Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Η τελευταία μπίρα του Νίκου Βελή




Η τελευταία μπίρα του Νίκου Βελή

Μνήμη Ηλία Λάγιου



Πώς είναι δυνατόν, αν δεν πίνεις σαν κι εμένα, πώς ελπίζεις να καταλάβεις την ομορφιά μιας γριάς γυναίκας από το Ταράσκο που παίζει ντόμινο στις εφτά το πρωί;
Malcolm Lowry




Ι.

Είναι μακριά τα Ιλίσια, πιο μακριά κι απ’ το Παρίσι, για τον κάθε ερωτευμένο Ροβεσπιέρο, έγραψε εκείνος (επαρκώς, δεόντως, ακραιφνώς) μεθυσμένος, μια νύχτα του δύο χιλιάδες δύο, Ιούλιο μήνα, με πανσέληνο.
Το πρωί, μόλις άνοιξε τα μάτια του, χωρίς να σηκωθεί από το κρεβάτι, άπλωσε το μουδιασμένο χέρι του, βρήκε σχεδόν ψηλαφητά το κασετόφωνο, πίεσε το κουμπί, κι άρχισε ν’ ακούει το «Invitation to the Blues», του Τομ Γουέιτς, ανάβοντας το πρώτο Gitanes της ημέρας. Πάλι, πάλι, ναι, πάλι, εκείνο το τραγούδι από την προπερασμένη δεκαετία, μ’ εκείνα τα λόγια που άντεχαν ακόμη στο χρόνο, μ’ εκείνη τη μελωδία που άντεχε ακόμη στο σκληρό, στο αδυσώπητο κύλισμα των δευτερολέπτων.
Ξύπνησε και σηκώθηκε μόνος. Η Αλίκη δεν έμενε ακόμη εκεί. Δεν ήταν ακόμη στο πλάι του η Αλίκη. Ήταν αλλού η Αλίκη. Αλλού. Αλλά δεν θ’ αργούσε να έρθει, όχι, δεν θ’ αργούσε να φτάσει, να φέρει τα τσιγάρα, τις μπίρες, και τη μουσική της – πώς το έλεγαν τότε; Τη μουσική των γεγονότων, έτσι το έλεγαν τότε.
Ήταν δύσκολο να είναι μόνος. Αλλά και όμορφο. Μια ραθυμία κυρίευε κάθε μέλος του, κάθε του κύτταρο, τον έκανε να περιφέρεται νωχελικά, σχεδόν να σέρνεται, από το ένα δωμάτιο στο άλλο, να κοντοστέκεται στα ράφια της μεγάλης, βαριάς, ξύλινης βιβλιοθήκης, να ανοίγει την πρώτη μπίρα της ημέρας, υποσχόμενος για εκατομμυριοστή φορά ότι θα είναι η τελευταία. Χρειαζόταν πάνω από μια ώρα ώσπου να στρωθεί στο γραφείο και ν’ αρχίσει να γράφει, ενώ άλλοτε ήταν υπόθεση πέντε-δέκα λεπτών (ταχύτατη επίσκεψη στην τουαλέτα, ντους υπό τους ήχους του Βιβάλντι, σβέλτη προετοιμασία του καφέ, και άμεση παράδοση στον κυκεώνα των λέξεων που κατέφταναν με ταχύτητα ιλιγγιώδη από το παρελθόν και απαιτούσαν κατεπείγουσα μεταφορά στο χαρτί). Τώρα ο καφές είχε λησμονηθεί στον πυθμένα του χρόνου, ξεκινούσε τη μέρα μ’ ένα τσιγάρο στο κρεβάτι, το χέρι πήγαινε μηχανικά στο κασετόφωνο, ο Γουέιτς ήταν επίμονα παρών, η Αλίκη ήταν επίμονα noch nicht sein (Θεέ και Κύριε!), ο υπολογιστής είχε υποστεί θανάσιμα χτυπήματα και έμενε ξεχαρβαλωμένος στο γραφείο. Είχε αποφασίσει (επαρκώς, δεόντως, ακραιφνώς) μεθυσμένος ότι δεν τον είχε πια ανάγκη τον υπολογιστή, όχι, ακόμα χειρότερα –ή καλύτερα; ποιος ξέρει; όχι αυτός πάντως, όχι αυτός– ότι του έκανε κακό ο υπολογιστής, ότι όλη εκείνη η βιαστική, η εσπευσμένη ευκολία τον παρέσυρε, δεν μπορούσε να την ελέγξει, δεν ζύγιαζε τις λέξεις πια, δεν αισθανόταν και δεν μετέδιδε τη βαρύτητά τους, απλώς τις χρησιμοποιούσε τις λέξεις, απλώς τον χρησιμοποιούσαν οι λέξεις, η ταχύτητα είχε υπερισχύσει έναντι της βαρύτητας, είχανε γίνει άυλες οι λέξεις, δεν ήσαν ένυλες, δεν ήσαν χθόνιες, δεν ήσαν βαριές κι ασήκωτες, όχι, ήσαν άυλες, δεν ήσαν ουλές, και δεν άφηναν πια ουλές οι άυλες λέξεις. Κι έτσι είχε ξεσπάσει στον υπολογιστή, και τον είχε σπάσει, κραυγάζοντας, βήχοντας, μουγκρίζοντας, κλοτσώντας, γρονθοκοπώντας.
Ο Γουέιτς τραγουδούσε ακόμη το «Invitation to the Blues», για πολλοστή φορά – σε μια έκλαμψη είχε γράψει το τραγούδι είκοσι φορές στην ίδια κασέτα, και το άφηνε να παίζει αδιάλειπτα στο κασετόφωνο, κάθε πρωί, εδώ και τόσα πρωινά. «…and a battle with the booze, and an open invitation to the blues». Το ένα τραγούδι να φέρνει το ίδιο απαράλλαχτο τραγούδι, το ένα Gitanes να φέρνει το ίδιο απαράλλαχτο Gitanes, η μία μπίρα να φέρνει την άλλη μπίρα, η μία λέξη «Βέρα» να φέρνει την ίδια απαράλλαχτη λέξη «Βέρα».
Με την πρώτη μπίρα και το έβδομο Gitanes στο χέρι, πήγε και κάθισε στο γραφείο του –μια μεγάλη, δύο μέτρα και βάλε, τάβλα–, παραμέρισε το χαρτομάνι του περασμένου εικοσιτετραώρου, πήρε στο χέρι τον παλιό, παμπάλαιο Parker, ατένισε με μια υποψία ηδύτητας και δυο σιγουριές επιθετικότητας τη λευκή κόλλα χαρτί, ήπιε μια γενναία γουλιά μπίρα, τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του, και άρχισε να γράφει –αργά, πολύ αργά, τώρα πια– τις πρώτες λέξεις της ημέρας.


ΙΙ.

Γαμημένο Παρίσι. Γαμημένο spleen. Η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, η πιο ωραία για περιπάτους, η πιο πρόσφορη για περιπλανήσεις. Παρίσι, γαμημένο. Γαμημένη μελαγχολία, μας τα ’πε ο Αριστοτέλης, μας τα ’πε ο Μπωντλαίρ, μας τα ’πε κι ο Τσετ Μπέικερ. «Blame it on my youth», πάλι, πείτε τα πάλι, πείτε τα ξανά, μη σταματήσετε ποτέ να τα λέτε. Γαμημένο Παρίσι, Κλισύ γαμημένο, γαμημένο Σαιν Ζερμαίν, πόρνη Μονμάρτρη, ξεσκισμένη Πλας Πιγκάλ, τσούλα Σορβόννη. Ξανά και ξανά και ξανά: Γαμημένο Σαιν Ζερμαίν. Ξανά και ξανά: Γαμημένο Irish Pub και γαμημένες μπίρες. Σε πόσες μπίρες κρύφτηκε από τότε….
Πώς το έγραψε ο άλλος; Πώς; Θα θυμηθώ. Θυμήθηκα. Πάντα θα θυμάμαι. «Ο πρόξενος χαμήλωσε τα μάτια του. Πόσες μποτίλιες είχαν περάσει από τότε; Μέσα σε πόσα ποτήρια, σε πόσα μπουκάλια είχε κρυφτεί, μόνος του από τότε;»
Ήταν τόσο όμορφη, ήταν η Σκοτεινή Πριγκίπισσα του Αρνητικού, ήταν η ζωή που έτρεχε με χίλια χιλιόμετρα την ώρα, δεν την πρόφταιναν τα πόδια μου, δεν την προλάβαιναν ούτε οι σκέψεις μου, δεν τη φυλάκιζε ούτε το βλέμμα μου, τη μια στιγμή εδώ, ηδύτατη, με το πιο γλυκό χαμόγελο στην πλάση, κάνω να της ανάψω το τσιγάρο, κάνω να της μιλήσω για την Στήλη του Σβίττερς, αυτή την υπέροχη γλυπτή ωδή στη φιλία, και την άλλη, την αμέσως επόμενη στιγμή, είναι ελάφι, αντιλόπη, αγριόγατα που τρέχει, ελίσσεται, χάνεται, κάτω από τις καστανιές, τις πλατύφυλλες εκείνες καστανιές, τις πιο όμορφες καστανιές του κόσμου.
Γαμημένες καστανιές. Γαμημένο Βερ-Γκαλάν. Το πιο όμορφο νησί του κόσμου. Το πιο όμορφο καταφύγιο του κόσμου. Εκεί έζησα τα πιο ευτυχισμένα είκοσι λεπτά της ζωής μου. Τα μόνα ευτυχισμένα είκοσι λεπτά της ζωής μου.
Αθάνατο Βερ-Γκαλάν, ξέσκισέ με τώρα, κονιορτοποίησέ με, τίναξέ με στον αέρα με την ομορφιά σου. Λιώσε με, μη με λυπάσαι καθόλου, παράτα τους ενδοιασμούς, άσε τις επιείκειες, έσο αντίπαλος αδιάλλακτος, ανοικτίρμων, άτεγκτος, έσο διώκτης απηνής, αδυσώπητος, ανηλεής. Έλα, Βερ-Γκαλάν, έλα ξανά στη θύμησή μου, εσύ, το ωραιότερο μέρος του κόσμου, έλα, εσύ, με τις πλατύφυλλές σου καστανιές, ελάτε σεις, είκοσι πιο ευτυχισμένα λεπτά, ελάτε σεις χίλια διακόσια πιο ευτυχισμένα δευτερόλεπτα της ζωής μου, ελάτε ένα-ένα, ποδοπατήστε με, βάλτε με κάτω, διαλύστε με.
Γαμημένο Παρίσι, Βερ-Γκαλάν γαμημένο, γαμημένα είκοσι λεπτά. Γαμημένες λέξεις, που σας είχα και σας έχασα, που μου δοθήκατε και φύγατε, αποδράσατε, την κοπανήσατε, γίνατε μπουχός, μια γαμημένη νύχτα που ήταν πιο λαμπερή κι από την πιο φωτεινή μέρα. Λέξεις χαμένες, είκοσι λεπτά ευτυχισμένα, κερδισμένα, χαμένα, ξανακερδισμένα, το ίδιο, ξανά και ξανά, στη σκακιέρα των ημερών και των νυχτών, στην αέναη, στην ατελεύτητη παρτίδα σκάκι που παίζω μες στις δεκαετίες με τον εαυτό μου, μ’ εμένα τον ίδιο, ο μαζέτας, ο ανεπίδεκτος, για να κερδίσω, κι ύστερα να χάσω, και μετά να ξανακερδίσω και να ξαναχάσω, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι, από του νυν και έως του αιώνος, from here to eternity, ή καλύτερα, όπως το τραγούδησε, το έψαλλε, το ούρλιαξε ο άλλος, From Her To Eternity.
Λέξεις χαμένες, είκοσι λεπτά ευτυχισμένα. Χωρίς τις λέξεις δεν μπορώ να κερδίσω τα είκοσι λεπτά μου, χωρίς τις λέξεις θα τα χάνω συνέχεια, χωρίς τις λέξεις δεν θα γίνουνε ποτέ δικά μου, θα μου ανήκουν για λίγο, κι ύστερα θα με ξεγελάνε και θα ξεγλιστράνε. Ελάτε, λέξεις. Λουστείτε στην μπίρα κι ελάτε. Ελάτε. Μονάχα μ’ εσάς, μονάχα, θα μπορέσω να πάρω πίσω τα είκοσι λεπτά μου, ελάτε, ελάτε, γαμημένες λέξεις, ελάτε.


III.

Διάβασε τις λέξεις στη σελίδα. Συνοφρυώθηκε. Άναψε τσιγάρο. Τις ξαναδιάβασε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε την επόμενη μπίρα.. Πήγε στην τουαλέτα. Είδε το είδωλό του στον καθρέφτη. Πιο αδύνατος από κάθε άλλη φορά. Τα γαλάζια μάτια του ήσαν κόκκινα, ρήξις των τριχοειδών, ναι, φυσικά, χαίρω πολύ, καλημέρα σας, γεια σας και αντίο σας. Από κάτω οι μαύροι κύκλοι είχαν γίνει ακόμα πιο μαύροι. Τα μαλλιά του, πάντα χτενισμένα προς τα πίσω, είχαν μακρύνει. Το πρόσωπό του ήταν χλομό.
Στον καθρέφτη είχε μείνει, γραμμένη με χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο – αλήθεια πότε; πριν από πόσες αιωνιότητες; – η φράση La Vie Est Belle, Et Facile. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν κατάφερε – βγήκε κάτι σαν σπασμωδικό μειδίαμα, πολύ αμυδρό, σχεδόν ένας μορφασμός ασυναίσθητος, προερχόμενος από έναν αδύναμο πόνο.
Ναι, λοιπόν, oui, Άρη Βελή, και belle και facile, και ωραία και εύκολη, η ζωή, Άρη Βελή, η ζωή. Ξεμπέρδευε με την μπίρα σου, και τράβα για την επόμενη. Βελή!
Μόρφασε πάλι. Βύθισε τώρα το βλέμμα του στα μάτια του όπως πάσχιζαν να τον κοιτάξουν μέσα από τον καθρέφτη. Τα μάτια του εστίασαν στο βλέμμα του, δεν το απέφυγαν όπως άλλες φορές, βυθίστηκαν κι αυτά στο βλέμμα του, του μίλησαν, τον πήραν και τον πήγαν πίσω εκεί, στο πριν, αιωνιότητες πριν, τον οδήγησαν στο λαβύρινθο του χρόνου, ώσπου να φτάσει στον πυθμένα, να φτάσει στον πάτο, να φτάσει πάλι, για πολλοστή φορά, σ’ εκείνη τη νύχτα. Και να πασχίσει να την ξεχάσει πίνοντας μπίρες απανωτές, τη μία μετά την άλλη, να μην έχουνε οι μπίρες τελειωμό, να μην έχουνε πέρας οι μπίρες.


IV.

Βελή, καλοπερασάκια, δήθεν ευδαίμονα, Βελή. Τάχαμου ή όλα ή τίποτα, κι έμεινες μονάχα με το τίποτα, ναι, με το τίποτα που σου αξίζει, με το τίποτα που θέλησες να σου αξίζει, με το τίποτα που είναι τώρα όλο δικό σου, παλιομασκαρά, Βελή. Να χέσω τους εκατό τόμους μαζί όλων σου των κομματικών βιβλίων, που έλεγε κι ο Μαγιακόφσκι, Βελή. Να χέσω όλα όσα έγραφες χρόνια τώρα, δεκαετίες τώρα, Βελή. Αδιάντροπε. Λογοκλόπε. Προδότη του γραπτού λόγου, με τις πουπουλένιες εξομολογήσεις σου, με τα ποιήματα και τις πράξεις σου, με τους υπόγειους ουρανούς σου, με τα βιβλία συμβάντων και αναφορών σου. Ούτε ένα εργοστάσιο μολυβιών δε θα σου ’φτανε για να κάτσεις να γράψεις τόσα ψέματα, αλλά πού εσύ, πού; Ιδέαν δεν είχες για τα διάφανα γυαλιά της εμπειρίας, πού να ’χεις ιδέαν, αρχηγέ πάντων των ολέθρων, πρίγκιπα της μπίρας, βασιλιά της σούρας, ψευτοδολοπλόκε και ψευτογκουρού, διδάκτορα του τίποτα, έτσι δεν έλεγες επειδή κι ο άλλος το έλεγε, έτσι έλεγες, για ξαναπέστο μας τώρα, για να ξαναπέστο, να δούμε, «Je suis docteur en rien», ωραία ε;, ωραία να λες.
Σου έγραψα, «Είμαι ερωτευμένος; – Ναι, αφού περιμένω», και το έγραφα σ’ εμένα. Σου έγραψα, «all’ acqua, all’ ombra, ai monti, ai fiori, all’ erbe, ai fonti, all’ eco, all’ aria, ai venti…», κι έσκισα το χαρτί, το έκανα κομμάτια, το έκαψα, το τσαλάκωσα, το πέταξα, πού να θυμάμαι πια; Και τώρα, να μην έχω λέξεις, μήτε το δάνειο του χρόνου, χωρίς λέξεις και δίχως χρόνο, πώς πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια, Βελή; Πες μας πώς, να μάθουμε κι εμείς. Εσύ, Βελή, που φρόντιζες με τόσην επιμέλεια και το τελευταίο, και το πιο ασήμαντο σημείο στίξεως, εσύ, Βελή, ο μέγας μάγος του λόγου, ο ταχυδακτυλουργός των λέξεων, το Μέγα Αυτόματον της Γραφής, εσύ, το Ίνδαλμα του Εαυτού Σου, η λεκτομηχανή, ο από γραφομηχανής θεός, να σε τώρα, να σε, Βελή, δίχως δευτερόλεπτα και δίχως λέξεις, να πασχίζεις μια ώρα τώρα να γράψεις δέκα αράδες, να μοχθείς να χαράξεις έξι λέξεις στο χαρτί, να αφήσεις στη λευκή σελίδα πέντε κολυβογράμματα, να τσακίζεσαι να πεις τ’ ανείπωτα, τρέμοντας, με το στυλογράφο να τρεκλίζει, σαν κι εσένα, Βελή, τρεκλίζει ο στυλογράφος σου, ο παλιομπεκρής ο Parker, μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις, πώς αλλιώς, ε, πώς αλλιώς, Βελή; Σκάσε και κολύμπα, σκάσε και πιες την μπίρα σου, Βελή!
Δεν πάει άλλο, το λέω, σ’ εμένα, το λέω και το ξαναλέω, και είμαι ανήμπορος να κάνω κάτι, μπορώ μονάχα να το λέω. Να σταματήσει πια ο φωνακλάς, αυτός που όλο με διαολίζει, που όλο μου απευθύνεται και με μέμφεται, και όλο μου λέει «Βελή το ένα» και «Βελή το άλλο». Τόσο καιρό, ξανά και ξανά, το ίδιο βιολί, Βελή, όπως, τόσο καιρό, το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά, στο μαύρο κασετόφωνο. Κι οι λέξεις να μου λείπουν. Τόσο καιρό, οι λέξεις ν’ απουσιάζουν, η απώλεια των λέξεων να μ’ εξοντώνει, τέτοια εξουθένωση είναι αβάσταχτη, δεν έχω παρά μονάχα την μπίρα σύμμαχο, σήμερα την μπίρα, και αύριο την μπίρα επίσης.
Τι; Παίζεις και χάνεις, αυτό είν’ όλο; Δεν μπορεί, όχι, γαμώτο, δεν μπορεί. Κάποιο κόλπο θα υπάρχει, κάποιο τέχνασμα θα πρέπει να έχει απομείνει, και δεν το ’χω βρει, δεν το ’χω δοκιμάσει, δεν το έχω θέσει σε εφαρμογή. Αλλά θα υπάρχει, δεν μπορεί.
Ήδη, κάτι γράφω. Λέξεις είναι κι αυτές. Αν δεν τα παρατήσω, αν συνεχίσω, κάτι θα βγει. Κάπου θα φτάσω, κάτι θα βρεθεί. Ένας ρυθμός, έστω σπασμένος. Μια αλήθεια, έστω λειψή. Δεν μπορεί. Κάτι θα φανεί. Κάτι θα λάμψει, έστω για λίγο, σαν εκείνα τα σπίρτα στο ποίημα του Πρεβέρ, το ένα το πρόσωπό σου όλο για να δω, το δεύτερο τα μάτια σου για να χαρώ, το τρίτο το στόμα σου για ν’ απολαύσω, κι ύστερα το σκοτάδι το πηχτό, και τα λοιπά και τα λοιπά, γαμημένε Πρεβέρ, και ούτω καθεξής, γαμημένη ποίηση, και τα ρέστα μου, μπίρα γαμημένη, γαμημένο Παρίσι.
Σκατά ρυθμός, κι απόσκατα αλήθεια.



