Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Σελίν




Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εστία» το αριστούργημα του Louis Ferdinand Céline ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, μεταφρασμένο θαυμάσια –μπορούμε κάλλιστα να μιλάμε για μεταφραστικό άθλο– από την Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, αυθεντία στα εξαιρετικά απαιτητικά γυρίσματα στη γλώσσα μας σπουδαίων γραφτών (θυμίζουμε ότι η ΣΙΜ μάς πρόσφερε, μεταξύ άλλων, το περίτεχνο και περίπλοκο μυθιστόρημα του Raymond Queneau ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΝΘΗ.).

Μυριάδες λέξεις γράφτηκαν ήδη το 1932, όταν οι εμβρόντητοι αναγνώστες σαλπάρισαν γι’ αυτό το αναπάντεχο Ταξίδι, που άλλαξε τα τοπία της γλώσσας, της τέχνης, της ζωής! Μυριάδες γράφονται ακόμη, γιατί το ασύγκριτο μυθιστόρημα του Σελίν εξακολουθεί να μας συγκλονίζει, να μας μεταμορφώνει, να μας μετουσιώνει, Κανείς δεν επέστρεψε, κανείς δεν θα επιστρέψει αλώβητος από την «άκρη της νύχτας».

Προσεχώς θα δημοσιεύσουμε αποσπάσματα από το έξοχο επίμετρο της μεταφράστριας και σελίδες από το «Ταξίδι». Θυμίζουμε ότι ανάμεσα στους θαυμαστές του «Ταξιδιού» συγκαταλέγονται οι «δικοί μας» Jack Kerouac, William Burroughs και Charles Bukowski, και ότι ο George Orwell ήταν ο πρώτος που επεσήμανε ομοιότητες ανάμεσα στον Céline και στον άλλο μεγάλο, τον Henry Miller.

Παραθέτουμε πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Κατερίνας Σχινά για τον Céline, αντλημένo από την «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας (Παρασκευή, 9/11/07).

Πώς τον διάβασαν οι αριστεροί κριτικοί

Του αναγνώρισαν ρεαλιστική ρώμη, αλλά του καταλόγισαν έλλειψη αγωνιστικής ευαισθησίας

Το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», που επανακυκλοφορεί στην Ελλάδα σε νέα μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλου από την «Εστία», εκδόθηκε το 1932, προκαλώντας από την πρώτη στιγμή ατμόσφαιρα μυστηρίου και αντιπαραθέσεων. Ο συγγραφέας, που αυτοπαρουσιαζόταν ως Σελίν, ήταν άγνωστος. Το λεξιλόγιο ήταν ένα παράδοξο μείγμα νεολογισμών, ιατρικών όρων και αργκό, συχνά ιδιαίτερα τραχύ. Ο τόνος ταίριαζε στους εργάτες, τους ταξιτζήδες, τα αποβράσματα. Κι όμως, τι παράδοξο! Η μεγαλοφυής οικονομία της ιδιότυπης γλώσσας, η σπάνια ποίηση που λάνθανε στο «λαϊκό», βάναυσο ιδίωμα, το στακάτο της στίξης -όχημα ενός ασφυκτικού αισθήματος του επείγοντος-, η ελευθερία και η ωμότητα του ύφους συνέθεταν ένα αριστούργημα. Η πλοκή ταξίδευε από την εμπόλεμη Γαλλία -το μέτωπο και τα νοσοκομεία στα μετόπισθεν- σε μια αφρικανική αποικία του Ισημερινού, από εκεί σε ένα αμερικανικό εργοστάσιο αυτοκινήτων και τέλος, σε διάφορα προλεταριακά milieux γύρω από το Παρίσι. Συνδετικός ιστός ήταν ο Μπαρνταμί, ο αφηγητής, και η λυσσαλέα κριτική του, που δεν χαριζόταν σε τίποτα και πάνω απ' όλα στον εαυτό του. Το μυθιστόρημα, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε τις πιο ακραίες αντιδράσεις. Ο Leon Daudet -γιος του Αλφόνσου και αρχισυντάκτης του εθνικιστικού περιοδικού «Action Francaise»- κουρασμένος από την «εκθηλυμένη και γλυκερή» παραγωγή του Προυστ και των επιγόνων του, παρουσιάζει το βιβλίο με τη φράση: «Ο κύριος Σελίν πρόκειται να απελευθερώσει τη γενιά του» και πασχίζει με όλες τις δυνάμεις του να του εξασφαλίσει το βραβείο Γκονκούρ. Τις προσπάθειές του σιγοντάρει το υμνητικό άρθρο του George Altmann στη «Monde». Ανεπίσημα, η κριτική επιτροπή αφήνει να διαρρεύσει ότι το βραβείο θα δοθεί στον Σελίν, όμως μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής στερεί τον συγγραφέα από την επίσημη αναγνώριση· το βραβείο πηγαίνει στον εντελώς λησμονημένο σήμερα Guy Mazeline για το μυθιστόρημά του «Οι λύκοι» και την απογοήτευση για την «αδικία» συμμερίζονται παραδόξως ο Jean Freville από τις σελίδες της «Humanite» και ο Georges Bernanos από τη «Figaro». Το «Ταξίδι», ωστόσο, δεν έμεινε χωρίς περγαμηνές, αφού αντί του Goncourt, απέσπασε το βραβείο Renaudot. Και βέβαια η απονομή του Goncourt στον Σελίν θα ήταν μια υπέρβαση μάλλον αδύνατη, μια «βλασφημία» που δύσκολα θα ανεχόταν το γαλλικό πνευματικό κατεστημένο. Κάθε σελίδα του «Ταξιδιού» ήτανε και μια πρόκληση στα μικροαστικά ήθη της εποχής και στην ενδοσκοπική, εσωστρεφή, ξέχειλη από «καλά αισθήματα», λογοτεχνία της. «Το "Ταξίδι" ανήκει οπωσδήποτε στη λογοτεχνία του σκουπιδοντενεκέ. Στην πυρά, στην πυρά, στην πυρά!» ωρυόταν από τις σελίδες της επιθεώρησής του «Les Marges» ο συγγραφέας Eugene Monfort (αλήθεια, ποιος τον θυμάται σήμερα;). Στους αντίποδες, ο οραματιστής καθολικός Ζορζ Μπερνανός δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή ότι το «τερατώδες» μυθιστόρημα του Σελίν θα ασκούσε τρομερή επίδραση στο μέλλον. «Το αν αυτή η μεγαλειώδης ποιητική χειρονομία δεν γίνει αντιληπτή από τους συγχρόνους μου, ποσώς με ενδιαφέρει», γράφει στη «Figaro». «Επιχειρώ απλώς να υπολογίσω τη δύναμη και τον αντίκτυπό της: ήδη τα αισθανόμαστε σαν μια υπόγεια δόνηση που κλονίζει πολλά ψεύδη και μαραίνει τις σφετερισμένες δάφνες».Το «Ταξίδι» και οι μαρξιστέςΣε μια τέτοια συγκυρία δεν είναι παράδοξο που το μυθιστόρημα γοήτευσε τόσο τους μαρξιστές κριτικούς. Τα είχε όλα: ήταν γραμμένο στον τόνο της εργατικής τάξης, τοποθετημένο στο περιθώριο της κοινωνίας, απολύτως καταγγελτικό. Ο Λουί Αραγκόν και η Ελσα Τριολέ μετέφρασαν το βιβλίο στα ρωσικά· ο Πολ Νιζάν το επαίνεσε απερίφραστα· και μερικά χρόνια αργότερα ήρθε η σοβαρή μαρξιστική ερμηνεία του Λεόν Τρότσκι.Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Atlantic Monthly» το 1935, με τίτλο «Μυθιστοριογράφος και πολιτικός». «Ο Σελίν έγραψε ένα βιβλίο που θα επιβιώσει, ανεξάρτητα αν θα υπάρξουν επόμενα και αν αυτά θα φτάσουν το επίπεδο του πρώτου του έργου», αποφαίνεται ο Τρότσκι. Του αρέσει, καθώς φαίνεται, ο απόλυτος πεσιμισμός του βιβλίου, η γελοιοποίηση που επιφυλάσσει ο συγγραφέας του σε όλες τις ιερές αξίες -πατριωτικό φρόνημα, στρατιωτικά ιδεώδη, αλτρουισμός, μικροαστική ολιγάρκεια, έρωτας, μητρότητα-, η τόλμη του να απεικονίζει την αστική κοινωνία σε όλη της τη φρίκη και εξαχρείωση. «Το ύφος του Σελίν», γράφει, «υποτάσσεται στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει ο ίδιος τον αντικειμενικό κόσμο. Στη φαινομενικά αφρόντιστη, μακριά από γραμματικούς κανόνες, παθιασμένα συμπυκνωμένη γλώσσα του, ζει, πάλλεται, δονείται ο αληθινός πλούτος της γαλλικής κουλτούρας, η πλήρης συναισθηματική και διανοητική εμπειρία ενός μεγάλου έθνους». Σύμφωνα με τον Τρότσκι, η δύναμη του «Ταξιδιού» πηγάζει κυρίως από το γεγονός ότι το μυθιστόρημα είναι πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Ωστόσο, δεν λείπει κάποια επιφύλαξη: «Η απελπισία μπορεί να οδηγήσει στην υποταγή». Ο πεσιμισμός του συγγραφέα, συστατικό στοιχείο της επιτυχίας του, είναι, ταυτόχρονα, απειλή. «Απορρίπτοντας, όχι μόνο το παρόν, αλλά και αυτό που πρέπει να πάρει τη θέση του, ο καλλιτέχνης στηρίζει εμμέσως αυτό που υπάρχει», γράφει ο Τρότσκι, διατυπώνοντας πλάγια τη γνωστή μαρξιστική προκατάληψη: πέραν του μαρξισμού, έγκυρη κριτική της κοινωνίας δεν υπάρχει. Αν ο Τρότσκι χειρίστηκε το «Ταξίδι» με ιπποτισμό, η σταλινική κριτική δεν θα είναι εξίσου φιλοφρονητική. Το βιβλίο εκδόθηκε στη Ρωσία το 1936, με κριτικό πρόλογο του Ιβάν Ανισίμοφ: πρότυπο σοβιετικού κριτικού, ταγμένος στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, μη διαχωρίζοντας τέχνη από πραγματικότητα, ο Ανισίμοφ αναγνωρίζει μεν τη ρεαλιστική ρώμη του μυθιστορήματος, παραπονιέται όμως ότι από το μυαλό του Σελίν δεν έχει «περάσει η ιδέα του αγώνα» και ότι «δεν έχει αναλογιστεί την κοινωνική αντίδραση που αναπόφευκτα γεννά η τερατωδία την οποία περιγράφει». Ολα τα όπλα είναι χρήσιμα στον αγώνα κατά του καπιταλισμού, και το μυθιστόρημα ανάμεσά τους, υποστηρίζει ο Ανισίμοφ. Κι αφού ο Σελίν δεν το θεωρεί (και δεν το χρησιμοποιεί) ως μέσο για την αμείλικτη καταδίκη -και κυρίως ανατροπή- των κοινωνικών δομών, ο Ανισίμοφ θα του καταλογίσει παθητικότητα, φαρισαϊσμό, κυνισμό, υποκρισία, στειρότητα, μηδενισμό, αφαίρεση. Κι ας λειτουργεί σαν «άλλος Μπαλζάκ, δημιουργώντας στο «Ταξίδι» την τοιχογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας» (η φράση ανήκει στον Ανισίμοφ). Πολλές δεκαετίες μετά τον έπαινο του Ενγκελς προς τον Μπαλζάκ (1888), ο Σοβιετικός κριτικός προσπερνά μια βασική αρχή στην κοινωνιολογία της τέχνης: ότι καλλιτεχνική προοδευτικότητα και πολιτικός συντηρητισμός μπορούν να συμβιβαστούν εντελώς και ότι «κάθε καλλιτέχνης που περιγράφει ειλικρινά την πραγματικότητα επιδρά διαφωτιστικά και χειραφετητικά στην εποχή του, βοηθώντας αθέλητα να σπάσουν οι συμβάσεις και τα κλισέ, τα ταμπού και τα δόγματα εκείνα πάνω στα οποία βασίζεται η ιδεολογία των αντιδραστικών, ανελεύθερων στοιχείων» - σύμφωνα με τον, επίσης μαρξιστή, ιστορικό της τέχνης Αρνολντ Χάουζερ (1974). Ο Σελίν και η αναρχική κουλτούραΑνεξάρτητα από την αποτίμηση, πάντως, των μαρξιστών, ο Σελίν είναι σφοδρός αντι-κομμουνιστής· μετά το ταξίδι του στη Μόσχα το 1936 για την προώθηση του βιβλίου του επιστρέφει με έναν λίβελο: στο «Mea Culpa» (1937) διατρανώνει την αηδία του για τη Ρωσία και το σύστημά της· και στη συνέχεια, κάθε χρόνο, γράφει και μια μπροσούρα εναντίον του σοβιετικού πειράματος. Η αντίληψή του για το προλεταριάτο, ιδιαίτερα απομακρυσμένη από τη μαρξιστική, είναι εμπνευσμένη, καθώς σημειώνει ο κριτικός Yves Pages, από την Κοινωνιολογία του Gustave Le Bon, ο οποίος, το 1895, στους αντίποδες του μαρξιστικού υλισμού, διατύπωσε τη θεωρία της «ψυχολογίας των μαζών». Σύμφωνα με τον Λε Μπον, οι μάζες είναι ανίκανες να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να εξεγερθούν· δεν είναι παρά ένας όχλος που επιδεικνύει παράλογη συμπεριφορά, ακολουθώντας ασυνείδητα όποιον «ηγέτη» κατορθώσει να τον παρασύρει διά της «συλλογικής ύπνωσης». Πάντως, όσο κι αν ο Σελίν βλέπει τους περιθωριακούς του σαν «ορδές σε φρεναπάτη», ο ίδιος δεν θα θελήσει να τους ζέψει στο άρμα κάποιου ηγέτη, αλλά θα δώσει έμφαση στο «ατομικό μονοπάτι που πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα» των επιταγών της κυρίαρχης τάξης και ξεμακραίνει συνειδητά από τον δουλοπρεπή μιμητισμό των κυριαρχουμένων. Ο αρνητισμός του Σελίν αρδεύεται από την αντίληψη που ο επηρεασμένος από τον Στίρνερ αναρχικός Albert Libertad θα συνόψιζε το 1905 με τα εξής λόγια: «Αγαπάμε τον άνθρωπο, μισούμε το πλήθος. Σε τούτη τη φυλλάδα, επαναλαμβάνουμε την κραυγή: Εμπρός! Ενάντια στους ποιμένες, ενάντια στα κοπάδια!»Εχει ενδιαφέρον η προσπάθεια για ιδεολογική ταξινόμηση του σελινικού έργου, και ιδιαίτερα του «Ταξιδιού». Στο έργο του Σελίν τέμνονται τρείς άξονες, μας λέει ο Yves Pages: κριτική της κανονιστικής γνώσης (που καταγγέλλει την κυρίαρχη σχολική και ακαδημαϊκή κουλτούρα), κριτική της ιδέας της προόδου (που συνδέεται με την άρνηση της μηχανοποιημένης και αλλοτριωτικής εργασίας), και κριτική της εργατικής τάξης και του προλεταριακού μεσσιανισμού της. Ολα αυτά, βέβαια, θυμίζουν τη ρητορική της άκρας Δεξιάς, όπως είχε διαμορφωθεί πριν από το 1914: αντι-διανοητισμός (καταγγελία της δημοκρατικής ιντελιγκέντσιας ως παρηκμασμένης και ελιτίστικης), αντιδραστικός αντιπροοδευτισμός (απόρριψη του Διαφωτισμού και επιστροφή στις αξίες του παλαιού καθεστώτος) και ηθικιστικός αντιυλισμός (άρνηση της πάλης των τάξεων στο όνομα της εθνικής κοινότητας). Η αναρχική ρητορεία του συγγραφέα, σημειώνει ο Pages, είναι ένα πρόσχημα προκειμένου να καμουφλαριστεί ο «εθνικιστικός λαϊκισμός» του, η ακροδεξιά ουσία της λογοτεχνίας του.Κι όμως, η πολεμική που ασκεί ο Σελίν, αν και βαθιά αντιδραστική, δεν μεταμορφώνεται σε ναζιστικού τύπου ενθουσιασμό. Το μόνο χαρακτηριστικό που δανείζεται από την ακροδεξιά σκέψη ο σατιρικός του οίστρος είναι ο καταγγελτικός τόνος. «Ο Σελίν», γράφει η ερευνήτρια Sally Silk, «δεν ακολουθεί τη φασιστική ημερήσια διάταξη, τη σπαρτιατική ουτοπία, η οποία, για μερικούς ανθρώπους, περιλάμβανε τις ιδέες της ευγονικής και του πανευρωπαϊσμού· απλώς συμμερίζεται την οργή τους για τη μηδενιστική κατάρρευση των αξιών. Και από την αναρχική εξέγερση που αναδύεται από τις σελίδες του, ξεχωρίζουν κάποιες ηθικές και υπαρξιακές προοπτικές, από τη φύση τους αντιαυταρχικές».Μεταπολεμικοί επίγονοιΟποια ανάγνωση και αν επιφυλάξει κανείς στο έργο του Σελίν, θα διακρίνει πάντα τον βασικό του στόχο: να ανασυνθέσει πιστά το συγκινησιακό φορτίο που απόθεσε πάνω του η ζωή. «Γράφω με ελλείψεις και ασύνδετες προτάσεις για να ενσωματώσω το ανθρώπινο συναίσθημα στη γραπτή γλώσσα», έλεγε. Οι πολιτικές του ιδέες ήταν πιο νεφελώδεις απ' όσο φαινόταν: τον θεωρούσαν φιλο-ναζί, εκείνος όμως είχε εκφραστεί αρνητικά για την «άρια ηλιθιότητα του Χίτλερ»· συνεργάτη των Γερμανών, επειδή διετέλεσε προσωπικός γιατρός του στρατάρχη Πετέν. Οι συμπατριώτες του δεν τον κατάλαβαν, μετατρέποντάς τον σε αποδιοπομπαίο τράγο, τον πιο μισητό συγγραφέα στη Γαλλία. Ο Φιλίπ Σολέρς έχει την εξήγηση. Στο βιβλίο του «Ο πόλεμος του γούστου» γράφει: «Η Γαλλία πρόβαλε στον Σελίν την ενοχή της. Ήταν αντισημίτισσα, πετενίστρια, υπέρ της κυβέρνησης του Βισί - έπρεπε να τα φορτώσει όλα στον Σελίν για να μπορέσει να υπάρξει. Της διέφυγε εντελώς η υπαρξιακή ένταση του έργου του, και η πηγή του πάθους του. Εξάλλου, η άκρα Δεξιά και ο Μπαρντές ανέκαθεν υποστήριζαν ότι ο Σελίν δεν αντιπροσωπεύει τις αρχές τους γιατί πήγε πολύ μακριά, είπε πάρα πολλά και ξέρασε πάνω σε όλα».Εντελώς διαφορετική ήταν η υποδοχή του Σελίν στις ΗΠΑ: υπήρξε ο μόνος Ευρωπαίος συγγραφέας που επηρέασε τόσο τους Αμερικανούς ομοτέχνους του. Για χρόνια διατράνωνε ο Χένρι Μίλερ πόσα όφειλε στον Σελίν. Ο Τζακ Κέρουακ, στην ιλιγγιώδη, χωρίς ανάσα, περιπλάνηση του «On the road» (1957) και στην ανάλυση της επίδρασης των ναρκωτικών στους ήρωές του είχε ως πρότυπο τις διάσημες παραληρηματικές σκηνές, στις οποίες ο σελινικός ήρωας, συντεθλιμμένος από την οδύνη της ζωής, δραπετεύει από την πραγματικότητα σε ένα είδος θεραπευτικού ονειρόκοσμου. Ο Τζόζεφ Χέλερ, στο «Catch 22» (1961) δανείζεται ολόκληρη την ιδέα του μυθιστορήματός του -τον παραλογισμό της υποταγής στους κανόνες των άλλων, την τρέλα του «πατριωτισμού» και της «τιμής»- από το πρώτο μέρος του «Ταξιδιού». Ο Κεν Κέσεϊ, στη «Φωλιά του κούκου» (1962) επικεντρώνεται στο θέμα ενός ανθρώπου που αποφασίζει με τη θέλησή του να ζήσει σ' ένα φρενοκομείο (και ο Μπαρνταμί εγκλείεται διά της βίας σε άσυλο στην αρχή του «Ταξιδιού», αλλά στο τέλος του βιβλίου καταλήγει, γιατρός, πια, να διευθύνει ένα ανάλογο θεραπευτήριο). Ο Κουρτ Βόνεγκατ αυτοχαρακτηρίζεται «μιμητής του Σελίν». Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, μέγας θαυμαστής του, επιχειρεί στο «Γυμνό γεύμα» να ξεπεράσει τον δάσκαλό του στη ρητορική της αυτοαπέχθειας, όπως και ο Ζαν Πολ Σαρτρ στη «Ναυτία». Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι θεωρεί το «Ταξίδι» «το καλύτερο βιβλίο των τελευταίων πενήντα χρόνων». Εμφαντική, εκφρασμένη με ποικίλους τρόπους, η αναγνώριση του Γάλλου προδρόμου λανθάνει ακόμη στο έργο νεότερων εικονογράφων της μητροπολιτικής Κόλασης. Η κριτική μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Η λογοτεχνία δικαιώνει το έργο του τελευταίου «κλασικού» του 20ού αιώνα, δίνοντας

Δεν υπάρχουν σχόλια: