Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΑΡΤΟΣ ΞΗΡΟΣ


[Από την καινούργια, φρεσκότατη Bookpress]

Happiness is a Warm Gun

Δανείζομαι τον τίτλο από τους Beatles για τις σελίδες αυτές όπου κατά καιρούς θα καταπιάνομαι με το λεγόμενο αστυνομικό μυθιστόρημα – άλλοι το λένε «μυστηρίου», άλλοι απλώς αγνοούν εσκεμμένα και περιφρονητικά την ύπαρξή του. Αξίζει να μιλάμε για το εν λόγω είδος; Έχει (ακόμη) να πει πολλά και σημαντικά; Εξέπνευσε; Οι απαντήσεις, μονολεκτικά: Ναι. Ναι. Όχι.
Θα σας συστήσω, λοιπόν, μιαν ανθοδέσμη από δύο συν τρία (2+3) αστυνομικά αναγνώσματα εν όψει των εορτών και του θάλπους στις κάμαρες των αναγνωστών, και σε άλλα έντυπα ραντεβού μας, θα συνεχίσω με την παρουσίαση εκλεκτών καρπών της φαντασίας συγγραφέων όπως ο Stieg Larsson (Το Κορίτσι με το Τατουάζ και Το Κορίτσι που έπαιζε με τη Φωτιά, εκδ. Ψυχογιός), η Alexandra Marinina (Αντρικά Παιχνίδια, εκδ. Κέδρος), κ.ά.
Ο Antoine Bello (Βοστόνη, 1970) έρχεται να συστηθεί στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημα Οι Παραχαράκτες (μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Πόλις), ένα λίαν φιλόδοξο εγχείρημα, με όλες τις αρετές και (φοβάμαι: κυρίως) τα ψεγάδια που πάντοτε έχει κάθε φιλόδοξο εγχείρημα οποιουδήποτε δημιουργού δεν συμβαίνει να είναι κάτι παραπάνω από εκ γενετής ιδιοφυής, κάτι παραπάνω από φύσει υπέρμετρα αλαζών, και συνάμα κάτι παραπάνω από θέσει σεμνός και ταπεινός. Πεπεισμένος, όπως κάθε νοήμων πολίτης του σήμερα, ότι πλέον το «αληθές είναι μια στιγμή του ψεύτικου», ότι ιλιγγιωδώς οι αξίες χάνουν και τα τελευταία ρινίσματα της όποιας βαρύτητας είχαν απομείνει πάνω τους, ότι η ίντριγκα, η συνωμοσία, η αλλοίωση, η πλαστογράφηση είναι ίσως οι πλέον διαδεδομένες μέθοδοι επιβίωσης και επιβολής, στήνει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπου δαιμόνιοι παραχαράκτες δεν κάνουν άλλο από το να αλλοιώνουν τις πραγματικότητες και να ανακατασκευάζουν τα γεγονότα.
Ο Σλιβ Νταρτουνγκούβερ, η Λένα Θόρσεν, ο Άνγκουα Τζίμπο, η Μαγκαουάτι Ντονογκουράι, και άλλοι, εξίσου ή και περισσότερο δυσπρόφερτοι, τύποι είναι τα golden boys (& girls) του ΟΠΠ, ήτοι του Ομίλου Παραχάραξης της Πραγματικότητας. Έσκασα στα γέλια με την «ιστορία» της Σκίτου, μιας μικρής πόλης 12500 κατοίκων στη Νεμπράσκα, η οποία Σκίτος της Νεμπράσκα γίνεται, σύμφωνα με το «σενάριο» μιας νεοσύλλεκτης στον ΟΠΠ, πρωτεύουσα της… Θεσσαλίας! Αλλά όσο κυλάνε οι σελίδες, τόσο οι ρυθμοί επιβραδύνονται, αντί να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, τόσο η έμπνευση του Bello, καίτοι οργιώδους επινοητικότητας, μοιάζει να μπλέκεται σε γρανάζια που την καθιστούν ένα είδος κακόφωνης λατέρνας που επιζητεί την προσοχή μας πάση θυσία. Ο διδακτισμός του Bello γίνεται τόσο κραυγαλέος ώστε αρχικά νομίζεις ότι πρόκειται περί τεχνάσματος ή περί παρωδίας και εν συνεχεία θα ανατραπεί παταγωδώς, αλλά δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο και παραμένει διδακτισμός. Κρίμα! Ένα συναρπαστικό θέμα και μια πληθωρική πένα να πέφτουν θύματα της μεγαλομανίας ενός μάλλον-μη-μεγαλομανούς μυθιστοριογράφου. Γιατί αν ήταν όντως μεγαλομανής, θα είχε φροντίσει να περιορίσει μπορχεσικώ τω τρόπω την έκταση της έκστασής του, ίσως δε και την έκσταση της έκτασης του εγχειρήματός του. Ας είναι. Οι πολύ καλές στιγμές των Παραχαρακτών αποζημιώνουν τον αναγνώστη, τον παροτρύνουν να δώσει ακόμα μία ευκαιρία στον ενδιαφέροντα κύριο Antoine Bello.
Απεναντίας, ο πολύς Georges Simenon (1903-1989) ήξερε να πηγαίνει, άνευ διδακτισμών, εξάρσεων, εκτάσεων και εκστάσεων, καρφί στην καρδιά του ζητήματος, ιδίως στα άνευ Επιθεωρητού Jules Maigret μυθιστορήματά του. Οφείλουμε στην Άγρα, τον οίκο του Σταύρου Πετσόπουλου, και στην Αργυρώ Μακάρωφ το ότι μιαν εικοσαετία μετά το θάνατο του Simenon μπορούμε να απολαύσουμε έντεκα έργα του μαιτρ, όλα άψογα γυρισμένα στα ελληνικά, όλα γεμάτα ένταση/προσμονή/αγωνία (αλλά και αιχμηρή κοινωνική κριτική), όλα διαμάντια του είδους. Ο Ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ (1956), μυθιστόρημα συγγενές με τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρ και τα Τρία Δωμάτια στο Μανχάτταν ως προς την συμπονετική υγρασία του απέναντι στην χθαμαλότητα της ζωής ορισμένων στην μεγαλούπολη, αλλά και τον μάλλον αδυσώπητο φωτορεαλισμό του (και συμπαθάτε με για την επίτηδες ανακρίβεια και υπερβολή!), καθηλώνει τον αναγνώστη χωρίς περιττά φτιασίδια, με μόνη την φορά των γεγονότων, αργή αρχικά αλλά μετέπειτα καταιγιστική ως προς την υπαρξιακή της δύναμη. Ο Ζονάς Μιλκ είναι ένας βιβλιοπώλης που κάνει το μοιραίο λάθος να πει ένα αφελές, αθώο, άκακο ψέμα, ένα ψέμα απ’ αυτά που κανένας δεν προσέχει, ούτε καν τα μέμφεται. Κι όμως, το ψέμα αυτό θα γίνει ο προβολέας που θα φωτίσει φονικά την αλήθεια, τη δική του και του περιβάλλοντός του: μια φορά εμιγκρές για πάντα εμιγκρές (αυτή είναι η δική του αλήθεια), ο ξένος είναι ο ύποπτος για κάθε έγκλημα, ακόμα και για κείνο που δεν ξέρουμε αν διαπράχθηκε (η αλήθεια του περιβάλλοντός του, μιας γαλλικής μικροκοινωνίας). Η μαεστρία του Simenon είναι, και εδώ, απαράμιλλη, και κάποιος που γνωρίζει τις πολιτικές πεποιθήσεις αυτού του συγγραφέα δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου του, μειδιώντας μειλίχια, ο θαυμασμός του κομμουνιστή Marx για το διεισδυτικό έργο του βασιλόφρονος Balzac!
Και περνάμε στον Raymond Chandler για να θυμηθούμε ότι έφυγε από τούτο τον κόσμο πριν από μισόν αιώνα, καθώς και ότι κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα (το The Big Sleep) πριν από εβδομήντα χρόνια. Και το θυμόμαστε λέγοντας απλώς: παίδες, κυκλοφόρησαν προσφάτως τόσο το έκτο (1954), και κατά πολλούς πιο πλούσιο, μυθιστόρημα του μαιτρ, ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός σε νέα μετάφραση (από τον Αντώνη Καλοκύρη, που είναι ένας από τους βιρτουόζους μεταφραστές του είδους) και έκδοση (Κέδρος), όσο και το δεύτερο μυθιστόρημά του (1940), το Αντίο, γλυκιά μου (ανατύπωση από την Άγρα της πολύ γερής έκδοσης του 1985, όπου εκτός από τη μετάφραση ο «αρχηγός» Ανδρέας Αποστολίδης υπογράφει ένα από καλύτερα, και εκτενέστερα, κείμενα που έχουν γραφτεί παγκοσμίως για τον Chandler), αλλά και το τέταρτο (1943), η Κυρία της Λίμνης (επανέκδοση από την Ερατώ, με σκληρό, ωραίο, επίτηδες παλιομοδίτικο εξώφυλλο, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Αργυρού). Και στα τρία αυτά μυθιστορήματα δεσπόζει, βέβαια, η μορφή του Φίλιπ Μάρλοου, αυτού του μελαγχολικού/μοναχικού ιππότη σε μιαν εποχή κυνισμού, αυτού του θαυμάσιου τύπου που δηλώνει ότι του αρέσουν οι γυναίκες, το αλκοόλ, το σκάκι, και μερικά άλλα πράγματα, αυτής της περσόνας που επέτρεπε στον δημιουργό του να γράφει – ακούστε πώς, ακούστε: «Διπλή παύση. Πήγα πάνω και ξανακατέβηκα. Δε μου άρεσε πάνω. Το υψόμετρο αναστατώνει τους χτύπους της καρδιάς μου. Αλλά εξακολουθώ να χτυπάω τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Τι μάγος που είναι το υποσυνείδητο! Μακάρι να δούλευε τακτικά. Πάνω επίσης είχε φεγγαρόφωτο. Ίσως είναι το ίδιο φεγγάρι. Δεν υπάρχει ποικιλία ως προς το φεγγάρι. Έρχεται και φεύγει σαν το γαλατά και το γάλα του φεγγαριού είναι πάντα ίδιο» (Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός, σ.304).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/ΧΙ/09

Δεν υπάρχουν σχόλια: