Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η Στήλη του Ιωάννη Παπασπύρου


Ζούμε ανάμεσά τους
Μια σύντομη ανάγνωση της Λευκής Κορδέλας του Μίκαελ Χάνεκε

Στην εισαγωγή της ταινίας ο αφηγητής εξηγεί ότι η ιστορία που θα δούμε πιθανόν και να αποδειχθεί ελαφρώς ελλιπής, πέρασαν άλλωστε τόσα χρόνια, ορισμένα περιστατικά του τόπου και του χρόνου εκείνου, ωστόσο, καλό θα ήταν να ειπωθούν.
Σε μια πανέμορφη ασπρόμαυρη ύπαιθρο, σ’ ένα μικροσκοπικό και απομονωμένο χωριό, το έναυσμα για την κούρσα της μοχθηρίας το δίνουν δύο περιστατικά: η καταστροφή μέρους της σοδειάς του Βαρώνου και η κακοποίηση του παιδιού τους από αγνώστους. Άπαντες λοιπόν μαζεύονται πάραυτα στην εκκλησία και παρουσία του ίδιου του Βαρώνου και, βεβαίως, του Πάστορα, οι κατηγορίες εκσφενδονίζονται προς μία και μοναδική κατεύθυνση της ιεραρχίας, προς τα κάτω φυσικά. Σ’ ένα ασφυκτικό σύμπαν εξάρτησης, αναγκαιότητας, υποτέλειας και ενδοοικογενειακών ραβδισμών προς παραδειγματισμό η ιστορία παύει έκτοτε, εξ αρχής δηλαδή, να είναι μυστηριώδης. Εδώ τα νοσήματα μεταδίδονται με τη βραδύτητα της εναλλαγής γενεών, χέρι με χέρι, απιστία προς απιστία, προδοσία προς προδοσία.
Η λύτρωση δεν είναι το ζητούμενο, γι’ αυτό μας διαβεβαιώνουν οι ενήλικες ήρωες κλαδεύοντας την παιδικότητα, τις ορμές και την περιέργεια των τέκνων τους, ήτοι κλαδεύοντας το μέλλον. Εδώ το αίσθημα της (συν)ενοχής φτάνει και περισσεύει για όλους, τόσο που οι ένοχοι δεν είναι καν ανάγκη να βρεθούν, κι έτσι στην πράξη ουδείς ενδιαφέρεται να τους εντοπίσει. Δεν είναι η αγωνία, μα η καχυποψία που κινεί τη δράση, κι ό,τι έχει μείνει όρθιο στο χωριό απ’ τους φαρμακόγλωσσους και ηλίθιους κατοίκους του, αποτυπώνεται πια στην ταινία με κάθετες ματιές πάνω στις υπόλοιπες καθημερινές τους δραστηριότητες, φερ’ ειπείν στον έρωτα του φιλότιμου και ελαφρώς μπούλη νεαρού καθηγητή για την δεκαεπτάχρονη Εύα.
Η περίοδος του θερισμού περνάει στο χειμώνα, και όπως μας προειδοποιεί ο αφηγητής (ο δασκαλάκος μετά από χρόνια), ο χειμώνας θα περάσει στον Πόλεμο. Προς το παρόν, όμως, ας δούμε τα χαρακώματα μέσα στα σπίτια τους. Ο οπτική του δημιουργού λειτουργεί σαν αναρριχητικό φυτό, δεν καταγράφει τους κλυδωνισμούς των περιστατικών, τα περιστατικά είναι ο πυροβολισμός του αφέτη, η κούρσα είναι ήδη γνωστή: η υστερία ενός Πολέμου. Από τη θέση σκηνοθέτη και σεναριογράφου ο Χάνεκε αντ’ αυτού ηθογραφεί καθ’ εαυτή την τρικυμιώδη και χρόνια νόσο που θα σακατέψει το μέλλον της Ευρώπης. Αντικείμενά του είναι η δηλητηριώδης ανωνυμία που ψεκάζει κι ύστερα εξαφανίζεται, η κακοποίηση των παιδιών, η κλειστοφοβία μιας μακρόσυρτης βλακείας και οι απομονωμένες υπάρξεις του Βαρώνου, της Γυναίκας του, του Πάστορα, του Αγρότη, του Γιατρού, της Μαίας και άλλων, συγκεκριμένων, στα πρώτα βήματα ενός αιώνα.
Όλοι τους οκνηροί, ψεύτες και αγενείς θέλουν να μάθουν, να ψαχουλέψουν ο ένας τον άλλο, όμως όλοι τους φοβούνται την οικειότητα. Φορεμένη στο μπράτσο και σε σωστή απόσταση από την ανθρωπιά, η λευκή κορδέλα είναι κυρίως ένα σύμβολο εξευτελισμού και μίσους, μια τακτική τιμωρίας: τη φοράνε τα παιδιά του Πάστορα για να τους θυμίζει την πρότερη αγνότητά τους (βλ. τις αμαρτίες τους). Μια κορδέλα μάλλον κατάμαυρη. Ο Πόλεμος έρχεται, και οι αιτίες εντοπίζονται εκεί όπου γεννήθηκαν οι αναπηρίες αυτών ακριβώς των παιδιών. Ενός κακού, μύρια έπονται.


Ίων Παπασπύρου
14 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Πέμπτη Πάμε Πατάρι


Πέμπτη Πάμε Πατάρι

Κάθε Πέμπτη, στο Πατάρι του Feriale, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Οι Φίλοι του στήνουν ένα μοναδικό συμβάν! Σόλωνος και Ασκληπιού, μετά τις 7 το απόγευμα!

Πέμπτη, 12/11/2009: Beat και Jazz, Kerouac και Coltrane! Παρέα με τους Συντελεστές της Μηνιαίας Εφημερίδας Bookpress, το νέο τεύχος της οποίας έχει αφιέρωμα στον Kerouac!

Πέμπτη, 19/11/2009: Play it again, Χρήστο! Οι φίλοι του Χρήστου Βακαλόπουλου σε μια βραδινή σύναξη, διαβάζουν αποσπάσματα από τα βιβλία του και ακούνε αγαπημένες μουσικές. Δίχως πάνελ. Με αγάπες και λουλούδια.

Πέμπτη, 26/11/2009: Το Διπλόν μετά του Ωφελίμου! Η Radio Propaganda, και ο συγγραφέας Θάνος Σταθόπουλος, σας καλούν σε μια Νύχτα Γιώργου Ιωάννου. Άνευ πάνελ, πάλι, όσοι αγαπούν το έργο του μεγάλου λογοτέχνη θα ακούσουν τον κύκλο τραγουδιών «Κέντρο Διερχομένων» (μουσική Νίκος Μαμαγκάκης, ποίηση Γιώργος Ιωάννου). Το Πατάρι θα κοσμούν οι Γιγαντιαίες Μινιατούρες της Ελεάννας Μαρτίνου.

[Στη φωτό έργο της Ελεάννας Μαρτίνου]

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

ΔΡΑΣΗ ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ




Δράση μετά Μουσικής


Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


[στη φωτό ο μέγας Maurice Attia, παίδες!]

Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30/10/09]

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ



Τεστ Κοπώσεως

Είναι γνωστό τοις πάσι, καίτοι στην αλλόκοτη εποχή μας, πρέπει να ξαναπιάνουμε τα αυτονόητα, ότι η Φιλία είναι ένα δώρο που δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά που μπορείς, αν το κρίνεις πρέπον, να σταματήσεις να το παρέχεις σε κάποιον που δεν είναι πια αντάξιός σου. Ή που, απλώς, έχει πάψει να σε εμπνέει να του το δίνεις. Το ίδιο, ασφαλώς, ισχύει και για τον Έρωτα, καθώς και για πολλές ανθρώπινες σχέσεις.

Συμβαίνει, κάποιοι από εμάς, να έχουμε την τάση, αφειδώς και με το χαμόγελο στα χείλη, να παρέχουμε ό,τι έχουμε και ενίοτε ό,τι δεν έχουμε σε ανθρώπους που μας εμπνέουν, για ποικίλους λόγους, και μας επιτρέπουν να εκδηλώσουμε τη δοτικότητά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άγραφοι κανόνες, ακόμα και άρρητοι κανόνες, πράγματα που ούτε σε συμβόλαιο μπαίνουν για να υπογραφούν, αλλά ούτε καν ειπώνονται, μιας και θεωρούνται, τουλάχιστον θεωρούνταν σε άλλους, πιο σαφείς καιρούς, αυτονόητα. Άρα γιατί να κουράζεσαι να τα λες. Και, κυρίως, γιατί να προσβάλλεις τον άλλον θίγοντάς τα.

Είναι αυτονόητο, φέρ’ ειπείν, ότι Φίλος δεν κλέβει Φίλο, όπως επίσης ότι δεν τον συκοφαντεί, δεν του μουντζαλώνει τα βιβλία, δεν του χαράσσει τα βινύλια, δεν γλυκοκοιτάζει το κορίτσι του, δεν είναι και πολύ αυστηρός απέναντι στα κουσούρια του (άλλωστε όλοι έχουμε κουσούρια), και πολλά άλλα. Επίσης, ο Φίλος θέλει να είναι περήφανος για τον Φίλο του, εξ ου και συχνά κάνουμε στενή παρέα με ανθρώπους που μας μοιάζουν, και με τους οποίους όσο κι αν διαφωνούμε σε πάμπολλα πράγματα, συμφωνούμε στα βασικά. Εννοείται ότι επιθυμούμε να περνάμε ώρες πολλές, και όσο πιο συχνά, με τους φίλους μας, να μοιραζόμαστε το ψωμί και το κρασί μας, και, αν τυχαίνει να ανήκουμε στην τάξη των δημιουργών, να κάνουμε παρέα σχέδια, έστω και ανεκπλήρωτα, για βιβλία, ταινίες, μουσικά έργα, ή, πάλι, συμβαίνει τα ονειροπολούμε και να ταξιδεύουμε στον χώρο αλλά και στον χρόνο αποκομίζοντας πλούσιες εμπειρίες.

Ενίοτε συμβαίνει κάποιος καλός φίλος να μας απογοητεύσει. Συμβαίνει να μην ακούει το καμπανάκι, τη σφυρίχτρα του φάουλ, να έχει αχρωματοψία όταν σηκώνεται η κίτρινη κάρτα. Συμβαίνει να παραβιάζει ξανά και ξανά κάποιες έστω άρρητες συμφωνίες, να μην αντιλαμβάνεται ότι τον επιπλήξαμε με απέραντη μειλιχιότητα και με περισσό χιούμορ, και επιχειρήσαμε να του δώσουμε να καταλάβει ότι ορισμένα πράγματα και ορισμένες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές σε μια συγκεκριμένη παρέα. Όταν υποτροπιάζει, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να τον απαλλάξουμε από τη Φιλία μας, εφόσον μοιάζει να του είναι βάρος – και ως γνωστόν η Φιλία είναι η σχέση εκείνη που εκκινεί και εξελίσσεται πιο ελεύθερα από οποιαδήποτε άλλη. Όταν, μάλιστα, ο υποτροπιασμός αγγίξει όρια εκνευριστικής αγένειας, κακεντρέχειας, ζηλοφθονίας, τότε καλούμαστε να ειδοποιήσουμε, με ευγενικό πάντα τρόπο, τους κοινούς μας φίλους ότι απαλλάξαμε τον υποτροπιάζοντα φίλο από τη φιλία μας. Ενίοτε δε, έχουμε το δικαίωμα, θες η κόπωση θες ο χρόνος ο λιγοστός της τόσο εφήμερης υπάρξεώς μας, να εφαρμόζουμε το ανοξείδωτο «πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι», και, χωρίς πολλά λόγια, να ξεκόβουμε και από πέντε έξι άλλους παλιούς, αλλά όχι και τόσο καλούς, φίλους.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/11/09

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ


[Το διάβασα σήμερα, 03/11/09, στο Κανάλι 1,90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 2 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα].


Αριστερές Αγκυλώσεις

Γίναμε, κάποτε, αριστεροί, ορισμένοι έμειναν κιόλας, όταν γνωρίσαμε ευγενείς ιδέες μέσω ευγενών ανθρώπων. Ιδέες που οδηγούσαν στη υπέρβαση ενός στενού, στενεμένου εγώ, απλώνονταν στον Άλλον, είχαν να κάνουν με την αλληλεγγύη, με το μοίρασμα του ψωμιού και του κρασιού, με την αλληλοπεριχώρηση: ανοίγω την πανοπλία μου, έρχομαι σ’ εσένα, έρχεσαι σ’ εμένα, σε δεξιώνομαι. Οι άνθρωποι που μας οικείωσαν με τέτοιες ιδέες ήσαν συνήθως φτωχοί, ζούσαν λιτά, αλλά ήξεραν πολύ καλά να είναι πάμπλουτοι στο χρόνο, να διαθέτουν απλόχερα τα δευτερόλεπτά τους, να χαρίζουν βιβλία, να προσφέρουν ανιδιοτελώς γνώσεις. Έτσι ενεπλάκημεν, θα έλεγα, με την Αριστερά και τους λαβυρίνθους της, έτσι οδηγηθήκαμε σε μελέτη δεκάδων χιλιάδων σελίδων, στη θέαση εκατοντάδων ταινιών, σε συζητήσεις πολύωρες και πολύπτυχες. Έτσι μάθαμε να αφήνουμε την πόρτα μας ανοιχτή στον Άλλο, να παρέχουμε ό,τι έχουμε, ενίοτε μάλιστα και ό,τι δεν έχουμε, να κάνουμε όνειρα για μέλλον και σχέδια για το παρελθόν. Να είμαστε ένα είδος Ρεαλιστών του Ρομαντισμού ή/και Ρομαντικών του Ρεαλισμού.

Χρόνια πριν, αφού είδαμε μια περιλάλητη ταινία, ξέσπασε συζήτηση για το εάν και κατά πόσον επρόκειτο για έργο αριστερό, εάν έδειχνε τα περί ταξικής πάλης με τον δέοντα τρόπο ή εάν ήταν έργο απολίτικο (όπως έλεγαν τότε). Ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό μου, τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου, φυσώντας τον καπνό όχι δίχως κάποια βαριεστημένη αυθάδεια, αποφάνθηκα ότι το ταξικό κόλπο, η οικονομική πίεση, όλο το zeitgeist, είναι αγρίως και μεγαλοφυώς αποτυπωμένο στις άφθονες, βαθιές ρυτίδες του πρωταγωνιστή (δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον).

Λίαν προσφάτως, στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, βρέθηκα σε ωραίο εδεσματοπωλείο με εκλεκτούς φίλους. Άνοιξε η κουβέντα σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις προοπτικές του, φούντωσαν τα επιχειρήματα, άστραφταν και βροντούσαν κάποιοι, ιδέες έπεφταν με γδούπο γερό στο πολύπαθο τραπέζι. Έκανα και πάλι την απρέπειά μου: διακήρυξα, με ύφος εξόχως σοβαρό, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα πάει μπροστά εάν βρεθεί να λάμψει στο σελιλόιντ του μια Αγέρωχη Κομψή Rat Pack. Θυμίζω ότι Rat Pack ήταν η πολυτάλαντη παλιοπαρέα των τζαζ (και τζαζεμένων) μουσικών και ηθοποιών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Μεγάλο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ανάμεσά τους οι Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, και Πίτερ Λόφορντ. Και κυρίες, όπως η Λορίν Μπακόλ, η Σίρλεϊ Μακλέιν, η Μέριλιν Μονρόε, η Άντζι Ντίκινσον.

Γιατί αυτά; Διότι θεωρώ αγκυλωμένες τις αιτιάσεις πολλών αριστερών σχετικά με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Παρακολουθώ τον διάλογο, διάβασα το αφιέρωμα της «Αυγής», και διαπιστώνω ότι πολλοί μένουν ακόμη, ύστερα από μισόν αιώνα και βάλε, εγκλωβισμένοι σε ζντανοφικά σχήματα απέναντι στα έργα τέχνης. Όσο μένουμε, σύντροφοι, στα έλλογα επιχειρήματα, ουδέν μεμπτόν, κι ας διαφωνούμε. Όταν, όμως, καταφεύγουμε σε ύβρεις, τότε η αγκύλωση οδηγεί σε πληγές που πυορροούν. Κρίμα.

Μια και λέω για πληγές: δεν έχω δει την «Ψυχή Βαθιά», ακόμη, λόγω του ότι, αυτό τον καιρό, δεν μπορώ τις αιμορραγίες και τις εντάσεις, έστω και στο σελιλόιντ. Θα δω την ταινία. Και θα επανέλθω.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/11/09

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Δράση μετά Μουσικής


Bibliothiki

Δράση μετά Μουσικής


Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.



[Δημοσιεύτηκε στις 30/10/2009. στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Τζον Κασαβέτης, ΤΖΑΖ


Αύριο, στο BARRIO [Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο], και κάθε Δευτέρα, από τις 9 και μετά, ο Μπαμπασάκης παίζει εκλεκτη jazz και προβάλλει μια ταινία. Αύριο, Φόρος Τιμής στον Μέγιστο JOHN CASSAVETES!

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ



Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις δύο παρά πέντε, ως συνήθως.

Radio_191009


Φωτοβολίδες Αισιοδοξίας σε Μαύρο Ουρανό

Μαθαίνω για ένα νέο ριάλιτι όπου, λέει, βγάζεις στη φόρα τα οικονομικά σου κι ένας οικονομολόγος τηλεστάρ από την εποχή της χρηματιστηριακής παραφοράς σε συμβουλεύει ενώπιον κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων τηλεθεατών. Να το πω βδελυρό; Άθλιο; Ελεεινό; Αισχρό; Να καταφύγω πάλι στον Ελύτη, στον Καρούζο, στον Σαχτούρη; Να σκεφτώ ότι είναι συνυπεύθυνοι στην κατρακύλα και όσοι στέργουν να συμμετάσχουν, αλλά και όσοι στέργουν να βλέπουν ανερυθρίαστα τέτοιες διεστραμμένες ανοησίες;

Περαιτέρω: οι φωστήρες του κεντροδεξιού, λεγόμενου, κόμματος, σμπαραλιασμένοι, ως φαίνεται, ψυχολογικά άμα δε και πολιτικά, αποφάσισαν να στήσουν κάλπες για την ανάδειξη νέου αρχηγού στις 6 Δεκεμβρίου. Εκτός που είναι του Αγίου Νικολάου και γιορτάζει η μισή Ελλάς, είναι και του Αλέξη Γρηγορόπουλου, και συνεπώς ημέρα μνήμης, ημέρα θυμού απέναντι στο βάναυσο άδικο. Θυμόμαστε όλοι τον εξωφρενικά αδέξιο τρόπο με τον οποίο το τότε κυβερνών κόμμα, τρόπος που μάλλον έριχνε λάδι στη φωτιά παρά διαχειριζόταν μια κρίση. Και τώρα, αυτοί που έλεγαν Ράτζα Γκλίξενμπεργκ τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, και έλεγαν Πάολα Κρούγκμαν τον νομπελίστα γενειοφόρο και πασίγνωστο οικονομολόγο, σαν άσχετοι από καιρό και απρεπώς μοιραίοι, θαρρείς πάνε να σπάσουν τα ραγισμένα νεύρα ακόμα και των πιο ψύχραιμων οπαδών τους.

Τι να πω; Αλλάζω σταθμό, γυρίζω πλευρό, φωτοβολίες εκτοξεύω αισιοδοξίας σ’ έναν μαύρο ουρανό. Και λέω: ο Νάνος Βαλαωρίτης, ετών ογδόντα οχτώ, ποιητής και συγγραφέας, εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Πάλι», να δηλώνει χθες «Πάντα ήμουν και παραμένω μποέμ», να μας καλεί στην Γκαλερί Αστρολάβος όπου από αύριο, Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, εκθέτει ζωγραφική του, μια σειρά «καταστασιακά» σχέδια, με τίτλο «Όσα φαίνονται και δεν φαίνονται». Κι ακόμα, δεν έχει περάσει καιρός από τότε που κυκλοφόρησε το πειραματικό του μυθιστόρημα «Μα το Δία» (εκδ. Ηλέκτρα), το οποίο ήδη παρουσιάσαμε στο Κανάλι 1, και στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών».

Κι άλλη μία φωτοβολίδα: Την Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009, παρουσιάζεται το έργο του Γιώργου Χαρβαλιά, «Ο ορίζοντας των γεγονότων», μια εικαστική πρόταση» στο υπόγειο γκαράζ του Πολιτιστικού Κέντρου ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος. Την έκθεση οργανώνει η Batagianni Gallery. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς θα είναι μαζί μας στην εκπομπή Radio Propaganda, την Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου.
«Ο ορίζοντας των γεγονότων» είναι για μια εγκατάσταση συνδυαστικών μέσων, προϊόν της εργασίας του καλλιτέχνη την τελευταία διετία (2007-2009), η υλοποίηση της έκθεσης έγινε με την καλλιτεχνική συνεργασία του γλύπτη Φώτη Ραφτόπουλου.
Το έργο αρθρώνεται από δύο μέρη:
1. «26 Ιουνίου 2007, Πίνακας τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών» (2007 – 2009). Εγκατάσταση, data wall – εννέα ψηφιακές πινακίδες δεδομένων, συνολική διάσταση: 2,28 x 10,62 μ.
2. «Nuit Américaine* / Αμερικάνικη Νύχτα» (2007-2009).
Βιντεοεγκατάσταση, δύο συγχρονισμένες προβολές HD, διάρκεια 49:16 λεπτά, διαστάσεις προβολής: 2,50 x 8,65 μ.
Η συνεχής κάθετη ροή των εναλλασσόμενων τιμών του χρηματιστηρίου που είναι το απείκασμα ενός άυλου πολέμου, διασταυρώνεται με την οριζόντια κίνηση του απολογισμού των υλικών συνεπειών του. Συμπυκνώνεται έτσι στον ενδιάμεσο χώρο του θεατή ο ορίζοντας, πέραν του οποίου, η συνειδητοποίηση της τραγικότητας των γεγονότων μας ωθεί στην κατανόηση της πραγματικότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [19/10/09]

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΘΑ ΦΤΥΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ


Η αποψινή, σε λίγο, εκπομπή Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM και www.kanaliena.gr , θα είναι ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ στον ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ!
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΒΑΚΧΙΚόΝ & ΧΙΚ & ΦΕΡΙΑΛΕ


Αύριο, Πέμπτη 15 Οκτωβρίου εις FERIALE (Σόλωνος&Ασκληπιού), καυτή jazz από το Παρίσι: Rene Thomas, Lester Young, Django Reinhardt, Stephan Grapelli, Jean-Luc Ponty, Sacha Distel, Elek Bascik!!! Για να γιορτάσουμε το 7# Vakxikon!!!

[Αλλά θα παίξουμε και μερικά μουσικοτεμάχια του εικονιζόμενου Θωμά Περιμένη]

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΤΖάΝΓΚΟ, ΠΑΙΔΕΣ!!!


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου, ώρα 23:00 με 01:00, ο Μπαμπασάκης και ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr παρουσιάζουν ένα έγχρωμο σινεμασκόπ αφέρωμα στον ασπρόμαυρο βιρτουόζο Ντζάγκο Ράινχαρντ. Μην το χάσετε, χαθήκαμε!

"Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια", έγραψεν ο Εμπειρίκος.

Το Παν είναι να Παραμείνεις Άνθρωπος, ν' ακούς Ντζάγκο, να σ' αρέσει ο Rothko, και να σε εμπνέει ο Captain Beefheart, να ακούς την "Αισθηματική Αγωγη" του Νικ Δε Πρικ Γκαγκάριν Τριανταφυλλίδη, και να θυμάσαι ότι ο Gregory Corso είναι και γαμώ τους Αστροπηδηχτές.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ




Don’t Drink the Water

Ένα σύννεφο από βοή, βόμβο, βαβούρα
Joseph Roth

Περίμεναν. Τι περίμεναν; Άκου περίμεναν; Αδημονούσαν. Είχαν τελειώσει τη δουλειά μάνι-μάνι, ο Ι. σέρβιρε ξανά και ξανά κρασί, με κομμάτια από μήλο Αγιάς, σκληρό/τραγανό/ευώδες, στα ποτήρια, με φαινομενικά ήρεμες/ήμερες κινήσεις/χειρονομίες/εκφράσεις, μιλώντας αργά, με τη νηφαλιότητα να κερδίζει Όσκαρ σεναρίου/μοντάζ/σκηνογραφίας, ενώ ο Γ. εξίσου χαλαρός (τάχαμου/δήθενμου) να μιλάει επίσης αργά, Α ναι ο Χέρμαν Μπροχ είναι σπουδαίος συγγραφέας, να λέει, γενικώς οι Κεντροευρωπαίοι συγγραφείς πάντα με καθηλώνουν απογειώνοντάς με, ή καλύτερα με απογειώνουν καθηλώνοντάς με, να συνεχίζει, φέρε κι άλλο κρασί, και φρόντισε για τα παγάκια, να θυμάται αιφνιδίως και να υπενθυμίζει ευλόγως, άντε και ελλόγως ο Γ., και ο Ι. να πηγαινοέρχεται καθιστικό/κουζίνα, να φέρνει, να φροντίζει, ν’ ανοίγει το φούρνο, να ελέγχει την εξέλιξη στο σπεντζοφάι, να σφυρίζει, ο Γ. ακούει το σφύριγμα, αναφωνεί, αργά/νηφάλια/ήρεμα, Α αυτό είναι από το Trout Mask Replica, ο Ι. ν’ αναφωνεί, επίσης αργά επίσης νηφάλια επίσης ήρεμα, Ναι, μα ναι, και πάλι ναι, τέσσερις δεκαετίες σαράντα χρόνια τετρακόσιοι ογδόντα μήνες (περίπου) χίλιες εννιακόσιες είκοσι (πάνω-κάτω εβδομάδες) δεκατέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες μέρες (στο περίπου) από την πρώτη κυκλοφορία του Trout Mask, αναφωνεί ο Ι., λέει ο Ι., συνεχίζει ο Ι., Να βρούμε έναν τρόπο να το γιορτάσουμε, προτείνει ο Γ., Βεβαίως να το γιορτάσουμε, ρίξε καμιά ιδέα, σπεύδει να συμφωνήσει ο Ι., και ο Γ. ρουφάει μια γουλιά κρασί λευκό με μήλο, Αίνος στον Οίνο, αναφωνεί, ενώ ο Ι. θυμάται αίφνης τον πρώτο καιρό που απέκτησε κινητό και του τηλεφώνησε ένας φίλος και τον ρώτησε τι κάνει και ο Ι. αυθορμήτως και απολύτως αληθώς απάντησε Πίνω οίνο στην Τήνο με τον Ντίνο, και μετά ανοίγει πάλι τον φούρνο για να ελέγξει εκ νέου τα τεκταινόμενα ως προς το σπεντζοφάι, και ακούει, με όση προσοχή του επιτρέπει η αδημονία του, τον Γ. να λέει, με όση ηρεμία του επιτρέπει η αδημονία του, Είναι σαράντα χρόνια και από το Abbey Road, και ο Ι. να κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά καθώς δοκιμάζει από το σπεντζοφάι, Άμα το πάμε έτσι δεν βγάζουμε άκρη, να λέει, άλλο δεν θα κάνουμε από το να βαράμε προσοχές σε επετείους, κατόπιν ρουφάει μια γουλιά από το κρασί του, πλησιάζει τη σκακιέρα και με όση αυτοκυριαρχία του έχει απομείνει πιάνει ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη τη βάση της λευκής βασίλισσας και την μεταφέρει από το τετραγωνίδιο δ4 στο θ4, παίζοντας, κατ’ ουσίαν, την 14η κίνηση της παρτίδας Μίσια Ταλ/Βασίλη Σμύσλοβ του 1959, πάει μισός αιώνας από τότε, άλλη επέτειος πάλι, ενώ συλλαμβάνει τον εαυτό του να ρίχνει μια κλεφτή ματιά προς το ρολόι του Γ., αντιλαμβανόμενος ταυτοχρόνως ότι ο Γ. κοιτάζει στα κρυφά, και σφυρίζοντας τάχατες αδιάφορα, το ρολόι στο καντράν του cd player, το οποίο cd player παίζει τη Μουσική των Πυροτεχνημάτων και δείχνει, όπως άλλωστε και το ρολόι στον καρπό του Γ., 19:38, ενώ τα πέντε ραδιόφωνα του σπιτιού είναι αναμμένα και συντονισμένα αλλά με το volume στο μηδέν, εν αναμονή και αυτά, αν όχι και σε κατάσταση αδημονίας επίσης, και ενώ και πάλι ο Ι. γεμίζει τα ποτήρια και ο Γ. σχολιάζει, με φαινομενική ψυχραιμία το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου με τίτλο Τοίχος Ήχου, μια μονογραφία για τον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, τον εξαίρετο Φιλ Σπέκτορ, λέγοντας, Πολύ καλή ιδέα να είναι ασπρόμαυρη η φωτογραφία του Φιλ και κόκκινα τα γράμματα, οπότε ο επετειομανής Ι. γυρίζει προς τον Γ. και λέει, Την ίδια χρονιά, το 1939, άκου, γεννήθηκε ο Φιλ Σπέκτορ, πέθανε ο Γιόζεφ Ροτ, εκδόθηκε το Big Sleep, οπότε ο Γ. πιάνει να εγκωμιάζει τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και το στυλ του στον Μεγάλο Ύπνο του Χάουαρντ Χοκς, Ο καλύτερος Μάρλοου, εννοείται, αν βάλουμε στην άκρη ως σουρεάλ σιτουασιόν τον Έλιοτ Γκουλντ στο The Long Goodbye του Όλτμαν, λέει ο Γ. ρίχνοντας και πάλι κλεφτές ματιές σε όσα ρολόγια μπορεί να διακρίνει μες στον χώρο και συνάμα τείνει το ποτήρι του προς το ποτήρι του Ι. που είναι προς στιγμήν ακίνητος και τσουγκρίζουν και ο Ι. λέει, Φαντάσου ότι μια κορυφή σαν τον Φώκνερ έγραψε τους διαλόγους και το σενάριο του Ύπνου, και ο Γ. λέει, Ας πιούμε στον μισό αιώνα από τον θάνατο του Μπορίς Βιάν και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και ο Ι. συναινεί πάραυτα και τσουγκρίζουν εκ νέου, και ο Γ. βγάζει από το cd player τα Πυροτεχνήματα και βάζει Μπορίς Βιάν, Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier le prochain jour du terme/ Je bois/ Systématiquement/ Pour oublier que je n'ai plus vingt ans, ενώ μέσα σε τσουγκρίσματα/προπόσεις/επετείους/μουσικές σε κλίμα επιφανειακής/φαινομενικής αταραξίας, τα βλέμματα πια μοιάζουν στα όρια του να αλλοφρονήσουν, αν και πάντα με τακτ, με διακριτικότητα, πάντως έχουν φτάσει πια στο σημείο μηδέν της υπομονής, βλέμματα που από την αδημονία καταπίνουν το χώρο παλεύοντας να νικήσουν το χρόνο, να σμικρύνουν τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, η αδημονία να παίρνει αγρίως το πάνω χέρι, τα βλέμματα να κάνουν ζουμ στο ένα ρολόι και στο άλλο, να διασταυρώνονται σαν πύρινες δέσμες, ηλεκτρισμένα πια, τρελαμένα από την ανυπομονησία πια, τώρα να μη νοιάζονται άλλο να διατηρήσουν τα προσχήματα, να καταργούν με σφοδρότητα τη φαινομενικότητα, τέλος πια φτάνει πια όχι άλλο πια, ο Γ. ρουφάει με τα μάτια το ρολόι στο καντράν του cd player ενώ ο Ι. αρμέγει με τα μάτια του το φως στο ρολόι στον καρπό του Γ., ο οποίος Γ, τινάζεται, ταυτοχρόνως με τον Ι., πλην όμως είναι πιο νέος και συνεπώς πιο ταχύς, τα δάχτυλα να τινάζονται κι αυτά, τινάζεται λοιπόν προς το cd player και το γυρίζει στο radio, ενώ ο Ι. χιμάει προς το πλησιέστερο ραδιόφωνο και δυναμώνει το volume, ξεχύνονται κατόπιν με σθένος πάθος αδημονία προς τα υπόλοιπα ραδιόφωνα του σπιτιού, τα ήδη αναμμένα Tivoli Pal, Tivoli Songbook, Grundig (Design by F. A. Porsche – ένα λαμπρό απόκτημα πριν από δώδεκα χρόνια αγορασμένο στη μνήμη του πατέρα του Ι.), Bush λευκό (άλλη επέτειος πάλι! μοντέλο του 1959!), κι ένα Philips μαϊμού αγορασμένο από μεθυσμένους Πολωνούς εδώ και έναν αιώνα, χιμάνε ορμάνε, γκαγκάν-γκαγκάν, ήγγικεν η ώρα, σήμαναν τα δευτερόλεπτα, το ρόπτρο του χρόνου ήχησε, τα ραδιόφωνα όλα συντονισμένα στη διαπασών και αυτό που περίμεναν, αυτό για το οποίο αδημονούσαν, και κάθε μέρα αδημονούν, αυτό που μ’ όλα τ’ άλλα τα πολλά ενδιαφέροντά τους είναι το μείζον το επιτακτικό το υψηλό το κυρίαρχο το καταλυτικό το καταπληκτικό το λυρικό το λυτρωτικό ΑΡΧΙΖΕΙ, ναι, ένα μουσικό θέμα, άλλο κάθε φορά, σήμερα, απόψε, τέσσερα λεπτά και είκοσι ένα δευτερόλεπτα μετά τις 8 μ.μ., ήτοι στις 20:04:21, ακούγεται ο Ίγκι να ψελλίζει βαριά βραχνά βαθιά I want to go to the beach και μετά ο Νίκος ο Νίκος ο Νίκος Το Σκυλί της Βροχής Ο Άγιος Ρέμπελος Το Ρεμάλι του Ελαλαμέιν Ο Γκαγκάριν του Ψυρρή Η Ψυχή της Ψίχας Το Βελούδινο Γκρανγκινιόλ Το Φλόμπερ του Φλωμπέρ Ο Φλογοδίαιτος Η Μυχιοθήκη το Έρεισμα Η Φωνή Η Φωνή Η Φωνή και κυρίως τα όσα λέει η Φωνή αρχίζει και πάλι να μας ξεναγεί στην ξένη γη της Αισθηματικής Αγωγής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/09/09

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ, ΕΝΑ


Second Life


Παράτησε τα ποδήλατα, τη σκούπα την άφησε στην άκρη, είπε να κάψει τα βιβλία του αδελφού του, αλλά του φάνηκε δραματικό, τα πέταξε απλώς, άνοιξε πάλι το Αμερικανικό Ταμπλόιντ, έμεινε άγρυπνος διαβάζοντας ξανά Ellroy, πίνοντας Old Bushmills, ακούγοντας σκληρή bebop. Το πρωί ξυρίστηκε, ήπιε μαύρο καφέ, γάμησε την Τζένιφερ, έφτυσε στο πάτωμα, βρήκε το νόημα που δεκαετίες τώρα του διέφευγε. «Είμαι ο James Ellroy», είπε, «Και σας γαμώ την κόλαση. ΠΑΜΕ!» [Η Δεύτερη Ζωή του Γ.Α.Π.]

Ξεκρέμασε την καμπαρντίνα από τον καλόγερο, πήρε το μπαστούνι του, μειδίασε στον καθρέφτη του πορτ-μαντό, Δεν είμαι, κι ας του μοιάζω, είπε, ο W.S.B., και βάδισε ίσαμε το καφενείο, για την καθιερωμένη καθημερινή παρτίδα σκάκι με τον John Cage. (Συνεχίζεται). [Η Δεύτερη Ζωή του Marcel Duchamp]

Απίθωσε το γιουκαλίλι στο λαβομάνο. Πήρε το κυανούν μολυβδοκόνδυλο, δεν μονολόγησε «ο ουρανός» θριαμβικώς κατά τι, όπως στο ποίημα του Μαυρουδή, μα έγραψε The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!), κι ύστερα έγινε τύφλα στο μεθύσι. [Η Δεύτερη Ζωή του JJ]

Να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΚΟΛΑ ΤΟΥ JOYCE ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΠΟΥ ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ finnegans wake να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω να πιω [Η Δεύτερη Ζωή του Dylan Thomas]

Φλοράλ. Παρασκευή. Ο Νέστωρ. Ο Στέργιος. Ο Θρασύβουλος. Κι εγώ. Ματηνπαναγία. Κι εγώ. Ο Ίκαρος. Και λέει ο Στέργιος. Πες που συστηνόμαστε & είναι στο πλάι τραπέζι κοπέλες & ακούνε να λέμε Ο Νέστωρ Ο Στέργιος Ο Θρασύβουλος Ο Ίκαρος. Γάμησέ τα. [Η Δεύτερη Ζωή του Ραμόν Μερκαντέρ]

Με τον Ωνάση/Άλλη θλάση/Alas/Τα είχε με την Κάλλας"/Κάλλιο με τον Ίκαρο/Κι ας τον λεγαν Καθίκαρο" [Η Δεύτερη Ζωή της JO"]

Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε [Η Δεύτερη Ζωή του Λεωνίδα (Σπάρτης & Ψησταριές Γωνία)]

Κάτι Τσογλαναραίοι Πατησιώτες Με Γουστάρουν. Κι εγώ Αυτούς. Το λέω, το Harmolypis Blues, αυτό το βιβλίο, αυτό μ' επηρέασε. Κι από κοντά, του Γιαννακό τα μίνιμαλ, του Δρόλια τ' αστροφύσια, και του Νιζίρ τα πλάνα [Η Δεύτερη Ζωή του Tom Waits]

Don't worthy, Be Happy!!!! [Το γαμήσαμε και ψόφησε πάλι απόψε, παπάρες, άχρηστα μαλάκια, άντε να σκίσουμε κάνα ροκά/μαλλιά/ανεπρόκοπο/μη χέσω/σκατά/κι/απόσκατα] (Η Δεύτερη Θανή του James Ellroy).

Καληνύχτα Σε Όσους Σκάσαμε Σαν Μια Ψυχολογία και Ατμόσφαιρα Στα Σοβαρά Γέλια Απόψε [Η Δεύτερη Ζωή του Ντίνου Ηλιόπουλου]

[Συνεχίζεται]

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΝΑΣ ΜΑΡΤΙΝΟΥ





Η Αναστοχαστική Ζωγραφική της Ελεάννας Μαρτίνου


Η Ζωγραφική ανταμώνει την Ποίηση, και οι δυο μαζί χορεύουν στους λειμώνες τ’ ουρανού αλλά και στα σοκάκια της απελπισίας, και της ανάτασης μαζί, των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Η Ελεάννα Μαρτίνου συνθέτει τα έργα της μέσα σ’ αυτή τη διαλεκτική απελπισίας/ανάτασης, αντιμετωπίζοντας τον ιστό της πόλης σαν πρόσωπο γεμάτο χρόνο και σημασίες, και το πρόσωπο σαν πλέγμα κατοικιών/δρόμων/αστικών τοπίων.

Άλλοτε με την πένα και το μελάνι και άλλοτε με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ υλικών η Ελεάννα Μαρτίνου επιχειρεί να ανασυνθέσει τη Μνήμη, να επινοήσει τρόπους δεξίωσης της νοσταλγίας εκ μέρους του θεατή, καθώς και να φανταστεί τόπους από το μέλλον, ίσως απειλητικούς, πάντως πάντα παντοδύναμους στην ακατάσχετη ροή τους προς ένα σύμπαν πότε δομημένο και πότε διαλυμένο (ενίοτε και τα δύο συνάμα).

Ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα της Κυπαρισσίας η ζωγράφος το αντιμετωπίζει με επαρκέστατη συναίσθηση του χρόνου που αποσυνθέτει την ύλη αλλά ανασυνθέτει τον στοχασμό πάνω στη ύλη, τον στοχασμό πάνω στη φθορά, τον στοχασμό πάνω στον αναπόδραστο χαμό, στην αναπόφευκτη απώλεια~ και μετά, μετατοπίζεται στο άγνωστο αλλού, ατενίζοντας μιαν άλλη δυνητική πραγματικότητα, επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο Μέλλον του Άλλου Αλλού, που σημαίνει επίσης επιχειρώντας στοχασμούς πάνω στο σήμερα και την φορά του, τη ροπή του, την κίνησή του.

Από ένα νυν που ωθείται ήδη προς ένα τότε, από το κτίσμα στην Κυπαρισσία που τείνει να οδηγηθεί σε ένα παρελθόν, η Ελεάννα Μαρτίνου οδηγείται (και μας οδηγεί) σε ένα αεί που όμως βυθίζεται μες στη χρονικότητα, είναι και αυτό θύμα της φθοράς, είναι ένα Μέλλον που θα έλεγες πως μοιάζει να πλάθεται και να ρημάζεται ταυτοχρόνως.
Σκαλωσιές που γίνονται πλέγματα/ιστοί/παγίδες, προσδοκίες που τσακίστηκαν από προδοσίες, η ουτοπία που μεταβάλλεται σε δυστοπία, μια επιστημονική φαντασία που σμικρύνει εφιαλτικά τον άνθρωπο, κάνει άμορφη τη μορφή του, τον αφήνει χωρίς υπόσταση ανάμεσα σε δοκούς/ αεροσκάφη/ εναέρια περάσματα/ μεταίχμια/ πολεοδομικές τερατογενέσεις. Και (είναι εκπληκτικό επίτευγμα της ζωγράφου) ακούς, ενόσω βλέπεις τους γιγαντοπίνακες της σειράς «Αόρατες Πόλεις», μια μουσική που είναι αρχέγονη, λες και προέρχεται από ωκεάνια βάθη ή από δυσθεώρητα ύψη, μια μουσική που φέρνει στο νου παγωμένες στέπες που αίφνης κατακλύστηκαν από φλεγόμενα δάση, μια μουσική που θυμίζει ένα τρελό χάος το οποίο πασχίζει, από μόνο του, να λάβει μορφή.
Τα χρώματα της Ελεάννας Μαρτίνου είναι νότες στην Παρτιτούρα του Ενδεχόμενου Επερχόμενου, μια παρτιτούρα που προειδοποιεί και μας καλεί, διαισθανόμενοι ένα μέλλον που είναι απειλή, να αναστοχαστούμε πάνω στο παρόν και να εντάξουμε σ’ αυτό στοιχεία από ένα παρελθόν που τείνουμε να λησμονήσουμε (και να χάσουμε) αμετάκλητα. Γι’ αυτό και η μετακίνηση από το σπίτι της Κυπαρισσίας στο αχανές των «Αόρατων Πόλεων», με ενδιάμεση φάση τα βαθιά ανθρώπινα πρόσωπα της σειράς «Rêverie du Pauvre», όπου το πρόσωπο γίνεται τοπίο, όπου το βλέμμα γίνεται ανάμνηση από το μέλλον, όπου οι ρυτίδες γίνονται κυματώσεις του χρόνου, προμηνύματα, διαισθήσεις.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/10/09

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ



ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Βιβλία και Πολιτικοί, ΙI

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι οι πολιτικοί δεν έχουν χρόνο για γράψιμο και διάβασμα, πλην των ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Καμιά φορά, βέβαια, μάλλον ατυχούν οι εν λόγω εξαιρέσεις και προκαλούν σχόλια όχι και τόσο ευμενή, όπως συνέβη προσφάτως με τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν και το (δεύτερο μετά το Πέρασμα) μυθιστόρημά του Ο Πρόεδρος και η Πριγκίπισσα, όπου πρωταγωνιστή μια «δυστυχισμένη πριγκίπισσα της Αγγλίας», ο νοών νοείτω, ένας Γάλλος πρόεδρος, ο επίσης νοών επίσης νοείτω, καθώς και μεγαλοφυείς, στο ύψος ενός Φλωμπέρ, ενός Προυστ, ενός Σταντάλ φράσεις όπως, «Της έπιασα το χέρι και όταν τη φίλησα τα δύο γκριζογάλανα μάτια στράφηκαν προς εμένα». Ας είναι.
Πρότεινα ήδη βιβλία σε κορυφαίες προσωπικότητες της πολιτικής σκηνής, φρονώντας ότι οι πάμπολλες υποχρεώσεις τους δεν τους αφήνουν χρόνο επαρκή για μια δέουσα, και τερπνή, επιλογή αναγνωσμάτων. Και συνεχίζω:
Για τον Γιώργο Καρατζαφέρη (ΛΑΟΣ): Joseph Roth, Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα). Ένα αριστούργημα. Ενδεχομένως να μην κάνει τον κόπο να το διαβάσει ο Πρόεδρος, αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να εγκωμιάσω αυτό το μυθιστόρημα, να το προπαγανδίσω, να χρησιμοποιήσω ως δόλωμα τη λέξη «εμβατήριο» του τίτλου ώστε να ανεβούν οι πωλήσεις. Ο Joseph Roth [Γιόζεφ Ροτ] γεννήθηκε το 1894 και έφυγε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο το 1939, τη χρονιά που ο Raymond Chandler δωρίζει στην ανθρωπότητα τον Μεγάλο Ύπνο, το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Ροτ ανατέμνει την πτώση της Αυστρίας των Αψβούργων μέσα από τρεις γενιές μιας οικογενείας, τα μέλη της οποίας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ετοιμόρροπο καθεστώς. Με το κύλισμα του χρόνου παρακολουθούμε την αλλοίωση στα ήθη και στα έθιμα και, συνάμα, την αναπόδραστη γήρανση του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της αυτοκρατορίας του. Αναλλοίωτο μένει το εμβατήριο, χάνοντας όμως ολοένα και πιο πολύ το νόημά του, όπως και όλα τα άλλα. Κάτι τελειώνει, κάτι αναδύεται, η ατμόσφαιρα κατακλύζεται από αβεβαιότητα, ερωτηματικά, αινίγματα, διλήμματα. Όπως και σήμερα. Το παλιό πεθαίνει, το καινούργιο δεν έχει σχηματιστεί ακόμη.
Για τον Νίκο Χρυσόγελο (Οικολόγοι Πράσινοι): Gavin Pretor-Pinney, Οδηγός του Ανέμελου Παρατηρητή των Νεφών (μτφρ. Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδ. Κέδρος). Ένα εκπληκτικά πρωτότυπο βιβλίο για κάτι που κάθε στιγμή μεταμορφώνεται μπροστά μας, προσφέροντας λεπταίσθητα ή απειλητικά, κατευναστικά ή ανησυχαστικά, πάντως πάντα ποιητικά σχήματα και εφήμερα έργα τέχνης, ένα είδος αέναου potlatch (όπως έλεγαν οι Ινδιάνοι το δώρο), η ανιδιοτέλεια της ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φύση και πάλι φύση, η οικολογία της ποίησης, η ποίηση της οικολογίας, τα «λαγωνικά του ουρανού» όπως αποκαλούσε τα ποιήματα ο Νίκος Καρούζος. Ο ευφυέστατος και αισθαντικότατος Γκάβιν Πρέτορ-Πίνεϊ προσφέρει στον αναγνώστη ένα πολυσέλιδο πεζοτράγουδο λυρικού επιστημονισμού σχετικά με τα νέφη, συνδυάζοντας, όπως έλεγε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το πάθος του επιστήμονα με την ακρίβεια του λογοτέχνη. «Τα σύννεφα είναι το πρόσωπο της ατμόσφαιρας» γράφει (σ. 390). Και: «Τα σύννεφα είναι οι μπαλαντέρ στις προγνώσεις της κλιματικής αλλαγής» (σ. 356), ενώ δεν λείπουν παραθέματα από τον ύψιστο βάρδο Σαίξπηρ (σ. 75, 155) και τον αναρχικό Χένρι Ντέιβιντ Θορό (σ. 127, 176). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας είναι ιδρυτής της Cloud Appreciation Society (βλ. www.cloudappretiationsociety.org) καθώς και του λίαν ενδιαφέροντος εντύπου «The Idler», όπου αναζητούνται ενδιαφέροντες εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εργασίας.
Για τους Λοιπούς: Πολλοί οι Λοιποί. Άλλοι σοβαροί, άλλοι τραγελαφικοί. Ας τους προσφέρουμε, με όλη μας τη φιλία, μιαν ανθοδέσμη από τα βιβλία που απολαύσαμε προσφάτως.
Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα (εκδ. Πατάκης), όπου ο ποιητής ανασυνθέτει την ποιητική του μυχιοθήκη, επιχειρεί επιτυχώς μιαν αναδρομή στην ποιητική του, και συντάσσει ένα πολύπτυχο μανιφέστο για τις μέλλουσες δραστηριότητές του. Είναι παρούσες, εκτός από την ποίηση, τόσο η μουσική όσο και η ζωγραφική, ενώ εμφανίζονται σπουδαίες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Κάφκα, Προυστ, Τολστόι, Πάστερνακ, κ.ά.). Στιχουργεί, ολίγον και ευπρόσδεκτα α λα Ε. Ε. Κάμινγκς, ο Βλαβιανός: «Όλες οι λέξεις/ που έχουμε ανταλλάξει μεταξύ μας χάθηκαν./ Ακόμη κι αν μπορούσαμε/ (με κάποιο τέχνασμα ποιητικό)/ να τις ανακτήσουμε, verbatim,/ δεν θα τις αναγνωρίζαμε πια.// Όμως η ουσία της συνομιλίας μας/ (ό,τι εσύ θα αποκαλούσες ‘μελωδία’)/ παρέμεινε (και παραμένει)/ σταθερή μες στα χρόνια» («Σχεδόν [δοκίμιο περί φιλίας/ Ε.Α.]»).
Τάσος Πορφύρης, Ανθολογία της Βροχής (εκδ. Τροπικός). Ποιήματα για τη βροχή. Από τον κόσμο όλο. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και του Πολ Βερλαίν, του Μίλτου Σαχτούρη και του Πιεν Τσι-Λιν, του Στέφανου Ροζάνη και του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Γράφει ο Τίτος Πατρίκιος (1928): «Τούτη η βροχή καλή που θα ’ταν/ αν ήσουν τώρα σ’ ένα σπίτι…/ Μα εδώ τρυπάει τη σκηνή/ μουλιάζει τις κουβέρτες, τα ρούχα, τα βιβλία./ Και πώς θα κατορθώσεις να την αγαπάς/ χωρίς να συνηθίζεις;» Στο τόμο αυτό θα βρείτε, επίσης, ένα από τα πιο ερωτικά (κατ’ εμέ) ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Ιδού: «Ο καθένας με την ομπρέλα του/ Όμως εγώ/ δεν μπορώ/ χωρίς/ τη βροχή σου», του αείμνηστου Μάριου Μαρκίδη (1940-2003).
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Τα σημειωματάρια (μτφρ. Πάνος Τομαράς, εκδ. Μεταίχμιο). Θαυμάσια ευκαιρία να γνωρίσει κανείς κάποιες απ’ τις μαρμαρυγές της μεγαλοφυΐας του ντα Βίντσι που γεννήθηκε πριν από 490 χρόνια, στις 2 Μαϊου του 1519. Μεστή και κατατοπιστική η Εισαγωγή της Έμμα Ντίκενς, γόνιμες για τη σκέψη οι απόψεις του πολυπράγμονος Λεονάρντο («Εκείνος που δεν ξεπερνάει τον δάσκαλό του είναι κακός μαθητής», «Ο πόθος είναι αιτία δημιουργίας», «Όποιος παίρνει φάρμακα είναι απερίσκεπτος»), και ξεκαρδιστικό το ανέκδοτο στη σελίδα 233.
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος). 800 σελίδες σοφίας, λεπταισθησίας, καταβύθισης στην πλούσια ουσία του ανθρώπου. Ένα βιβλίο βαρύτιμο που μένει για πάντα στο πλάι μας, στο κομοδίνο και στο γραφείο, στον σάκο, παντού, πάντα με το μολύβι και το σημειωματάριο έτοιμα. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) ταξιδεύει στη γνώση και την ποίηση, συστήνει τρόπους δεξίωσης έργων και προσωπικοτήτων, αποφαίνεται, μιλώντας για τον Ε. Ε. Κάμινγκς, «Υπάρχει ένας κόσμος που μονάχα η ποίηση τον ανακαλεί», και παραθέτει το αριστουργηματικό: «nobody, not even the rain, has such small hands» (σ. 212). Ιδού πόσο εύστοχα, και δίκαια, μιλάει/γράφει ο σημαντικός στοχαστής: «Η μεγαλύτερη δόξα του Μαρξ είναι τα λουλούδια που δε λείπουν ποτέ από τον τάφο του στο κοιμητήρι του Highgate, ότι δούλεψε χρόνια στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου για να βοηθήσει τους αδύνατους». (σ. 700).
Άρωμα σελίδων, λοιπόν, για τους πολιτικούς. Αναγνώσματα που οξύνουν τη σκέψη και συνδυάζουν όπως λέγαμε παλιά το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2009

ΗΜΟΣΙΟΝ ΠΙΚΤΣΙΟΥΡΣ


[Νέα Στήλη: Ημόσιον Πίκτσιουρς, καταπώς λέμε Άδωξη Μπάστερδοι ή, άλλωστε, Ωρντινάρη Πήπωλ. Ο Γιάννης Παπασπύρου, με όχημα το σελιλόιντ, κάνει διάλειμμα από τις άλλες συγγραφικές του δραστηριότητες, και μας ξεναγεί σε σκοτεινά, αλλά και φωτεινά, τοπία, ως Νέος Στάλκερ].

Emotion Pictures
Η τσουκνίδα του Αντίχριστου
Μια σύντομη ανάγνωση της τελευταίας ταινίας του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Τρίερ δηλώνει στον πρόλογο ότι θέλει ν’ ανέβει στην τραμπάλα δύο άχρονων ουσιών: του σεξ και του θανάτου. Όποιος θέλει μπαίνει και παίζει, η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Ο ίδιος πέφτει με τα μούτρα πασχίζοντας να ξηλώσει τους φόβους του ώστε να μείνουν όρθια μόνο τα σύμβολα της διαχείρισής των.
Φεύγοντας απ’ την αίθουσα, δύο σεκάνς μου έμειναν στο μυαλό. Εκείνος, ως θεράπων, να την παίρνει απ’ το χέρι πείθοντας την να πεζοπορήσει ένα ευθύγραμμο τμήμα στο συμβολικό προαύλιο των εμμονών τους (απ’ τη μία εμμονή έως την άλλη) και η σεκάνς της στριφογυριστής – σαν ερωτοχτυπημένης έφηβης – ομολογίας της ότι γιατρεύτηκε, ως κοινωνός (για την ακρίβεια υπονοούσε ότι εκείνος την γιάτρεψε), δανείζοντάς του ακαριαία την αναπηρία της. Και στα δύο αυτά στιγμιότυπα οι ήρωες ασθενούν ταυτόχρονα αλλά όχι αμοιβαία.
Στον πρόλογο το παιδί δεν καλωσορίζει αλλά κυριολεκτικά γκρεμίζει τους Τρεις Επαίτες: τον Πόνο, τη Θλίψη και την Απόγνωση. Ο καθηλωτικός του (κινηματογραφικά) θάνατος δεν αποτελεί συντελεστή ανισορροπίας αλλά μια φυσική σταθερά ίση με αυτή που εμφανίζεται σε φυσικομαθηματικές εξισώσεις ως h, G, ή k και είναι ο παράγοντας που ουρανοκατέβηκε για να εξισώσει τα δύο μέρη: την ενοχή με τη Φύση.
Στο δεύτερο μέρος, εκεί όπου όταν εμφανίζεται το Χρέος και η Ευθύνη χάνεται ο έλεγχος και τούμπαλιν, η εξίσωση-ταυτότητα που πυροδότησε η σταθερά του θανάτου υπερβαίνει την παντομίμα των ηρώων. Ο Τρίερ εστιάζει στη δεύτερη. Ο άντρας εξ’ αρχής επιδιώκει να μαγνητίσει τη θλίψη (κυρίως τη δική της) σε μια ζώνη αντιβαρύτητας όπου ο πόνος δεν θα ενεργοποιεί τους μακρόσυρτους μηχανισμούς αυτοΐασής του, μα θα εκκρεμεί αντ’ αυτού παγωμένος σε μια προσπάθεια «να αντιμετωπιστεί» - οπότε και προπάντων να ονομαστεί. Απ’ τους πρώτους διαλόγους της ταινίας οι διπλές όψεις των λεγομένων πολλαπλασιάζονται υποδερμικά. Η μόλυνση αυτή μεταγγίζεται και εδώ εντοπίζεται η θέση του Τρίερ για το θηλυκό. Η θεωρητικοποίηση του πόνου δεν της αρκεί, εκσφενδονίζει την ευθύνη απέναντι και ντύνεται έναν αλαφιασμένο, σχεδόν παραβατικό για τη σχέση του διπόλου, μανδύα.
Έπειτα, ο Λαρς φον Τρίερ σβήνει το πορτατίφ, το ζευγάρι ξυπνάει μέσα σ’ ένα όνειρο και ο θεατής με τη σειρά του σ’ ένα όνειρο μέσα σε μια ταινία όπου η Φύση τοποθετείται στο ράφι των ηδονοβλεψιών. Ο Τρίερ οριοθετεί το χώρο της συνάντησής τους και οι ήρωες πατάνε ξυπόλυτοι σε τόπο ξένο: Ο μεν στον κήπο του Κακού του θηλυκού και η δε στον κήπο των δισταγμών του αρσενικού. Παραπληρωματικά, οι Τρεις Επαίτες επιστρέφουν ως τρία ζώα (ελάφι, κοράκι, αλεπού). Ο Πόνος (αλεπού) αναφωνεί σε ένα ποιητικό – όσο και διδακτικό – slow motion «το Χάος βασιλεύει» και η στοιχειοθέτηση της αξιολογικής πυραμίδας των φόβων (θεραπευτική τεχνική και μανία του αρσενικού) επαναλαμβάνεται πια ως αγωνιώδης αναρρίχηση στην πυραμίδα της επιβίωσης. Στην κορυφή και των δύο ο Τρίερ τοποθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο. Ο Ουρανός, στον κήπο της Εδέμ, δεν εμφανίζεται ποτέ.
Στο θέατρο των μονομαχιών λύση είναι ο θάνατος. Ο Τρίερ ταλάντωσε μια χορδή της οποίας η κυματομορφή δεν εξαντλείται στο πανί και στον Αντίχριστο, δυστυχώς, το υπονοούμενο σοκάρει λιγότερο από την πρόκληση. Ο δημιουργός σε παίρνει απ’ το χέρι για να σε διασχίσει, μαζί με σένα, εισβάλλοντας στο σύμπαν των βιβλικών διδαχών, εκεί όπου η τσουκνίδα χρησίμευε ως γιατρικό. Σποραδικά αγγίζει το όνειρο κάθε σκηνοθέτη: να μεταλλάξει τον κινηματογράφο σε όνειρο.

http://en.wikipedia.org/wiki/Lars_von_Trier

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

Σελίδες Και Σιγαρέτα, ΙΙ


Fahrenheit

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

[Βιβλιοθήκη/Ελευθεροτυπία, 01/10/09]

Σελίδες και Σιγαρέτα, II

Από το Ελ Αλαμέιν στο Έλα Αλλά Μείνε. Με άλλα λόγια, αυτά του Ludwig Wittgenstein, 120 έτη μετά τη γέννησή του στα 1889: «Από κει που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί όπου βρίσκεται η απόφαση» (βλέπε τον θαυμάσιο, μπορχεσιανό λαβύρινθο του έργου Φιλοσοφικές Παρατηρήσεις, μτφρ. Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Γνώση, σ. 137). Που σημαίνει: δίνουμε τις μάχες για να φτάσουμε σε κάτι σταθερό, για να μείνουμε σε κάποιο έδαφος κατακτημένο, για να φτάσουμε σε ένα κατοικείν, να υπερβούμε μιαν ανεστιότητα, και όχι μονάχα στον χώρο αλλά και στον χρόνο, καθώς επίσης και στην ψυχική/πνευματική μας σφαίρα.
Αν την καλοεξετάσεις, και στην καλύτερη περίπτωση, η μορφολογία του εδάφους μας αποτελείται από συνήθως καλοδιαλεγμένες συνήθειες που συμβάλλουν στο να ζούμε αξιοπρεπώς την καθημερινότητά μας, να συνάπτουμε σχέσεις, να συναντιόμαστε με τους ομοίους μας. Για πολλούς από εμάς τα σιγαρέτα, τα βιβλία, οι μουσικές, και οι ταινίες ήσαν οι συνήθειές μας, και σε μεγάλο βαθμό παραμένουν, η δε Σύμπτωση έρχεται ενίοτε να μας δώσει ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, να μας συγχαρεί για τις συνήθειές μας. Φέρ’ ειπείν, σχεδόν ταυτόχρονα με την εκκίνηση της Αντικαπνιστικής Εκστρατείας έμελλε, συμπτωματικώς, κάποιοι από μας, μανιακοί λάτρεις του σιγαρέτου, να εμπλακούμε σε εκδοτικές δραστηριότητες που είχαν σχέση ακριβώς με το… σιγαρέτο. Συμμετείχαμε στην επανέκδοση του πονήματος Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια του Richard Klein (εκδ. Οξύ), καθώς και στο συλλογικό έργο Ιστορίες Καπνού (εκδ. Μίνωας).
Στις Ιστορίες Καπνού συνθέτουν μπλουζ για τα σιγαρέτα δώδεκα απόστολοι της ελληνικής λογοτεχνίας (ανάμεσά τους οι: Αλεξάκης, Νικολαΐδου, Νόλλας, Έρση Σωτηροπούλου, Ταμβακάκης, Χωμενίδης), ενώ εικονογραφεί, πανέμορφα, ο Στάθης. Παραθέτω από τη «Σοφία» του Αλεξάκη: «Προχωρώντας προς το σπίτι συνειδητοποίησα ότι δεν είχα μόνο εγώ ανάγκη να καπνίσω. Την ίδια ανάγκη είχαν και τα χέρια μου. Παρατήρησα ότι έψαχνα μανιωδώς τις τσέπες μου. Ευτυχώς, δεν είχα πάρει τα τσιγάρα μαζί μου. Δεν είχα ούτε σπίρτα. Κατάλαβα αίφνης ότι κόβοντας το κάπνισμα θα έχανα μοιραία και τη συνήθεια να ανάβω σπίρτα. Μου άρεσε να τα ανάβω, ιδιαίτερα όταν ξυπνούσα τη νύχτα για να καπνίσω και φώτιζαν για μερικά δευτερόλεπτα το σκοτεινό δωμάτιο. Οι άνθρωποι που δεν καπνίζουν δεν ξέρουν πώς φαίνεται ο χώρος στον οποίο ζουν υπό το φευγαλέο φως ενός σπίρτου. Μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν. Το σπίρτο που ανάβεις τη νύχτα φωτίζει μια γωνιά της μνήμης σου, σου θυμίζει πού ζούσες άλλοτε, σου δείχνει ένα χώρο που δεν κατοικείται πια».
Το βιβλίο του Klein είναι το αντίστοιχο του Περί Μέθης του Κωστή Παπαγιώργη (εκδ. Καστανιώτης) στο σύμπαν του ταμπάκου. Ο καθηγητής Klein, αρειμάνιος καπνιστής, αποφασίζει να κόψει το τσιγάρο υιοθετώντας τη λίαν αποτελεσματική μέθοδο να πλέξει, ακριβώς, ένα πολυσέλιδο εγκώμιο του σιγαρέτου, να το υπερβεί διά του εκθειασμού (έλεγε ο Henry Miller, «Κάθε μυθιστόρημα είναι ο τάφος ενός έρωτος»). Στήνοντας αυτό το εξαίσιο χάρτινο αρχιτεκτόνημα-αίνος υπέρ του σιγαρέτου, ο Klein ενταφιάζει το χούι του να καπνίζει. Αποχαιρετά, αλλά με αγάπη, με πάθος, με στυλ.

Με κάτι τέτοια τεχνάσματα κόβεις το τσιγάρο. Δίνεις τη μάχη στο Ελ Αλαμέιν και φτάνεις στο Έλα Αλλά Μείνε, ναι, μείνε στο κατοικείν εκτός της νικοτίνης. Και θυμάσαι τα λόγια του Winston Churchill για κείνη τη μάχη, για κάθε μάχη: «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

ΛΑΓΙΟΣ

http://belleviefacile.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

ΡΑΔΙΟΕΚΛΟΓΕΣ & ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ


Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου, στο www.kanaliena.gr (Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM), δύο παρά πέντε μεσημέρι, ως συνήθως.

Radio_280909

Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού

Είναι ένα χιουμοριστικό τραγούδι του Ανεξιχνίαστου Διδάκτορος Φρυόβολου Χαρούπη με αυτόν ακριβώς τον τίτλο: «Παντελής Έλλειψη Θαλασσινού». Μιλάει για το μεγάλο παράπονο ενός κυρίου που δεν βρίσκει μεζέδες θαλασσινούς να απολαύσει. Με τη σειρά μας, οι φίλοι μου κι εγώ, αλλά θαρρώ και σύμπασα η κοινή γνώμη και όλος ο ντουνιάς, επισημαίνουμε, και τραγουδάμε, «Παντελής Πτώση Πάθους». Στις εκλογές αυτές. Τριάντα πέντε έτη μετά τη Μεταπολίτευση, τα πολιτικά σχήματα της χώρας μοιάζουν ώριμα, αλλά όπως το έλεγε ο Woody Allen: «Τόσο ώριμα που κοντεύουν να σαπίσουν». Το χιούμορ μοιάζει να το έχει βάλει στα πόδια, έντρομο από τη γηραιά σοβαροφάνεια των πολιτικών σχημάτων αυτών των εκλογών, ακόμα και τα ευτράπελα κάποιων μίνι και στα όρια της λογικής μορφωμάτων είναι σχεδόν παντελώς απόντα. Οι μεγαλύτεροι, σε ηλικία, κουράστηκαν τόσα χρόνια. Οι μικρότεροι, είναι σαν να γεννήθηκαν ήδη κουρασμένοι.

Κάποιοι, πολλοί, θα πουν: καλύτερα παντελής πτώση πάθους, παρά λαμπαδηδρομίες, πετροβολισμοί, χυδαία/ακραία συνθήματα, πυρηνικές σχάσεις μέσα σε καλές οικογένειες, και πάει λέγοντας. Από την άλλη, το πάθος είναι κινητήρια δύναμη της κοινωνίας – το έχουν πει όλοι οι στοχαστές αυτό, ακόμα και ο Καρτέσιος. Όπως επεσήμανε ο Baltasar Gracian, «Οι λέξεις είναι εφαλτήρια πράξεων», και όπως τόνιζε ο Walter Benjamin, «Η Πράξη είναι Αδελφή του Ονείρου». Η πολιτική, έστω και ως λογιστική διαχείριση της πραγματικότητας, έστω και ως τέχνη του εφικτού, όπως τη λέγαμε κάποτε, αν στερείται μια στάλα όνειρο, δυο-τρεις δόσεις ουτοπίας, μια τζούρα ποίηση, κι ένα δράμι αποκοτιά, τείνει πιο βαρετή κι από μια παρτίδα ξερή με κάποιον ξεμέθυστο αναγνώστη σομόν σελίδων να γίνει.

Θα επιμείνουμε, εμείς, στην Ποίηση, λοιπόν. Κάθε μέρα, ως την Κυριακή των εκλογών, τόσο από το πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημα, όσο και από το Radio Propaganda της Παρασκευής, και τον «Αφρό των Ημερών» του Σαββάτου, θα κερνάμε ποιήματα. Για σήμερα, Θωμάς Γκόρπας, και «Τσιγάρα», από τις εκδόσεις Κέρδος, και τη σελίδα 212.

Τσιγάρα
Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη, μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα…

Χίλιες φορές κοιμηθήκαμε με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες…

Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρμη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος
πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκε τρελάθηκε τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα…
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο…

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΡΕΒΟΥΑΡ


Πάντα Ορεβουάρ, ποτέ Αντίο

«Θα ξαναπήγαινε. Θα ξαναπάει. Ξαναπήγε». Ετσι, κοφτά και αναπάντεχα, έπαιρνε μπρος ο κινητήρας ενός μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή ένα μπαρ.

Το θρυλικό Aurevoir, στην Πατησίων, που είναι ο δρόμος-σύζυγος, όπως η Καλλιδρομίου είναι ο δρόμος-ερωμένη. Σ' αυτήν την κόγχη της πόλης, σ' αυτόν τον μειλίχιο μυχό, έχουν πιει τα ποτήρια τους άνθρωποι σαν τον Κούλη Στολίγκα και τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που τόσο άδολο γέλιο σε τόσες γενιές πρόσφεραν, σαν τον Περικλή Κοροβέση και τον Γιώργο Καραβασίλη, φίλους και τρυφερούς συμπότες, της γραφής ρέκτες, μα και του Βάκχου πρωτοπαλίκαρα, σαν τον Στέφανο Ροζάνη, νεορομαντικό και λάτρη της μελωδίας των λέξεων, και, last but not least, αν είναι δυνατόν!, τον Μέγα Φρανκ Σινάτρα, αυτόν που ήταν η Φωνή, η Απόλυτη Φωνή για τόσες και τόσες δεκαετίες.

Και μόνο μια απλή παράθεση ονομάτων όσων το βλέμμα μου συνάντησε στο Aurevoir τα λίγα τελευταία χρόνια, και όσων η φωνή μελώδησε στ' αυτιά μου, πότε συζητώντας για την ποίηση του Borges και πότε για τον κινηματογράφο του Jacques Tati, πότε για την ποιότητα του ιρλανδέζικου ουίσκι και πότε για το σκάκι του Μπόμπι Φίσερ, αρκεί για να συνθέσει ένα από τα ομορφότερα ποιήματα του κόσμου: Λεοντάρης, Δαράκη, Κόκκαλη, Κουσουρής, Παγκαλιά, Σταθόπουλος, Λυμπέρη, Ζηργάνος, Κουτσουρέλης, Τριάντης, Πετροπούλου, Φατούρος, Χατζηαντωνίου, Παυλόπουλος, Μουλάκη, Αναστασόπουλος, Γουδέλης, Χρηστίδης, Οικονομίδης, Μαθιουδάκη, Πολιτάκης, Κουρκουνάκης, κι Εκείνη, η Λατρεμένη, η Λατρευτή, και η Λατρεύουσα. Τι μελωδία!


Φέτος, εδώ στο Aurevoir, εμείς, η Νέα Φιλική Εταιρεία, κατά τους πιο ευμενείς και φίλα προσκείμενους, ή η Αθλια Τσογλανοπαρέα, κατ' άλλους, αρχίσαμε τις εορταστικές εκδηλώσεις για δύο μείζονα, ροκ και γκαγκάν-γκαγκάν, γεγονότα της Νεωτέρας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, καθώς και για μια επέτειο φυγής. Πρώτον, την ίδρυση του Aurevoir, ακριβώς πριν από μισό αιώνα, το 1957. Δεύτερον, την ίδρυση της Internationale Situationniste, της Καταστασιακής Διεθνούς, επίσης το 1957, τον Ιούλιο. Τέλος, τα πενήντα χρόνια από τότε που ο σπαρακτικός και ιδιοφυής Malcolm Lowry, ο συγγραφέας τού «Κάτω από το Ηφαίστειο», μας άφησε και πήγε με τους πολλούς. Οπότε λοιπόν, καθώς λέγει ο Κοροβέσης, κάνουμε απανωτές συνάξεις ψυχών στο Aurevoir, το τέμενος της νύχτας, αυτό το θαλπερό στέγαστρο αναμνήσεων και παθών.

Να θυμηθούμε ότι το επιμελήθηκε και το στόλισε ο σημαντικός αρχιτέκτων Αριστομένης Προβελέγγιος, να μην ξεχνάμε ότι εδώ ποτέ η μουσική δεν είναι άσχημη, μήτε εκκωφαντική, να έχουμε κατά νου ότι τα βλέμματα εδώ είναι απαλές φλόγες κεριών και τα χαμόγελα είναι καμωμένα από φεγγαρόσκονη.

Ο κύριος Λύσανδρος και ο κύριος Θόδωρος είναι κάτι παραπάνω από αβροί, είναι υποδειγματικοί. Τριάντα (άντε πάλι: «πώς πέρασεν η ώρα, πώς πέρασαν τα χρόνια»!), ναι, τριάντα χρόνια, ο ταπεινός σας ανταποκριτής από τις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας και από των παθών τις φάτνες, έρχεται να πιει, να συζητήσει, και προπάντων να συναντήσει και να συναντηθεί, σε τούτο εδώ το κονάκι, σε τούτη εδώ τη νύκτια όαση. Ναι, σ' αυτόν τον θύλακο που απαθανάτισε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας κοσμώντας με μία φωτογραφία του την έκδοση των Απάντων του.

Το Aurevoir σημαίνει, φίλοι, δεν χανόμαστε, τα ξαναλέμε, εις το επανιδείν. Σημαίνει, σωστά το γράφεις, φίλε Νίκο, σε τούτο το χειρόγραφο που τιμάει τη σελίδα, «Κυρίως καλή αντάμωση». 'Η, όπως περίφημα το διαλάλησε ο Γιώργος Σαραντάρης, «Φέρτε ποτήρια να πιούμε στην υγειά σας/ Ωραίοι καιροί ωραιότατες παρθένες»!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/01/2007]

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟΜ ΓΟΥΈΙΤΣ

http://www.youtube.com/watch?v=VXKkWj6OEJw&feature=related

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ ΜΑΤΗΠΑΝΑΓΙΑ!!!


Εσύ ποιους ποιητές ξεχωρίζεις;
Μου αρέσει η ποίηση του Παντελή Μηχανικού, η οποία είναι δυνατή, τολμηρή και ουσιαστική, χωρίς περιττά στολίδια. Ξεχωρίζω την αξεπέραστη ποιητική γραφή του προκλητικού και μαχητικού Ρώσου Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, που στη σύντομη και επεισοδιακή ζωή του κατάφερε να μεγαλουργήσει και τον νομπελίστα T.S Elliot, ο οποίος υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Χαίρομαι επίσης όταν ανακαλύπτω συνεχώς και νέους ποιητές με αξιόλογη ποιητική γραφή, τόσο Κύπριους, Ελλαδίτες όσο και ξένους. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζομαι με ένα ελληνικό ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση, το δοκιμιακό λόγο, τη λογοτεχνική μετάφραση και την εικαστική δημιουργία, το poema, του Έλληνα δημοσιογράφου και ποιητή Βασίλη Ρούβαλη, συνεργασία που με βοηθά να γνωρίζω αρκετούς ποιητές της νεότερης και όχι μόνο γενιάς και να εκτιμήσω το ποιητικό τους έργο.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr, σήμερα, 21/09/09, δύο παρά πέντε το μεσημέρι -- κλασικά πράγματα, κλασικές αξίες!

Έκθεση Ιδεών με Θέμα «Γιατί Δεν Θα Δω το Ντιμπέιτ».

Φτου, ξανά μανά και πάλι αυτή η ιστορία, η παιδιόθεν, με την αντιγραφή, με την παπαγαλία, με τα σκονάκια. Αλλιώς το είχα σκεφτεί, κι ένας φίλος μού έστειλε ενός άλλου φίλου το κείμενο, κι εγώ το έμαθα παπαγαλία, και το έκανα σκονάκι, και το αντιγράφω – αντί, φίλες και φίλοι, να καθίσω να στύψω το μυαλό μου, να σκεφτώ από μόνος μου. Κι έγραψα την Έκθεση Ιδεών αντιγράφοντας, αλλά ευτυχώς δεν το πήρε χαμπάρι η δασκάλα, τίποτα δεν παίρνει χαμπάρι η δασκάλα αυτόν τον καιρό, είναι πολύ απασχολημένη η δασκάλα τούτες τις μέρες, κοιτάζει μηχανικά τα γραπτά μας, αυτόματα βάζει το βαθμό.
Debate, Τηλεμαχία, γκαγκάν-γκαγκάν, πράγματα γεμάτα ένταση, η αδρεναλίνη στα ύψη, χαμός στο ίσωμα, φέξε μου και γλίστρησα, τσαγκαροδευτέρα κι ο λόγος ξεστρατίζει, η λοκομοτίβα της σκέψης εκτροχιάζεται, καλά που δεν πατήσαμε κι εκείνον τον 19χρονο Γάλλο που την είχε αράξει σουρωμένος στις ράγες και πέρασε η υπερταχεία και τρίχα δεν του πείραξε, του Γκαστόνε, για δέκα εκατοστά από δω και είκοσι από κει.
Κι ύστερα, πάω, που λέτε, κι αντί να κάνω τα μαθήματά μου και να ετοιμαστώ να δω τηλεμαχία απόψε και ντιμπέιτ αύριο, ή ανάποδα, δεν θυμάμαι, άλλωστε τηλεόραση δεν έχω εδώ και μιαν επταετία, πάω λοιπόν και πιάνω και διαβάζω την Ιλιάδα, στη μετάφραση/ανάπλαση του Μαρωνίτη, εκδόσεις Άγρα, μην ξεχνιόμαστε, για ακούστε,
«Γλαύκος προς Διομήδη: Μεγάθυμε γιε του Τυδέα, τι με ρωτάς για τη γενιά μου;

Όπως των φύλλων η γενιά, τέτοια και των ανθρώπων η φυλή• τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη, άλλα φυτρώνουν όμως στο φουντωμένο δάσος, σαν φτάσει η εποχή της άνοιξης.

Έτσι και των ανθρώπων η φυλή, ανθίζει η μια γενιά, φυλλορροεί η άλλη και μαραίνεται».
Και μετά, πάλι με τα νώτα στα μαθήματα, στο ντιμπέιτ, στην τηλεμαχία, και σας τα λέγει αυτά ένας άνθρωπος λίαν πολιτικό ον, μέσα στα κοινά, και τίγκα στην κοινωνική συνείδηση, αμέ, κι ακούω του Σαββόπουλου το «Περιβόλι του Τρελού», σαράντα χρόνια γενέθλια έχει σε λίγο, στα τέλη Οκτωβρίου, και ταυτόχρονα αντιγράφω το σκονάκι και σας το διαβάζω:
Βίρα τις άγκυρες
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΤΣΟΥ από τα «Νέα»
«Τι νόημα έχει αν ο Καραμανλής θα είναι όρθιος ή καθιστός στο debate;
Και τι σημαίνει αν ο Παπανδρέου είναι ειλικρινής; Αυτή η ύψιστη προεκλογική τελετουργία δεν είναι παρά ο μάταιος αγώνας για να ειπωθεί ένας περιορισμένος αριθμός λέξεων στην καρκινική τους εκφορά μπρος-πίσω. Μάταιος συνεπώς ο κόπος, διότι το ζήτημα δεν είναι τα επιχειρήματα αλλά η εικόνα. Όπως τα φιλμ του Γουόρχολ όπου συμβαίνουν όλα και τίποτα, το τίποτα κρύβεται πίσω από τις υποσχέσεις ή περίπου το τίποτα σαν τις μηδενικές αυξήσεις του ενός και τις δεκαδικές του άλλου.
Ας τους απολαύσουμε, λοιπόν, αυτούς τους πρωταγωνιστές του "Τέλους του παιχνιδιού". Η θεατρική τους πλευρά είναι από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του θεάτρου μας μετά τον Ρέππα και τον Παπαθανασίου».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [21/09/09]

ΙΠΠΟΔΗΓΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ


Το Καρπερό Παγώνι

Εκφράζοντας εντός διά του εκσυλλογισμένου Τοιουτοτρόπως-Εστί, και ενώ η παραδήλωση της παρανάγωσης ένιων έργων της Κικής Δημουλά εστιάζεται στην σπειροειδή εκτύλιξη μίας εκ των προτέρων συναισθηματικά φορτισμένης ενδελεχείας του Είναι (βλ. και Μπιτσώρης, "Άθλια Θέμεθλα", εκδ. Παπαζήσης, σ. 1785), εκφεύγω προτείνοντας την απευθείας ένζυμη απόλαυση της φαντασμαγορικής αποθέωσης στους περιελισσομένους ελελεύ στίχους του έργου "Το Καρπερό Παγώνι" της Νίκης Δαφνίδου (Αθήνα 2009, εκδ. Το Ρόιδο), όπου η μελανότητα της διελκυστίνδας Ζωή-Θάνατος εκποιείται με σημασιολογικές εκφορές του Μη-Είναι-Εν-Ταυτώ (βλ. και την πρόσφατη αφίσα του ΣΥΡΙΖΑ/Στο Χέρι σου Είναι). Δι' ο και αναλίσκεται ο περιέσκεμμένος αναγνώστης στην μη-αναγνωστική οντότητα καθόσον εκβάλλει το Τιτρώσκειν στο Θεραπεύειν διά της Ποιήσεως εντός της αναφορικότητας αλλά και, εκ περισσού ενδεχομένως, υπέρ της διάθλασης του ποιητικού λέγειν/τεύχειν/πράττειν. Περαιτέρω, βλέπε την μελέτη μας "Η Έκφραση του Πάσχειν εν Εαυτώ Διά της Νικηφόρου Δάφνης" στον τόμο Δρ. Βασίλειος Βούβαλης "Κείμενα Φίλων για τη Γυναίκα μου" (εκδ. Pipes & Paparia, Εδιμβούργο, 2008).

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ/ ΠΟΙΗΣΗ


Radio_170909

Η Ποίηση Ξέρει Να Δίνει Απαντήσεις

Γιατί άραγε μόλις κάνα εικοσαήμερο πριν από τις εκλογές πέφτω με τα μούτρα και διαβάζω με πάθος περίσσιο το On the Road του Jack Kerouac, στην πρώτη του γραφή, τη θρυλική πάνω στο μήκους 45 μέτρων ρολό χαρτί, το περίφημο scroll που εκδόθηκε μόλις πριν από δύο χρόνια, ενώ οι στεντόρειες υποσχέσεις των πολιτικών πασών των αποχρώσεων φτάνουν σαν απόμακροι, αλαργινοί, αδιάφοροι ψίθυροι στα μελαγχολικά φθινοπωρινά μου ώτα;

Γιατί σήμερα, 17 Σεπτεμβρίου του 2009, κάθομαι απ’ το πρωί και συλλογίζομαι τον βίο και τον μόχθο του μεγάλου συγγραφέα και ποιητή Raymond Carver, τις απανωτές χρεοκοπίες του, το πόσο δύσκολα μα και αγέρωχα τα έβγαζε πέρα, για να μας αφήσει το έργο του, αυτό το «πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας»;

Άραγε γιατί μου τριβελίζει το μυαλό ο Charles Bukowski και τα δεκαπέντε χρόνια από τότε που πήγε με τους πολλούς, και αναρωτιέμαι ποιος να γράφει σήμερα σαν κι αυτόν, κοπανώντας με μανία τα δάχτυλα στα πλήκτρα της γραφομηχανής ώσπου να ματώσουν, ενώ δεν παύει να γελάει, να σαρκάζει, να βουρκώνει, να γεμίζει και ν’ αδειάζει το ποτήρι του στο τραπέζι μιας φτωχικής κουζίνας, ακούγοντας Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ;

Γιατί να νιώθω, μέσα μου βαθιά, όχι τόσο με το μυαλό όσο με την καρδιά, ότι τις απαντήσεις πιότερο και αγριότερα, αν θέλετε, η Ποίηση της δίνει, το περήφανο πέτσινο μπουφάν του αλανιάρη των μεγαλουπόλεων ποιητή, και όχι του πολιτικού ο λαιμοδέτης/γλωσσοδέτης, η λιμουζίνα της συμφοράς, τα αλλεπάλληλα και υπάλληλα «Θα» και «Να» και «Όταν» που αν γρήγορα τ’ ακούσεις και τα πεις λίγο φέρνουν (προσέξτε Θα και Να και Όταν) ηχητικά, αλλά και αλλιώς, με το Θάνατο.

Ας ακούσουμε μαζί έναν ποιητή, σας παρακαλώ, φίλες και φίλοι. Είναι γεννημένος στα 1919, ήτοι είναι εννέα δεκαετιών, σοφός και πιτσιρικάς, δροσάτος, κι όχι μουχλιασμένος όπως κάτι νεαροί. Ο θρυλικός Lawrence Ferlinghetti, ο ιδρυτής του επίσης θρυλικού οίκου City Lights Books, ενενήντα ετών, κυρίες και κύριοι, γράφει:

Η ΓΑΤΑ: «Η γάτα/ γλείφει το πόδι της και/ την αράζει/ στη γωνίτσα της βιβλιοθήκης/ Μπορεί να κάθεται σε/ στάση σφίγγας/ έτσι ακίνητη με/ τις ώρες/ μέχρι να στρίψει κάποτε το κεφάλι της/ προς τη μεριά μου,/ να σηκωθεί, να τεντωθεί/ να μου γυρίσει την πλάτη και/ να αρχίσει να γλείφει το πόδι της ξανά σαν/ να μην ήταν πραγματικός ο χρόνος που πέρασε/ Και δεν ήταν/ κι αυτή είναι η σφίγγα με/ όλο το χρόνο στη διάθεσή της/ στην έρημο του χρόνου της/ Η γάτα/ ξέρει πού πεθαίνουν οι μύγες/ βλέπει φαντάσματα στους κόκκους του αέρα/ και στις αχτίδες του ήλιου σκιές/ Ακούει/ τη μουσική απ’ τις ουράνιες σφαίρες,/ το βουητό στα καλώδια των σπιτιών/ και το βουητό του σύμπαντος/ στο διάστημα ανάμεσα στ’ αστέρια/ αλλά/ προτιμάει σπιτίσιες γωνιές/ και του καλοριφέρ το βουητό» (από τον τόμο «Αυτά είναι τα Ποτάμια μου», μτφρ. Χρήστος Τσιάμης, εκδ. Καστανιώτης).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 17/09/09

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΦΑΡΕΝάΙΤ 451


ΦΑΡΕΝάΙΤ 451

Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Σελίδες και Σιγαρέτα, Ι

Ανήκω σ’ εκείνους που αντιπάθησαν από την πρώτη στιγμή την κατά του σιγαρέτου εκστρατεία. Μάλιστα, αντέδρασα με τον τρόπο μου, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα, κάνοντας εκπομπές, συζητώντας το θέμα με φίλους και γνωστούς. Εμμένω στη στάση και στη θέση μου ότι τέτοια ζητήματα δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζονται με απαγορεύσεις. Κι ακόμα, ότι είναι έως και απαράδεκτο να αποσιωπάται συστηματικά η γοητευτική πλευρά των πραγμάτων, εν προκειμένω του σιγαρέτου – η ποιητικότητά του, οι έξοχες στιγμές του στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία. Επέμενα, βεβαίως, καθημερινώς να επισκέπτομαι το περίπτερο της γειτονιάς και να προμηθεύομαι τα δύο πακέτα άφιλτρων σιγαρέτων που επί χρόνια πολλά συντροφεύουν όμορφα, άσχημα, ήρεμα, ταραγμένα, γλυκά, πικρά δευτερόλεπτα της ζωής μου.
Η επιμονή μου αυτή κλονίστηκε ελαφρώς, διαταράχθηκε ανεπαισθήτως στην αρχή αλλά ολοένα και πιο αισθητά στη συνέχεια, και εντέλει κονιορτοποιήθηκε εξαιτίας δύο φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους περιδιαβάσεων στις τυπωμένες σελίδες (το άλλο πάθος μου πλάι στα τσιγάρα και τη μουσική είναι, ως γνωστόν, τα βιβλία).
Διάβασα, λοιπόν, το λίαν ενδιαφέρον πόνημα Η χώρα του Marlboro και η χλιαρή άγρια Δύση του Ηρακλή Παπαϊωάννου (εκδ. Άγρα). Και με έζωσαν τα φίδια, καθώς λέμε. Η γενεαλογία του περίφημου σιγαρέτου, του κόκκινου και λευκού πακέτου του, της ίσως πιο πετυχημένης διαφημιστικής καμπάνιας όλων των εποχών: ιδού το θέμα του βιβλίου, και ο συγγραφέας του με εμπεριστατωμένη διεισδυτικότητα κυκλοφορεί ανάμεσα στις ημερομηνίες, τις διαθέσεις, τα σκληρά γεγονότα, την επινοητικότητα των διαφημιστών. Έμαθα πολλά. Και, κυρίως, αυτά τα πολλά άρχισαν να επηρεάζουν την σιγαρετομανία μου.
Και πριν από μερικές ημέρες, με την άδολη αμεριμνησία του φανατικού αναγνώστη αστυνομικών αφηγημάτων πήρα να καταβροχθίσω τα Ερωτευμένα Φαντάσματα του Paco Ignacio Taibo II, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Ο Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που έπλασε ο Taibo, περιπλανιέται στην Πόλη του Μεξικού εξιχνιάζοντας το ένα αίνιγμα μετά το άλλο, πίνοντας ακατάπαυτα αναψυκτικά και καπνίζοντας ασταμάτητα τα αγαπημένα του σιγαρέτα, τα Δελικάδος. Και αίφνης στη σελίδα 55, στη μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, εκδ. Άγρα, διαβάζω τον εξής αποκαλυπτικό, για μένα, κεραυνό: «Ο Έκτορ στάθηκε σ’ ένα σημείο με φως για να ανάψει ένα τσιγάρο. Τελευταία τα Δελικάδος είχαν μια γεύση σαν καβαλίνα. Σαν τα Μάρλμπορο, που σίγουρα γι’ αυτό θα άρεσαν τόσο πολύ στα άλογα, αν κρίνουμε από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση. Άρχισε να περπατάει ανάμεσα σε μικροπωλητές και απομακρυνόταν από την παλαίστρα. Η κίνηση προς τα νότια πύκνωνε στη λεωφόρο Ρεβολουσιόν. Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο».
Ας το επαναλάβω: Ήταν που δεν μπορούσε να κόψει το κάπνισμα, ειδάλλως ήταν ικανός να κόψει το ρημάδι το τσιγάρο.
Αυτό είναι, λέω μέσα μου, αυτό είναι, ξαναλέω, έχοντας σφηνωμένη στο μυαλό μου τη φράση του Paco και το πόνημα του Ηρακλή Παπαϊωάννου. Άλλο το κάπνισμα, κι άλλο το ρημάδι το τσιγάρο. Και ύστερα από δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου, το παράτησα το ρημάδι, το λατρεμένο, το εξαίσιο, το αναθεματισμένο, το υπέροχο, το πάντοτε παρόν και τα πάντα πληρόν, σιγαρέτο και τσιγάρο.
Η συνέχεια στα επόμενα!


(Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, στο πλαίσιο της "άτακτης" στήλης μου ΦΑΡΕΝάΙΤ 451, όπου θα θίγονται καθημερινά θέματα με φόντο και σκηνικό κάποια βιβλία).

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

FERIALE


O Dr Baba και οι Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε εκκινούν την Προεκλογική Περίοδο απόψε Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου, εις Feriale (Σόλωνος & Ασκληπιού γωνία), με ένα Αφιέρωμα στα Σαράντα Χρόνια από την κυκλοφορία του TROUT MASK REPLICA του Καπετάνιου Beefheart. Σε επόμενες προεκλογικές συναθροίσεις θα ακουστούν μελωδικές δημηγορίες σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων όπως οι Blixa Bargeld, Frank Zappa, Miles Davis, Chet Baker, Tomn Waits, και Colonel Sands!

ΥΓ. Στη φωτογραφία οι Colonel Sands και Dr Baba στα Στρατηγεία του Feriale.

Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2009

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΜΠΗΦΧΑΡΤ



Εις τον Βασίλειον! Ξέρω Ξέρει Ξέρουμε!!!

Πέμπτη, 03 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ


Ειδήσεις Που Μοιάζουν με Διαφημίσεις

Αύριο, Παρασκευή 4/09/09, στη Radio Propaganda, Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστοίθωσθιν!!

Στείλαμε potlatch στον τέως Κώστα Καραμανλή το πόνημα «Περί Κοπώσεως» του Peter Handke (εκδ. Καστανιώτης).

Διαβάζουμε μετά μανίας Roberto Bolano, αφού συγκλονιστήκαμε (ξανά) από τον Joseph Roth.

Στείλαμε potlatch στον τέως Αλέκο τέως Αλαβάνο το έργο «Εφτά Δοκίμια για την Ερμηνεία της Περουβιανής Πραγματικότητας» του José Carlos Mariátegui, το οποίο συνιστούμε σε όλο τον Κόσμο της Αριστεράς και στην Αριστερά του Κόσμου ως το εργαλείο ερμηνείας (και) της ελληνικής πραγματικότητας.

Διαβάστε όπως και δήποτε Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο! Ιδού: http://areadingdiary.wordpress.com/

Τετάρτη, 02 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΛΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΟ (θα διαβαστεί στο Κανάλι Ένα)


Shakespeare Squadron, II

Ο Τσάλαντι, όχι, δεν τον χτύπησε ο Τσάλαντι, εγώ τονε χτύπησα, εγώ τον βάρεσα, δική μου η γροθιά που τον σώριασε. Αναιμική γροθιά, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ήτανε τύφλα και δαύτος, σάστισε, δυο μέτρα μαντράχαλος, ούτε που το περίμενε από μένα να του τη φέρω, κλονίστηκε, ταλαντεύτηκε, σωριάστηκε. Παράτησαν οι άλλοι τον Τσαλ και χίμηξαν πάνω μου. Αντεπιτίθεται ο Παλιοσειράς, μπαίνει στη μάχη κι ο Λαρισαίος, ορμάει ο Μπολώνιας, κρααααακ, θρύψαλα το πικάπ, γκντουβγκγκγκγκγκγκμπανγκτντάουουουουουμμμ!!! – πάνε τα ράφια με τα μπουκάλια όλα, ω πάει το Jameson, πάει το Johnny, πάει η Absolut, να σου κάτω και οι τεκίλες, τα μαρτίνια, χαμός, τρέλα, πανικός, γενικεύεται η σύρραξις, σφοδρή η κλοτσοπατινάδα, θαρρείς βγαλμένη από κάτι αμερικάνικες ταινίες, μονάχα που δεν είμαστε εδώ σε μπαράκι του Ελ Έι αλλά στης Μυτιλήνης το λιμάνι, στην «Ουτοπία» όπως έλεγαν το στέκι, αυγή της τρελής δεκαετίας του ενενήντα, φαντάροι στα τριάντα μας, ο Τσαλ κι εγώ, στα τριάντα τρία τους οι Παλιοσειράς Λαρισαίος Μπολώνιας, κι είν’ η πρώτη φορά που μπλέκουμε σε άγριο καβγά. Τι να λέει, που λένε και στο Βόλο. Τι να λέει!
Όλα άρχισαν από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora, έλεγαν οι Τζούμας Κωνσταντίνος και Παναγιωτίδης Άλκης, πάνε χρόνια, τι χρόνια, δεκαετίες, παλαίμαχοι κι αυτοί, ναι, καραβάνες παλιές και ωραίες, πρωτεργάτες της Μεγάλης Αντίστασης ενάντια στη Δικτατορία του Κόκκινου Κιτς, αλλά εμείς δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε με το βελούδο του ροκ-εντ-ρολλ κλασίκ, μπα, ήμασταν παιδιά της τζαζ, και των μπητνίκων ετσιθελικοί γόνοι, εξ ου και Τσάλαντι ο ένας, Τζόρτζουακ ο άλλος, και πάει λέγοντας, με τον Ντοστογιέφσκι επ’ ώμου και υπό μάλης τον Ρεμπώ, με ανοικονόμητα πλησιάσματα στον Ιησού, με τις μπίρες να ρέουν αφειδώς και με τα μάτια μας κόκκινα μονίμως και πρησμένα από τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και μιαν αυτοσχέδια, τεθλασμένη, ο θεος-να-την-κάνει φιλοσοφία.
Φορέσαμε τις φαιοπράσινες, πιάσαμε τα G3A3 και τα ΗΚ11, και ζωστήκαμε τις παλάσκες, δέσαμε τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα άρβυλά μας, χτυπήσαμε νούμερα γερμανικά, ήπιαμε σε καραβάνες τσάι και καφέ, τα παγούρια μας τα γεμίσαμε με βότκα, αμέ, όλα τα κάναμε, κι αναφορές δώσαμε, και θαλαμοφύλακες θητεύσαμε, κάναμε τους μήνες να κυλάνε απαλά, καπνίζαμε το τσιγαράκι μας και λαχταρούσαμε κι εμείς όπως κι η πιτσιρικαρία πότε θα πάρουμε την τετραήμερη για να βρεθούμε με τους φίλους και τις ερωμένες μας.
Ο Τσάλαντι έλαβε αίφνης ένα χαρτί, κι από κει που θα ’κανε δεκαοχτάμηνο όπως εγώ, του το γύρισαν σε δωδεκάμηνο, και την επαύριον άντε πάλι με το καλό καλός πολίτης. Να το γιορτάσουμε, παίδες, λέει ο Τσαλ και ντυνόμαστε με τα ωραία μας πολιτικά και βγαίνουμε σουλάτσο, χτυπάμε ένα ταβερνείο μια σταλίτσα, με τυρί στη λαδόκολλα, με Καζαντζίδη στο παμπάλαιο τζουκ-μποξ, με ούζο το καζανιστό λεγόμενο να μας φουντώνει φίνα. «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι», λέει ο Τσαλ. «Εξάλλου εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι», λέει ο Λαρισαίος. «Η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι εύκολη», λέει ο Μπολώνιας. «Τα πάντα free», λέει ο Παλιοσειράς. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε.
Ο Τσαλ προτείνει περιοδεία στα ποτάδικα – ποτοσχολαστήρια, τα έλεγε ο Καρούζος. Άντε, φύγαμε. Τα γυρίσαμε όλα, με αλφαβητική σειρά. «Ανναμπέλα», «Βαπόρι», «Δώμα», «Καρολίνα», και πιάνουμε «Ουτοπία» για τα τελευταία σκοτσέζικα. Και τον Τσαλ τον πιάνει η παπαδιαμαντομανία κι αρχίζει, ο μη-πω, να ζητάει συγγνώμες δώθε κείθε, όπως ο κυρ-Αλέξανδρος όταν ήτανε ν’ αφήσει την Αθήνα και να πιάσει Σκιάθο. «Για ό,τι κι αν έκανα», να κάνει ο Τσάλαντι, «να με συγχωρήσετε ζητώ». Άλλοι του χαμογελάνε, του μεθυσμένου, άλλοι συνεχίζουν αδιαφορώντας να τα λένε, άλλοι του λένε συχωρεμένος να ’σαι, άλλοι μουρμουρίζουν ένα ενοχλημένο κι εμένα τι με νοιάζει, κι ο Τσαλ να μην αφήνει ούτε ένα τραπεζάκι δίχως να το επισκεφτεί και συγγνώμη να ζητήσει. Στα ηχεία μια χτυπιότανε ο Ίγκι Ποπ και μια ψέλλιζε τρυφερά ο Τσετ Μπέικερ.
Και κάποια στιγμή, άρχισε το πατατράκ. Ο καθαρόαιμος βλάκας παρεξηγεί τον παπαδιαμαντισμό του Τσάλαντι. Τι ζητάς συγγνώμη ρε, λέει αβρότατα, τι, γιατί, μπας και μου γάμησες τη γυναίκα, αυτό είναι, μου τη γάμησες τη γυναίκα, και ζητάς συγγνώμη κι από πάνω, τώρα θα σε γαμήσω εγώ εσένα, να δεις, και πέφτει η πρώτη, κι ο Τσαλ ξεχνάει τον Ακέραιο Κυρ-Αλέξανδρο και θυμάται με χρονολογική σειρά Κραβάν Χέμινγουεϊ Μέιλερ κι αρχίζει το μπουνίδι, σήκω Ντάντε να μας δεις, τις γροθιές μας να χαρείς.
Εγώ βάρεσα και σώριασα τον μαντράχαλο. Την κοπανάμε. Μας πιάνουμε πιο κάτω. Τίγκα στις μελανιές και στους μώλωπες άπαντες οι γερόγεροι, συν η σπασμένη μύτη του Τσαλ. Γκαντεμιά! Ο δικός μου σωριασθείς ήτανε υπολοχαγός, πού να το ξέρω ο έρμος. Μία έριξα, γερή δε λέω, και τώρα μας πάνε μπλε μαρέν, σιδηροδέσμιους, και συνοδευόμενους από ένοπλους λεβέντες, στην Ταξιαρχία, στην Καλλονή. Μας κόβει ο Ταξίαρχος που είμαστε υπερήλικες για φαντάροι, κόβει το άσπρο μαλλί του Τσαλ, τη φαλακρίτσα του Λαρισαίου, την πλισέ μουρίτσα του Μπολώνια, την κοιλιά του Παλιοσειρά, τη βέρα στον παράμεσό μου. «Και δηλαδή τι είστ’ εσείς και χτυπάτε και υπολοχαγούς;»
«Αρχαιολόγος», απαντάει ο Τσαλ.
«Γιατρός», κάνει ο Μπολώνιας.
«Οικονομολόγος», λέει ο Λαρισαίος.
«Εθνολόγος», δηλώνει ο Παλιοσειράς.
«Κοινωνιολόγος», ψεύδομαι εγώ.
«Να χέσω τα πτυχία σας», αποφαίνεται ο Ταξίαρχος. «Χαθείτε απ’ τα μάτια μου», συμπληρώνει έτοιμος να σκάσει στα γέλια. «Και καλά μυαλά», καταλήγει.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι. Τα λέμε στην Αθήνα», μου ψιθυρίζει ο Τσαλ όταν μας φορτώνουν πάλι στην «καναδέζα» με προορισμό το σύνταγμα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2005

Τρίτη, 01 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ, ΠΑΛΙ ΠΑΝΤΑ & ΞΑΝΑ


ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ,
Ο Αγγελόμορφος Οδοιπόρος



Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης. Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μεσ’ στην ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι από τον Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανδρέας Εμπειρίκος


Ένας από τους τελευταίους αγίους, ένας φτωχούλης του Θεού κι αυτός, όπως και τόσοι πρόγονοί του, ο Τζακ Κέρουακ, πλάνης και εξερευνητής εσωτερικών τοπίων, Μεγάλος Ερωτικός και Μέγας Απεγνωσμένος, μακάριος και γαληνεμένος, βραχνός Μουσηγέτης και πάντα, μα πάντα, Συγγραφέας – ένας από τους τελευταίους ανθρώπους, πασχίζει, σε όλη του τη σύντομη ζωή, να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως, να επινοήσει τρόπους φυγής από την αδυσώπητη δικτατορία της υλοφροσύνης, να επιχειρήσει το άνοιγμα σε ό,τι πιο μύχιο, πιο ανεξερεύνητο, πιο αχαρτογράφητο φέρουμε εντός μας, να αποκρυπτογραφήσει τα αλλόκοτα ιερογλυφικά της διαλεκτικής ζωής και θανάτου, πνεύματος και χώματος, ύλης και μουσικής του ζώντος. Ο Τζακ Κέρουακ, φυγάς θεόθεν και αλήτης, όπως το είχε διατυπώσει ο Εμπεδοκλής – ο Τζακ Κέρουακ, γυμνός άγγελος, ο Τζακ Κέρουακ, memory babe, παιδί της μνήμης, αδελφός μας και πιο πολύ αδέρφι μας, μες στις δεκαετίες ανοξείδωτος. Πρίγκιπας της ανεκτικότητας, πλημμυρισμένος απ’ τους ρυθμούς του κόσμου, ο Κέρουακ αρνήθηκε την ίδια του την ευφυΐα, την κατέστρεψε, τη δαπάνησε, χάριν μιας περισσότερο πολύτιμης – και τόσο δυσεύρετης πια – ιδιότητας, χάριν αυτού που όλοι ξέρουμε τ’ όνομά του αλλά τόσο λίγοι καταφέρνουμε να είμαστε άδολοι διάκονοι και λυτρωμένοι δούλοι του: της αγάπης.

Ο Τζακ Κέρουακ, γεννημένος στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, στις 12 Μαρτίου του 1922, έμελλε στη σύντομη ζωή του να περάσει από ένα σωρό σταυροδρόμια λαβυρίνθων, παραμένοντας πάντα αγνός και ανεξέλεγκτος, παίρνοντας πάντα, εσκεμμένα, τις λάθος αποφάσεις, αγαπώντας τους λάθος ανθρώπους, μένοντας στη λάθος μεριά του δρόμου. Έμελλε να καεί κι αυτός, σαν τα κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, να πυρποληθεί, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μόνο και μόνο για δωρίσει σ’ έναν σκοτεινιασμένο κόσμο λίγες στιγμές φέγγους. Έμελλε να γράψει δεκάδες χιλιάδες σελίδες, πυρωμένα παραληρήματα αγάπης, αγάπης, και αγάπης, χτυπώντας με ηδύτατη παραφορά τα πλήκτρα της γραφομηχανής, περιοδεύοντας στα λημέρια της αγαθότητας με τα νώτα γυρισμένα στους χλευασμούς των φανατικών μιας κακομοίρας νουνέχειας, μιας σωφροσύνης πάμφτωχης. Έμελλε να γράψει το On the Road, το απαράμιλλο χρονικό της μακαριότητας και της κίνησης, του έρωτος και της περιπλάνησης, της φιλίας και της προσήλωσης στην ευφρόσυνη αλητεία που, όπως κάποια τραγούδια αγαπημένα, ξέρει να ξεγελά το δυνάστη χρόνο. Έμελλε να γράψει τους Υποχθόνιους, μέσα σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μέσα σ’ έναν άγιο πυρετό τρελής δημιουργικότητας και ανάγκης να εκφραστεί, καταφέρνοντας, όπως λέει κι ο Χένρυ Μίλλερ, «ένα τέτοιο πλήγμα στην αθώα μας πρόζα απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει». Έμελλε να πιει θύελλες κρασιού, μπίρας, βότκας, τεκίλας, μεσκάλ, ουίσκι -- πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, γράφει ο Νίκος Καρούζος – να πιει διαλύοντας τη σύνεση, κονιορτοποιώντας τα οχυρά των πεποιθήσεων, ανατινάζοντας τα σινικά τείχη των βεβαιοτήτων, καίγοντας τις γέφυρες που οδηγούν στη βολή, στην ασφάλεια, στο «κονάκι». Έμελλε να ψάλει του Σύγχρονου Ανθρώπου την Πτήση και την Πτώση.

«Μα, γυναικούλα μου, τα έκανα όλα, έγραψα το βιβλίο. Διέσχισα περήφανα τους δρόμους της ζωής μου, του Μανχάτταν, του Λονγκ Άιλαντ, διέσχισα τις 1183 σελίδες του πρώτου μου βιβλίου, πούλησα το βιβλίο. Πήρα τα πρώτα χρήματα, ούρλιαξα από χαρά, το Θεό εδόξασα, και συνέχισα, κι έκανα ό,τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνεις στη ζωή. Μα τίποτα δεν έβγαλα. Καμιά ‘γενιά’ δεν είναι ‘νέα’. Τίποτα νέο κάτω απ’ τον ήλιο. ‘Τα πάντα ματαιότης’. Ξέχνα το, γυναικούλα μου. Τράβα για ύπνο. Αύριο μια νέα μέρα ξημερώνει . Hic calix! Κοίταξέ το στα Λατινικά, σημαίνει ‘Ιδού το δισκοπότηρο’, και κοίτα να ‘χει κρασί εκεί μέσα».

Ο Τζακ Κέρουακ, ένας κατάσκοπος στο ίδιο του το σώμα, ένας κατάσκοπος στο σπίτι του έρωτα, ένας κατάσκοπος στο χώρο και στο χρόνο που μας αντιστοιχεί, στο χώρο και στο χρόνο που είναι το εφήμερο πέρασμά μας από τούτο τον πλανήτη. Να οδηγείται σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις της δεσπόζουσας ηθικής και της δεσπόζουσας γλώσσας, εκείνη την όχι και τόσο μακρινή δεκαετία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Μακελειό, αρνούμενος ό,τι τείνει να περιορίσει την εκδίπλωση της δημιουργικότητάς μας, αρνούμενος συμβάσεις και κανόνες, παίζοντας το παιχνίδι του για να θεσπίσει καινούργια κριτήρια, νέες σταθερές. Η γλώσσα, συντακτικό και γραμματική και ρυθμός, να είναι ένα πεδίο μάχης, να είναι μια ναρκοθετημένη ζώνη, να είναι ο Άλλος Τόπος, όπως λέει κι ο Βλαβιανός, να είναι το πέραν του είθισται, να είναι θέρετρο αλλά και σφαγείο.

Ερωτοτροπώντας με το μηδέν, ερωτοτροπώντας με τις ακρότητες μιας ευλογημένης και ποθητής απλότητας, ο Κέρουακ θα σμίξει με άλλους αντάρτες της καθημερινής ζωής, με ποιητές και συγγραφείς που χάνονταν και βρίσκονταν και λυτρώνονταν στο εντός των γραπτών τους, που διέκοπταν μεθοδικά κάθε συνάφεια με θέσφατα και άκαμπτες αποφάνσεις, που έγιναν αυτοσχέδιοι πειραματιστές, πέτρες κυλιόμενες σ’ ένα έδαφος επικίνδυνο, σε μια κοινωνία που ήθελε να προσεταιριστεί ή να εξορίσει κάθε αυθεντικό σκίρτημα ζωής, κάθε γνήσιο κραδασμό δημιουργικότητας. Ουίλλιαμ Μπάροουζ και Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο και Πήτερ Ορλόφσκι, Άλαν Άνσεν και Λώρενς Φερλινγκέτι, Γκάρυ Σνάιντερ και Νηλ Κάσαντι. Μακάριοι, beatniks, σαλοί και παλλόμενοι, τραχείς και λεπτεπίλεπτοι, χερουβείμ αρουραίοι, ατίθασοι και μειλίχιοι, πότε λάτρεις της σιωπής και πότε φωνακλάδες, ασάλευτοι άλλοτε σε ιερή περισυλλογή και άλλοτε αεικίνητοι, πράοι και ανοιχτοί στην εμπειρία, να ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα ανάμεσα στα πεζοδρόμια ενός άκαμπτου πολιτισμού που πεθαίνει αποκαμωμένος μέσα στους ύστατους σπασμούς του.

«Ποιος ξέρει αν πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα εγωισμού και σκληρότητας, το σύμπαν δεν είναι τελικά μια μεγάλη ευσπλαχνική θάλασσα, μια απέραντη γλύκα; Και ποιος ξέρει αν δεν είναι η μοναξιά της τωρινής μοναδικότητας του αγέννητου στοιχείου της μελλοντικής ουσίας του καθενός που αρνείται τη μοναδική, αγνή αιωνιότητα, αυτό το μεγάλο απόλυτο δυναμικό που μπορεί να ακτινοβολήσει τα πάντα, αυτή τη λαμπρή ευτυχία, το Ματιβαζρικαρούνα, ο Υπερβατικός Αδαμάντινος Οίκτος! Όχι, εγώ θέλω να μιλάω ΓΙΑ τα πράγματα, για το σταυρό, για το αστέρι του Ισραήλ, για τον πιο υπέροχο άνθρωπο που έζησε ποτέ και που ήταν Γερμανός (ο Μπαχ), για τον γλυκό Μωάμεθ, για τον Βούδα, για τον Λάο-Τσε, τον Τσουάνγκ-Τσε, τον Σουζούκι... γιατί θα έπρεπε να επιτεθώ σ’ αυτά που αγαπώ, έστω κι αν είναι έξω από μένα; Αυτό θα πει Μπητ. Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου» (Τζακ Κέρουακ, Οι Καταβολές της Μπητ Γενιάς).
Οραματιστής και καταγραφέας φαινομενικά ασήμαντων λεπτομερειών, ο Κέρουακ σπεύδει να καθαγιάσει το καθημερινό, το οικείο, το τάχατες τετριμμένο, υψώνοντάς το σε διαστάσεις ποιητικές, στιλβώνοντάς το με τον καταιγισμό των δονούμενων λέξεών του, δίνοντάς του πίσω το λεηλατημένο νόημά του, βαφτίζοντάς το στην άχραντη ουσία. Παλεύει με το χρόνο, λατρεύει το χρόνο, ξοδεύει το χρόνο, σμίγει, γίνεται ένα, κυλιέται αγκαλιασμένος σε λειμώνες με το χρόνο. Λαχανιάζει όταν γράφει, και μαζί του λαχανιάζει και ο χρόνος. Είναι σαν τον Προυστ ένας γερομαστούρης του χρόνου. Να ειπωθεί το ανείπωτο, να λεχθεί το άλεκτον, να ανατριχιάσουν μες στα στήθη τικ οραμάτων, να είναι ένας τρελός άφωνος άγιος του μυαλού, να πει την αληθινή ιστορία του κόσμου σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο, να κολυμπήσει στον αχανή ωκεανό της γλώσσας, να συνθέσει το άγριο, το απειθάρχητο, το αγνό, το ερχόμενο μέσα του απ’ τα κάτω, ιδού σπαράγματα, ξεφτίδια, θραύσματα από το πρόγραμμα του Συγγραφέα Τζακ Κέρουακ. Ιδού το Πεπρωμένο της Γραφής Του. Ιδού και η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής Του.

«Ο Κέρουακ ήταν συγγραφέας», μας λέει ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ. «Ήξερε να γράφει. Πολλοί άνθρωποι λένε ότι είναι συγγραφείς, βγάζουν βιβλία με το όνομά τους επάνω, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να γράφουν – ανάμεσα στον συγγραφέα και σε εκείνον που απλώς δηλώνει ‘συγγραφέας’ υπάρχει μια τεράστια διαφορά, ανάλογη με εκείνη που χωρίζει τον αληθινό ταυρομάχο που έχει να αντιμετωπίσει στην αρένα τον μαινόμενο ταύρο, από τον κοινό μαλάκα που παραμυθιάζει τους φίλους του κάθε βράδυ με τα ανδραγαθήματά του στον πόλεμο που τον έζησε μόνο από τα μετόπισθεν. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ζήσει τη γραμμή του πυρός για να μπορέσει να πει την αλήθεια. Κινδυνεύει όμως και να τραυματιστεί θανάσιμα».

Αρνούμενος να δεχτεί ότι υπάρχει πλοκή στη ζωή, ο Κέρουακ εξόρισε την πλοκή από τα οραματικά, αλλά και τόσο γειωμένα, μυθιστορήματά του. Το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν ακόπαστη αναζήτηση, επέλαση στον πυρήνα του νοήματος, καταβύθιση στο κέντρο της ταραχής και της ουσίας. Λέξεις, και λέξεις, και λέξεις. Πλήγιαζε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα της γραφομηχανής, γεμίζοντας το σκληρό λευκό κενό του χαρτιού, κάνοντας τις φράσεις να φωνάξουν το Ναι Στην Εμπειρία. Αφηνόταν στις δίνες εσωτερικών κλυδωνισμών, αφηνόταν στην καταγραφή όσων άκουγε μέσα του, εκείνων των μύχιων φωνών που πότε ουρλιάζουν και πότε ψιθυρίζουν τις ακατάλυτες αλήθειες μας. Αλιεύει τα θέματά του από το ποτάμι της καθημερινής ζωής, εστιάζει στο γεγονός, οι λέξεις του παύουν κάποτε να είναι σύμβολα, να είναι κώδικες και σημεία, οι λέξεις του γίνονται, σε πολλές σελίδες του, γεγονότα. Είναι Μαθητευόμενος της Οδύνης, είναι Νοσταλγός Ενός Μέλλοντος Χαμένου Στη Διάρκεια, είναι Διάκονος Της Απλότητας. Αφουγκράζεται το Χτυποκάρδι του Κόσμου. Αφουγκράζεται το Μουρμουρητό των Γεγονότων.

«Το στοιχείο που έκανε τον Κέρουακ έναν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς της νεολαίας, είναι το χάρισμα να κατανοεί και να εκφράζει πλήρως τις φαντασιώσεις της, τα πάθη της, την επιτυχία και την αποτυχία της. Αποκηρύσσοντας κάθε πολιτική σκοπιμότητα, μετατράπηκε σ’ ένα ανθρώπινο μαγνητόφωνο με ουράνιο μηχανισμό, έτοιμο να ηχογραφήσει κάθε πρόσφορη αμερικάνικη φωνή» (Γιάννης Τζώρτζης).

Αγαπούσε την τζαζ, ο Τζακ Κέρουακ. Αγαπούσε τον καπνό και το αλκοόλ. Αγαπούσε τις θολές γραμμές των οριζόντων. Αγαπούσε την αρχιτεκτονική (ας ειπωθεί ξανά) της σκόρπιας ζωής. Αγαπούσε τις όμορφες κοπέλες. Αγαπούσε τις γάτες. Τον αγάπησε μια ολόκληρη γενιά ελεύθερων ανθρώπων, ευαίσθητων τυχοδιωκτών, ευγενικών μποέμ. Τον αγάπησαν κάμποσοι βιογράφοι. Τον αγάπησε ο Τομ Γουέιτς, κι έγραψε ένα τραγούδι, το Jack & Neal, για να μας θυμίζει διαρκώς την περιπέτειά του. Τον αγάπησε ο δικός μας Ανδρέας Εμπειρίκος και έγραψε για χάρη του μερικές ρυθμικές και εκθαμβωτικές αράδες.

Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στην λέξι «hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με bop, με twist, με rock’n roll, με τις φωνές των νέγρων), κ’ έτσι, καθώς διαβαίνει – ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο κτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή: «BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND GLORY!»

Ο Τζακ Κέρουακ, ποιητής και οραματιστής, πατριάρχης της Μπητ Γενιάς, αθάνατος θνητός και παις πεσσεύων, έφυγε από αυτόν τον κόσμο πριν από τριάντα χρόνια. Στα σαράντα έξι του, ένα πρωινό στο μπάνιο, την 21η Οκτωβρίου του 1969, πολυαγαπημένος αγγελόμορφος οδοιπόρος και θαυμάσιος μνήμων, καταγραφέας πόθων και οραμάτων και εξάρσεων που στοιχειώνουν ακόμη τη λογοτεχνία και τη ζωή, ο Κέρουακ θα αναχωρήσει από τούτη τη ζωή, θα πάει να συναντήσει όλους εκείνους που κάποτε του ένευσαν και τον ενέπνευσαν, που τον έκαναν αυτό που θέλησε να γίνει, που του πρόσφεραν εκείνο το Μαύρο Γάλα της Αυγής. Μας άφησε τις σελίδες του, εδώ, δικές μας, δώρο και συμβολή στο Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας, χρυσαφένια παράγραφος σε ό,τι κάνει τη ζωή υποφερτότερη, σε ό,τι είναι θάλπος και θάμβος, σε ό,τι αποτελεί ανάσα και οξυγόνο αντιδιαστολής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)


Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:

Δίχως Μύθο

Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Malcolm Lowry



Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Ένας αιώνας από τη γέννησή του Lowry. Παρέα με τον Νέστορα Πουλκάκο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ετοιμάζουμε ένα ωραίο αφιέρωμα στον Lowry, με κείμενα, ποιήματα, πονήματα].

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!


Κάτω τα χέρια απ’ τον Κοροβέση, προς το παρόν, και μετά βλέπουμε!

Ένα αίνιγμα που ο Ηρακλής Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ογκίστ Ντυπέν, ο Πατήρ Μπράουν, αλλά και οι δημιουργοί τους, ήτοι η Αγκάθα Κρίστι, ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, δεν θα έλυναν εύκολα συμβαίνει να είναι το γιατί, διάβολε, να ταλανίζεται από άγριες κρίσεις η Αριστερά όταν ακριβώς όλα, μα όλα, οι συγκυρίες, η κατάσταση των άλλων, η διάθεση του κόσμου, συντείνουν στο να πηγαίνουν όλα μια χαρά γι’ αυτήν.
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που αυτό που λέμε κόσμος της Αριστεράς έρχεται κοντά της, φουσκώνει τα πανιά της, πυκνώνει τις τάξεις της, δίνει το «παρών», δηλώνει διαθέσιμος, η συγκροτημένη Αριστερά φροντίζει, με συνήθως σπασμωδικό άχαρο άκομψο σπαστικό τρόπο να παγώσει αυτόν τον κόσμο, να τον κάνει να μουδιάσει, να τον απογοητεύσει, να τον φουρκίσει, να τον στενοχωρήσει;
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που η Αριστερά δεν κινδυνεύει από σκοτεινές συνωμοσίες άλλων, δεν απειλείται από την βάναυση καταστολή, δεν διώκεται από την Δεξιά, διαθέτει κάτι παραπάνω από πολύγραφους και ντουντούκες για να διαδώσει τις όποιες θέσεις της, τότε συνθλίβεται από εσωτερικές έριδες, τότε δείχνει τον χειρότερό της εαυτό, τότε θυμάται να σκαλίσει τις πληγές της, τότε βαράει αλύπητα τα καλύτερα παιδιά της;
Τι στο καλό συμβαίνει με την Αριστερά; Τι στο καλό θέλει να είναι αλλά δεν είναι; Ή το νομίζουμε εμείς ότι είναι ενώ η ίδια δεν θέλει να είναι; Και πώς συμβαίνει ύστερα από σφοδρές κρίσεις κι ενώ φτάνει στα όρια της διάλυσης, βρίσκονται πάντα, θα έλεγες ως διά μαγείας, άνθρωποι πρόθυμοι να την πλαισιώσουν εκ νέου, να την ανασυγκροτήσουν, να την δυναμώσουν, να τη θεριέψουν, ακριβώς για να κάνει, για την Αριστερά μιλάμε, τα ίδια λάθη, να δείξει και πάλι έναν κακό εαυτό, να κυλήσει και πάλι στην γκρίνια της εσωστρέφειας και στην εσωστρέφεια της γκρίνιας;
Στο σκάκι λέμε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αλλά διόλου αναπόφευκτη δεν είναι η επανάληψή τους. Απεναντίας, το λάθος το μελετάς, το αναλύεις, το υπερβαίνεις, το ξεπερνάς. Αλλιώς είσαι «μαζέτας», λένε οι σκακιστές. Και «μαζέτας» σημαίνει παίκτης μη-εξελίξιμος, παίκτης που όσο κι αν μοχθεί, όσο κι αν μελετά, όσο κι αν πασχίζει, αρνούμενος να δει και να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα λάθη του άλλο δεν κάνει από να τα επαναλαμβάνει. Η Αριστερά, αν δεν θες να την πεις κάτι σαν Κακιά Μητριά, μπορείς μάλλον να την πεις «μαζέτα» στη σκακιέρα της πολιτικής ή/και της κοινωνικής δράσης. Δεν θέλει να βλέπει τα λάθη της στ’ αλήθεια και βαθιά, υιοθετεί ξανά και ξανά τα ξύλινα καλιαρντά της, και οδηγείται, θαρρείς αενάως, από κρίση σε ανασυγκρότηση και από επανίδρυση σε εκ νέου κρίση.
Πολλά τα γιατί, πολλές οι ενδεχόμενες απαντήσεις, πολλοί οι κήνσορες και θεράποντες. Κι εμείς εδώ είμαστε, για να τα λέμε. Θα επανέλθουμε, φυσικά!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/08/09

Παρασκευή, 07 Αυγούστου 2009

Ο ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣΆΚΗΣ, Σάββατο, Οχτώ Ογδόου του Ερρίκου, από τσι Ένδεκα την Νύχταν, αμέ! Εις Κανάλ Ουάν, 90,4 FM, Πειραιάς, www.kanaliena.gr , ΜΗΝ ΜΑΣ ΧΑΣΕΤΕ, χαθήκαμε!

Πέμπτη, 06 Αυγούστου 2009

ΣΑΜΕΡΙΝΔΕΣΙΤΥ


Για όσους αγαπούν τη θάλασσα αλλά μονάχα τον χειμώνα και από μακριά (ως λέγει ο εκλεκτός Νίκος "Γκαγκάριν" Τριανταφυλλίδης): Κάθε Παρασκευή από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι (Radio Propaganda) κάθε Σάββατο από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα («Ο Αφρός των Ημερών») αλλά και από τη 1 έως τις 3 τα χαράματα («Τα Τζουκμπόξ του Μεσονυκτίου»), και κάθε μέρα δύο παρά δέκα το μεσημέρι («Ραδιοχρονογράφημα»), ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης κοντά σας με τις μουσικές του επιλογές (καυτή Jazz, rock’n’roll, Nick Cave, The Pogues, Iggy Pop, Tom Waits, κτλ), με πολλή ποίηση, αστυνομικά μυθιστορήματα, και εκλεκτούς καλεσμένους. (έχουν παρελάσει ήδη, μεταξύ άλλων, οι: Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Χρονάς, Στέλιος Ελληνιάδης, Μάριος Σπηλιόπουλος, Κώστας Θωμαϊδης. Σωτήρης Μπαχτσετζής, Ανδρέας Παγουλάτος, ενώ αναμένονται οσονούπω οι: Τίτος Πατρίκιος, Χάρης Βλαβιανός, Θανάσης Μήνας, Γιώργος Βαλαής, Κωστής Τριανταφύλλου, κ.ά.) Τα ερτζιανά ποτέ δεν πεθαίνουν. Ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας, της αναλγησίας, της ακαλαισθησίας.

Σάββατο, 01 Αυγούστου 2009

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1


Tsabro

Λάτρης της ECM, της εταιρείας που τόσο τιμά την υψηλή μουσική, έσπευδα από έφηβος να αποκτήσω, με κάθε τρόπο (θα ήμουν ικανός να προχωρήσω και σε ένοπλη ληστεία, ο μανιακός) τα διαμάντια αυτού του δισκογραφικού τεμένους. Έλιωνα τα βινύλια, με απανωτές ακροάσεις, στο παλιό ξύλινο Kenwood, μάζευα συμμαθητές και φίλους και τους παρέσυρα, όσο μπορούσα, μακριά από τις τότε αγάπες τους (και αγάπες μου), τους Genesis, τους Yes, τους Who, ακόμα και τους εξαίσιους Kinks, για να απολαύσουμε, σχεδόν μυσταγωγικά, μες στην τεταραγμένη εφηβεία μας, τη μαγεία του Keith Jarrett, του Jan Garbarek, του Chick Corea.
Οι αφροσύνες είναι επιλογή μας, και μάλιστα, προσωπικώς, επαίρομαι για τις αμέριμνες τρέλες της νιότης αλλά και της μετέπειτα περιπέτειάς μου στη ζωή. Την κακή τύχη, όμως, ούτε την επιλέγεις, ούτε την προβλέπεις, ούτε μπορείς να την αποτρέψεις. Πολλά από τα βαρύτιμα για τη διάπλασή μου βινύλια της ECM τα σκόρπισα δωρίζοντάς τα σε μερικούς φίλους. Δεν έχω μετανιώσει ούτε δευτερόλεπτο γι’ αυτό. Εντούτοις θρηνώ ακόμη για πολλά άλλα που τα πήρε ο όλεθρος (ένα κιβώτιο που «χάθηκε» σε μια μετακόμιση, μια φωτιά που πήρε μαζί της ανεκτίμητους θησαυρούς). Ας είναι. Πασχίζω, πάντα με νόμιμα μέσα πλέον, να αποκτήσω ξανά τα «άπαντα» της ECM, τυλιγμένος στη χρυσόσκονη του ενθουσιασμού τόσο όταν ακούω παλιά της επιτεύγματα όσο και όταν έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή, σε κατάσταση μέθεξης, με τα καινούργια της αριστοτεχνήματα.
Όταν έμαθα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα παίξει το αιθέριο (αλλά και χθόνιο, γήινο, χωμάτινο) πιάνο του στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στον Πειραιά, την Πέμπτη 6 Αυγούστου, νύχτα με πανσέληνο, με κατέκλυσε η συγκίνηση, με κυρίευσε η νοσταλγία για όσα μου έμαθαν οι δίσκοι της ECM και του Βασίλη Τσαμπρόπολου, ιδίως (και δίχως διόλου να εννοώ ότι δεν με ταξιδεύουν μαγικά τα άλλα του έργα) το «Chants, Hymns and Dances», του 2004 – μια ονειρώδης ξενάγηση στους λαβυρίνθους του βιώματος, μια, για μένα έξοχη υπενθύμιση της μαγείας του Παπαδιαμάντη, μια λυτρωτική καταβύθιση σε ό,τι κόμισε ο Καρούζος στην ποίηση, μια απόλυτα ευπρόσδεκτη υποτροπή στους ήχους και τις μελωδίες που μου δώρισε ο Ελύτης. Άκουγα, ξανά και ξανά, αυτό το έργο (και συνεχίζω να το ακούω) για να θυμηθώ ότι ανάμεσα στα άλλα με γαλούχησε ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να κάνει Τέχνη λιτή και λυτή. Κι ακόμα, με κυρίευσε ένας άδολος ενθουσιασμός που δεν μπόρεσα να κρύψω και να μην τον μοιραστώ με τα φιλικά μου πρόσωπα. Ανάμεσα σ’ αυτά και η εκλεκτή Χριστίνα Κόκοτα.
Συνάδελφος στο Κανάλι 1, η Χριστίνα διαθέτει ένα ιδιαίτερο ταλέντο (λίαν παρεξηγήσιμο στους άχαρους καιρούς μας) να κρύβει τα χαρίσματα, τα προσόντα και το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων της, καθώς και μιαν ανατρεπτική διάθεση, πίσω από έναν παλαιομοδίτικο μανδύα, θαρρείς προτιμώντας οι άλλοι να ανακαλύψουν τον πλούτο της, «σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα» όπως έλεγε ο Ernest ‘Papa’ Hemingway. Η Χριστίνα συμμερίστηκε, τον σε βαθμό (ηπίου) παραληρήματος ενθουσιασμό μου για τη μουσική του Τσαμπρόπουλου και –ω του θαυμαστού θαύματος!– με πληροφόρησε, παραβαίνοντας τους όρκους σεμνότητας που την μετατρέπουν σε ένα είδος στρειδιού, ότι όχι μόνον τον γνωρίζει αλλά και ότι συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση της εμφάνισής του στον Πειραιά. Ο ενθουσιασμός μου έγινε αλλόφρων και, σχεδόν γονυπετής, την εκλιπάρησα να μεσολαβήσει ώστε να τον έχουμε, έστω και τηλεφωνικώς, στην εκπομπή μου Radio Propaganda (κάθε Παρασκευή, 12:00 – 14:00). Εκείνη με σήκωσε από το έδαφος και με ανέβασε εκεί όπου, παρά τα παρά ένα πεντήκοντα έτη σου, γίνεσαι ξανά έφηβος, εκεί όπου, παρά τον ζόφο και τις κακουχίες, ζεις σ’ ένα όνειρο γαλάζιο και χρυσό, εκεί όπου η νηφάλιος μέθη γίνεται ένα με την μεθυσμένη νηφαλιότητα: ήτοι στα ουράνια μέλαθρα της ευδαιμονίας. Μου έταξε, με άλλα λόγια, ότι, ναι, θα μεσολαβήσει να έχουμε την τηλεφωνική παρουσία του δημιουργού στην εκπομπή μου.
Την επόμενη ημέρα, η Χριστίνα μού τηλεφώνησε και ύψωσε την ευδαιμονία μου εις την νιοστή, λέγοντάς μου ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα κάνει την τιμή σ’ εμένα και στο Κανάλι 1 να διακόψει τις… διακοπές του (στην Τήνο), και να θαλασσοδαρθεί (όντως με κάτι οχτάρια μποφόρ ταξίδεψε), και να είναι στο Κανάλι, και να μιλήσει για το έργο του.
Το ραντεβού ήταν για τις 11:45. Συνεπέστατοι άπαντες λίγο έλειψε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Έγιναν οι συστάσεις και έλαμψαν τα χαμόγελα. Νερό και καφές στο σαλονάκι έξω από το στούντιο. Παρών και ο Γιάννης Καρολόγος των Πολιτών Kane. Μετά τις Ειδήσεις των 12:00, περάσαμε στο στούντιο, απλώσαμε δίσκους και βιβλία, ξεκινήσαμε με το «Promise», το κομμάτι από το cd με τον ίδιο τίτλο, το νέο δημιούργημα του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, από την ECM, και αφεθήκαμε σε μια ευγενική, μεστή, και ενίοτε διδακτική συζήτηση για την μουσική, την τέχνη εν γένει, την ποίηση, τον πολιτισμό, την jazz. Ακούσαμε και μεταδώσαμε πολλά κομμάτια από το «Promice» και το «Chants, Hymns and Dances», μιλήσαμε για τον Γεώργιο Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (δάσκαλο/ φιλόσοφο/ μουσικό), ταξιδέψαμε στους λειμώνες της μελωδίας. Σε κάποιο διάλειμμα, ο Γιάννης Καρολόγος, καθηλωμένος ακόμη στο σαλονάκι, είπε, «Εκπληκτική μουσική! Έχω μείνει ενεός!», και η εκπομπή Radio Propaganda κύλησε μες στο θάλπος και το θάμβος. Ήταν μια από κείνες τις εμπειρίες που εγγράφονται ανεξίτηλα στη μεμβράνη νου και ψυχής, μένοντας αλησμόνητες. Θαρρώ ότι εξίσου αλησμόνητη θα είναι η παρουσία του Βασίλη Τσαμπρόπουλου για όσους έρθουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά να τον ακούσουν να ιερουργεί με τα εβένινα και φιλντισένια πλήκτρα του πιάνου του, την Πέμπτη, 6 Αυγούστου, το βράδυ στις 9:30, με την Πανσέληνο να μας φέρνει πιο κοντά σε ό,τι βαθιά ανθρώπινο θάλλει στη Μουσική και στη Δημιουργία.
Μύρια από καρδιάς ευχαριστώ στον πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Τσαμπρόπουλο. Η μουσική του είναι ένα μέγιστο δώρο.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/08/09

ΥΓ. Απόψε, στον Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», έντεκα το βράδυ και έως τη μία μετά τα μεσάνυχτα, ακούστε ένα πρώτο αφιέρωμα στην ECM. Θα σας ταξιδέψω στα ηχητικά τοπία δημιουργών όπως ο Keith Jarrett, Enrico Rava, Paul Motian, Bill Frisell και, φυσικά, Βασίλης Τσαμπρόλουλος.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΜΑΛΚΟΛΜ ΛΟΟΥΡΥ


Ωδή στον Malcolm Lowry


The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!)
JJ, Finnegans Wake


Σου γράφω τώρα δα το ποίημα
και στο δωρίζω,
Καραβασίλη Γιώργο,
το ποίημα εκείνο,
την Ωδή,
που πήρες να συνθέτεις.

Σε βλέπω καθώς ανάβω το τσιγάρο
και αρχίζω,
ψέματα: συνεχίζω,
από κει που τ’ άφησες εσύ,
σαν ο χάρος ο άχαρος
ο καμπούρης
ο κανάγιας
ο γκαντέμης
σου πήρε το μολύβι από το χέρι
σου πήρε το ποτήρι με το ουίσκι
σου πήρε την καρδούλα
που «Κάθε καλό!»
σ’ έκανε να λες
προτού απολαύσεις
την πρώτη
την ωραία τη γουλιά.

Γράφω λοιπόν
καθώς κι εσύ ομνύοντας
στους 47,6 βαθμούς του τζιν
μα και τους 37,2 του αιδοίου
που όχι μονάχα νύχτες πρόστυχες
μα και της Ποίησης την ποίηση ποτίζουν.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα είχανε βρει κάποτε
ο ένας τον άλλον.

Οαχάκα!
Ναι, στην Οαχάκα έλαμψαν αλησμόνητα
το χάδι και το χνούδι
ακούστηκε αλησμόνητα
του Έρωτος το τραγούδι
άνθισε αλησμόνητα
της Αγάπης το λουλούδι.

Οαχάκα!
Κι εκεί κι εδώ: Οαχάκα!
Τι μεσκάλ στο Φαρολίτο
τι τσικουδιές στον Καπετάν Μιχάλη;
Η ίδια μοίρα,
η ίδια έξαψη,
η ίδια φωτιά,
η ίδια καθημαγμένη έπαρση,
το ίδιο να μας κεντρίζει
του Πόθου το αγκάθι
τα ίδια οινοβαρή αγέρωχα λάθη
τα ίδια γενναία τεθλασμένα πάθη.

Ω Γιώργο!

Τα σκυλιά του Χρόνου είμαστε
Αυτός κρατάει το λουρί.

Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!
Με το σουγιά της Ποίησης το κόβω!


Γράφω λοιπόν
καθώς σε βλέπω τώρα δα
στ’ ωραίο καπηλειό
πάντα με το μολύβι σου έτοιμο
τον λυρισμό ν’ αποτυπώσει στο χαρτί
ενός πακέτου από φτηνά τσιγάρα
ποτέ χλομός ποτέ σταχτής
μα πάντα κόκκινος
χρυσός πάντα
και γαλάζιος
σαν ιερουργούσες με τις λέξεις
σαν τραγουδούσες τις βλάσφημες έξεις
σαν ενέδιδες στις έξαλλες έλξεις.

Γράφω λοιπόν
και κλαίω
και θυμώνω
και πεισμώνω
και
τσακίσου από δω!
στο χάρο λέω
και
λέξεις λιτές
διαλέγω
για να σου θυμίσω
πως δεν σε ξεχάσαμε
για να σου μηνύσω
πως εδώ είμαστε συναγμένοι
οι φίλοι σου οι αγαπημένοι
και πίνουμε
για σένα
και δίνουμε
όρκο
πως διάκονοι της Ποίησης
και της Φιλίας
ψαλμωδοί
παντοτινά θα μείνουμε.

Γιώργο, αχ, Γιώργο!

Άκου,
ο Malcolm είν’ εδώ
και ο Arthur, και ο Baudelaire,
κι η Άντα κι η Αλίκη,
και όλα τα κορίτσια του Villon,
et les plaisirs et la splendeur
de ces jeunes voyelles
και μας τραγουδάει
τις «Λιτανείες για μιαν Επιστροφή»
ο τόσον εύμορφος
Jacques Brel
και
πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε
όπως στο ποίημα του Καρθαίου
όπως στον Τέταρτο του Shakespeare τον Ερρίκο
όπως στης απώλειας
της λυτρωτικής
τον κάθε κακόφημο οίκο
όπως στην Πατησίων
στο Aurevoir
όπως στου Bukowski
τα ποιήματα όλα
όπως στου Debord
τον Πανηγυρικό
όπως στου Καρόλου το «Μεθύστε!»
όπως στου Lowry
το έπος
που τόσο αγάπησες
που τόσο διαλάλησες
εσύ που τις ώρες σου
αφειδώλευτα
στα καπηλειά σπατάλησες.

Αχ Γιώργο,
εδώ κι εγώ
αφήνω στη μέση την Ωδή
κάηκε το μυαλό μου
το σύμπαν όλο κάηκε
τ’ αποκαΐδια είμαστε
μιας άγριας πυρκαγιάς
που ξέσπασε πριν γεννηθούμε
που φούντωσε
προτού δοθούμε
όσο μας έπρεπε
στης Τέχνης μας τη σάρκα.

Μόνος εγώ
ανήμπορος
τραυλός
σακάτης
και σεκλέτης
αστέρας αλαμπής
στου Είναι τη σκιά
στου φεγγαριού τα πάρκα
ρίχνω στις φλόγες την Ωδή
το ποίημα πυρπολώ
κι αρχίζω να περιπολώ
στου σκότους τα σοκάκια.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/ΙΙ/2005

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα


Parker 51
ή
Σύντομη Ιστορία του 20ού Αιώνα

D’ailleurs
c’est toujours les autres
qui meurent
Marchel Duchamp


1.
Ξεραΐλα
Επιτήδευση καμία
Επιτήδευσις καν μία
Όλα στο ΜΗΔΕΝ
Δίχως παράταση
Δίχως παράσταση
Δίχως ανεξεταστέα κρίματα

Όλα
Στο
ΜΗΔΕΝ

Ξεραΐλα
Εικόνες κώνοι
Κενές εικόνες
Ξεραΐλας

2.
Μείνε
Μακριά μου
Για να
Με
Βρεις

Μείνε
Μακριά
Απ’ τη
Μεγάλη Τέχνη
Για να
Κάνεις
Μεγάλη
ΤΕΧΝΗ

Μην
Τους ακούς
ΈΛΑ
Σιμά
Στη
Συνάφεια
Σίμωσε
Νιώσε
Πράξε

Το
Έργο
Θα σου δοθεί
Ακέραιο

3.
Δίχως
Χωρίς
Και
Άνευ
Τον
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ
Δεν
Υπάρχει
ΔΕΝ
Υφίσταται
ΔΕΝ ΔΕΝ ΔΕΝ
Τέχνη
Ουδεμία
Του
Εικοστού Αιώνος

4.
επ’ ουδενί
οπαδός

5.
Μάτια
Σαν της Γαλλίας
Τη
Σημαία
Γαλάζια
Άσπρα
Κόκκινα

Ανέκαθεν

6.
Α!
Τι ωραία

ΚΑΙΓΕΤΑΙ

στο
τζάκι

η

ε
φ
η
μ
ε
ρ
ί
δ
α
!!!

7.
σφάγιο
η
ζωή

μακέλεμα
η
ποίησις

κι όμως
θυμάμαι
ακραδάντως
δευτερόλεπτα
μεγίστης
τρυφερότητας

8.
Το
The Long Goodbye
Του
Chandler

Ο
Αμερικάνος Φίλος
Του
Wenders

Ο
Coltrane
Όλος

Κι
Όλος
Ο
Rothko

τα τούτα
και τα κείνα
που μας
ολέθρεψαν

Τι
Όμορφη
Μοίρα
!!!

9.
Εικοστός
Αιών:

Ο παπά-Γκαπόν
Ο Νέστωρ Μάχνο
Οι Ναύτες στην Κρονστάνδη
Στο Κίελο, οι Ναύτες
Το Άνοιγμα Ρέτι
Τα Κορίτσια της Ποτοαπαγόρευσης
Ο Μαρσέλ Ντυσάν
Ο Ανδρέας Μπρετόν
Η Στήλη του Σβίττερς
Ο Ντεμπόρ

και
Όλα
τ’
Άλλα

10.
ήμουν
υπήρξα
θα γίνω

(εντωμεταξύ
βήχω)

11.
η
ώρα
ήρθε

κι
ήμουν
εκεί

12.
εκείνη
με
ζωγράφισε
από
του
νυν
και
έως
του
αιώνος

13.
τη
δική
σου
τη
δική
ΣΟΥ
Φωνή

Τη
Δική
ΣΟΥ
Τη
ΔΙΚΗ
ΣΟΥ
ΦΩΝΗ

με
τίμημα
τη
σιωπή

έστω
και
μη
εκκωφαντική
!

14.
Aristotle
Breton
Cravan
Debord
Einstein
Feuerbach
Giacometti
Hegel
Isou
Jorn
Kafka
Lukacs
Marx
Nabokov
Osima
Prevert
Queneau
Rothko
Sade
Trotsky
Ungaretti
Vaneigem
Wolman
Y [?]
Xenakis
Zappa

Εικονοστάσιο
Επωνύμων
Αγίων

[η ορθογραφία
περιττεύει]

15.
Ακριθάκης
Βακαλόπουλος
Γιαννακόπουλος
Δενέγρης
Εμπειρίκος
Ζαμπέτας
Ηλιού
Θουκιδίδης
Ίκαρος
Καρούζος
Λαπαθιώτης
Μαρτίνου
Νιζήρης
Ξυλούρης
Οικονομίδης
Πουλάκος
Ρωμανός
Σολωμός
Τορνές
Υψηλάντης
Φατούρος
Χρήστου
Ψαραντώνης
Ωραίοι

Έλληνες
Αδάμαντες
Ανυπακοής



Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Μάιος 2009

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Επέτειος Γαλλικής Επανάστασης & Γιάννης Κουνέλλης


Radio_140709

Ακόμα ένα Ραδιοχρονογράφημά μου στο Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM και www.kanaliena.gr (κάθε μεσημέρι, στις 2 παρά κάτι).

220 Χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση,
40 Χρόνια από ένα έργο του Γιάννη Κουνέλλη

Ένα από τα λατρεμένα μου έργα τέχνης, φιλοτεχνημένο πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, στα 1969, φέρει την υπογραφή του Γιάννη Κουνέλλη. Ας θυμίσουμε ότι ο Κουνέλλης γεννήθηκε το 1936, εδώ, στον Πειραιά. Οι μύωπες γραφειοκράτες της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του έφραξαν τον δρόμο της εισόδου στην Σχολή τρεις φορές, προσφέροντας έτσι, άθελά τους βέβαια, λαμπρές υπηρεσίες στην παγκόσμια τέχνη – και ο Κουνέλλης είναι παγκόσμιος καλλιτέχνης. Αποφάσισε, λοιπόν, να εγκατασταθεί στη Ρώμη, όπου αρχίζει να εκθέτει και να διαπρέπει.
Το έργο του Κουνέλλη, που το λάτρεψα και εξακολουθώ να το λατρεύω, δεν έχει τίτλο. Απαρτίζεται από μια μαύρη λαμαρίνα, η οποία φέρει ένα μικρό μεταλλικό ράφι. Πάνω στο ράφι βρίσκεται ένα αναμμένο λευκό κερί. Στη φλόγα του κεριού διαβάζουμε, γραμμένα με κιμωλία, τα εξής: Liberta o Morte. Ελευθερία ή Θάνατος. Κι από κάτω δύο ονόματα: Μαρά και Ροβεσπιέρος. Η απλότητά του έργου είναι συγκλονιστική, και αυτή η απλότητα είναι ο μέγας πλούτος του. Λαμαρίνα, κερί, κιμωλία. Επιτήδευση καμία. Ένας φόρος τιμής, μεστός, καθ’ όλα έντιμος, ευθύς, σε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στη Γαλλική Επανάσταση. Και σήμερα γιορτάζουμε, όσοι ξέρουμε ν’ αγαπάμε την Ελευθερία, τα 220 χρόνια από κείνη την ημέρα, την 14η Ιουλίου του 1789, ημέρα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης.
Πολλοί από μας έχουμε στα σπίτια μας την «Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης του Michelet, πολλοί θα έχουν διαβάσει κάποια από τα αναρίθμητα πονήματα που γράφτηκαν για αυτό το σπουδαίο γεγονός, ανάμεσα στα οποία και αυτό του αναρχικού πρίγκιπος Πέτρου Κροπότκιν. Σίγουρα υπάρχουν κάμποσοι που ακούνε, ξανά και ξανά, την όπερα «Ca ira» που συνέθεσε ο Roger Waters των Pink Floyd. Πόσοι και πόσοι δεν έχουν δει επανειλημμένως τον «Δαντών» του αειθαλούς Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα, έναν ύμνο αλλά και μια σφοδρή, εκ των έσω, κριτική στις σκοτεινές πλευρές της Γαλλικής Επανάστασης! Σε πολλών τα μυαλά λάμπουν ακόμη σαν άστρα που δεν σβήνουνε ποτέ τα ονόματα των Αδελφών Μπαμπέφ, του Γιώργη Κουτόν, κι ακόμα του ιδιοφυούς και άτεγκτου Saint-Juste, που μάλιστα τον έκανε ποίημα συναρπαστικό ο Νίκος Καρούζος. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Νικόλας Κάλας, ή Νίκος Καλαμάρης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, αλλά και εξίσου σημαντικός θεωρητικός τέχνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, δανείστηκε ένα από τα ψευδώνυμά του, το Σπιέρος, από το όνομα Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, τιμώντας έτσι αυτή την απόλυτα έντιμη ηγετική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης. Τα έργα τέχνης που άντλησαν την έμπνευσή τους από αυτό το μεγαλειώδες κοινωνικό πείραμα, απ’ αυτήν τη θυελλώδη προσπάθεια εκ νέου ανακάλυψης του νοήματος της ζωής και επαναπροσδιορισμού των ιδιοτήτων του ανθρώπου είναι κυριολεκτικά αμέτρητα.
Σήμερα, 14 Ιουλίου του 2009, φέρνω στο νου μου τη Γαλλική Επανάσταση της 14ης Ιουλίου του 1789. Θυμάμαι όσους καταπιάστηκαν ως ιστορικοί, ποιητές, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, με τη Γαλλική Επανάσταση. Αλλά, όσο έξοχοι κι αν ήσαν, μοιάζουν να σβήνουν μπροστά στη μικρή φλόγα απ’ το κεράκι του Γιάννη Κουνέλλη. Λαμαρίνα, κιμωλία, ένα κερί και μια θαρραλέα, έντιμη έμπνευση ανυψώνουν το έργο του Κουνέλλη σε απόλυτο αίνο, σε ανυπέρβλητο εγκώμιο της Γαλλικής Επανάστασης, της ανάγκης και επιθυμίας για Ελευθερία. Σαράντα χρόνια πριν, στα 1969, ο Κουνέλλης δώρισε στην ανθρωπότητα έναν τρόπο να στοχάζεται πάνω στα μεγάλα γεγονότα. Οι Πειραιώτισσες και οι Πειραιώτες ας είναι περήφανοι γι’ αυτόν τον παγκόσμιο εικαστικό φιλόσοφο που γεννήθηκε σ’ αυτά εδώ τα μέρη, στον Πειραιά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 14/07/09

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009

Και Πάλι Κοντά Σας


Radio_130709

Απανωτές οι αναποδιές, καπούτ η τεχνολογία, τρικλοποδιές αβέρτα από το πουθενά, κι έτσι το blog έμεινε στάσιμο για κάμποσον καιρό. Και πάλι κοντά σας, όμως, ανοίξαμε και σας περιμένουμε ή ΦΦΦΦΦ [Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε]. Εντωμεταξύ εκδόθηκε ο «Κλιματιζόμενος Εφιάλτης» του Henry Miller [Μεταίχμιο], το «Όπλο μετά Μουσικής» του Jonathan Lethem [Ελληνικά Γράμματα], ο «Χειμώνας» της Melanie Wallace [Πόλις], που τις μεταφράσεις τους είχα τη χαρά και την τιμή να υπογράψω. Κι ακόμα, κυκλοφόρησε το νέο Βακχικόν, πλουτίζει τις γνώσεις μας ο Γιαννακόπουλος μέσα από το areadingdiary, τραγούδησε ο Iggy γαλλικά, έφυγε για τους ουράνιους λειμώνες ο Sky Saxon των Seeds, τιμήσαμε τον Λεωνίδα Χρηστάκη στο Nosotros (φίλοι απ’ τα παλιά, Σας χαιρετώ, Ω! Κωστή Τριανταφύλλου, Ω! Θανάση Μουτσόπουλε, Ω! Νίκο Ξυδάκη, Ω! Τεό Ρόμβε, Ω! Μιχαήλ Μήτρα, Ω! Μιχάλη Πρωτοψάλτη, Ω! Άγγελε Μαστοράκη! Ω! Πάνο Χαραλάμπους!), απέκτησα στήλη στο «Διαβάζω» με τίτλο «Ζενερίκ», μας σκίζει τα μυαλά ο Maurice Attia με το «Μαύρο Αλγέρι» και την «Κόκκινη Μασσαλία» (Πόλις), συνεχίζονται οι εκπομπές (απρόσκοπτα) Radio Propaganda και «Ο Αφρός των Ημερών», καθώς και τα «Ραδιοχρονογραφήματα» στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, πυρπολεί τα μάτια μας ο James Ellroy με το «Because the Night» (Άγρα), μας σκάβει σάρκα/πνεύμα/ψυχή ο Νίκος Καρούζος («στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου), γεννημένος στις 17 Ιουλίου του 1926. Αμέσως παρακάτω ένα από τα πιο πρόσφατα «Ραδιοχρονογραφήματά» μου. Όσο για τα κακόβουλα, και κομμάτι ασυνάρτητα, σχόλια κάποιου Alexis στην προηγούμενη ανάρτηση, τι να πω; Οι φθονεροί είναι βαρετοί, και άλλωστε «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού», ενώ μια ζωή οι φίλοι μου κι εγώ ζούμε με αλλεπάλληλα και αλησμόνητα potlatch!

Κολάζ Αναμνήσεων

Στα κάποτε εφηβικά, μα και προεφηβικά μας, δωμάτια, του ενός πολύ διαφορετικό από του άλλου, φτωχικό ίσως αλλά γοητευτικό και πάντα φιλόξενο, συνηθίζαμε μανιωδώς να αποτυπώνουμε, να κολλάμε καλύτερα (και θα πω γιατί αυτό το «να κολλάμε»), καθένας τη δική του μοναδική, ήδη διαμορφωμένη και διαρκώς υπό διαμόρφωσιν, προσωπικότητά του, την ταυτότητά του. Δεν είχε έρθει ακόμη η ομοιογενοποίηση, η Νεοσέτ, η Ικέα ή η Sato, να λουστράρουν την εφηβεία, να την κάνουν ομοιόμορφη, πατικωμένη, ουσιαστικά ακίνδυνη. Η φαντασία μας οργίαζε, δεν καθηλωνόταν σε χρωματιστές μεν, ίδιες δε, επιφάνειες, και η αλάνα ήταν πιο κει και μας περίμενε καθημερινώς. Το ίδιο και το όνειρο – ήταν εκεί και μας περίμενε καθημερινώς. Οι τοίχοι των εφηβικών μας δωματίων φιλοξενούσαν αενάως μεταβαλλόμενα κολάζ με ό,τι αγαπούσαμε και αντλούσαμε, για να μας διαπλάσει, από τον κινηματογράφο, τη μουσική, τα γεγονότα που πάλλονταν γύρω μας. Κανενός το δωμάτιο δεν ήταν ίδιο με του άλλου, κι ακόμα κανενός το δωμάτιο δεν ήταν το ίδιο το φθινόπωρο και το ίδιο το καλοκαίρι. Κάθε δωμάτιο ήταν ένα πρωτόλειο έργο εν εξελίξει, ένα work in progress.
Κόβαμε, λοιπόν, φωτογραφίες ή και κείμενα από περιοδικά και εφημερίδες των γονιών μας και τα κολλούσαμε στους τοίχους, συνήθως επιμελώς, με σελοτέιπ διπλής κολλητικής επιφανείας, συνθέτοντας έτσι ένα πρελούδιο του μέλλοντός μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο εγκαθιστούσαμε στον χώρο αλλά και εντός μας, στο μυαλό, στα φυλλοκάρδια μας, τις μετέπειτα, αποκλειστικά δικές μας, έστω της παρέας, επετείους. Πρόσωπα, ημερομηνίες, συμβάντα, στιγμές που έμελλε ν’ αποτελέσουν τους οδοδείκτες μας, το θησαυροφυλάκιο του καθενός μας. Κολλούσαμε εκεί στους τοίχους τις ψηφίδες της προσωπικότητάς μας. Και έτσι συστηνόμαστε στον άλλον, αλλά και δεξιωνόμαστε τον άλλον, σ’ αυτό το αυτοσχέδιο σπήλαιο το καμωμένο από χαρτί. Μια τέχνη του εφήμερου που όμως έμελλε ν’ αντέξει μες στις δεκαετίες. Μια επιστήμη των επετείων που, όπως συμβαίνει και με τα έθνη, χαρτογραφεί την προσωπικότητα.
Με δέος να κολλάω στον τοίχο μου τον Νιλ Άρμστρονγκ καθώς πατάει το πόδι του στη σελήνη, στο φεγγάρι, καλύτερα, που ήδη μου είχε δώσει τα πρώτα μου προεφηβικά ποιήματα. Σαράντα χρόνια πριν. Με λαχτάρα και ροκ χοροπηδητά να κολλάω στον τοίχο τον Τζίμι Χέντριξ με το πορφυρό μαντίλι στα ατίθασα μαλλιά του και την κιθάρα του να παίζει τα πάντα στο μεγαλειώδες, για μένα, τριήμερο του Woodstock. Επίσης σαράντα χρόνια πριν. Καλοκαίρι του 1969, και η αθωότητα να επελαύνει, γύρω και εντός μου. Με αμηχανία, με σαστισμάρα, δίχως να πολυκαταλαβαίνω, αλλά διαισθανόμενος ότι κάτι σαν απώλεια με παγώνει, να κολλάω, και πάλι σαράντα χρόνια πριν, την είδηση του θανάτου του δυναμικού ταλαντούχου Μπράιαν Τζόουνς, μουσηγέτη των Rolling Stones, ανήμπορος να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν να πνίγηκε στην πισίνα του, πολύ άγουρος ακόμη για να αντιληφθώ την συγκινησιακή σημασία του πένθους.
Κι αυτές τις μέρες, να πιάνω τον εαυτό μου σκυμμένο στο τραπέζι της κουζίνας μιας φιλόξενης κατοικίας, να συλλέγει πάλι αναμνήσεις, κόβοντας με το ψαλίδι, ένα από τα ιερότερα μέσα του συγγραφέα, όπως μας δίδαξε ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ, φωτογραφίες και κείμενα για κείνα τα γεγονότα του 1969 από εφημερίδες και περιοδικά.
Αληθεύει ότι η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν. Αληθεύει επίσης ότι στους καιρούς μας, τώρα που ο ίλιγγος ασχημονεί και η ασχήμια γίνεται ιλιγγιώδης, ναι αληθεύει ότι η νοσταλγία μπορεί να είναι ένα εφαλτήριο που μας ωθεί προς μια νέα ανακάλυψη της αθωότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κυπαρισσία, 13/07/09

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η ΛΙΣΤΑ



Δημοσιεύτηκε στη Lifo, το παρακάτωθι, στη στήλη Booklovers-The List.

Η Λίστα

Έχω κατορθώσει, κατά καιρούς, να κόψω το τσιγάρο και το ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικο), για παρατεταμένες περιόδους έμεινα μακριά από το κρέας, μπόρεσα κάποτε να μετριάσω τις σχεδόν ολέθριες ποσότητες καφέ που απολάμβανα καθημερινώς. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να κόψω το βιβλίο. Δυστυχώς, περιβάλλομαι από εξίσου μανιακούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι τίναζαν στον αέρα κάθε φιλότιμη απόπειρά μου να μείνω μακριά απ’ τις τυπωμένες σελίδες.
Αυτό τον καιρό, κλεισμένος σ’ ένα εξαίσιο φιλόξενο σπίτι της Κυπαρισσίας, καταβρόχθισα ένα σκασμό βιβλία, και φροντίζω τώρα να σας μιλήσω για πέντε (υποτίθεται) από αυτά, κάνοντας κάποιες μικρές ζαβολιές που τα μετατρέπουν αυτομάτως σε περισσότερα. Ιδού, λοιπόν:

1. Benjamin χ Τρία

Μία βιογραφία, ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ένα δικό του, εξόχως σημαντικό πόνημα, με κράτησαν κοντά στη σκέψη και την προσωπικότητα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή. Ο Μόμε Μπρόντερσεν υπογράφει το «Βάλτερ Μπένγιαμιν – Η Ζωή, το Έργο, η Επίδραση» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανή, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου ερχόμαστε σε γόνιμη επαφή με τον βίο και την περιπέτεια του Μπένγιαμιν, με τα θέματα που τον απασχόλησαν, με τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Ο Bruno Arpaia έρχεται να μας γοητεύσει με τον «Άγγελο της Ιστορίας» (μτφρ. Χρύσα Κατκατσάκη, εκδ. Ίνδικτος), όπου καταγράφονται μυθιστορηματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μπένγιαμιν, χρόνια εξορίας, ζόφου, αλλά και σπουδαίας δημιουργικότητας. Τα «Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα), είναι ένα ποιητικό έργο, απαρτιζόμενο από σύντομα κεφάλαια, «ολέθρια τρυφερές μικρογραφίες», σύμφωνα με τον Τέοντορ Αντόρνο, μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν ασκεί προφητική κριτική στην ανάδυση του ναζισμού.

2. Πεσσόα + Καβάφης

Συγκινητικά, έξυπνα και εύστοχα δομημένο το συνταίριασμα του Φερνάντο Πεσσόα με τον Κ. Π. Καβάφη, στο διπλό βιβλίο «Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» (εισαγωγή-ανθολόγηση από τον Γιάννη Σουλιώτη, εκδ. Μεταίχμιο). Αφήνουμε να μας ταξιδέψει η μελωδία των δύο μεγάλων ποιητών, να μας παρασύρουν σε μια λυτρωτική άρση του χρόνου στίχοι όπως «όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο». Από τη σειρά «Αντικριστοί Καθρέφτες», στην οποία εντάσσεται και το άλλο διπλό βιβλίο «Κώστας Καρυωτάκης & Μαρία Πολυδούρη – Έρωτας και Θάνατος στη Σκιά της Ποίησης» (επιμέλεια-ανθολόγηση από τον Γιάννη Η. Παππά).

3. Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac

Ποντάραμε στον Κέρουακ σαν ήμασταν έφηβοι, και, αισίως, δεν παύουμε ν’ ανταμειβόμαστε. Ο χαλκέντερος Γιάννης Λειβαδάς έρχεται να μας προσφέρει μιαν ευώδη ανθοδέσμη από τέσσερις Κέρουακ. Το μυθιστόρημα «Πικ», είναι το κύκνειο έργο του Τζακ, γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες, τη χρονιά του θανάτου του, το 1969, και το διαβάζουμε μαζί με την «Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (αμφότερα από τις εκδ. Απόπειρα), ένα σύνολο στοχασμών του Κέρουακ, εμπνευσμένων από τη μελέτη βουδιστικών κειμένων. «Βροντερά όνειρα μέσα σ’ ένα απολύτως σιωπηλό μυαλό. Τώρα που το γνωρίζουμε αυτό, πετάχτε τη σχεδία». Ακάθεκτος ο Λειβαδάς, μεταφράζει και προλογίζει τα «Ποιήματα» και τα «Mexico City Blues», αμιγώς ποιητικές πτήσεις του Κέρουακ (εκδ. Ηριδανός), ενώ αναμένει στο κομοδίνο μου να τον κατασπαράξω ένας πέμπτος Κέρουακ, εξ αδιαιρέτου με τον William S. Burroughs, ήτοι το θρυλικό μυθιστόρημα, ανέκδοτο επί έξι δεκαετίες, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος).

4. Κορνήλιος Καστοριάδης & Friends

Ο τόμος «Παράθυρο στο Χάος» (μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, εκδ. ύψιλον/βιβλία) στεγάζει έξι σημαντικά κείμενα του διορατικού στοχαστή, όλα με θέμα την Τέχνη στους σύγχρονους καιρούς. Στο εγχείρημα συμπράττουν, ως συνομιλητές του Καστοριάδη, διανοητές όπως ο Οκτάβιο Παζ, ο Κάρλος Μπαράλ, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Φιλίπ Νεμό. Ούτε λέξη από τα όσα υπάρχουν στις σελίδες του τόμου δεν μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία, το νόημα, και την επικαιρότητά της. Πολύτιμο ανάγνωσμα!

5. Γιώργος Κακουλίδης (και ξερό ψωμί)

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν, γι’ αυτό. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής» (εκδ. Λιβάνη), ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

κιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω


Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Το σημερινό μου ραδιοχρονογράφημα, παραμένοντας, ως λέγει ο Ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Σκιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω

«Γιατί δεν τους ξεσκίζουν γι’ αυτά που λένε», έλεγε εντόνως ο αρχηγός του νεόδμητου κόμματος «Δράση» στην εκπομπή του Καναλιού μας «Παιχνίδια Εξουσίας». «Μην τους φοβάσαι, φόβισέ τους», καλεί έναν κρανοφόρο εργάτη και σύσσωμο το προλεταριάτο, μέσω των αφισών του, το τιμημένο Κουκουέ. Ο κύριος Γιακουμάτος, λάτρης ως φαίνεται των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου, έκανε επανειλημμένες αναφορές στην ταινία «Το Μεγάλο Φαγοπότι» αποδίδοντάς την στον Πιερ Πάολο Παζολίνι – ενώ, βεβαίως, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μάρκο Φερέρι. Μετά τον κακό χαμό του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μοιάζει να είναι ο μοναδικός Έλληνας που δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, λέει, εξαπέλυσε το άλλο βέλος από την πλούσια φαρέτρα του: «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Οι επαγγελματίες χιουμορίστες, οι κωμωδιογράφοι, τελούν εν απογνώσει: τους τρώνε το ψωμί οι πολιτικοί. Εκτός κι αν συμβαίνει να εργάζονται για λογαριασμό τους, να έχουν αναλάβει αυτοί την εκπόνηση των συνθημάτων σε τούτες τις ευρωεκλογές. Ο μεγάλος ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ στο ποίημά του «Δυσκολίες Πολιτευομένου» αναρωτιόταν: «Φώναξε τι να φωνάξω».
Μπορούμε κάλλιστα να φωνάξουμε την απόγνωσή μας – κομψά, με περίσκεψη, ίσως με κάποια πικρή μελαγχολία, γιατί όχι και μελωδικά. Την απόγνωσή μας για την φτώχια του πολιτικού λόγου και της πολιτικής πράξης. Την απόγνωσή μας για τις καρικατούρες ιδεών, για την ιλαρότητα που σαν βρόμικη αύρα απλώνεται πάνω από την πολιτική διαμάχη.
Μπορούμε, επίσης κάλλιστα, να φωνάξουμε την ποιότητά μας. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας σε όσους εμμένουν στην ποιότητα, στο θάλπος, στη φιλία, και με το πρόσχημα μιας γλυκιάς νοσταλγίας ασκούν, ουσιαστικά, κριτική στο άχαρο σήμερα. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας στον Σκουρή και στον Τσαβάρα, στον Βασίλη Σταυρόπουλο και στην Ελένη Γιαννοπούλου, στον Μποσκό και στους Πολίτες Κέιν, και στους άλλους του Καναλιού 1, του ραδιοφωνικού σταθμού που έχει επιλέξει τους ήπιους, μειλίχιους, τόνους, και όχι τη λεκτική βία και τον βίαιο λόγο.
Να φωνάξω, με τη σειρά μου, τα ευχαριστώ μου στον Ντίνο Υφαντή, για τη χθεσινή μας συζήτηση που ενέπνευσε το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα. Ναι, φίλε Ντίνο, συμφωνώ, πλέον η βία δεν οδηγεί πουθενά, δεν είναι πλέον η «μαμμή της ιστορίας», δεν έχει νόημα ούτε καν ως «αντι-βία».
Λέω για σήμερα να επιχειρήσω μια λυτρωτική περιδιάβαση στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και του Ερίκ Σατί, να συνεχίσω την προετοιμασία για το αυριανό αφιέρωμα της εκπομπής Radio Propaganda στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ιδρυτή, ας επαναληφθεί για να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, της Ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε καταλυτικά ανάμεσα στα 1948 και τα 1966, και να τελειώσω την ανάγνωση του υπέροχου και συναρπαστικού βιβλίου «Η Μνήμη της Πολαρόιντ», της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο), ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που έχει πολλά να πει για τη γενεαλογία, ίσως και την αρχαιολογία, της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης.
Κι ενώ όλοι έχουν το νου στραμμένο στις παραλίες, ας δηλώσω, όπως και ο φίλος μου Νίκος Τριανταφυλλίδης, ότι μ’ αρέσει η θάλασσα μόνο τον χειμώνα και να τη βλέπω από μακριά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 28/05/09

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΧΡΩΜΑΤΑ!


Radio_270507

Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στη 1 παρά πέντε το μεσημέρι. Προσοχή στην ΚΔΩΑ, την Κτηνώδη Δύναμη Ωγκώδη Άγνοια (με Ω λόγω αγνοίας)!

Προσοχή! Χρώματα!

Οι ιδέες, οι θεωρίες, τα ρεύματα τέχνης και σκέψεις, έχουν την ιστορία τους. Το ίδιο και κάποια συνθήματα που προκύπτουν από όλα αυτά. Όπως έχει δείξει ο στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης, οι ιδέες είναι όπλα αξίωσης ισχύος, εισβάλλουν στην ιστορία και κάνουν τη δουλειά τους: ήτοι αλλάζουν ακριβώς τον ρου της ιστορίας. Εν συνεχεία, γίνονται και οι ίδιες ιστορία, γίνονται θέμα ανάλυσης μιας συγκεκριμένης, επαναλαμβάνω: συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, στην οποία εμφανίστηκαν και έδρασαν. Και έτσι εντάσσονται στο ιστορικό ρεύμα που τις γέννησε, που τις έκανε τελεσφόρες, που τους προσέδωσε δυναμική, όπως και αυτές του προσέδωσαν δυναμική.
Είναι γνωστό, για κάποιους και θλιβερό, ότι τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται ότι οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, είτε από οκνηρία είτε από ανημπόρια, ή έστω λόγω του γενικευμένου συγκεχυμένου των καιρών μας, δεν επινοούν νέες ιδέες, αλλά αρκούνται σε μια συνθηματολογική εκμετάλλευση ιδεών που εκπονήθηκαν πολύ καιρό πριν, κάτω από άλλες συνθήκες και, βεβαίως, για άλλους λόγους. Δυστυχώς πρόκειται για ένα είδος αρπαχτής και ξεπέτας, που βασίζεται στην τάχατες άγνοια των πολιτών και στην τάχατες άμβλυνση της ιστορικής τους συνείδησης.
Συνήθως, και ευτυχώς εν προκειμένω, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αρπαχτής και ξεπέτας παλαιών ιστορικών και κρίσιμων ιδεών είναι ιλαρά, και προκαλούν στους νοήμονες και τους εγγράμματους ομηρικά γέλια συνοδευόμενα από δίκαιη, έστω δικαιολογημένη, αγανάκτηση.
Ο νυν υπουργός πολιτισμός όταν κάποτε θέλησε να στήσει κι αυτός το κόμμα-απόκομμά του, την Πολιτική Άνοιξη, περιέπεσε σε δύο σπαρταριστά λάθη. Πρώτον, το «Πολάν» όπως έλεγαν συντομογραφικά το κόμμα-απόκομμά του, θύμιζε στους λάτρεις του ροκενρόλ τον μεγάλο Πολ Άνκα, και έπεσε, συνεπώς, γέλιο πολύ. Δεύτερον, είχε την έμπνευση, ή κάποιος σύμβουλος του το σφύριξε, να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό του σύνθημα έναν κρίσιμο όρο-έννοια του σημαντικότατου φιλοσόφου Hegel, ελληνιστί Εγέλου, την «υπέρβαση», γερμανιστί «Aufhebung». Όπως έγραφε και ο Θανάσης Λάλας εντός παρενθέσεως στις συνεντεύξεις του: (γέλια, γέλια, γέλια).
Προσφάτως χύθηκε, και εξακολουθεί να χύνεται, πολύ μελάνι, αλλά σημειώθηκαν συνάμα και πολλές άχαρες και αχαρακτήριστες φωνασκίες στην τιβί, για το περιβόητο πια «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που είχε την έμπνευση, ή του εσφυρίχθη από τον πεπαιδευμένο σε τέτοια ζητήματα Νίκο Κοτζιά, να χρησιμοποιήσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως ως κεντρικό σύνθημά του για τις Ευρωεκλογές. Και πάλι, εκ μέρους ορισμένων, ιστορικώς και φιλοσοφικώς εγγραμμάτων: γέλια, γέλια, γέλια!
Μεθαύριο, Παρασκευή 29 Μαΐου, εδώ στο Κανάλι 1, στον Πειραιά, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα παρουσιάσουμε ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, σημαντικό παγκοσμίως στοχαστή και ιδρυτή, ακριβώς, της ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε επί μία εικοσαετία, ανάμεσα στα 1948 και 1966. Μετά τα γέλια, η αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας και αλήθειας.
Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, λίγη φρόνηση παραπάνω, σας παρακαλούμε. Προσοχή όταν αγγίζετε λαμπρά χρώματα του παρελθόντος, προσοχή γιατί μπορεί να είναι ακόμη νωπά τα χρώματα αυτά. Μπορεί να μην είναι φρεσκοβαμμένα κάποια παγκάκια, αλλά ίσως παραμένουν ικανά να λερώσουν τα ακριβά σας κοστούμια! Προσοχή, χρώματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/05/09

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο


Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο

Και σήμερα, ένα Ραδιοχρονογράφημα. Ακούστηκε πριν από λίγες μέρες στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr Θα ακολουθήσουν κι άλλα που δεν μπορούσα να αναρτήσω λόγω τεχνικών προβλημάτων και μπλοκάρισμα του υπολογιστή. Την Παρασκευή, 29 Μαΐου, στην εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα έχουμε ένα αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997), ιδρυτή, ως γνωστόν, της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Άλλωστε στο Κανάλι 1, συχνά-πυκνά, γίνονται αναφορές στο έργο του μεγάλου διανοητή, ιδίως από την εκπομπή «Πολίτες Κέιν», του Γιάννη Πολυμενέα και του Γιάννη Καλολόγου, κάθε Σάββατο, από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι.

«Φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι», είχε γράψει ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στο ποίημά του για τον Λάκι Λουτσιάνο. Όταν αρχίζεις να μιμείσαι, αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου. Κι όταν αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου, ο κόσμος αρχίζει να γίνεται λιγότερο πλούσιος, λιγότερο πολύτιμος. Γιατί τα λέω αυτά δευτεριάτικα; Διότι μου ήρθαν στο νου οι στίχοι αυτοί του Δενέγρη «φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι» ακούγοντας ραδιόφωνο, ως συνήθως, χθες το μεσημέρι, μετά την ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων. Άκουσα γνώριμες φωνές, ακόμα και φίλων φωνές, να χλευάζουν επιμόνως και αγρίως τη Eurovision, και την ελληνική συμμετοχή. Επίσης, να χλευάζουν την ελληνική συμμετοχή, με άκομψο τρόπο, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, η χλεύη πάντα άκομψη είναι.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιότιμων, κατά τα άλλα, χλευαστών, ήταν υπερβολικότατα υπερβολική η τιβί, τα κανάλια, ως προς τις προσδοκίες για διάκριση του Σάκη Ρουβά, και μετέπειτα, ακόμα πιο υπερβολικότατα υπερβολική στον σχεδόν θρήνο για την βαθμολόγηση που έφερε την ελληνική συμμετοχή στην έβδομη θέση. Διέκρινα, φίλες και φίλοι, μιαν εκ μέρους του ραδιοφώνου μίμηση των τηλεοπτικών τρόπων. Κι αυτό είναι ένα λάθος του ραδιοφώνου, ας μου επιτραπεί να επισημάνω. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα. Και καλώς είναι εντελώς διαφορετικά, και έτσι πρέπει, θαρρώ, να παραμείνουν. Συμπτωματικώς, την ώρα που διεξαγόταν το φεστιβάλ της Eurovision, ο τελικός του Σαββάτου, εγώ έκανα, ζωντανά από το στούντιο του Καναλιού μας, την εκπομπή μου «Ο Αφρός των Ημερών», με ηχολήπτη τον εξαιρετικό κύριο Κώστα Λαζαρίδη. Σχολιάσαμε παρέα, εν τάχει, το γεγονός του τελικού, καθώς και τη λαχτάρα πολλών συμπατριωτών μας για μία διάκριση, για μιαν ανάκαμψη του ηθικού έστω και μέσω της Eurovision, και σε ελάχιστα λεπτά είχαμε αφήσει πίσω μας το θέμα, δεν επιμείναμε διόλου, και συγκεντρωθήκαμε πάλι στο νέο έργο του Bob Dylan, το «Together Through Life», καθώς και στα πενήντα χρόνια από το ξέσπασμα του νέου κύματος του Γαλλικού Κινηματογράφου, της περιλάλητης nouvelle vague, που ήταν τα κεντρικά θέματα της προχθεσινής σαββατιάτικης εκπομπής.
«Η Σφίγγα κάνει τη δουλειά της, κι εμείς τη δική μας», αποφάνθηκε ο ποιητής Ευγένιος Αρανίτσης, και είχε δίκιο. Που σημαίνει ότι, στην εποχή μας, καλόν είναι να μην μπερδεύουμε τα μέσα, να μην κάνουμε τηλεόραση μέσα από το ραδιόφωνο, αλλά ραδιόφωνο μέσα από το ραδιόφωνο. Δεν υπάρχει λόγος το ραδιόφωνο να ασκεί κριτική στις άγριες υπερβολές της τηλεόρασης, ή και να την χλευάζει. Το ραδιόφωνο μπορεί κάλλιστα να αντισταθεί στις εν λόγω υπερβολές με τους χαμηλούς τόνους του, την εγγενή συγκίνησή του, την ποιότητά του, τόσο στο λόγο όσο και στις μουσικές επιλογές. Χλευάζοντας την τηλεόραση, γινόμαστε τηλεοπτικοί, εντέλει την μιμούμαστε την τηλεόραση, παύουμε να είμαστε ραδιοφωνικοί. Κι αυτό, πιστεύω, είναι εις βάρος μας, δεν μας φέρνει ακροατές, απεναντίας τους διώχνει, τους ωθεί προς το real thing, ήτοι, ακριβώς, προς την τηλοψία. Η παγερή αδιαφορία προς τα σημερινά τηλεοπτικά ήθη, η εστίαση στη δουλειά μας, στον κομψό λόγο και στην καλή μουσική, είναι τελικά πολύ πιο αιχμηρή κριτική, πολύ πιο αποτελεσματική.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/05/09

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr . Λόγω τεχνικών προβλημάτων, και άλλων μικρών δεινών, δεν ήταν δυνατόν να ανανεωθεί το blog για περίπου έναν μήνα. Τώρα, ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, LADIES & GENTS!!!

Περί Παρεξηγήσεων

Ένα από τα πολλά εθνικά μας σπορ είναι και η παρεξήγηση. Το λέει κι ένα άσμα, «Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δεν δόθηκε». Κι όμως, όταν δίδεται εξήγηση, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη η παρεξήγηση. Και δίδεται εξήγηση όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να ανοιγόμαστε στον άλλον, όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να λέμε τη γνώμη μας, έστω και σε συνθήκες αντίξοες, πόσο μάλλον σε ευνοϊκές. Χθες, στον Πειραιά, μια μέρα πανέμορφη, με λιακάδα λυτρωτική, πέρασα από το Κανάλι 1, έκανα το πεντάλεπτο ραδιοχρονογράφημά μου, ένα αισιόδοξο μάλιστα ραδιοχρονογράφημα, και είπαμε με τον Ντίνο Υφαντή να πιούμε καφέ και να τα πούμε. Ο Ντίνος μού έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για μια παλαιά παρεξήγηση που όπως και η κολόνια βαστάει χρόνια, και ας του αφιερώσω το σημερινό μου σχόλιο.

Πήραμε, λοιπόν, να μιλάμε, σαν παλιοί φίλοι, παρότι γνωριζόμαστε ελάχιστα, περί φιλίας και ανθρωπιάς, να σχολιάζουμε την κατάσταση των σημερινών νέων, να μιλάμε για παλιά βινύλια και τωρινά άσματα, για το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, για τον Ρομπέρτο Μπενίνι, για ωραίες νουάρ ταινίες, για μουσικές και λογοτεχνίες. Κάποια στιγμή, πιάσαμε να λέμε για την Γενιά Μπιτ, για τον Τζακ Κέρουακ και το θρυλικό «On the Road», και κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι, λοιπόν, χρειάστηκε κοντά ένα τέταρτο του αιώνα για ν’ απαλλαχτεί από τη φήμη του πορνόγερου και του μισογύνη, του ανθρώπου που διόλου δεν σέβεται τις γυναίκες, αλλά απλώς τις χρησιμοποιεί κυνικά για να κορέσει τις όποιες χθαμαλές ανάγκες του, σαν δοχεία ας πούμε. Η παρεξήγηση αυτή, θεμελιωμένη, όσο θεμελιώνεται μια παρεξήγηση, στο γεγονός ότι εδώ κυκλοφόρησαν αρχικά κάποια πεζογραφήματα του Τσαρλς που όντως είχαν κάποια στοιχεία λαγνείας και καθημερινής τρέλας, όπως έλεγε και ο ίδιος, έμελλε, όπως είπα, να διαρκέσει πάνω από μια εικοσαετία. Ελάχιστοι επέμεναν ότι ο Μπουκόφσκι είναι μεγάλος ποιητής, σπουδαίος ανατόμος της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κοινωνίας, τροβαδούρος της φτωχολογιάς αλλά και της εργατικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κι ακόμα, λάτρης της κλασικής μουσικής, των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων, των καλλιτεχνών που μπόρεσαν να εκφράσουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, είχαμε ένα εκδοτικό μπαράζ Μπουκόφσκι, εκλεκτοί Έλληνες πεζογράφοι και ποιητές φρόντισαν να μεταφράσουν την ποίησή του με άρτιο και εμπνευσμένο τρόπο, δοκιμιογράφοι να μιλήσουν για την ουσία της προσφοράς του. Ανάμεσά τους, η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Κι έτσι σκόρπισαν τα σύννεφα της παρεξήγησης. Κι έτσι, ο Έλληνας αναγνώστης αντιλαμβάνεται πια ότι ο Μπουκόφσκι ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών του εικοστού αιώνα.

Ας θυμίσουμε ότι παρόμοια μοίρα είχαν κι άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (που τον θεωρούσαν, τόσο εσφαλμένα, παιδεραστή που κυνηγούσε κοριτσάκια), ο Χένρι Μίλερ (που τον περιέβαλλε η κακή φήμη του κυνικού και του παράφρονα, εξαιτίας κάκιστων μεταφράσεων), ο Μάλκολμ Λόουρι (που στα μυαλά πολλών δεν ήταν παρά ένας ελεεινός μπεκρής). Και πάει λέγοντας.

Ας φροντίσουμε να μιλάμε, με έλλογο πάθος και παθιασμένη λογική, για όσα αγαπήσαμε, για όσα αγαπάμε, κι οι παρεξηγήσεις θα χάνονται όπως τους αξίζει.

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Αντίο, Φίλε!



Adios, Leo!

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Τότε συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Με τίμησε με τη φιλία του. Μια φιλία που πέρασε από σαράντα κύματα, έκτοτε. Φοιτούσα στο πρώτο έτος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς, αδιαφορώντας παντελώς για τα μαθήματα, αναζητώντας κι εγώ το βορειοδυτικό πέρασμα προς την αληθινή ζωή, μελετούσα, σπασμωδικά, ίσως και τσογλανίστικα, μια νέα Γεωγραφία των Παθών. Είχα την τύχη να γνωριστώ δυο χρόνια πριν, μαθητής στο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων Βόλου, με τον Άγγελο Σφακιανάκη και τον Αντώνη Παπαθανασόπουλο, οι οποίοι με μύησαν, μεταξύ άλλων, στο σύμπαν των πρωτοποριακών σκιρτημάτων στη χώρα μας. Μου έδειξαν τεύχη του «Panderma» και του «Κούρου», μου μίλησαν εκτενώς, στη διάρκεια λιτών μα πλούσιων συμποσίων για τον Λεωνίδα Χρηστάκη.
Επηρεασμένος εντόνως από κείμενα των situationnistes, των καταστασιακών, που διάβαζα μανιωδώς ήδη από την εφηβεία μου, συνέταξα ένα κείμενο εναντίωσης στην φοιτητική κουλτούρα εκείνης της εποχής, ένα είδος «συλληβδηνογραφίας», όπως έλεγε ο Χρηστάκης, όπου επέκρινα ειρωνικά τους μουσουργούς, τους σκηνοθέτες, τους ποιητές που τότε αγαπούσαν οι φοιτητές, καθώς και τον φοιτητικό τρόπο ζωής. Το κείμενο τυπώθηκε και διανεμήθηκε σε διάφορα πανεπιστήμια της Αθήνας. Έφτασε και στα χέρια του Λεωνίδα, που τότε εξέδιδε το θρυλικό πια «Ιδεοδρόμιο», μια δεκαπενθήμερη λυτρωτική έκρηξη ιδεών, μ’ όλες τις ακρότητες και τις αδυναμίες της, ένας πακτωλός πληροφοριών, ιδίως για πολύ νέους ανθρώπους.
Ο Λεό, όπως τον λέγαμε, μιας και ο ίδιος πολλές φορές έτσι το ήθελε, δημοσίευσε αποσπάσματα του κειμένου, σχολιάζοντάς τα επαινετικά. Πήγα πάραυτα να τον επισκεφτώ στο «γραφειόσπιτό» του, τότε στον αριθμό 4, της οδού Βελισσαρίου – έμελλε όπως είναι πασίγνωστο ν’ αλλάξει δεκάδες «γραφειόσπιτα» μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Με περιέβαλλε με τη φιλία του ευθύς εξαρχής, με εξοικείωσε με ένα σωρό πράγματα που μου ήσαν άγνωστα, με σύστησε σε αμέτρητους ανθρώπους που με τίμησαν, επίσης, με τη φιλία τους, μια φιλία πολύτιμη για μένα. Από τον Λεό άρχισα να μαθαίνω την κρυφή ιστορία του 20ού αιώνα, να μαθαίνω για το Dada και τον υπερρεαλισμό, να μαθαίνω για την επανάσταση μέσα στην επανάσταση στη Ρωσία του Λένιν αλλά και του Νέστορα Μάχνο, να μαθαίνω για τον κινηματογράφο του Gregory J. Markopoulos, και άλλων ρηξικέλευθων δημιουργών, να μαθαίνω για σημαντικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας που παρέμεναν αθέατες, να μαθαίνω για τον Θέμο Κορνάρο, να μαθαίνω για τον Πέτρο Πικρό. Μέσω του Λεό γνώρισα τον Τάσο Φαληρέα, την Κατερίνα Γώγου, τον Θωμά Γκόρπα, τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Νίκο Μπαλή, τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, τον Βαγγέλη Κοτρώνη (μακαρίτες όλοι τώρα). Μέσω του Λεό ήρθα σε επαφή με τις εκδόσεις Άκμων και συνδέθηκα φιλικά με τον Ευγένιο Αρανίτση, έχοντας δημοσιεύσει στο «Ιδεοδρόμιο» ένα κείμενο για το βιβλίο Το Σύμπλεγμα του Κάιν. Μέσω του Λεό γνωρίστηκα με τον Πάνο Κουτρουμπούση, με τον Νάνο Βαλαωρίτη, με τον Νίκο Αλευρά, με τον Άρη Μαραγκόπουλο, και τόσους άλλους. Ο Λεό ήταν ο πρώτος που μου έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιεύω ό,τι θέλω, δίχως την παραμικρή παρέμβαση, σε αλλεπάλληλα τεύχη του «Ιδεοδρομίου», ενθαρρύνοντάς με ακατάπαυτα, μιλώντας μου διαρκώς για ποιητές, ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς, επαναστάτες, αναρχικούς, ωραίους παρίες, απίστευτους μποέμ, μούρες, τύπους, φυσιογνωμίες. Ο Λεό με οδήγησε στα βιβλία που με διέπλασαν (μάλλον με στιγμάτισαν, να πω) μια για πάντα, στα βιβλία που με οδήγησαν, και ακόμα με οδηγούν, στις λόχμες του Γιώργου Μακρή – «Δαπανήθηκα στις λόχμες… Πότε θα μαζέψω τη ζωή μου κομματάκι κομματάκι; Ποτέ δεν θα μαζέψω τη ζωή μου κομματάκι κομματάκι».
Τσακωθήκαμε, δεκάδες φορές. Φιλιώσαμε άλλες τόσες. Μου εξέδωσε το πρώτο μου βιβλίο. Με κάλυψε σε δύσκολες περιστάσεις. Αλληλογραφούσαμε όταν τον έκλεισαν αναίτια φυλακή. Συναντηθήκαμε αναρίθμητες φορές, πάντα να διακατέχεται από μια διάθεση να προσφέρει γνώσεις, να εμπνέει ιδέες, να δίνει συμβουλές. Δεν έπαψε να με κατσαδιάζει ξανά και ξανά, μέσα από τις σελίδες των εντύπων του, για παραστρατήματα που θεωρούσε ότι διέπραττα, πότε για την επίμονη ανεμελιά μου, πότε γιατί δεν τράβηξα μερικά πράγματα ως κάποια άκρα, τη μια για έναν αλλόκοτο μηδενισμό μου, την άλλη για το απολύτως αντίθετο, για την εμβατηριακή λύσσα μου να ζω, πολλές φορές μες στη δίνη των αντιφάσεων ο Χρηστάκης, πολλές φορές στον στρόβιλο ενός εμπρηστικού παρορμητισμού – αλλά πώς να κακιώσω με τον Λεό, πώς να κακιώσω μ’ αυτόν που μου έμαθε τόσα και τόσα, όλα πολύτιμα, όλα καθοριστικά για ό,τι μπόρεσα να γίνω;
Τον είδα τελευταία φορά στο «Τριανόν», στην προβολή της ταινίας του Σταύρου Καπλανίδη για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, πάνε δύο χρόνια τώρα. Τους τελευταίους μήνες μιλούσαμε (και θα συνεχίσουμε, βεβαίως, να μιλάμε) ατελείωτες ώρες για τον Λεό με τον νεαρό μου φίλο Πελοπίδα Φεσσόπουλο, ο οποίος σκαλίζει δημιουργικά την ιστορία του ελληνικού underground, όπως συνηθίσαμε να το λέμε, και με την αγαπημένη μου Ελεάννα Μαρτίνου, που εντυπωσιάστηκε από τις απαγγελίες του Χρηστάκη, την εκφραστική του δύναμη στην ηχογραφημένη απόδοση αγαπημένων του ποιημάτων που παίζω συχνά-πυκνά στις ραδιοφωνικές μου εκπομπές, ενώ με τον φίλο Εμμανουήλ Κουτσουρέλλη ψάχναμε να τον βρούμε για να προχωρήσουμε σε ένα τηλεοπτικό του πορτρέτο που θα προβαλλόταν από την κρατική τηλεόραση. Ρωτώντας, έμαθα ότι είναι κατάκοιτος. Πριν από λίγες ώρες, ο φίλος Νίκος Σπυρόπουλος με πληροφόρησε ότι ο Λεό κάνει πια παρέα με τους αγαπημένους του ποιητές και παρίες στους λειμώνες τ’ ουρανού. Σε λίγες ώρες, τελευταία μέρα του Απρίλη του 2009, θα πάμε, όλοι εμείς που του χρωστάμε απέραντη ευγνωμοσύνη, που τον γνωρίσαμε απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, που γνώρισε κι αυτός την καλή και την ανάποδή μας, που τον αγαπήσαμε πιο πολύ απ’ όσο μας άφηνε να του το δείξουμε, θα πάμε, λοιπόν, εκεί στου Ζωγράφου, να του πούμε ένα στερνό Adios, Leo!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30 Απριλίου 2009, χαράματα.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Σχόλιο Βγαλμένο απ' τη Ζωή




Το παρακάτω το διάβασα σήμερα, στη μία παρά πέντε το μεσημέρι, ως συνήθως, στο το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Την Πρωτομαγιά, μεθαύριο, θα είμαι κοντά σας με την εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, με τραγούδια από τον Γαλλικό Μάη του 68, και άλλα πολλά και ωραία!

Σχόλιο Βγαλμένο απ’ τη Ζωή

Αηδιασμένοι, μπουχτισμένοι, και πισθάγκωνα δεμένοι, όπως έλεγε ο μεγάλος μας ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος, αλλά και σαστισμένοι, μπερδεμένοι, ενίοτε δε και παλαβωμένοι από τις γύρω συνθήκες, από το τρεχαλητό και την άοσμη καθημερινότητα, ή την δυσώδη βία που απλώνεται σχεδόν παντού, από την απουσία της ευγένειας και της διακριτικότητας μέσα στα σύγχρονα εικοσιτετράωρα, οι άνθρωποι της μεγαλούπολης παραμερίζουν ολοένα και περισσότερο την ουσία της ζωής, που θα έλεγα ότι δεν είναι άλλη από τη συνύπαρξη, τη συναδέλφωση, τη συνεννόηση, το να κάνουμε πράγματα μαζί, να τρώμε μαζί, να πίνουμε μαζί, να κουβεντιάζουμε μαζί για ό,τι μας απασχολεί, μας ταλανίζει, μας χαροποιεί.

Η μοναχική απόλαυση ενός έργου του Villa-Lobos, φέρ’ ειπείν, είναι κάτι λαμπρό και σπουδαίο, αλλά πόσο πιο γόνιμο, και διασκεδαστικό ακόμα, δεν είναι το ν’ ακούσεις τον δίσκο παρέα με φίλους και να συζητήσεις τα μέρη που σε συνάρπασαν περισσότερο, να μοιραστείτε την εμπειρία, αυτή τη μέθεξη που πάντα προκαλεί ένα εξαίσιο μουσικό επίτευγμα; Η ανάγνωση του «Μεγάλου Αποχαιρετισμού» του Raymond Chandler, μας συγκλόνισε, όλη την παρέα, αλλά πιο πολύ και πιο έντονα θυμάμαι τις αλλεπάλληλες συζητήσεις μας, στον «Μπερντέ», στο στέκι μας στη Ζωοδόχου Πηγής, προ πολλών ετών, για την ευαισθησία και τον ιπποτισμό που διαποτίζουν τις σελίδες αυτού του κορυφαίου noir μυθιστορήματος.

Πώς να ξεχάσω ότι φύγαμε από τον Πειραιά, σε μια κινηματογραφική λέσχη του οποίου είχαμε δει το «Πέρασμα του Χρόνου» του Wim Wenders και πήγαμε, μ’ ένα σαράβαλο Φολκσβάγκεν, τέσσερις φίλοι, στη Λάρισα, για να δούμε ακριβώς την ίδια ταινία σε μιαν άλλη κινηματογραφική λέσχη;

Χτες, τα σκέφτηκα πάλι αυτά, και άλλα πολλά, τρώγοντας ψαρικά –σαρδέλες, σκουμπρί, βακαλάο– με τον Τάσο τον Παυλόπουλο και την Αγγελική Τσοκόγλου, σε μια ταβερνούλα λιτή, μα πλούσια, πίνοντας κρασάκι κεχριμπαρένιο, καπνίζοντας, και κουβεντιάζοντας για τη ζωγραφική και τη μουσική, για ταξίδια στην Πολωνία και εξωφρενικές αλησμόνητες περιπέτειες, για τον Πάνο Χαραλάμπους, τον φίλο μας και εξόχως επινοητικό εικαστικό καλλιτέχνη και φανατικό του βινυλίου, για το Δάσος του Κατίν και τον σταλινισμό, για τρελές παρτίδες σκάκι, για τις συνάξεις μας στον «Ένοικο», το τζαζ μπαρ της Καλλιδρομίου, και για τον Marcel Duchamp, για το έργο του «Δεδομένα: 1ον Ο καταρράκτης, 2ον Το φωταέριο», που ο μέγας Marcel φιλοτεχνούσε κρυφά επί μία εικοσαετία, από το 1946 έως το 1966.

Ταβερνείο, καπηλειό, καφενείο – εκεί η συνεύρεση και η συνύπαρξη και η συζήτηση. Ορθώς, θαρρώ, ο Μάνος Χατζιδάκις εγκωμίαζε τα καφενεία ως χώρους παιδείας, καλλιέργειας, γνώσεως θαλερούς, και ακονίσματος της δημιουργικότητας. Ορθώς, θαρρώ, επιμένουν ορισμένοι να θεωρούν το τραπέζι, χώρο γένεσης πάμπολλων ιδεών που εξωράισαν την ανθρωπότητα, ως μία από τις πιο σημαντικές επινοήσεις του ανθρώπου, συμπληρώνοντας με νόημα ότι, βέβαια, το κρεβάτι τίθεται εκτός παντός συναγωνισμού.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

COLLECTANEA



Απόψε, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, www.kanaliena.gr , από τις 11 το βράδυ και έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, η εκπομπή «Αφρός των Ημερών» και ο Μπαμπασάκης φιλοξενούν τον Γιώργο Τσελώνη, συγγραφέα του έργου «Patti Smith – Sketches of Pain – Εξόριστη στη Λεωφόρο του Rock’n’Roll.

Αύριο, στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, καυτή τζαζ στα ηχεία, μεταπασχαλινή ευφροσύνη, κέφια ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας και του ζόφου! Από τις 6 το απόγευμα, και έως αργάμιση και βάλε!

Φίλες και Φίλοι, ακονίστε την ήδη αιχμηρή και πλούσια ευφυΐα σας: διαβάστε Γιαννακόπουλο http://areadingdiary.wordpress.com/ , διαβάστε Πουλάκο http://www.vakxikon.gr/ !

«Μια μεγάλη αλλαγή γίνεται σιγά σιγά μέσα μου. Μια στροφή. Σα να εξάντλησα τον κόσμο της αφαίρεσης. Αρχίζω να πετάω και με τις δυο φτερούγες. Δοκιμάζω(μαι)». Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea (εκδ. Δόμος)

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

ΚΟΣΜΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ




Barrio1

Προχθές, Κυριακή 12 Απριλίου, στο φιλόξενο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, τιμήσαμε τον Jack Kerouac και την Γενιά Beat. Προβλήθηκαν ταινίες, ακούστηκε πολλή και καλή jazz, αφθόνως έρευσαν τα ουίσκι και οι μπίρες. Σημαντικές προσωπικότητες της κοσμικής Αθήνας λάμπρυναν με την παρουσία τους την εκδήλωση. Ενδυματολογικώς, ως φαίνεται και στις φωτογραφίες, τα πράγματα ήσαν εκθαμβωτικά. Πολυτελή και σπορ αυτοκίνητα, ακόμα και λιμουζίνες εξάθυρες στάθμευσαν έξω από το Barrio, και έγιναν δεκτοί στον εορτασμό μας ως και οι σοφέρ. Φασιανοί με καρύδια και σάλτσα αβοκάντο, ζαρκάδι μαγειρεμένο στον ατμό και μαριναρισμένη στρουθοκάμηλος προσφέρθηκαν αφειδώς στους παριστάμενους. Τα πάντα ρει και τα πάντα free!

Οι εκλεκτοί Γιάννης Λειβαδάς, Θανάσης Μήνας, και Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μίλησαν για το έργο και τον βίο του Kerouac, και απήγγειλαν από τα βιβλία Mexico City Blues και Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας.

Ο συγγραφέας Γιώργος Τσελώνης, ο εικαστικός και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Πάνος Χαραλάμπους, η ζωγράφος Ελεάννα Μαρτίνου, ο ποιητής Νέστωρ Πουλάκος, η αρχιτέκτων Τζίνα Σωτηροπούλου, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου, η ποιήτρια Κλεοπάτρα Λυμπέρη, ο αρχιτέκτων Σταύρος Μαρτίνος, και δεκάδες φίλες και φίλοι, έδωσαν το ζωηρό «παρών» και δημιούργησαν μιαν ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και ποιητικού πάθους, ως αρμόζει σε μιαν επιτυχή κοσμική εκδήλωση. Πέρα απ’ την πλάκα, παίδες, περάσαμε υπέροχα, και θα φροντίσουμε να πραγματοποιήσουμε την ιδέα του Δημήτρη Οικονόμου για μια παρόμοια εκδήλωση αφιερωμένη στον Henry Miller.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου, το 1930, αυτοκτόνησε ο μεγάλος συνταρακτικός ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι. Διαβάζουμε το έξοχο βιβλίο «Φλέγομαι» του Τούρμπγιερν Σέβε (μτφρ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, εκδ. Scripta), με θέμα τη ζωή του ποιητή. «Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου. Κι όχι κουτσομπολιά (ο μακαρίτης τα σιχαινόταν».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 14/04/09

Πέμπτη, 09 Απριλίου 2009

ΕΛΑΤΕ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΑΘΑΚΙ ΣΑΣ!




Barriobeat

Βραδιά Kerouac & Beat Generation στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο!

Κυριακή των Βαΐων, 12 Απριλίου 2009, από τις 6 το απόγευμα και έως αργάμιση και βάλε!

Προβολή ταινιών! Jazz και πάλι Jazz και ξανά Jazz!

Απαγγελίες ποιημάτων! Φέρτε τα αγαπημένα σας ποιήματα να τα μοιραστείτε με τους άλλους θαμώνες! Γράψτε δικά σας και ελάτε να μας τα διαβάσετε!

Προσφορά potlatch πέντε (5) αντιτύπων του cult βιβλίου “Harmolypi’s Blues” στους πέντε (5) πρώτους που θα πιούνε πέντε (5) δυνατά αλκοολούχα!

Μεταχρονολογημένος (κατά δύο [2]) ημέρες, πανηγυρικός εορτασμός των γενεθλίων του Dr Dadassakis! (ΔΕΝ ΘΑ ΓΕΡΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΚΟΥΦΑΛΑ ΧΡΟΝΟΘΑΦΤΗ!)

ΔΕΝ θ’ ακουστούν από τα ηχεία Bob Dylan, Neal Young, Van Morrison (γειά σου, Γιάννη Λειβαδά!)

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΡΑΔΙΟΓΩΝΙΟΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ!!!

ΣΕΒΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ!!!

Τρίτη, 07 Απριλίου 2009

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ


Ακούστηκε σήμερα, 7 Απριλίου 2009, από το Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 και www.kanaliena.gr στη μία παρά πέντε το μεσημέρι.

Η Στιγμή της Λέσχης

Δεν έχω κουραστεί να το λέω, και λέω να μην κουραστώ να συνεχίσω να το λέω: γύρω πριν από τη Μεταπολίτευση και λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, και έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του Ογδόντα, παίχτηκε σε τούτη τη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης, και δη στο κέντρο της, ένα γενναίο, αλλόκοτο, τρελό, έλλογο, υψιπετές, χθαμαλό, παρδαλό, πανέμορφο και, κυρίως, κρυφό στοίχημα. Ναι, ένα κυρίως κρυφό στοίχημα. Ένα στοίχημα για το οποίο οι κατά τα άλλα λαλίστατοι πρωταγωνιστές του μίλησαν ελάχιστα τα τελευταία τριάντα τόσα χρόνια, και μονάχα εδώ και κοντά μια πενταετία έχουν αρχίσει σποραδικά, σπασμωδικά ενίοτε, στα ίσια άλλες φορές, άλλες θα λέγαμε ψηλαφητά, να μιλάνε, να γράφουν.

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής.

Ατελείωτες συζητήσεις, ατελείωτα ξενύχτια, ατελείωτοι πειραματισμοί, συνήθως στα κουτουρού, άνευ πυξίδας άλλης πλην αυτής της άρνησης όλων όσα ήξεραν και της ακατάσχετης εξερεύνησης άγνωστων, όχι πάντα ακίνδυνων τοπίων και γαιών. Ξεπετάχτηκαν σκόρπια φυλλάδια, έντυπα, μπροσούρες, αλλά και εφήμερες γκαλερί, και εκδοτικοί οίκοι, αυτοσχέδια στέκια, δεκάδες κοινόβια, με μια λέξη: παρέες. Άλλες συνεκτικές, άλλες παλαβές, αλλοπρόσαλλες. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος των πρωταγωνιστών εκείνου του στοιχήματος, όλων δηλαδή όσοι το έπαιξαν, ναι, όλοι ήσαν πρωταγωνιστές, έχει αποσυρθεί, έχει εμμείνει σε μια πεισματική σιωπή. Πολλοί έχουν φύγει, τους πήρε ο διάβολος και το πιοτό, όπως έλεγε ο Στήβενσον για τους πειρατές στη «Νήσο των Θησαυρών». Δεν είναι λίγοι όσοι αυτοκτόνησαν. Κάποιοι διαπρέπουν σήμερα με τόσο διαφορετικούς τρόπους από αυτούς που είχαν ακολουθήσει, και επινοήσει σε ορισμένες περιπτώσεις, στα 1977 και στα 1981, ώστε είναι απρόθυμοι να μιλήσουν για τέτοια πράγματα.

Κι όμως, για λόγους που θα επιχειρήσω να διαλευκάνω και να σας κοινοποιήσω αργότερα, ευτυχώς, την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα χθες διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής», από τις εκδόσεις Λιβάνη, ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Θα επανέλθω. Ως τότε, καταφεύγω στον Καβάφη: «λαλήσωμεν, λαλήσωμεν, σιγή δεν μας αρμόζει».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 07/04/09

ΓΑΤΑΚΙΑ




ΓΑΤΑΚΙ

Ό,τι υπάρχει μες στον κόσμο
Πλάστηκε για να παίζω εγώ.
Τα αλογάκια της Παναγίας, τα πόδια
Της καρέκλας, οι στάμπες στα υφάσματα
Οι σκιές που τρέχουν, οι χνουδόμπαλες
Κι η ουρά μου ακόμα.
Τόσες γωνίες, τόσες πόρτες που μου γνέφουν
Μισάνοιχτες
Η από κάτω μεριά των πραγμάτων
Ένας δικός μου ουρανός να τον παρατηρώ
Τόσα μέρη για τρεχάλα, με πιάνει τρέλα
Θέλω να βρίσκομαι παντού
Μέσα σε μια στιγμή.
Μετά κουράζομαι

Patricia Highsmith, ΓΑΤΕΣ
(μτφρ. Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα)

Δωρίζονται πανέμορφα καθαρόαιμα σιαμέζικα.
Αυτά της φωτογραφίας.
Σπεύσατε!!!

Κυριακή, 05 Απριλίου 2009

ΕΙΔΗΣΕΙΣ & ΜΟΥΣΙΚΗ & ΠΟΙΗΣΗ


Radio_thomaidis

Την Παρασκευή, 3 Απριλίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM, είχα τη μεγάλη χαρά να φιλοξενήσω τον σπουδαίο ερμηνευτή Κώστα Θωμαϊδη, τους εικαστικούς Δήμητρα Μαρούδα και Τάκη Γερμενή που εκθέτουν στην Γκαλερί Γαία, Αλκιβιάδου 103, στον Πειραία. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και φιλική, ειπώθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα, ακούσαμε σχεδόν όλο το έργο «Ο Καβάφης του Θάνου Μικρούτσικου» που κυκλοφόρησε από τον Ιανό. Πάντα τέτοια!

Χθες, Σάββατο 4 Απριλίου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», παρουσίασα ένα αφιέρωμα στον Jack Kerouac, υπό τους ήχους του John Coltrane, Chet Baker, Thelonious Monk, Sonny Rollins, και άλλων σημαντικών μορφών της jazz. Ακούστηκαν ηχογραφήσεις με τη φωνή του ίδιου του Kerouac.

Την επόμενη Παρασκευή, 10 Απριλίου (ημέρα των γενεθλίων μου), θα φιλοξενώ μετά μεγάλης χαράς τον άλλο σπουδαίο ερμηνευτή, τον Χρήστο Θηβαίο. Πάντα τέτοια!

Από αύριο, Κυριακή, 5 Απριλίου, το Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, θα είναι στολισμένο με μορφές της Γενιάς Beat (Burroughs, Kerouac, Ginsberg, Corso), θα ακούγεται πολλή και καλή jazz, και θα ξεκινήσει ένα αφιέρωμα στην Γενιά Beat, με προβολές ταινιών, με ηχογραφήσεις ποιημάτων τους, με απαγγελίες, το οποίο θα ολοκληρωθεί την επόμενη Κυριακή, 12 Απριλίου, πανηγυρικώς. Από τις 6 το απόγευμα!

«Δεν μπορούμε να διαλύσουμε
Κάτι που δεν υπάρχει

Derange pas ta tendresse,
Μη διαλύεις την τρυφερότητά σου

Είναι η συμβουλή που έρχεται σε ‘μένα’»

Jack Kerouac, Mexico City Blues
(Πρόλογος & Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Ηριδανός)

Διάβαζα
Τη Νύχτα
Όλη

Kerouac

«Ο Κερουάκ διαβαίνει μουσηγέτης»

Ναι,
Ανδρέα Εμπειρίκο!

Διάβαζα
Τη Νύχτα
Όλη

Mexico
City
Blues

Κι
Ένιωθα
Μέσα μου
Βαθιά
Της
Αγάπης
Την ανάσα

Της αγαλλίασης
Το βελούδινο
Βραχιόλι

Της ηδύτητας
Το ανθοφόρο
Λίκνισμα

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 05/04/09

Σάββατο, 04 Απριλίου 2009

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΡΟΘΚΟ


Poem Rothko

Βγάλε

Βγάλε με

Της
Είπα

(μέσα μου)

(έξω
κιχ
δεν
μπόρεσα
ακόμη)

ΒΓΑΛΕ
ΜΕ

Της
Είπα

Απ’

Την

ΚΟΛΑΣΗ

Την
Υπέροχη

Την
Θαυμάσια

Την
Υπέρτατη

Κτλ

Κόλαση

Του

Αλκοόλ

Κι
Ύστερα
Της
Είπα

(μέσα μου)

(έξω

Κιχ

Δεν

Μπόρεσα

Ακόμη)

!
!
!

Α

Ρ

Γ

Ο

Τ

Ε

Ρ

Α


άσε με

λ
ί
γ
ο

ακόμη

εκεί

ά
σ
ε

μ
ε

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

λ
ί
γ
ο

ΛΑΤΡΕΜΕΝΗ


Ακόμη

Εκεί

Π

Ο

Ν

Α

Ω


Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη
Απρίλιος 2009

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Βραδιά ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ



Βραδιά JACK KEROUAC στο Barrio



Την Κυριακή, 12 Απριλίου, στο Barrio, Κεραμεικού 53, από τις 6 το απόγευμα και έως αργά, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης οργανώνει βραδιά αφιερωμένη στον μεγάλο συγγραφέα και ποιητή ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ.

Σαράντα χρόνια από το θάνατό του, στα 1969, μισό αιώνα και δύο έτη μετά την έκδοση του θρυλικού ON THE ROAD, ο Κέρουακ είναι πάντα ζωντανός και επίκαιρος.

Στη βραδιά, θα παρουσιαστούν τα βιβλία του Κέρουακ (εκδόσεις Ηριδανός) «Mexico City Blues» και «Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (εκδόσεις Απόπειρα), που μόλις κυκλοφόρησαν μεταφρασμένα από τον ποιητή Γιάννη Λειβαδά.

Οι τοίχοι του Barrio θα είναι στολισμένη με φωτογραφικό υλικό σχετικά με τον Κέρουακ και τους άλλους πρωταγωνιστές της Γενιάς Beat. Το υλικό αυτό είναι επεξεργασμένο εικαστικά από το Συνεργείο «Η Λαϊκή Ελίτ», το Radio Propaganda, και την Ελεάννα Μαρτίνου.

Θα προβληθούν ταινίες για την Γενιά Beat και τον Τζακ Κέρουακ. Τα ηχεία θα παίζουν jazz μουσική που αγαπούσε ο Κέρουακ, καθώς και ηχογραφημένες απαγγελίες με τη φωνή του.

Ο Γιάννης Λειβαδάς και ο Μπαμπασάκης θα απαγγέλλουν ποίηση του Κέρουακ.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ




Ένα Ποίημα


κι
ύστερα

έγιναν
τα δάκρυα
χαμόγελο

κι
ο
θόρυβος
μουσική
μουζικούλα
γίνηκε

τ’
αστέρια
και
πάλι
έλαμπαν
στα
καταγώγια
και
εις
τα
κελάρια

Ε
Γ
Ω

Ήμουνα

Ε
Σ
Υ

Εσύ

Ε
Σ
Υ

Ήσουνα

Εγώ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

μου,

και κατόπιν

άναψα

ένα τσιγάρο

κι

ύστερα

ήπια πάλι

ένα ποτήρι

κρασί

και μετά,

ΗΝΕΩΧΘΗΣΑΝ

ΟΙ

ΟΥΡΑΝΟΙ

Και
Έγιναν
Χρώματα
Τα
Βλέμματα,

μάτια μου,

χρώματα
έγιναν
τα
βλέμματα,

μάτια μου,

κι
ΕΣΥ

Έγινες
Ένα
Κόκκινο
Καυτό
Καλούδι

Ένα
Πριν
Έγινες
Ένα
Μετά
Ένα
Νυν
Ένα
Πάντα

κι
ήσουν

Στο
Παρίσι
Στο
Άμστερνταμ
Στο
Βερολίνο
Στα
Εξάρχεια
Στη
Βαρκελώνη,

κι
ήσουνα

ΑΙΜΑ

Φωτιά
Φώτα

κι
ένα
δέντρο
ήσουνα,

κι
ένας
δρυμός

και
μια
βάρδια
και
μια
βραδιά

κι
ένας

Α
Ι
Ω
Ν
Α
Σ

κι
εγώ

έπινα
ως
το
ξημέρωμα
κι
εγώ
ήμουν

ένα
ανάθεμα

κι
εγώ

σούβλιζα
τα
δευτερόλεπτα

κι
εγώ

κάθε
καημό
κάπνιζα

κι
εγώ

έβηχα

κι
εγώ
έγινα

ένα
σύγνεφο

κι
έβρεχα

λέξεις
ρημάδια

λέξεις
λουλούδια

λέξεις
πουλιά

λέξεις
ψωμιά

για να
γίνει
το
ποίημα
μόχθος

για να
γίνει
το
ποίημα
μόχθος


για να
γίνει
το
ποίημα
μόχθος

να
γίνει
σουγιάς
η
πεταλούδα

να
γίνει
πριόνι
η
παπαρούνα
να
γίνει
αφιόνι
η
χλόη
να
γίνει
κήπος
η
λαχτάρα
να
γίνει
χώμα
το
άγγιγμα

να
γίνει
γέλιο
η
ουλή

ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ




Το Καλό και το Κάλλος

Απ’ τη μια μεριά η Τέχνη της Εξουσίας κι από την άλλη η Εξουσία της Τέχνης. Από τη μια μεριά η αλόγιστη βαναυσότητα, πασπαλισμένη με κάποιες φιλοσοφικές διερευνήσεις ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξή της, κι από την άλλη η προσήλωση του καλλιτέχνη στο να απαθανατίσει το κάλλος, να γίνει ένα με το κάλλος, να μην υπάρχει παρά μονάχα για το κάλλος και διά του κάλλους. Δύο διακριτοί κόσμοι που όμως υποχρεώνονται να συναντιούνται, να αντιπαρατίθενται, να συγκρούονται. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Τέχνη είναι η νίκη των ηττημένων, ότι διά της Τέχνης «εκδικούμαστε τα πράγματα», όπως έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Και η Γητεύτρα της Φλωρεντίας μοιάζει να είναι μια τέτοια νίκη, μια τέτοια εκδίκηση – η νίκη του Καλού και η εκδίκηση του Κάλλους. Ο Σάλμαν Ρούσντι κερδίζει ακόμα μια φορά το στοίχημα της Τέχνης και τορπιλίζει το θωρηκτό της Εξουσίας.
Μ’ έναν καταιγισμό ποιητικών εικόνων, δοσμένων με απαράμιλλη κομψότητα, ο Ρούσντι μάς ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο, στο εκεί και στο άλλοτε, τόσο για να μας τέρψει όσο και για να σχολιάσει το εδώ και το νυν. Μιλώντας για τη Δύση και την Ανατολή του 15ου και του 16ου αιώνα, μεταφέροντάς μας μαγικά στη Φλωρεντία των Μεδίκων και στην πρωτεύουσα των Μογγόλων, πλάθοντας ήρωες φανταστικούς αλλά και παίζοντας με ιστορικές προσωπικότητες, θίγει το ζήτημα της ιστορίας και του μύθου, τη διαλεκτική πραγματικότητας και φαντασίας, την επίδραση που μπορεί να ασκήσει η επινόηση στο γεγονός.
Ταξιδιώτες και παραμυθάδες, ένας αυτοκράτορας που ζωντανεύει με τη δύναμη του νου του μια γυναίκα εκπάγλου καλλονής, την οποία μάλιστα επιβάλλει στην αυλή του, την κάνει κέντρο της ύπαρξης του αχανούς βασιλείου του, καλλιτέχνες που ταυτίζονται τόσο πολύ με το έργο τους ώστε να ζουν και να πεθαίνουν εντός του, τυχοδιώκτες που αφήνουν στο περιθώριο τις όποιες πεποιθήσεις και δρουν μονάχα για χάρη της περιπέτειας, πόρνες που θέλγουν τους πάντες, δολοπλόκοι που μηχανορραφούν αδιάκοπα, πλημμυρίζουν με την πληθωρική τους ύπαρξη και με τα πολύπλοκα καμώματά τους τις σελίδες του Ρούσντι, παρασύροντας τον αναγνώστη στο εσωτερικό ενός ιλιγγιώδους καλειδοσκόπιου συντεθειμένου από αλλεπάλληλες, πάντα μαγικές, ιστορίες που είναι προϊόντα μιας πολύχρονης έρευνας (ο Ρούσντι παραθέτει εκτενή βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου) και μιας φαντασίας που καλπάζει καβάλα στο άτι της πραγματικότητας.
Το χιούμορ και ο αισθησιασμός ανταλλάσσουν χειραψίες με την βαθύνοια και την ευρυμάθεια, όπως σε όλα τα αφηγήματα του Ρούσντι. Η μαγεία, κυρίως ως τρόπος να αλλάζουμε την πραγματικότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, αλλά και ως τρόπος να επιβιώνουμε, ακόμα και να επιβαλλόμαστε, κάτω από συνθήκες δυσμενείς, πρωταγωνιστεί εκθαμβωτικά στο μυθιστόρημα αυτό που μοιάζει πολλές φορές να είναι μια αχανής αίθουσα γεμάτη με καθρέφτες όπου οι ήρωες αντανακλώνται ξανά και ξανά, εισβάλλοντας θαρρείς ο ένας στον άλλον, παίζοντας ο ένας με τη μοίρα του άλλου, αλλοιώνοντας πεπρωμένα, ανατρέποντας δεδομένα. Μέσα σ’ αυτή την αίθουσα, οι ιστορίες μοιάζουν ατέρμονες, αποκτούν μυριάδες διαστάσεις, εισδύουν η μία στην άλλη, γίνονται αίφνης πίνακες ζωγραφικής, μουσικές συνθέσεις, σμήνη πολύχρωμων πουλιών, αλλά και αιχμηρά λεπίδια που σχίζουν τα πέπλα των ψευδαισθήσεων, που ο ίδιος ο Ρούσντι έχει απλώσει, για να αποκαλυφθούν οι αλήθειες, που επίσης ο ίδιος ο Ρούσντι έχει αντλήσει από την πολυετή θητεία του στη συγγραφή.
Οι γυναίκες, σε τούτο το μυθιστόρημα, μολονότι εξαρτημένες από τους άντρες, κάποιες μάλιστα απλώς ανύπαρκτες στην πραγματικότητα, επινοημένες από έναν αυτοκράτορα κι έναν κατεργάρη, είναι ικανές να τους εμπνεύσουν, να τους ωθήσουν στη δράση, να τους μαγέψουν, να τους αφυπνίσουν κοιμώμενους πόθους, να τους οδηγήσουν άλλοτε στον θρίαμβο και άλλοτε στην πανωλεθρία. Οι άντρες, πότε κυριευμένοι από τη δίψα για δύναμη και πότε παλλόμενοι από πάθη ποιητικά, ενάντια στη δύναμη, ενάντια στην εξουσία, παλεύουν να βρουν το εγώ τους, να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους, να δικαιώσουν, με κάθε διαθέσιμο μέσο, την ύπαρξή τους. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο παραμυθάς, τόσο ο εδραιωμένος ισχυρός όσο και ο περιπλανώμενος τυχοδιώκτης, πασχίζουν να τανύσουν τα όρια της ζωής τους, να μαγέψουν και να μαγευτούν, να εναντιωθούν στο φάσμα της φθοράς, στην απειλή της ανυπαρξίας, στο αναπόδραστο του τελικού χαμού. Με τη γνωστή του γενναιοψυχία, ο Ρούσντι μάς δωρίζει ένα πλήθος ηρώων που αποτελούν συνθέσεις και συμπλοκές των αντιφάσεών τους, ηρώων όπου εντός τους αντιμάχονται το Καλό και το Κακό, η ροπή προς τη δημιουργία και η ροπή προς την καταστροφή, οι αγέρηδες της τραχύτητας και η ηδεία αύρα της τρυφερότητας.
Αποφεύγω εσκεμμένα να μιλήσω για την πλοκή του μυθιστορήματος. Είναι ξέφρενη, είναι ένας βουερός, μα και μελωδικός, στρόβιλος από γεγονότα και μυθεύματα, από έρωτες και θανάτους, από προδοσίες και ανδραγαθήματα, από εξαπατήσεις και δολιότητες και εκδικήσεις και παραδοξότητες και παρεξηγήσεις. Σημασία έχει η εμπλοκή των θεμάτων που θίγει ο Ρούσντι, η μαγεία της γραφής του, ο τρόπος του να μας ξεναγεί σε μια φαντασμαγορία καμωμένη για την τέρψη μας αλλά και για να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με το νόημα της ζωής και τη σημαντικότητα της Τέχνης. Σημασία έχει το πώς δεν παύει να καταπιάνεται με τις ποικίλες αντιθέσεις και ομοιότητες Ανατολής και Δύσης, με το πώς οργανώνονται και πώς διαλύονται οι κοινωνίες, με το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος τόσο μέσα σ’ ένα συγκροτημένο σύνολο όσο και σε καιρούς αποσάθρωσης των πάντων, με το τι μπορεί να σημαίνει ο έρωτας και η αγάπη, με το ποια ισχύ μπορεί να έχει ο εύηχος και ευφάνταστος λόγος (και εδώ, όπως και σχεδόν στο σύνολο του λογοτεχνικού του έργου, ο Ρούσντι δεν παύει να ερωτοτροπεί δημιουργικά με τις περιλάλητες Χίλιες και μία νύχτες). Κι ακόμα, σημασία έχει η εκ μέρους του τόσο γόνιμη αφομοίωση και αναδημιουργία των όσων κόμισε στην ανθρωπότητα η σοφία και το τάλαντο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, με τον οποίο ο συγγραφέας της Γητεύτρας της Φλωρεντίας δεν έχει σταματήσει ποτέ να συνομιλεί μέσα από τις σελίδες του.
Ας δούμε, προς τέρψιν και εν είδει ορεκτικού, με τι μαστοριά καταφέρνει ο Ρούσντι να συμπυκνώσει σε μια παράγραφο ένα κολοσσιαίο κεφάλαιο της ιστορίας της ανθρωπότητας, τη γένεση του Νέου Κόσμου:

Ένας άντρας και μια γυναίκα πλέουν μες στις ομίχλες και χάνονται σ’ έναν άμορφο νέο κόσμο όπου κανένας δεν τους ξέρει. Σ’ όλο τον κόσμο δεν έχουν παρά μονάχα ο ένας τον άλλο και την υπηρέτριά τους. Ο άντρας είναι κι αυτός υπηρέτης, ο υπηρέτης του κάλλους, και το όνομα του ταξιδιού αυτού είναι αγάπη. Φτάνουν στον τόπο που η ονομασία του δεν έχει σημασία όπως επίσης και τα δικά τους ονόματα. Τα χρόνια περνάνε και οι ελπίδες τους πεθαίνουν. Ολόγυρά τους βρίσκονται άνθρωποι δραστήριοι. Ένας άγριος κόσμος στο νότο και άλλος ένας στο βορρά αργά, ναι, αργά εξημερώνονται. Σχήμα, νόμος, μορφή δίνονται σ’ αυτό που ήταν αρχικά ανάλλαχτο, αλλά η διαδικασία θα είναι παρατεταμένη. Αργά, πολύ αργά, η κατάκτηση προχωράει μπροστά. Υπάρχουν πρόοδοι, υποχωρήσεις, και πάλι πρόοδοι, μικρές νίκες, και πάλι μετά μεγαλύτερα κέρδη. Κανείς δεν ρωτάει αν πρόκειται για καλή διαδικασία ή κακή. Δεν είναι ζήτημα νομιμοποίησης. Το έργο του Θεού εκτελείται, και εξορύσσεται επίσης χρυσός. Όσο μεγαλύτερο είναι το νταβαντούρι, όσο πιο δραματικές οι νίκες, όσο πιο τρομερές οι ήττες, όσο πιο ματοβαμμένη η εκδίκηση του παλιού κόσμου ενάντια στον νέο, τόσο πιο ασάλευτοι και σιωπηλοί γίνονται οι τρεις ασήμαντοι άνθρωποι, ο άντρας, η γυναίκα, η υπηρέτρια. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, γίνονται πιο μικροί, γίνονται λιγότερο σημαντικοί. Μετά η αρρώστια χτυπά και η γυναίκα πεθαίνει, αλλά αφήνει πίσω της ένα παιδί, ένα κοριτσάκι.

Η παράγραφος αυτή, οργανικά δεμένη, καίτοι μοιάζει ένθετη, με την πλοκή του μυθιστορήματος, συνοψίζει κρίσιμα μια τάση απαισιοδοξίας στη φιλοσοφία του Ρούσντι, μια δυσοίωνη θεώρηση της πορείας που ακολουθεί, αιώνες τώρα, η ανθρωπότητα δημιουργώντας όνειρα και ελπίδες που εν συνεχεία οδηγούνται αδυσώπητα στον αφανισμό τους. Αλλά, πάντα υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά» απέναντι στην σκοτεινιά της απαισιοδοξίας, αλλά, λοιπόν, η ποίηση, η λογοτεχνία, η μουσική, η κουλτούρα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη, δεν έχουν παραδώσει τα πολύτιμα όπλα τους, δεν έχουν πάψει να ανθίστανται, όσο και όπως μπορούν, στον ζόφο. Η μαγεία της τέχνης είναι πάντοτε παρούσα και πάντοτε θαλερή. Το ίδιο και η δύναμη της σοφίας που μας προικίζει με νουνέχεια, επιτρέποντάς μας να διατηρούμε τη δημιουργική μας τρέλα. Κι αυτό είναι το κεντρικό θέμα αυτού του μαγευτικού βιβλίου.
Ας μου επιτραπεί να πω ότι συμμερίζομαι πολλές από τις αντιλήψεις του Σάλμαν Ρούσντι, ιδίως αυτές για τη γοητεία της αφήγησης, για τη γητειά της γραφής, για το σπουδαίο καθήκον της Τέχνης να εκθειάζει, με τρόπους τερπνούς, το μεγαλείο της ανθρώπινης επινοητικότητας και δημιουργικότητας. Όσο υπάρχουν άνθρωποι το Καλό θα υπηρετεί το Κάλλος, και το Κάλλος θα υπηρετεί το Καλό.
Ας ευχαριστήσω, και από εδώ, θερμά τις Εκδόσεις Ψυχογιός για το ότι μου εμπιστεύθηκαν για τέταρτη φορά (μετά τους Σατανικούς Στίχους, την Παραφορά, και το Όνειδος) τη μετάφραση ενός ακόμα πολυπρισματικού και πολυσήμαντου μυθιστορήματος αυτού του πληθωρικού και τόσο, μα τόσο, σαγηνευτικού δημιουργού. Ο καρπός αυτού του μόχθου μου είναι αφιερωμένος στην Ελεάννα Μαρτίνου («Σ’ αυτήν, εμπλουτισμένη με ό,τι θα επέλθει~ που όλα πρόκειται να τα επιλέξει, όλα να τα δεχτεί», Victor Segalen).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Φεβρουάριος 2009

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Διαβάστε Βακχικόν, Διαβάστε Ποιότητα


Από το υπέροχο www.vakxikon.gr

Ρ. Κάρβερ, μια βραδιά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι

του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη
(μια βραδιά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι)
Εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη είπε ο Μπουκόφσκι
κοιτάξτε με είμαι 51 χρονών
κι είμαι ερωτευμένος με τούτην εδώ την πιτσιρίκα
την έχω πατήσει άσχημα αλλά κι αυτή δεν πάει πίσω
οπότε είναι εντάξει φίλε έτσι πρέπει να γίνεται
Μπαίνω στο αίμα τους και δεν μπορούν να με βγάλουν από κει
Δοκιμάζουν τα πάντα για να γλιτώσουν από μένα
μα όλες τους γυρίζουνε στο τέλος
Όλες τους γυρίζουνε σε μένα εκτός
από εκείνη που έθαψα
Έκλαψα γι’ αυτήν
μα έκλαιγα εύκολα εκείνη την εποχή
άσε φίλε μη μου βάλεις να πιω τίποτα σκληρό
Γίνομαι κακός τότε
Θα μπορούσα να κάτσω εδώ και να πίνω μπίρα
με σας τους χίπηδες όλη τη νύχτα
θα μπορούσα να πιω δέκα λίτρα από τούτην εδώ την μπίρα
σαν να ‘τανε νεράκι
Βάλε με όμως να πιω κανά σκληρό ποτό
και θ’ αρχίσω να πετάω κόσμο έξω από τα παράθυρα
θα πετάξω τους πάντες έξω από το παράθυρο
Το ‘χω κάνει αυτό
Μα εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη
Δεν ξέρετε γιατί δεν ήσασταν ποτέ
ερωτευμένοι είναι απλό
Εγώ έχω τούτην εδώ την πιτσιρίκα και είναι όμορφη
Με φωνάζει Μπουκόφσκι
Μπουκόφσκι λέει με τη σιγανή της φωνή
κι εγώ λέω Τι
Μα εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη
Και σας λέω τι είναι
μα εσείς δεν ακούτε
Δεν υπάρχει ούτε ένας από σας σε τούτο δω το δωμάτιο
που θ’ αναγνώριζε την αγάπη ακόμη κι αν σηκωνόταν
και του τον κάρφωνε στον κώλο
Είχα κάποτε την εντύπωση πως οι αναγνώσεις ποίησης δεν έχουν κανένα νόημα
Και δες τώρα είμαι 51 χρονών κι έχω τριγυρίσει αρκετά
Ξέρω πια ότι δεν έχουν κανένα νόημα
μα λέω στον εαυτό μου Μπουκόφσκι
το να πεθαίνεις της πείνας είναι ακόμη περισσότερο χωρίς νόημα
Οπότε να ‘σαστε εδώ και τίποτε δεν είναι όπως θα ‘πρεπε να ‘ναι
Αυτός ο τύπος ο πώς τον λένε ο Γκάλγουεϊ Κίνελ
Είδα τη φωτογραφία του σε κάποιο περιοδικό
Έχει ωραία φάτσα δεν λέω
μα είναι δάσκαλος
Χριστέ μου το φαντάζεσαι
Μα εδώ που τα λέμε κι εσείς δάσκαλοι είσαστε
να λοιπόν που σας προσβάλλω κι από πάνω
Όχι δεν έχω ακούσει τίποτε γι’ αυτόν
ούτε καν τον ίδιο
Όλοι τους είναι τερμίτες
Μπορεί να είναι εγωιστικό που δεν πολυδιαβάζω πια
μα τούτοι οι άνθρωποι που χτίζουνε
τη φήμη τους σε πέντ’ έξι βιβλία
είναι τερμίτες
Μπουκόφσκι μού λέει
Γιατί ακούς όλη την ημέρα κλασική μουσική
Μπορείτε να την ακούσετε που το λέει, ε
Μπουκόφσκι γιατί ακούς κλασική μουσική όλη την ημέρα
Σας ξαφνιάζει αυτό, έτσι δεν είναι
Πού να το φανταστείτε πως ένας άξεστος μπάσταρδος σαν εμένα
θα μπορούσε ν’ ακούει κλασική μουσική όλη την ημέρα
Μπραμς Ραχμάνινοφ Μπάρτοκ Τέλεμαν
Σκατά δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω εδώ πέρα
Είναι πολύ ήσυχα εδώ πέρα πάρα πολλά δέντρα
Εμένα μου αρέσει η πόλη αυτός είναι τόπος για μένα
Βάζω την κλασική μου μουσική κάθε πρωί
και κάθομαι μπροστά στη γραφομηχανή μου
Ανάβω ένα πούρο και το καπνίζω να έτσι δέστε
και λέω Μπουκόφσκι είσαι ένας τυχερός άνθρωπος
Μπουκόφσκι πέρασες μεσ’ απ’ όλα
κι είσαι ένας τυχερός άνθρωπος
και ο γαλάζιος καπνός σέρνεται επάνω στο τραπέζι
κι εγώ κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τη λεωφόρο Ντελόνγκπρι
και βλέπω κόσμο να πηγαίνει πάνω-κάτω στο πεζοδρόμιο
και φουμάρω το πούρο μου να έτσι
και μετά ακουμπάω το πούρο στο τασάκι μου κάπως έτσι
παίρνω βαθιά ανάσα
και ξεκινάω να γράφω
Μπουκόφσκι λέω αυτό είναι η ζωή
είναι καλό να είσαι φτωχός είναι καλό να έχεις αιμορροΐδες
είναι καλό να είσαι ερωτευμένος
Μα εσείς δεν ξέρετε πώς είναι αυτό το πράγμα
Δεν ξέρετε πώς είναι να είσαι ερωτευμένος
Αν μπορούσατε να την δείτε θα ξέρατε τι εννοώ
Πίστευε πως θα ‘ρθω εδώ πέρα και θα το ρίξω αμέσως στο πήδημα
Έτσι απλώς το ‘ξερε
Και μου το ‘πε ότι το ‘ξερε
Σκατά είμαι 51 χρονών κι αυτή ‘ναι 25
είμαστε ερωτευμένοι και αυτή ζηλεύει
Χριστέ μου είναι όμορφα
είπε πως θα μου ‘βγαζε τα μάτια αν ερχόμουν εδώ πέρα και πήγαινα να πηδήξω
Να λοιπόν αυτό είναι για σας η αγάπη
Τι ξέρετε εσείς ο οποιοσδήποτε από σας γι’ αυτήν
Ακούστε να σας πω κάτι
Συνάντησα ανθρώπους στη φυλακή που είχαν περισσότερο στυλ
απ' όσους τριγυρίζουν στα πανεπιστήμια
και πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης
Αυτοί ‘ναι βδέλλες που ‘ρχονται για να δουν
αν είναι βρόμικες οι κάλτσες του ποιητή
ή αν μυρίζουν οι μασχάλες του
Πιστέψτε με δεν θα τους απογοητεύσω
Μα θέλω να θυμάστε τούτο
μόνο ένας ποιητής βρίσκεται απόψε σε τούτο το δωμάτιο
μόνο ένας ποιητής σε αυτή την πόλη απόψε
ίσως μόνο ένας αληθινός ποιητής σε αυτή τη χώρα απόψε
κι αυτός είμαι εγώ
Τι ξέρετε εσείς ο οποιοσδήποτε από σας για τη ζωή
Τι ξέρει οποιοσδήποτε από σας για οτιδήποτε
Ποιος απ’ όλους σας εδώ μέσα έχει απολυθεί ποτέ από κάποια δουλειά
ή έχει χτυπήσει άγρια τη γυναίκα του
ή τον έχει χτυπήσει η γυναίκα του
Μ’ έχουν απολύσει απ’ το Sears and Roebuck πέντε φορές
Μ’ απολύανε κι ύστερα με ξαναπροσλαμβάνανε
Δούλευα αποθηκάριος γι’ αυτούς όταν ήμουν στα 35 μου
κι ύστερα με μπαγλαρώσανε γιατί τάχα έκλεβα μπισκότα
Ξέρω πώς είναι αυτό το πέρασα
Είμαι 51 χρονών τώρα κι είμαι ερωτευμένος
Και τούτη εδώ η πιτσιρίκα λέει
Μπουκόφσκι
κι εγώ λέω Τι και αυτή μου λέει
Νομίζω πως είσαι ένα μάτσο σκατά
κι εγώ της λέω μωρό μου μόνο εσύ με καταλαβαίνεις
Είναι η μόνη γυναίκα στον κόσμο
άντρας ή γυναίκα
απ’ την οποία θα το δεχόμουν αυτό
Μα εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη
Στο τέλος όλες τους γυρίζουν πάλι σε εμένα
η καθεμιά απ’ αυτές γυρίζει
εκτός από κείνη που σας είπα
εκείνη που έθαψα
Ήμασταν μαζί εφτά χρόνια
Και συνηθίζαμε να πίνουμε πολύ
Βλέπω κανά δυο δαχτυλογράφους σε τούτο το δωμάτιο μα
Δεν βλέπω κανέναν ποιητή
Δεν εκπλή