Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Μπίλι Χόλιντεϊ



Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευτεί στο «Έψιλον» της Ελευθεροτυπίας. Το θυμήθηκα αυτές τις μέρες γιατί περνάω τις τελευταίες μέρες ακούγοντας αποκλειστικά Τομ Γουέιτς και Μπίλι Χόλιντεϊ και διαβάζοντας Γιώργο Σαραντάρη και Γιώργο Σιμενόν (συστήνω ανεπιφύλακτα το «Ο Μαιγκρέ και το Ακέφαλο Πτώμα», όπου έξοχα αποδίδεται η ατμόσφαιρα των μικρών παρισινών μπιστρό της δεκαετίας του πενήντα). Επιθυμώ να αφιερώσω το κείμενο για την Μπίλι στα φίνα παιδιά του μεταπτυχιακού της Καλών Τεχνών και στον φίλο Μάριο Σπηλιόπουλο.

Μπίλι Χόλιντεϊ: Το Είδωλο στο Εδώλιο

Η φωνή της ήταν ψίθυρος, δάκρυ, γόος, κάλεσμα ερωτικό, αγάπης αίνος, κεραυνός σε αργή κίνηση, περήφανη θλίψη, βραχνή προσευχή στο κενό των ημερών και, κυρίως, των νυχτών ενός βίου αλλόκοτου, ενός βίου ταραχώδους και ταραγμένου, ενός βίου απόλυτα συνεπούς και πείσμονος. Ήταν μια φωνή που υπηρετούσε πιστά την ανάγκη της να παρηγορήσει αφού προηγουμένως είχε η ίδια παρηγορηθεί. Ήταν μια φωνή που σήμαινε, με κάθε της κυμάτισμα και κάθε της ρυτίδα, ότι η ανιδιοτέλεια είναι μεγίστη αρετή και ότι η γενναιοψυχία δεν ραγίζει και δεν λυγίζει όσα χτυπήματα κι αν δεχτεί. Ήταν ένα είδωλο και σύρθηκε κάμποσες φορές στο εδώλιο. Την έλεγαν Ελεονόρα Φέιγκαν, ζέστανε, κι ακόμα ζεσταίνει, τις καρδιές μας. Την ξέρουμε με το όνομα Μπίλι Χόλιντεϊ. Και, βέβαια, με το παρωνύμιο Lady Day, η Κυρία της Ημέρας.

Η Μπίλι Χόλιντεϊ ήρθε σ’ αυτόν τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο, σ’ έναν κόσμο που έμελλε να την ταλαιπωρήσει όσο εκείνη φρόντισε να τον γλυκάνει, να τον απαλύνει και να τον τραγουδήσει, πριν από εννέα δεκαετίες και τρία χρόνια, στις 7 Απριλίου του 1915, στη Βαλτιμόρη. Στις φλέβες της κυλούσε ιρλανδικό αίμα, και ίσως γι’ αυτό η Μεγάλη Κυρία μπόρεσε κάποτε να πει ότι ακριβώς αυτή η καταγωγή της την κάνει να πιστεύει ότι δίχως φίλους δεν πας πουθενά. Ο πατέρας της, ο Κλάρενς Χόλιντεϊ, ήταν μόλις δεκαπέντε ετών εκείνο τον Απρίλιο, ενώ η μητέρα της, η Σέιντι Φέιγκαν, ήταν δύο χρόνια μικρότερή του. «Η Μαμά κι ο Μπαμπάς ήσαν παιδιά ακόμη όταν παντρεύτηκαν. Αυτός ήταν δεκαοχτώ χρονών, εκείνη δεκάξι, κι εγώ τριών», γράφει η Μπίλι στην αυτοβιογραφία της, «Lady sings the blues». Η Σέιντι ήταν θυγατέρα μιας σκλάβας και ενός Ιρλανδού γαιοκτήμονα, και δούλευε ως υπηρέτρια στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια, στη Βαλτιμόρη. Ο Κλάρενς ήταν τρομπετίστας, αλλά τα πνευμόνια του ρημάχτηκαν από τα δηλητηριώδη αέρια στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι, απτόητος λάτρης της μουσικής, έγινε κιθαρίστας στο Παρίσι και έζησε μια μποέμικη ζωή, προσηλωμένος στην τζαζ και στην κραιπάλη.
Η μικρή Ελεονόρα θα ζήσει τα παιδικά της χρόνια μες στην ανασφάλεια, τη φτώχεια, και τη βία. Θα παίζει μπέιζμπολ με τα αγόρια, θα παίζει μποξ, θα κάνει πατινάζ, και ήδη από τα έξι της χρόνια, εξοπλισμένη με βούρτσα, κουβά και σαπούνι, θα σφουγγαρίζει τα πατώματα των λευκών της γειτονιάς. Και, φυσικά, θα τραγουδάει, αυτό θα είναι η μεγάλη της παρηγοριά, η μουσική. Μπαίνει στη δούλεψη της Άλις Ντην, της ιδιοκτήτριας του πορνείου της περιοχής, κι εκεί μαγεύεται και ονειρεύεται ακούγοντας στη βικτρόλα τα τραγούδια του Λούις Άρμστρονγκ και της Μπέσι Σμιθ. Εκείνη την εποχή την τζαζ τη συνόδευε ο χαρακτηρισμός «μουσική για μπορντέλα»!
Μια άλλη παρηγοριά της μικρής Ελεονόρας ήταν το σινεμά, και είχε μηχανευτεί τρόπους να ξεγλιστράει και να μην πληρώνει το εισιτήριο, ξετρελαμένη με την ηθοποιό Μπίλι Νταβ, τόσο πολύ ώστε πάσχιζε να μιμηθεί το χτένισμά της ενώ φρόντισε να πάρει το μικρό της όνομα, σημειώνοντας πάντως ότι ο πατέρας της είχε ήδη αρχίσει να τη φωνάζει «Μπιλ» επειδή ήταν αγοροκόριτσο. Ο οποίος πατέρας δεν άργησε να εξαφανιστεί, αμέσως μόλις έπιασε δουλειά ως κιθαρίστας στην μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον και άρχισε τις περιοδείες. Μάλιστα, ενόσω βρισκόταν σε μια τουρνέ, πήρε διαζύγιο και παντρεύτηκε μιαν ερωμένη του από τις Δυτικές Ινδίες, τη μητέρα των ετεροθαλών αδελφών της Μπίλι.
Στα δέκα της χρόνια, η μετέπειτα Κυρία της Ημέρας θα πέσει θύμα βιασμού, θα εγκλειστεί σε ένα ίδρυμα Καθολικών, όπου θα τη φωνάζουν Αγία Θηρεσία και όπου θα περάσει των παθών της τον τάραχο ώσπου να δει το εξιτήριο. Θα πάει στη Νέα Υόρκη, κι εκεί θα πιάσει δουλειά και πάλι σε μπορντέλο, όχι όμως για σφουγγάρισμα αυτή τη φορά αλλά για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές ορέξεις των θαμώνων. Απαύδησε, ξεσηκώθηκε, αρνήθηκε, εξεγέρθηκε. Και τότε ακολούθησε άλλος ένας εγκλεισμός. «Με ρίξανε λοιπόν μέσα όχι για κάτι που είχα κάνει αλλά για κάτι που δεν είχα κάνει. Τι μαύρες μέρες κι αυτές!» θα πει με λιτό, μεστό παράπονο.
Μετά τη φυλακή, η Μπίλι θα δουλεύει εδώ κι εκεί ως υπηρέτρια, θα χτυπάει την πόρτα κάθε ξενυχτάδικου ζητώντας, απελπισμένα, να την προσλάβουν ως χορεύτρια. Με τον ανυποχώρητο, κατά τι μεθοδικό, και πάντως πάντα πεισμωμένο αυθορμητισμό του ζωδίου της, του Κριού, η Μπίλι θα επιμείνει ώσπου ένας πιανίστας, απαυδισμένος από τον χορό της («ήταν χάλι μαύρο», όπως παραδέχεται και η ίδια), την καλεί εντούτοις να δοκιμάσει να τραγουδήσει. Η έφηβη το κάνει, τραγουδάει το «Trav’lin All Alone», και παίρνει τα μυαλά όλων των παρόντων, «με το που τελειώνω», λέει, «όλοι εκεί μέσα χύνανε δάκρυα μες στη μπίρα τους». Μοιράζεται, στο τέλος της βραδιάς, τριάντα οχτώ δολάρια με τον πιανίστα, κι αρχίζει την εκθαμβωτική, όσο και σκοτεινή, σταδιοδρομία της στο πεντάγραμμο.
Θα εμφανίζεται στην Ξύλινη Καλύβα, θα γοητεύσει με τη φωνή της τον θρυλικό Τζον Χάμοντ, τον άνθρωπο που «ανακάλυψε» όχι μονάχα την Μπίλι Χόλιντεϊ αλλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον Κάουντ Μπέισι, την Αρίθα Φράνκλιν, τον Μπομπ Ντίλαν και τον Μπρους Σπρίνγκστιν, κι αυτός θα τη συστήσει στον Τζο Γκλέιζερ, τον ατζέντη του Λούις Άρμστρονγκ και της Μίλτρεντ Μπέιλι. Η Μπίλι θα αφεθεί στα χέρια του Γκλέιζερ και θα του μείνει πιστή συνεργάτις σε όλη της τη ζωή. Ο θαυμάσιος Μπένι Γκούντμαν θα μαγευτεί, επίσης, από τη φωνή της και θα της προτείνει να κάνει τον πρώτο της δίσκο μαζί της. Η εμπειρία θα μείνει αλησμόνητη στην Μπίλι, που είναι μόλις δεκαοχτώ χρονών. Θα ακολουθήσει άλλη μία ηχογράφηση, με τον πιανίστα Τέντι Γουίλσον, σχεδόν «μονιμά» έκτοτε σε όλα τα σχήματα με τα οποία εμφανίστηκε και ηχογράφησε η Lady Day. Η οποία, παρά τον άστατο και ταραχώδη τρόπο ζωή της, παρά τις περιπέτειες με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, παρά τους πολυάριθμους εραστές και, καταπώς ακόμη λένε κάποιες φήμες, ερωμένες, επέμενε πάντα να συνεργάζεται φιλότιμα και προσηλωμένα με τους ανθρώπους που συνάντησε στα πρώτα της βήματα!
Μολονότι δεν διέθετε παρά μονάχα μία οκτάβα, η φωνή της Μπίλι πάλλεται από συγκίνηση, συναίσθημα, συμπόνια. Ήταν ασύγκριτα πολύτιμη και πολύτιμα ασύγκριτη. Πριν προλάβουν να την συγκρίνουν με άλλες τραγουδίστριες, άρχισαν ήδη, οι κριτικοί και οι ειδήμονες της τζαζ και του μπλουζ, να συγκρίνουν τις άλλες με μέτρο αυτήν. Έχοντας επίγνωση της ιδιαιτερότητάς της, η Μπίλι μπορούσε, λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, να επαίρεται ότι αν εξαιρέσουμε τους δίσκους του Λούις Άρμστρονγκ και της Μπέσι Σμιθ, που άκουγε παιδίσκη στα μπορντέλα, «δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα». Και όσο αθάνατα έμειναν τα βραχνά παραμιλητά του Άρμστρονγκ και η αβρή αδρότητα της Μπέσι Σμιθ, άλλο τόσο αθάνατο έμεινε το συναίσθημα που μπολιάζει η Μπίλι σε τραγούδια-θρύλους όπως το «The Man I Love», το «Strange Fruit», το «God Bless the Child», το Don’t Explain».
Μεταξύ των θαυμαστών και, συνάμα, εφήμερων εραστών της («βγαίναμε μαζί για λίγο διάστημα», είναι ο ευφημισμός που χρησιμοποιούσε η Μπίλι για τέτοιες σύντομες ερωτικές σχέσεις) ήταν και ο Λούις Μακέι, ομορφόπαιδο και μπράβος του υπόκοσμου. Χρόνια αργότερα έμελλε να συναντηθούν και πάλι, να σμίξουν παράφορα, να παντρευτούν, να καβγαδίσουν και να φιλιώσουν πάμπολλες φορές. Ο Μακέι ήταν αυτός για τον οποίο η Μπίλι ένιωσε μεγάλο σεβασμό, μιας και αποτέλεσε το τελευταίο της αποκούμπι και μόχθησε, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βάναυσα, να την κρατήσει μακριά από τον όλεθρο της ηρωίνης. Όταν τραγούδησε γι’ αυτόν το αριστούργημά της, το «My Man», με μια φωνή που είχε τραχύνει από τις καταχρήσεις, αλλά και γλυκάνει απίστευτα από τον συνδυασμό της οδύνης και της αγάπης, ένας τουλάχιστον από τους πάμπολλους αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών που είχαν κατακλύσει την αίθουσα «συνελήφθη με ένα δάκρυ πάνω στο κασμίρ παλτό του».
Η Μπίλι γνωρίζει τον θρίαμβο σε κάθε κλαμπ που εμφανίζεται, και, ακόμα πιο σημαντικό, γνωρίζει τους θρύλους της τζαζ, τον Μπένι Κάρτερ, τον Ρόι Έλντριτζ, τον Μπένι Γουέμπστερ, τον Λέστερ Γιανγκ. Είναι πια και η ίδια θρύλος, ισότιμη μαζί τους, πλάι τους, στις ηχογραφήσεις τους, στις ζωντανές εμφανίσεις. Ο Λέστερ θα της χαρίσει το παρατσούκλι Lady Day, κι αυτή θα του χαρίσει το δικό του, το «Προ», από το «Πρόεδρος». Θα αλωνίζουν τη χώρα, ταξιδεύοντας με το ένα πούλμαν μετά το άλλο, παίζοντας μπαρμπούτι έως και δώδεκα ώρες αδιαλείπτως σε μία περίπτωση (η Μπίλι βγήκε κερδισμένη κατά χίλια εξακόσια δολάρια και κάτι ψιλά, σε μιαν εποχή που το βδομαδιάτικό της ήταν πενήντα δολάρια).
Θα γνωρίσει τον Όρσον Γουέλς και θα δει εννιά (!) φορές τον «Πολίτη Κέιν», προτού καν βγει στις αίθουσες. «Είναι φίνος μάγκας», θα πει για τον Όρσον. «Ίσως ο πιο φίνος που ξέρω. Και ταλαντούχος. Το κυριότερο όμως, είναι φίνο άτομο». Θα γνωρίσει τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τυχαία, κι αυτός θα της επιδιορθώσει το αμάξι, και θα ρίξει μια ωραιότατη γροθιά για χάρη της σε έναν ηλίθιο ρατσιστή. Θα φοράει πάντα μια λευκή γαρδένια στα μαλλιά. Και θα κάνει ένα μεγάλο πρωτοπόρο βήμα προς την άρση των φυλετικών διαχωρισμών, όντας μια από τις πρώτες μαύρες τραγουδίστριες που έμελλε να εμφανιστούν με αμιγώς λευκές μπάντες! Ήταν στα 1937, όταν ο μέγας Άρτι Σω, με δεκάξι λευκούς μάγκες και τη Rolls Royce του, περιόδευσε στη Δύση και στο Νότο, έχοντας στο πλάι του την Μπίλι. Σχεδόν σε κάθε πόλη απειλούνταν σκάνδαλα και ταραχές, αλλά ο λευκός τζαζίστας δεν πτοήθηκε στιγμή και πάντα επέμενε στους μαγαζάτορες, «Αν η Κυρία δεν μπει από την είσοδο δεν μπαίνει ούτε η ορχήστρα».
Το 1941, από πείσμα, όπως λέει η ίδια, η Μπίλι θα παντρευτεί τον φίνο τρομπετίστα Τζίμι Μονρόου. Λίγο αργότερα, θα δει το κραγιόν της ερωμένης του πάνω του και θα γράψει, κυριευμένη από το μπλουζ της χαρμολύπης, ένα από τα αριστουργήματά της, το «Don’t Explain», με τους αθάνατους στίχους, «Τράβα να κάνεις ένα μπάνιο, και μη μου εξηγείς». Ένας άλλος τρομπετίστας θα κερδίσει την καρδιά της, ο Τζο Λιουκ Γκάι, θα είναι τώρα αυτός ο άνθρωπός της έως το 1957, οπόταν η Μπίλι θα διαζευχθεί επισήμως τον Μονρόου και ταυτοχρόνως θα κόψει τις σχέσεις της με τον Γκάι. Εντωμεταξύ, τα χρόνια θα κυλάνε σαν μια διαλυτική διελκυστίνδα ανάμεσα στην ερμηνεία σπουδαίων κομματιών, όπως το «Lover Man» του Τζίμι Ντέιβις και του Ραμ Ραμίρεζ, και στη συσσώρευση οδυνηρών εμπειριών, ανάμεσα στις ιαχές και τα χειροκροτήματα στις σάλες όπου εμφανιζόταν και στην αγωνιώδη μοναξιά, ανάμεσα στην εύθραυστη ευαισθησία και στην εύφλεκτη ευπάθεια.
Μαζί με τους θριάμβους, τις ηχογραφήσεις, το μπαρμπούτι, τα λούσα, την sine qua non για κάθε πετυχημένο Αμερικανό Κάντιλακ, και τους εφήμερους έρωτες, θα έρθει και η λαίλαπα των ναρκωτικών. Η αρχική μαριχουάνα δεν θα αργήσει να δώσει τη σκυτάλη στην ηρωίνη. «Είχα άσπρες τουαλέτες και άσπρες γόβες», λέει η Μπίλι. «Και κάθε βράδυ, μου φέρνανε άσπρες γαρδένιες και άσπρη πρέζα». Το 1947, θα συλληφθεί επεισοδιακά και εν μέσω πυροβολισμών, θα συρθεί στο εδώλιο, θα καταδικαστεί, και θα κλειστεί για καιρό στη φυλακή όπου θα βιώσει τη στέρηση, τον εξευτελισμό, τις ρουφιανιές, τη βαναυσότητα, αλλά και τις αλλόκοτες χαρές που μονάχα οι εγκλωβισμένοι ξέρουν να απολαμβάνουν έντονα, όπως την εξασφάλιση ικανών τσιγάρων ημερησίως ή την παραγωγή ουίσκι από πατάτες στη ζούλα.
Μετά το εξιτήριο ακολουθεί η γνωστή και μοιραία τεθλασμένη διαδρομή: θρίαμβος στο Κάρνεγκι Χολ, ηχογραφήσεις, ο προστάτης-εραστής κύριος Τζον Λίβι, το πρώτο παλτό μινκ, εκ νέου παρακολούθηση και σύλληψη για κατοχή και χρήση ναρκωτικών, και πάλι το είδωλο στο εδώλιο, αθώωση αυτή τη φορά, απανωτές εμφανίσεις, επανασύνδεση με τον Λούις Μακέι, άσπρες Κάντιλακ, κι άλλες γούνες μινκ, γάμος με τον Λούις Μακέι, θαυμάσιες πονεμένες και γλυκές ερμηνείες. «Μου έχουνε πει ότι κανείς δεν λέει τη λέξη ‘πείνα’ σε τραγούδι όπως εγώ», γράφει στο γέρμα της σύντομης ζωής της. «Ούτε τη λέξη ‘αγάπη’… Όλες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες – κι είχα μπόλικες στη ζωή μου – δεν μπορούν να με κάνουν να ξεχάσω την πείνα και την αγάπη. Και παντού, κι απ’ όλο τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δύο λέξεις. Πρέπει να έχεις φαΐ να φας, πρέπει έχεις λίγη αγάπη στη ζωή για ν’ ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να φέρεσαι σωστά».
Το 1954, η Μπίλι θα περιοδεύσει, επιτέλους, στη Ευρώπη, στις ωραίες μεγαλουπόλεις όπου η τζαζ δεν είναι «μουσική για τα μπορντέλα», αλλά αναγνωρίζεται ανέκαθεν ως σημαντικό μουσικό είδος και εξυμνείται από σοβαρούς μουσικολόγους, ενώ λατρεύεται από ολοένα και μεγαλύτερους αριθμούς φανατικών φίλων της μουσικής. Η Μπίλι θα αισθανθεί, συνομιλώντας με τον έξοχο συγγραφέα και κριτικό της τζαζ Μαξ Τζόουνς, ότι είναι πιο ζωντανή από ποτέ, ότι είναι μια σπουδαία μορφή της τέχνης, Θα αισθανθεί ότι, συγκριτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κόσμος στην Ευρώπη είναι πολιτισμένος, ξέρει να φέρεται άψογα, σέβεται και εκτιμά. Θα γνωρίσει ευρωπαίους ταλαντούχους τζαζίστες. Θα θριαμβεύσει και, κυρίως, θα νιώσει απαλλαγμένη από τις ενοχές και από τις σκιές των αστυνομικών της πανταχού παρούσας Δίωξης Ναρκωτικών. Ναι, θα νιώσει ευδαιμονία και βαθιά ευγνωμοσύνη που θα την δείξει έμπρακτα στέλνοντας ωραία και συμβολικά δώρα στους φίλους που έκανε εκεί. Ήταν ίσως οι τελευταίες αναλαμπές της ευτυχίας της.
Η επάνοδος στην Αμερική σήμαινε επιστροφή στον κυκεώνα των προβλημάτων. Ξανά φυλακή, το 1956. Ξανά το πάντα σε επιφυλακή πικρό χιούμορ της Lady Day: «Οι εφημερίδες για ένα πράγμα είναι καλές – οι φίλοι σου μαθαίνουνε ότι σ’ έχουνε δέσει». Αποφυλάκιση με εγγύηση. Ηχογράφηση δύο διαμαντιών της τζαζ και της παγκόσμιας μουσικής εν γένει, του «Lady Sings The Blues» και του «Lady in Satin», με μια βραχνή Μπίλι να συνοδεύεται από μια πλειάδα σπουδαίων οργανοπαικτών. Ακολουθεί νέα περιοδεία στην Ευρώπη και εμφάνιση στο περιλάλητο Olympia στο Παρίσι, εκεί όπου έχουν θριαμβεύσει οι μεγαλύτεροι τζαζίστες, από τον Αρτ Μπλέικι έως τον Τσετ Μπέικερ. Και λίγο μετά, η τελευταία της εμφάνιση στο Μανχάταν, σε φιλανθρωπική συναυλία, η κατάρρευση, η διακόμιση στο Νοσοκομείο Μετροπόλιταν, οι αστυνομικοί που έρχονται ακόμα και εκεί να την συλλάβουν, και, τέλος, η ύστατη φυγή απ’ όλους και απ’ όλα, στις 7 Ιουλίου του 1959.
Εννιά δεκαετίες και τρία χρόνια μετά τη γέννησή της, η Μπίλι Χόλιντεϊ, άγγελος για μας, διάβολος για τις διωκτικές αρχές, άγγελος για τους λάτρεις της μουσικής, διάβολος για τους ανεγκέφαλους ρατσιστές, άγγελος για όσους ξέρουν να ερωτεύονται, διάβολος για όσους ξέρουν μονάχα να βολεύονται, γεννιέται ξανά και ξανά μέσα από τα τραγούδια της που δεν παύουν να επανακυκλοφορούν και να ζεσταίνουν τις καρδιές μας!

1 σχόλιο:

Η Ξένια Παπαδημητρίου είπε...

εξαιρετικό post. Eυχαριστούμε...