Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Ελάχιστος Φόρος Τιμής στον Τζορτζ Όργουελ


[Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, 21 Ιανουαρίου του 1950, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν Σπουδαίο Άνθρωπο του 20ού αιώνα, προδημοσιεύω ένα απόσμασμα από το κείμενο του George Orwell "Such, Such Were The Joys". Το κείμενο αυτό, μαζί με άλλα έξι δοκίμια του Orwell, στεγάζεται στο βιβλίο BOOKS vs. CIGARETTES, τον οποίο μετέφρασα το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 2009, και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

Όλα αυτά συνέβαιναν πριν από τριάντα χρόνια και βάλε. Το ερώτημα είναι: τραβάει τα ίδια ένα παιδί στο σχολείο σήμερα;
Η μοναδική τίμια απάντηση, πιστεύω, είναι ότι δεν ξέρουμε μετά βεβαιότητος. Φυσικά, είναι πασίδηλο ότι η σημερινή στάση σχετικά με την εκπαίδευση είναι απείρως πιο ανθρώπινη και λογική απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ο σνομπισμός που ήταν αναπόσπαστο μέρος της δικής μου μαθητείας θα ήταν σχεδόν αδιανόητος σήμερα, μιας και είναι πια νεκρή η κοινωνία που τον υπέθαλψε. Θυμάμαι μια συζήτηση που θα πρέπει να έγινε περίπου έναν χρόνο προτού φύγω από τον Άγιο Κυπριανό. Ένα αγόρι από τη Ρωσία, εύσωμο και ξανθομάλλικο, ένα χρόνο μεγαλύτερό μου, με τσιγκλούσε μ’ ερωτήσεις.
«Πόσα βγάζει ο πατέρας σου το χρόνο;»
Του είπα αυτό που πίστευα, προσθέτοντας μερικές εκατοντάδες στερλίνες για να ακούγεται πιο καλά. Ο μικρός Ρώσος, επιμελής καθ’ όλα, έβγαλε ένα μολύβι και ένα μικρό σημειωματάριο και έκανε έναν υπολογισμό.
«Ο πατέρας μου έχει διακόσιες φορές πιο πολλά χρήματα από τον δικό σου», αποφάνθηκε με ένα είδος διασκεδασμένης περιφρόνησης.
Αυτό συνέβη στα 1915. Τι απέγιναν όλα εκείνα τα χρήματα καναδυό χρόνια αργότερα; Αναρωτιέμαι. Και ακόμα πιο πολύ αναρωτιέμαι αν γίνονται, άραγε, τέτοιες κουβέντες στα προπαρασκευαστικά σχολεία τη σήμερον ημέρα.
Είναι σαφές ότι έχει επέλθει μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία, μια γενική εξάπλωση του «διαφωτισμού», ακόμα και στους κανονικούς, όχι και τόσο σκεπτόμενους ανθρώπους της μεσαίας τάξης. Η θρησκευτική πίστη, φέρ’ ειπείν, έχει ως επί το πλείστον χαθεί παίρνοντας κι άλλες ανοησίες μαζί της. Φαντάζομαι ότι πολύ λίγοι άνθρωποι θα λένε σήμερα σ’ ένα παιδί ότι εάν αυνανίζεται θα καταλήξει σε άσυλο φρενοβλαβών. Το ξυλοκόπημα, επίσης, έχει εξευτελιστεί πια, και μάλιστα έχει πάψει να εφαρμόζεται σε πολλά σχολεία. Κι ακόμα, ο υποσιτισμός των παιδιών δεν θεωρείται φυσιολογική, σχεδόν αξιέπαινη πράξη. Κανείς δεν θα επιχειρήσει απροκάλυπτα να δώσει όσο το δυνατόν λιγότερο φαγητό στους μαθητές του, ή να τους πει ότι είναι υγιεινό να σηκώνονται από το γεύμα εξίσου νηστικοί όπως όταν κάθισαν να φάνε. Η γενική κατάσταση των παιδιών έχει βελτιωθεί, εν μέρει επειδή συγκριτικά δεν είναι πια τόσο πολυάριθμα. Κι ακόμα, η διάδοση έστω και ολίγων ψυχολογικών γνώσεων έχει κάνει πιο δύσκολο για τους γονείς και τους δασκάλους να δικαιολογούν τις βαναυσότητές τους επικαλούμενοι την πειθαρχία. Ιδού μία περίπτωση, που δεν την ξέρω από πρώτο χέρι αλλά που είναι γνωστή σε κάποιον για τον οποίο μπορώ να εγγυηθώ: Μια μικρή κοπελίτσα, θυγατέρα ενός κληρικού, συνέχισε να βρέχει το κρεβάτι της σε μιαν ηλικία που δεν θα ήταν πια επιτρεπτό. Για να την τιμωρήσει γι’ αυτό το αποτρόπαιο έγκλημά της, ο πατέρας της την πήγε σε μια μεγάλη χοροεσπερίδα και μπροστά σε όλη την ομήγυρη την σύστησε ως την μικρούλα που βρέχει το κρεβάτι της~ και για να τονίσει την φαυλότητά της είχε προηγουμένως βάψει το πρόσωπό της μαύρο. Δεν υπαινίσσομαι ότι ο Μιγάς και η Βίδα το έκαναν ποτέ αυτό, αλλά αμφιβάλλω εάν θα τους εξέπληττε τέτοιο πράγμα. Ούτως ή άλλως, οι καιροί αλλάζουν. Κι ωστόσο…!
Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον τα αγόρια πνίγονται μες στα άκαμπτα κολάρα τις Κυριακές, ή εάν τους λένε ότι τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός. Αυτά τα πράγματα τελειώνουν πια, ομολογουμένως. Το πραγματικό ζήτημα έγκειται στο κατά πόσον εξακολουθεί να είναι φυσιολογικό για ένα σχολιαρόπαιδο να ζει επί χρόνια μέσα σε παράλογους φόβους και παρανοϊκές παρεξηγήσεις. Και εδώ βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την ιδιαίτερα μεγάλη δυσκολία του να ξέρει τι αληθινά αισθάνεται και σκέφτεται ένα παιδί. Ένα παιδί που μοιάζει να είναι λογικά ευτυχισμένο ενδέχεται στην πραγματικότητα να υποφέρει από φριχτά πράγματα που δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποκαλύψει. Ζει σ’ ένα είδος αλλότριου υποβρύχιου κόσμου που δεν μπορεί να τον διαπεράσει παρά μονάχα η μνήμη ή η μαντική. Η κυριότερη ένδειξή μας είναι το γεγονός ότι κάποτε υπήρξαμε κι εμείς παιδιά, και πολλοί άνθρωποι μοιάζουν να ξεχνάνε σχεδόν εντελώς την ατμόσφαιρα της δικής τους παιδικής ηλικίας. Σκεφτείτε, επί παραδείγματι, τα διόλου απαραίτητα βάσανα που προκαλούν οι άνθρωποι σαν στέλνουν στο σχολείο ένα παιδί με λάθος ρούχα, αρνούμενοι να αντιληφθούν πόση σημασία έχει αυτό! Για τέτοιου είδους πράγματα, το παιδί θα ψελλίσει καμιά φορά κάποια διαμαρτυρία, αλλά τις περισσότερες φορές απλώς θα κάνει μόκο. Το να μην εκθέτεις τα αληθινά σου αισθήματα σ’ έναν ενήλικα μοιάζει να είναι κάτι ενστικτώδες από την ηλικία των εφτά, οχτώ ετών και μετά. Ακόμα και η στοργή που νιώθει κανείς για ένα παιδί, η επιθυμία να το προστατεύσει και να το φροντίσει, είναι αιτία παρεξηγήσεων. Μπορεί ένας ενήλικας να αγαπάει ένα παιδί, ίσως, πιο βαθιά κι απ’ όσο αγαπάει έναν άλλον ενήλικα, αλλά είναι παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το παιδί ανταποδίδει την αγάπη. Σαν σκέφτομαι τη δική μου παιδική ηλικία, αφότου πέρασαν τα νηπιακά τα χρόνια, δεν πιστεύω ότι αισθάνθηκα ποτέ αγάπη για άλλο ώριμο πρόσωπο, εξόν από τη μητέρα μου, αλλά κι αυτή ακόμα δεν την εμπιστευόμουν, με την έννοια ότι η συστολή με έκανε να της κρύβω τα πιο πολλά αληθινά μου αισθήματα. Η αγάπη, το αυθόρμητο, αταξινόμητο αίσθημα της αγάπης, ήταν κάτι που μπορούσα να το νιώσω μονάχα για ανθρώπους που ήσαν νέοι. Προς ανθρώπους που ήσαν ηλικιωμένοι – και μην ξεχνάμε ότι για ένα παιδί «ηλικιωμένος» σημαίνει πάνω από τριάντα, ή έστω πάνω από τριάντα πέντε – μπορούσα να νιώσω ευλάβεια, σεβασμό, θαυμασμό, ή και κατάνυξη, αλλά έμοιαζε να μας χωρίζει ένα πέπλο φόβου και ντροπαλότητας ανακατεμένο με σωματική αποστροφή. Οι άνθρωποι είναι υπερβολικά πρόθυμοι να λησμονούν το σωματικό μάζεμα ενός παιδιού μπροστά στους ενήλικες. Αχ, το πελώριο μέγεθος των μεγάλων, τα άφταστα άκαμπτα κορμιά τους, τα τραχιά, ρυτιδιασμένα δέρματά τους, τα μεγάλα χαλαρά βλέφαρά τους, τα κιτρινισμένα δόντια τους, και οι μυρωδιές από πολυκαιρισμένα ρούχα και μπίρα και ιδρώτα και ταμπάκο που αναδίνουν κάθε λεπτό! Μέρος του λόγου για το πόσο άσχημοι είναι οι μεγάλοι, στα μάτια ενός παιδιού, είναι το παιδί συνήθως κοιτάζει προς τα πάνω, και λίγα πρόσωπα είναι στις ομορφιές τους όταν τα κοιτάζεις από τα κάτω. Και άλλωστε, όντας το ίδιο σφριγηλό και ασημάδευτο, το παιδί έχει απίστευτα ψηλά τον πήχυ στα ζητήματα του δέρματος και των δοντιών και της επιδερμίδας. Αλλά το πιο μεγάλο φράγμα είναι η παρανόηση της ηλικίας απ’ τη μεριά των παιδιών. Ένα παιδί μόλις και μετά βίας μπορεί να φανταστεί τη ζωή μετά τα τριάντα, και σαν κρίνει την ηλικία του ενός και του άλλου πέφτει απίθανα έξω. Θα νομίσει ότι ένας άνθρωπος είκοσι πέντε ετών είναι σαράντα, ένας σαράντα ετών είναι εξήντα πέντε, και πάει λέγοντας. Κι έτσι, όταν ερωτεύτηκα την Έλσι την πήρα για μεγάλη. Την συνάντησα μετέπειτα, όταν ήμουν δεκατριών και αυτή, θαρρώ, θα πρέπει να ήταν είκοσι τριών~ μου έμοιαζε τώρα να είναι μεσόκοπη γυναίκα, σαν να τα είχε φάει τα ψωμιά της. Και το παιδί πιστεύει ότι το να μεγαλώνεις είναι κάτι σαν μια σχεδόν αισχρή συμφορά, που για κάποιον μυστηριώδη λόγο δεν θα συμβεί ποτέ στο ίδιο. Όλοι όσοι έχουν περάσει την ηλικία των τριάντα είναι άχαροι γκροτέσκοι που φουρκίζονται αδιάκοπα για πράγματα ασήμαντα και μένουν ζωντανοί δίχως, όπως το βλέπει το παιδί, να έχουν κανέναν λόγο να παραμένουν ζωντανοί. Μονάχα η παιδική ζωή είναι αληθινή ζωή. Ο διευθυντής του σχολείου που φαντάζεται ότι τα αγόρια τον αγαπάνε και τον εμπιστεύονται γίνεται περίγελος, όλη την ώρα τον μιμούνται και τον κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη του. Ένας ενήλικας που δεν μοιάζει επικίνδυνος σχεδόν πάντοτε μοιάζει γελοίος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: