Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ




Το Καλό και το Κάλλος

Απ’ τη μια μεριά η Τέχνη της Εξουσίας κι από την άλλη η Εξουσία της Τέχνης. Από τη μια μεριά η αλόγιστη βαναυσότητα, πασπαλισμένη με κάποιες φιλοσοφικές διερευνήσεις ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξή της, κι από την άλλη η προσήλωση του καλλιτέχνη στο να απαθανατίσει το κάλλος, να γίνει ένα με το κάλλος, να μην υπάρχει παρά μονάχα για το κάλλος και διά του κάλλους. Δύο διακριτοί κόσμοι που όμως υποχρεώνονται να συναντιούνται, να αντιπαρατίθενται, να συγκρούονται. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Τέχνη είναι η νίκη των ηττημένων, ότι διά της Τέχνης «εκδικούμαστε τα πράγματα», όπως έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Και η Γητεύτρα της Φλωρεντίας μοιάζει να είναι μια τέτοια νίκη, μια τέτοια εκδίκηση – η νίκη του Καλού και η εκδίκηση του Κάλλους. Ο Σάλμαν Ρούσντι κερδίζει ακόμα μια φορά το στοίχημα της Τέχνης και τορπιλίζει το θωρηκτό της Εξουσίας.
Μ’ έναν καταιγισμό ποιητικών εικόνων, δοσμένων με απαράμιλλη κομψότητα, ο Ρούσντι μάς ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο, στο εκεί και στο άλλοτε, τόσο για να μας τέρψει όσο και για να σχολιάσει το εδώ και το νυν. Μιλώντας για τη Δύση και την Ανατολή του 15ου και του 16ου αιώνα, μεταφέροντάς μας μαγικά στη Φλωρεντία των Μεδίκων και στην πρωτεύουσα των Μογγόλων, πλάθοντας ήρωες φανταστικούς αλλά και παίζοντας με ιστορικές προσωπικότητες, θίγει το ζήτημα της ιστορίας και του μύθου, τη διαλεκτική πραγματικότητας και φαντασίας, την επίδραση που μπορεί να ασκήσει η επινόηση στο γεγονός.
Ταξιδιώτες και παραμυθάδες, ένας αυτοκράτορας που ζωντανεύει με τη δύναμη του νου του μια γυναίκα εκπάγλου καλλονής, την οποία μάλιστα επιβάλλει στην αυλή του, την κάνει κέντρο της ύπαρξης του αχανούς βασιλείου του, καλλιτέχνες που ταυτίζονται τόσο πολύ με το έργο τους ώστε να ζουν και να πεθαίνουν εντός του, τυχοδιώκτες που αφήνουν στο περιθώριο τις όποιες πεποιθήσεις και δρουν μονάχα για χάρη της περιπέτειας, πόρνες που θέλγουν τους πάντες, δολοπλόκοι που μηχανορραφούν αδιάκοπα, πλημμυρίζουν με την πληθωρική τους ύπαρξη και με τα πολύπλοκα καμώματά τους τις σελίδες του Ρούσντι, παρασύροντας τον αναγνώστη στο εσωτερικό ενός ιλιγγιώδους καλειδοσκόπιου συντεθειμένου από αλλεπάλληλες, πάντα μαγικές, ιστορίες που είναι προϊόντα μιας πολύχρονης έρευνας (ο Ρούσντι παραθέτει εκτενή βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου) και μιας φαντασίας που καλπάζει καβάλα στο άτι της πραγματικότητας.
Το χιούμορ και ο αισθησιασμός ανταλλάσσουν χειραψίες με την βαθύνοια και την ευρυμάθεια, όπως σε όλα τα αφηγήματα του Ρούσντι. Η μαγεία, κυρίως ως τρόπος να αλλάζουμε την πραγματικότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, αλλά και ως τρόπος να επιβιώνουμε, ακόμα και να επιβαλλόμαστε, κάτω από συνθήκες δυσμενείς, πρωταγωνιστεί εκθαμβωτικά στο μυθιστόρημα αυτό που μοιάζει πολλές φορές να είναι μια αχανής αίθουσα γεμάτη με καθρέφτες όπου οι ήρωες αντανακλώνται ξανά και ξανά, εισβάλλοντας θαρρείς ο ένας στον άλλον, παίζοντας ο ένας με τη μοίρα του άλλου, αλλοιώνοντας πεπρωμένα, ανατρέποντας δεδομένα. Μέσα σ’ αυτή την αίθουσα, οι ιστορίες μοιάζουν ατέρμονες, αποκτούν μυριάδες διαστάσεις, εισδύουν η μία στην άλλη, γίνονται αίφνης πίνακες ζωγραφικής, μουσικές συνθέσεις, σμήνη πολύχρωμων πουλιών, αλλά και αιχμηρά λεπίδια που σχίζουν τα πέπλα των ψευδαισθήσεων, που ο ίδιος ο Ρούσντι έχει απλώσει, για να αποκαλυφθούν οι αλήθειες, που επίσης ο ίδιος ο Ρούσντι έχει αντλήσει από την πολυετή θητεία του στη συγγραφή.
Οι γυναίκες, σε τούτο το μυθιστόρημα, μολονότι εξαρτημένες από τους άντρες, κάποιες μάλιστα απλώς ανύπαρκτες στην πραγματικότητα, επινοημένες από έναν αυτοκράτορα κι έναν κατεργάρη, είναι ικανές να τους εμπνεύσουν, να τους ωθήσουν στη δράση, να τους μαγέψουν, να τους αφυπνίσουν κοιμώμενους πόθους, να τους οδηγήσουν άλλοτε στον θρίαμβο και άλλοτε στην πανωλεθρία. Οι άντρες, πότε κυριευμένοι από τη δίψα για δύναμη και πότε παλλόμενοι από πάθη ποιητικά, ενάντια στη δύναμη, ενάντια στην εξουσία, παλεύουν να βρουν το εγώ τους, να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους, να δικαιώσουν, με κάθε διαθέσιμο μέσο, την ύπαρξή τους. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και ο παραμυθάς, τόσο ο εδραιωμένος ισχυρός όσο και ο περιπλανώμενος τυχοδιώκτης, πασχίζουν να τανύσουν τα όρια της ζωής τους, να μαγέψουν και να μαγευτούν, να εναντιωθούν στο φάσμα της φθοράς, στην απειλή της ανυπαρξίας, στο αναπόδραστο του τελικού χαμού. Με τη γνωστή του γενναιοψυχία, ο Ρούσντι μάς δωρίζει ένα πλήθος ηρώων που αποτελούν συνθέσεις και συμπλοκές των αντιφάσεών τους, ηρώων όπου εντός τους αντιμάχονται το Καλό και το Κακό, η ροπή προς τη δημιουργία και η ροπή προς την καταστροφή, οι αγέρηδες της τραχύτητας και η ηδεία αύρα της τρυφερότητας.
Αποφεύγω εσκεμμένα να μιλήσω για την πλοκή του μυθιστορήματος. Είναι ξέφρενη, είναι ένας βουερός, μα και μελωδικός, στρόβιλος από γεγονότα και μυθεύματα, από έρωτες και θανάτους, από προδοσίες και ανδραγαθήματα, από εξαπατήσεις και δολιότητες και εκδικήσεις και παραδοξότητες και παρεξηγήσεις. Σημασία έχει η εμπλοκή των θεμάτων που θίγει ο Ρούσντι, η μαγεία της γραφής του, ο τρόπος του να μας ξεναγεί σε μια φαντασμαγορία καμωμένη για την τέρψη μας αλλά και για να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με το νόημα της ζωής και τη σημαντικότητα της Τέχνης. Σημασία έχει το πώς δεν παύει να καταπιάνεται με τις ποικίλες αντιθέσεις και ομοιότητες Ανατολής και Δύσης, με το πώς οργανώνονται και πώς διαλύονται οι κοινωνίες, με το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος τόσο μέσα σ’ ένα συγκροτημένο σύνολο όσο και σε καιρούς αποσάθρωσης των πάντων, με το τι μπορεί να σημαίνει ο έρωτας και η αγάπη, με το ποια ισχύ μπορεί να έχει ο εύηχος και ευφάνταστος λόγος (και εδώ, όπως και σχεδόν στο σύνολο του λογοτεχνικού του έργου, ο Ρούσντι δεν παύει να ερωτοτροπεί δημιουργικά με τις περιλάλητες Χίλιες και μία νύχτες). Κι ακόμα, σημασία έχει η εκ μέρους του τόσο γόνιμη αφομοίωση και αναδημιουργία των όσων κόμισε στην ανθρωπότητα η σοφία και το τάλαντο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, με τον οποίο ο συγγραφέας της Γητεύτρας της Φλωρεντίας δεν έχει σταματήσει ποτέ να συνομιλεί μέσα από τις σελίδες του.
Ας δούμε, προς τέρψιν και εν είδει ορεκτικού, με τι μαστοριά καταφέρνει ο Ρούσντι να συμπυκνώσει σε μια παράγραφο ένα κολοσσιαίο κεφάλαιο της ιστορίας της ανθρωπότητας, τη γένεση του Νέου Κόσμου:

Ένας άντρας και μια γυναίκα πλέουν μες στις ομίχλες και χάνονται σ’ έναν άμορφο νέο κόσμο όπου κανένας δεν τους ξέρει. Σ’ όλο τον κόσμο δεν έχουν παρά μονάχα ο ένας τον άλλο και την υπηρέτριά τους. Ο άντρας είναι κι αυτός υπηρέτης, ο υπηρέτης του κάλλους, και το όνομα του ταξιδιού αυτού είναι αγάπη. Φτάνουν στον τόπο που η ονομασία του δεν έχει σημασία όπως επίσης και τα δικά τους ονόματα. Τα χρόνια περνάνε και οι ελπίδες τους πεθαίνουν. Ολόγυρά τους βρίσκονται άνθρωποι δραστήριοι. Ένας άγριος κόσμος στο νότο και άλλος ένας στο βορρά αργά, ναι, αργά εξημερώνονται. Σχήμα, νόμος, μορφή δίνονται σ’ αυτό που ήταν αρχικά ανάλλαχτο, αλλά η διαδικασία θα είναι παρατεταμένη. Αργά, πολύ αργά, η κατάκτηση προχωράει μπροστά. Υπάρχουν πρόοδοι, υποχωρήσεις, και πάλι πρόοδοι, μικρές νίκες, και πάλι μετά μεγαλύτερα κέρδη. Κανείς δεν ρωτάει αν πρόκειται για καλή διαδικασία ή κακή. Δεν είναι ζήτημα νομιμοποίησης. Το έργο του Θεού εκτελείται, και εξορύσσεται επίσης χρυσός. Όσο μεγαλύτερο είναι το νταβαντούρι, όσο πιο δραματικές οι νίκες, όσο πιο τρομερές οι ήττες, όσο πιο ματοβαμμένη η εκδίκηση του παλιού κόσμου ενάντια στον νέο, τόσο πιο ασάλευτοι και σιωπηλοί γίνονται οι τρεις ασήμαντοι άνθρωποι, ο άντρας, η γυναίκα, η υπηρέτρια. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, γίνονται πιο μικροί, γίνονται λιγότερο σημαντικοί. Μετά η αρρώστια χτυπά και η γυναίκα πεθαίνει, αλλά αφήνει πίσω της ένα παιδί, ένα κοριτσάκι.

Η παράγραφος αυτή, οργανικά δεμένη, καίτοι μοιάζει ένθετη, με την πλοκή του μυθιστορήματος, συνοψίζει κρίσιμα μια τάση απαισιοδοξίας στη φιλοσοφία του Ρούσντι, μια δυσοίωνη θεώρηση της πορείας που ακολουθεί, αιώνες τώρα, η ανθρωπότητα δημιουργώντας όνειρα και ελπίδες που εν συνεχεία οδηγούνται αδυσώπητα στον αφανισμό τους. Αλλά, πάντα υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά» απέναντι στην σκοτεινιά της απαισιοδοξίας, αλλά, λοιπόν, η ποίηση, η λογοτεχνία, η μουσική, η κουλτούρα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη, δεν έχουν παραδώσει τα πολύτιμα όπλα τους, δεν έχουν πάψει να ανθίστανται, όσο και όπως μπορούν, στον ζόφο. Η μαγεία της τέχνης είναι πάντοτε παρούσα και πάντοτε θαλερή. Το ίδιο και η δύναμη της σοφίας που μας προικίζει με νουνέχεια, επιτρέποντάς μας να διατηρούμε τη δημιουργική μας τρέλα. Κι αυτό είναι το κεντρικό θέμα αυτού του μαγευτικού βιβλίου.
Ας μου επιτραπεί να πω ότι συμμερίζομαι πολλές από τις αντιλήψεις του Σάλμαν Ρούσντι, ιδίως αυτές για τη γοητεία της αφήγησης, για τη γητειά της γραφής, για το σπουδαίο καθήκον της Τέχνης να εκθειάζει, με τρόπους τερπνούς, το μεγαλείο της ανθρώπινης επινοητικότητας και δημιουργικότητας. Όσο υπάρχουν άνθρωποι το Καλό θα υπηρετεί το Κάλλος, και το Κάλλος θα υπηρετεί το Καλό.
Ας ευχαριστήσω, και από εδώ, θερμά τις Εκδόσεις Ψυχογιός για το ότι μου εμπιστεύθηκαν για τέταρτη φορά (μετά τους Σατανικούς Στίχους, την Παραφορά, και το Όνειδος) τη μετάφραση ενός ακόμα πολυπρισματικού και πολυσήμαντου μυθιστορήματος αυτού του πληθωρικού και τόσο, μα τόσο, σαγηνευτικού δημιουργού. Ο καρπός αυτού του μόχθου μου είναι αφιερωμένος στην Ελεάννα Μαρτίνου («Σ’ αυτήν, εμπλουτισμένη με ό,τι θα επέλθει~ που όλα πρόκειται να τα επιλέξει, όλα να τα δεχτεί», Victor Segalen).

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Φεβρουάριος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: