Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, 16


Το παρακάτω διαβάστηκε προχθές, 17 Απριλίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4, μεσημέρι παρά πέντε. Χθες, διάβασα ένα ωραίο ποίημα του Παπατσώνη για το Σάββατο του Λαζάρου. Απόψε, δέκα το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», θα ακούσετε μουσικοτεμάχια κατανυκτικά από μπλουζίστες όπως ο Sonny Terry, από τροβαδούρους όπως ο Dylan και ο Cash, από τζαζίστες όπως o Miles και ο Coltrane, με κοινό χαρακτηριστικό ότι όλα μιλάνε περί Jesus και περί Lord!

Ένα Δώρο την Ημέρα, τον Σιγισμούνδο κάνει πέρα

Τι πιο λυτρωτικό από τα δώρα; Τίποτα! Έρχεται τις προάλλες μια κοπέλα και μου δωρίζει δυο μολύβια, μια ξύστρα, και μια κάρτα με λέξεις του Τζακ Κέρουακ. Ξέρει πόσο τον αγαπώ τον Τζακ, πόσο ακόμη ομνύω στην πάντοτε αθώα διάθεση του συγγραφέα των «Υποχθόνιων» και του «On the Road», να δίνεται και να δίνει.

Ο ανιψιός μου, μόλις τεσσάρων χρονών πρόπερσι και φανατίλα αντικαπνιστής, όχι μόνον λόγω ηλικίας, μου είχε μολοντούτο κάνει δώρο ένα υπέροχο σταχτοδοχείο με την αφίσα του «Μαύρου Γάτου», του Hotel du Chat Noir, να το στολίζει.

Κάποτε, αρχές δεκαετίας του Ογδόντα, ένα βράδυ στο σπίτι του, στη Φωκυλίδου, ο τότε φίλος Ευγένιος Αρανίτσης μού πέταξε αμέριμνα κάτι που έπιασα στον αέρα, λέγοντάς μου, «Πάρε! Για σένα, Ίκαρε, που σ’ αρέσουν κάτι τέτοια». Κι αυτό το κάτι ήταν ένας πανέμορφος στυλογράφος, χρυσός μασίφ, και λίαν λυτρωτικός, μιας και μπόρεσα, προτού δυστυχώς τον χάσω, με ωραία στιχάκια κάποιους φίλους να κεράσω.

Μια μέρα, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ο πρωτοποριακός εικαστικός Υβ Κλάιν, ύστερα από ένα δείπνο στην κατοικία του, γοητευμένος από τον προσκεκλημένο του, που δεν ήταν άλλος από τον Γκι Ντεμπόρ, του λέει γλυκά να διαλέξει όποιον πίνακα θέλει να του τον χαρίσει. Ο Ντεμπόρ διαλέγει. Ο Υβ Κλάιν, έκπληκτος, τον ρωτάει γιατί διάλεξε τον συγκεκριμένο, που τύχαινε να είναι πολύ μικρός σε διαστάσεις. Θα μπορούσε να διαλέξει έναν άλλο, πιο επιβλητικό, πιο πολύτιμο, πιο ακριβό. Ο Ντεμπόρ απαντά, μειδιώντας: «Μα, γιατί χωράει στην τσέπη του πανωφοριού μου».

Έχει συμβεί, και είμαι περήφανος και ευγνώμων γι’ αυτό, να μου κάνουν άδολα δώρα, ξανά και ξανά. Έργα εικαστικά, ένα θαυμάσιο ρολόι, κάτι πούρα δυσεύρετα, ένα τρενάκι που με έστειλε διαβασμένο στα παιδικά μου χρόνια, μερικά ραδιόφωνα, λουλούδια, χειρόγραφα, ακόμα και χαλιά. Και σεντόνια. Κι έναν λεμονοστύφτη. Όχι σε γιορτές ή σε επετείους, αλλά έτσι, απλούστατα, μέσα στην καθημερινότητα. Κι αυτά τα δώρα είναι τα στολίδια της ζωής μου, είναι τα παράσημά μου στις μάχες που έχω δώσει ενάντια στον κυνισμό, στην φθορά, στο χθαμαλό των χαοτικών καιρών μας.

Και με τη σειρά μου, είμαι κι εγώ ευγνώμων και περήφανος για το ότι βρέθηκαν άνθρωποι, και όχι λίγοι, ικανοί να με εμπνεύσουν να τους κάνω δώρα: μια σοκολάτα, βιβλία, ένα ταξίδι που το λαχταρούσαν, κάποιες σπάνιες μουσικές, μερικές αλησμόνητες στιγμές, ένα ονειρογόνο χαμόγελο, μια νύχτα πιο φωτεινή από κάθε μέρα του Απρίλη, μερικές χιλιάδες αναπάντεχα γαλάζια και κόκκινα και σμαραγδένια άνθη, την Ρολς Ρόις του χιούμορ μου.

Τα δώρα είναι η μουσική των γεγονότων μας. Τα δώρα είναι ο Απρίλιος της ζωής μας. Τα δώρα είναι το άνοιγμα στο αίνιγμα των πραγμάτων και των συναντήσεων και των σχέσεων. Τα δώρα είναι ο τρόπος μας να γιορτάζουμε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνια, και Ανάσταση, με την ίδια λογική, με την ίδια ευαισθησία.

2 σχόλια:

Jackie είπε...

Το σύνηθες υπερβαρετό namedropping του Μπαμπασάκη...άμα δεν έχεις τι να πεις...χαίρομαι πάντως πολύ που αφού έχει ανεχθεί την αταλαντωσίνη του ο κόσμος σε εφημερίδες και άλλα μέσα όπου πάντα φροντίζει λόγω γλυψίματος και δικτύωσης να εμφανίζετε, τώρα σε αυτό το blog (τρομάρα μας γίναμε και μπολογκερ...) ούτε κανείς τον διαβάζει ούτε και τον σχολιάζει (εκτός από μένα!) και είναι σαν ένα από όλα τα blog του κάθε καρμίρη που θέλει να πει τη παπαριά του. Α ρε Δαίδαλε!

icaros είπε...

@jackie: Ενδιαφέρουσα η ορθογραφία σας, όσο και οι απόψεις σας! Εύχομαι ταχεία και καλήν ανάρρωση!