Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

ΖΕΝΕΡΙΚ



Ζενερίκ

Συλληβδηνογραφία

Στις 9 Δεκεμβρίου: τα γενέθλια του μεγίστου John Cassavetes, γεννημένου στα 1929, που στα 1989 πήρε παραμάσχαλα τις μπομπίνες του και πήγε στους ουράνιους σινεμάδες να προβάλλει εκεί το Shadows (άλλη επέτειος: μισός αιώνας φέτος από τούτη την τόσο αυτοσχεδιαστική ταινία)~ ο Cassavetes ήταν, θαρρώ (και επιμένω) ο πιο συγγραφέας εκ των σκηνοθετών του σελιλόιντ, σα να λέμε η δύναμή του ήταν ότι οι εικόνες του έμοιαζαν να λειτουργούν σαν λέξεις, καλοδιαλεγμένες, αιχμηρές, τρυφερές, βυθοσκοπικές. Ιδού μερικά βιβλία για τον Cassavetes: George Kouvaros, Where Does It Happen? John Cassavetes and Cinema at the Breaking Point (University of Minnesota Pres, Minneapolis/London, 2004)~ Ray Carney, Cassavetes on Cassavetes (Faber & Faber, London, 2001)~ Ray Carney, The Films of john Cassavetes: Pragmatism, Modernism, and the Movies (Cambridge University Press, 1994), και Marshall Fine, Accidental Genius: How John Cassavetes invented the American Independent Film (Miramax Books, Hyperion, New York, 2005).
Φυσικά, η συνήθως ύποπτη επί των σχέσεων Λογοτεχνίας/Πόλεων/Κινηματογράφου, η Σώτη Τριανταφύλλου συνέγραψε πόνημα για τον έξοχο δημιουργό ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το οποίο εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος του χαλκέντερου Γιάννη Σολδάτου, ο Αιγόκερως. Apropos, είναι καταδικαστέες (και όχι μονάχα ως γελοιότητες!) επιθέσεις σαν αυτές που δέχτηκε η Σώτη, και το Βιβλιοκαφέ Floral από ημιονηγούς της ηλιθιότητας – και δεν εννοώ μόνον τους «φυσικούς αυτουργούς» αλλά και ορισμένους ανθυπολογοτέχνες που έσπευσαν να βαφτίσουν για μιαν ακόμα φορά την κακεντρέχεια και τη ζηλοφθονία τους σε ξινισμένο κρασί. Παρεμπιπτόντως, να ευχηθούμε «καλοτάξιδο!» το ολοκαίνουργο βιβλίο της Ο χρόνος πάλι (εκδ. Πατάκης). Γράφει η Σώτη: «Πρέπει να διαλέξεις έναν τρόπο για να ζεις. Πώς θα διαλέξεις αυτόν τον τρόπο; Η φιλοσοφία είναι η αυλή των θαυμάτων. Δίπλα στο κρεβάτι μου, στο τραπεζάκι, ο ‘Χέγκελ’ του Κώστα Παπαϊωάννου: πώς η ερμηνεία και η εφαρμογή της φιλοσοφίας εξαρτώνται από τα μάτια του αναγνώστη».
Πέντε παρά δύο ξημερώματα: και έπρεπε να κοιμηθώ νωρίς για να ξυπνήσω νωρίς. Και πήρα στα χέρια μου το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη και της πολύ καλής παρέας του (Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, Αλέκος Παπαδάτος, Annie Di Donna), εκδ. Ίκαρος. Παθιασμένες προσωπικότητες, εξαντλητικά εγχειρήματα, η διελκυστίνδα στοχασμού/ζωής, η διαλεκτική πνεύματος/σώματος, και ένα είδος ιστορίας του 20ού αιώνα, μέσα από τα μαθηματικά και τις αναζητήσεις κορυφαίων επιστημόνων. Θαυμάσιο το κείμενο, θαυμάσια η εικονογράφηση, θαυμάσια η έκδοση.
Προβλέπεται (όπως λέγαμε στα ελληνικά στρατά) καταβύθιση στις 600 σελίδες του Καπότε: Μια ζωή εν θερμώ που υπογράφει ο Τζέραλντ Κλαρκ (μτφρ. Βασίλης Μανουσάκης, εκδ. Μεταίχμιο). «Ο Τρούμαν ένιωθε σαν ήρωας πολέμου, που γύρισε κουτσαίνοντας στην πατρίδα και περίμενε να του κάνουν παρέλαση, για να ανακαλύψει μόνο πως οι άλλοι, που δεν είχαν καν δει τον εχθρό από κοντά, είχαν πάρει όλα τα παράσημα», γράφει ο Κλαρκ, αναφερόμενος στο ότι σεβασμός και έπαινος από τους «σωστούς ανθρώπους» (για τον Καπότε, το αληθινό όνομα του οποίου ήταν Truman Streckfus Persons) δεν ήρθαν. Παίρνοντας στα χέρια μου το έργο του Κλαρκ, έσπευσα να κατεβάσω από τα ράφια, για γόνιμη επανάληψη, την Αλληλογραφία του Καπότε (επιμέλεια Τζέραλντ Κλαρκ, μτφρ. Μυρίσνη Γκανά, εκδ. Μεταίχμιο), το Όταν οι προσευχές εισακούονται (μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτης), το Άλλες Φωνές, Άλλοι Τόποι (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Μεταίχμιο), και φυσικά το Εν Ψυχρώ (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτης).
Και μετά; Φτιάχνεις μουσική, ένα cd, μεθάς, ανακατεύεις τα βιβλία στα ράφια, αναστατώνεις εντός σου τις φράσεις που σε στοιχειώνουν, πιάνεις εκείνη την παλιά πένα, γράφεις: Χρόνια, δεκαετίες, να συνοψίζουμε τα εκατομμύρια δευτερόλεπτά μας σε δέκα, δεκαπέντε φράσεις, σε δέκα, δεκαπέντε βιβλία, σε δέκα, δεκαπέντε άσματα. Σπαράγματα και θραύσματα η ζωή μας μες στην πόλη, στις Λεωφόρους του Τίποτα, στα Σοκάκια του Πουθενά, στις Αλέες της Ερήμωσης. Ξανά τα μνήματα των όσων ζήσαμε και ζούμε να γίνονται νότες και πλεγμένες λέξεις, να βραχνιάζουμε καθώς προσευχόμαστε στο Κενό των Ημερών, πάνω από την Σκακιέρα της Ανυπαρξίας. Υγρά Όνειρα ουρλιάζουν δαγκάνοντας το Ρημάδι της Αμεριμνησίας που τόσο λατρέψαμε. Είμαστε Υπέροχοι μες στην Αθωότητά μας. Είμαστε Αθώοι μες στην Υπεροχή μας. Η dirty old town είναι για μας η ακατάσχετη Αθήνα. Δεν Θα Πεθάνουμε Ποτέ Πριν Ζήσουμε Για Πάντα. No Time To Check The Facts. Ο Σπύρος αφιερώνει στη Χριστίνα. Ο Ίκαρος αφιερώνει στην Ελεάννα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 16/ΧΙ/09

[Στο ΔΙΑΒΑΖΩ που κυκλοφορεί].

1 σχόλιο:

A-lexis είπε...

Ω (υπέροχοι) φίλοι, ουδείς φίλος(!), είχε πει ένας αρχαίος ξεσαλονικιός, φίλτατε, φίλτατοι …

Θέλω να κλείσω αυτά που έλεγα περί τάξεων, συνοικιών, βιβλίων, μουσικών, αστακών, σεξ γαρδουμπών και ντονέρ (που λέει και το τραγούδι) κερνώντας σας δυο δάχτυλα λικεράκι από ένα εξωτικό φρούτο που φέρνει το "μανάβικο" που δε γουστάρει η Ana …

Η σύλληψη αυτής της ομολογίας του επιτρέπει να θεμελιώσει τη θέση πως το γούστο δεν είναι η αμίμητη ιδιαιτερότητα μιας ελεύθερης ατομικότητας, αλλά είναι η παραδειγματική μορφή υποταγής στην κοινωνική μοίρα, πως η «αγάπη για την τέχνη» που ορίζει την κουλτούρα των κυρίαρχων τάξεων και βιώνεται ως απελευθερωμένη από όρους και συνθήκες δεν αποτελεί μια καθολική αξία όπως το αξίωνε ο Καντ, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας ειδικής κοινωνικής κληρονομιάς. Πράγματι, έχοντας παρουσιάσει το τοπογραφικό του κοινωνικού χώρου, ο Πιερ Μπουρντιέ καταδεικνύει πως η ιεραρχία των τρόπων ζωής είναι η παραγνωρισμένη επαναμετάφραση της ταξικής ιεραρχίας, αφού σε κάθε κύρια κοινωνική θέση (αστική, μικροαστική και λαϊκή) αντιστοιχεί μια τάξη έξεων που υπαγορεύει τρία θεμελιώδη είδη γούστου.

Κατ’ αρχάς, η σχέση των κυρίαρχων με τον κόσμο, την οποία ονομάζει «αίσθηση της διάκρισης», είναι η εκδήλωση, στο επίπεδο της συμβολικής τάξης πραγμάτων , της απόστασής τους (sic) από την υλική αναγκαιότητα και του μακροχρόνιου μονοπωλίου που διαθέτουν στο χώρο των σπανίων πολιτισμικών αγαθών. Αποδίδοντας προτεραιότητα στη φόρμα σε σχέση με τη λειτουργία, στον τρόπο σε σχέση με το αντικείμενο, και υμνώντας την «καθαρή ευχαρίστηση» του νου έναντι της αγοραίας ευχαρίστησης των αισθήσεων, το γούστο των αστών ορίζεται σε απόλυτη αντίθεση με το «γούστο της αναγκαιότητας» των λαϊκών τάξεων, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί αντιστροφή της καντιανής αισθητικής, αφού υποτάσσει τη φόρμα στη λειτουργία και αρνείται να αυτονομήσει μια κρίση από την πρακτική της λειτουργία.

Ν. Παναγιωτόπουλος, Πρόλογος, σσ 28-29 στο Pierre Bourdieu, Η Διάκριση, Κοινωνική Κριτική της Καλαισθητικής Κρίσης (Πατάκη, 2008)

Εις υγείαν, φίλτατοι booklovers!