V.


Την πρώτη φορά που την αντίκρισε, στάθηκε αδύνατον να μην παρασυρθεί σε έναν μαραθώνιο μέθης, πασχίζοντας μ’ όση δύναμη μπόρεσε να επιστρατεύσει να την θυμηθεί, γιατί ήταν σίγουρος ότι την ήξερε, σχεδόν ανέκαθεν, σχεδόν από τα παιδικά του χρόνια, ναι, ήταν τόσο σίγουρος ώστε χώθηκε στης μπίρας τα μπουκάλια και χάθηκε στο χαμένο παρελθόν, σε όλα τα χαμένα Σαββατοκύριακα, σε όλες τις χαμένες ψευδαισθήσεις, σε όλα τα χαμένα όνειρα, για να την ξαναβρεί, να την ανασύρει από εκεί, να τη βρει σκαλίζοντας το πολύτιμο μπαούλο με τα τιμαλφή, ανακατεύοντας την τράπουλα της μνήμης ξανά και ξανά, στέλνοντας το συνειδητό στο διάβολο και ερωτοτροπώντας πάλι με το ασυνείδητο. Χώθηκε στης μπίρας τα μπουκάλια και χάθηκε σε βιβλία και σε τραγούδια, χάθηκε σε σελίδες και σε μελωδίες, σε σχέδια και προσδοκίες, σε λευκές νύχτες και σε βάναυσα πρωινά.
Την πρώτη φορά που την αντίκρισε, αισθάνθηκε την παρόρμηση, επιτακτική και συντριπτική, όπως κάθε φορά, όπως πάντα, χρόνια τώρα, δεκαετίες, να την πάρει από το χέρι και να φύγουν, μαζί, τώρα, ναι, τώρα, τούτη τη στιγμή, να φύγουν, να σηκωθούνε και να βγουν απ’ το ζυθεστιατόριο, από τη συνοικία, από την πόλη, απ’ τη χώρα.
Όπως τότε, στον Βόλο, το εβδομήντα εφτά~ με την όμορφη, βραχνή Μάρθα – «Όταν έχεις πιει, το χαμόγελό σου θυμίζει αγριοτριαντάφυλλα και Τζέημς Ντην», του είχε πει χαμογελώντας, ελαφρώς μεθυσμένη και η ίδια. Όπως το ογδόντα ένα, στην Μπολώνια, με τη Σύνθια, που έκανε την αποκοτιά να τον ακολουθήσει, να του δώσει πρώτα το χέρι της κι ύστερα όλα τ’ άλλα, μια βροχερή μέρα του Σεπτέμβρη, και του επέτρεψε να τη φιλοξενήσει στα όνειρα και τους εφιάλτες του, στα γέλια και στα κλάματα εκείνης της ακόμη νεογέννητης δεκαετίας. Όπως αργότερα, το ογδόντα τέσσερα, στο Βερολίνο, με την Χριστίνα, ύστερα από μιαν απαγγελία του Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ύστερα από δεκάδες μπίρες, δεκάδες σναπς, και δεκάδες τεκίλες, για να περιπλανηθούνε, χαράματα πια, στην Εκκλησία της Μνήμης, κι ύστερα στο Κρόιτσμπεργκ, και μετά, δίχως να το καταλάβουν, στην Αθήνα, στα σοκάκια της Πλάκας, και να μείνουνε μαζί για τρία μεθυσμένα, μάλλον απερίσκεπτα, και, ναι, μάλλον αμέριμνα χρόνια. Όπως το ενενήντα, με την Όλγα, στα πάντα πυρωμένα Εξάρχεια, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παρ’ όλο τον ήλιο και το κρασί, σ’ ένα παραλήρημα ευθυμίας και ευφυΐας, καθώς ήσαν κι οι δύο, από το πρώτο δευτερόλεπτο, δεσμώτες ενός, χαριτωμένου στην αρχή και ολέθριου μετέπειτα, ανταγωνισμού, καθώς κοιτάζονταν στα μάτια κι αναμετριόντουσαν από την πρώτη στιγμή, σαν δύο μονομάχοι, αλλά και σαν δύο ορφανά παιδάκια στη μέση ενός πολέμου, πλάι σε πτώματα κι ερείπια, ναι, σαν παιδάκια που λαχταρούν να σμίξουν και να ζεστάνουν το ένα το άλλο, αλλά είναι πολύ τρομαγμένα ακόμη, πολύ κλεισμένα το καθένα στην πρόωρη και άδικη φρίκη του.
Απέστρεψε το βλέμμα, το βύθισε αρχικά στο ποτήρι του, το κατεύθυνε στο τσιγάρο του που άρχιζε να του καίει τα δάχτυλα, μετά το γύρισε προς τη μεριά της μεγάλης φωτογραφίας του Τσιτσάνη που δέσποζε στον απέναντι τοίχο – μειλίχιο χαμόγελο, μειλίχια μάτια, μειλίχιες μουζικούλες: αυτό ήταν ο Τσιτσάνης, αυτό.
Σήκωσε το χέρι κι ένευσε στον ευγενικό κύριο Στέργιο να φέρει ακόμα μία μπίρα. Ήταν μια απ’ τις παλιές αγαπημένες του συνήθειες – όταν αισθανόταν θαλπωρή σ’ ένα από τα στέκια του, απλώς ένευε όταν ήθελε να παραγγείλει, δεν φώναζε, μονάχα ένευε, ανεπαισθήτως μάλιστα, ήξερε ότι τον φροντίζουν και τους φρόντιζε κι αυτός, όλα γίνονταν απαλά, χωρίς την παραμικρή οξύτητα, δίχως την παραμικρή ένταση, σαν θρόισμα, σαν ψίθυρος, σαν γλυκιά, ζεστή ανάσα.
Απέστρεψε το βλέμμα, λοιπόν, το απέστρεψε, δεν αφέθηκε στη δίνη τούτη τη φορά, όχι, ήταν προσεκτικός, ναι, προσεκτικός, όχι όμως κι επιφυλακτικός, πώς μπορούσε άλλωστε; Μια θητεία στην μουσική των βλεμμάτων, στις άριες των χειρονομιών, στις διφωνίες των συγκινήσεων – όχι, ποτέ επιφυλακτικός, ό,τι κι αν έκανε, ό,τι κι αν σκεφτόταν, δεν κατάφερνε, ούτε και ήθελε άλλωστε, να είναι επιφυλακτικός. Ήταν τυχερός, έλεγε, είχε ωραίους φίλους και γενναίες γυναίκες – κι αυτό ήταν η τύχη του η καλή, η υπερτάτη τύχη του, αυτό που τον έκανε να γίνει ό,τι έμελλε να γίνει, ένα πάτσγουορκ ανθρώπων, αναμνήσεων, αναθυμιάσεων, ένα παζλ μάλλον εύκολο στη λύση του, ίσως κουραστικό ενίοτε, πάντως εύκολο, μια επικόλληση, ναι, ένα κολλάζ συναισθημάτων, συγκινήσεων, οραμάτων, καθημερινών συντριβών και θριάμβων, αυτοσχέδιων επετείων και παράφορων τελετουργιών, ναι, έτσι ήταν, αυτό ήταν, αυτός ήταν, μέσα στα γέλια και στα κλάματα των δεκαετιών.
Άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένα πιτσιρίκι. Πουλούσε λουλούδια, τριαντάφυλλα, κόκκινα. Του έλειπαν μερικά δόντια, τα μαλλιά του ήσαν ανυπότακτα, πετούσαν δώθε κείθε, και το βλέμμα του έκλαιγε, μια αντίστιξη με το τόσο πρώιμο επαγγελματικό χαμόγελό του. «Πάρε, για την κοπέλα σου», είπε στον Άρη Βελή. «Δεν είναι κοπέλα μου», απάντησε στον πιτσιρίκο. «Έλα, πάρε», επέμεινε ο μικρός. «Δώσ’ τα, όλα», είπε ο Βελής. «Πόσο;»
Ένευσε στον κύριο Στέργιο, κι αυτός έφερε μια καράφα. Βόλεψαν εκεί τα τριαντάφυλλα. Κοιτάχτηκαν, η Βέρα κι ο Βελής. Ο Βελής παράγγειλε κι άλλη μπίρα. Η Βέρα, κι άλλο κρασί. Ο Βελής άναψε ακόμα ένα Gitanes. Η Βέρα, ακόμα ένα Gauloises. Την ξανακοίταξε. Το φάντασμα της Όλγας έκανε μιαν ακαριαία επίσκεψη, αλλά το βλέμμα της Βέρας το απόδιωξε, όχι, όχι πια, δεν θα είναι πια παρούσα η Όλγα, θα χαθεί, χάθηκε, έχει πια χαθεί, εξαχνώθηκε, έσβησε, δεν ακούγεται πια η σκληρή της μουσική, δεν υπάρχουνε πια στο τζουκ-μποξ του μυαλού του τα βάναυσα τραγούδια της.




VI.

Την είδα. Ήταν εκείνη. Ήταν αυτή. Την είδα. Και δεν, όχι, δεν, δεν μπορούσα να την κοιτάξω. Απέστρεφα το βλέμμα. Το ποτήρι, μια σωτηρία το ποτήρι, και πάλι, ναι, βύθιζα το βλέμμα στο ποτήρι, το γύριζα, το βλέμμα, στον κύριο Στέργιο, το έστελνα εκεί που είχα στείλει τον καπνό του τσιγάρου, το επανέφερα στη σαλάτα, το κατεύθυνα στο πιρούνι, το πήγαινα κοντά στη φωτογραφία του Τσιτσάνη, το ταξίδευα στο παρελθόν, το στριφογύριζα αργά πάνω απ’ την κόκκινη έρημο, το εκτόξευα στο πρώτο βιβλίο που διάβασα, το εξακόντιζα στο πρώτο βιβλίο που έγραψα, το διαολόστελνα στον πρώτο έρωτά μου, το τσάκιζα στην πρώτη μου αμαρτία.
Έκανα το βλέμμα μου αυτί και του ’λεγα να κάτσει καλά και ν’ ακούσει το «Σαν Μαγεμένο Το Μυαλό Μου Φτερουγίζει», ν’ ακούσει το θρόισμα των φύλλων σ’ ένα κακομεταφρασμένο ποίημα του Πεσσόα, ν’ ακούσει το τρίξιμο των ξύλων της πυράς σε μια προσκοπική κατασκήνωση, ν’ ακούσει το Adagio του Αλμπινόνι χωρίς να βγάζει κιχ, ν’ ακούσει τη βραχνή φωνή της Μάρθας να ψιθυρίζει, ν’ ακούσει τα γέλια και τα κλάματα μιας δεκαετίας, ν’ ακούσει τον ορυμαγδό των πρώτων οδομαχιών, ν’ ακούσει ξανά το «It’s What I Am Doing When I Miss You» με τον Michel Petrucciani (εννέα λεπτά, παρακαλώ, και σαράντα έξι δεύτερα, κι απαγορεύονται ρητώς οι περικοπές), ν’ ακούσει τον κόκκινο άνεμο, ν’ αφουγκραστεί, σαν τους Ινδιάνους, τη χλόη να βλασταίνει, ν’ αφουγκραστεί σαν τους ερωτευμένους τον ήχο που αφήνουν τα δάκρυα όταν κυλάνε στα μάγουλα.
Έκανα το βλέμμα μου ρουθούνι και το έβαλα να μυρίσει τα φύλλα και το χώμα μετά τη βροχή, να οσφρανθεί ξανά το πρώτο ξύπνημα του έρωτα, να απολαύσει την ευωδιά του καφέ και του κακάο της εφηβείας, να χαρεί και πάλι τον καπνό του πρώτου τσιγάρου, να τρελαθεί χωμένο στο χρυσόξανθο και κόκκινο δώρο της γυμνής Μάρθας.
Έκανα το βλέμμα μου ακροδάχτυλο και το έβαλα ν’ αγγίξει πάλι το λακκάκι στο μάγουλο της Όλγας, να κυλήσει στην σπονδυλική της στήλη, να γαργαλήσει απαλά τη μασχάλη της, να περάσει ανεπαίσθητα πάνω στο αριστερό της βλέφαρο, να καεί σμίγοντας με τη θηλή της.
Το έκανα γλώσσα το βλέμμα μου και γεύτηκε πάλι το πρώτο κεράσι, γεύτηκε το πρώτο παγωτό κρέμα, γεύτηκε το πρώτο αχλάδι, το πρώτο μήλο, το πρώτο ροδάκινο – κι ύστερα γεύτηκε το δέρμα της Χριστίνας, μια φορά που παίζαμε μεθυσμένοι – πάντα μεθυσμένοι ήμασταν με τη Χριστίνα, τρία χρόνια μεθυσμένοι ήμασταν με τη Χριστίνα, της γέμιζα το ποτήρι, μου γέμιζε το ποτήρι, κι αδειάζαμε τους εαυτούς μας – ναι, το δέρμα της Χριστίνας αλειμμένο με ροδάκινο, έτσι είπα στη γλώσσα μου να το γευτεί και πάλι.
Μονάχα σ’ αυτήν να μη σταθεί. Μονάχα σ’ αυτήν…
Ήταν όμορφη. Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτό. Πάντως, ήταν όμορφη. Είχε μάτια μελιά με σμαραγδένιες μαρμαρυγές και κάτι να χρυσίζει μέσα τους. Τα φρύδια της ήσαν πυκνά χρυσόμαυρα τόξα, πολύ στιλπνά όπως και τα μαλλιά της που δεν μπορούσες ν’ αποφασίσεις για το χρώμα τους μεμιάς~ πότε τα έβλεπες καστανόξανθα, πότε χρυσόμαυρα όπως τα φρύδια, πότε διέκρινες κάτι γαλάζιο να τρεμοπαίζει εκεί. Είχαν ένα χρώμα που δεν το έβλεπες τόσο, όσο το άκουγες, το μύριζες, το άγγιζες, το γευόσουν.
Άκουγες γαλάζια νερά να κυλάνε στα μαλλιά της, μύριζαν φρούτα του δάσους τα μαλλιά της, θα αισθανόσουν ότι αγγίζεις βότσαλο της ακρογιαλιάς ζεσταμένο από τον ήλιο αν άγγιζες τα μαλλιά της, κι αν τα γευόσουν τα μαλλιά της θα έλεγες σίγουρα ότι γεύεσαι ροδάκινο με μια στάλα χυμό μπανάνας χυμένο πάνω τους.
Η μύτη της ήταν ένα κόσμημα. Ελαφρώς ανασηκωμένη, αγέρωχη όπως το βλέμμα της, θύμιζε κακομαθημένο παιδί κάποιες στιγμές, απείχε ιδανικά από τα χείλη της.
Τα χείλη της –θυμήσου, Βελή!– τα χείλη της ήσαν όλη η ποίηση του Rimbaud (ναι, έτσι γράψ’ το, με λατινικά στοιχεία, s’il vous plait, κάθαρμα!) και του Lautréamont μαζί, ναι, όλη αυτή η ποίηση ήσαν τα χείλη της, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν μουσική, πάνω απ’ όλα ήταν μουσική τα χείλη της, ήσαν μελωδίες που ξεχείλιζαν τα χείλη της, μελωδίες που απλώνονταν παντού, που κατακτούσαν όλα τα εδάφη, όλο τον εναέριο και ενάλιο και υποβρύχιο, και ό,τι άλλο πεις εσύ, χώρο, που σου θύμιζαν το ακαριαίο εκείνο απόφθεγμα, άντε, έλα, πες το, κομπορρήμονα, Βελή – ναι, θα το πω, γιατί έτσι ήταν, δεν πρόκειται για λόγια εδώ, έτσι ήταν όντως, θα το πω και θα το γράψω αμέσως, πάραυτα, τώρα δα, το συγκλονιστικό The Map is not the Territory, του Κόμητος Alfred von Korzybski – ναι, τέτοιες μελωδίες ήσαν τα χείλη της, μελωδίες που σου θύμιζαν το All of You με τον Miles και το Whisper not, κυρίως, ιδίως, πρωτίστως, απαρεγκλίτως, και αδυσώπητα το Whisper not, αλλά με τον Art Blakey, αλλά στο Olympia, αλλά στο Παρίσι, αλλά στα 1958, το χειμώνα, αυτή η εκτέλεση και καμία, το υπογραμμίζω και το τονίζω και το γράφω με πλάγια στοιχεία (με italics, άγνοε Βελή!), τέλος πάντων, έστω, ας είναι, το γράφω με italics, και το υπογραμμίζω, καμία, μονάχα αυτή και όχι άλλη εκτέλεση, και ήσαν, για τα χείλη της λέω, ανόητοι, ήσαν, λοιπόν, τα χείλη της, η παρτιτούρα του Straight, No Chaser (Πιάσ’ την και ζωγράφισ’ την, που έλεγε και το παλιό καλαμπούρι!), ήσαν τα γαλλικά του Brian Ferry στο A Song for Europe (Ανυπέρβλητα! Όσο και ο café au lait έξω από τον Άγιο Σουλπίκιο!), ήσαν το σαξόφωνο του A Love Supreme (Πρώτα κλαίει, μετά εξιστορεί), ήσαν τα τύμπανα και η φωνή του Levon Helm (αμφότερα περήφανα, αμφότερα ανήμπορα να δεχτούν την όποια ήττα, όπως εσύ, Βέρα) στο The Night They Drove Old Dixie Down, ήσαν η κιθάρα του R. G. στο πρελούδιο του A Million Miles Away (πιο γλυκιά κι από κεράσι, πιο θρηνητική κι από ποίημα του Σεφέρη), ήσαν η περήφανη απόγνωση του Alex Harvey στο Next (Ποιος ξέρει, Αγάπη μου, ότι κλείνει το μάτι στον Norman Mailer, πες μου, ποιος;), ήσαν η επινοημένη και επινοητική παράνοια του Uri Caine στον Αποχαιρετισμό απ’ το Τραγούδι της Γης (σχεδόν αβάσταχτη!), και ο σπαραγμός του Nick Cave όταν παλεύει με τη Nina Simone στο Plain Gold Ring (Έχω παραγγείλει κι εγώ ένα δαχτυλίδι, να το ξέρεις, και θα κλάψω κι εγώ γι’ αυτό!), και η στιβαρή, μα συνάμα εύθραυστη κι ευάλωτη φωνή του John Cale όταν ξεσκίζει το Heartbreak Hotel του Βασιλιά Έλβις (ανυπέρβλητη, και τόσο αξιοζήλευτη, πατροκτονία!), και, εν είδει αντιστίξεως, το ακάματο θράσος του Dylan στο It Ain’t Me, Babe (Μας μεγάλωσε, μας ανάθρεψε, μας γαλούχησε, μας τσάκισε!), και η βραχνάδα του Tom Waits όταν μας λέει το (Πες, Βελή, ποιο; Έλα, έλα τώρα, πες το, γράψ’ το, φώναξέ το, διαλάλησέ το, τελάλη μου, εσύ!), ναι, όταν μας λέει το Invitation to the Blues (Ποιο άλλο;), και η απόλυτη, σχεδόν παιδιάστικη, τόσο, μα τόσο αφοπλιστικά αφελής τρυφερότητα (μακριά από σένανε, Βελή, μακριά!) του Robbie Robertson σε μιαν αλησμόνητη, γαμημένη (Πρόσεχε πώς μιλάς, πρόσεχε πώς γράφεις, τσόγλανε Βελή!) στροφή του Out of the Blue (Πώς να μη λιώσουν οι πάγοι, πώς να μην επέλθει η τήξις του χάλυβος;), και η απόλυτη, η ειλικρινέστατη μεταμέλεια του Roger Waters και του David Gilmore απέναντι στον οσιομάρτυρα Syd Barrett όπως καρακαταδηλώνεται στο Shine On You, Crazy Diamond (Σιγά μην το άφηνες απέξω, δολιοφθορέα Βελή!), και σαν όλο το Tijuana Moods, ναι, σαν όλο αυτό το αριστούργημα όμορφα να είναι, και να μείνουν, ες αεί, Βελή, τα μάτια της, είτε ανοιχτά σαν είναι και σε κάνουνε κομμάτια, είτε όταν κοιμάται και τα κλείνει, και είναι πάλι όμορφα όσο το αριστούργημα του Mingus, όσο η παραφορά του Ysabel’s Table Dance, όσο το Los Mariachis, και όσο το Flamingo (Μακριά απ’ το χορό, πολλά τραγούδια λένε!).
Και τ’ αυτιά της ήσαν όμορφα, ήσαν όμορφα σαν φράσεις, όχι σαν φράσεις που θα ήθελες να τις ψιθυρίσεις βαθιά μέσα τους, αλλά σαν φράσεις που θα ήθελες να σου ψιθυρίσουν αυτά, φράσεις σαν ανεπαίσθητο χνώτο των αυτιών αυτών, ναι, τόσο όμορφα ήσαν τ’ αυτιά της, όμορφα σαν τη φράση, «Chaque objet de votre monde a pour moi un autre sens que pour vous», και όμορφα σαν τη φράση, «Je veux que ma poésie puisse être lue par une jeune fille de quatorze ans», και όμορφα σαν τη φράση, «Tempus passes but does not yet fugit», και όμορφα σαν τη φράση, «Και πριν τελειώσει η μέρα, είχαμε σκορπίσει σαν τ’ άστρα και σαν τη βροχή», και όμορφα σαν τη φράση, «snapshots of a closed forgotten world», και όμορφα σαν τη φράση, «Περνούσαν τα ευχάριστα απογεύματά τους σχεδιάζοντας πραξικοπήματα και συνωμοσίες», και όμορφα σαν τη φράση, «Friendship is a gift which can’t be given back, although it can be taken away», και όμορφα σαν τη φράση, «Πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου», και όμορφα σαν τη φράση, «Well, old unhappy far off things and battles long ago, but scars are still there», και όμορφα σαν τη φράση, «Έλα να δειπνήσουμε πρώτα, για να καταστρώσουμε κατόπιν με ησυχία τα σχέδιά μας», και όμορφα σαν τη φράση, «Faster than thought, and with less sound than a tear», και όμορφα σαν τη φράση, «Τίποτε δεν είναι πιο ωραίο όσο η αρχή μιας μεγάλης συνωμοσίας», και όμορφα σαν τη φράση, «Leave your nail-marks in the gray slope as you slide», και όμορφα σαν τη φράση, «Καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα ότι είχε τελειώσει», και όμορφα σαν τη φράση, «Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν», και όμορφα σαν τη φράση, «Σου καθαρίζω ένα ροδάκινο», και όμορφα σαν τη φράση, «Το ένα δεν είναι το μισό του δύο αλλά τα δύο μισά του ένα», και όμορφα σαν τη φράση, «Ακόμα ένα λεπτό, και θα ’ναι αύριο», ναι, τόσο, τόσο, τόσο όμορφα ήσαν αυτιά της, τόσο όμορφα ήσαν, σαν τη φράση, «Ξημερώνει~ φίλησέ με, φίλα με παντού» ήσαν τόσο όμορφα, σαν την πιο όμορφη φράση του κόσμου ήσαν όμορφα τ’ αυτιά της, σαν τη φράση, «All the world is like this valley called Jarama», τόσο όμορφα, ναι, Βελή, ναι, τόσο όμορφα ήσαν τ’ αυτιά της.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Νοέμβριος 2007-11-23


Σύνοψη

Ο συγγραφέας Νίκος Βελής πασχίζει απεγνωσμένα να πιει την τελευταία μπίρα του. Αλλά δεν υπάρχει τελευταία μπίρα. Ποτέ. Ο ζύθος, όπως και ζόφος, είναι παντού, και ο Βελής ενδίδει, ξανά και ξανά, στο θέλγητρο του αλκοόλ, στην παραμυθία της μέθης, στην διαλεκτική του οινοπνεύματος. Μονάχα έτσι μπορεί να ανατρέξει στο Παρελθόν, να αναθυμηθεί παλιούς έρωτες, περιπλανήσεις στο Παρίσι και στο Βερολίνο, σελίδες από αγαπημένα βιβλία. Μέσω της μπίρας φτάνει στην καρδιά του χρόνου, αναμετριέται με τις ελεεινές αλλά και με τις εξαίσιες στιγμές του, θυμώνει με τον εαυτό του αλλά και φιλιώνει με ό,τι τον απαρτίζει. Το αλκοόλ, οι μπίρες, είναι η κολυμπήθρα που μέσα της ο Βελής βαπτίζει ό,τι τον συγκλονίζει, κι έτσι η έξη δεν είναι σωματική αλλά ψυχική. Η Έξη είναι αυτό που τον συνδέει με την Λέξη, ήτοι με τον πυρήνα, το κέντρο, και το νόημα της ζωής του. Ο Νίκος Βελής είναι ένας ελεύθερος πολιορκημένος, ένας εθελούσιος δεσμώτης. Πίνει για να γράφει, και γράφει για να θυμάται. Και θυμάται για να πίνει. Αυτή είναι η δουλεία του. Αυτή είναι η δουλειά του. Και την κάνει όσο πιο καλά μπορεί.



Βιογραφικό


Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld, στη Γερμανία.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, άρχισε να ζει ελεύθερα και όχι δίχως περιπέτειες στην Αθήνα, να γράφει σε έντυπα του λεγόμενου περιθωρίου, όπως το Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη και η Χιονάτη του Βαγγέλη Κοτρώνη, και να συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως η Οδός Πανός, ο Ήχος, το Κάππα, η Λέξη, η Πολιορκία, και άλλα.
Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων «ιστορικών πρωτοποριών» (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του ’68.
Ίδρυσε και διευθύνει την επιθεώρηση Propaganda, όπου δημοσιεύονται κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας.
Πολυπράγμων και πάντα ανήσυχος, δεν έπαψε να προτιμά τις συλλογικές δραστηριότητες, να βρίσκει συνενόχους στο παιχνίδι της ζωής και στη ζωή του παιχνιδιού, να επιζητεί διαρκώς την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας. Οι εμπειρίες του τον ώθησαν στη σύνθεση αυτοβιογραφικών κειμένων, όπου συνδυάζεται αρμονικά μια εμπρηστική λογοτεχνικότητα με έναν μεστό δοκιμιακό λόγο. Όπως λέει συχνά, δρα και γράφει «με καρδιά από φλόγα και με μυαλό από πάγο».
Συνεργάζεται τακτικά με τα περιοδικά Το Δέντρο και Σημειώσεις, καθώς και με το «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας». Παράγει και παρουσιάζει τις ραδιοφωνικές εκπομπές «Το Θρόισμα των Φύλλων» και «Κουλτούρα να φύγουμε» (για τον σταθμό «Στο Κόκκινο, 105.5 FM»). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

ΕΡΓΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Σκοτεινά Τοπία (Ερατώ, 1986)
Εκδρομή στο Παρελθόν (Ερατώ, 1990)
Έγγραφος Ίλιγγος (Άρκτος, 1993)
Paris, Παρίσι (Κέδρος, 2003)
La Vie est Belle, et Facile (Ερατώ, 2004)
Ω! (Οξύ, 2007)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Κόκκινες Νύχτες (Ερατώ, 1985)
Η Λογική των Γεγονότων (Οξύ, 1996)
Βιβλίο Συμβάντων και Αναφορών (Ερατώ, 1996)
Η Μουσική των Γεγονότων (Ερατώ, 1998)
Au Revoir (Νεφέλη, 1999)
Harolypi’s Blues (Μεταίχμιο, 2003)
Η Φυλή των Happy Few (Ηλέκτρα, 2004)

ΜΕΛΕΤΕΣ

Βορειοδυτικό Πέρασμα (Ελεύθερος Τύπος, 1992 και Οξύ, 2001)
Προλογίζοντας Έναν Αιώνα (Οξύ, 1995)
William S. Burroughs (Οξύ, 2001)
Πολύ Αργά Για Ήρωες (Κέδρος, 2001)
Μάης του 68: Η Περιπέτεια (Ερατώ, 2001)
Guy Debord (Printa, 2001)
Τροβαδούροι (Ιανός, 2006)

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η Έρημη Γη (με τον Ηλία Λάγιο και τον Νάσο Βαγενά, Ερατώ, 1996)
Robert Fischer: Μια Αυτοδίδακτη Μεγαλοφυΐα (με τον Ηλία Κουρκουνάκη, Διόπτρα, 2004)
Jose Raul Capablanca: Διαισθητικό Ταλέντο (με τον Ηλία Κουρκουνάκη, Διόπτρα, 2005)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Μπομπ Ντύλαν: Τραγούδια [1ος Τόμος] (Ιανός)

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ: Λολίτα (Πατάκης), Μια Ρωσίδα Καλλονή (Ερατώ), Η Άμυνα του Λούζιν (Μεταίχμιο), Ρήγας, Ντάμα, Βαλές (Ερατώ), Απόγνωση (Δελφίνι), Το Μάτι (Ερατώ), Μαίρη (Μεταίχμιο).

Σαλμάν Ρούσντι: Σατανικοί Στίχοι (Ψυχογιός), Παραφορά (Ψυχογιός), Όνειδος (Ψυχογιός).

Τζέιμς Νόουλσον: Σάμιουελ Μπέκετ (Scripta).

Πατρίσια Χάισμιθ: Χωρίς Ενοχές (Μεταίχμιο).

Τζέιμς Έλροϊ: Ρέκβιεμ για τον Μπράουν (Μεταίχμιο).

Χένρυ Τζέιμς: Το Πορτραίτο μιας Κυρίας (Καστανιώτης).

Τίμπορ Φίσερ: Η Συμμορία της Διανόησης (Πατάκης)

Μοντερκάι Ρίτσλερ: Ο κόσμος του Μπάρνεϊ (Πόλις)

Τρούμαν Καπότε: Μύριαμ (Ερατώ)

Επίσης έχει μεταφράσει έργα των: Κενζαμπούρο Όε, Ουίλλιαμ Γκόλντινγκ, Ίαν ΜακΓιούαν, Φραντς Κάφκα, Ντάσιελ Χάμμετ, Άγκαθα Κρίστι, Μάθιου Γκέιλ, Τζ. Γκ. Μπάλαρντ, κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: