Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, μεσημέρι παρά πέντε, κατά τα ειωθότα, από το Κανάλι1, Πειραιάς, 90,4 FM. Αμέτρητα είναι τα βιβλία που έχουν πρωταγωνιστή τη ζωή στο Παρίσι, και θαυμαστή είναι η ποικιλία τους. Κάθε φορά που σουλατσάρω στην Πόλη του Φωτός διαπιστώνω ότι πεθαίνει με ρυθμούς ταχείς, αλλά δεν παύει να ανθίσταται, όσο μπορεί, στη φθορά. Κάτι μένει ακόμη από την αίγλη την παλιά. Πάντα κάτι μένει σε τόπους που δοξάστηκαν από τους ποιητές, σε τόπους που μπόρεσαν να είναι το σκηνικό ερώτων αθάνατων και το battlefield ένδοξων αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε ό,τι αληθινό σκιρτάει μες στον Άνθρωπο και στις δυνάμεις που επιζητούν να αφανίσουν τη Δημιουργικότητα, να τσακίσουν το Πάθος, να εξορίσουν την Ποίηση.

Η Παρακμή της Παρωδίας

Ένα από τα βιβλία που έχω τους λόγους μου να λατρεύω είναι το A Movable Feast, η Αέναη Γιορτή, όπως αποδόθηκε παλαιότερα~ Μια Κινητή Γιορτή όπως το θέλει η καινούργια του μετάφραση. Το υπογράφει ο μέγας Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και είναι το τελευταίο έργο με το οποίο καταπιάστηκε, δουλεύοντάς το με πείσμα, σε μια δύσκολη εποχή, μοιραία γι’ αυτόν, καταμεσής μιας παρατεταμένης κρίσης εφ’ όλης της ύλης, που άλλωστε τον οδήγησε στην περιβόητη αυτοχειρία του. Είναι ένα βιβλίο ζόρικο, στιβαρό, φορτωμένο αναμνήσεις από το Παρίσι του μεσοπολέμου. Ένα βιβλίο γραμμένο στο γέρμα μιας ζωής και μιας καριέρας, που ήσαν κοσμημένες από τη λατρεία της περιπέτειας, από το διαβολεμένο πάθος της αναζήτησης του Απόλυτου, από την αγέρωχη μανία να γίνεις bigger than life, από την τρυφερή τρέλα να τραβάς τα πράγματα στα άκρα. «Δεν είναι του καθενός να ωθείται στα άκρα», μπόρεσε να αποφανθεί ο Ιζιντόρ Ντυκάς, γνωστός ως Κόμης του Λοτρεαμόν. Ο Χέμινγουεϊ, προς τιμήν του, ήξερε να παίζει τα άκρα στ’ ακροδάχτυλά του.

Ω ναι, το λατρεύω αυτό το βιβλίο, με ταξίδεψε και το ταξίδεψα, το πήρα μαζί μου σχεδόν όλες τις φορές που η διάθεσή μου, και της στιγμής η φωτερή παραφορά, μ’ έστειλε στην Πόλη του Φωτός, του Ζακ Πρεβέρ, της Εντίθ Πιάφ, του Ανδρέα Μπρετόν, του Γκι Ντεμπόρ, κι ενός λαού που έστησε οδοφράγματα και κυνήγησε τους κρατούντες δεκάδες φορές μες στους αιώνες. Το χρησιμοποίησα σαν χάρτη, για να περιπλανηθώ στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, εκεί να χωθώ και να χαθώ, ξανά και ξανά. Άξιζε το χάσιμο. Διατεινόταν, άλλωστε, η Γιόκο Όνο, τον καιρό που ερωτοτροπούσε με την αβάν-γκαρντ και με το Fluxus, «draw a map to get lost», «Φτιάξε έναν χάρτη για να χαθείς». Για μένα, τέτοιος χάρτης ήταν η Κινητή Γιορτή.

Αυτή τη φορά, στο ταξίδι, πήρα μαζί μου και ξεκοκάλισα, αρχικά με ενθουσιασμό, το μυθιστόρημα του Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ. Ο συγγραφέας/αφηγητής δηλώνει θαυμαστής του Χέμινγουεϊ, επιχειρεί να ξαναγράψει την Κινητή Γιορτή με τον δικό του τρόπο, πασπαλίζει την αφήγησή του με κάμποσες δόσεις χιούμορ, με εκατοντάδες αναφορές σε πασίγνωστα περιστατικά από τη ζωή ξακουστών συγγραφέων, εκθειάζει τη βαρύτιμη τέχνη της ειρωνείας, σαρκάζει και κάνει ότι αυτοσαρκάζεται. Λαμπρές σελίδες, ναι, συναντάς εδώ κι εκεί. Είσαι αντιμέτωπος με έναν οπωσδήποτε κομψό λόγο. Σε κερνάει τούτο το βιβλίο ευρυμάθεια και ευγλωττία. Αλλά. Αλλά. Και πάλι αλλά. Αλλά: το εγχείρημα είναι παιδί των καιρών μας, είναι ένα ευπρεπώς ενδεδυμένο σκλαβάκι του politically correct, είναι το φρεσκολουσμένο και παρφουμαρισμένο μπασταρδάκι ενός κουστουμαρισμένου και γραβατωμένου αυτοσαρκασμού και μιας αποτριχωμένης ειρωνείας, είναι το φαινομενικά ανεπίληπτο κατασκεύασμα ενός ανθρώπου υπέρμετρα καπάτσου για να μπορεί να αφεθεί στην ιλύ της ύλης, στη λάσπη των γεγονότων, στον λερό και άγριο και επικίνδυνο παφλασμό της αληθινής αλήθειας, της αληθινής ζωής.

Δεν φταίει ο συγγραφέας. Φταίει η εποχή μας. «Η καθαριότητά τους μου βρομάει», έλεγε προ εικοσαετίας ένας φίλος ποιητής, σχολιάζοντας το σπίτι ενός ζεύγους που μας είχε καλέσει να δειπνήσουμε. Η υπερβολικά απαστράπτουσα πρόζα του Βίλα-Μάτας δεν έχει καμία σχέση με τον στιβαρό λόγο του Πάπα Χέμινγουεϊ που ήταν πλασμένος από δάκρυα γοερά, από γέλια ομηρικά, από ξενύχτια θρυλικά, από αναβάσεις και κατρακύλες, από αμέτρητα ουίσκι και από σκληρές αποφάσεις, από τις κροκάλες αλλά και τα σμαράγδια της αληθινής ζωής. Αν θες να γράψεις, ζήσε πρώτα. Ειδάλλως δεν θα καταλάβεις γιατί τόσο εφήμερη ήταν η επιμελώς επιμελημένη επιτυχία σου, μια επιτυχία που δεν έγινε δόξα ποτέ~ δεν θα καταλάβεις γιατί κάποια βιβλία άλλων χαράσσονται για πάντα σε μυαλά και καρδιές απείθαρχων ανθρώπων ενώ τα δικά σου ξεχνιούνται τρία μισάωρα μετά την ανάγνωσή τους. Ζούμε σε καιρούς παρακμής της παρωδίας, κι είναι συνεπώς καλό να επανέλθουμε στο θάλπος και την ταραχή, στη βουή και την αντάρα, στα ουρλιαχτά και στους ψιθύρους των γνησίων, των γενναίων, αυτών που, καθώς έλεγε κι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, το πάλεψαν γερά. Ας ανοίγουμε πάραυτα την θύρα όταν στέργει να την κουρταλεί ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπακούνιν, ο Σελίν, ο Χέμινγουεϊ, ο Κέρουακ, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, ο Μέιλερ, ο Λάγιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: