Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Τέσσερις Δεκαετίες από τον Θάνατο του Τζον Κολτρέιν


Τζον Κολτρέιν
Κεραυνός σε slow motion

Στην Ευγενία Λουπάκη, για τo πόσο αγαπάει τον Κολτρέιν

Υπάρχει πάντα για τα πάντα η πρώτη φορά, και είναι πάντα αλησμόνητη. Ουδείς λησμονεί την πρώτη φορά που ο καπνός κατέβηκε στα πνευμόνια του ή το ουίσκι κύλησε, με μια συγκλονιστικά τονωτική αψάδα, στο λαρύγγι του. Ποιος λησμονεί το πρώτο φιλί με την πρώτη αγαπημένη, την πρώτη φορά που είδε τον Ζορρό να χλευάζει τον λοχία Γκαρθία, ή τον Ντ’ Αρντανιάν να κάνει σκόνη τα μίσθαρνα όργανα του Καρδινάλιου Ρισελιέ; Ναι, πάντα υπάρχει για τα πάντα μια πρώτη φορά, πάντα χαραγμένη στου νου τις δέλτους τις χρυσές. Το να έχεις μεγαλώσει με το ακραιφνές ροκ, αλλά και με τον Μπομπ Ντύλαν, το να έχεις φτάσει στα δεκαεφτά θαρρώντας ακόμη ότι η τζαζ είναι τα μαϊμουδάκια που, άμα έριχνες ένα δίφραγκο, έπαιζαν τύμπανα και τρομπέτες μέσα σε γυάλινα κουτιά, ή ότι τζαζ είναι απλώς τα ντραμς μιας μπάντας, και αιφνιδίως να ακούς για πρώτη φορά τζαζ γνήσια και θρυλική, και μάλιστα από το σχήμα του Τζον Κολτρέιν, κι ακόμα πιο μάλιστα αυτόν τον κεραυνό σε slow motion, αυτή την ηχητική καταιγίδα, αυτό το εβένινο έπος που τιτλοφορείται «Ole’», ναι, είναι μια συνταρακτικά αλησμόνητη και αλησμόνητα συνταρακτική Πρώτη Φορά, μια Μεγάλη Εμπειρία. Είναι μια παρατεταμένη στιγμή που σε βυθίζει σε θάλασσες ήχων και σε ανεβάζει σε ουράνια ανάτασης και ανάστασης. Είναι κάτι σαν λύτρωση, κάτι σαν εκ νέου μοίρασμα της τράπουλας του κόσμου σου, αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς πια να είσαι αυτό που ήσουν, αισθάνεσαι ότι τώρα αρχίζεις να γίνεσαι αυτός που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα εξακολουθεί να παραμένει φανατικός υπερασπιστής εκείνης της εμπειρίας, μνήμων μνημών και μνηστήρας της μνείας που ολοένα θα επανέρχεται, της μνείας σ’ αυτή τη μουσική που άλλαξε όχι μονάχα εσένα αλλά και όλη την ιστορία της τέχνης.

Το δίχως άλλο, ο Τζον Κολτρέιν, ο Άγιος Ιωάννης της Μεγάλης Μαύρης Μουσικής, όπως προτιμούν πια να αποκαλούν την τζαζ πολλοί ιστορικοί και μελετητές της, ανήκει στη χορεία αυτών που έρχονται για ν’ αλλάξουν τα πάντα, που σεβόμενοι το παρελθόν επιχειρούν να ζήσουν και δημιουργήσουν ήδη στο μέλλον, που σηματοδοτούν στην πράξη και με το έργο τους το τέλος μιας εποχής και την εσπευσμένη αρχή μιας άλλης. Κι ακόμα, ανήκει σ’ αυτόν τον εσμό των δημιουργών που διέπονται από τη διάθεση διαρκώς να διευρύνουν τα όρια, να επηρεάζουν τους πάντες και τα πάντα, δίχως όμως ουδείς να αποτολμήσει να τους μιμηθεί, αλλά απεναντίας, να αισθάνεται βαθιά μέσα του την επίδρασή τους και να αντλεί τις πιο λαμπρές στιγμές της έμπνευσής του από αυτούς. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι κάποια εκκλησία ανακήρυξε όντως άγιο τον Κολτρέιν, ότι δεκάδες εικαστικοί καλλιτέχνες έχουν φιλοτεχνήσει έργα εμπνευσμένα από τη μουσική του, ότι δεν είναι λίγα τα μυθιστορήματα, στα οποία ο Τζον και τα αθάνατα κομμάτια του κοσμούν τις σελίδες του, αρκεί να θυμηθούμε πρόχειρα τα εκπληκτικά νουάρ «Παράθυρο με θέα γυναίκες» και «Πρώην σύντροφοι» του Πατρίκ Ρενάλ, καθώς και το «Μια βραδιά στο κλαμπ», αυτόν τον απόλυτο ύμνο στη μαγεία της τζαζ που μας χάρισε ο Κριστιάν Γκαγί. Ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ αναφέρει τακτικά τον Κολτρέιν στα πονήματά του, και βέβαια δεν υπάρχει εγχειρίδιο σχετικά με την τζαζ που να μην μνημονεύει αυτόν τον σπουδαίο σαξοφωνίστα και συνθέτη.
Ο Τζον Κολτρέιν γεννήθηκε στο Χάμλετ, της Βόρειας Καρολίνας, πριν από οχτώ δεκαετίες, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1926, την ίδια χρονιά με τον Μάιλς Ντέιβις και τον Νίκο Καρούζο, αλλά δεν πρόλαβε να ζήσει παρά μονάχα τέσσερις. Ο πατέρας του, ο Τζον Ρ. Κολτρέιν, ήταν ράφτης και ερασιτέχνης μουσικός, ενώ η μητέρα του, η Άλις Μπλερ, ξενοδούλευε για να τα βγάζει πέρα η οικογένεια. Μολονότι έμεινε στην ιστορία για την εκρηκτική του μανία όταν άρχιζε να σολάρει, μάλιστα έχει καταγραφεί ένα σόλο του διαρκείας, ούτε λίγο ούτε πολύ, δύο, ναι, δύο ολόκληρων ωρών, η άνοδός του Κολτρέιν στο μουσικό στερέωμα ήταν μάλλον αργή. Άρχισε από πιτσιρικάς να παίζει τζαζ σε διάφορα στέκια της Φιλαδέλφειας, συνοδεύοντας συνήθως άλλους, μεγαλύτερους τζαζίστες, και συμμετέχοντας σε εφήμερα σχήματα, φροντίζοντας αργά και σταθερά να βρει τον δικό του, προσωπικό ήχο. Αρχικά έπαιζε άλτο σαξόφωνο, αλλά λίγο μετά τα είκοσι, και αφότου έκανε τη στρατιωτική του θητεία στη Χαβάη, στράφηκε στο τενόρο. Διάφοροι θρύλοι έχουν διαδοθεί στο σύμπαν της τζαζ σχετικά με την μετατόπιση αυτή. Άλλοι λένε ότι απλούστατα βρέθηκε κάποτε να παίζει σε μια μπάντα, αυτή του Έντι «Κλίνχεντ» Βίνσον, η οποία διέθετε άλτο σαξοφωνίστα κι έτσι ο Τζον υποχρεώθηκε να το γυρίσει στο τενόρο, ενώ κάμποσοι διατείνονται ότι, μετά τη γνωριμία του με τον ιδιοφυή Τσάρλι Πάρκερ, ο Κολτρέιν αισθάνθηκε ότι οι εκφραστικές δυνατότητες του άλτο είχαν αγγίξει ένα ανυπέρβλητο ζενίθ και δεν θα είχε ο ίδιος πολλά να προσφέρει με αυτό, ενώ, απεναντίας, μπορούσε να πειραματιστεί γενναία με το τενόρο.
Όπως και να ’χει, το παίξιμό του κέρδισε την εύνοια του άλλου θρύλου της τζαζ, του τρομπετίστα Ντίζι Γκιλέσπι, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1940, προσέλαβε τον Κολτρέιν στην μπάντα του, αρχικά μεγάλη, εν συνεχεία μετασχηματισμένη σε σεπτέτο. Θα αρχίσει να κινεί το ενδιαφέρον των μουσικών και του κοινού, θα παίζει ξανά και ξανά, θα μπει στην μπάντα του Τζόνι Χότζις, θα είναι σαν τον Τσάρλι Πάρκερ «σοβαρός, επιβλητικός, αυστηρός και ωραίος», αλλά συνάμα αρχίζουν να παρουσιάζονται και οι πρώτες άγριες επιπλοκές ύστερα από τις γνωστές, μάλλον εφιαλτικές, εμπλοκές με το αλκοόλ και με τα ναρκωτικά. Ο Κολτρέιν θα προσλαμβάνεται και θα απολύεται από κουιντέτα και σεξτέτα με την ταχύτητα που έχουν τα περίτεχνα, περίπλοκα και καταιγιστικά σόλο του, και μιλάμε για ενίοτε εκατοντάδες νότες το λεπτό!
Η πρώτη καθοριστική στιγμή στη σταδιοδρομία του Τζον είναι η γνωριμία του και η επακόλουθη συνεργασία και φιλία με τον άνθρωπο που αποτελεί την επιτομή της ιστορίας της τζαζ και δεν είναι άλλος από τον Μάιλς Ντέιβις. Τον Ιούλιο του 1955 συγκροτείται το σχήμα των θρύλων: ο Μάιλς στην τρομπέτα, ο Τζον στο τενόρο σαξόφωνο, ο Ρεντ Γκάρλαντ στο πιάνο, ο Πολ Τσέιμπερς στο μπάσο και ο μεθοδικός σίφουνας Φίλι Τζο Τζόουνς στα ντραμς. Από τότε χρονολογείται και η πόλωση των φανατικών της τζαζ, ο χωρισμός τους, αιώνιος πια, ανάμεσα στους λάτρεις του Κολτρέιν και σε αυτούς που απεχθάνονται τα επιτεύγματά του, θεωρώντας τον βλάσφημο, βέβηλο και φονιά του στιλ. Ήδη κάμποσοι κριτικοί επέμεναν να εκδιωχθεί ο Κολτρέιν από το κουιντέτο και να αναλάβει το σαξόφωνο ο Σόνι Ρόλινς, κάτι που όντως έγινε αλλά όχι και τόσο για μουσικολογικούς λόγους.
Ο εθισμός του Κολτρέιν στην ηρωίνη λίγο έλειψε να τινάξει το σχήμα του Μάιλς στον αέρα, οπότε ο Τζον πήρε πόδι. Προηγήθηκε ο γάμος του Τζον με την Νάιμα Γκραμπς, καλλονή απαθανατισμένη από τον γενναιόδωρο μουσικό στο θαυμάσιο ερωτικό κομμάτι που φέρει το όνομά της. Ο γάμος έγινε με κουμπάρους ολόκληρη την ορχήστρα του Μάιλς! Λίγο μετά, ο Κολτρέιν, αργώντας πάντα να εμφανιστεί στα απαραίτητα ραντεβού της μπάντας, και μένοντας πολλές φορές κόκαλο επί σκηνής, ανήμπορος να παίξει, θα προκαλέσει την μήνιν του συνήθως μειλίχιου Μάιλς, ο οποίος θα τον επιπλήξει, τονίζοντας μάλιστα τα λεγόμενά του με μια «ξανάστροφη στη μάπα και μια μπουνιά στο στομάχι», καθώς γλαφυρά λέει κι ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του. Ο Μάιλς σπεύδει, βέβαια, να ομολογήσει ότι στενοχωρήθηκε πολύ για την αποπομπή του Τζον αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. «Δεν είχε τόσο πλάκα η φάση με τον Κολτρέιν», γράφει ο Μάιλς. «Έπαιζε φορώντας κάτι ρούχα που έδειχναν σαν να ’χε μέρες να τα βγάλει από πάνω του, κατατσαλακωμένα, βρόμικα κι ελεεινά. Κι ύστερα, όταν δεν ήταν ντάγκλα πάνω στη σκηνή, καθόταν και σκάλιζε τη μύτη του κι έτρωγε τα κακάδια. Και για τις γυναίκες δεν τον ένοιαζε καθόλου, όπως εμένα και τον Φίλι Τζο Τζόουνς. Ο Κολτρέιν ενδιαφερόταν μονάχα για το παίξιμό του, ήταν δοσμένος ολοκληρωτικά στη μουσική, και μπορεί να του στηνότανε μια γκόμενα ολόγυμνη μπροστά του κι εκείνος να μην την πρόσεχε καν. Τόσο συγκεντρωμένος ήταν όταν έπαιζε».
Ο Θελόνιους Μονκ ήταν παρών στο περιστατικό, άδραξε την ωραία ευκαιρία, παρηγόρησε τον Κολτρέιν και άρχισε να συνεργάζεται μαζί του. Προηγουμένως, ο Τζον πήγε στη Φιλαδέλφεια, αποφασισμένος να κόψει την πρέζα και να επανέλθει στο μουσικό προσκήνιο για τα καλά. Έβαλε τη μητέρα του και την Νάιμα να τον κλειδώσουν σε μια κάμαρα και να του δίνουν μονάχα ψωμί και νερό. Από τότε χρονολογείται και η περιλάλητη θρησκευτικότητά του, μια εμμονή στο ότι η μουσική του είναι δώρο απ’ το Θεό, και ότι μέσω της μουσικής οφείλει να προσφέρει παρηγοριά. Ο ίδιος ήταν φειδωλός όταν μιλούσε γι’ αυτήν του την πτυχή, περιοριζόμενος συνήθως στο να λέει ότι ο Θεός αυτοπροσώπως ήρθε και του είπε ότι θα τον βοηθήσει να απαλλαχτεί από τον εθισμό του ώστε να μπορεί να κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους μέσω της τέχνης του. Πέρα πάντως από τους ποικίλους μύθους, παραμένει γεγονός ότι ο Κολτρέιν πράγματι συνεργάζεται με τον Μονκ, μαθαίνει πάμπολλα από τον μεγάλο πιανίστα, και προχωρεί πια με giant steps, με «γιγάντια βήματα» όπως τιτλοφορεί έναν από τους πιο όμορφους και δυναμικούς δίσκους του, προς την καθιέρωση του προσωπικού του ύφους, τόσο ως ερμηνευτή όσο και ως συνθέτη που πειραματίζεται αενάως με τις μορφές. Ακριβώς εκείνη την περίοδο, ο Κολτρέιν, ανανεωμένος σωματικά και ψυχικά, ανανεώνει και τον τρόπο παιξίματός του και προχωρεί έτσι στην ανανέωση ολόκληρης της τζαζ μουσικής.
Παίζει πια επικεντρωμένος σε μια δική του αντίληψη περί αυτοσχεδιασμού, μια αντίληψη που πάει λίγο πιο μακριά ακόμα κι από την λεγόμενη «τροπική» (modal) αντίληψη που διδάχτηκε κατ’ ουσίαν από τον Μάιλς. Ο Κολτρέιν επιχειρεί μακριές δίχως αναπνοή φράσεις, όπως σημειώνει ο πιανίστας και θεωρητικός της τζαζ Σάκης Παπαδημητρίου, με απότομες αλλαγές στις κλίμακες και ανεξάρτητες σειρές ήχων η μία πάνω στην άλλη. Αυτό αποκλήθηκε από τον κριτικό Άιρα Γκίτλερ, ο οποίος έσπευσε να υπερασπιστεί τον Κολτρέιν όταν δέχτηκε απανωτές επιθέσεις για το παίξιμό μου, «sheets of sound», δηλαδή «συμπαγή τείχη ήχων», σύμφωνα με τον Παπαδημητρίου. Άλλοι μιλάνε για «κύματα έντασης» (waves of intensity), όταν αναφέρονται στο ιδιαίτερο στιλ του Κολτρέιν, ενώ πολλοί συμφωνούν πλέον ότι πρόκειται για μια μουσική απελευθερωτική, βαθιά συγκινησιακή και εξόχως νοήμονα και διαυγή.
Ο Μάιλς ξαναπήρε τον Τζον στην μπάντα του, και το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από το αριστουργηματικό «Kind of Blue», με τον Κολτρέιν να μας προσφέρει ένα από τα πιο όμορφα σόλο στο μαγευτικό «Blue in Green». Παράλληλα δοκιμάζει πετυχημένα τις δυνάμεις του στη σύνθεση, τα σπάει εκ νέου με τον Μάιλς, δίχως ξανάστροφες και μπουνιές τούτη τη φορά. Μάλιστα, ο Μάιλς προβαίνει σε μια συγκινητική, αλλά και καθοριστική για την τζαζ μουσική, χειρονομία. Δωρίζει στον Τζον ένα σοπράνο σαξόφωνο, όργανο παραγνωρισμένο εκείνη την εποχή, με σχεδόν λησμονημένες τις δόξες που γνώρισε στα χέρια και στα χείλη του βιρτουόζου Σίντνεϊ Μπεσέ.
Τον Απρίλιο του 1960, σημειώνεται η δεύτερη κρίσιμη καμπή στην εξέλιξη του Κολτρέιν. Σχηματίζει το προσωπικό του κουαρτέτο που ύστερα από αποχωρήσεις και νέες αφίξεις θα λάβει την θρυλική συνεκτική μορφή με τους Κολτρέιν στο σαξόφωνο, Τζίμι Γκάρισον στο μπάσο, Μακόι Τάινερ στο πιάνο, και Έλβιν Τζόουνς στα ντραμς. Από το σχήμα θα παρελάσει και ο πελώριος, και κυριολεκτικά, Έρικ Ντόλφι, ο λεγόμενος «μουσικός των πολλών πνευστών», ο οποίος θα παίζει φλάουτο. Τα δυναμικά αριστουργήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, χαρίζοντας κύματα φήμης στον Κολτρέιν και την παρέα του. Οι πειραματισμοί με τους τρόπους και τους δρόμους της ινδικής μουσικής, καθώς και η γνωριμία του με τον Ραβί Σανκάρ, οδηγούν πολύ ψηλά τον πήχυ, και ο Τζον φτάνει σε στιγμές κορύφωσης της μουσικής του έκστασης, θεωρεί ότι η μουσική είναι σαν το σύμπαν. «Κοιτάς ψηλά και βλέπεις τα άστρα», λέει για τον Κολτρέιν ο ντράμερ Πέτε λα Ρότσα, «μα πίσω από αυτά υπάρχουν κι άλλα που δεν φαίνονται. Ο Τζον, σ’ όλη του τη ζωή, έψαχνε για τα άστρα που δεν φαίνονται».
Το αποκορύφωμα θα είναι η βαθιά πνευματική σύνθεση «A Love Supreme», του 1964, έργο-σταθμός στην ιστορία της τζαζ, σπουδαίο επίτευγμα συγκινησιακής φόρτισης και νοητικής έντασης. Ο Τζον, την προηγούμενη χρονιά, είχε ερωτευτεί την Άλις Μακλέοντ, η οποία έμελλε να γίνει γυναίκα του, να του χαρίσει τρία παιδιά, να γίνει η Άλις Κολτρέιν, και να εξελιχθεί σε σημαντική αρπίστρια, πιανίστρια και συνθέτη της Μεγάλης Μαύρης Μουσικής.
Λίγους μήνες μετά τη γέννηση του γιου του, του Οράν, και μετά τη διάλυση του γκρουπ του, ο Τζον Κολτρέιν θα αναχωρήσει για την Μεγάλη Μουσική Σκηνή του Ουρανού. Ο παλιός του αλκοολισμός του είχε διαλύσει το συκώτι, και στις 17 Ιουλίου του 1967, ο μεγάλος σαξοφωνίστας και συνθέτης θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή. Αξίζει να επαναλάβουμε τα λόγια που του επεφύλαξε ο σημαντικότερος μαθητής του, ο μέγας Άλμπερτ Άιλερ: «Ο Τζον ήρθε σαν επισκέπτης σ’ αυτόν τον πλανήτη. Ήρθε ειρηνικά και έφυγε ειρηνικά. Αλλά και όσο καιρό έμεινε εδώ, προσπαθούσε διαρκώς να κατακτήσει νέα επίπεδα συνειδητότητας, ειρήνης και πνευματικότητας. Γι’ αυτό θεωρώ τη μουσική που έπαιξε ‘πνευματική μουσική’, τη θεωρώ τον τρόπο που είχε ο Τζον να πηγαίνει όλο και πιο κοντά στον Δημιουργό».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης



1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Οταν ακουω τον Κολτρειν και το πιανο του Τάινερ φευγω απο αυτο τον κοσμο.Ελπιζω να καταστω ικανος να σκορπισω και εγω αυτο το πραγμα με το δικο μου πιανο.
Νομικος.