Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 11 Ιουνίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, όπως πάντα. Ας εκληφθεί ως μια γλυκόπικρη, έντιμη απάντηση σε όσους μας εγκαλούν, δικαίως, αλλά φτάνει!, για τα κουσούρια, τις ελλείψεις, τα ψεγάδια μας. ‘Ό,τι μπορούμε κάνουμε και ό,τι μπορούμε λέμε. Το, ας πούμε, κάπως ενδιαφέρον, ίσως και σημαντικό σε καιρούς γενικευμένου ψεύδους και/ή άκομψης, χονδροειδούς αλήθειας, είναι ίσως να προσπαθούμε όσο μπορούμε να λέμε αυτά που κάνουμε και να κάνουμε αυτά που λέμε, με μια κάποια κομψότητα και με ένα κάποιο στυλ.

Δυο Λέξεις για τη Γενιά μου και για τα Γαϊδούρια

Ανάμεσα στα πάμπολλα κακά, στραβά κι ανάποδα μιας μάλλον αλαμπούς και ελάχιστα ένδοξης γενιάς, της γενιάς μου, που σημαίνει των ανθρώπων που γεννήθηκαν γύρω στα 1960, στραφταλίζουν και μερικά, ολίγα, ολίγιστα, σύμφωνοι, καλά. Είναι αλήθεια ότι από τη μια είχαμε τη Σκύλλα της ανημπόριας να επινοήσουμε νέες μορφές στην τέχνη, να κομίσουμε κάτι κοσμοϊστορικό στην επιστήμη, να λαμπρύνουμε τη φιλοσοφία και τη θεωρία με κάποιες συμβολές μας~ και στην Χάρυβδη της λίαν ενοχλητικής επιμονής μας να γαντζωνόμαστε σε παρελθόντα κλέη, να κάνουμε το κομμάτι μας επαναλαμβάνοντας, ως φάρσα, θα έλεγε ο Έγελος, και με καταγέλαστη αδεξιότητα, εγχειρήματα αλλοτινών εποχών, δίχως να θεωρούμε πρέπον και έντιμο το να φορτωνόμαστε και τα τιμήματα τέτοιων εγχειρημάτων. Ήρθαμε πολύ αργά για να μπορέσουμε να γίνουμε ρηξικέλευθοι και πρωτοπόροι και επαναστάτες~ ήρθαμε πολύ νωρίς για να μπορέσουμε να γίνουμε καταρτισμένοι και μεθοδικοί συντηρητές παλαιότερων επιτευγμάτων. Περιοριστήκαμε, κατ’ ουσίαν, στο να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων, ναι, να μιλάμε για τον καιρό, και να είμαστε άνθρωποι της ευκαιρίας.
Μολαταύτα: υπάρχουν, καθώς είπα, και στραφταλίζουν, ολίγιστα καλά. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο, καλό είναι ότι μας επέτρεψαν οι καιροί μας να είμαστε απαλλαγμένοι από το άχθος της όποιας ιδεολογικής σκευής, να μπορούμε να κυκλοφορούμε, δίχως τροχονόμους, στο χάος μιας κυκλοφορίας αλληλοσυγκρουόμενων, ίσως ανώδυνα πια, όπως ακριβώς στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια του λούνα παρκ, ιδεών, αντιλήψεων, θεσφάτων, θεωριών. Να κάνουμε σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα, και, σαν καλοκάγαθοι, ως επί το πλείστον, τυχοδιώκτες, να τσιμπολογάμε από δω κι από κει, να είμαστε άνετοι συνδαιτυμόνες τόσο στο μεγαλοαστικό σαλόνι όσο και κάτω απ’ τη σκιά μιας γέφυρας όπου συχνάζουν ανέστιοι και παρίες. Κι έτσι, μπορέσαμε, και ακόμη μπορούμε, να έχουμε ως σήμα κατατεθέν μια κοινωνική κινητικότητα, που ίσως μελετηθεί δεόντως από ανθρώπους περισσότερο μεθοδικούς και φερέγγυους από εμάς.
Παλικάρι της γενιάς μας είναι και ο Βρετανός Άντριου, Άντι, Μέριφιλντ. Γεννήθηκε το 1960, στο Λίβερπουλ. Σπούδασε κοινωνιολογία και γεωγραφία. Διδακτορικό στην Οξφόρδη. Εν συνεχεία διδάσκει στο Σάουθαμτον, κατόπιν στο Λονδίνο, κι έπειτα στη Μασαχουσέτη, για να έρθει και η σειρά της Νέας Υόρκης. Κι ακόμα, γράφει. Πονήματα για τον μαρξισμό. Βιογραφίες αιρετικών του μαρξισμού, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Άλλο ένα βιβλίο, αυτή τη φορά για τον Γκι Ντεμπόρ. Και εδώ είναι που αρχίζουν όλα ν’ αλλάζουν. Ο Μέριφιλντ νιώθει, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, ότι λαχταράει να εκτροχιάσει τη βολική ζωή του, να γνωρίσει άλλα πράγματα, κι αφήνει τα πάντα –χρήματα, πόστα, άνετα διαμερίσματα, κοινωνική αίγλη– και αποφασίζει να εγκατασταθεί σε ένα χωριουδάκι της Ωβέρνης, ανάμεσα στους εφτά (!) όλους κι όλους κατοίκους του. Λίγο έλειψε να τον εγκαταλείψει η σύζυγός του, η οποία εντέλει πείστηκε να τον ακολουθήσει στην περιπέτεια. Θα ανακαλύψουν εκεί ήχους τόσο λησμονημένους, ακόμα κι αυτόν της χλόης που βλασταίνει, καθώς έλεγαν οι Ινδιάνοι. Θα βιώσουν άλλες διαστάσεις του χρόνου, πέρα από το τρεχαλητό στη μεγαλούπολη και την ανελέητη γραμμικότητα. Οι ηλιαχτίδες χρυσίζουν, τα βλέμματα γίνονται γαλάζια ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια, το θρόισμα των φύλλων είναι μια εξαίσια μελωδία, και ο Γκριμπούιγ, ο Χαζούλης, ο γάιδαρος του Μέριφιλντ, γίνεται ένας πολύτιμος σύντροφος.
Ο Μέριφιλντ, θ’ αγαπήσει τον γάιδαρό του, ναι, γάιδαρο ας τον λέμε, κι όχι politically correct όνο, θα μελετήσει τα χούγια του, θα κρατήσει σημειώσεις, και θα γράψει το βιβλίο «The wisdom of donkeys», «Η σοφία των γαϊδάρων», για να εκφράσει την εμπειρία του και να τη μοιραστεί μαζί μας. Έτσι, ο Άντι γίνεται κάτι σαν ιδεότυπος της γενιάς μας: δεν προσφέρει στην επιστήμη, στη θεωρία, στην τέχνη με ρηξικέλευθες παρεμβάσεις, με μεθοδολογικές τομές, με πρωτότυπες προτάσεις που θα ανατρέψουν τα δεδομένα, σύμφωνοι~ συμβάλλει όμως στην αισθαντικότητά μας, στο να γίνουμε μια στάλα πιο ανθρώπινοι, στο να αφουγκραζόμαστε λίγο πιο πρόθυμα κάτι πέρα από τις Σειρήνες ή τις Κασσάνδρες των καιρών μας.
Εν κατακλείδι, ας σημειώσω, με θυμό, ότι στους αντίποδες της συμβολής του Άντι Μέριφιλντ, και έχοντας προλάβει κι εγώ να χρησιμοποιήσω γάιδαρο ως μεταφορικό μέσον την εποχή που για λόγους υγείας ήμουν υποχρεωμένος να περνάω μήνες ολόκληρους σε ορεινά μέρη της χώρας μας, ναι, ας σημειώσω με θυμό ότι σε πολλά χωριά οι κάτοικοι αφήνουν τους γαϊδάρους να ψοφήσουν της πείνας έρημοι και μόνοι και παρατημένοι, επειδή δεν θεωρούνται πλέον παραγωγικοί.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Το δημοσίως ελέγχεσθαι του δημοσίως φετφατεύειν χαλεπώτερον.

icaros είπε...

@ο/η ανώνυμος: Το δίχως άλλο! Αλλά έτσι βγάζουμε το ψωμί μας στα ερτιζανά, αφενός, και έχουμε την αισθηση ότι, αφετέρου, κάτι καλό καγαθό κομίζωμεν.

Fegia είπε...

"να είμαστε άνετοι συνδαιτυμόνες τόσο στο μεγαλοαστικό σαλόνι όσο και κάτω απ’ τη σκιά μιας γέφυρας όπου συχνάζουν ανέστιοι και παρίες"...
Μεγάλη κουβέντα φίλε μου, για μεγάλη συζήτηση!

Τι μου θύμισες με τον W. Banjamin.. Σορβόννη και Σχολή της Φραγκφούρτης πριν πολλά χρόνια...

Υπέροχο το κείμενό σου
Νάσαι καλά και καλό Σ.Κ.