Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ΠΟΙΗΜΑ


Το Ποίημα Πράβντα

Στον Θάνο Ανεστόπουλο,
25/ΧΙ/2008, στο Closer, Ιπποκράτους 150

Είθε και μακάρι
Και αμήν
Όσα τσιγάρα κάπνισα
Να είχα
Τόσες
Γυναίκες
Αγαπήσει
Μα δύο
Άντε τρεις
Μου έλαχαν
Και είθε
Και μακάρι
Και amen
Αυτές οι δύο
Οι τρεις
Μονάχα
ΕΚΕΙΝΗ
Να ήσαν
Μα η ζωή
Γραφή
Δεν είναι
Και του πνεύματός μου
Άγνωστες
Κατά
Τα έρμα
Τα έργα
Τα ειωθότα
Οι βουλές

Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΑΓΑΠΗ



Γιατί Πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε γι’ Αγάπη

Το Ραδιοχρονογράφημα στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM
και
http://www.kanaliena.gr/

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από έναν συγγραφέα που αγαπάμε, τον Raymond Carver. Ο οποίος για καμιά εικοσαριά χρόνια ήταν το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας. Πιο πολύ τον διάβαζαν στην Ευρώπη παρά στην πατρίδα του. Το ίδιο συνέβη και με τον Henry Miller, ο οποίος μάλιστα ήταν απαγορευμένος από τον Μεσοπόλεμο και έως τη δεκαετία του 1960. Ας θυμίσω ότι ο Carver γεννήθηκε πριν από εβδομήντα χρόνια, το 1938, και αναχώρησε από τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο, προ εικοσαετίας, το 1988. Αμφότεροι οι Carver και Miller έζησαν μες στα ζόρια τα οικονομικά, και διατήρησαν μια θαυμαστή αξιοπρεπή στάση και μιαν εξίσου θαυμαστή προσήλωση στο έργο τους, στο να μπορούν να εκφράζονται με μιαν ελευθερία απόλυτη. Ο Miller, σαν επέστρεψε αναγκαστικά, λόγω της ναζιστικής λαίλαπας και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Αμερική, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στην αχανή χώρα του για να τη γνωρίσει και πάλι. Μετά το ταξίδι έγραψε το σπουδαίο βιβλίο του «Κλιματιζόμενος Εφιάλτης». Θαρρώ ότι ένας συνδυασμός των δύο τίτλων θα μπορούσε να μας προσφέρει υλικό για σκέψη τούτο το Σαββατοκύριακο. Δηλαδή, δεν θα ήταν μάταιο να στοχαστούμε, έστω για λίγο, μες στα τρεχάματά μας και μες στον κυκεώνα των κακών ειδήσεων, πώς φτάσαμε να ζούμε σ’ έναν κλιματιζόμενο εφιάλτη και πώς μπορούμε να μιλάμε για αγάπη, ή τι μπορεί να είναι η αγάπη μέσα σε τέτοιες συνθήκες.
Πώς μπορεί να αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν κατακλύζεται από τον κλιματιζόμενο εφιάλτη, από δεκάδες μικροσυσκευές που τάχατες διευκολύνουν τη ζωή του, αλλά στην πραγματικότητα του φράζουν την ατραπό προς το όνειρο, τον κάνουν να ξεχνάει τι θα πει να ρεμβάζεις, τι θα πει να κάνεις έναν αργό περίπατο σε μιαν όμορφη συνοικία, ν’ αφήνεις το γάμο και να σουλατσάρεις για πουρνάρια; Πώς μπορεί ν’ αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν βομβαρδίζεται από τις γνωστές φυλλάδες που μιλάνε διαρκώς για μίση και συγκρούσεις και διασυρμούς; Πώς μπορεί ν’ αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν ακούει σχεδόν ακατάπαυστα λέξεις όπως φορολογική κλίμακα, κόστος για τον προϋπολογισμό, αύξηση ή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος; Πώς μπορεί να αγαπάει κανείς, με ποιον τρόπο, όταν σχεδόν όλα του τα δευτερόλεπτα είναι δεσμευμένα σε ενέργειες που σχέση ουδεμία δεν έχουν με την ευζωία, με την ηδύτητα, με την ποίηση, με τη φιλία;
Λόγια αφελούς ίσως, αλλά και λόγια που ίσως χρησιμεύσουν στην αγωνιώδη προσπάθεια ορισμένων να συνδεθούν πάλι με την ανθρώπινη βαθιά ουσία, με τα συναισθήματα, με την ευαισθησία. Λόγια που δεν θέλουν να είναι ουτοπικά αλλά που θέλουν να ξαναβρεθεί το χαμένο κέντρο της ανθρώπινης ζωής, και το εν λόγω χαμένο κέντρο είναι η Αγάπη. Κι άμα λάχει, έχω να πω στους πραγματιστές, συμφέρει η Αγάπη, απαλύνει την οδύνη, σε τονώνει, απομακρύνει ότι σε σκοτώνει, σε θωρακίζει απέναντι στα χτυπήματα της καθημερινότητας που έχει γίνει πολύ σκληρή. Ας ξαναδούμε για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε γι’ Αγάπη. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα χάσουμε. Απεναντίας!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/ΧΙ/2008

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ


Δεσποινίς Ετών Εξήντα Έξι

Άκουσα σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο ότι τέτοια μέρα, πριν από εξήντα έξι χρόνια, γεννήθηκε μια από τις πιο αγαπημένες κινηματογραφικές ταινίες, η περιλάλητη «Καζαμπλάνκα». Το 1942, λοιπόν, χάρη σε μιαν εύνοια της τύχης, χάρη στην άρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν να αναλάβει το ρόλο του Ρικ Μπλέιν, ο Μπόγκι, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, είδε το άστρο του ν’ ανατέλλει. Κι ακόμα, χάρη σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, ακόμα και χάρη στα λάθη και τις ασυνέπειες του σεναρίου, στις διαμάχες του σκηνοθέτη Μάικλ Κέρτιζ με τους συνεργάτες του, και χάρη στην πίεση του χρόνου, η «Καζαμπλάνκα» μπόρεσε να είναι μια ανθολογία κινηματογραφικών ειδών και μια πλούσια ανθοδέσμη στερεοτύπων, μια σβέλτη παρέλαση κλισέ, που εντέλει συγκίνησε και εξακολουθεί να συγκινεί. Όπως σημείωσε εύστοχα ο Ουμπέρτο Έκο, «Δυο, τρία κλισέ μάς κάνουν να γελάμε. Εκατό και διακόσια μαζί, τελικά μας συγκινούν».
Γυρισμένη στα γρήγορα, προορισμένη να χρησιμοποιηθεί για προπαγανδιστικούς λόγους, η «Καζαμπλάνκα» κατάφερε να είναι ίσως η δημοφιλέστερη ταινία όλων των εποχών, ξεπερνώντας ακόμα και τον θρυλικό «Πολίτη Κέιν» του μεγαλοφυούς Όρσον Ουέλς. Την είδα πρόσφατα, δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τον άκαμπτο Βίκτορ Λάζλο του Πολ Χένραϊτ και την όμορφη αλλά ιλαρά εκνευριστική Ίζλα Λαντ της Ίγκριντ Μπέργκμαν. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τα λίαν αφελή σεναριακά ευρήματα. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω με τις σκηνές ακραίου μελοδραματισμού.
Από την άλλη, όμως, με συγκίνησε ο Μπόγκι, τσακισμένος από τον έρωτα, αποφασισμένος να είναι ένας κυνικός μαγαζάτορας, κι ωστόσο αρνούμενος στο τέλος να παραμείνει αμέτοχος, απεκδυόμενος το ρόλο του άκαρδου καιροσκόπου. Με συγκίνησε επίσης η αντιμαχία ναζιστών που άδουν αίφνης τη «Φρουρά του Ρήνου» και Γάλλων πατριωτών που, μαζί με άλλους κυνηγημένους, απαντάνε τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Πιο πολύ με συγκίνησε το γεγονός ότι το καστ το απαρτίζουν τριάντα τέσσερις, παρακαλώ, εθνικότητες, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, και κομπάρσοι από την Κεντρική Ευρώπη, κυνηγημένοι όλοι από τους χιτλερικούς.
Κι ακόμα, δεν μπόρεσα να μην μειδιάσω μειλίχια σαν είδα τον Μπόγκι να παίζει σκάκι – ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι, και μάλιστα ήταν δεινός παίκτης. Δεν μπόρεσα να μην χαρώ, έστω κι αν δεν είναι σωστό, που θυμήθηκα ότι στο βιβλίο «Τα τσιγάρα είναι Θεσπέσια» του Ρίτσαρντ Κλάιν, που είχα την χαρά και την τιμή να μεταφράσω πριν από κοντά δεκαπέντε χρόνια, υπάρχουν κάμποσες σελίδες για την «Καζαμπλάνκα» ως την ταινία όπου οι πάντες καπνίζουν μανιωδώς. Και βέβαια, δεν μπόρεσα να μην απολαύσω, με τη συνοδεία ανεκτίμητων αναμνήσεών μου από την Πόλη του Φωτός, τη φράση «Αλλά εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι», μια από τις πιο ερωτικές ατάκες στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης.
Πείτε με, αν θέλετε, αθεράπευτο ρομαντικό, αλλά θαρρώ ότι ταινίες σαν την «Καζαμπλάνκα», μ’ όλα τα ψεγάδια που ενδέχεται να τους καταμαρτυρούμε, αποτελούν, αν μη τι άλλο, υπενθυμίσεις του βαρύτιμου γεγονότος ότι ο άνθρωπος δεν ζει μονάχα από υλοφροσύνη, καθώς έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, αλλά για να δίνει νόημα στη ροή του χρόνου, για να ανθίσταται στις βαναυσότητες της εξουσίας, για να ποντάρει στη ρουλέτα της Αγάπης, του Έρωτος, της Φιλίας.
Ναι, εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 26/ΧΙ/2008

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΝΙΚΕΣ



Αθέατες Νίκες μες στο Θέαμα της Ποταπότητας

Δεν χάνουμε εμμένοντας στις αγάπες μας τις αείζωες: στη μουσική, στην ποίηση, στην λεπταίσθητη πεζογραφία, στα εικαστικά, στον κινηματογράφο. Και πάντα ευγνωμονούμε όσους μας κάνουν δώρα πολύτιμα μέσα από την τέχνη τους. Ιδού, λοιπόν, μια ανθοδέσμη από τέτοια χαρίσματα για να ξεκινήσει η εβδομάδα όμορφα και ωραία και καλά:

Απόψε, και κάθε Δευτέρα, στο Barrio, στην οδό Κεραμεικού 53, στο Μεταξουργείο, οι Fungover, ένα έξοχο τζαζ τρίο, δικό μας, ελληνικό, παίζει καταπληκτική μουσική, ζωντανά, από τις 9 το βράδι και μετά. Ελάτε να τους ακούσετε και θα με θυμηθείτε. Οι Ντούβας, Κασιάνης, και Τριανταφυλλόπουλος, στα τύμπανα, το μπάσο, και το πιάνο, αντιστοίχως, μας ταξιδεύουν στα ηχητικά τοπία της καλής τζαζ.

Στο Barrio, επίσης, ας το επαναλάβω: Κεραμεικού 53 στο Μεταξουργείο, από σήμερα και για ένα μήνα η Ελεάννα Μαρτίνου, συνεργάτις του Καναλιού 1, επί των εικαστικών, εκθέτει μιαν ενότητα έργων με τίτλο Rêverie du Pauvre, Ο Ρεμβασμός του Φτωχού, τίτλος εμπνευσμένος από τον μεγάλο συνθέτη Erik Satie. Πρόκειται για μια σειρά 29 ανθρωποκεντρικών συνθέσεων, που μας θυμίζουν την περιλάλητη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση όποια κι αν είναι η Ερώτηση».

Τα «Διάφανα Κρίνα», μια δεμένη μελωδική μπάντα, με φανατικό κοινό, μας προσφέρουν από σήμερα το νέο τους cd. Θα το παρουσιάσουμε στο Κανάλι 1, θα απολαύσουμε παρέα τις συνθέσεις του Θάνου Ανεστόπουλου, του Παντελή Ροδοστόγλου, του Νίκου Μπάρδη, του Τάσου Μαχά και του Κυριάκου Τσουκαλά.

Η ποιήτρια Ζέφη Δαράκη έρχεται να μας απογειώσει με τα δυναμικά ποιήματά της, με τη νέα της συλλογή «Σε ονομάζω θα πει σε χάνω», εκδόσεις Αλεξάνδρεια. «Ερημώνει η ποίηση το πρόσωπό μου», γράφει η Δαράκη, «Άλλοτε εσήμαινε ουρανό το μπλε του χρόνου/ Τα λόγια ξεκλειδώναν μουσικές// Καρφιτσωμένη στα φυλλαράκια των δέντρων/ αμίλητη στραφτάλιζε η νεότητα/ και απερίγραπτη/ Αχ δε μιλιέται αυτό το ποίημα/ διακλαδώνεται/ στα κλάματα που το γέννησαν// Εκείνη τη μέρα ήταν σίγουρο/ πως θα χιόνιζε/ και θα τα σκέπαζε όλα/ τα πατημένα μεγάλα τίποτα».

Τέλος, ο εκλεκτός ποιητής και πεζογράφος Γιάννης Ευσταθιάδης υπογράφει το περίκομψο βιβλίο «Πορσελάνη», εκδόσεις ύψιλον/βιβλία. Πρόκειται για 44 σύντομα διηγήματα για νεκρές φύσεις όπως μας τις δίδαξε η ζωγραφική, για ένα διαρκές παιχνίδι με τον παρελθόντα χρόνο και την πανταχού παρούσα μνήμη. Διαβάζω ένα απόσπασμα από το διήγημα «Μαύρο στιλό σε μολυβοθήκη»: «Θέλει πάντα οι λέξεις του να αποτίθενται στο χαρτί μέσα από τα νεύρα και τη μοναξιά του χεριού του –με τη φιλική μεσολάβηση του στιλό– και όχι με τους επηρμένους αντικατοπτρισμούς μιας οθόνης. Μαύρα γράμματα, μικρά πενθήματα που συσσωρεύονται στα άσπρα κατάστιχα ενός άγραφου χρόνου, τον παρηγορούν. Αν η ζωή του είναι μια σειρά σβησμένα στιλό, προσπαθεί να ατενίσει τη φλόγα των αχρησιμοποίητων που δεν έγραψαν ακόμη».

Καλή βδομάδα, λοιπόν, με τους Fungover, την Ελεάννα Μαρτίνου, τα «Διάφανα Κρίνα», τη Ζέφη Δαράκη, και τον Γιάννη Ευσταθιάδη να μελωδούν και να λάμπουν μέσα στη μουντάδα αυτών των ημερών, να καταγάγουν νίκες αθέατες μέσα στο θέαμα της ποταπότητας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 24/XI/2008

Ο ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ



Στο Barrio, αυτό το όμορφο μπαρ, στην Κεραμεικού 53 στο Μεταξουργείο, από σήμερα, 24 Νοεμβρίου, και για ένα μήνα η Ελεάννα Μαρτίνου, συνεργάτις του επί των εικαστικών του Καναλιού 1 (90,4 FM και http://www.kanaliena.gr/ )εκθέτει μιαν ενότητα έργων με τίτλο Rêverie du Pauvre, Ο Ρεμβασμός του Φτωχού, τίτλος εμπνευσμένος από τον μεγάλο συνθέτη Erik Satie. Πρόκειται για μια σειρά 29 ανθρωποκεντρικών συνθέσεων, που μας θυμίζουν την περιλάλητη ρήση «Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση όποια κι αν είναι η Ερώτηση».

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εμμονή της Μαρτίνου στην ανθρώπινη μορφή, στο βλέμμα των ανθρώπων, στην ένταση των συναισθημάτων όπως αντικατοπτρίζονται στο πρόσωπο. Μια γεύση από το έργο της, καθώς και πληροφορίες για την καλλιτέχνιδα, βρίσκουμε στο blog της:
http://www.eleanna-martinou.blogspot.com/

Θετικά προκλητική είναι η αντίληψη της Μαρτίνου για την λεγόμενη cheap art, καθώς τα έργα που εκτίθενται έχουν τη μορφή έξοχων εκτυπώσεων επικολλημένων σε δυνατό χαρτόνι, είναι πλαστικοποιημένα και αδιάβροχα, και τιμώνται ανάμεσα στα 30 και τα 50 ευρώ!

Η όλη αντίληψη μας φέρνει στο νου την προφητική παροιμία του υπερρεαλιστή ποιητή René Crevel (10 Αυγούστου 1900 – 18 Ιουνίου 1935): «Δεν μας αρέσουν μήτε οι φακές του πλούσιου, μήτε το χαβιάρι του φτωχού».

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΟΥΣΙΚΗ


22 Νοεμβρίου, η γιορτή της Αγίας Καικιλίας, προστάτιδας της Μουσικής.
22 Νοεμβρίου, από τις 11 το βράδυ και μετά, η εκπομπή "Αφρός των Ημερών" και ο Ίκαρος Μπαμπασάκης
γιορτάζουν την Αγία Καικιλία, γιορτάζουν τη Μουσική.
22 Νοεμβρίου, Κανάλι 1, Πειραιάς, μια μουσική πανδαισία.
22 Νοεμβρίου, οι νότες και οι μελωδίες, γιορτάζουν.
22 Νοεμβρίου, φίλες και φίλοι, ακούστε Κανάλι 1, ακούστε ΄Ικαρο Μπαμπασάκη, από τις 11 το βράδυ και μετά!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ


Δίκασαν τον φίλο μου τον Ξενοφώντα τον Μπρουντζάκη ως πορνογράφο! Στα 2008! Γιατί εξέδωσε γαλλικά κλασικά υπέροχα ερωτογραφήματα! Διάβασα, λοιπόν, το παρακάτω, σήμερα στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM (www.kanaliena.gr) , ένα δικό μου ερωτογράφημα μαζί με λόγια άλλων, να δούμε αν θα μας δικάσουνε κι εμάς! (Αύριο, στο ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, 11 το πρωί έως 2 το μεσημέρι, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής μπλα-μπλα κρίσως και του Βατο-Βαλτοπεδιακού Βιντεοσκανδάλου, θα κάνω ένα μουσικό και λογοτεχνικό αφοέρωμα στα Money! Όπως λέγαμε παλιά ΣΤΑΚΑΜΑΝ, ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΟΥ Ή ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΓΚΑΓΚΑΝ-ΓΚΑΓΚΑΝ!!!)

Ελελεύ, Ελένη! Ωσαννά, Ιωάννα!

Άραγε τι είναι εντέλει τα βιβλία αν όχι κριοί πολιορκητικοί που του Καρκίνου τον τροπικό με άφατη γλύκα και ηδύτητα να εκπορθήσουν θέλουν; Άραγε τι είναι ο επερχόμενος Απρίλιος δίχως την ερωτοτροπία με τον ηδύ Ιούνιο; Τι μπορεί, φίλοι μου καλοί, να είναι η επανάσταση δίχως του έρωτος το ασημένιο τάσι και την χρυσαφένια τάση; Κι όλου του κόσμου οι φλυαρίες, το ξέρουμε πια, τίποτε δεν είναι αν δεν νιώσεις πόσο Εκείνης που αγαπάς οι σιωπές πολύτιμες και σεβαστές είναι. Ναι, τα βιβλία αυτά ξέρουν τρυφερά και τρυφηλά να μας μαθαίνουν, είτε πριν από δέκα μέρες γράφτηκαν είτε πριν από αιώνες δέκα. Μας μαθαίνουν τα βιβλία ότι η ρώμη μας ανοχύρωτη είναι σαν στα εικοσιτετράωρά μας του έρωτος το νάμα κατισχύσει. Μας μαθαίνουν τα βιβλία ότι, καθώς λέγει ο Θάνος Ανεστόπουλος με τα Διάφανά του Κρίνα, «χθόνιοι και γήινοι είμεθα, φίλε», ότι το Σήμερα αν να ζεις δεν ξέρεις, πάει, χάθηκες, για τώρα και για πάντα! Ιδού, λοιπόν, ακόμα μια ανθοδέσμη από φράσεις αγριεμένες κι αλιευμένες από πάντοτε πολύτιμα βιβλία!

«Τις ευγενείς ψυχές δεν μισούν οι θεοί.
Τα βάσανα χτυπούν μονάχα τους ανώνυμους.
Της Λήδας τέκνα και του Διός,
θα σβήσω την οργή μου για την Ελένη
και δεν θα σκοτώσω την αδελφή μου.
Αφού το θέλουν οι θεοί ας επιστρέψει στην πατρίδα της.
Να ξέρετε μονάχα πως τη στολίζουν σωφροσύνη κι ευγένεια
ψυχής. Γεννήθηκε με σπάνια χαρίσματα
κι έχει λεπτούς τους τρόπους. Εύχομαι να τη χαίρεστε.
Μύριες μορφές παίρνει το θείο.
Μύρια όσα κι ανέλπιστα οι θεοί εκπληρώνουν»

Ευριπίδης, «Ελένη» (μτφρ. Κ. Χ. Μύρης, εκδ. Πατάκης)

«Ελένη είναι ο τρόπος, να περιπατής στο άγριο δάσος

να μην φοβάσαι τον λύκο, τ’ αγκάθια να μην σε τρυπάνε

ν’ ακολουθής στο τρέξιμο το πιο γοργό ζαρκάδι, να το προφτάνης

να το κυττάς κατάματα, στα μάτια της Ελένης»

Ηλίας Λάγιος, «Φεβρουάριος 2001» (εκδ. Ερατώ)


«Αν λοιπόν, της Ελένης ο οφθαλμός, αφού χάρηκε από το σώμα του Αλέξανδρου, στην ψυχή παρέδωσε προθυμία και άμιλλα ερωτική, τι το άξιο απορίας; Αυτόν, λοιπόν, που, εάν θεός, θεών θεία δύναμη έχει, πώς θα ήταν δυνατό ο κατώτερός του αυτόν να απωθήσει και σ’ αυτόν να αμυνθεί; Εάν όμως είναι νόσημα ανθρώπινο και ψυχής αγνόημα, δεν πρέπει ως σφάλμα να κατακριθεί αλλά ως ατύχημα να νομισθεί. Γιατί ήλθε ως ήλθε στης ψυχής τα κυνήγια, ούτε με βουλεύματα που η γνώμη έκανε ούτε από ανάγκες που ο έρως έχει ούτε από ετοιμασίες που η τέχνη έκανε.
Πώς λοιπόν, πρέπει δίκαιη να θεωρηθεί η μομφή προς την Ελένη, που είτε από έρωτα κυριεύθηκε είτε με λόγο πείσθηκε είτε με βία αρπάχθηκε είτε από ανάγκη θεϊκή έπραξε όσα έπραξε και έτσι, με κάθε τρόπο, διαφεύγει να είναι αιτία;
Με τον λόγο αφαίρεσα γυναίκας κακή φήμη, έμεινα μέσα στην υποχρέωση που έθεσα σαν άρχισα τον λόγο. Δοκίμασα να καταλύσω μομφής αδικία και δόξης αμάθεια. Τον λόγο θέλησα να γράψω, Ελένης εγκώμιο, δικό μου όμως παιγνίδι»

Γοργίας, «Ελένης Εγκώμιον» (μτφρ. Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά, εκδ. Ζήτρος)




Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ



VIDEOGAMES

Σαράντα χρόνια πριν, ξεσπάει ο Μάης του 68. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε εκδοθεί και είχε διαδοθεί ταχέως στους πιο ενημερωμένους κύκλους, ένα βιβλίο. Η Κοινωνία του Θεάματος, του Guy Debord. Ένα βιβλίο ακριβώς εκατό χρόνια μετά την έκδοση του Κεφαλαίου του Καρόλου Μαρξ, αλλά και την έκδοση των Ανθέων του Κακού του Καρόλου Μπωντλαίρ. Ο Debord ανέλυε την πιο προχωρημένη φάση του καπιταλισμού ως συσσώρευση θεαμάτων, ως διολίσθηση και εκπεσμό του βιώματος σε εικόνα, ορίζοντας το θέαμα ως το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα. Το 1988, επεξέτεινε την ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας, τονίζοντας ότι το μυστικό, η μαφία, το θέαμα διαπλέκονται και συνεργάζονται αγαστά. Εδώ και κάμποσους μήνες, στη χώρα μας, διαπιστώνει και ο πιο αδαής πόσο ακριβείς ήσαν οι παρατηρήσεις του Γάλλου στοχαστή.
Απροκάλυπτα, ανενδοίαστα, αναίσχυντα η εξουσία έχει γυμνωθεί από το όποιο ιδεολογικό άλλοθι, η δε πολιτική διεξάγεται μέσω μαγνητοσκοπήσεων, κρυφών καμερών, φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ακόμα και κίτρινων ψευτοκοσμικών φυλλάδων. Όπως προειδοποιούσε ο Μάνος Χατζιδάκις πριν από τρεις δεκαετίες, όταν η φριχτή όψη του τέρατος γίνεται αφίσα σε φοιτητικές κάμαρες, όταν η ασχήμια γενικεύεται και απλώνεται παντού, παραλύει όχι μονάχα η πολιτική σκέψη, όχι μονάχα ο φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά κάθε σκέψη εν γένει, κάθε λογική, και φτάνουμε στο σημείο να θεωρείται τρομοκράτης ή να εξοβελίζεται ως παρίας στο περιθώριο, όποιος βγει και πει δημοσίως ότι δύο και δύο ίσον τέσσερα. Πολύ ορθά, και με κάποια υποβόσκουσα απόγνωση αναμεμειγμένη με δίκαιη πικρία, επιμένουν σήμερα να μας θυμίζουν, ο Βασίλης και ο Γρηγόρης στην εκπομπή τους «Παιχνίδια Εξουσίας», την περιλάλητη παροιμία «Όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος κοίταζε το δάχτυλο». Σα να λέμε, σήμερα τα αυτονόητα έχουν σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί, η λογική έχει κονιορτοποιηθεί, ο τίτλος εκείνης της ωραίας ταινίας «Σεξ, ψέματα, και βιντεοκασέτες» μοιάζει να είναι το σύνθημα στα λάβαρα των σημερινών κονταρομαχιών, ίσως κιόλας και το επίγραμμα μιας κοινωνίας που βουλιάζει στον γενικευμένο παραλογισμό.
Κινδυνεύοντας ίσως να γινόμαστε βαρετοί, κάποιοι επιμένουμε να επαναφέρουμε τα αυτονόητα στη συζήτηση, να αφήνουμε στην άκρη το ιλαροτραγικό σπλάτερ της κατ’ ευφημισμόν σύγχρονης πολιτικής, και να προπαγανδίζουμε τον καλό κινηματογράφο, την καλή μουσική, την καλή ποίηση. Να προπαγανδίζουμε την επιστροφή στον Αριστοτέλη, στον Hegel, στον Καστοριάδη, στον Debord, σε όσους επιχείρησαν να διαυγάσουν τις δομές των κοινωνιών στις οποίες έζησαν. Να προπαγανδίζουμε ότι ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση, και να επιμένουμε στην επαναφορά του θάλπους, της συνεννόησης, της κατανόησης, της λησμονημένης ανθρωπιάς στις ανθρώπινες σχέσεις. Μια κάπως ακραία διάθεση αισιοδοξίας με ωθεί να πω, με τη σειρά μου, ότι αν καταφέρουμε εμείς οι απλοί πολίτες να συνεννοηθούμε και να συντονιστούμε ίσως όντως να «φύγουν νύχτα» όσοι δεν θα έπρεπε να είχαν έρθει, ή έστω να συνετιστούν όσοι έχουν αφηνιάσει για τα καλά και επικίνδυνα για όλους μας!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/ΧΙ/2008

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ ΧΕΙΛΑΣ ΤΑΡΝΑΝΑΣ



Απόψε, Σάββατο 15 Νοεμβρίου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM (http://www.kanaliena.gr/ ), από τις 11 το βράδυ και έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον συγγραφέα και ποιητή Γιώργο Δουατζή. Θα συζητήσουν για τον μεγάλο μας ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, για την κατάσταση της Τέχνης σήμερα, για τον Έρωτα και τη Φιλία. Θα ακουστούν, μεταξύ άλλων, μουσικοτεμάχια από τα λίαν ενδιαφέροντα νέα έργα του Περικλή Χειλά («Ερωτιδέας», κυκλοφορεί από τον Ιανό, σε παραγωγή του Γιώργου Χρονά) και του Ανδρέα Ταρνανά («Πικροδάφνη», κυκλοφορεί από την Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ).

Από τη 1 και έως τις 3, ακούστε το «Τζουκμπόξ του Μεσονυχτίου» με μουσικές επιλογές του Μπαμπασάκη και με έμφαση στην jazz και τα blues.

«Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.
Κι η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ»
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΦΥΛΑΚΕΣ



Οι φυλακές και ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης

5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας της οποίας εθνικός ύμνος είναι το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» του Διονυσίου Σολωμού. 5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας με δύο Νόμπελ Ποίησης, με πέντε Βραβεία Λένιν (Κώστας Βάρναλης, Μανώλης Γλέζος, Γιάννης Ρίτσος, Μίκης Θεοδωράκης, Χαρίλαος Φλωράκης). 5251 απεργοί πείνας στις φυλακές μιας χώρας όπου κάποτε οι λέξεις και έννοιες ελευθερία, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αλληλεγγύη, λογισμός, όνειρο, αγάπη έλαμπαν καθημερινά στα πρόσωπα των ηλιόλουστων κατοίκων της, όσες κι αν ήσαν οι κακουχίες που τους μάστιζαν. 5251 απεργοί πείνας στην Ελλάδα, και δεν βλέπουμε να κυλάνε κόμποι ιδρώτα σε κανενός αξιωματούχου τα αδιάβροχα ώτα.
Το θέμα λαμβάνει διαστάσεις διεθνείς αλλά εδώ οι υψηλά ιστάμενοι φαίνεται ότι αιφνιδίως εφαρμόζουν κυριολεκτικώς τον στίχο του Νίκου Εγγονόπουλου «Να μην ταραχθεί κανείς». Και γιατί να ταραχθεί; Τι είναι οι κρατούμενοι, αυτές οι πάνω από12000 ψυχές, παρακαλώ; Τι είναι οι κρατούμενοι, αυτοί οι στοιβαγμένοι σε κελιά που τσακίζουν τις έννοιες για τις οποίες νιώθαμε κάποτε περήφανοι σ’ αυτόν τον τόπο, τις έννοιες, ας τις επαναλάβω, της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, του φιλότιμου, της αλληλεγγύης, του λογισμού, του ονείρου, της αγάπης;
Αναρωτιέμαι πόσοι από μας έχουν κάνει έστω τον ελάχιστο κόπο να διαβάσουν κάποια συγκλονιστικά κείμενα που έχουν γραφτεί πίσω από τα σίδερα; Και δεν εννοώ μονάχα περιλάλητα γραπτά όπως του Αντόνιο Γκράμσι, ή του Τόνι Νέγκρι, αλλά κείμενα που μιλάνε για τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στις φυλακές, για τις ανάγκες τις στοιχειώδεις των κρατούμενων, όποιοι κι αν είναι, απ’ όπου κι αν κρατάει η σκούφια τους, ό,τι κι αν έχουν κάνει; Η Άντζελα Ντέιβις, μαύρη, κομμουνίστρια, πανεπιστημιακός, που έζησε κι αυτή στη φυλακή, γράφει για τη «βιομηχανία της τιμωρίας», και θα μιλήσουμε τις επόμενες μέρες γι’ αυτό.
Ντροπή και όνειδος και αίσχος. Και την τιμή της χώρας να τη σώζουν και πάλι μονάχα κάποιοι πεισματικά ευαίσθητοι ακτιβιστές, κάποιοι σκόρπιοι δημοσιογράφοι, σαν την Ιωάννα Σωτήρχου, κάποιοι ραδιοσταθμοί με καρδιά, όπως ο δικός μας, με τον Νίκο Μπουρσινό και τη «Λαϊκή Αγορά» του, και ο «Στο Κόκκινο», με τον Μάριο Διονέλλη, και κάποιοι καλλιτέχνες, όπως οι έξοχοι Γιάννης Αγγελάκας, Φοίβος Δεληβοριάς, Δανάη Παναγιωτοπούλου, Παύλος Παυλίδης and the b-movies, Ζορζ Πιλαλί, Μανώλης Φάμελος, Ελελεύ, Locomondo (unplugged), Μagic de Spell, Ρόδες και Flaco, με τη μεγάλη συναυλία αλληλεγγύης τη Δευτέρα.
Αλλά όλα είναι αλληλένδετα, και ας μου επιτραπεί η όχι και τόσο παράδοξη, και λίαν μελαγχολική σκέψη, ότι φέτος, το 2008, σχεδόν ουδείς σ’ αυτή τη χώρα δεν τίμησε τα εκατό χρόνια, τον έναν αιώνα, από τη γέννηση, στις 20 Απριλίου του 1908, του σημαντικότατου ποιητή και συγγραφέα υψηλών φιλοσοφικών πονημάτων, του Γιώργου Σαραντάρη. Να θυμίσω ότι στρατεύτηκε το 1940, πολέμησε στην Αλβανία, τον χτύπησε εκεί ο τύφος, και άφησε την τελευταία του πνοή το 1941, ούτε καν 33 χρονών. «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε/ Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα/ Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους/ Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου/ Και στη σκόνη του καιρού/ Σημαίνει πως φοβούμαστε/ Και η ζωή μας έγινε ξένη/ Ο θάνατος βραχνάς», έγραψε ο Σαραντάρης, συνοψίζοντας άριστα το πρόταγμα των λεγόμενων ιστορικών πρωτοποριών, το κίνημα για την πραγμάτωση της Ποίησης μέσα στην καθημερινή ζωή. Η οποία καθημερινή ζωή, όπως αντανακλάται και στη διαβίωση στη φυλακή, δυστυχώς νοσεί, και μάλιστα πολύ.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 12/XI/2008



.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΝΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ



Επιτέλους! Επιτέλους! Το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, τώρα και στο διαδίκτυο. Απολαύστε τις αγαπημένες σας εκπομπές σ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκεστε. Συντονιστείτε!!!
www.kanaliena.gr

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ


Spyridoula

Απόψε, Σάββατο, 8 Νοεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα, και ίσως μέχρι αργάμιση χαράματα και βάλε, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», ο Ίκαρος Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον Νίκο Σπυρόπουλο, ψυχή μετά του αδελφού του Βασίλη της θρυλικής μπάντας «Σπυριδούλα». Εξοπλισμένοι με δισκάκια από όλο το φάσμα του ροκ-εντ-ρολ, των blues, της jazz, με βιολογική γραβιέρα Κρήτης, κρασί από εξαίσιους αμπελώνες της Κεϋλάνης, κουραμάνα Θάσου, ελιές Πράγας, και χαλβά Βαρσοβίας, γιορτάζουν τα γενέθλια της «Σπυριδούλας», τα επίσης γενέθλια του Σπυρόπουλου, και την ονομαστική εορτή του Ίκαρου. Κέφια εγγυημένα. Συντονιστείτε και δεν θα χάσετε!

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Η ΣΩΤΗ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ



Αύριο, Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, στην εκπομπή-μαμούθ «ΡΑΔΙΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ», από τις 11 το πρωί και έως τις 2 το μεσημέρι, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί την ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, και συζητούν για την εκλογή Ομπάμα και για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως βούληση και ως παράσταση. Θα ακουστούν μουσικές επιλεγμένες από τους δύο συνομιλητές, κυρίως jazz και blues (επιλογές του Ίκαρου) και rap και hip-hop (επιλογές της Σώτης). ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΙΤΕ!!!

Δείτε κι αυτό, για ορεκτικό: http://news.bbc.co.uk/1/hi/world/americas/us_elections_2008/7710079.stm

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟΟΜΠΑΜΑ



Το παρακάτωθι ακούστηκε σήμερα, 5 Νοεμβρίου 2008, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, δώδεκα παρά πέντε, κατά τα ειωθότα. Ας πιούμε το βραδάκι ένα ποτήρι για τα όσα ίσως αλλάξουν στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Και κυρίως, ας πιούμε ένα ποτήρι, για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για τον Τσάρλι Πάρκερ, για τον Τζον Κολτρέιν, για τον Σίντνεϊ Πουατιέ, για τον Σάμιουελ Τζάκσον, για τον Μόργκαν Φρίμαν, για τον Τζέιμς Μπόλντουϊν, για τον Τζον Λι Χούκερ, για τον Τζίμι Χέντριξ, και για τον… Θανάση Μήνα! Κι από μένα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ στον Επισμηναγό Όλεθρο και στην Έρα!


Ξενύχτι για τον Ομπάμα

Συνήθως ξενυχτάμε για να γλεντήσουμε με φίλους, ή γιατί διαβάζουμε ένα συναρπαστικό βιβλίο, ή γιατί δουλεύουμε. Χτες ξενύχτησα, μαζί με πολλούς άλλους, είμαι σίγουρος, γιατί παρακολούθησα με ποικίλους τρόπους την εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα, από το Γενάρη τεσσαρακοστού τετάρτου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Μια ιστορική εκλογή, μια αλλαγή σελίδας, και μάλιστα μια αλλαγή που φαίνεται να έχει συνέπειες άλλες πέρα από τις πολιτικές.
Και μόνο το γεγονός ότι, σαράντα χρόνια μετά τη δολοφονία του, επανήλθε πολλαπλώς και πολλαχώς το όνομα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και ακούστηκε η φωνή της κόρης του, ξανά και ξανά, δεν είναι λίγο για κάποιους από μας. Και μόνο το γεγονός ότι αντικαταστάθηκε η ένρινη στριγκιά φωνή του Μπους από την βαθιά νέγρικη αφροαμερικάνικη μαύρη λίαν καλλιεργημένη φωνή ενός ανθρώπου της γενιάς μου, είναι πολύ για πολλούς από μας. Και μόνο το γεγονός ότι σίγουρα ανθίζουν προσδοκίες από τις οποίες ενδέχεται κάποιες να γίνουν πραγματικότητα, μοιάζει ευοίωνο. Και μόνο το γεγονός ότι ένα τέτοιο όνομα, Μπάρακ Χουσεΐν (παρακαλώ) Ομπάμα, θα ακούγεται επί χρόνια στη θέση των Μπιλ και των Τζορτζ, ίσως να μην είναι τόσο ασήμαντο όσο φαίνεται.
Και μόνο το γεγονός ότι, είτε το πιστεύει είτε όχι, ένας Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών διατείνεται ότι η δύναμη της Αμερικής δεν είναι τα όπλα ή η οικονομική ισχύς αλλά οι ιδέες είναι, το δίχως άλλο, μια νότα αισιοδοξίας. Και μόνο το γεγονός ότι υποψιάζομαι πως δεν θα μιλάμε πια για «πλανητάρχη» αλλά για έναν πολιτικό με προσωπικότητα αλλάζει ήδη τα πράγματα. Και μόνο το γεγονός ότι οι νεότερες γενιές ήσαν αυτές που στην συντριπτική πλειονότητά τους στήριξαν και ψήφισαν τον Μπάρακ Ομπάμα, καθώς και το ότι ενώ το 2004 η συμμετοχή των Αμερικανών στις εκλογές άγγιζε μόλις το 50 τοις εκατό, ενώ τώρα το ποσοστό ίσως σπάει ρεκόρ, ξεπερνώντας και εκείνο των εκλογών που ανέδειξαν Πρόεδρο των ΗΠΑ τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, πριν από σχεδόν μισό αιώνα, δεν αποκλείεται να σημαίνει την αρχή του τέλους της αποχαυνωτικής, και επικίνδυνης, απάθειας αυτού του μωσαϊκού λαού.
Και μόνο το γεγονός ότι, μολονότι κανείς δεν μπορεί πια να είναι εύπιστος και αφελής, πολλοί από μας φρονούμε ότι η εκλογή Ομπάμα ίσως είναι μια ευκαιρία αποκατάστασης της χαμένης τιμής των Ηνωμένων Πολιτειών, μια ευκαιρία αναβίωσης ενός πολιτισμού, μιας κουλτούρας, ενός μανταρίσματος και μπαλώματος του κουρελιασμένου αμερικανικού ονείρου, είναι κάτι που δεν θέλουμε να το παραβλέψουμε. Ας μου επιτραπεί και μια λίαν προσωπική, λίγο μελαγχολική, κουβέντα: και μόνο το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω να εκλέγεται Πρόεδρος των ΗΠΑ ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1961, ήτοι οχτώ μήνες μετά από μένα, δεν με κάνει μονάχα να αισθάνομαι ότι μεγαλώνω ταχέως αλλά και ότι στο δοιάκι της εξουσίας στην Αμερική θα βρίσκεται από τις 20 Ιανουαρίου του 2009 ένας τύπος της γενιάς μου, και δη μικρότερός μου. Ωραία όλα αυτά. Να δούμε του χρόνου τέτοιες μέρες τι θα λέμε!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/XI/2008

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

ΡΑΔΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑ


Το έγραψα σήμερα, θα το διαβάσω στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, ελπίζοντας όπως ξέρουν οι απελπισμένοι, πλην εγλεντζέδες και ωραίοι, να ελπίζουν. Το αφιερώνω στον φίλο Στέλιο Ελληνιάδη, γιατί ξέρει καλά την τέχνη να διαφωνεί με ευγένεια, να καβγαδίζει με ευπρέπεια, να ζει με ευφροσύνη. «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου, ούτε το χαβιάρι του φτωχού», έγραψε (τόσο προφητικά) ο υπερρεαλιστής και κομμουνιστής Ρενέ Κρεβέλ, ποιητής, εύμορφος, αυτόχειρας.


Αμέρικα, Αμέρικα!

Να μην είναι Αμερική μονάχα του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι και του Ροβέρτου του αδελφού του οι δολοφόνοι, κι οι φονιάδες του Μαρτίνου Λούθηρου Κινγκ, κι εκείνοι που έστειλαν στον άλλο κόσμο, βάναυσα και προμελετημένα, τον Γκεβάρα, κι οι άλλοι που έριξαν τον μειλίχιο Αλιέντε, πέρα εκεί, στη Χιλή, κι αυτοί, οι ίδιοι κακοποιοί, που σακάτεψαν μακέλεψαν δήωσαν χώρες και λαούς με σκοτεινά ραδιούργα σχέδια, κι όσοι στην εξορία ώθησαν τόσους και τόσους ευαίσθητους συγγραφείς και ποιητές, μάστορες της τέχνης, σαν τον Μπάροουζ και τον Γκίνσμπεργκ και τον Κόρσο, και τον Ερρίκο Μίλερ και τον Παύλο Μπόουλς, ο ένας για να γράψει στο Παρίσι τα αριστουργήματά του, τους «Τροπικούς», ο άλλος για να χωθεί και να χαθεί κάτω από έναν προστατευτικό ουρανό στην Ταγγέρη και να μας προσφέρει «Τσάι στη Σαχάρα».

Να μην είναι Αμερική μονάχα όσοι τσάκισαν της Μέριλιν το κάλλος, κι όσοι τρέλαναν τον Κερουάκ τον Μουσηγέτη, κι όσοι έστειλαν τον Ντάσιελ Χάμετ να σαπίσει σε υγρά κελιά, κι όσοι φρόντισαν να πεθάνει ενδεής ο μέγας Γκράουτσο Μαρξ, κι όσοι δεν έμαθαν ποτέ ποιος ήταν και τι πρόσφερε ο Τζόνι Κασσαβέτης, κι όσοι δεν αναρωτήθηκαν ούτε στιγμή σ’ όλη τους τη ζωή τι έκανε τον Έρνεστ «Πατερούλη» Χέμινγουεϊ να πάρει μια καραμπίνα και να τινάξει το σύμπαν του όλο στον αέρα. Να μην είναι Αμερική μονάχα αυτοί κι οι όμοιοί τους.

Να είναι Αμερική και όσοι ομνύουν στον ποταμό των λέξεων του Ουόλτ Ουίτμαν και στου Νόρμαν Μέιλερ το θυελλώδες γράψιμο, στου Τσάρλι Πάρκερ και στου Τζον Κολτρέιν τα ατίθασα σαξόφωνα, και στου Μπομπ Ντίλαν την ακόπαστη δημιουργικότητα. Να είναι Αμερική κι εκείνοι που εντρυφούν στο έργο το μοναδικά μεγαλοφυές του Τόμας Πίντσον, του Commander, κι εκείνοι που λεπτομερώς γνωρίζουν τα έργα και τις ημέρες του ζεύγους του αχράντου Μπόγκι και Μπακόλ, Χάμφρεϊ και Λορίν.

Να είναι Αμερική και η ιερή μανία του Τζάκσον Πόλοκ ν’ αναμετρηθεί με τον Πικάσο, μανία που τον έκανε ζωγράφο ρηξικέλευθο. Να είναι Αμερική κι η συνοικία η ζεστή που φιλοξένησε τους κυνηγημένους από τους ναζί Ναμπόκοφ Βλαδίμηρο και Ντυσάν Μάρκελλο και Μπρετόν Ανδρέα. Να είναι Αμερική κι αυτός που επινόησε τα φλιπεράκια, κι ο άλλος που σκαρφίστηκε τη συνταγή της κόκα-κόλα, κι ο τρίτος που σχεδίασε το αθάνατο αμάξι Φορντ Μάστανγκ. Να είναι Αμερική ο Ιάκωβος Δανιέλος που μας δώρισε το πιο εύγευστο μπέρμπον, ακόμα και όσοι καταπιάστηκαν να φτιάχνουνε κρασί στην Καλιφόρνια. Και, προπάντων, στο όνομα των παιδικών μας αναμνήσεων, Αμερική να είναι ο Γεώργιος Σάφορντ Πάρκερ, Νοέμβριο γεννημένος του 1937, που εφηύρε τον στυλογράφο που φέρει το όνομά του, και ο συγγραφέας του «Ζορρό», ο Τζόνστον Μακάλι, κι αυτός του «Ταρζάν», ο Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 4/XI/2008

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

BARRIO


Barrio

Σήμερα, Κυριακή 2 Νοεμβρίου, στο BARRIO, Κεραμεικού 53, Μεταξουργείο, από τις 6 το απόγευμα, ο Μπαμπασάκης παίζει αμερικανική μουσική εν όψει των εκλογών της Κυριακής, μια πανδαισία ήχων από την jazz και τα blues ως τη σύγχρονη folk και rock. Οι Αμερικανοί τα κάνουν μπάχαλο στην εξωτερική πολιτική, αλλά μας πρόσφεραν συγκλονιστικά επιτεύγματα στη μουσική, στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο. Έμφαση στην Τέχνη των ΗΠΑ, λοιπόν, απόψε! Παράλληλα, θα προβάλλονται ταινίες με τον Humphrey Bogart, εν είδει οπτικών τοπίων.

Επίσης στο BARRIO, κάθε Τρίτη βράδυ παίζει ζωντανά τα δυναμικά του blues, τις τρυφερές μπαλάντες του, και ένα φάσμα από ωραία άσματα, ο πλανόδιος τροβαδούρος Jimmy, ένας πανύψηλος Ελληνοαμερικανός, με την «Ελένη», τη δωδεκάχορδη κιθάρα του.

«Η νύχτα είναι μια φωτισμένη πολιτεία που τη λυμαίνονται οι αλήτες κι οι ποιητές» [Τάσος Λειβαδίτης]

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ΜΕΛΙΝΑ


Στον πάντα φιλόξενο Ιανό, στην Σταδίου, ακούστηκε (τρεμουλιαστά και συγκινημένα, αγέρωχα και λυπημένα, ποτισμένο στο πιοτό, δε λέω, αλλά και με νηφαλιότητα απόλυτη) το παρακάτωθι περσινό κείμενο για τη Μελίνα. Η φωτογραφία είναι της Ελεάννας Μαρτίνου. Ακούστηκε (πριν από το κείμενο) το «Moonchild» του Rory Gallagher και (κατόπιν) το «Hurt» από τον Johnnie Cash. Μετά, ίσως κομμάτι αγενώς, πήρα τα δάκρυά μου και με τη βοήθεια της Αγαπημένης μου αναχώρησα για το κονάκι μου. Αγαπάω ΟΛΟΥΣ όσοι ήσαν εκεί.

Dignity ή Talkin’ about my Generation


Αλλά ο ουρανός είναι ίδιος πάνω από όλη τη γη.
Κουρνιάζει τα βράδια ντυμένος στα μαύρα, και μπλε να φοράει το πρωί και να ξεπορτίζει για να προϋπαντήσει τον ήλιο


Ειπώθηκε σωστά ότι η Ποίηση είναι η Αμοιβαιότητα των Δακρύων. Ας ειπωθεί, λοιπόν, ότι το Κλάμα είναι η Αξιοπρέπεια της Φιλίας. Είδα φίλους, και φίλων φίλους, συναγμένους –και τι είναι η Φιλία αν όχι Σύναξις Ψυχών;– αυτή τη φορά όχι σε υπόγειες, μα ηλιόλουστες κάμαρες, της δημιουργίας και της παραφοράς, όχι στης νύχτας τα φώτα τα ολόφωτα, αλλά στο «δικό μας» σιγά-σιγά Κοιμητήριο του Ζωγράφου. Χρήστος, το ενενήντα τρία~ Ηλίας, το δύο χιλιάδες πέντε~ Μελίνα, φέτος, στα τέλη του Οκτώβρη. Βακαλόπουλος, Λάγιος, Καρακώστα~ κι ακόμα ο Δαβίδ, η Νόνη, ο Άσιμος, ο Κοτρώνης, ο Διαλυνάς, ο Νικόλας ο Μπαλής, ο Κώστας Γεωργίου, και οι (λίγο) πιο βετεράνοι Φαληρέας Αναστάσιος και Γιαννουλόπουλος Κωνσταντίνος.
Μεμονωμένα παλικάρια, αλλά και μέλη όχι τόσο μιας γενιάς όσο μιας διευρυμένης οικογένειας που αισθάνθηκε και μυρίστηκε, σαν τον Μετεωρολόγο του Dylan, αλλαγές στο τοπίο, και συνέβαλλε στην πραγμάτωση, πότε υπόγεια και με ψιθύρους και πότε στ’ ανοιχτά και εκρηκτικά, αυτών των αλλαγών. Στα τέλη του 1977, στην Κυψέλη, στο κέντρο του κόσμου, καθώς επέμενε ο Βακαλόπουλος, οι αδελφοί Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος, συνεπικουρούμενοι από πλειάδα ταλαντούχων νεαρών και από μερικούς παλαίμαχους, σώζουν τη λαβωμένη, εν Ελλάδι, τιμή του ροκ, και επαναφέρουν στο προσκήνιο τη λυτρωτική ευαισθησία και τον σαρωτικό δυναμισμό των ηρώων της εφηβείας μας, εκεί στο Κινηματοθέατρο Λουζιτάνια. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης βάζει μπροστά το «Ιδεοδρόμιο». Μαθαίνουμε για τη Γενιά των Beat ενώ τρέχουμε στο Pop Eleven, τότε στη Σκουφά, για δίσκους του Captain Beefheart, των Velvet Underground, και του Bob Marley, και βιβλία του Greil Marcus και του Πητ Κουτρουμπούση. Δεν ξέραμε καλά-καλά τι κάναμε, αλλά το κάναμε, και αυτό που κάναμε έμελλε να το συνειδητοποιήσουμε δεκαετίες μετά, στην πληρότητα και στο εύρος του, και, κυρίως, στη δυναμική και στον πλούτο του. Ανακαλύπταμε ξανά, σειρά μας ήταν, τον Έρωτα και τη Φιλία, σε τούτη την ταραγμένη και αλλοπρόσαλλη άκρη της γης, και ενώ η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες περνάνε σ’ αυτό που ο Τροβαδούρος αποκαλούσε «Decade of Masturbation».
Σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, μάθαμε να ζούμε με τα κύτταρά μας στο πρόσω ολοταχώς, με τις αισθήσεις μας πάντα σε επιφυλακή, με την ευαισθησία μας να αντισταθμίζει τη βία, τόσο την έξωθεν προερχόμενη, όσο και τη δικιά μας, τη μύχια βία, που ανέκαθεν μας συντρόφευε και ενίοτε μας λύτρωνε και μας έσωζε απ’ τις κακοτοπιές. Σκληροί από μειλιχιότητα, θα ’λεγε ο Καρούζος, «cruel only to be kind», καθώς είπε ο Μέγας Βάρδος απ’ το Avon, με τον Ηράκλειτο υπό μάλης και τον Ginsberg να μας καίει το μυαλό, χωθήκαμε και χαθήκαμε ξανά και ξανά στα κακόφημα σοκάκια της απελπισίας, σε κάθε desolation row των μεγαλουπόλεων που αγαπήσαμε, για να δούμε κι εμείς το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, για να αφουγκραστούμε τον ήχο κάθε πολύτιμου ψιθύρου που πρόσταζε μελωδικά «Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό~ Όλα Επιτρέπονται», για να διδαχτούμε ότι «Δεν Υπάρχουν Προβλήματα~ Υπάρχουν Μόνο Λύσεις», για να πειστούμε ότι «No se puede vivir sin amar».
Έχει ειπωθεί: τα μικρά μας ονόματα είναι ήδη συνθήματα. Έχει ειπωθεί: ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια μας, το βλέμμα μας είναι πάντα γαλάζιο. Έχει ειπωθεί: με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο. Έχει ειπωθεί: από το πάθος της μέθης, στη μέθη των παθών. Έχει ειπωθεί: la vie est belle, et facile.
Ξανά εκεί, στο Κοιμητήρι του Ζωγράφου. Με λόγια της Μελίνας: «Κυκλοφορούσαμε σαν μικρές απειλές και χορεύοντας αποφεύγαμε τις νάρκες». Χορεύαμε σαν τρελοί κι αποφεύγαμε τις νάρκες, από τότε, από το εβδομήντα εφτά, στο Λουζιτάνια, μες στην παραφορά του καθαρόαιμου ροκ-εντ-ρολ της «Σπυριδούλας», με τις λέξεις να είναι εφαλτήρια πράξης, με τα κορμάκια μας να πάλλονται στο ρυθμό που εξαπέλυαν οι κιθάρες του Νίκου και του Βασίλη, και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, να μην νοσταλγούμε το παρελθόν, όχι, νοσταλγούν όσοι έχασαν τον ωραίο τους εαυτό, κι εμείς δεν τον χάσαμε, μείναμε πιστοί στις προσηλώσεις μας, όχι, δεν πάμε εμείς πίσω στο παρελθόν, το παρελθόν απεναντίας έρχεται τριάντα χρόνια μπροστά να δει αν γίναμε οι Ώριμοι Γαβριάδες που είχαμε ο ένας στον άλλον τάξει, με το βλέμμα, βουβά, βελούδινα, ότι θα γίνουμε. Και γίναμε. Ακούμε πάλι, τώρα, τρεις δεκαετίες μετά το εβδομήντα εφτά, τη Μελίνα να λέει, «Εποχές όπου τα στήθη γέμιζαν όνειρα, οι δρόμοι κόσμο που διεκδικούσε. Η φιλία ήταν πολύτιμο αγαθό, η ζήλια άκομψη, τα λεφτά κακόγουστα και επικίνδυνα, οι νύχτες λευκές και τα πρωινά άγνωστη ζώνη. Ο έρωτας λουλούδι του κήπου. Αν άπλωνες το χέρι, το έκοβες και ήταν δικό σου».
Ξανά εκεί, στο Κοιμητήρι του Ζωγράφου, μια συναγμένη γενιά, μια σύναξις ψυχών, με τις ρυτίδες της αξιοπρέπειας στο Βλέμμα των Ανθρώπων, τσαλακωμένοι αλλά ωραίοι, για ένα στερνό αντίο στο πιο γενναιόψυχο και γενναιόδωρο Κορίτσι, στη Μελίνα, σ’ Αυτήν που σταθερό και ακλόνητο πάθος της μέσα στα χρόνια ήταν «οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους», σ’ Αυτήν που ήξερε να παράγει «αντισώματα κατά της λύπης», σ’ Αυτήν που έγραψε, «Παραμερίζω τις φράσεις που με κάνουν να πλήττω και περιμένω τη φράση που θα σημάνει πάλι συναγερμό στο ώριμο κορμί μου».
Ξανά εκεί, Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007, γύρω στις τρεις το απόγευμα, ο Νίκος κι ο Βασίλης πιάνουν τις κιθάρες μες στην απόλυτη βουρκωμένη σιωπή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα αγέρωχα δάκρυά τους, δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγέρωχη θλίψη τους. Παίζουν, τραγουδάνε, και κλαίνε. «I hurt myself today/ to see if I still feel/ I focus on the pain/ the only thing that's real/ the needle tears a hole/ the old familiar sting/ try to kill it all away/ but I remember everything/ what have I become?/my sweetest friend/ everyone I know/goes away in the end/ and you could have it all/ my empire of dirt/ I will let you down/I will make you hurt// I wear this crown of thorns/ upon my liar's chair/ full of broken thoughts/ I cannot repair/ beneath the stains of time/ the feelings disappear/ you are someone else/ I am still right here// what have I become?/ my sweetest friend/ everyone I know/ goes away in the end//and you could have it all/ my empire of dirt/ I will let you down/ I will make you hurt// if I could start again/ a million miles away/ I would keep myself/ I would find a way».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 5/XI/2007
g_icaros@otenet.gr