαίνει την παντομίμα των ηρώων. Ο Τρίερ εστιάζει στη δεύτερη. Ο άντρας εξ’ αρχής επιδιώκει να μαγνητίσει τη θλίψη (κυρίως τη δική της) σε μια ζώνη αντιβαρύτητας όπου ο πόνος δεν θα ενεργοποιεί τους μακρόσυρτους μηχανισμούς αυτοΐασής του, μα θα εκκρεμεί αντ’ αυτού παγωμένος σε μια προσπάθεια «να αντιμετωπιστεί» - οπότε και προπάντων να ονομαστεί. Απ’ τους πρώτους διαλόγους της ταινίας οι διπλές όψεις των λεγομένων πολλαπλασιάζονται υποδερμικά. Η μόλυνση αυτή μεταγγίζεται και εδώ εντοπίζεται η θέση του Τρίερ για το θηλυκό. Η θεωρητικοποίηση του πόνου δεν της αρκεί, εκσφενδονίζει την ευθύνη απέναντι και ντύνεται έναν αλαφιασμένο, σχεδόν παραβατικό για τη σχέση του διπόλου, μανδύα.
Έπειτα, ο Λαρς φον Τρίερ σβήνει το πορτατίφ, το ζευγάρι ξυπνάει μέσα σ’ ένα όνειρο και ο θεατής με τη σειρά του σ’ ένα όνειρο μέσα σε μια ταινία όπου η Φύση τοποθετείται στο ράφι των ηδονοβλεψιών. Ο Τρίερ οριοθετεί το χώρο της συνάντησής τους και οι ήρωες πατάνε ξυπόλυτοι σε τόπο ξένο: Ο μεν στον κήπο του Κακού του θηλυκού και η δε στον κήπο των δισταγμών του αρσενικού. Παραπληρωματικά, οι Τρεις Επαίτες επιστρέφουν ως τρία ζώα (ελάφι, κοράκι, αλεπού). Ο Πόνος (αλεπού) αναφωνεί σε ένα ποιητικό – όσο και διδακτικό – slow motion «το Χάος βασιλεύει» και η στοιχειοθέτηση της αξιολογικής πυραμίδας των φόβων (θεραπευτική τεχνική και μανία του αρσενικού) επαναλαμβάνεται πια ως αγωνιώδης αναρρίχηση στην πυραμίδα της επιβίωσης. Στην κορυφή και των δύο ο Τρίερ τοποθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Ο Ουρανός, στον κήπο της Εδέμ, δεν εμφανίζεται ποτέ.
Στο θέατρο των μονομαχιών λύση είναι ο θάνατος. Ο Τρίερ ταλάντωσε μια χορδή της οποίας η κυματομορφή δεν εξαντλείται στο πανί και στον Αντίχριστο, δυστυχώς, το υπονοούμενο σοκάρει λιγότερο από την πρόκληση. Ο δημιουργός σε παίρνει απ’ το χέρι για να σε διασχίσει, μαζί με σένα, εισβάλλοντας στο σύμπαν των βιβλικών διδαχών, εκεί όπου η τσουκνίδα χρησίμευε ως γιατρικό. Σποραδικά αγγίζει το όνειρο κάθε σκηνοθέτη: να μεταλλάξει τον κινηματογράφο σε όνειρο.

http://en.wikipedia.org/wiki/Lars_von_Trier

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

Σελίδες Και Σιγαρέτα, ΙΙ


Fahrenheit

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

[Βιβλιοθήκη/Ελευθεροτυπία, 01/10/09]

Σελίδες και Σιγαρέτα, II

Από το Ελ Αλαμέιν στο Έλα Αλλά Μείνε. Με άλλα λόγια, αυτά του Ludwig Wittgenstein, 120 έτη μετά τη γέννησή του στα 1889: «Από κει που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί όπου βρίσκεται η απόφαση» (βλέπε τον θαυμάσιο, μπορχεσιανό λαβύρινθο του έργου Φιλοσοφικές Παρατηρήσεις, μτφρ. Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Γνώση, σ. 137). Που σημαίνει: δίνουμε τις μάχες για να φτάσουμε σε κάτι σταθερό, για να μείνουμε σε κάποιο έδαφος κατακτημένο, για να φτάσουμε σε ένα κατοικείν, να υπερβούμε μιαν ανεστιότητα, και όχι μονάχα στον χώρο αλλά και στον χρόνο, καθώς επίσης και στην ψυχική/πνευματική μας σφαίρα.
Αν την καλοεξετάσεις, και στην καλύτερη περίπτωση, η μορφολογία του εδάφους μας αποτελείται από συνήθως καλοδιαλεγμένες συνήθειες που συμβάλλουν στο να ζούμε αξιοπρεπώς την καθημερινότητά μας, να συνάπτουμε σχέσεις, να συναντιόμαστε με τους ομοίους μας. Για πολλούς από εμάς τα σιγαρέτα, τα βιβλία, οι μουσικές, και οι ταινίες ήσαν οι συνήθειές μας, και σε μεγάλο βαθμό παραμένουν, η δε Σύμπτωση έρχεται ενίοτε να μας δώσει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να μας συγχαρεί για τις συνήθειές μας. Φέρ’ ειπείν, σχεδόν ταυτόχρονα με την εκκίνηση της Αντικαπνιστικής Εκστρατείας έμελλε, συμπτωματικώς, κάποιοι από μας, μανιακοί λάτρεις του σιγαρέτου, να εμπλακούμε σε εκδοτικές δραστηριότητες που είχαν σχέση ακριβώς με το… σιγαρέτο. Συμμετείχαμε στην επανέκδοση του πονήματος Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια του Richard Klein (εκδ. Οξύ), καθώς και στο συλλογικό έργο Ιστορίες Καπνού (εκδ. Μίνωας).
Στις Ιστορίες Καπνού συνθέτουν μπλουζ για τα σιγαρέτα δώδεκα απόστολοι της ελληνικής λογοτεχνίας (ανάμεσά τους οι: Αλεξάκης, Νικολαΐδου, Νόλλας, Έρση Σωτηροπούλου, Ταμβακάκης, Χωμενίδης), ενώ εικονογραφεί, πανέμορφα, ο Στάθης. Παραθέτω από τη «Σοφία» του Αλεξάκη: «Προχωρώντας προς το σπίτι συνειδητοποίησα ότι δεν είχα μόνο εγώ ανάγκη να καπνίσω. Την ίδια ανάγκη είχαν και τα χέρια μου. Παρατήρησα ότι έψαχνα μανιωδώς τις τσέπες μου. Ευτυχώς, δεν είχα πάρει τα τσιγάρα μαζί μου. Δεν είχα ούτε σπίρτα. Κατάλαβα αίφνης ότι κόβοντας το κάπνισμα θα έχανα μοιραία και τη συνήθεια να ανάβω σπίρτα. Μου άρεσε να τα ανάβω, ιδιαίτερα όταν ξυπνούσα τη νύχτα για να καπνίσω και φώτιζαν για μερικά δευτερόλεπτα το σκοτεινό δωμάτιο. Οι άνθρωποι που δεν καπνίζουν δεν ξέρουν πώς φαίνεται ο χώρος στον οποίο ζουν υπό το φευγαλέο φως ενός σπίρτου. Μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν. Το σπίρτο που ανάβεις τη νύχτα φωτίζει μια γωνιά της μνήμης σου, σου θυμίζει πού ζούσες άλλοτε, σου δείχνει ένα χώρο που δεν κατοικείται πια».
Το βιβλίο του Klein είναι το αντίστοιχο του Περί Μέθης του Κωστή Παπαγιώργη (εκδ. Καστανιώτης) στο σύμπαν του ταμπάκου. Ο καθηγητής Klein, αρειμάνιος καπνιστής, αποφασίζει να κόψει το τσιγάρο υιοθετώντας τη λίαν αποτελεσματική μέθοδο να πλέξει, ακριβώς, ένα πολυσέλιδο εγκώμιο του σιγαρέτου, να το υπερβεί διά του εκθειασμού (έλεγε ο Henry Miller, «Κάθε μυθιστόρημα είναι ο τάφος ενός έρωτος»). Στήνοντας αυτό το εξαίσιο χάρτινο αρχιτεκτόνημα-αίνος υπέρ του σιγαρέτου, ο Klein ενταφιάζει το χούι του να καπνίζει. Αποχαιρετά, αλλά με αγάπη, με πάθος, με στυλ.

Με κάτι τέτοια τεχνάσματα κόβεις το τσιγάρο. Δίνεις τη μάχη στο Ελ Αλαμέιν και φτάνεις στο Έλα Αλλά Μείνε, ναι, μείνε στο κατοικείν εκτός της νικοτίνης. Και θυμάσαι τα λόγια του Winston Churchill για κείνη τη μάχη, για κάθε μάχη: «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

ΛΑΓΙΟΣ

http://belleviefacile.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

ΡΑΔΙΟΕΚΛΟΓΕΣ & ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ


Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου, στο www.kanaliena.gr (Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM), δύο παρά πέντε μεσημέρι, ως συνήθως.

Radio_280909

Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού

Είναι ένα χιουμοριστικό τραγούδι του Ανεξιχνίαστου Διδάκτορος Φρυόβολου Χαρούπη με αυτόν ακριβώς τον τίτλο: «Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού». Μιλάει για το μεγάλο παράπονο ενός κυρίου που δεν βρίσκει μεζέδες θαλασσινούς να απολαύσει. Με τη σειρά μας, οι φίλοι μου κι εγώ, αλλά θαρρώ και σύμπασα η κοινή γνώμη και όλος ο ντουνιάς, επισημαίνουμε, και τραγουδάμε, «Παντελής Πτώση Πάθους». Στις εκλογές αυτές. Τριάντα πέντε έτη μετά τη Μεταπολίτευση, τα πολιτικά σχήματα της χώρας μοιάζουν ώριμα, αλλά όπως το έλεγε ο Woody Allen: «Τόσο ώριμα που κοντεύουν να σαπίσουν». Το χιούμορ μοιάζει να το έχει βάλει στα πόδια, έντρομο από τη γηραιά σοβαροφάνεια των πολιτικών σχημάτων αυτών των εκλογών, ακόμα και τα ευτράπελα κάποιων μίνι και στα όρια της λογικής μορφωμάτων είναι σχεδόν παντελώς απόντα. Οι μεγαλύτεροι, σε ηλικία, κουράστηκαν τόσα χρόνια. Οι μικρότεροι, είναι σαν να γεννήθηκαν ήδη κουρασμένοι.

Κάποιοι, πολλοί, θα πουν: καλύτερα παντελής πτώση πάθους, παρά λαμπαδηδρομίες, πετροβολισμοί, χυδαία/ακραία συνθήματα, πυρηνικές σχάσεις μέσα σε καλές οικογένειες, και πάει λέγοντας. Από την άλλη, το πάθος είναι κινητήρια δύναμη της κοινωνίας – το έχουν πει όλοι οι στοχαστές αυτό, ακόμα και ο Καρτέσιος. Όπως επεσήμανε ο Baltasar Gracian, «Οι λέξεις είναι εφαλτήρια πράξεων», και όπως τόνιζε ο Walter Benjamin, «Η Πράξη είναι Αδελφή του Ονείρου». Η πολιτική, έστω και ως λογιστική διαχείριση της πραγματικότητας, έστω και ως τέχνη του εφικτού, όπως τη λέγαμε κάποτε, αν στερείται μια στάλα όνειρο, δυο-τρεις δόσεις ουτοπίας, μια τζούρα ποίηση, κι ένα δράμι αποκοτιά, τείνει πιο βαρετή κι από μια παρτίδα ξερή με κάποιον ξεμέθυστο αναγνώστη σομόν σελίδων να γίνει.

Θα επιμείνουμε, εμείς, στην Ποίηση, λοιπόν. Κάθε μέρα, ως την Κυριακή των εκλογών, τόσο από το πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημα, όσο και από το Radio Propaganda της Παρασκευής, και τον «Αφρό των Ημερών» του Σαββάτου, θα κερνάμε ποιήματα. Για σήμερα, Θωμάς Γκόρπας, και «Τσιγάρα», από τις εκδόσεις Κέρδος, και τη σελίδα 212.

Τσιγάρα
Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη, μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα…

Χίλιες φορές κοιμηθήκαμε με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες…

Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρμη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκε τρελάθηκε τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα…
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο…

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΡΕΒΟΥΑΡ


Πάντα Ορεβουάρ, ποτέ Αντίο

«Θα ξαναπήγαινε. Θα ξαναπάει. Ξαναπήγε». Ετσι, κοφτά και αναπάντεχα, έπαιρνε μπρος ο κινητήρας ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή ένα μπαρ.

Το θρυλικό Aurevoir, στην Πατησίων, που είναι ο δρόμος-σύζυγος, όπως η Καλλιδρομίου είναι ο δρόμος-ερωμένη. Σ' αυτήν την κόγχη της πόλης, σ' αυτόν τον μειλίχιο μυχό, έχουν πιει τα ποτήρια τους άνθρωποι σαν τον Κούλη Στολίγκα και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που τόσο άδολο γέλιο σε τόσες γενιές πρόσφεραν, σαν τον Περικλή Κοροβέση και τον Γιώργο Καραβασίλη, φίλους και τρυφερούς συμπότες, της γραφής ρέκτες, μα και του Βάκχου πρωτοπαλίκαρα, σαν τον Στέφανο Ροζάνη, νεορομαντικό και λάτρη της μελωδίας των λέξεων, και, last but not least, αν είναι δυνατόν!, τον Μέγα Φρανκ Σινάτρα, αυτόν που ήταν η Φωνή, η Απόλυτη Φωνή για τόσες και τόσες δεκαετίες.

Και μόνο μια απλή παράθεση ονομάτων όσων το βλέμμα μου συνάντησε στο Aurevoir τα λίγα τελευταία χρόνια, και όσων η φωνή μελώδησε στ' αυτιά μου, πότε συζητώντας για την ποίηση του Borges και πότε για τον κινηματογράφο του Jacques Tati, πότε για την ποιότητα του ιρλανδέζικου ουίσκι και πότε για το σκάκι του Μπόμπι Φίσερ, αρκεί για να συνθέσει ένα από τα ομορφότερα ποιήματα του κόσμου: Λεοντάρης, Δαράκη, Κόκκαλη, Κουσουρής, Παγκαλιά, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Ζηργάνος, Κουτσουρέλης, Τριάντης, Πετροπούλου, Φατούρος, Χατζηαντωνίου, Παυλόπουλος, Μουλάκη, Αναστασόπουλος, Γουδέλης, Χρηστίδης, Οικονομίδης, Μαθιουδάκη, Πολιτάκης, Κουρκουνάκης, κι Εκείνη, η Λατρεμένη, η Λατρευτή, και η Λατρεύουσα. Τι μελωδία!


Φέτος, εδώ στο Aurevoir, εμείς, η Νέα Φιλική Εταιρεία, κατά τους πιο ευμενείς και φίλα προσκείμενους, ή η Αθλια Τσογλανοπαρέα, κατ' άλλους, αρχίσαμε τις εορταστικές εκδηλώσεις για δύο μείζονα, ροκ και γκαγκάν-γκαγκάν, γεγονότα της Νεωτέρας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, καθώς και για μια επέτειο φυγής. Πρώτον, την ίδρυση του Aurevoir, ακριβώς πριν από μισό αιώνα, το 1957. Δεύτερον, την ίδρυση της Internationale Situationniste, της Καταστασιακής Διεθνούς, επίσης το 1957, τον Ιούλιο. Τέλος, τα πενήντα χρόνια από τότε που ο σπαρακτικός και ιδιοφυής Malcolm Lowry, ο συγγραφέας τού «Κάτω από το Ηφαίστειο», μας άφησε και πήγε με τους πολλούς. Οπότε λοιπόν, καθώς λέγει ο Κοροβέσης, κάνουμε απανωτές συνάξεις ψυχών στο Aurevoir, το τέμενος της νύχτας, αυτό το θαλπερό στέγαστρο αναμνήσεων και παθών.

Να θυμηθούμε ότι το επιμελήθηκε και το στόλισε ο σημαντικός αρχιτέκτων Αριστομένης Προβελέγγιος, να μην ξεχνάμε ότι εδώ ποτέ η μουσική δεν είναι άσχημη, μήτε εκκωφαντική, να έχουμε κατά νου ότι τα βλέμματα εδώ είναι απαλές φλόγες κεριών και τα χαμόγελα είναι καμωμένα από φεγγαρόσκονη.

Ο κύριος Λύσανδρος και ο κύριος Θόδωρος είναι κάτι παραπάνω από αβροί, είναι υποδειγματικοί. Τριάντα (άντε πάλι: «πώς πέρασεν η ώρα, πώς πέρασαν τα χρόνια»!), ναι, τριάντα χρόνια, ο ταπεινός σας ανταποκριτής από τις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας και από των παθών τις φάτνες, έρχεται να πιει, να συζητήσει, και προπάντων να συναντήσει και να συναντηθεί, σε τούτο εδώ το κονάκι, σε τούτη εδώ τη νύκτια όαση. Ναι, σ' αυτόν τον θύλακο που απαθανάτισε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας κοσμών