Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Δράση μετά Μουσικής


Bibliothiki

Δράση μετά Μουσικής


Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.



[Δημοσιεύτηκε στις 30/10/2009. στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]

Δεν υπάρχουν σχόλια: