Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΓΡΑΦΙΕΣ


Radiographies


Στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, από σήμερα, Χριστούγεννα του 2008, η Ελεάννα Μαρτίνου παρουσιάζει την ενότητα ΡΑΔΙΟΓΡΑΦΙΕΣ, δώδεκα έργα εξπρεσιονιστικής pop-art, τιμώντας τα 70 χρόνια ελληνικής ραδιοφωνίας και εικονογραφώντας το (προς έκδοση, από τις εκδόσεις Ιανός) βιβλίο ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Οι ΡΑΔΙΟΓΡΑΦΙΕΣ είναι επεξεργασμένες χρωματικά φωτογραφίες και επικολλήσεις, εμπνευσμένες από τη συλλογή ραδιοφώνων, δίσκων, μακετών, στυλογράφων, σταχτοδοχείων, και λοιπά, του Μπαμπασάκη στην ολέθρια και σκανδαλώδη, πλην αγία και ηδυτάτη, κατοικία του στην Πλατεία Παπαδιαμάντη. Είναι ένα είδος φόρου τιμής στην εν λόγω κατοικία, η οποία θα εγκαταλειφθεί στις 30 Ιανουαρίου, για ν’ ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην ποίηση της περιπέτειας και στην περιπέτεια της ποίησης.

Ο εικαστικός λόγος και τα οπτικά/χρωματικά τοπία της Ελεάννας Μαρτίνου συμβάλλουν δημιουργικά στην διατήρηση ενός πνεύματος αναζήτησης και αναμόχλευσης των παθών.

Στο Barrio, μετά τις γιορτές, θα γίνει πάρτι για τα «επίσημα» εγκαίνια της έκθεσης που ξεκινάει από σήμερα. Μουσικές επιλεγμένες από ραδιοφωνικές επιτυχίες, προβολές ταινιών με θέμα το ραδιόφωνο, και εκλεκτοί ομιλητές θα κοσμήσουν το πάρτι μας.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ & ΑΙΣΙΟΝ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟΝ (Ε)ΠΑΣΧΑ (ΧΑ-ΧΑ-ΧΑ!!!)

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

ΦΡΕΝΤΣΙΠ



Ωρ' Δέκα Μίσκιν 'ναι μαζί


Ο Μπαμπασά ο Μάγκας


Κι απ' του γεβτζένιν την πορντή


Αμπέχει παρασάγγας

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΦΟΝΙΑΣ


Radiokiller

Αφού τους κατέστρεψε εξόντωσε τσάκισε διέλυσε, και τους τρεις κυρίους της φωτογραφίας, ο Ολέθριος Μπαμπασάκης, τους έβγαλε στην εκπομπή του «Ο Αφρός των Ημερών», στο Σάββατο 20 Δεκεμβρίου, για να τους ρίξει ακόμα πιο βαθιά στην άβυσσο της αφροσύνης του, αναγκάζοντάς τους να μιλήσουν για το φρέσκο cult βιβλίο «Μικρές Αθηναϊκές Ιστορίες» (ο Νέστωρ Πουλάκος), για τον ογκώδη τόμο «70 Χρόνια Φαγούρα» του Τσαρλς Μπουκόφσκι (το οποίο και μετέφρασε ανεπίληπτα, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος), καθώς και να αφιερώσουν τραγούδια, να στείλουν μηνύματα αγάπης, να ακούσουν ωραίες μουσικές. Ο τρίτος εικονιζόμενος, ο σκηνοθέτης Στέργιος Νιζήρης δεν κατάφερε να σαμποτάρει την έκρηξη φιλίας που διήρκεσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, και αναμένεται να διαρκέσει μερικές δεκαετίες αργότερα. Και δεν τα κατάφερε, για τον βδελυρό λόγο ότι απλούστατα αυτός την άναψε!

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΕΚΕΙ ΕΞΩ!!!

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΦΙΛΙΑ



Μετά τη θυελλώδη σύγκρουση που συγκλόνισε το σύμπαν, υπέρμαχοι αμφότεροι του Συνδρόμου της Στοκχόλμης, οι Νέστωρ Πουλάκος και Ίκαρος Μπαμπασάκης, ΣΕ ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ.

Συνομιλούν και παίζουν σπιντάτες μουσικές αύριο, 20 Δεκεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», 11 το βράδυ έως αργάμιση και κάτι, με αφορμή το 4ο τεύχος του περιοδικού «Βακχικόν» και την έκδοση του βιβλίου «Μικρές Αθηναϊκές Ιστορίες».

Βλέπε:

http://vakxikon.blogspot.com/2008/12/blog-post_06.html

http://vakxikon.blogspot.com/2008/12/4_15.html

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ


Διαβάστε το συγκλονιστικό κείμενο του αποκλίνοντος φίλου και ζωγράφου ΤΑΣΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ: http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=40925684

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΟΥΣΙΚΕΣ



Απόψε, 13 Δεκεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και hhtp://www.kanaliena.gr , στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», 11 το βράδυ έως 1 μετά τα μεσάνυχτα: Κατερίνα Γώγου και William Burroughs, Nick Cave και Ian Brown, Cabaret Modern και Molotov, σ’ ένα εκρηκτικό μουσικοποιητικό κοκτέιλ. Και μετά, 1 με 3, jazz και blues, στο Τζουκμπόξ του Μεσονυχτίου.

Αύριο, στο Barrio, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο (210-5246564), σκακιστικό γλέντι, από τις 6 το απόγευμα. Ο διεθνής μετρ Ηλίας Κουρκουνάκης παρουσιάζει το βιβλίο «Η Ζωή είναι μια Παρτίδα Σκάκι» , εκδ. Πατάκης, και παίζει blind σκάκι, ήτοι χωρίς να βλέπε την σκακιέρα. Ο μεταφραστής (ο Μπαμπασάκης, δηλαδή), παίζει «καπνιστή» jazz, blues, και μουσικές των σύγχρονων τροβαδούρων. Θα προβληθούν ταινίες με θέμα το σκάκι, ενώ θα υπάρχουν διαθέσιμες σκακιέρες (προσφορά των εκδόσεων Πατάκης) για να παίξουν όσοι το επιθυμούν. Παράλληλα, η Ελεάννα Μαρτίνου εκθέτει την ενότητα έργων «Reverie du Pauvre».

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΠΟΥΛΕΤ


Το παρακάτωθι διαβάστηκε σήμερα, 11 Δεκεμβρίου, στο Κανάλι1 Πειραιάς, 90,4 FM ((http://www.kanaliena.gr/) μεσημέρι παρά κάτι όπως πάντα. Αύριο, από τις 11 το πρωί και έως τις 2 το μεσημέρι, θα είμαι κοντά σας με την εκπομπή «Ράδιο Προπαγάνδα – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ», ενώ το Σάββατο, ξανά κοντά σας, από τις 11 το βράδυ και έως αργάμιση και βάλε, με το μουσικό δίπολο «Ο Αφρός των Ημερών» και «Το Τζουκμπόξ του Μεσονυκτίου».


Bullet with My Name on It

Να πάρει και να σηκώσει! Ο θείος μου ο Γιώργος ήταν στρατηγός πεζικού, ο άλλος μου θείος, ο Αλέξανδρος, πτέραρχος, ο πατέρας μου, Ιωάννης, ταξίαρχος πυροβολικού, κι εγώ, φευ, έχω καιρό τώρα αποκλίνουσα συμπεριφορά, καθώς μαθαίνω τώρα: ήτοι, έχω αλλάξει καμιά δεκαπενταριά σχολεία, σχολές, και πανεπιστήμια~ τυγχάνω Παναθηναϊκός, κι ας με συμπαθάνε οι φίλοι Πειραιώτες, και δη της εποχής του Οικονομόπουλου, του Δομάζου, του Γραμμού, του Καμάρα, του Ελευθεράκη~ ήμαρτον! Περαιτέρω, με είδαν κάποτε να ασχημονώ αγρίως υπέρ του Κασπάροφ στη διάρκεια των ματς ενάντια στον Κάρποφ για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκακιού, τον Νοέμβριο του 1985~ έμενα δε τότε στα Εξάρχεια, στην Τσαμαδού, ενώ τα προηγούμενα χρόνια είχα μείνει, πάντα στα Εξάρχεια, στις οδούς Δερβενίων, Κοσμά Μελωδού, Αραχώβης, και ξαναέμεινα αργότερα, πάλι στα Εξάρχεια, στην Στουρνάρη. Αφήστε δε που συχνάζω, τα τελευταία χρόνια, σε γνωστό άντρο ακολασίας, γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Ναυαρίνου, παρέα με άλλους αποκλίνοντες κανάγιες, κάτι ύποπτους τύπους που συμβαίνει σκανδαλωδώς να είναι κινηματογραφιστές, ζωγράφοι, ποιητές, συγγραφείς, σκακιστές, και άλλα τέτοια αποβράσματα.
Να πάρει και να σηκώσει! Ένας φίλος μου έπαιζε στην Εθνική Πόλο, μια ερωμένη μου έμενε στο Παλαιό Ψυχικό, ο φίλος μου ο Στέργιος Νιζήρης φοίτησε στα Ανάβρυτα, η φίλη μου Σώτη Τριανταφύλλου ζει ακόμη στα Εξάρχεια, αμάν τώρα που το θυμήθηκα έχω ένα ριγέ φουτεράκι Burberry με κουκούλα, κι ένα μπλουζάκι με το εξώφυλλο του God Save the Queen των Sex Pistols, τίγκα στην αποκλίνουσα συμπεριφορά, η παρέα μου κι εγώ!
Να πάρει και να σηκώσει! Είχα κάτι 13 και κάτι 14 στη Χημεία και τη Φυσική αντιστοίχως, στην Τρίτη Λυκείου, στα 1977, δεν τέλειωσα ποτέ την Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιώς, και άφησα στη μέση ένα μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφία, στη Δυτική Γερμανία, γιατί έπαιζα μανιωδώς σκάκι και διάβαζα περιπαθώς το Finnegans Wake. Ας πρόσεχα, ας ήξερα, κι αν δεν ήξερα ας ρώταγα. Τίγκα στην αποκλίνουσα, τίγκα, τίγκα!
Να πάρει και να σηκώσει, παρά την ηλικία μου δεν είμαι υπουργός, άλλο πάλι αυτό, και δεν τρέχω στα μπουζούκια ή σε ποδοσφαιρικούς αγώνες το ίδιο βράδυ που συμβαίνει καμιά παρεξήγηση σε κάνα πεζόδρομο όπου τυχαίνει πάντα από παρεξήγηση να εξοστρακίζονται δι’ εξοστρακισμού παρεξηγημένα εξοστρακισμένα βλήματα. Παρά την ηλικία μου, και παρά τα μισά γκρίζα μου μαλλιά, αντί να κάτσω στ’ αβγά μου, όταν έχω κανά ευρώ στην άκρη, πάω και το τρώω στα βιβλιοπωλεία των Παρισίων, και αλωνίζω όλα τα κακόφημα δρομάκια της Αριστερής Όχθης όπου πυροδοτήθηκε ο Μάης του 68, έχω μάλιστα γράψει ο ίδιος, τέτοιος αποκλίνων είμαι, και δύο βιβλία για κείνη τη μακρινή κοινωνική έκρηξη. Τίγκα στην αποκλίνουσα συμπεριφορά, ο δικός σου, τίγκα στην αποκλίνουσα, τίγκα, τίγκα, τίγκα!
Ύστερα απ’ όλα αυτά βάζω στο πικάπ το «A Bullet With My Name on It» των Dream Syndicate. Και ο νοών νοείτω!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 11/ΧΙΙ/2008




ΕΞΟΧΟ ΚΕΜΕΝΟ!


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ



Το σημερινό Ραδιοχρονογράφημα είναι το πρώτο από μια σειρά άλλων όπου θα θίγω το ζήτημα της γενικευμένης παραλυσίας των διοικούντων, και του πόσο ανησυχητική, αν μη τι άλλο, είναι η παρούσα κατάσταση. Ακούστε νουνεχείς φωνές στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM (http://www.kanaliena.gr/) και στο Κόκκινο, 105,5 FM (http://www.left.gr/index2.php)

Γιατί Δεν Καταλαβαίνουν και Πόσο Επικίνδυνο Είναι Να Μην Καταλαβαίνουν

Είχα κάνει ένα Ραδιοχρονογράφημα με τίτλο «Διαβάζει ο Βουλγαράκης Hans Fallada;» Με τους φίλους μου, καιρό τώρα, λέμε ότι, ως χώρα και κοινωνία, πιάσαμε πάτο. Αλλά μοιάζει ο πάτος μάλλον απύθμενος. Παρακολουθώντας εκ του συστάδην τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών, αρχίζουμε έμπλεοι ανησυχίας, να αναρωτιόμαστε αν οι κρατούντες έχουν την παραμικρή σχέση με την πραγματική πραγματικότητα και αν δεν είναι εγκλωβισμένοι, αυτάρεσκα και αμήχανα, σε κάποιο αλλόκοτο στούντιο της ανυπαρξίας~ αν έχουν διαβάσει ποτέ περί αιτίων και αφορμών του Πελοποννησιακού Πολέμου, τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, τη «Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση» του Πρίγκιπος Κροπότκιν, τα όσα έχουν γραφτεί για την Κομμούνα του 1871, για να μην πω τίποτα περί της εξέγερσης του μαύρου πληθυσμού στο Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1965, για τον Μάη του 68, σχεδόν παγκοσμίως, αλλά ιδίως στο Παρίσι, καθώς και για τα σύγχρονα ξεσπάσματα στις μητροπόλεις. Κι ακόμα, αν διαβάζουν πια εφημερίδες, περιοδικά, blogs, οτιδήποτε~ το ότι δεν γράφουν, και, συνήθως, έχουν χάσει και την ικανότητα να μιλάνε, είναι πασιφανές. Μοιάζουν να είναι παγιδευμένοι σ’ έναν παρανοϊκό καθρέφτη όπου δεν βλέπουν παρά μονάχα το είδωλό τους, και τίποτε άλλο.
Ο κύριος Παυλόπουλος και οι συν αυτώ μοιάζουν να αγνοούν τι συμβαίνει στην κοινωνία, και να εκπλήσσονται , μιλώντας μια γλώσσα που γίνεται ολοένα και πιο ακατανόητη για τον στοιχειωδώς έλλογο, έναρθρο και ενημερωμένο πολίτη του σήμερα. Μοιάζουν να αγνοούν πόσο εκρηκτική γίνεται η σημερινή πολεοδομία, με την βίαιη συνύπαρξη μιας αφηνιασμένης χλιδής και μιας πεπιεσμένης φτώχειας, άγριας φτώχειας. Δίπλα στα μπαράκια με τα ουίσκι των εννέα ευρώ, υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ουρές για ν’ αγοράσουν πουλόβερ και σακάκια από τους κυνηγημένους πλανόδιους πωλητές. Το κέντρο των Αθηνών εδώ και χρόνια λεηλατείται όχι από τους μανιασμένους κουκουλοφόρους όπως τους λένε, αλλά από σχεδιασμούς που έχουν εκπονηθεί σε άλλες χώρες, σχεδιασμούς που δολίως διώχνουν από το κέντρο τα πανεπιστήμια, τα πνευματικά ιδρύματα, τις εφημερίδες, διαλύουν τις καλλιτεχνικές κοινότητες και γειτονιές, εξαφανίζουν τους κινηματογράφους, κατακερματίζουν τον κοινωνικό ιστό, μετατρέπουν τα πάντα σ’ ένα γιγάντιο Mall εμπορευμάτων στερημένων από κάθε πνευματική διάσταση. Το ζήτημα είναι περίπλοκο, έχει ιστορικές ρίζες, βαθύτατες πολιτικές απαρχές.
Ο έκπληκτος κύριος Παυλόπουλος και οι συν αυτώ μοιάζουν να αγνοούν ότι δεν είναι μονάχα των πιτσιρικάδων η οργή. Μοιάζουν να αγνοούν ότι το καζάνι βράζει εδώ και καιρό, και, φοβάμαι, θα εξακολουθήσει να βράζει. Ότι υπάρχουν καθηγητές πανεπιστημίου που δύσκολα τα βγάζουν πέρα~ ότι ψωμολυσάνε σπουδαίοι μουσικοί~ ότι επίσης σπουδαίοι ποιητές πληρώνουν 2 και 3 χιλιάδες ευρώ από την τσέπη τους για να εκδώσουν μία συλλογή τους~ ότι οι κινηματογραφιστές είναι στριμωγμένοι από παντού~ ότι υπάρχουν διανοούμενοι πενήντα χρονών βυθισμένοι στην απόγνωση. Τα αηδόνια έχουν σιγήσει, και ο Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει, τριάντα χρόνια τώρα και βάλε, «όπου δεν λαλεί αηδόνι, λαλεί βόμβα μολότοφ».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 9/ΧΙΙ/2008

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

RADIOART


Αύριο, Σάββατο 6 Δεκεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και http://www.kanaliena.gr/, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», από τις 11 το βράδυ και έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, ο αναρρώσας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον curator Σωτήρη Μπαχτσετζή (βλέπε: http://sotiriosbahtsetzis.blogspot.com/2006/01/who-i-am.html αλλά και http://our-living-room.blogspot.com/ και συζητούν για την κατάσταση της τέχνης στην σύγχρονη ελλαδική πραγματικότητα, υπό τους θεσπέσιους ήχους του John Coltrane, του Francois Coutourier, του Oscar Peterson, του Gil Evans, και άλλων. Φιλοξενούμενη επίσης η εικαστική καλλιτέχνις Ελεάννα Μαρτίνου (βλέπε: http://www.eleanna-martinou.blogspot.com/) με αφορμή την παρουσίαση της ενότητας Reverie du Pauvre στο Barrio (βλέπε: http://belleviefacile.blogspot.com/2008/11/blog-post_24.html) Από τη 1 μετά τα μεσάνυχτα και έως τις 3, θ’ ακούσετε jazz και blues επιλογές του Μπαμπασάκη στην εκπομπή Τα Τζουκμπόξ του Μεσονυχτίου. Συντονιστείτε!

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΕΥΘΥΝΗ



Ώρες Ευθύνης



Κατ’ αρχάς φυσάει. Και δεύτερον, συντετριμμένος από την παρρησία, από την εντιμότητα, από την σθεναρή ανάληψη ευθυνών των διοικούντων, ιδίως όσων καταθέτουν για την διαβόητη μοναστηριακή υπόθεση, οφείλω, έστω με καθυστέρηση μεγάλη, να δηλώσω ότι από κοινού με την Ελεάννα Μαρτίνου και τον Στέργιο Νιζήρη φέρω ακεραία την ευθύνη για την επιβολή της ποτοαπαγόρευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως επίσης και για την άρση της εν λόγω επιβολής~ για τη δολοφονία του Λέοντος Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ και για τα όσα υπέστη ο Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν στα γκούλαγκ~ ευθυνόμαστε περαιτέρω για την εξαφάνιση του Ντεσεβό και του Μίνι Κούπερ, όπως και για την διάλυση των Beatles~ ακόμα, φταίμε εμείς οι τρεις για την εξάπλωση της νευρικής ανορεξίας, για την θρυλική σιωπή του Αρθούρου Ρεμπό, για την εξαφάνιση του Αρθούρου Κραβάν, και για το ότι ο Μαρσέλ Ντισάν παράτησε τη ζωγραφική και το γύρισε στο σκάκι~ εμάς βαραίνει το ότι ακριβαίνουν ο καφές, οι τυροκροκέτες και τα εισιτήρια των συναυλιών.
Μπορείτε, βεβαίως, να μας προσάψετε, κυρίες και κύριοι, τον αλκοολισμό του Ουίνστον Τσόρτσιλ, τις ατυχείς πολιτικές περιπέτειες του Γκάρι Κασπάροφ, τον στραβισμό (απ’ όλες τις απόψεις) του Ζαν Πολ Σαρτρ. Ποιοι άλλοι, αν όχι εμείς, ήτοι ο Μπαμπασάκης, η Μαρτίνου, και ο Νιζήρης, ευθύνονται στο ακέραιο για όλες τις υποκλοπές του κόσμου, για τις καταχρήσεις της Έιμι Γουάινχαουζ, για την μανία με τον τζόγο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι; Φυσικά, εμείς οι τρεις ήμασταν πίσω από την κατάθλιψη του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, από τη δημιουργική κατρακύλα του Όλιβερ Στόουν, από τις ακρότητες του Καρλχάιντς Στοκχάουζεν.
Οφείλουμε οι τρεις μας, επιτέλους, να επωμιστούμε την ευθύνη για το μοιραίο ατύχημα της Ισιδώρας Ντάνκαν, για την αυτοκτονία όχι μονάχα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι μα και του Σεργκέι Εσένιν, για τις ταλαιπωρίες του Γιαννούλη Χαλεπά και του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.
Και τι να πούμε για τον θάνατο του Τζιμ Μόρισον, της Τζάνις Τζόπλιν, του Τζίμι Χέντριξ; Τι να πούμε για τον χαμό της Μέριλιν Μονρόε; Για τη δολοφονία του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι; Ή πάλι, για το Μεσανατολικό Ζήτημα, για τη Σινοσοβιετική Κρίση, για τον Πόλεμο της Κριμαίας; Να πούμε, μια για πάντα, και με πλήρη συναίσθηση των ευθυνών που μας βαραίνουν ότι εμείς φταίμε για όλα αυτά. Όπως επίσης φταίμε για την εισβολή των ρωσικών τεθωρακισμένων στην Πράγα, ομοίως δε και για το πραξικόπημα στη Χιλή κατά του Αλιέντε.
Ναι, κυρίες και κύριοι, οφείλουμε όλοι μας, και πρώτοι απ’ όλους εμείς οι τρεις, οι Μπαμπασάκης, Μαρτίνου, και Νιζήρης, να ακολουθήσουμε το λαμπρό παράδειγμα των γενναίων πολιτικών ανδρών μας και να αναλάβουμε στο ακέραιο όσες ευθύνες μας αναλογούν. Το επιβάλλουν οι υπέροχοι καιροί μας, καιροί υψηλού ήθους και ύφους, καιροί απόλυτης διαφάνειας και μεγίστης ανασυγκροτήσεως, καιροί άτεγκτης σοβαρότητας και κατακορύφου ανορθώσεως!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 4/ΧΙΙ/2008

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΙΓΑΡΕΤΑ



Της Αδελφής μου Σιγαρέτα νυν καπνίζω

Μεσούσης της χρηματοπιστοτικής κρίσεως, και γονατισμένος για πρώτη φορά στη ζωή μου από τα κωλοχρέη, ξέμεινα, επίσης για ξανά-μανά για πρώτη φορά στη ζωή μου, από τσιγάρα, βράδυ Δευτέρας. Πανικός; Αμέ! Γιατί όχι; Τρελός πανικός! Αλλά και αιφνίδια επαναφορά στην επικράτεια της σύνεσης. Ήτοι, ενθυμούμαι ότι παραδίπλα μου κατοικεί η sister, η αδελφή μου, καπνίστρια, δόξα τω Θεώ, καραμανιώδης! Οπότε, τι κάμνω ο νικοτινομανής; Τι άλλο; Της βαράω, ως λέγαμε παλιά, τηλέφωνο. «Sister», της λέω, μα την Παναγία, «τσιγάρα γιοκ εγώ, θα έχεις εσύ, ναι;» «Ναι, αμέ», μου απαντάει, «αλλά απ’ τα δικά μου, τα με φίλτρο, κι όχι απ’ αυτά, τα άνευ, που καπνίζεις εσύ». «Kein problem», της κάμνω γερμανιστί, «έρχομαι σφαίρα».
Και πήγα, σφαίρα. Παραδίπλα. Ναι, στη διπλανή πολυκατοικία, όπου μένει η sister μετά του υιού της και ανιψιού μου, του Άγγελου. Και μου έδωκε σιγαρέτα, με φίλτρο, δε λέω, αλλά τι να κάμνεις όταν η χρεία ταις θύραις κουρταλεί; Παίρνεις ό,τι απλόχερα, γλυκά, ηδύτατα σου παρέχεται, αυτό κάμνεις. Είναι απέραντη η γλύκα τού να μένει παραδίπλα σου ένας άνθρωπος δικός σου, είναι γλυκιά η απεραντοσύνη της γειτνίασης, είναι ανείπωτα θαλπερό το να ξέρεις ότι άμα ξεμείνεις από καφέ τσιγάρα ζάχαρη πορτοκάλια γατοτροφή βιβλία υπάρχει κάποιος πέντε μέτρα πιο κει που μπορεί να σου τα προσφέρει στη στιγμή.
Ω φίλες, ω φίλοι, μεσούσης της χρηματαπαυτής κρίσεως, ρίξτε μια ματιά παραδίπλα σας, λέω, δείτε τον δίπλα σας, αφουγκραστείτε τον γείτονά σας. «Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές», έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος, «ο Κερουάκ διαβαίνει μουσηγέτης». Συνορεύσατε, ω ladies and gents, με την αδελφή σας. Το δίχως άλλο, και αν μη τι άλλο, κάνα σιγαρέτο θα έχει να σας τρατάρει!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/ΧΙΙ/200
8

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ΠΟΙΗΜΑ


Το Ποίημα Πράβντα

Στον Θάνο Ανεστόπουλο,
25/ΧΙ/2008, στο Closer, Ιπποκράτους 150

Είθε και μακάρι
Και αμήν
Όσα τσιγάρα κάπνισα
Να είχα
Τόσες
Γυναίκες
Αγαπήσει
Μα δύο
Άντε τρεις
Μου έλαχαν
Και είθε
Και μακάρι
Και amen
Αυτές οι δύο
Οι τρεις
Μονάχα
ΕΚΕΙΝΗ
Να ήσαν
Μα η ζωή
Γραφή
Δεν είναι
Και του πνεύματός μου
Άγνωστες
Κατά
Τα έρμα
Τα έργα
Τα ειωθότα
Οι βουλές

Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΑΓΑΠΗ



Γιατί Πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε γι’ Αγάπη

Το Ραδιοχρονογράφημα στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM
και
http://www.kanaliena.gr/

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από έναν συγγραφέα που αγαπάμε, τον Raymond Carver. Ο οποίος για καμιά εικοσαριά χρόνια ήταν το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας. Πιο πολύ τον διάβαζαν στην Ευρώπη παρά στην πατρίδα του. Το ίδιο συνέβη και με τον Henry Miller, ο οποίος μάλιστα ήταν απαγορευμένος από τον Μεσοπόλεμο και έως τη δεκαετία του 1960. Ας θυμίσω ότι ο Carver γεννήθηκε πριν από εβδομήντα χρόνια, το 1938, και αναχώρησε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο, προ εικοσαετίας, το 1988. Αμφότεροι οι Carver και Miller έζησαν μες στα ζόρια τα οικονομικά, και διατήρησαν μια θαυμαστή αξιοπρεπή στάση και μιαν εξίσου θαυμαστή προσήλωση στο έργο τους, στο να μπορούν να εκφράζονται με μιαν ελευθερία απόλυτη. Ο Miller, σαν επέστρεψε αναγκαστικά, λόγω της ναζιστικής λαίλαπας και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Αμερική, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στην αχανή χώρα του για να τη γνωρίσει και πάλι. Μετά το ταξίδι έγραψε το σπουδαίο βιβλίο του «Κλιματιζόμενος Εφιάλτης». Θαρρώ ότι ένας συνδυασμός των δύο τίτλων θα μπορούσε να μας προσφέρει υλικό για σκέψη τούτο το Σαββατοκύριακο. Δηλαδή, δεν θα ήταν μάταιο να στοχαστούμε, έστω για λίγο, μες στα τρεχάματά μας και μες στον κυκεώνα των κακών ειδήσεων, πώς φτάσαμε να ζούμε σ’ έναν κλιματιζόμενο εφιάλτη και πώς μπορούμε να μιλάμε για αγάπη, ή τι μπορεί να είναι η αγάπη μέσα σε τέτοιες συνθήκες.
Πώς μπορεί να αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν κατακλύζεται από τον κλιματιζόμενο εφιάλτη, από δεκάδες μικροσυσκευές που τάχατες διευκολύνουν τη ζωή του, αλλά στην πραγματικότητα του φράζουν την ατραπό προς το όνειρο, τον κάνουν να ξεχνάει τι θα πει να ρεμβάζεις, τι θα πει να κάνεις έναν αργό περίπατο σε μιαν όμορφη συνοικία, ν’ αφήνεις το γάμο και να σουλατσάρεις για πουρνάρια; Πώς μπορεί ν’ αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν βομβαρδίζεται από τις γνωστές φυλλάδες που μιλάνε διαρκώς για μίση και συγκρούσεις και διασυρμούς; Πώς μπορεί ν’ αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν ακούει σχεδόν ακατάπαυστα λέξεις όπως φορολογική κλίμακα, κόστος για τον προϋπολογισμό, αύξηση ή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος; Πώς μπορεί να αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν σχεδόν όλα του τα δευτερόλεπτα είναι δεσμευμένα σε ενέργειες που σχέση ουδεμία δεν έχουν με την ευζωία, με την ηδύτητα, με την ποίηση, με τη φιλία;
Λόγια αφελούς ίσως, αλλά και λόγια που ίσως χρησιμεύσουν στην αγωνιώδη προσπάθεια ορισμένων να συνδεθούν πάλι με την ανθρώπινη βαθιά ουσία, με τα συναισθήματα, με την ευαισθησία. Λόγια που δεν θέλουν να είναι ουτοπικά αλλά που θέλουν να ξαναβρεθεί το χαμένο κέντρο της ανθρώπινης ζωής, και το εν λόγω χαμένο κέντρο είναι η Αγάπη. Κι άμα λάχει, έχω να πω στους πραγματιστές, συμφέρει η Αγάπη, απαλύνει την οδύνη, σε τονώνει, απομακρύνει ότι σε σκοτώνει, σε θωρακίζει απέναντι στα χτυπήματα της καθημερινότητας που έχει γίνει πολύ σκληρή. Ας ξαναδούμε για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε γι’ Αγάπη. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα χάσουμε. Απεναντίας!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/ΧΙ/2008

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ


Δεσποινίς Ετών Εξήντα Έξι

Άκουσα σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο ότι τέτοια μέρα, πριν από εξήντα έξι χρόνια, γεννήθηκε μια από τις πιο αγαπημένες κινηματογραφικές ταινίες, η περιλάλητη «Καζαμπλάνκα». Το 1942, λοιπόν, χάρη σε μιαν εύνοια της τύχης, χάρη στην άρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν να αναλάβει το ρόλο του Ρικ Μπλέιν, ο Μπόγκι, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, είδε το άστρο του ν’ ανατέλλει. Κι ακόμα, χάρη σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, ακόμα και χάρη στα λάθη και τις ασυνέπειες του σεναρίου, στις διαμάχες του σκηνοθέτη Μάικλ Κέρτιζ με τους συνεργάτες του, και χάρη στην πίεση του χρόνου, η «Καζαμπλάνκα» μπόρεσε να είναι μια ανθολογία κινηματογραφικών ειδών και μια πλούσια ανθοδέσμη στερεοτύπων, μια σβέλτη παρέλαση κλισέ, που εντέλει συγκίνησε και εξακολουθεί να συγκινεί. Όπως σημείωσε εύστοχα ο Ουμπέρτο Έκο, «Δυο, τρία κλισέ μάς κάνουν να γελάμε. Εκατό και διακόσια μαζί, τελικά μας συγκινούν».
Γυρισμένη στα γρήγορα, προορισμένη να χρησιμοποιηθεί για προπαγανδιστικούς λόγους, η «Καζαμπλάνκα» κατάφερε να είναι ίσως η δημοφιλέστερη ταινία όλων των εποχών, ξεπερνώντας ακόμα και τον θρυλικό «Πολίτη Κέιν» του μεγαλοφυούς Όρσον Ουέλς. Την είδα πρόσφατα, δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τον άκαμπτο Βίκτορ Λάζλο του Πολ Χένραϊτ και την όμορφη αλλά ιλαρά εκνευριστική Ίζλα Λαντ της Ίγκριντ Μπέργκμαν. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τα λίαν αφελή σεναριακά ευρήματα. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τις σκηνές ακραίου μελοδραματισμού.
Από την άλλη, όμως, με συγκίνησε ο Μπόγκι, τσακισμένος από τον έρωτα, αποφασισμένος να είναι ένας κυνικός μαγαζάτορας, κι ωστόσο αρνούμενος στο τέλος να παραμείνει αμέτοχος, απεκδυόμενος το ρόλο του άκαρδου καιροσκόπου. Με συγκίνησε επίσης η αντιμαχία ναζιστών που άδουν αίφνης τη «Φρουρά του Ρήνου» και Γάλλων πατριωτών που, μαζί με άλλους κυνηγημένους, απαντάνε τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Πιο πολύ με συγκίνησε το γεγονός ότι το καστ το απαρτίζουν τριάντα τέσσερις, παρακαλώ, εθνικότητες, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, και κομπάρσοι από την Κεντρική Ευρώπη, κυνηγημένοι όλοι από τους χιτλερικούς.
Κι ακόμα, δεν μπόρεσα να μην μειδιάσω μειλίχια σαν είδα τον Μπόγκι να παίζει σκάκι – ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι, και μάλιστα ήταν δεινός παίκτης. Δεν μπόρεσα να μην χαρώ, έστω κι αν δεν είναι σωστό, που θυμήθηκα ότι στο βιβλίο «Τα τσιγάρα είναι Θεσπέσια» του Ρίτσαρντ Κλάιν, που είχα την χαρά και την τιμή να μεταφράσω πριν από κοντά δεκαπέντε χρόνια, υπάρχουν κάμποσες σελίδες για την «Καζαμπλάνκα» ως την ταινία όπου οι πάντες καπνίζουν μανιωδώς. Και βέβαια, δεν μπόρεσα να μην απολαύσω, με τη συνοδεία ανεκτίμητων αναμνήσεών μου από την Πόλη του Φωτός, τη φράση «Αλλά εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι», μια από τις πιο ερωτικές ατάκες στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης.
Πείτε με, αν θέλετε, αθεράπευτο ρομαντικό, αλλά θαρρώ ότι ταινίες σαν την «Καζαμπλάνκα», μ’ όλα τα ψεγάδια που ενδέχεται να τους καταμαρτυρούμε, αποτελούν, αν μη τι άλλο, υπενθυμίσεις του βαρύτιμου γεγονότος ότι ο άνθρωπος δεν ζει μονάχα από υλοφροσύνη, καθώς έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, αλλά για να δίνει νόημα στη ροή του χρόνου, για να ανθίσταται στις βαναυσότητες της εξουσίας, για να ποντάρει στη ρουλέτα της Αγάπης, του Έρωτος, της Φιλίας.
Ναι, εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 26/ΧΙ/2008

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΝΙΚΕΣ



Αθέατες Νίκες μες στο Θέαμα της Ποταπότητας

Δεν χάνουμε εμμένοντας στις αγάπες μας τις αείζωες: στη μουσική, στην ποίηση, στην λεπταίσθητη πεζογραφία, στα εικαστικά, στον κινηματογράφο. Και πάντα ευγνωμονούμε όσους μας κάνουν δώρα πολύτιμα μέσα από την τέχνη τους. Ιδού, λοιπόν, μια ανθοδέσμη από τέτοια χαρίσματα για να ξεκινήσει η εβδομάδα όμορφα και ωραία και καλά:

Απόψε, και κάθε Δευτέρα, στο Barrio, στην οδό Κεραμεικού 53, στο Μεταξουργείο, οι Fungover, ένα έξοχο τζαζ τρίο, δικό μας, ελληνικό, παίζει καταπληκτική μουσική, ζωντανά, από τις 9 το βράδι και μετά. Ελάτε να τους ακούσετε και θα με θυμηθείτε. Οι Ντούβας, Κασιάνης, και Τριανταφυλλόπουλος, στα τύμπανα, το μπάσο, και το πιάνο, αντιστοίχως, μας ταξιδεύουν στα ηχητικά τοπία της καλής τζαζ.

Στο Barrio, επίσης, ας το επαναλάβω: Κεραμεικού 53 στο Μεταξουργείο, από σήμερα και για ένα μήνα η Ελεάννα Μαρτίνου, συνεργάτις του Καναλιού 1, επί των εικαστικών, εκθέτει μιαν ενότητα έργων με τίτλο Rêverie du Pauvre, Ο Ρεμβασμός του Φτωχού, τίτλος εμπνευσμένος από τον μεγάλο συνθέτη Erik Satie. Πρόκειται για μια σειρά 29 ανθρωποκεντρικών συνθέσεων, που μας θυμίζουν την περιλάλητη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση όποια κι αν είναι η Ερώτηση».

Τα «Διάφανα Κρίνα», μια δεμένη μελωδική μπάντα, με φανατικό κοινό, μας προσφέρουν από σήμερα το νέο τους cd. Θα το παρουσιάσουμε στο Κανάλι 1, θα απολαύσουμε παρέα τις συνθέσεις του Θάνου Ανεστόπουλου, του Παντελή Ροδοστόγλου, του Νίκου Μπάρδη, του Τάσου Μαχά και του Κυριάκου Τσουκαλά.

Η ποιήτρια Ζέφη Δαράκη έρχεται να μας απογειώσει με τα δυναμικά ποιήματά της, με τη νέα της συλλογή «Σε ονομάζω θα πει σε χάνω», εκδόσεις Αλεξάνδρεια. «Ερημώνει η ποίηση το πρόσωπό μου», γράφει η Δαράκη, «Άλλοτε εσήμαινε ουρανό το μπλε του χρόνου/ Τα λόγια ξεκλειδώναν μουσικές// Καρφιτσωμένη στα φυλλαράκια των δέντρων/ αμίλητη στραφτάλιζε η νεότητα/ και απερίγραπτη/ Αχ δε μιλιέται αυτό το ποίημα/ διακλαδώνεται/ στα κλάματα που το γέννησαν// Εκείνη τη μέρα ήταν σίγουρο/ πως θα χιόνιζε/ και θα τα σκέπαζε όλα/ τα πατημένα μεγάλα τίποτα».

Τέλος, ο εκλεκτός ποιητής και πεζογράφος Γιάννης Ευσταθιάδης υπογράφει το περίκομψο βιβλίο «Πορσελάνη», εκδόσεις ύψιλον/βιβλία. Πρόκειται για 44 σύντομα διηγήματα για νεκρές φύσεις όπως μας τις δίδαξε η ζωγραφική, για ένα διαρκές παιχνίδι με τον παρελθόντα χρόνο και την πανταχού παρούσα μνήμη. Διαβάζω ένα απόσπασμα από το διήγημα «Μαύρο στιλό σε μολυβοθήκη»: «Θέλει πάντα οι λέξεις του να αποτίθενται στο χαρτί μέσα από τα νεύρα και τη μοναξιά του χεριού του –με τη φιλική μεσολάβηση του στιλό– και όχι με τους επηρμένους αντικατοπτρισμούς μιας οθόνης. Μαύρα γράμματα, μικρά πενθήματα που συσσωρεύονται στα άσπρα κατάστιχα ενός άγραφου χρόνου, τον παρηγορούν. Αν η ζωή του είναι μια σειρά σβησμένα στιλό, προσπαθεί να ατενίσει τη φλόγα των αχρησιμοποίητων που δεν έγραψαν ακόμη».

Καλή βδομάδα, λοιπόν, με τους Fungover, την Ελεάννα Μαρτίνου, τα «Διάφανα Κρίνα», τη Ζέφη Δαράκη, και τον Γιάννη Ευσταθιάδη να μελωδούν και να λάμπουν μέσα στη μουντάδα αυτών των ημερών, να καταγάγουν νίκες αθέατες μέσα στο θέαμα της ποταπότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 24/XI/2008

Ο ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ



Στο Barrio, αυτό το όμορφο μπαρ, στην Κεραμεικού 53 στο Μεταξουργείο, από σήμερα, 24 Νοεμβρίου, και για ένα μήνα η Ελεάννα Μαρτίνου, συνεργάτις του επί των εικαστικών του Καναλιού 1 (90,4 FM και http://www.kanaliena.gr/ )εκθέτει μιαν ενότητα έργων με τίτλο Rêverie du Pauvre, Ο Ρεμβασμός του Φτωχού, τίτλος εμπνευσμένος από τον μεγάλο συνθέτη Erik Satie. Πρόκειται για μια σειρά 29 ανθρωποκεντρικών συνθέσεων, που μας θυμίζουν την περιλάλητη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση όποια κι αν είναι η Ερώτηση».

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμμονή της Μαρτίνου στην ανθρώπινη μορφή, στο βλέμμα των ανθρώπων, στην ένταση των συναισθημάτων όπως αντικατοπτρίζονται στο πρόσωπο. Μια γεύση από το έργο της, καθώς και πληροφορίες για την καλλιτέχνιδα, βρίσκουμε στο blog της:
http://www.eleanna-martinou.blogspot.com/

Θετικά προκλητική είναι η αντίληψη της Μαρτίνου για την λεγόμενη cheap art, καθώς τα έργα που εκτίθενται έχουν τη μορφή έξοχων εκτυπώσεων επικολλημένων σε δυνατό χαρτόνι, είναι πλαστικοποιημένα και αδιάβροχα, και τιμώνται ανάμεσα στα 30 και τα 50 ευρώ!

Η όλη αντίληψη μας φέρνει στο νου την προφητική παροιμία του υπερρεαλιστή ποιητή René Crevel (10 Αυγούστου 1900 – 18 Ιουνίου 1935): «Δεν μας αρέσουν μήτε οι φακές του πλούσιου, μήτε το χαβιάρι του φτωχού».

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΟΥΣΙΚΗ


22 Νοεμβρίου, η γιορτή της Αγίας Καικιλίας, προστάτιδας της Μουσικής.
22 Νοεμβρίου, από τις 11 το βράδυ και μετά, η εκπομπή "Αφρός των Ημερών" και ο Ίκαρος Μπαμπασάκης
γιορτάζουν την Αγία Καικιλία, γιορτάζουν τη Μουσική.
22 Νοεμβρίου, Κανάλι 1, Πειραιάς, μια μουσική πανδαισία.
22 Νοεμβρίου, οι νότες και οι μελωδίες, γιορτάζουν.
22 Νοεμβρίου, φίλες και φίλοι, ακούστε Κανάλι 1, ακούστε ΄Ικαρο Μπαμπασάκη, από τις 11 το βράδυ και μετά!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ


Δίκασαν τον φίλο μου τον Ξενοφώντα τον Μπρουντζάκη ως πορνογράφο! Στα 2008! Γιατί εξέδωσε γαλλικά κλασικά υπέροχα ερωτογραφήματα! Διάβασα, λοιπόν, το παρακάτω, σήμερα στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM (www.kanaliena.gr) , ένα δικό μου ερωτογράφημα μαζί με λόγια άλλων, να δούμε αν θα μας δικάσουνε κι εμάς! (Αύριο, στο ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, 11 το πρωί έως 2 το μεσημέρι, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής μπλα-μπλα κρίσως και του Βατο-Βαλτοπεδιακού Βιντεοσκανδάλου, θα κάνω ένα μουσικό και λογοτεχνικό αφοέρωμα στα Money! Όπως λέγαμε παλιά ΣΤΑΚΑΜΑΝ, ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΟΥ Ή ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΓΚΑΓΚΑΝ-ΓΚΑΓΚΑΝ!!!)

Ελελεύ, Ελένη! Ωσαννά, Ιωάννα!

Άραγε τι είναι εντέλει τα βιβλία αν όχι κριοί πολιορκητικοί που του Καρκίνου τον τροπικό με άφατη γλύκα και ηδύτητα να εκπορθήσουν θέλουν; Άραγε τι είναι ο επερχόμενος Απρίλιος δίχως την ερωτοτροπία με τον ηδύ Ιούνιο; Τι μπορεί, φίλοι μου καλοί, να είναι η επανάσταση δίχως του έρωτος το ασημένιο τάσι και την χρυσαφένια τάση; Κι όλου του κόσμου οι φλυαρίες, το ξέρουμε πια, τίποτε δεν είναι αν δεν νιώσεις πόσο Εκείνης που αγαπάς οι σιωπές πολύτιμες και σεβαστές είναι. Ναι, τα βιβλία αυτά ξέρουν τρυφερά και τρυφηλά να μας μαθαίνουν, είτε πριν από δέκα μέρες γράφτηκαν είτε πριν από αιώνες δέκα. Μας μαθαίνουν τα βιβλία ότι η ρώμη μας ανοχύρωτη είναι σαν στα εικοσιτετράωρά μας του έρωτος το νάμα κατισχύσει. Μας μαθαίνουν τα βιβλία ότι, καθώς λέγει ο Θάνος Ανεστόπουλος με τα Διάφανά του Κρίνα, «χθόνιοι και γήινοι είμεθα, φίλε», ότι το Σήμερα αν να ζεις δεν ξέρεις, πάει, χάθηκες, για τώρα και για πάντα! Ιδού, λοιπόν, ακόμα μια ανθοδέσμη από φράσεις αγριεμένες κι αλιευμένες από πάντοτε πολύτιμα βιβλία!

«Τις ευγενείς ψυχές δεν μισούν οι θεοί.
Τα βάσανα χτυπούν μονάχα τους ανώνυμους.
Της Λήδας τέκνα και του Διός,
θα σβήσω την οργή μου για την Ελένη
και δεν θα σκοτώσω την αδελφή μου.
Αφού το θέλουν οι θεοί ας επιστρέψει στην πατρίδα της.
Να ξέρετε μονάχα πως τη στολίζουν σωφροσύνη κι ευγένεια
ψυχής. Γεννήθηκε με σπάνια χαρίσματα
κι έχει λεπτούς τους τρόπους. Εύχομαι να τη χαίρεστε.
Μύριες μορφές παίρνει το θείο.
Μύρια όσα κι ανέλπιστα οι θεοί εκπληρώνουν»

Ευριπίδης, «Ελένη» (μτφρ. Κ. Χ. Μύρης, εκδ. Πατάκης)

«Ελένη είναι ο τρόπος, να περιπατής στο άγριο δάσος

να μην φοβάσαι τον λύκο, τ’ αγκάθια να μην σε τρυπάνε

ν’ ακολουθής στο τρέξιμο το πιο γοργό ζαρκάδι, να το προφτάνης

να το κυττάς κατάματα, στα μάτια της Ελένης»

Ηλίας Λάγιος, «Φεβρουάριος 2001» (εκδ. Ερατώ)


«Αν λοιπόν, της Ελένης ο οφθαλμός, αφού χάρηκε από το σώμα του Αλέξανδρου, στην ψυχή παρέδωσε προθυμία και άμιλλα ερωτική, τι το άξιο απορίας; Αυτόν, λοιπόν, που, εάν θεός, θεών θεία δύναμη έχει, πώς θα ήταν δυνατό ο κατώτερός του αυτόν να απωθήσει και σ’ αυτόν να αμυνθεί; Εάν όμως είναι νόσημα ανθρώπινο και ψυχής αγνόημα, δεν πρέπει ως σφάλμα να κατακριθεί αλλά ως ατύχημα να νομισθεί. Γιατί ήλθε ως ήλθε στης ψυχής τα κυνήγια, ούτε με βουλεύματα που η γνώμη έκανε ούτε από ανάγκες που ο έρως έχει ούτε από ετοιμασίες που η τέχνη έκανε.
Πώς λοιπόν, πρέπει δίκαιη να θεωρηθεί η μομφή προς την Ελένη, που είτε από έρωτα κυριεύθηκε είτε με λόγο πείσθηκε είτε με βία αρπάχθηκε είτε από ανάγκη θεϊκή έπραξε όσα έπραξε και έτσι, με κάθε τρόπο, διαφεύγει να είναι αιτία;
Με τον λόγο αφαίρεσα γυναίκας κακή φήμη, έμεινα μέσα στην υποχρέωση που έθεσα σαν άρχισα τον λόγο. Δοκίμασα να καταλύσω μομφής αδικία και δόξης αμάθεια. Τον λόγο θέλησα να γράψω, Ελένης εγκώμιο, δικό μου όμως παιγνίδι»

Γοργίας, «Ελένης Εγκώμιον» (μτφρ. Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά, εκδ. Ζήτρος)




Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ



VIDEOGAMES

Σαράντα χρόνια πριν, ξεσπάει ο Μάης του 68. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε εκδοθεί και είχε διαδοθεί ταχέως στους πιο ενημερωμένους κύκλους, ένα βιβλίο. Η Κοινωνία του Θεάματος, του Guy Debord. Ένα βιβλίο ακριβώς εκατό χρόνια μετά την έκδοση του Κεφαλαίου του Καρόλου Μαρξ, αλλά και την έκδοση των Ανθέων του Κακού του Καρόλου Μπωντλαίρ. Ο Debord ανέλυε την πιο προχωρημένη φάση του καπιταλισμού ως συσσώρευση θεαμάτων, ως διολίσθηση και εκπεσμό του βιώματος σε εικόνα, ορίζοντας το θέαμα ως το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα. Το 1988, επεξέτεινε την ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας, τονίζοντας ότι το μυστικό, η μαφία, το θέαμα διαπλέκονται και συνεργάζονται αγαστά. Εδώ και κάμποσους μήνες, στη χώρα μας, διαπιστώνει και ο πιο αδαής πόσο ακριβείς ήσαν οι παρατηρήσεις του Γάλλου στοχαστή.
Απροκάλυπτα, ανενδοίαστα, αναίσχυντα η εξουσία έχει γυμνωθεί από το όποιο ιδεολογικό άλλοθι, η δε πολιτική διεξάγεται μέσω μαγνητοσκοπήσεων, κρυφών καμερών, φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ακόμα και κίτρινων ψευτοκοσμικών φυλλάδων. Όπως προειδοποιούσε ο Μάνος Χατζιδάκις πριν από τρεις δεκαετίες, όταν η φριχτή όψη του τέρατος γίνεται αφίσα σε φοιτητικές κάμαρες, όταν η ασχήμια γενικεύεται και απλώνεται παντού, παραλύει όχι μονάχα η πολιτική σκέψη, όχι μονάχα ο φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά κάθε σκέψη εν γένει, κάθε λογική, και φτάνουμε στο σημείο να θεωρείται τρομοκράτης ή να εξοβελίζεται ως παρίας στο περιθώριο, όποιος βγει και πει δημοσίως ότι δύο και δύο ίσον τέσσερα. Πολύ ορθά, και με κάποια υποβόσκουσα απόγνωση αναμεμειγμένη με δίκαιη πικρία, επιμένουν σήμερα να μας θυμίζουν, ο Βασίλης και ο Γρηγόρης στην εκπομπή τους «Παιχνίδια Εξουσίας», την περιλάλητη παροιμία «Όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάχτυλο». Σα να λέμε, σήμερα τα αυτονόητα έχουν σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί, η λογική έχει κονιορτοποιηθεί, ο τίτλος εκείνης της ωραίας ταινίας «Σεξ, ψέματα, και βιντεοκασέτες» μοιάζει να είναι το σύνθημα στα λάβαρα των σημερινών κονταρομαχιών, ίσως κιόλας και το επίγραμμα μιας κοινωνίας που βουλιάζει στον γενικευμένο παραλογισμό.
Κινδυνεύοντας ίσως να γινόμαστε βαρετοί, κάποιοι επιμένουμε να επαναφέρουμε τα αυτονόητα στη συζήτηση, να αφήνουμε στην άκρη το ιλαροτραγικό σπλάτερ της κατ’ ευφημισμόν σύγχρονης πολιτικής, και να προπαγανδίζουμε τον καλό κινηματογράφο, την καλή μουσική, την καλή ποίηση. Να προπαγανδίζουμε την επιστροφή στον Αριστοτέλη, στον Hegel, στον Καστοριάδη, στον Debord, σε όσους επιχείρησαν να διαυγάσουν τις δομές των κοινωνιών στις οποίες έζησαν. Να προπαγανδίζουμε ότι ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση, και να επιμένουμε στην επαναφορά του θάλπους, της συνεννόησης, της κατανόησης, της λησμονημένης ανθρωπιάς στις ανθρώπινες σχέσεις. Μια κάπως ακραία διάθεση αισιοδοξίας με ωθεί να πω, με τη σειρά μου, ότι αν καταφέρουμε εμείς οι απλοί πολίτες να συνεννοηθούμε και να συντονιστούμε ίσως όντως να «φύγουν νύχτα» όσοι δεν θα έπρεπε να είχαν έρθει, ή έστω να συνετιστούν όσοι έχουν αφηνιάσει για τα καλά και επικίνδυνα για όλους μας!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/ΧΙ/2008

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ ΧΕΙΛΑΣ ΤΑΡΝΑΝΑΣ



Απόψε, Σάββατο 15 Νοεμβρίου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM (http://www.kanaliena.gr/ ), από τις 11 το βράδυ και έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον συγγραφέα και ποιητή Γιώργο Δουατζή. Θα συζητήσουν για τον μεγάλο μας ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, για την κατάσταση της Τέχνης σήμερα, για τον Έρωτα και τη Φιλία. Θα ακουστούν, μεταξύ άλλων, μουσικοτεμάχια από τα λίαν ενδιαφέροντα νέα έργα του Περικλή Χειλά («Ερωτιδέας», κυκλοφορεί από τον Ιανό, σε παραγωγή του Γιώργου Χρονά) και του Ανδρέα Ταρνανά («Πικροδάφνη», κυκλοφορεί από την Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ).

Από τη 1 και έως τις 3, ακούστε το «Τζουκμπόξ του Μεσονυχτίου» με μουσικές επιλογές του Μπαμπασάκη και με έμφαση στην jazz και τα blues.

«Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.
Κι η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ»
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΦΥΛΑΚΕΣ



Οι φυλακές και ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης

5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας της οποίας εθνικός ύμνος είναι το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» του Διονυσίου Σολωμού. 5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας με δύο Νόμπελ Ποίησης, με πέντε Βραβεία Λένιν (Κώστας Βάρναλης, Μανώλης Γλέζος, Γιάννης Ρίτσος, Μίκης Θεοδωράκης, Χαρίλαος Φλωράκης). 5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας όπου κάποτε οι λέξεις και έννοιες ελευθερία, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αλληλεγγύη, λογισμός, όνειρο, αγάπη έλαμπαν καθημερινά στα πρόσωπα των ηλιόλουστων κατοίκων της, όσες κι αν ήσαν οι κακουχίες που τους μάστιζαν. 5251 απεργοί πείνας στην Ελλάδα, και δεν βλέπουμε να κυλάνε κόμποι ιδρώτα σε κανενός αξιωματούχου τα αδιάβροχα ώτα.
Το θέμα λαμβάνει διαστάσεις διεθνείς αλλά εδώ οι υψηλά ιστάμενοι φαίνεται ότι αιφνιδίως εφαρμόζουν κυριολεκτικώς τον στίχο του Νίκου Εγγονόπουλου «Να μην ταραχθεί κανείς». Και γιατί να ταραχθεί; Τι είναι οι κρατούμενοι, αυτές οι πάνω από12000 ψυχές, παρακαλώ; Τι είναι οι κρατούμενοι, αυτοί οι στοιβαγμένοι σε κελιά που τσακίζουν τις έννοιες για τις οποίες νιώθαμε κάποτε περήφανοι σ’ αυτόν τον τόπο, τις έννοιες, ας τις επαναλάβω, της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, του φιλότιμου, της αλληλεγγύης, του λογισμού, του ονείρου, της αγάπης;
Αναρωτιέμαι πόσοι από μας έχουν κάνει έστω τον ελάχιστο κόπο να διαβάσουν κάποια συγκλονιστικά κείμενα που έχουν γραφτεί πίσω από τα σίδερα; Και δεν εννοώ μονάχα περιλάλητα γραπτά όπως του Αντόνιο Γκράμσι, ή του Τόνι Νέγκρι, αλλά κείμενα που μιλάνε για τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στις φυλακές, για τις ανάγκες τις στοιχειώδεις των κρατούμενων, όποιοι κι αν είναι, απ’ όπου κι αν κρατάει η σκούφια τους, ό,τι κι αν έχουν κάνει; Η Άντζελα Ντέιβις, μαύρη, κομμουνίστρια, πανεπιστημιακός, που έζησε κι αυτή στη φυλακή, γράφει για τη «βιομηχανία της τιμωρίας», και θα μιλήσουμε τις επόμενες μέρες γι’ αυτό.
Ντροπή και όνειδος και αίσχος. Και την τιμή της χώρας να τη σώζουν και πάλι μονάχα κάποιοι πεισματικά ευαίσθητοι ακτιβιστές, κάποιοι σκόρπιοι δημοσιογράφοι, σαν την Ιωάννα Σωτήρχου, κάποιοι ραδιοσταθμοί με καρδιά, όπως ο δικός μας, με τον Νίκο Μπουρσινό και τη «Λαϊκή Αγορά» του, και ο «Στο Κόκκινο», με τον Μάριο Διονέλλη, και κάποιοι καλλιτέχνες, όπως οι έξοχοι Γιάννης Αγγελάκας, Φοίβος Δεληβοριάς, Δανάη Παναγιωτοπούλου, Παύλος Παυλίδης and the b-movies, Ζορζ Πιλαλί, Μανώλης Φάμελος, Ελελεύ, Locomondo (unplugged), Μagic de Spell, Ρόδες και Flaco, με τη μεγάλη συναυλία αλληλεγγύης τη Δευτέρα.
Αλλά όλα είναι αλληλένδετα, και ας μου επιτραπεί η όχι και τόσο παράδοξη, και λίαν μελαγχολική σκέψη, ότι φέτος, το 2008, σχεδόν ουδείς σ’ αυτή τη χώρα δεν τίμησε τα εκατό χρόνια, τον έναν αιώνα, από τη γέννηση, στις 20 Απριλίου του 1908, του σημαντικότατου ποιητή και συγγραφέα υψηλών φιλοσοφικών πονημάτων, του Γιώργου Σαραντάρη. Να θυμίσω ότι στρατεύτηκε το 1940, πολέμησε στην Αλβανία, τον χτύπησε εκεί ο τύφος, και άφησε την τελευταία του πνοή το 1941, ούτε καν 33 χρονών. «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε/ Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα/ Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους/ Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου/ Και στη σκόνη του καιρού/ Σημαίνει πως φοβούμαστε/ Και η ζωή μας έγινε ξένη/ Ο θάνατος βραχνάς», έγραψε ο Σαραντάρης, συνοψίζοντας άριστα το πρόταγμα των λεγόμενων ιστορικών πρωτοποριών, το κίνημα για την πραγμάτωση της Ποίησης μέσα στην καθημερινή ζωή. Η οποία καθημερινή ζωή, όπως αντανακλάται και στη διαβίωση στη φυλακή, δυστυχώς νοσεί, και μάλιστα πολύ.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 12/XI/2008



.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ



Επιτέλους! Επιτέλους! Το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, τώρα και στο διαδίκτυο. Απολαύστε τις αγαπημένες σας εκπομπές σ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκεστε. Συντονιστείτε!!!
www.kanaliena.gr

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ


Spyridoula

Απόψε, Σάββατο, 8 Νοεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, και ίσως μέχρι αργάμιση χαράματα και βάλε, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», ο Ίκαρος Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον Νίκο Σπυρόπουλο, ψυχή μετά του αδελφού του Βασίλη της θρυλικής μπάντας «Σπυριδούλα». Εξοπλισμένοι με δισκάκια από όλο το φάσμα του ροκ-εντ-ρολ, των blues, της jazz, με βιολογική γραβιέρα Κρήτης, κρασί από εξαίσιους αμπελώνες της Κεϋλάνης, κουραμάνα Θάσου, ελιές Πράγας, και χαλβά Βαρσοβίας, γιορτάζουν τα γενέθλια της «Σπυριδούλας», τα επίσης γενέθλια του Σπυρόπουλου, και την ονομαστική εορτή του Ίκαρου. Κέφια εγγυημένα. Συντονιστείτε και δεν θα χάσετε!

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Η ΣΩΤΗ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ



Αύριο, Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, στην εκπομπή-μαμούθ «ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ», από τις 11 το πρωί και έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, και συζητούν για την εκλογή Ομπάμα και για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως βούληση και ως παράσταση. Θα ακουστούν μουσικές επιλεγμένες από τους δύο συνομιλητές, κυρίως jazz και blues (επιλογές του Ίκαρου) και rap και hip-hop (επιλογές της Σώτης). ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΙΤΕ!!!

Δείτε κι αυτό, για ορεκτικό: http://news.bbc.co.uk/1/hi/world/americas/us_elections_2008/7710079.stm

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΟΜΠΑΜΑ



Το παρακάτωθι ακούστηκε σήμερα, 5 Νοεμβρίου 2008, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, δώδεκα παρά πέντε, κατά τα ειωθότα. Ας πιούμε το βραδάκι ένα ποτήρι για τα όσα ίσως αλλάξουν στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Και κυρίως, ας πιούμε ένα ποτήρι, για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για τον Τσάρλι Πάρκερ, για τον Τζον Κολτρέιν, για τον Σίντνεϊ Πουατιέ, για τον Σάμιουελ Τζάκσον, για τον Μόργκαν Φρίμαν, για τον Τζέιμς Μπόλντουϊν, για τον Τζον Λι Χούκερ, για τον Τζίμι Χέντριξ, και για τον… Θανάση Μήνα! Κι από μένα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ στον Επισμηναγό Όλεθρο και στην Έρα!


Ξενύχτι για τον Ομπάμα

Συνήθως ξενυχτάμε για να γλεντήσουμε με φίλους, ή γιατί διαβάζουμε ένα συναρπαστικό βιβλίο, ή γιατί δουλεύουμε. Χτες ξενύχτησα, μαζί με πολλούς άλλους, είμαι σίγουρος, γιατί παρακολούθησα με ποικίλους τρόπους την εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα, από το Γενάρη τεσσαρακοστού τετάρτου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Μια ιστορική εκλογή, μια αλλαγή σελίδας, και μάλιστα μια αλλαγή που φαίνεται να έχει συνέπειες άλλες πέρα από τις πολιτικές.
Και μόνο το γεγονός ότι, σαράντα χρόνια μετά τη δολοφονία του, επανήλθε πολλαπλώς και πολλαχώς το όνομα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και ακούστηκε η φωνή της κόρης του, ξανά και ξανά, δεν είναι λίγο για κάποιους από μας. Και μόνο το γεγονός ότι αντικαταστάθηκε η ένρινη στριγκιά φωνή του Μπους από την βαθιά νέγρικη αφροαμερικάνικη μαύρη λίαν καλλιεργημένη φωνή ενός ανθρώπου της γενιάς μου, είναι πολύ για πολλούς από μας. Και μόνο το γεγονός ότι σίγουρα ανθίζουν προσδοκίες από τις οποίες ενδέχεται κάποιες να γίνουν πραγματικότητα, μοιάζει ευοίωνο. Και μόνο το γεγονός ότι ένα τέτοιο όνομα, Μπάρακ Χουσεΐν (παρακαλώ) Ομπάμα, θα ακούγεται επί χρόνια στη θέση των Μπιλ και των Τζορτζ, ίσως να μην είναι τόσο ασήμαντο όσο φαίνεται.
Και μόνο το γεγονός ότι, είτε το πιστεύει είτε όχι, ένας Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών διατείνεται ότι η δύναμη της Αμερικής δεν είναι τα όπλα ή η οικονομική ισχύς αλλά οι ιδέες είναι, το δίχως άλλο, μια νότα αισιοδοξίας. Και μόνο το γεγονός ότι υποψιάζομαι πως δεν θα μιλάμε πια για «πλανητάρχη» αλλά για έναν πολιτικό με προσωπικότητα αλλάζει ήδη τα πράγματα. Και μόνο το γεγονός ότι οι νεότερες γενιές ήσαν αυτές που στην συντριπτική πλειονότητά τους στήριξαν και ψήφισαν τον Μπάρακ Ομπάμα, καθώς και το ότι ενώ το 2004 η συμμετοχή των Αμερικανών στις εκλογές άγγιζε μόλις το 50 τοις εκατό, ενώ τώρα το ποσοστό ίσως σπάει ρεκόρ, ξεπερνώντας και εκείνο των εκλογών που ανέδειξαν Πρόεδρο των ΗΠΑ τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, πριν από σχεδόν μισό αιώνα, δεν αποκλείεται να σημαίνει την αρχή του τέλους της αποχαυνωτικής, και επικίνδυνης, απάθειας αυτού του μωσαϊκού λαού.
Και μόνο το γεγονός ότι, μολονότι κανείς δεν μπορεί πια να είναι εύπιστος και αφελής, πολλοί από μας φρονούμε ότι η εκλογή Ομπάμα ίσως είναι μια ευκαιρία αποκατάστασης της χαμένης τιμής των Ηνωμένων Πολιτειών, μια ευκαιρία αναβίωσης ενός πολιτισμού, μιας κουλτούρας, ενός μανταρίσματος και μπαλώματος του κουρελιασμένου αμερικανικού ονείρου, είναι κάτι που δεν θέλουμε να το παραβλέψουμε. Ας μου επιτραπεί και μια λίαν προσωπική, λίγο μελαγχολική, κουβέντα: και μόνο το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω να εκλέγεται Πρόεδρος των ΗΠΑ ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1961, ήτοι οχτώ μήνες μετά από μένα, δεν με κάνει μονάχα να αισθάνομαι ότι μεγαλώνω ταχέως αλλά και ότι στο δοιάκι της εξουσίας στην Αμερική θα βρίσκεται από τις 20 Ιανουαρίου του 2009 ένας τύπος της γενιάς μου, και δη μικρότερός μου. Ωραία όλα αυτά. Να δούμε του χρόνου τέτοιες μέρες τι θα λέμε!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/XI/2008

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑ


Το έγραψα σήμερα, θα το διαβάσω στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, ελπίζοντας όπως ξέρουν οι απελπισμένοι, πλην εγλεντζέδες και ωραίοι, να ελπίζουν. Το αφιερώνω στον φίλο Στέλιο Ελληνιάδη, γιατί ξέρει καλά την τέχνη να διαφωνεί με ευγένεια, να καβγαδίζει με ευπρέπεια, να ζει με ευφροσύνη. «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου, ούτε το χαβιάρι του φτωχού», έγραψε (τόσο προφητικά) ο υπερρεαλιστής και κομμουνιστής Ρενέ Κρεβέλ, ποιητής, εύμορφος, αυτόχειρας.


Αμέρικα, Αμέρικα!

Να μην είναι Αμερική μονάχα του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι και του Ροβέρτου του αδελφού του οι δολοφόνοι, κι οι φονιάδες του Μαρτίνου Λούθηρου Κινγκ, κι εκείνοι που έστειλαν στον άλλο κόσμο, βάναυσα και προμελετημένα, τον Γκεβάρα, κι οι άλλοι που έριξαν τον μειλίχιο Αλιέντε, πέρα εκεί, στη Χιλή, κι αυτοί, οι ίδιοι κακοποιοί, που σακάτεψαν μακέλεψαν δήωσαν χώρες και λαούς με σκοτεινά ραδιούργα σχέδια, κι όσοι στην εξορία ώθησαν τόσους και τόσους ευαίσθητους συγγραφείς και ποιητές, μάστορες της τέχνης, σαν τον Μπάροουζ και τον Γκίνσμπεργκ και τον Κόρσο, και τον Ερρίκο Μίλερ και τον Παύλο Μπόουλς, ο ένας για να γράψει στο Παρίσι τα αριστουργήματά του, τους «Τροπικούς», ο άλλος για να χωθεί και να χαθεί κάτω από έναν προστατευτικό ουρανό στην Ταγγέρη και να μας προσφέρει «Τσάι στη Σαχάρα».

Να μην είναι Αμερική μονάχα όσοι τσάκισαν της Μέριλιν το κάλλος, κι όσοι τρέλαναν τον Κερουάκ τον Μουσηγέτη, κι όσοι έστειλαν τον Ντάσιελ Χάμετ να σαπίσει σε υγρά κελιά, κι όσοι φρόντισαν να πεθάνει ενδεής ο μέγας Γκράουτσο Μαρξ, κι όσοι δεν έμαθαν ποτέ ποιος ήταν και τι πρόσφερε ο Τζόνι Κασσαβέτης, κι όσοι δεν αναρωτήθηκαν ούτε στιγμή σ’ όλη τους τη ζωή τι έκανε τον Έρνεστ «Πατερούλη» Χέμινγουεϊ να πάρει μια καραμπίνα και να τινάξει το σύμπαν του όλο στον αέρα. Να μην είναι Αμερική μονάχα αυτοί κι οι όμοιοί τους.

Να είναι Αμερική και όσοι ομνύουν στον ποταμό των λέξεων του Ουόλτ Ουίτμαν και στου Νόρμαν Μέιλερ το θυελλώδες γράψιμο, στου Τσάρλι Πάρκερ και στου Τζον Κολτρέιν τα ατίθασα σαξόφωνα, και στου Μπομπ Ντίλαν την ακόπαστη δημιουργικότητα. Να είναι Αμερική κι εκείνοι που εντρυφούν στο έργο το μοναδικά μεγαλοφυές του Τόμας Πίντσον, του Commander, κι εκείνοι που λεπτομερώς γνωρίζουν τα έργα και τις ημέρες του ζεύγους του αχράντου Μπόγκι και Μπακόλ, Χάμφρεϊ και Λορίν.

Να είναι Αμερική και η ιερή μανία του Τζάκσον Πόλοκ ν’ αναμετρηθεί με τον Πικάσο, μανία που τον έκανε ζωγράφο ρηξικέλευθο. Να είναι Αμερική κι η συνοικία η ζεστή που φιλοξένησε τους κυνηγημένους από τους ναζί Ναμπόκοφ Βλαδίμηρο και Ντυσάν Μάρκελλο και Μπρετόν Ανδρέα. Να είναι Αμερική κι αυτός που επινόησε τα φλιπεράκια, κι ο άλλος που σκαρφίστηκε τη συνταγή της κόκα-κόλα, κι ο τρίτος που σχεδίασε το αθάνατο αμάξι Φορντ Μάστανγκ. Να είναι Αμερική ο Ιάκωβος Δανιέλος που μας δώρισε το πιο εύγευστο μπέρμπον, ακόμα και όσοι καταπιάστηκαν να φτιάχνουνε κρασί στην Καλιφόρνια. Και, προπάντων, στο όνομα των παιδικών μας αναμνήσεων, Αμερική να είναι ο Γεώργιος Σάφορντ Πάρκερ, Νοέμβριο γεννημένος του 1937, που εφηύρε τον στυλογράφο που φέρει το όνομά του, και ο συγγραφέας του «Ζορρό», ο Τζόνστον Μακάλι, κι αυτός του «Ταρζάν», ο Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 4/XI/2008

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

BARRIO


Barrio

Σήμερα, Κυριακή 2 Νοεμβρίου, στο BARRIO, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, από τις 6 το απόγευμα, ο Μπαμπασάκης παίζει αμερικανική μουσική εν όψει των εκλογών της Κυριακής, μια πανδαισία ήχων από την jazz και τα blues ως τη σύγχρονη folk και rock. Οι Αμερικανοί τα κάνουν μπάχαλο στην εξωτερική πολιτική, αλλά μας πρόσφεραν συγκλονιστικά επιτεύγματα στη μουσική, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο. Έμφαση στην Τέχνη των ΗΠΑ, λοιπόν, απόψε! Παράλληλα, θα προβάλλονται ταινίες με τον Humphrey Bogart, εν είδει οπτικών τοπίων.

Επίσης στο BARRIO, κάθε Τρίτη βράδυ παίζει ζωντανά τα δυναμικά του blues, τις τρυφερές μπαλάντες του, και ένα φάσμα από ωραία άσματα, ο πλανόδιος τροβαδούρος Jimmy, ένας πανύψηλος Ελληνοαμερικανός, με την «Ελένη», τη δωδεκάχορδη κιθάρα του.

«Η νύχτα είναι μια φωτισμένη πολιτεία που τη λυμαίνονται οι αλήτες κι οι ποιητές» [Τάσος Λειβαδίτης]

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ΜΕΛΙΝΑ


Στον πάντα φιλόξενο Ιανό, στην Σταδίου, ακούστηκε (τρεμουλιαστά και συγκινημένα, αγέρωχα και λυπημένα, ποτισμένο στο πιοτό, δε λέω, αλλά και με νηφαλιότητα απόλυτη) το παρακάτωθι περσινό κείμενο για τη Μελίνα. Η φωτογραφία είναι της Ελεάννας Μαρτίνου. Ακούστηκε (πριν από το κείμενο) το «Moonchild» του Rory Gallagher και (κατόπιν) το «Hurt» από τον Johnnie Cash. Μετά, ίσως κομμάτι αγενώς, πήρα τα δάκρυά μου και με τη βοήθεια της Αγαπημένης μου αναχώρησα για το κονάκι μου. Αγαπάω ΟΛΟΥΣ όσοι ήσαν εκεί.

Dignity ή Talkin’ about my Generation


Αλλά ο ουρανός είναι ίδιος πάνω από όλη τη γη.
Κουρνιάζει τα βράδια ντυμένος στα μαύρα, και μπλε να φοράει το πρωί και να ξεπορτίζει για να προϋπαντήσει τον ήλιο


Ειπώθηκε σωστά ότι η Ποίηση είναι η Αμοιβαιότητα των Δακρύων. Ας ειπωθεί, λοιπόν, ότι το Κλάμα είναι η Αξιοπρέπεια της Φιλίας. Είδα φίλους, και φίλων φίλους, συναγμένους –και τι είναι η Φιλία αν όχι Σύναξις Ψυχών;– αυτή τη φορά όχι σε υπόγειες, μα ηλιόλουστες κάμαρες, της δημιουργίας και της παραφοράς, όχι στης νύχτας τα φώτα τα ολόφωτα, αλλά στο «δικό μας» σιγά-σιγά Κοιμητήριο του Ζωγράφου. Χρήστος, το ενενήντα τρία~ Ηλίας, το δύο χιλιάδες πέντε~ Μελίνα, φέτος, στα τέλη του Οκτώβρη. Βακαλόπουλος, Λάγιος, Καρακώστα~ κι ακόμα ο Δαβίδ, η Νόνη, ο Άσιμος, ο Κοτρώνης, ο Διαλυνάς, ο Νικόλας ο Μπαλής, ο Κώστας Γεωργίου, και οι (λίγο) πιο βετεράνοι Φαληρέας Αναστάσιος και Γιαννουλόπουλος Κωνσταντίνος.
Μεμονωμένα παλικάρια, αλλά και μέλη όχι τόσο μιας γενιάς όσο μιας διευρυμένης οικογένειας που αισθάνθηκε και μυρίστηκε, σαν τον Μετεωρολόγο του Dylan, αλλαγές στο τοπίο, και συνέβαλλε στην πραγμάτωση, πότε υπόγεια και με ψιθύρους και πότε στ’ ανοιχτά και εκρηκτικά, αυτών των αλλαγών. Στα τέλη του 1977, στην Κυψέλη, στο κέντρο του κόσμου, καθώς επέμενε ο Βακαλόπουλος, οι αδελφοί Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος, συνεπικουρούμενοι από πλειάδα ταλαντούχων νεαρών και από μερικούς παλαίμαχους, σώζουν τη λαβωμένη, εν Ελλάδι, τιμή του ροκ, και επαναφέρουν στο προσκήνιο τη λυτρωτική ευαισθησία και τον σαρωτικό δυναμισμό των ηρώων της εφηβείας μας, εκεί στο Κινηματοθέατρο Λουζιτάνια. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης βάζει μπροστά το «Ιδεοδρόμιο». Μαθαίνουμε για τη Γενιά των Beat ενώ τρέχουμε στο Pop Eleven, τότε στη Σκουφά, για δίσκους του Captain Beefheart, των Velvet Underground, και του Bob Marley, και βιβλία του Greil Marcus και του Πητ Κουτρουμπούση. Δεν ξέραμε καλά-καλά τι κάναμε, αλλά το κάναμε, και αυτό που κάναμε έμελλε να το συνειδητοποιήσουμε δεκαετίες μετά, στην πληρότητα και στο εύρος του, και, κυρίως, στη δυναμική και στον πλούτο του. Ανακαλύπταμε ξανά, σειρά μας ήταν, τον Έρωτα και τη Φιλία, σε τούτη την ταραγμένη και αλλοπρόσαλλη άκρη της γης, και ενώ η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες περνάνε σ’ αυτό που ο Τροβαδούρος αποκαλούσε «Decade of Masturbation».
Σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μάθαμε να ζούμε με τα κύτταρά μας στο πρόσω ολοταχώς, με τις αισθήσεις μας πάντα σε επιφυλακή, με την ευαισθησία μας να αντισταθμίζει τη βία, τόσο την έξωθεν προερχόμενη, όσο και τη δικιά μας, τη μύχια βία, που ανέκαθεν μας συντρόφευε και ενίοτε μας λύτρωνε και μας έσωζε απ’ τις κακοτοπιές. Σκληροί από μειλιχιότητα, θα ’λεγε ο Καρούζος, «cruel only to be kind», καθώς είπε ο Μέγας Βάρδος απ’ το Avon, με τον Ηράκλειτο υπό μάλης και τον Ginsberg να μας καίει το μυαλό, χωθήκαμε και χαθήκαμε ξανά και ξανά στα κακόφημα σοκάκια της απελπισίας, σε κάθε desolation row των μεγαλουπόλεων που αγαπήσαμε, για να δούμε κι εμείς το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, για να αφουγκραστούμε τον ήχο κάθε πολύτιμου ψιθύρου που πρόσταζε μελωδικά «Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό~ Όλα Επιτρέπονται», για να διδαχτούμε ότι «Δεν Υπάρχουν Προβλήματα~ Υπάρχουν Μόνο Λύσεις», για να πειστούμε ότι «No se puede vivir sin amar».
Έχει ειπωθεί: τα μικρά μας ονόματα είναι ήδη συνθήματα. Έχει ειπωθεί: ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια μας, το βλέμμα μας είναι πάντα γαλάζιο. Έχει ειπωθεί: με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο. Έχει ειπωθεί: από το πάθος της μέθης, στη μέθη των παθών. Έχει ειπωθεί: la vie est belle, et facile.
Ξανά εκεί, στο Κοιμητήρι του Ζωγράφου. Με λόγια της Μελίνας: «Κυκλοφορούσαμε σαν μικρές απειλές και χορεύοντας αποφεύγαμε τις νάρκες». Χορεύαμε σαν τρελοί κι αποφεύγαμε τις νάρκες, από τότε, από το εβδομήντα εφτά, στο Λουζιτάνια, μες στην παραφορά του καθαρόαιμου ροκ-εντ-ρολ της «Σπυριδούλας», με τις λέξεις να είναι εφαλτήρια πράξης, με τα κορμάκια μας να πάλλονται στο ρυθμό που εξαπέλυαν οι κιθάρες του Νίκου και του Βασίλη, και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, να μην νοσταλγούμε το παρελθόν, όχι, νοσταλγούν όσοι έχασαν τον ωραίο τους εαυτό, κι εμείς δεν τον χάσαμε, μείναμε πιστοί στις προσηλώσεις μας, όχι, δεν πάμε εμείς πίσω στο παρελθόν, το παρελθόν απεναντίας έρχεται τριάντα χρόνια μπροστά να δει αν γίναμε οι Ώριμοι Γαβριάδες που είχαμε ο ένας στον άλλον τάξει, με το βλέμμα, βουβά, βελούδινα, ότι θα γίνουμε. Και γίναμε. Ακούμε πάλι, τώρα, τρεις δεκαετίες μετά το εβδομήντα εφτά, τη Μελίνα να λέει, «Εποχές όπου τα στήθη γέμιζαν όνειρα, οι δρόμοι κόσμο που διεκδικούσε. Η φιλία ήταν πολύτιμο αγαθό, η ζήλια άκομψη, τα λεφτά κακόγουστα και επικίνδυνα, οι νύχτες λευκές και τα πρωινά άγνωστη ζώνη. Ο έρωτας λουλούδι του κήπου. Αν άπλωνες το χέρι, το έκοβες και ήταν δικό σου».
Ξανά εκεί, στο Κοιμητήρι του Ζωγράφου, μια συναγμένη γενιά, μια σύναξις ψυχών, με τις ρυτίδες της αξιοπρέπειας στο Βλέμμα των Ανθρώπων, τσαλακωμένοι αλλά ωραίοι, για ένα στερνό αντίο στο πιο γενναιόψυχο και γενναιόδωρο Κορίτσι, στη Μελίνα, σ’ Αυτήν που σταθερό και ακλόνητο πάθος της μέσα στα χρόνια ήταν «οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους», σ’ Αυτήν που ήξερε να παράγει «αντισώματα κατά της λύπης», σ’ Αυτήν που έγραψε, «Παραμερίζω τις φράσεις που με κάνουν να πλήττω και περιμένω τη φράση που θα σημάνει πάλι συναγερμό στο ώριμο κορμί μου».
Ξανά εκεί, Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007, γύρω στις τρεις το απόγευμα, ο Νίκος κι ο Βασίλης πιάνουν τις κιθάρες μες στην απόλυτη βουρκωμένη σιωπή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα αγέρωχα δάκρυά τους, δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγέρωχη θλίψη τους. Παίζουν, τραγουδάνε, και κλαίνε. «I hurt myself today/ to see if I still feel/ I focus on the pain/ the only thing that's real/ the needle tears a hole/ the old familiar sting/ try to kill it all away/ but I remember everything/ what have I become?/my sweetest friend/ everyone I know/goes away in the end/ and you could have it all/ my empire of dirt/ I will let you down/I will make you hurt// I wear this crown of thorns/ upon my liar's chair/ full of broken thoughts/ I cannot repair/ beneath the stains of time/ the feelings disappear/ you are someone else/ I am still right here// what have I become?/ my sweetest friend/ everyone I know/ goes away in the end//and you could have it all/ my empire of dirt/ I will let you down/ I will make you hurt// if I could start again/ a million miles away/ I would keep myself/ I would find a way».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/XI/2007
g_icaros@otenet.gr

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

RADIOACTIVITY


Ειδήσεις που μοιάζουν με Διαφημίσεις

Άλλοι επανέρχονται με πανικόβλητη μανία στον John Maynard Keynes, ακόμα και στον Κάρολο Μαρξ. Πολύ ωραία. Αλλά η χρεία κουρταλεί τις θύρες αγρίως, η καθημερινότητα πάσχει, η γη τρέμει, ο ζόφος δίνει το παρών. Λαχταράει ο κόσμος για μια νότα αισιοδοξίας, για μιαν ανάσα ανακούφισης. Χαμογελούν οι ηγεμόνες, αλλά το χαμόγελο αποκαλύπτει σάπιες οδοντοστοιχίες. Κάποια αλάνια, κάποιοι ωραίοι Γαβριάδες, τα μια ζωή χαμίνια, φοράνε τις τραγιάσκες πάλι και κυνηγάνε, με γιούχες και πετροβολήματα τη γριά γκλαμουριά. Μες στην αρτιφανή, αλλόκοτη φτώχεια της σήμερον, ο όντως πλούτος καπνίζει άφιλτρα τσιγάρα, τραγουδάει ρεμπέτικα και blues, διαβάζει Τσαρλς Μπουκόφσκι και Χουάν Πέδρο Γκουτιέρες.

Είκοσι χρόνια από τότε που ο μεγάλος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης έφυγε για τα λιβάδια τ’ ουρανού. Χτες βράδυ, στην παλιά Αγορά της Κυψέλης, που σήμερα λειτουργεί ως πολιτιστική όαση, απολαύσαμε μια ωραία εκδήλωση στη μνήμη του. Ο Γιώργος Δουατζής, φίλος του Λειβαδίτη, έχει πλάσει το Απάνθισμα, μια επιλογή από το έργο του ποιητή, για τις εκδόσεις Κέδρος. Γράφει ο Λειβαδίτης: «Οι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει τον άλλον». «Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται/ μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια πελώρια,/ τα πάντοτε έκπληκτα, μάτια του Θεού». Και: «Επάγγελμά μου: το ακατόρθωτο».

«Εποχές όπου τα στήθη γέμιζαν όνειρα, οι δρόμοι κόσμο που διεκδικούσε. Η φιλία ήταν πολύτιμο αγαθό, η ζήλια άκομψη, τα λεφτά κακόγουστα και επικίνδυνα, οι νύχτες λευκές και τα πρωινά άγνωστη ζώνη. Ο έρωτας λουλούδι του κήπου. Αν άπλωνες το χέρι, το έκοβες και ήταν δικό σου». Λόγια της Μελίνας Καρακώστα, από το βιβλίο της, το τόσο πολύτιμο για μας σήμερα, Ναι, είναι αλήθεια, ένα βιβλίο καμωμένο όχι μονάχα από λέξεις αλλά και από νότες. Μελίνα Καρακώστα, Παρίσι 1959 – Αθήνα 2007. Μελίνα Καρακώστα, θυγατέρα της Ζωρζ Σαρρή, μουσικός, συγγραφέας, Μια πελώρια καρδιά. Ένα πολύπτυχο ταλέντο. Απόψε, στον Ιανό, στο βιβλιοπωλείο της Οδού Σταδίου, τιμάμε τη Μελίνα. Απόψε, στον Ιανό, στις 9, θα πω δυο λόγια για τη Μελίνα, και ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Κώστας Θωμαϊδης, ο Γιάννης Κούτρας, ο Σόλης Μπαρκή, ο Γιώργος Αρνής, το συγκρότημα ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ κι ο Θωμάς Σλιώμης θα τιμήσουν τη Μελίνα με τις μουσικές και τα τραγούδια τους।

Κανάλι 1, Πειραιάς. Ακούμε την έγκυρη ενημέρωση από τον Μπουρσινό τον Νίκο, από τον Βασίλη τον Σκουρή και τον Γρηγόρη Τζιοβάρα, πιάνουμε τις ηλεκτρικές κιθάρες και βαράμε ρυθμικά τα πιατίνια με τη Ροκ Ζώνη του Δημήτρη Αντωνόπουλου, του Τάσου Πάλλα, και του Νίκου Ξανθάκη, ταξιδεύουμε μεθυστικά στην Ιταλία και τη Γαλλία με τον Βασίλη Σταυρόπουλο, και λατρεύουμε την Ιβηρική όπως την εκθειάζει ποιητικά και μουσικά ο Γιάννης Τριάντης, αισθανόμαστε πιο καλλιεργημένοι και αξιοπρεπείς ακούγοντας τους Πολίτες Κέιν, ήτοι τον Γιάννη Πολυμενέα και τον Γιάννη Καλολόγο, θυμόμαστε αγαπημένα ελληνικά άσματα μέσω της Ελένης Γιαννοπούλου και του Αντώνη Μποσκοϊτη, και τόσα άλλα. Κανάλι 1, λοιπόν, από τον Πειραιά, στους 90,4.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Προσφυγή στη Λογική

Μιλάμε διαρκώς και ακαταπαύστως τον τελευταίο καιρό για την άγρια οικονομική κρίση που μαστίζει τον κόσμο. Και κάνουμε καλά. Και αγωνιούμε βλέποντας κολοσσούς να καταρρέουν. Και βρισκόμαστε, για μιαν ακόμα φορά, στην ιστορία της ανθρωπότητας, αντιμέτωποι με τον παραλογισμό και με το αδιέξοδο. Τα αυτονόητά μας μοιάζουν να απειλούνται αδυσώπητα από τις λεπίδες ενός γιγάντιου μίξερ, σαν τα έρμα τα χρυσόψαρα που ένας υποτίθεται καλλιτέχνης θεώρησε σκόπιμο να τοποθετήσει μέσα σε ηλεκτρικά μπλέντερ γεμάτα νερό, καλώντας τους επισκέπτες της (ας την πούμε) έκθεσης-εγκατάστασής του σε κάποια γκαλερί, να πατήσουν το κουμπί και να τα κατατεμαχίσουν. Όταν σύμπασες οι βεβαιότητές μας, έστω κάποιες βασικές αρχές σχετικά με το τι σημαίνει πολιτική, οικονομία, τέχνη, καθημερινή ζωή κλονίζονται, όταν οι κραδασμοί είναι ανησυχητικοί στο έπακρο, καλό είναι να κατεβάζουμε ταχύτητα, να σταθούμε μια στιγμή, ν’ αφουγκραστούμε τι συμβαίνει στα πέριξ, να προσφύγουμε και πάλι στη λογική, που φαίνεται ότι εξορίζεται ολοένα και πιο μακριά μας.
Καιρό τώρα θέλω να μιλήσω για έναν αποτρόπαιο δήθεν καλλιτέχνη που θέλει, τάχατες, να σοκάρει το σύμπαν προβαίνοντας σε ολοένα και πιο μακάβρια εγχειρήματα. Καιρό τώρα προσπαθώ να σκεφτώ, ψύχραιμα και λογικά, τι σόι τέχνη, με άφθονα εισαγωγικά, διακονεί ο εν λόγω τύπος, ονόματι Μάρκο Εβαρίστι, γεννημένος στη Χιλή το 1963 και εγκατεστημένος στη Δανία από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Καιρό τώρα θέλω να επιχειρήσω συσχετίσω την κρίση στην πολιτική και στην οικονομία με την κρίση στα γράμματα και τις τέχνες. Με μια φράση: όταν φτάνουμε στο σημείο να μένουμε απαθείς απέναντι στον κανιβαλισμό και στη διάλυση στο καλλιτεχνικό πεδίο, τείνουμε να μένουμε απαθείς και σε όλα τα φριχτά που συμβαίνουν και στην πολιτική και οικονομική σφαίρα. Τείνουμε να χάνουμε ό,τι συνθέτει και συνέχει τον ανθρώπινο πυρήνα μας, ήτοι το να δρούμε «με λογισμό και μ’ όνειρο», όπως έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός, το να ομνύουμε εμπράκτως «στο μεγάλο, στο ωραίο και στο αληθινό», όπως ήθελε ο Κωστής Παλαμάς, και τόσοι άλλοι.
Ας πω επί τροχάδην κάποια πράγματα που κάνει ο Εβαρίστι, κι ας προσπαθήσουμε, όπως και όσο μπορεί ο καθένας, να καταγγείλουμε τα καμώματά του. Φιλοτέχνησε ένα «έργο» αποτελούμενο από χρυσά περιττώματα και το τιτλοφόρησε «Είμαστε όλοι δημιουργοί στα μάτια του Θεού». Σέρβιρε σε φίλους του και έφαγε κι ο ίδιος κεφτεδάκια που ετοίμασε χρησιμοποιώντας λίπος που είχε αφαιρέσει από το κορμί του με λιποαναρρόφηση. Και, προσφάτως, έκλεισε συμφωνία με έναν θανατοποινίτη, τον Τζιν Χόθορν, ο οποίος είχε δολοφονήσει τον πατέρα του, τη μητριά του, και τον ετεροθαλή αδελφό του, να παγώσει το σώμα του, μετά την εκτέλεσή του, και να το μετατρέψει σε τροφή για ψάρια που οι επισκέπτες της έκθεσής του θα την παίρνουν και θα την πετάνε σ’ ένα ενυδρείο γεμάτο με χρυσόψαρα.
Όσο κι αν πασχίζει με εκ των υστέρων εξυπνάδες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα καμώματά του, θαρρώ ότι ο Εβαρίστι δεν είναι παρά ένας ανθυποντέμιενχερστ, ένα θλιβερό υποπροϊόν της κρίσης που ταλανίζει τον κόσμο σε όλα τα επίπεδα πια. Αν συμβάλλει σε κάτι, κι αυτός και ο Ντέιμιαν Χερστ, και άλλοι αστέρες του σοκ, αλλά όχι και του δέους, είναι στο να μας ωθεί πάλι πίσω στη λησμονημένη λογική, στο να σπεύσουμε να επανεξετάσουμε τι σημαίνει νόημα της τέχνης και νόημα της ζωής. Ή μήπως είναι πια πολύ αργά;

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/10/08



Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

ΛΙΧΤΕΝΣΤΆΙΝ


Lichtenstein

Ρόι Λίχτενσταϊν

Ο Εύθυμος Σαμποτέρ


Το μεγάλο ενδιαφέρον στην Τέχνη, όπως άλλωστε και στη ζωή, το έχουν οι στιγμές της ανατροπής. Εκεί που όλα ρέουν με έναν ομαλό τρόπο, έρχεται κάποιος και αλλάζει άρδην τη ροή, αλλάζει το πώς βλέπουμε, ακούμε, ντυνόμαστε, αγαπάμε, ερωτευόμαστε, πενθούμε, ακόμα και το πώς τρώμε και πίνουμε. Συνήθως οι στιγμές της ανατροπής είναι βίαιες, είναι σκανδαλώδεις, ενίοτε ακόμα και αιματηρές. Αλλά πάντα είναι σωτήριες, λυτρωτικές. Γιατί πάντα ανοίγουν μάτια και δρόμους. Κάποιες ανατροπές γίνονται βελούδινα, καθώς λένε, σχεδόν ανεπαίσθητα, ευγενικά, εύθυμα. Μια χαραμάδα φως, μια ταπεινή ηλιαχτίδα, γίνεται βαθμιαία λαμπρός προβολέας. Πριν από μισόν αιώνα, το 1956, ένας μειλίχιος και ευειδής καλλιτέχνης φιλοτέχνησε ένα χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων 14Χ28.6 εκατοστών. Ελάχιστοι έδωσαν σημασία σ’ αυτό το έργο, αλλά ήδη είχε συντελεστεί μια αλλαγή. Η κρυφή αρχή μιας αλλαγής. Κι εκείνη η σπίθα έμελλε μέσα σε μια πενταετία να γίνει μια φλόγα που δεν έπαψε ακόμη να καίει. Ο καλλιτέχνης άκουγε στο όνομα Ρόι Λίχτενσταϊν, και η φλόγα ονομάστηκε Pop Art.

Ο Ρόι Λίχτενσταϊν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, στις 27 Οκτωβρίου του 1923. Τα παιδικά του χρόνια κύλησαν μέσα σε ένα σπιτικό χαρωπό, ανέφελο, αμέριμνο, θαλπερό, κάτι που επηρέασε καταλυτικά τη ματιά του στον κόσμο και στην τέχνη. Άρχισε να ζωγραφίζει από την εφηβεία του και, στην πρώτη του νιότη, έγινε λάτρης της τζαζ. Τακτικός θαμώνας του περιλάλητου Apollo Theatre και των ξακουστών πια μπαρ της 52ας Οδού όπου γεννιόταν το bebop, ο Ρόι εντυπωσιάστηκε από μορφές όπως ο Τσάρλι Πάρκερ, ο Ντίζι Γκιλέσπι και ο Μάιλς Ντέιβις, και φιλοτέχνησε φιλότιμα και με κέφι κάμποσα πορτρέτα των βιρτουόζων του πιάνου, του σαξόφωνου, και της τρομπέτας. Την ίδια εποχή σαγηνεύεται από το ρηξικέλευθο έργο του Πάμπλο Πικάσο, εμπνέεται από την προσωπικότητα του μεγάλου καινοτόμου και αποφασίζει να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Παρακολουθεί μαθήματα στην Art Students League, μαθαίνει να αντιμετωπίζει με κάποια ειρωνεία, πάντα κομψή και πνευματώδη πάντως, τον εξωτερικό κόσμο και να στρέφει τα νώτα στη μανία έκφρασης εσωτερικών, μύχιων διαθέσεων, κάτι που έγινε σήμα κατατεθέν της προσφοράς του στην τέχνη. Από νωρίς, ο Λίχτενσταϊν νοιάστηκε να αποτυπώσει, ενίοτε με τους τρόπους του ντοκιμαντέρ, σκηνές από τις λαϊκές συνοικίες της Νέας Υόρκης, στιγμιότυπα από γιορτές και καρναβάλια, από αγώνες πυγμαχίες, από εκδρομές αναψυχής και πικνίκ στις ακρογιαλιές. Οι φωτογραφίες του τον δείχνουν πάντα χαμογελαστό, με ένα βλέμμα που φανερώνει όμορφες διαθέσεις για ζαβολιές, δίψα για χωρατά, δεκτικότητα στις ανατροπές.

Μαθητεύοντας πλάι στον Hoyt L. Sherman, στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, ο Λίχτενσταϊν άρχισε να εξοικειώνεται με πρωτότυπες μεθόδους απεικόνισης της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Ο Sherman εμφύσησε στον Ρόι ένα μεγάλο ενδιαφέρον για την μνημοτεχνική, σε συνδυασμό με μιαν αγάπη για τη διαύγεια, τη σαφήνεια και την καθαρότητα. Τοποθετούσε διάφορα αντικείμενα σε έναν θεοσκότεινο χώρο, τα φώτιζε αστραπιαία, και καλούσε τους επίδοξους καλλιτέχνες να αποτυπώσουν αυτά τα φωτισμένα θραύσματα αντικειμενικής πραγματικότητας με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα. Επέμενε ότι το παν είναι αυτό που αποκαλούσε «αντιληπτική ενότητα», με άλλα λόγια η συνοχή του απεικονιστικού στιλ. Και αυτό ήταν σημαντικός οδοδείκτης για την πορεία του Λίχτενσταϊν, ιδίως αν σκεφτούμε ότι τότε μεσουρανούσε ο Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός και η Action Painting, το εκρηκτικό συνονθύλευμα χρωμάτων και μορφών, ο κυκεώνας των εντάσεων που έφταναν σε συγκλονιστικά άκρα. Ο Ρόι αρχικώς ενέδωσε στον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, και άργησε πολύ να βρει το προσωπικό του ύφος, αυτό που τον αναγόρευσε σε «πρωθιερέα της Pop Art». Εκείνο το εναρκτήριο δεκαδόλαρο του 1956 έμελλε να είναι όχι μονάχα προφητικό αλλά και αδιανόητα επικερδές. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το 1989, πωλήθηκε ο πίνακας «Torpedo… Los!» στην Γκαλερί Christie’s έναντι του αστρονομικού ποσού των 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων, και ο Λίχτενσταϊν ήταν από τους τρεις καλλιτέχνες στην ιστορία που κατάφερε κάτι τέτοιο όντας εν ζωή!

Εκείνο το δεκαδόλαρο του πρόσφερε την ιδέα να φιλοτεχνήσει πίνακες που θα έμοιαζαν απλοϊκοί, ακόμα και ανόητοι, με χρώματα που δεν θα έδιναν την εντύπωση ότι δεν πρόκειται περί τέχνης, τουλάχιστον υψηλής. Ο Ρόι υιοθετεί, πάντα χαμογελώντας, μιαν αντιελιτίστικη στάση, την οποία και υπερασπίζεται εμπράκτως σε όλη τη σταδιοδρομία του. Απομακρύνεται από τους «μάτσο» κύκλους των σχεδόν μονίμως μεθυσμένων και καβγατζήδων αφηρημένων εξπρεσιονιστών, παντρεύεται, το 1949, την Ίζαμπελ Ουίλσον, μια ευφυή διευθύντρια αίθουσας τέχνης, και απολαμβάνει τις χαρές της πατρότητας. Οι δύο γιοι του στάθηκαν πηγή έμπνευσης, μιας και ο Ρόι αισθάνεται να τον ελκύουν τα λεγόμενα «χαρτάκια», οι χαρτονένιες εικόνες που βρίσκονταν κάτω από περιτύλιγμα της τσικλόφουσκας, καθώς και το στιλπνό σύμπαν των καρτούν και των κόμικς. Παράλληλα διδάσκει ζωγραφική σε διάφορα κολέγια και πανεπιστήμια, ενώ η Φήμη δεν φαίνεται να του χαμογελάει ιδιαίτερα.

Την αυγή της δεκαετίας του 1960 φαίνεται ότι τα πάντα κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όλα γίνονται φαντασμαγορικά και γρήγορα. Ο Ρόι γίνεται μανιακός με τους χάρτινους ήρωες. Επενδύει στην πρωτοκαθεδρία της παιδικότητας, και η επένδυση αποδεικνύεται ευφυέστατη. Αρχίζει πια να ζωγραφίζει τον Ντόναλντ και τον Μίκυ, κάνοντας ένα είδος μεγεθυσμένης «ξεπατικωτούρας» από τα άλμπουμ των γιων του. Προσθέτει το εφέ των περίφημων κουκκίδων Benday, της μεθόδου φωτοσκίασης στα κόμικς και τα διαφημιστικά σχέδια που επινόησε ο ζωγράφος και εφευρέτης Μπέντζαμιν Ντέι (1838-1916). Οι κουκκίδες του Λίχτενσταϊν είναι επίσης μεγεθυσμένες, και προσδίδουν την επιζητούμενη παιδικότητα στα έργα του. Ο συγκαιρινός του, και λεγόμενος Πάπας της Pop, ο Άντι Γουόρχολ έμελλε να παραδεχτεί, με τρυφερότητα και αγάπη, πως, μολονότι και ο ίδιος ζωγράφιζε θέματα αλιευμένα από τα κόμικς, ο Ρόι τον πρόλαβε ως προς τη χρήση των κουκκίδων Benday, μια πρωτιά που χάρισε στον Λίχτενσταϊν την πελώρια φήμη του. Η γκαλερί του Λεό Καστέλι, με το γόητρο που την περιέβαλλε, ανέδειξε εν μία νυκτί τον Ρόι και συνέβαλλε στην καθιέρωση της Pop Art ως δυναμικού, και σε λίγο κυρίαρχου, ρεύματος στη ζωγραφική. Μακριά από τα σκάνδαλα, ο Λίχτενσταϊν λειτουργεί σαν ένα είδος ιού στην ιστορία της τέχνης, σαν ένα εύθυμο μπόλι ανατροπής αναγκαίο στους καιρούς των αναστατώσεων. Παίζει διαρκώς με τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την μη τέχνη, επιμένοντας να αντλεί τα θέματά του από τα κόμικς και τις διαφημίσεις καταναλωτικών προϊόντων. Το έργο του κρατάει ίσες αποστάσεις τόσο από την κατάφαση στην κοινωνία της κατανάλωσης όσο και στην κριτική και την άρνησή της. Και εκεί έγκειται η ειρωνεία του στιλ του. Ο Λίχτενσταϊν ούτε αποδέχεται ούτε καταδικάζει, αλλά απλώς, όπως διατεινόταν, έδειχνε το πράγμα ως είχε. Φροντίζοντας πάντα να εμμένει στην καθαρότητα και την ακρίβεια, εντέλει μας προσφέρει ένα έργο διαγνωστικό.

Τα αριστουργήματά του, το Eddie Diptych, το Drowning Girl, το As I opened Fire, όλα καμωμένα στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1960, δείχνουν πόσο ο Ρόι, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, και ξέρουμε πια ότι τα χαμόγελα μπορούν κάλλιστα να είναι επικίνδυνα, επιδίωξε να στρέψει την προσοχή μας σε ό,τι θεωρούνταν έως τότε ανάξιο να απασχολήσει την τέχνη. Οι περισσότεροι κριτικοί σκανδαλίστηκαν με τις χρωματιστές ακρότητες του Ρόι, όπως και με αυτές του Άντι, ωστόσο η νοσταλγία της αθωότητας είχε τον τελευταίο λόγο, μια νοσταλγία που έκανε τους δύο καλλιτέχνες ξακουστούς και πάμπλουτους. Το τίποτε δεν είναι ιερό, τα πάντα επιτρέπονται, το παλιό σύνθημα όχι μονάχα των Ασσασίνων του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ αλλά και των λετριστών του Γκι Ντεμπόρ, φτάνει με την Pop Art του Λίχτενσταϊν να αγγίζει μια κατάσταση αφοπλισμένης επικινδυνότητας, τρυφερού κυνισμού που δεν ενοχλεί κανέναν εκτός από τους εν γένει προσκολλημένους σε αρχές και στιλ που πάντα ξεπερνιούνται για να αντικατασταθούν με άλλα, τα οποία επίσης θα ξεπεραστούν με τη σειρά τους. Η έκρηξη με σιγαστήρα που προκάλεσε ο Λίχτενσταϊν μπόρεσε να μας θυμίσει πόσο παράλογες γίνονται ενίοτε οι άκαμπτες στρατεύσεις, είτε στην τέχνη είτε στη ζωή. «Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία», τραγουδούσε την ίδια εποχή ο Διονύσης Σαββόπουλος. Το έργο του Λίχτενσταϊν είναι ένα τραγούδι κατά της μελαγχολίας και κατά της πίκρας που αναπόδραστα φέρνουν οι αλλαγές.

Οι κοπέλες που δεν έπαυε ποτέ να ζωγραφίζει ο Ρόι είναι όλες τους πανέμορφες, είναι χάρτινα όνειρα, αλλόκοτα αδειανά αλλά επικίνδυνα σαγηνευτικά. Είναι τρωτές μέσα στην τελειότητά τους, καίτοι δισδιάστατες, απολύτως αβαθείς, θαρρείς απαλλαγμένες από κάθε ίχνος ψυχισμού, καταφέρνουν να μας θυμίζουν μια χαμένη αθωότητα, μιαν ουτοπική ενδεχομένως νοοτροπία στην οποία το σημαντικό δεν είναι το «γιατί;» των πραγμάτων και των γεγονότων και των καταστάσεων αλλά το «πώς;», μια νοοτροπία που δείχνει παγερά αλλά αβρότατα να αδιαφορεί για το λεγόμενο υπαρξιακό βάθος και εμμένει σε μιαν εξαίσια ολισθηρή επιφάνεια, σε ένα παγοδρόμιο των πράξεων και όχι των συναισθημάτων. Η τέχνη του Λίχτενσταϊν είναι ακριβώς το αντίθετο της κραυγής, του ουρλιαχτού, του γόου. Είναι τραγούδι, σφύριγμα μιας παλιάς γλυκιάς μελωδίας, υπενθύμιση του τι ήταν το παρελθόν, και αισιόδοξος, μες στον παραλογισμό του, οιωνός για ένα μέλλον περισσότερο ανέμελο, στην καθημερινή ζωή μας τουλάχιστον. Κι ακόμα, με τον τρόπο του, είναι μια άρνηση της υψηλής, λεγόμενης, αισθητικής, ένα κλείσιμο του ματιού σε όσα κατόρθωσαν, με πολύ θορυβώδη τρόπο, οι ντανταϊστές στην αυγή του 20ού αιώνα, δηλαδή στο να αρνηθούν το αιώνιο και να εκθειάσουν το εφήμερο, να κάνουν να λάμψει το τετριμμένο, το καθημερινό, το θεωρούμενο ασήμαντο.

Η επιτυχία του Ρόι τον κάνει σταρ, όπως και τον Άντι Γουόρχολ. Περιοδεύει και βραβεύεται σε κάθε γωνιά του πολιτισμένου κόσμου, από το Λος Άντζελες ίσαμε το Παρίσι και από Σικάγο ίσαμε την Οζάκα. Χωρίζει με την Ίζαμπελ, ερωτεύεται και παντρεύεται την περίκομψη καλλονή Ντόροθι Χέρτσκα, και χαμογελάει ολοένα και πιο πλατιά. Η τεχνοτροπία του εξελίσσεται διαρκώς αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν βαθαίνει. Το κόμικς δίνουν τη σκυτάλη σε τοπία, εμπνευσμένα από κλασικούς ζωγράφους, και σε αναφορές ολοφάνερες σε έργα αγαπημένων του καλλιτεχνών. Ο Λίχτενσταϊν δείχνει πάντα μια εμβριθή γνώση όλης της ιστορίας της τέχνης, την οποία χρησιμοποιεί θαρρείς για να μετατρέψει το βαρύτιμο ξύλο της δρυός σε στιλπνή φορμάικα. Κάπου ελλοχεύει ο ψόγος ότι όλα αυτά δεν είναι παρά εξυπνακισμοί, κιτς, φτήνια, ανώδυνες χαριτωμενιές, αλλά ποιος μπορεί, μετά τη λαίλαπα των ιστορικών εμπροσθοφυλακών – του Νταντά, του Φουτουρισμού, του Υπερρεαλισμού – να προσδιορίσει με αδιαμφισβήτητη ακρίβεια τι είναι μείζον και τι έλασσον, τι είναι υψηλό και τι χαμηλό, τι είναι ποιοτικό και τι για τα σκουπίδια.

«Δεν υπάρχει βασιλική οδός για την ανακάλυψη της αλήθειας», υποστήριζε ορθά ο δικός μας Νικόλας Κάλας, υπέρμαχος της Pop Art. «Υπάρχει ο εμπειρικός δρόμος των γεγονότων. Εκτός από την αναζήτηση της αλήθειας και την επιδίωξη του καλού, υπάρχει και η ανακούφιση από την πλήξη ή το άγχος». Και η προσφορά του Ρόι Λίχτενσταϊν, και των καλύτερων συνοδοιπόρων του στα μονοπάτια της Pop Art, είναι ότι αντιπαραθέτει ανακουφιστικά την έκπληξη στην πλήξη, την αναψυχή στα άγχη και τα μπλεξίματα και τις διακυμάνσεις της ψυχής. Είναι σαν να επιμένει, σιγοσφυρίζοντας το «My Funny Valentine» παρέα με τον Τσετ Μπέικερ, ότι ο έρωτας είναι πανταχού παρών και ωραίος, ότι ο χορός των χρωμάτων είναι σωτήριος και δεν είναι προς ψόγον το να αντιμετωπίζουμε με χαρωπή αμεριμνησία τη ζωή που μας απομένει. Ορθά ο Λίχτενσταϊν χαρακτηρίστηκε ένας εύθυμος σαμποτέρ, δουλειά του οποίου ήταν να ανατρέψει την υπερβολική εσωτερικότητα στην οποία είχε οδηγηθεί η Τέχνη, και να κάνει ωραίους και πλήρεις κομψού χιούμορ υπαινιγμούς για το ποια μπορεί να είναι η εξέλιξη της ζωγραφικής αλλά και όλης της νοοτροπίας μας απέναντί της. Δεν ήταν και λίγο.

Ο Ρόι Λίχτενσταϊν άφησε την τελευταία του πνοή στις 29 Σεπτεμβρίου του 1997. Αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ. Εχθρούς δεν είχε. Μονάχα φίλους, ανάμεσα στους οποίους ήσαν μεγάλες μορφές του σύγχρονου πολιτισμού. Λάμπρυνε την Τέχνη προσφέροντάς της νοημοσύνη, όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, κομψή ειρωνεία, όπως ο Ερίκ Σατί, γλυκιά ευθυμία, όπως ο Ζακ Τατί. Κι ακόμα, φαίνεται ότι μπόρεσε να πείσει ακόμα και τους πιο σκληροπυρηνικούς ότι η ωραία ζωή και η ωραία τέχνη είναι αλληλένδετες!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης