Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Ο Γκοντάρ, παίδες!










Godard

Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Ο Τρομερός Παππούς



Το άλλοτε τρομερό παιδί του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, ο ιεροφάντης της νουβέλ βαγκ, του νέου κύματος του γαλλικού σινεμά, είναι σήμερα ένας τρομερός παππούς, πάντα με τη μανία της καινοτομίας και της πρόκλησης να τον ωθεί σε πότε πετυχημένους και πότε άσφαιρους πειραματισμούς, με το αιώνιο πούρο στο χέρι, και τη λατρεία του για την τζαζ και το ποδόσφαιρο να δωρίζει δροσερές δονήσεις στο ήδη ακούραστα φρέσκο χιούμορ του. Οι επίμονες ασχολίες του σήμερα είναι, καθώς λέει, να παίζει τένις, να βλέπει τον ψυχαναλυτή του, και να παρακολουθεί ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αναπολεί μελαγχολικά τα χρόνια που ο κινηματογράφος είχε ακόμη τη δύναμη να προκαλεί ανατροπές στις συνειδήσεις και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σταρ και συνάμα αντι-σταρ, πρωταθλητής των παραβάσεων σχεδόν κάθε κινηματογραφικού κανόνα, μπόρεσε να ανακατέψει τα είδη, να παίξει σκανταλιάρικα και αποδομητικά με το νουάρ, με το μιούζικαλ, με το μελόδραμα, με το ντοκιμαντέρ, και κατάφερε, συνεπικουρούμενος από άλλα ωραία παλικάρια της Έβδομης Τέχνης, όπως ο Ερίκ Ρομέρ, ο Φρανσουά Τριφό, ο Κλοντ Σαμπρόλ και ο Ζακ Ριβέτ, να επιβάλει την λεγόμενη «πολιτική των δημιουργών», το σινεμά του auteur, του δημιουργού, ένα σινεμά όπου ο σκηνοθέτης, επιτέλους, διαδραματίζει τον δεσπόζοντα ρόλο.
Ακούει βέβαια στο όνομα Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, και ήταν ακριβώς αυτός που έκανε μια ολόκληρη γενιά να παραληρεί από ενθουσιασμό για μια νέα χρήση του κινηματογράφου, να ξεσπιτώνεται και να τρέχει με σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα από την Κυψέλη όπου παιζόταν μία ταινία του στην… Λάρισα, παρακαλώ, όπου παιζόταν στην ντόπια κινηματογραφική λέσχη μια άλλη. Και είναι ακριβώς αυτός που, σήμερα πια, ορισμένες του ταινίες δεν βλέπονται, και δη αυτή που φέρει τον τίτλο «Πάθος»!, που άλλες βλέπονται με τα χίλια και με χείλια χαμογελαστά, παραδείγματος χάριν το «Με κομμένη την ανάσα», ενώ άλλες, όλως περιέργως ο θρυλικός «Τρελός Πιερό» μοιάζουν, όταν τις ξαναβλέπεις ύστερα από τρεις δεκαετίες, με επαναστατικό… μουρουνόλαδο, ήτοι στραβομουτσουνιάζεις αγρίως μεν, αλλά και κατά τι διαστροφικώς αγάλλεσαι, ξεφαντώνεις και νοσταλγείς, επίσης αγρίως!
Οι θεατές των ταινιών του Γκοντάρ είναι είτε προσηλωμένοι πιστοί είτε φανατικοί πολέμιοι, μάλιστα ένας από τους δεύτερους έφτασε στο σημείο να εκτοξεύσει σε κάποιο Φεστιβάλ των Καννών μια τούρτα που βρήκε στο πρόσωπο τον Ζαν-Λυκ. Είναι που είναι, καθώς λένε, βερμπαλιστές και λιγάκι «κλέφτες» οι Γάλλοι, ο Γκοντάρ φρόντισε να το παρακάνει, φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα και προκαλώντας έτσι ακραίες αντιδράσεις. Μάλιστα, ο πιο ψύχραιμος και διαυγής, καίτοι μονίμως μεθυσμένος, πολέμιός του έγραψε ότι ο Γκοντάρ δεν είναι παρά ένας Ελβετός της Λοζάνης που φθόνησε το σικ των Ελβετών της Γενεύης, με την αύρα του οποίου όταν κατάφερε να περιβληθεί φθόνησε το σικ των Παρισίων και δη των Ηλυσίων Πεδίων με αποτέλεσμα να γίνει ένα βαρετό άλλοθι των σύγχρονων μικροαστών που χρειάζονται λίγο αλατοπίπερο μοντερνισμού για να νοστιμέψουν την θλιβερή καθημερινότητά τους.
Η αλήθεια είναι, ως συνήθως, κάπου στη μέση: ο Γκοντάρ υπήρξε η αιχμή του δόρατος μιας γενιάς κινηματογραφιστών που λαχταρούσαν μιαν εκ βάθρων ανανέωση της γραμματικής και του συντακτικού της κινηματογραφικής τέχνης, αλλά και ένα από τα σύμβολα της εξεγερμένης γενιάς του 1968. Και δεν του έλειπε μήτε το θάρρος μήτε το ταλέντο, συνδυαζόμενα πάντα με μια λατρεία για το σελιλόιντ. Αυτό τον ώθησε στο να κάνει ταραγμένα και σπασμωδικά αριστουργήματα αλλά και δεν τον απέτρεψε από το να υπογράψει παταγώδεις αποτυχίες. Ο ίδιος άλλωστε, πάντα ετοιμοπόλεμος είρων και αυτοσαρκαζόμενος, όταν ρωτήθηκε στο τελωνείο της Νέας Υόρκης με τι λογής μπίζνες καταπιάνεται, απάντησε καρφί: «Αυτόν τον καιρό κάνω αποτυχημένες ταινίες»!
Γεννημένος στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ήδη από τα είκοσί του έγραφε μανιωδώς κείμενα για τα φιλμ που αγαπούσε. Και ήδη από τότε έκανε τις πρώτες του ανατροπές, μιας και τα κομμάτια του διόλου δεν έμοιαζαν με γραμμικές, τυπικές παρουσιάσεις ταινιών αλλά διαπνέονταν από έναν συνειρμικό λόγο διαποτισμένο με άφθονες λυρικές εκλάμψεις, κάτι που χάρισε στον συγγραφέα τους τον χαρακτηρισμό κριτικός-ποιητής. Δείτε πώς τον Μάρτιο του 1952, στην κριτική του για τον «Άγνωστο του Εξπρές» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, στο δέκατο τεύχος των θρυλικών Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν, ενθέτει φράσεις όπως αυτή: «Κοιτάξτε αυτές τις χορταριασμένες εκτάσεις, αυτά τα παραμελημένα κτήματα ή τούτη τη σκοτεινή ποίηση των μοντέρνων πόλεων, αυτά τα πλοία πάνω στα νερά της γεμάτης σύγχυση εμποροπανήγυρης, αυτούς τους απέραντους δρόμους, και πείτε μου αν δεν νιώθετε ένα σφίξιμο, αν δεν σας τρομάζει μια τέτοια σοβαρότητα: είναι επειδή βρίσκεστε μπροστά στο πιο επιρρεπές στις συμπτώσεις θέαμα και στα τυχαία γεγονότα του κόσμου, είναι επειδή βρίσκεστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο». Ή, πιο, κάτω, «Αυτές οι σκηνές μ’ αρέσουν γιατί είναι σαν ν’ ανακαλύπτω τη μυρωδιά της ιεροσυλίας».
Αφού περιπλανήθηκε στα αμφιθέατρα της Σορβόννης για σπουδές Ανθρωπολογίας που δεν ολοκλήρωσε ποτέ και έγινε μόνιμος θαμώνας των τότε αφθόνων και τίγκα στη ζωντάνια κινηματογραφικών λεσχών της Αριστερής Όχθης, αφού γαλουχήθηκε όπως όλη η παλιοπαρέα της νουβέλ βαγκ με τον Νίκολας Ρέι και τον Χάουαρντ Χοκς, με τα νουάρ, με τα γουέστερν, με το σκάκι, με την τζαζ, με τα πούρα και με το αλκοόλ, αφού έγραψε πολυάριθμες κριτικές στα Cahiers και προπαγάνδισε μια νέα ματιά για τη φιλμική δημιουργία, αφού αναγκάστηκε να καταφύγει για ένα διάστημα σε μικροκλοπές και δανεικά κι αγύριστα για να επιβιώσει, αφού εργάστηκε και ως χειρώνακτας στο στήσιμο ενός υδατοφράκτη από μπετόν στην Ελβετία, ο Γκοντάρ πέρασε επιτέλους πίσω από την κάμερα, και, ύστερα από τρεις μικρού μήκους ταινίες, ανάμεσα στις οποίες και η περιλάλητη «Όλα τα’ αγόρια τα λένε Πατρίκ», του 1957, κόβει τα ήπατα των μικροαστών και ανάβει φωτιές στις καρδιές των αναρχιζότων μποέμ συνθέτοντας το ανοξείδωτο αριστούργημά του «Με κομμένη την ανάσα», το 1960. Ένας απάλευτος Ζαν-Πολ Μπελμοντό, μια χάρμα οφθαλμών Τζιν Σίμπεργκ, ένας οργιάζων σαγηνευτικός κυνισμός, καταδιώξεις, όπλα, γέλια, χιλιάδες άφιλτρα γαλλικά τσιγάρα, και ο αέρας του «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», κάνουν το φιλμ ένα μανιφέστο καινοτόμων τάσεων και υψηλών εντάσεων που ακόμα και ο ίδιος ο Γκοντάρ δεν φάνηκε ικανός να ξεπεράσει έκτοτε!
Ακολουθεί, έως το μπαμ του ’68, ένας καταιγισμός ταινιών που έχουν πάρει τη θέση τους στην ιστορία του κινηματογράφου και στην, γαλλικής κοπής, υστερία του άκρατου, και εν πολλοίς δήθεν, μοντερνισμού. Καινοτομία γαλλική, κι ας είναι μπαλωμένη. Ή, και «κλεμμένη». Που σημαίνει ότι ο καλός μας Ελβετογάλλος δημιουργεί πασχίζοντας διαρκώς να ποντάρει σε ό,τι ρηξικέλευθο «δανειζόμενος» από όπου βρει, μπουκώνοντας τα φιλμ του με τα απαραίτητα, για κάθε γαλλικό προϊόν απανωτά τσιτάτα από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Σαρτρ, από την ιστορία του σινεμά, από τη λογοτεχνία του Ρεμπώ και του Λοτρεαμόν, από την τελευταία λέξη της κοινωνιολογίας. Ναι, εκεί ποντάρει και… μοντάρει, συνθέτει ταινίες με το μαχαίρι, που σημαίνει κόβει, ράβει, κολλάει, όπως πολύ πριν από αυτόν, και για πολύ πιο σεβαστά ανατρεπτικούς λόγους, έκαναν οι Ντανταϊστές. Αλλά το Παρίσι, και δη η Αριστερή Όχθη, κι ακόμα πιο δη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ψοφάει για μοντερνισμό. Και ο Ζαν-Λυκ τον προσφέρει με τη σέσουλα! Και αποθεώνεται!
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον «Μικρό Στρατιώτη»; Το «Η Γυναίκα είναι Γυναίκα»; Το «Η Χωριστή Συμμορία»; Την «Περιφρόνηση»; Το «Σαββατοκύριακο»; Κάθε δημιουργία του Γκοντάρ χαλάει κόσμο, κάθε δημιουργία του Γκοντάρ συζητιέται εντόνως στα αλήστου μνήμης καφενεία του Καρτιέ Λατέν ανάμεσα στις αναθυμιάσεις από τα Γκολουάζ και τα Ζιτάν, τις εκρηκτικές τζαζ στιγμές του Τσάρλι Πάρκερ και του Τσαρλς Μίνγκους, τις έξαλλες αντιπαραθέσεις σχετικά με τον Χέγκελ και τον Μαρξ, στις οποίες συμμετείχαν ενεργώς ακόμα και εξόχως καλλιεργημένες πόρνες, τη μανία για το σκάκι και την ολοένα και πιο πυρετώδη αναμονή μιας κοινωνικής έκρηξης που θα άλλαζε, υποτίθεται, άρδην τον κόσμο.
Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Γκοντάρ περιβάλλεται, για πολλούς, με την άλω του γκουρού, του Πάπα, του προφήτη. Για άλλους είναι απλώς ένα παιδί του Μάο και της Κόκα Κόλα ή, ακόμα πιο αυστηρά, ο «πιο κόπανος Ελβετός φιλοκινέζος». Απτόητος, σχεδόν εξίσου αδιάφορος για τα εγκώμια όσο και για τις επιπλήξεις, ο Ζαν-Λυκ διασκεδάζει γκρεμίζοντας διαρκώς τα παιζοτουβλάκια και τα lego του καθιερωμένου σινεμά, εμφορούμενος από την παιδική ζέση ενός ποπ Καλιγούλα. Κάνει ό,τι έκανε ο Άντι Γουόρχολ στη ζωγραφική, αλλά πασπαλίζοντάς το και με καμιά δεκαριά κακοχωνεμένα επαναστατικά σλόγκαν. Άλλωστε ήταν τότε εύκολοι οι καιροί τόσο για πρίγκιπες όσο και για επαναστάτες. Ο Ζαν-Λυκ, μιας και κατ’ ουσίαν δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, πρόσφερε στο αδηφάγο κοινό ένα κενό σβέλτα και επιδέξια παραγεμισμένο και από το ένα και από το άλλο, ένα κολλάζ αριστοκρατικής ευρυμάθειας και επαναστατικής φλυαρίας, ένα κράμα κυνισμού και ραγισμένου ρομαντισμού, μια ρώσικη (παρντόν, Ζαν-Λυκ: κινέζικη) σαλάτα από ατάκτως ερριμμένες μνείες, παραθέσεις και… κλοπές. Το κόλπο, όπως κάθε τρελό κόλπο, είχε και τα καλά του: αλησμόνητα δροσερές σκηνές με την μούσα, σύζυγο (ευτυχώς γι’ αυτήν – και για μας!!! – μόνο για λίγο), και απαστράπτουσα Άννα Καρίνα, τον Ζαν-Πιερ Λεό και τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, πανέμορφες ασπρόμαυρες παρουσίες του θρύλου Έντι Κονσταντίν και του μονίμως αξύριστου και γοητευτικά στραπατσαρισμένου Ακίμ Ταμίροφ, σούπερ στιχομυθίες όπως αυτές ανάμεσα στον Φερντινάν/Μπελμοντό και στην Μαριάν/Καρίνα, στον «Τρελό Πιερό», που αξίζει να απολαύσουμε και πάλι ύστερα από μερικές δεκαετίες: «Να τους πούμε ιστορίες», λέει ο Μπελμοντό. «Δεν είναι δύσκολο αν ξεσηκώσουμε μερικές από βιβλία». Η Καρίνα ρωτάει: «Ναι, μα τι;» Ο Μπελμοντό απαντάει: «Οτιδήποτε: την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, την ιστορία του Νικολά ντε Σταλ και της αυτοκτονίας του, ξέρω κι εγώ, ή αυτήν του Ουίλιαμ Ουίλσον. Συνάντησε τον σωσία του στο δρόμο. Τον κυνήγησε παντού να τον σκοτώσει. Το έκανε. Μόλις το έκανε, διαπίστωσε ότι είχε σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό, κι αυτό που έμενε ήταν ο σωσίας του».
Αυτή η στιχομυθία, με την τάχατες ανάλαφρη αναφορά στον μαιτρ του μακάβριου, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, είναι η ιστορία του ίδιου του Γκοντάρ. Κάποια στιγμή, συνάντησε τον εξεγερμένο εαυτό του στο δρόμο. Από τότε, πασχίζει να τον σκοτώσει. Κι αν το κάνει, θα έχει σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ευτυχώς ακόμη, στα εβδομήντα εφτά του χρόνια, ξεφεύγει, ελίσσεται, παίζει σαν παιδί, φλυαρεί για την θρυλική ενδεκάδα της Εθνικής Ουγγαρίας του αδάμαστου ταγματάρχη Φέρεντς Πούσκας που, στο Γουέμπλεϊ, τον Νοέμβριο του 1953, συνέτριψε την Εθνική της Αγγλίας με 6-3!
Όπως θα λέγαμε σε άπταιστα αγγλογαλλοελληνικά των sms: «C U, Ζανλίκ &, still, agapame na se misoume!Au revoir, Γερομπαγάσα!!!»



5 σχόλια:

politispittas είπε...

Ο Γκοντάρ, ο Δάσκαλος. Είναι παράξενο (;) το πώς επενεργούν εντός μας κάποιες προσωπικότητες. Του Γκοντάρ το σινεμά, ποτέ δε μου άρεσε, ή για να το πω πιο δίκαια ποτέ δε μου μίλησε. Ωστόσο, από κάθε του συνέντευξη, από κάθε του γραπτό, πάντα έπαιρνα χίλιες μύριες εικόνες και αισθητικές διδαχές. Το ίδιο μου συνέβει και με τον Φελίνι, του οποίου η μοναδική ταινία που με άγγιξε ήταν η πρόβα ορχήστρας. Όμως και με αυτόν το ίδιο έγινε. Ότι έγραψε και το βρήκα στα ελληνικά ή τα αγγλικά με μάγεψε. Και κυρίως, ένα μικρό αυτοβιογραφικό του βιβλιαράκι που αναφέρονταν στα παιδικά του χρόνια. Με είχε μεθύσει, το βιβλιαράκι –δεν θυμάμαι τον τίτλο του πια έχουν περάσει κοντά 20 χρόνια-κυριολεκτικά έγινε φύλλο φτερό στα χέρια μου.

politispittas είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
icaros είπε...

@politispittas: Χαίρε, φίλε! Απ' τον Γκοντάρ κρατώ κυρίως το "Με κομμενη την ανάσα" και την αγάπη του για την Άννα Καρίνα. Από τον Φελίνι, όχι την "Πρόβα Ορχήστρας", μα το "Οχτώμισι". Το βιβλιαράκι το είχα κάνει φύλλο και φτερό κι εγώ προ ενός τετάρτου του αιώνα, επίσης δεν θυμάμαι τίτλο, θυμάμαι πάντως ότι ήταν από τις εκδόσεις Οδυσσέας. Πίνω ένα ποτήρι στην υγειά σου, στην υγειά μιας Αυτοδίδακτης Γενναίας Γενεάς, και στη μνήμη του Τζόνι Κασαβέτη! Αλόχα!

ναυτίλος είπε...

Η ωραιόταιρη παρουσίαση για τον Γκοντάρ , που έχω διαβάσει! Κι έχω διαβάσει πολλές . Μπράβο !

icaros είπε...

@ναυτίλος: Θενκς, φίλε!