Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟ-ΟΜΟΡΦΙΑ




Για την Άλω στο Κάλλος

Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, τελευταία του Ιούλη μέρα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Από την Δευτέρα, 4 Αυγούστου, και για δύο εβδομάδες, ο Μπαμπασάκης θα είναι κοντά σας, καθημερινώς, με την εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», στο Κανάλι 1, κάθε πρωί από τις 10 έως το μεσημέρι. Θα σχολιάζουν, για βιβλία και ταινίες, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος και ο Νέστωρ Πουλάκος.


Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιο ευγενική κι’ υπερήφανη ψυχή, και σ’ αγαπώ παράφορα
Νίκος Εγγονόπουλος, «Περί Ύψους»


Το πιο όμορφο κείμενο για την Ομορφιά είναι το «Όμορφο σαν το τρέμουλο στα χέρια του αλκοολικού» του Ιζιντόρ Ντυκάς, γνωστού και ως Λοτρεαμόν. Ο Ανδρέας Μπρετόν έμελλε να τον σιγοντάρει γράφοντας, «Η Ομορφιά θα είναι συνταρακτική, ή δεν θα υπάρχει», ενώ ο Γκυ Ντεμπόρ θα μπορούσε να ψιθυρίσει ουρλιάζοντας διακριτικά, «Η Ομορφιά ανθεί μονάχα σε μια προεπαναστατική περίοδο» και «Το Νέο Κάλλος θα είναι καταστασιακό ή τίποτε». Κάθε μέρα, στους δρόμους, στις σελίδες κάποιων βιβλίων, στα βλέμματα κάποιων ανθρώπων, η Ομορφιά έρχεται ντυμένη στα κόκκινα και στα μαύρα να μας δοθεί, και καλά θα κάνουμε να είμαστε έτοιμοι από καιρό και θαρραλέοι ώστε να τη δεξιωθούμε. Την ίδια Την Ομορφιά, και όχι τη σκιά της, ή τη σκιά της σκιάς της. Στους καιρούς μας, η Ομορφιά νιώθει μεγάλη μοναξιά, οι άνθρωποι δειλιάζουν να την κεράσουν τσιγάρα και ποτά, τη φοβούνται οι άνθρωποι την Ομορφιά, τους συντρίβει, λιώνουν σαν την αντικρίζουν, όπως ο Άσενμπαχ όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Τάτζιο στην πανέμορφη Βενετία. Η Ομορφιά είναι τα δέκα εωθινά τσιγάρα, τα τόσο απανωτά, που είναι οι προπομποί για μιας ποιήσεως βραχνής την επέλαση. Η Ομορφιά είναι της μικρής νυχτερινής μουσικής η έλευση. Η Ομορφιά είναι το βελούδο της φωνής του Έλβις. Η Ομορφιά είναι ότι η αγαπημένη του Καρόλου Μαρξ η τραγωδία ήταν ο «Προμηθέας», ενώ του Εγέλου ήταν η «Αντιγόνη». Η Ομορφιά, έλεγε ο Μαγιακόφσκι, είναι η άχραντη κλινοπάλη στου έρωτος το μουσκεμένο το σεντόνι. Η Ομορφιά είναι τα αγέρωχα μπλουζ του Ρόμπερτ Τζόνσον, και το μανιασμένο σαξόφωνο του Τζον Κολτρέιν. Η Ομορφιά είναι η Αμοργός όπως την ονειρεύτηκε και την μελώδησε ο Γκάτσος. Η Ομορφιά είναι η ευωδιά του φρεσκοκομμένου ανανά. Η Ομορφιά είναι ο στίχος του Καρούζου που λέει ότι τα σύννεφά είναι τ’ ουρανού τα λαγωνικά. Η Ομορφιά είναι η βλεφαρίδα της καλοσύνης, όπως η Ποίηση είναι η ευγένεια των λέξεων. Η Ομορφιά είναι το Παρίσι όταν ξεσηκώνεται, είναι η Βαρκελώνη όταν αφηνιάζει για τον θάνατο του Ντουρούτι, είναι το Βερολίνο όταν φιλοξενεί τον Νικ Κέιβ, είναι η Βενεζουέλα όταν στα όρη και τις πεδιάδες της βαδίζει αγέρωχα η Λατρεμένη μου, είναι η Κυψέλη όταν εκεί έλαμπε ο Βακαλόπουλος ο Χρήστος, ο Μανίκας ο Θοδωρής, ο Λάγιος ο Ηλίας, είναι η Πλατεία Παπαδιαμάντη όταν χορεύουμε τον τρελό του Έρωτος χορό και όταν αναθυμόμαστε τον ωραίο Μοντιλιάνι. Η Ομορφιά είναι των Εξαρχείων η Οδός Νοταρά όταν με πάθος και με μέριμνα ζωγραφίζει εκεί μια όμορφη κοπέλα με όμορφα μακριά μαλλιά. Η Ομορφιά είναι το διάφανο κρίνο όπως το ψαλμωδεί ο Θάνος Ανεστόπουλος. Είναι το ρόδο του δώρου η Ομορφιά, είναι η αμοιβαιότητα των δακρύων και των γελώτων η συνωμοσία. Η Ομορφιά είναι η μεγαλειώδης αγάπη του Προξένου Φέρμιν για την Υβόν, στο Μεξικό, κάτω από το ηφαίστειο, και η ποίηση που μανιάζει όταν και πάλι λατρεύεις. Η Ομορφιά είναι ο Κώδικας Κραβάν: «Ω, εγώ! Ω εμένα που πάντα μου αρκεί μια γουλιά αψέντι, μια νότα βιολιού, κι ένα όμορφο χαμόγελο για να ξυπνήσει ξανά μέσα μου η λύσσα για ζωή!» Η Ομορφιά είναι η Βεατρίκη μου που είναι η Ελένη και Ιωάννα μου, κι εγώ είμαι ο Μαλλαρμέ της και είμαι ο Πυροτεχνουργός της.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, Δευτέρα 28 Ιουλίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, στις δώδεκα παρά κάτι. Καλή μας εβδομάδα!


Στάσου, Μύγδαλα!

Συναχθήκαμε τις προάλλες μια καλή παλιοπαρέα, σιγοπίναμε κρασάκι κεχριμπάρι, κι είπαμε να δούμε ελληνικές ταινίες. Και είδαμε τα «Κορίτσια στον Ήλιο», βέβαια, και, στο καπάκι, καθώς λένε, χωθήκαμε και χαθήκαμε στο οργανωμένο και ευφυές, εντέλει, παραλήρημα της «Κακοκοίρας», με τον αεικίνητο και αειμίλητο Κώστα Χατζηχρήστο, και ήτανε λύτρωση, και τον ουρανό εντός μας τον κέντησαν πυροτεχνήματα γέλιων αθώων, αλλά και δέσμες φωτός που πηγή τους ήταν μια άχραντη νοσταλγία για άδουλους και άδολους καιρούς, άδουλων άδολων ανθρώπων, καλλιτεχνών που τα έδιναν όλα με μια χθόνια αριστοκρατικότητα. Και θυμηθήκαμε ένα σωρό ωραία και καλά. Που, όχι και τόσο πιτσιρικάδες, λέγαμε να στήσουμε μια μπάντα, λίαν ροκ και παιχνιδιάρικη που να τη λέμε «Stop Almonds», φόρος τιμής να είναι στον Βόγλη και στον Καμπανέλλη, και να παίζουμε σε πανκ διασκευή, και με στίχο εγγλέζικο, τα «Κορίτσια στον Ήλιο»~ που ακούγαμε τον Σωτήρη Κακίση, να λέει, με την κρύσταλλο-αβρή φωνή του για ένα ματς στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με την Εθνική Ελλάδος να αντιμετωπίζει την Εθνική Πολωνίας, και ο μέγας Μίμης Παπαϊωάννου να κάνει μια ψηλοκρεμαστή σέντρα και, βλέποντας να μην παίρνει χαμπάρι ουδείς συμπαίκτης του, να είναι όλοι αίφνης σε μία χαύνωση, σε μία Twilight Zone του άχρονου, αλλού όλοι, ο Παπαϊωάννου εξέβαλε κραυγή και με μιαν υπεράνθρωπη προσπάθεια έτρεξε να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα~ κι ακόμα, θυμηθήκαμε τον Λέοναρντ Κοέν, και τους μπήτνικς ποιητές να έρχονται στην Ελλάδα και να την αγαπάνε, σε μια Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα, που άκουγε τα αξεπέραστα μπλουζ του Τσιτσάνη με την Πόλυ Πάνου, όπως ωραία σημειώνει ο Σπύρος Μεϊμάρης, και πολλές φορές το «τρελό μάτι του Άλεν Γκίνσμπεργκ και το θολό μάτι του Τσιτσάνη ν’ ανταλλάσσουν ματιές αμοιβαίας αναγνώρισης»~ και ν’ ανεβαίνει στην Ακρόπολη ο Γκίνσμπεργκ, θυμηθήκαμε, και να γράφει, στην Ελλάδα, στις 29 Αυγούστου του 1961, «Η Ακρόπολη όπως κάθε Γολγοθάς/ έχει γαλανές τις κόγχες των ματιών», και να ζωγραφίζει τον Οιδίποδα στα καρνέ του, να ζωγραφίζει τον Μεσογειακό Ήλιο, να τρώει σουβλάκι και να πίνει βυσσινάδα, να τα λέει με τον Νάνο Βαλαωρίτη στου Ζώναρς, και τον Οκτώβριο του ’61 να γράφει ένα ποίημα που λέει, «Να είμαι μονάχα θλιμμένος σαν ελληνικό παράπονο στο τζουκμπόξ/ Τώρα είναι η ώρα να πω αντίο σ’ όλους εκείνους που νόμιζα πως θ’ αγαπούσα παντοτινά/ όλες τις μεταξένιες μου επιθυμίες, όλα όσα είδα στα όνειρα/ λυπημένος ο Μπιθικώτσης ο τραγουδιστής/ ή τις γυναίκες του Ομήρου που χάθηκαν μέσα στο βιβλίο των νεκρών/ Δεν υπάρχει πιο θλιμμένο τραγούδι απ’ το τραγούδι του κόσμου που περνάει». Και να είναι, θυμηθήκαμε, κι ο ποιητής Γκρέγκορι Κόρσο εδώ, (γεννημένος στις 26 Μαρτίου του 1930, μας άφησε τις 17 Ιανουαρίου του 2001), και να ζωγραφίζει κι αυτός σκηνές από τον Σοφοκλή, μεγάλα τρίπτυχα, και να γράφει το ποίημα «Στην Ακρόπολη», όπου λέει: «Πόσο προικισμένος μ’ ονειρεμένο έρωτα/ Βρέθηκα πάνω σου, Ω υψηλότατη πόλη!/ Περήφανος, συγκινημένος, με καμάρι που εγώ/ Ακριβώς στην αιχμή της νιότης/ Ήξερα πώς να στρώσω το τραπέζι του Δία/ Το τραπεζομάντιλο, τα μαχαιροπίρουνα, κι όλα τα φαγητά επάνω». Και να λέει ο Γκρέγκορι Κόρσο ότι οι Καρυάτιδες «στέκουν στον αέρα/ φτιάχνοντας το αέτωμα τ’ ουρανού,/ Γύρω τους το λυκαυγές και το χρυσόφως/ Σαν μεταξωτές σάλπιγγες, που παλεύουν για την κυριαρχία». Τα θυμηθήκαμε αυτά, κι άλλα πολλά, καθώς βλέπαμε τον Βόγλη και την Αννούλα Λόμπεργκ και τον Χατζηχρήστο Ζήκο, κι είπαμε καλό θα είναι μιαν άλλη Ελλάδα να επινοήσουμε και πάλι, μιαν άλλη Ελλάδα να ονειρευτούμε με μάτια ανοιχτά, μια Ελλάδα φορτωμένη και φορτισμένη Ποίηση, ναι Ποίηση, να το ξαναπούμε: Ποίηση, γιατί καθώς επέμενε ο Γκίνσμπεργκ, «Η Ποίηση είναι η μυστική συνταγή για θαύματα».




Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΚΑΡΑΒΙΑ



Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, όπως πάντα.

Μάνα, θα πάω στα καράβια!

Ναι, θα πάω στα καράβια, θα πάω κάπου να ξεχάσω, όσο μπορώ, όσο γίνεται, ότι οχτώ οι νεκροί στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Πέραμα, αυτόν τον μόνιμο τόπο θυσίας εργαζομένων, ενώ 30000 στρέμματα έχουνε γίνει στάχτη στη Ρόδο, ενώ 27% των έφηβων μαθητών στη χώρα του Ομήρου, του Αριστοτέλη, του Παπαδιαμάντη, του Πεντζίκη, του Καρούζου, και τόσων άλλων, είναι σχεδόν ανήμποροι να διαβάσουν, ενώ το Κέντρο Κινηματογράφου αναστέλλει τη λειτουργία του, γιατί δεν έχει μπικικίνια το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο προμοτάρει τον Έλληνα Ταρκόφσκι, Μπέλα Ταρ, Φελίνι, Παζολίνι, και Ταρκόφσκι, τον δημιουργό του λυρικού έπους «Τζακ ο Καβαλάρης», ενώ κλείνει, όπως ακούω, και το Alphaville, ο κινηματογράφος όπου είδαμε θαύματα της Έβδομης Τέχνης, και ενώ στο Μιλάνο, σε λούνα παρκ, παρακαλώ, έναντι ενός ευρώ τα μικρά παιδιά και οι ηλίθιοι γονείς τους συρρέουν για να δουν εκτελέσεις, έστω οι εικονικές μα λίαν ρεαλιστικές, σε καρέκλες ηλεκτρικές!

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ



Η μία φωνή, και η άλλη

Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 23 Ιουλίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, ως συνήθως. Με την υπενθύμιση, προς τον κ. Υπουργό Πολιτισμού, και τους συναδέλφους αυτού, ότι ο εν λόγω Γιώργος Σεφέρης ήταν ποιητής, βραβευμένος μάλιστα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Από τις εφημερίδες: «Θα μου πείτε ότι υπάρχει αναξιοπιστία της πολιτείας. Θα το δεχτώ. Υπάρχουν υπογραφές που δεν έγιναν πραγματικότητα». Τάδε έφη Μιχάλης Λιάπης, ο υπουργός Πολιτισμού.

Από τον Γιώργο Σεφέρη, και τα «Σχέδια για Ένα Καλοκαίρι»: «Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί / πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου».

Από τις εφημερίδες: Σύμφωνα με την Πυροσβεστική Υπηρεσία, από τις 6 το πρωί της Παρασκευής έως τις 6 το πρωί της Δευτέρας εκδηλώθηκαν 175 δασικές πυρκαγιές σε όλη τη χώρα.
Από τον Γιώργο Σεφέρη, και τα «Σχέδια για Ένα Καλοκαίρι»: «Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις/ να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν/ εκείνους που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,/ όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν/ κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί/ που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη/ και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,/ ο δρόμος δεν έχει αλλαγή~ κράτησα τη ζωή μου».

Από τις εφημερίδες: «Και με την έγκριση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών τέθηκε πλέον οριστικά στο αρχείο η δικογραφία για τις καταγγελίες του κ. Μάκη Τριανταφυλλόπουλου κατά του πρώην επικεφαλής της ΥΠΕΕ κ. Σπ. Κλαδά».

Από τον Γιώργο Σεφέρη, και τα «Σχέδια για Ένα Καλοκαίρι»: «Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα/ με φλέβες που μου θυμίζουν άλλες αγάπες/ γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,/ άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες/ που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν/ που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή/ μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια».

Από τις εφημερίδες: Κάθε άλλο παρά βαρετά περνούν τον χρόνο τους στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ τα κλιμάκια της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ, πρώην ΣΔΟΕ), αφού κάθε μέρα εντοπίζουν και νέα «λαβράκια». Σχετικές πληροφορίες αναφέρουν πως το περασμένο Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη οι «Ράμπο» του υπουργείου Οικονομικών βρήκαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο τρία βαγόνια με 25 τόνους (!) αδήλωτου φορτίου. Και, όπως φαίνεται, οι φάκελοι με τα ευρήματα θα διογκώνονται συνεχώς... Στο υπουργείο Μεταφορών κερδίζει τώρα έδαφος η άποψη που λέει πως πολλοί από τους εκτροχιασμούς των τελευταίων ετών μπορεί να μην οφείλονται τελικά στους συνηθισμένους αποδιοπομπαίους τράγους του «ανθρώπινου λάθος» και της «αστοχίας υλικού». Δεν αποκλείουν, μάλιστα, το ενδεχόμενο να επανεξεταστούν αρκετοί από τους σχετικούς φακέλους, αφού είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο να εκτροχιάζονται εμπορικές αμαξοστοιχίες τη στιγμή που οι επιβατικές κυκλοφορούν χωρίς προβλήματα... ευστάθειας. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορούν και οι νόμοι της φυσικής. Όπως λένε αρμόδιοι παράγοντες, μια υπέρβαρη αμαξοστοιχία συμπεριφέρεται περίπου όπως και μια υπερφορτωμένη νταλίκα. Ο έλεγχός της είναι δύσκολος, η μηχανή καλείται να υπεραποδώσει και, στην περίπτωση που για κάποιο λόγο ο μηχανοδηγός χρειαστεί να φρενάρει, το επιπλέον φορτίο προκαλεί το ατύχημα. Άλλες φορές πρόκειται για εκτροχιασμό και άλλες για αποκοπή βαγονιών, όπως συνέβη στις 14 Ιουλίου στον Μπράλο.
Από τον Γιώργο Σεφέρη, και τα «Σχέδια για Ένα Καλοκαίρι»: «Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας/ ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής/ σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,/ καμιά φωτιά στην κορυφή τους~ βραδιάζει।/ Κράτησα τα ζωή μου~ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή/ μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν/ στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα/ να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω/ γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή».






Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΤΑΝΙΕΣ



Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς 90,4 FM, δώδεκα παρά κάτι ως συνήθως. Το θεωρώ μια ενδεικτική απάντηση στο ερώτημα γιατί μας ταλανίζουν κάμποσα δεινά, φαινομενικά ανεξήγητα. Και μάλιστα, μιαν απάντηση που ενδεχομένως είναι ευστοχότερη από δεκάδες κοινωνιολογικές αναλύσεις. Και πιο μεστή.

Αγαπητοί συνεργάτες,
σας στέλνω χωρίς περαιτέρω σχολιασμό μια λίστα με τις ταινίες, που προβάλλονται αυτή τη βδομάδα στις 197 οθόνες της Αττικής.Τη βδομάδα 17 έως 24 Ιουλίου οι 197 οθόνες της Αττικής προβάλλουν:
52 οθόνες προβάλλουν 6 νέες ταινίες και επανεκδόσεις.
111 οθόνες συνεχίζουν με ταινίες Β' προβολής (μία ταινία ανά βδομάδα).
34 οθόνες προβάλλουν 2-3 ή περισσότερες ταινίες τη βδομάδα σε σπαστό πρόγραμμα.
Από τις 52 οθόνες Α' προβολής:48 προβάλλουν 3 ταινίες παραγωγής ΗΠΑ3 προβάλλουν 2 ταινίες παραγωγής Δανίας1 προβάλλει 1 ταινία παραγωγής ΓαλλίαςΑπό τις 111 οθόνες Β' προβολής:96 προβάλλουν 11 ταινίες παραγωγής ΗΠΑ8 προβάλλουν 1 ταινία παραγωγής Αγγλίας3 προβάλλουν 1 ταινία παραγωγής Γαλλίας2 προβάλλουν 1 ταινία παραγωγής Ισπανίας1 προβάλλει 1 ταινία παραγωγής Ιαπωνίας1 προβάλλει 1 ταινία παραγωγής ΤουρκίαςΣύνολο Α' και Β' προβολής σε 163 οθόνες:144 οθόνες προβάλλουν 14 ταινίες παραγωγής ΗΠΑ (88,4%)8 οθόνες προβάλλουν 1 ταινία παραγωγής Αγγλίας (4,9%)4 οθόνες προβάλλουν 2 ταινίες παραγωγής Γαλλίας (2,4%)3 οθόνες προβάλλουν 2 ταινίες παραγωγής Δανίας (1,9%)2 οθόνες προβάλλουν 1 ταινία παραγωγής Ισπανίας (1,2%)1 οθόνη προβάλλει 1 ταινία παραγωγής Ιαπωνίας (0,6%)1 οθόνη προβάλλει 1 ταινία παραγωγής Τουρκίας (0,6%)0 Ελληνική

Με εκτίμηση,Βελισσάριος Κοσσυβάκης

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΡΕΠΑΝΗΣ



Πεντακόσιες Σαράντα Λέξεις για τη Νοσταλγία του Απόλυτου

Σα ν και τον Μπόρχες, τηρουμένων μυρίων αναλογιών, έτσι κι εγώ απολαμβάνω τις συμπτώσεις και τις συμμετρίες. Χτες, μιλούσαμε κάμποσην ώρα με τον φίλο μου σκηνοθέτη Στέργιο Νιζήρη περί του George Steiner, χαρά στο κουράγιο μας, και για το πυκνό, λίαν ενδιαφέρον βιβλίο του «Νοσταλγία του Απόλυτου», μεταφρασμένο από την Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Άγρα. Ο οξυδερκέστατος, και ενίοτε λίαν στριφνός, στριμμένος και σκληρός στοχαστής λέγει ότι προτιμάει, σε έσχατη ανάλυση, την Αλήθεια από τον άνθρωπο. Σε συνθήκες απολύτου νηφαλιότητας, και ερήμην του, βεβαίως, του αντιτείνουμε, με συντονισμένα πυρά, ότι, πρώτον, η αλήθεια λέγεται πληθυντικός: υπάρχουν αλήθειες –κατά τον ποιητή Νίκο Καρούζο– , και ότι «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι ερώτηση», όπως τόσο λιτά, απόλυτα κι ωραία το είχε διατυπώσει ο Λουί Αραγκόν. Αφού, μάλιστα, αποφανθήκαμε ότι το πρόβλημα του Steiner είναι ότι, μ’ όλη του την ευρυμάθεια και την οξύνοια, από ποίηση δεν σκαμπάζει γρυ, καταφύγαμε στο γειτονικό μου ταβερνάκι, όπου παραγγείλαμε σαλάτες, χταποδάκι στα κάρβουνα, και διαμάντι κεχριμπαρένιο κρασί.
Εκεί, λοιπόν, να ’σου που πετύχαμε τον εξαιρετικό κύριο Αντώνη, και πιάσαμε κουβέντα μαζί του, και μαζί με την εξίσου εξαιρετική γυναίκα του, όλο χαμόγελα και αεράκι ελευθερίας και βαθιά, βαθύτατη ανθρωπινότητα, ωραία μεστά ελληνικά, γύρω στα εβδομήντα αμφότεροι, με παιδιά μεγάλα, περήφανοι γι’ αυτά, και με εγγόνια. Και να μας λέει ο κύριος Αντώνης, αίφνης, σαν να ήξερε ότι πριν τα λέγαμε με τον Στέργιο Νιζήρη για τον Steiner και το απόλυτο, να μας λέει λοιπόν ο κυρ-Αντώνης «Όποιος δεν είναι απόλυτος, είναι κι ο κανένας», ας το επαναλάβω, «Όποιος δεν είναι απόλυτος, είναι κι ο κανένας».
Και να μας λέει ακόμα ότι ο Τσιτσάνης ήταν μέγιστος, να συμφωνεί μαζί μας ότι ο Μίμης Πλέσσας έχει γράψει άσματα σπουδαία, να εγκωμιάζει με χαμόγελο πλατύ τον Σωκράτη Μάλαμα, ξανά και ξανά, και να λέμε, για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, κι ύστερα, με γλύκα αλλά και με αυστηρότητα να μου λέει «Όχι, με τίποτα, σε καμία περίπτωση», όταν τον καλώ να έρθει να μιλήσουμε στην εκπομπή μου στο Κανάλι, να μου εξηγεί ότι πια δεν βγαίνει πουθενά, ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση, τίποτα, και να επιμένει πάλι στα εγκώμια για τον Μάλαμα, να πηγαίνει πίσω στο χρόνο και να μιλάει για τον Βαμβακάρη, και για τον Στράτο Διονυσίου, κι όλοι μαζί να πιάνουμε το τραγούδι και να λέμε «Μα τι λέω, τι λέω, τι λέω», και να λέει ο κύριος Αντώνης, «Αυτό μ’ αρέσει γιατί έχει μουσική ανύψωση», και μετά να λέει αυτός ο κύριος Αντώνης, που είναι καταφανώς, μαζί με την υπέροχη κυρά του, η ενσάρκωση της φράσης «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση», να είναι ζωντανή αντίκρουση των επιχειρημάτων του Steiner, να λέει λοιπόν «Είμαι τυχερός, γιατί ήμουνα με τα μεγαθήρια», όπου μεγαθήρια ίσον οι μεγάλοι του λαϊκού τραγουδιού, και να τσουγκρίζουμε ξανά και πάλι τα ποτήρια, μέχρι αργά το βράδυ να τα λέμε, ο Νιζήρης, κι εγώ, και η γυναίκα του κυρίου Αντώνη, και ο κύριος Αντώνης, μεγαθήριο κι αυτός, να έχει στοιχειώσει την παιδική μας ηλικία, την τότε και τη νυν αθωότητά μας, καθώς ακούγαμε μέγιστα λαϊκά άσματα από ηχεία δεμένα με τριχιές σε δέντρα σε παραλιακές ταβέρνες στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, και να ξαναλέει ο κύριος Αντώνης, «Όποιος δεν είναι απόλυτος, είναι κι ο κανένας», ο ωραίος κύριος Αντώνης, ο Αντώνης Ρεπάνης!

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΚΑΡΟΥΖΟΣ


Απόψε, 19 Ιουλίου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, από τις 10 το βράδυ και ως τα μεσάνυχτα, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης κάνει ένα αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο. Θα ακούσετε ποιήματα, σκέψεις, αποσπάσματα από συνεντεύξεις του ποιητή, ανάμεσα σε μια διεθνιστική μουσική πανδαισία, με νότες από κάμποσες γωνιές του πλανήτη. Επίσης, ποιήματά του που δεν έχουν συμπεριληφθεί στους δύο τόμους των εκδόσεων Ίκαρος, ποιήματα από την σχετικά άγνωστη συλλογή «Θρίαμβος Χρόνου» (εκδ. Απόπειρα). Κι ακόμα, θα ακούσετε τον ίδιο τον Καρούζο να απαγγέλλει από μιαν ηχογράφηση του 1987. «Όταν έχουμε ομορφιά/ στο ποτήρι μας/ νοσταλγούμε σπαραχτικά/ λαϊκά τραγούδια/ της αληθινής εποχής/ που πέρασε για πάντα» (Ν. Δ. Καρούζος, 24 Οκτωβρίου 1986).

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ





Ένοχος Αθωότητας: ο Νίκος Καρούζος
(17/07/1926 -28/09/1990)


“Από αγάπη στο αδέκαστο κενό
από αλλοφροσύνη για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε


Θαρρείς και θέλησε με το είναι του όλο (ένα πελώριο είναι) να αρθρώσει μιαν απάντηση στο περίφημο ερώτημα του Χαίλντερλιν [Und wozu Dichter in duerftiger Zeit? Προς τι οι ποιητές σε μίζερους καιρούς;] καθώς και ν’ αντιπαρατάξει (όχι φιλοπόλεμα αλλά δραματικά) σώμα και ψυχή και έργο στην κρίσιμη απόφανση ότι δεν μπορεί να υπάρξει Τέχνη μετά το Άουσβιτς, ο Καρούζος εκκινεί για μια Μεγάλη Περιπολία στα άβατα της υπάρξεως, συλλέγει “ενθύμια φρίκης”, και συνθέτει ένα πολύπτυχο Ποίημα, όχι μονάχα με λέξεις (όπως θέλουν ορισμένοι) μα και με έννοιες, και με ιδέες, και με την ζωή του την ίδια, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δώρο/διδαχή: την Ομιλούσα Μήνιν της Αθωότητας.

Η περιπλάνηση του Καρούζου στους μυχούς της ύπαρξης είναι η περιπλάνηση αυτού που, με πλήρη επίγνωση του θρυμματισμού των οραμάτων, αναζητάει εντούτοις όραμα. Στην ανάγκη, θα το φτιάξει μόνος του, θα φτιάξει ένα αυτοσχέδιο όραμα από θραύσματα οραμάτων που απέτυχαν, που εξερράγησαν. Όταν γράφει, “η Ιστορία φυσικά/ δε μας περιμένει/ στη στάση του τρόλλεϋ”, διακηρύσσει την πίστη του στην, με γιώτα κεφαλαίο, Ιστορία (μολονότι δεν λάτρευε τον Χέγκελ!), μας καλεί να συμμετάσχουμε στην Ιστορία, να γίνουμε, εμείς οι άνθρωποι, οι συνειδητοί συντελεστές της Ιστορίας και, συνάμα, εκτοξεύει σπαρακτικό και δηλητηριώδες χιούμορ στην στάση της αδράνειας, της παθητικότητας, της βολής. Αμέσως-αμέσως, σ’ ένα τόσο δα τρίστιχο, άτιτλο μάλιστα, γραμμένο ενδεχομένως στο πίσω μέρος ενός πακέτου άφιλτρα τσιγάρα, ο Καρούζος εγκλείει τρία από τα κυριότερα γνωρίσματα της ποίησής του. Και απαντά στον Χαίλντερλιν, εμμέσως: σ’ αυτούς τους μίζερους καιρούς, οι ποιητές υπάρχουν για να λένε ότι οι καιροί είναι μίζεροι, πρώτον· για να ψέγουν την παθητικότητα, δεύτερον· και, τρίτον, για να υψώνουν το χιούμορ στη δύναμη εκείνη που το κάνει να κλονίζει τα παραδεδεγμένα, ν’ ανοίγει χαραμάδες προς την αλήθεια, και να μας προτρέπει να το γλεντάμε εντωμεταξύ.

Ο Καρούζος, βέβαια, ήταν αθώος, και όχι αφελής. Ήξερε καλά το οπλοστάσιό του, και ήξερε καλά να βρίσκει τρόπους για να το εμπλουτίζει. Δεν υπέκυψε στην ευκολία ενός φετιχισμού του ανακοινώσιμου. Τις αλήθειες του, για την ζωή και την ποίηση ως ένα, ενιαίο και περιπετειώδες όλον, τις διατύπωσε με διαύγεια κρυπτογραφημένη. Ακολούθησε ορθά, όπως από χρόνια επισημαίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης, την αρχή ότι η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις, μονάχα που αρνήθηκε (πεισματικά, να πω) την πρωτοκαθεδρία των μεν ή των δε, μοχθώντας ως υψίφρων να τις συμπλέξει αμφότερες σε μιαν αποσπασματική (αλλά και τόσο συμπαγή, τόσο απόρθητη) Διαλεκτική του Ζώντος. Ας πούμε ότι πρώτο υλικό του Καρούζου υπήρξε μια αυτογενής πείνα και δίψα ελευθερίας, και συνάμα μια ακόπαστη ανάγκη να βρουν, αυτή η πείνα και αυτή η δίψα, την πρέπουσα λαλιά τους. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα σε έναν τόπο γεμάτο ξεφτίδια ιδεών και σκιές λέξεων. Έτσι, ο Καρούζος, μολονότι εργάστηκε επίσης και με τον τρόπο του Μιρό (“σαν κηπουρός”· λίγο από δω, λίγο από κει...), έφτασε να συνταιριάξει, σε ένα πάντα “σύστημα”, σε μια ποιητική, τρόπους της ακραιφνούς ευφυΐας ― της παγωμένης ευφυΐας ― και τρόπους της διάπυρης ύλης του πάθους, της οργής, της υπαρξιακής έκρηξης. Μιλάει άλλοτε με αποφθέγματα υψηλής ακρίβειας, θυμίζοντάς μας την αβρότατη οξυδέρκεια ενός Μαρσέλ Ντυσάν ή ενός e.e. cummings, και άλλοτε με καταιγισμούς μπεκετικών παραληρημάτων, που αντλούν το πάθος τους από έναν Ρεμπώ, και την μαχητική εκδίπλωση μιας περήφανης απόγνωσης από την βραχνή μελωδία των μεθυσμένων μπήτνικ. Τέλος, το πάντα παρόν φάντασμα του Σολωμού μοιάζει να εγγυάται αυστηρά την τελειοθηρική επιλογή της ανεπίληπτα κατάλληλης λέξης, του μοναδικού φθέγματος που ολοκληρώνει το ποίημα, την μανιακή προσκόλληση στην απόλυτη και στίλβουσα καθαρότητα του στίχου, και τη λάμψη του, εν τέλει, ανάμεσα στα ερείπια αυτού που είναι σήμερα το Πνεύμα.

Στους καιρούς μας, ο πειρασμός τού να αρνηθούμε σε έναν ιδιοφυή ότι κοινωνεί ένα νόημα είναι τεράστιος. Ο καλλιτέχνης ή ο στοχαστής (ω, πότε θα γίνουν οι δύο ιδιότητες μία;) που ακολουθούν την ατραπό της οξυδέρκειας, θεωρούνται αυτοστιγμεί θιασώτες του μη-νοήματος, εγκεφαλικοί παίκτες σε ένα χαρτοπαίγνιο δίχως πάθος και δίχως αντίπαλο, αυταναφορικοί ομιλητές του κενού που είναι μέλαθρο και εφιάλτης τους, συγκλονιστικές λεκτομηχανές που δεν αφορούν κανέναν. Κι όμως! Μολονότι όμορφη, ίσως και συγκλονιστική η φράση του Θάνου Σταθόπουλου, “Ο ποιητής ωσάν γλωσσική μηχανή, ένα υπαρξιακό στόμα που παράγει κύματα λέξεων, αισθημάτων και συνειρμών αυθαίρετων, σε μια άρρηκτη συνομιλία μεταξύ τους, των οποίων το νόημα είναι ακριβώς ο βαθύς ήχος που προκύπτει απ’ τη συνομιλία”, μια άλλη “ανάγνωση”, ή μάλλον μύχια ακρόαση, των ποιημάτων του Καρούζου υπαινίσσεται ότι πέραν αυτής της βαθιά ποιητικής ιερουργίας, πέραν της παραγωγής ήχων για τους ήχους, μοναδικών φθόγγων για την καινοφανή μουσικότητά τους, αντινοημάτων που προκύπτουν ως ονειρώδης δεξιοτεχνία και απάντηση στο αίνιγμα της λαλιάς, ο ποιητής μοχθεί ακριβώς για να μεταδώσει νοήματα, πασχίζει να κάνει κατανοητό εκείνο που ο κοινός τόπος θεωρεί ακατανόητο, μεταχειρίζεται το όχημα της γλώσσας για να πει κάτι ήδη πασίγνωστο, κάνει τελικά ορατό αυτό που είναι ανέκαθεν ορατό, αυτό που στέκεται “μπροστά στα μάτια μας”, μονάχα που μια ανόητη (και όχι: ακατανόητη) και εσκεμμένη εθελοτυφλία δεν μας αφήνει (γιατί δεν θέλουμε να μας αφήσει, δεν μας συμφέρει να μας αφήσει) να το δούμε.

Από μιαν άποψη, η λύση στο αίνιγμα της ποίησης του Καρούζου είναι απλούστατη. Όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, το “κλεμμένο γράμμα” δεν βρίσκεται σε κάποια μυστική κρύπτη αλλά ενώπιόν μας, πάνω στο γραφείο μας. Ο Καρούζος φροντίζει να πει, διότι αυτό επέλεξε και έτσι θέλησε, αυτά που ήδη ξέρουμε και δεν θέλουμε να θυμόμαστε ότι τα ξέρουμε. Γι’ αυτό και η ποίησή του θεωρείται δύσκολη. Γι’ αυτό και διάλεγε ενίοτε λέξεις δύσκολες και συντακτικές επινοήσεις περίπλοκες. Το διακύβευμά του ήταν να πει το αυτονόητο ― και σε καιρούς που το αυτονόητο έχει καταντήσει αδιανόητο, οφείλεις, πιστεύει ο Καρούζος, να μιλήσεις τάχατες δυσνόητα. Ή, μάλλον, όπως κι αν μιλήσεις, αν μιλήσεις για το αυτονόητο, θα σε θεωρήσουν δυσνόητο. Οπότε, γίνε!

Ένα απλούστατο παράδειγμα: η Κρονστάνδη. Ο Καρούζος επέλεξε να συνθέσει ένα συναρπαστικό (αντι)ντοκουμέντο για μιαν ιστορική στιγμή που πολλοί εγνώριζαν, λίγοι σχολίαζαν, ελάχιστοι κατάλαβαν βαθιά πόσο κρίσιμη υπήρξε η σημασία της για το χειραφετησιακό (“αριστερό”;) πρόταγμα, και ένας μονάχα (ο Καρούζος) την ύψωσε σε Ποίημα, ή και σε Μανιφέστο Ζωής. Ολάκερη η “Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη” αποτελεί μιαν ακραιφνή απάντηση στο ερώτημα “προς τι οι ποιητές;” και στις απόψεις περί μη-νοήματος στην ποίηση του Καρούζου. Κάθε στίχος αυτής της σύνθεσης (του ώριμου μάλιστα Καρούζου) αποτελεί άχραντο τεκμήριο της έγνοιας του ποιητή να πει (με τον τρόπο του πάντα) τι είναι αληθές, και όχι μονάχα να επιδίδεται σε νοηματικές ακροβασίες και λεκτικές επιδείξεις. Βαθιά πάσχων πολίτης (όσο κι αν σήμερα θεωρείται αναχρονιστική αυτή η ιδιότητα) ο Καρούζος ήξερε πολύ καλά να επισημαίνει (για χάρη του, και για χάρη μας) τις αποφασιστικές καμπές της Ιστορίας, την πανουργία της, τα τεχνάσματά της, και τις επιπτώσεις όλων αυτών στη ζωή μας. Και όντας ποιητής, ήξερε επίσης να μας τα λέει με τρόπους ποιητικούς, τόσο ποιητικούς μάλιστα που αμφισβητούσαν και την ποίηση την ίδια: “[Παλιοκούρελο η ποίηση· θα ’λεγα σολιασμένα βάσανα. Πάει καλά. Μήπως όμως βλέπουμε την επανάσταση σε διάθλαση; μήπως δεν έχει πραγματικά στραβώσει;]”.

Κι από την άλλη (αν είναι πράγματι “άλλη”), ο Καρούζος στέργει να εμβαπτιστεί οικειοθελώς στο καθημερινό, στο εικοσιτετράωρο, στο δήθεν μη επικό, κονταροχτύπημα της ζωής με το θάνατο ― θαρρείς για να αποδείξει, για να δηλώσει ανά πάσα ώρα και στιγμή, ότι κοσμοϊστορικό και καθημερινό είναι ένα, ότι το κάθε δευτερόλεπτο είναι πεδίο μάχης ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, στο Γνωστό και το Άγνωστο, στο Ρητό και το Άρρητο, στο Σοφό και το Ανόητο. Αγωνιώντας κάθε στιγμή να υπάρχει, ο Καρούζος καταργεί τις ψεύτικες αντιπαλότητες για να ορθώσει τις γνήσιες. Στραγγίζει την ποίηση για να την κάνει να πει το ουσιώδες, το τι είναι ο χρόνος και ποια είναι η χρήση του χρόνου. Συνάμα, εμπλέκεται στην περιπέτεια της νύχτας ― γιατί τέτοια πράματα (κακά τα ψέματα) δεν τα λες, δεν μπορείς να τα πεις, αν δεν μπεις στης “άτρωτης νύχτας την νεκροπρέπεια”, αν δεν περιπολήσεις στα χάσματα της ακόρεστης ανασφάλειας, αν δεν γυρίσεις την πλάτη στο “γουδί το γουδοχέρι” του ημερήσιου βολέματος. Ο Καρούζος αρνήθηκε, εσκεμμένα, κάθε άλλοθι. Ανοίχτηκε στο μηδέν, για να το καταργήσει ― να προσπαθήσει, τουλάχιστον. Έζησε στην “πιάτσα”, έγραψε στο “υπόγειο υπερώον” του. Γι’ αυτό και αφέντης του ήταν μονάχα ο Χρόνος, μήτε καν η Γλώσσα. Γι’ αυτό μπόρεσε να πει τα δευτερόλεπτα “κέρματα”, “άμμο”, “κορσέδες της άχρονης διάρκειας”, “φύλλα”, “μικρόβια στα τέρματα των αριθμών”, “κάλυκες”, “σκόνη”, “βέλη σε φαρέτρα”, όπως μας θυμίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα κείμενα που αποκρυπτογράφησαν την ποίησή του.

Ό,τι κι αν ειπωθεί για τον Καρούζο θα είναι λειψό. Ό,τι κι αν ειπωθεί για οτιδήποτε ζούμε θα είναι λειψό. Η ποίηση είναι ο πιο πλήρης υπαινιγμός μιας πληρότητας που είμαστε ανήμποροι να μεταδώσουμε. Ο Καρούζος το ήξερε αυτό. Και ήξερε, όχι μ’ έναν λυγμό μα μ’ έναν βρόντο, να συμπληρώνει το λειψό της ποίησης με το λειψό της ζωής. Ήξερε ότι το ασύλληπτο θριαμβεύει εν τέλει, ότι υπάρχουν τετραγωνίδια που είναι έξω από το σκάκι, και ότι καθήκον του ποιητή είναι να μιλήσει και γι’ αυτά. Ο ίδιος ένα τέτοιο τετραγωνίδιο ήταν. Μοχθούσε, και όσοι τον γνώρισαν καλά διαισθάνθηκαν την αγωνία του, να μας κάνει να δούμε αλλιώς αυτό που βλέπουμε ήδη, αλλά και να “μυριστούμε” ότι υπάρχει ολόγυρά μας κάτι που μας διαφεύγει. Πάλευε πάντα ο Καρούζος μ’ αυτή την έρμη την κοινοτοπία, την πανταχού παρούσα αντίφαση, πασχίζοντας να διακρίνει το μέγιστο μέσα στο ποταπό, το μεγαλειώδες μέσα στο τετριμμένο, το άχραντο (μια λέξη που του άρεσε πολύ) μέσα στο αντίθετό του. Αυτή ήταν η τέχνη του Καρούζου. Μια τέχνη της οποίας, δυστυχώς, δεν μπορεί κανένα κείμενο (κι ακόμα πιο πολύ αυτό το κενοφώνημα) να είναι όσο της πρέπει αντάξιο.

Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΥΓ. Περιπετειώδης (όπως για πολλούς ποιητές) ήταν και ο τρόπος έκδοσης των βιβλίων του Νίκου Καρούζου. Για πολλά χρόνια, έως τη δεκαετία του 1970, τύπωνε με έξοδα δικά του τα όσα μας προσέφερε. Έκτοτε, συνέβαλαν η Εγνατία, το Πολύπλανο, το Ύψιλον, ο Εξάντας, ο Άκμων (μία σημαντική ανθολογία, στα 1981), η Γοργώ, η Εστία, ο Καστανιώτης, ο Μίμνερμος, και η Απόπειρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, με πρωτοβουλία του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη και του Θάνου Σταθόπουλου, ο Νίκος Καρούζος συναντήθηκε με τον Μανώλη Μανουσάκη, των εκδόσεων Ερατώ, ο οποίος και προχώρησε στην έκδοση των Απάντων του ποιητή, σε τόμους ανάλογα με την δημιουργική του περίοδο. Εκδόθηκαν η Πρώτη Εποχή και η Δεύτερη Εποχή. Μετά το θάνατο του Nίκου Καρούζου, το έργο του εκδίδεται συγκεντρωμένο σε τόμους από τις εκδόσεις Ίκαρος. Έχουν κυκλοφορήσει τα Ποιήματα A΄ και τα Ποιήματα B΄. Ας σημειωθεί ότι το 1992, κυκλοφόρησε ένας δίσκος με ηχογραφημένες απαγγελίες ποιημάτων από τον ίδιο τον ποιητή. Η παραγωγή ανήκει στους Θάνο Σταθόπουλο και Γιάννη Τζώρτζη, για λογαριασμό της εταιρείας Ιπτάμενοι Δίσκοι. Τέλος, αξίζει να καταγραφούν και τα βιβλία Η “Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη” του Νίκου Καρούζου/ κριτική ανάγνωση, του Αντρέα Μπελεζίνη (εκδ. ΣΠΕΙΡΑ, Αθήνα 1987)· Η μαύρη κούρσα του κυρίου Καρούζου, του Γιώργου Κακουλίδη (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 1992), και Το Εκκρεμές που σήμαινε Ποιήματα/Ο Ώριμος Καρούζος, του Πάνου Παράσκεβου (εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ, Αθήνα 1993).





ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΔΙΑ ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑΣ (οι άλλοι για τον Νίκο Καρούζο)

2 “ωσάν μέλλοντας εξακολουθητικός
διέσχισε το μεγάλο αυτοκινητόδρομο ο Νίκος Καρούζος”
Ελένη Αστρινάκη, Πάθη Φωνηέντων

2 “Ο Καρούζος θα ’θελε να επαναλάβει τα λόγια του Αυγουστίνου, όπως θα ’θελαν να τα επαναλάβουν ο Κάφκα και ο Μπόρχες: «Αν με ρωτήσουν τι είναι ο χρόνος, ξέρω। Αν θελήσω να το εξηγήσω σε κείνον που με ρωτάει, δεν ξέρω...» Αντί γι’ αυτό, δεν του μένει παρά να μεταμορφώσει την ασύλληπτη φύση του χρόνου σε κάτι το επικίνδυνο και συνεπώς συναρπαστικό. Ο Καρούζος περιγράφει τα δευτερόλεπτα με την ίδια παραξενιά που άλλοι ποιητές περιγράφουν τα λουλούδια” Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορία των Ηδονών



2 “Ο Καρούζος ονειρεύτηκε τον κόσμο στη βάση του θανάτου. Ο θάνατος για τον Καρούζο δεν ήταν, βεβαίως, η απαρχή μιας άλλης κατάστασης· μονάχα η βαθιά και πεπρωμένη συνείδηση του αδιεξόδου· η άπειρη χωματίλα. Το γλυκό τραγούδι της προσευχής καταφάσκει με την εκμηδένιση. Η γιορτή περιέχει τον εφιάλτη. Ο Καρούζος περιέγραψε τη γιορτή, αυτόν τον εφιάλτη”
Θάνος Σταθόπουλος, ΓΛΕΝΤΙ (Ποίηση, 4)

2 “Ο Καρούζος αποτελεί αρμονικό συνδυασμό μιας εκπληκτικής πολυμέρειας και πολυγνωσίας (αρκεί να σημειώσει κανείς, για παράδειγμα, την ευρύτητα των γνώσεών του στα εικαστικά και στην έντεχνη, την κλασσική μουσική), αλλά και μιας απλότητας και άκρας λιτότητας στην προσωπική του ζωή, μιας συστηματικής αποφυγής των «μικροαναγκών βολής». Αυτό υπήρξε αποκλειστικά δική του επιλογή, αφού η σχέση του με την ύλη περιοριζόταν στα εντελώς απαραίτητα για τη διαβίωση. Aυτή τη λιτοδίαιτη επιλογή ο Νίκος Καρούζος την ανήγαγε σε πραγματικό τρόπο ζωής, πετυχαίνοντας να παραμείνει αλώβητος, σαν πραγματικός «αντιστασιακός διαρκείας» που υπήρξε, και να εμβαθύνει σε πολύ βαθύτερες και ουσιαστικότερες σφαίρες”
Αλέξης Γ.Κ. Σαββίδης, Νίκος Δ. Καρούζος (ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ, 44-45)

2 “Αναβόσβηνε λοιπόν το χέρι του, όταν έγραφε”
Έκτωρ Κακναβάτος, Μικρό Οδοιπορικό στα “Χρώματα” και στα Χώματα του Ποιητή Νίκου Καρούζου

2 “Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, κι ο Καρλ Μαρξ». Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;”
Σάββας Μιχαήλ, Κατακείμενος Όρθιος (Νέα Προοπτική, 14)

* * *

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

ΠΕΡ ΥΦΟΥΣ


Ο Λάγιος ο Ηλίας, που, μια φορά που ήτανε μπροστά, κάποιοι άθλιοι ουτιδανοί ψοφοδεείς, κι ανύπαρχτοι πια, πήγανε να με καταλαλήσουνε για τα καλά, είχε την ωραία την ανδρίλα (την αυτονόητη για μας τα χρυσά καλά παιδιά) πάραυτα να πει βραχνά, «Ίκαρος… Φίλος… Σκασμός… Αυτά», γεννήθηκε ο υπέροχος, καθώς και ο Καρούζος, σαν και τώρα, μες στα «θολερά λιοπύρια του Καρκίνου». Κι ό,τι κι αν λένε, εδώ κι εκεί, ζήσαμε σε δυο σπίτια δικά μου (οδός Αγίου Μελετίου 24, οδός Σύρου 48) μαζί, πέτυχα, όχι δίχως κόπο, να φιλιώσει με τρεις ερωμένες του με τις οποίες είχε άσχημα τσακωθεί (Μ.Δ., Δ.Κ., Μ.Ε.), εξαίσια τον ξενοδόχεψα (δική του η απόφανσις!), τον κέρασα πολλάκις, απ’ το υστέρημά μου, δέσποινα των λογισμών του ποτές μου δεν μαγάρισα, κι εύζωνας πλάι του ήμην, εύελπις και κιχώτης! Κι αν επανέλθουν οι κακές φωνές, οι άσκημες, κι εγώ θα επανέλθω με λόγια ντοκουμέντα τεκμήρια χρονικά! Άμα πια!!!

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΕΙΡΑΨΙΕΣ

Αυτό θα το ακούσετε το μεσημέρι, Δέκα Ιουλίου, φίλες και φίλοι, αλλά μ' αρέσει να το αναρτήσω από τώρα, ακούγοντας Μπομπ Ντύλαν και πίνοντας, ύστερα από χρόνια, κόκκινο κρασί...

Όταν ο Μάχνο Ανταλλάσσει Χειραψίες με τον Ντουρούτι

Στον Γιώργο

Ανοίγει η ψαλίδα. Ανοίγει ολοένα και πιο πολύ. Ανοίγει ολοένα και πιο βάναυσα. Ανοίγει ολοένα και πιο άγρια. Θα θυμηθούμε –μάλλον θα υπενθυμίσουμε, γιατί ποτέ δεν τα ξεχάσαμε– εκείνα τα αγέρωχα παλιά. Εκείνα τα «Ένα γέλιο θα σας θάψει», «Ένα δικό μας Σαββατοκύριακο είναι η ζωή σας όλη». Εκείνα τα «Εγώ χαμογελώ, κι εκείνοι χάνονται». Εκείνα τα «Όταν τα σκατά θ’ αποκτήσουν αξία, οι φτωχοί δεν θα ’χουν κώλο». Θα θυμηθούμε ξανά το Τρελό Γέλιο του Θάρρους, όπως είχε τιτλοφορήσει τον σημαντικότερο πίνακά του ο Δανός ζωγράφος και καταστασιακός Asger Jorn. Θα θυμηθούμε την φαινομενικά παράλογη, μα απολύτως λογική σε παράλογους καιρούς, ρήση του υπερρεαλιστή Ρενέ Κρεβέλ, «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου, ούτε το χαβιάρι του φτωχού». Θα θυμηθούμε, ακόμα κι αν το έχει ξεχάσει ο ίδιος, ότι μας τάραξε στην εφηβεία μας, και μας τάραξε σωτήρια, μια φράση του Βασίλη Βασιλικού που έλεγε ότι οι επαναστάτες είναι οι πιο γοητευτικοί άνθρωποι.
Όλα όσα θέλησε η ιλουστρασιόν πλέμπα του ταχύπλοου νεοπλουτισμού να τα ξεχάσουμε, θα τα θυμηθούμε και πάλι. Και θα τα θυμίσουμε. Απ’ όπου και όπως μπορούμε. Θα θυμηθούμε, και θα θυμίσουμε ξανά, την «Οκτάνα» και τους «Μπεάτους» του Ανδρέα Εμπειρίκου, τους Της Μη Συμμορφώσεως Αγίους. Τον Κερουάκ που διαβαίνει μουσηγέτης. Τον Έρνεστ Πάπα Χέμινγουεϊ, και το πώς, στις 25 Αυγούστου του 1944, οπλισμένος μ’ ένα οπλοπολυβόλο και καθοδηγώντας ένα τσούρμο Γάλλους αντιστασιακούς, μπούκαρε στο Παρίσι και το απελευθέρωσε μερικές ώρες πριν μπουν στη Πόλη του Φωτός τα στρατεύματα των Συμμάχων. Θα θυμηθούμε επίσης τον Νέστορα Μάχνο και την Καβαλαρία του ν’ απελευθερώνει χωριά στην τσαρική Ρωσία, και τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι να κατατροπώνει με το αντάρτικο φλαμένγκο του στο ιβηρικό λιοπύρι τους βδελυρούς φαλαγγίτες του Φράνκο. Θα θυμηθούμε τον Αρθούρο Ρεμπό να λιώνει με μια λυτρωτική λυρική λάμψη ό,τι περνιόταν για ποίηση μέχρι την εκθαμβωτική έλευσή του και να χάνεται μετά στο χάος. Τον Αρθούρο Κραβάν θα θυμηθούμε, να μην τον χωράει κανένας τόπος, να μην τον πτοεί σύμβαση καμία, λιποτάκτης να είναι δεκαέξι στρατών, όλα να τα παρατάει και να εξαφανίζεται στο Μεξικό.
Κανέναν δεν θέλω να προσβάλλω, όχι, φίλες και φίλοι, κι ακόμα λιγότερο κάποιον που στέργει να γίνει υπουργός πολιτισμού στη χώρα του Γιώργου Χρονά και του Λευτέρη Πούλιου, στη χώρα του Δήμου Αβδελιώδη και του Φίλιππου Κουτσάφτη, στη χώρα του Θανάση Παπακωνσταντίνου και των Διάφανων Κρίνων, στη χώρα του Κωστή Παπαγιώργη και του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, στη χώρα του Πάνου Χαραλάμπους και του Μάριου Σπηλιόπουλου, στη χώρα του Γιώργου Βαλαή και της Αγγελικής Παπούλια, όχι, μακριά από μένα να προσβάλλω τον οποιονδήποτε, κι ακόμα λιγότερο, ας το ξαναπώ, έναν που στέργει να είναι υπουργός πολιτισμού, αλλά φοβάμαι ότι όσο αγνοεί κανείς, κι ακόμα περισσότερο κάποιος που στέργει να είναι υπουργός πολιτισμού, τι λογής πολιτισμό διακονούν οι ποιητές Χρονάς και Πούλιος, οι σκηνοθέτες Αβδελιώδης και Κουτσάφτης, οι στοχαστές Παπαγιώργης και Λυκιαρδόπουλος, οι εικαστικοί Χαραλάμπους και Σπηλιόπουλος, οι θεατράνθρωποι Βαλαής και Παπούλια, όσο θα δεσπόζουν ο κυνισμός του χρήματος και το χρήμα του κυνισμού, τόσο βάναυσα και άγρια θ’ ανοίγει η ψαλίδα, τόσο τρυφερά και λυτρωτικά, ίσως και κομμάτι απειλητικά, με το συμπάθιο, θα θυμόμαστε και θα θυμίζουμε τον Ντουρούτι και τον Μάχνο, τον Μπακούνιν και τον Σαιν Ζυστ, αλλά και τον Ντον Τζοβάνι και τον Τζάκομο Καζανόβα.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΥΝΤΑΓΕΣ



Ως κλασικός ουμανιστής και, ό,τι κι αν ακούγεται σε ορισμένους, ομολογουμένως ευυπόληπτους, κύκλους, άνθρωπος καλός κ’ αγαθός, ετοίμασα και διάβασα σήμερα, 8 Ιουλίου 2008, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, τις παρακάτωθι συνταγές ενάντια στον καύσωνα. Όσο για το εάν έχει περιεχόμενο η ζωή μου, ή όχι, όπως και πάλι συζητιέται σε ορισμένους, ομολογουμένως ευυπόληπτους κύκλους, την απάντηση την βρίσκει κανείς στο έξοχο μυθιστόρημα «Μπλουζ του Βερολίνου», του Σβεν Ρέγκενερ (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτάνη, εκδ. Άγρα), και στη σελίδα 60: «Το περιεχόμενο της ζωής είναι μια εντελώς ηλίθια έννοια. Ζωή με περιεχόμενο, τι εννοείς δηλαδή μ’ αυτό; Μήπως η είναι ζωή ποτήρι ή μπουκάλι ή κουβάς, κάποιο δοχείο τέλος πάντων που το γεμίζεις, ή μάλλον που πρέπει να το γεμίζεις, ή μάλλον που πρέπει να το γεμίσεις, γιατί κατά κάποιο τρόμο ο κόσμος όλος συμφωνεί ότι είναι απαραίτητο αυτό που λέγεται περιεχόμενο της ζωής; […] Όταν μιλάμε για περιεχόμενο της ζωής, τότε σημαίνει πως βλέπουμε τη ζωή μόνο σαν δοχείο, ως μέσο προς τον σκοπό, που πρέπει να το γεμίσουμε με κάτι, αντί να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή έχει αξία από μόνη της, και ότι αν ασχολιόμαστε όλη την ώρα να τη γεμίσουμε με περιεχόμενο, τότε ίσως και να μην έχουμε καταλάβει τίποτα».

Συνταγές Ενάντια στον Καύσωνα

Σελίδες:
Ξεχνάμε τις θηριώδεις ντάνες που η αθεράπευτη βιβλιομανία μας έχει σωρεύσει σε διάφορα σημεία της κατοικίας μας και μας προκαλούν ένα είδος άγχους και άχθους, πασπαλισμένων με μιαν όχι και τόσο ευπρόσδεκτη καθηκοντολογία, ω ναι, τις αφήνουμε για τις κρύες νύχτες του χειμώνα, και πιάνουμε τα γνωστά κι αγαπημένα. Δευτέρα, Τετάρτη, και Παρασκευή, διαβάζουμε αμέριμνα, επί ένα τρίωρο, και ανοίγοντας πάντα στην τύχη, κάθε φορά, το εκάστοτε βιβλίο, σελίδες από το «V» του Τόμας Πύντσον (εκδ. Χατζηνικολή), από το «Βατερλώ δύο Γελοίων» του Γιάννη Σκαρίμπα (εκδ. Νεφέλη), από το «Μπλουζ του Βερολίνου» του Σβεν Ρέγκενερ (εκδ. Άγρα). Τρίτη, Πέμπτη, και Σάββατο, καταφεύγουμε, ωραία και καλά, στον Ρέιμοντ Τσάντλερ και τον Γιάννη Μαρή. Τις Κυριακές, και μετά το ξεκοκάλισμα των εφημερίδων, φοράμε το καλό λινό λευκό κοστούμι μας, καθόμαστε στο γραφείο μας, φρεσκοξυρισμένοι, και διαβάζουμε, όπως και δήποτε, ή μάλλον κοινωνούμε με τη δέουσα ευλάβεια, το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι.

Νότες: Ξεχνάμε τέτοιες μέρες την όποια αγάπη μας για τον Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, την ατονική μουσική της Σχολής της Βιέννης, και τον Γκούσταβ Μάλερ. Παίζουμε ανελλιπώς στο παλιό μας πικάπ 45άρια του Φιλ Σπέκτορ, του «Μότσαρτ της Αμερικής», του ιδιοφυούς συνθέτη και παραγωγού που με τα δίλεπτα έπη του πρόσφερε αίγλη, δόξα και τιμή στους εφηβικούς έρωτες – και τι είναι όλοι οι έρωτες αν όχι, πάντοτε, εφηβικοί; Επίσης ακούμε Έλβις, παλιά του Χατζιδάκι, και τα μαύρα διαμάντια των θρυλικών εταιρειών Stax και Chess. Βεβαίως, δεν ξεχνάμε να παίξουμε τον εθνικό ύμνο όσων επιμένουν να μην τρέχουν σε κοσμοβριθείς παραλίες όπου απλώνεται η λιπαρή μπόχα των αντηλιακών και τρως κάνα μπαλάκι του τένις κατακέφαλα κάθε τόσο, ήτοι το «Summer in the City» με τους Lovin’ Spoonful.

Εικόνες: Ξανά, μανά, κι ακαταπαύστως, παίζουμε στο dvd μας, τα αθάνατα έργα των Αδελφών Μαρξ, του Ζακ Τατί, του Τζέρι Λιούις, του Πίτερ Σέλερς.

Κοκτέιλ Μάλεβιτς: Περιβόητος για τον περιλάλητο πίνακά του «Άσπρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο», ο πρωτοποριακός Ρώσος καλλιτέχνης και ιδρυτής του «σουπρεματισμού» Καζιμίρ Σεβερίνοβιτς Μάλεβιτς (Κίεβο 1878 - Λένινγκραντ 1935), δεν μπόρεσε να μην αποτελέσει την έμπνευσή μου για το δυνατό Κοκτέιλ Μάλεβιτς, το οποίο μάλιστα θεωρώ και σύμβολο συμφιλίωσης ανάμεσα σε παρεμφερείς μα και λίαν ανταγωνιστικές παραδόσεις και κουλτούρες. Η συνταγή είναι απλή, εύκολη, και δραστική, Σε ένα παλαιού τύπου νεροπότηρο-σωλήνα βάζουμε δύο γερές και απολύτως ίσες ποσότητες τσικουδιάς απ’ τα Σφακιά και ρακής από την Τήνο, κατά προτίμησιν από καθολικό χωριό, οπότε και ομοιάζει κομμάτι με γκράπα. Προσθέτουμε τρία ευμεγέθη παγάκια, όχι απ’ τα ετοιματζίδικα γυάλινα των σύγχρονων μπαρ, αλλά επίσης παλαιού τύπου, απ’ αυτά που μοιάζουνε με πάχνη κοσμημένα, βγαλμένα από μεταλλική παγοθήκη με χερούλι.

Κοκτέιλ Ναμπόκοφ: Ο λεπταίσθητος ποιητής, σκακιστής, λεπιδοπτερολόγος, και βεβαίως συγγραφέας περίτεχνων αριστουργημάτων, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (Αγία Πετρούπολη 1899 - Μοντρέ, Ελβετία, 1977) είχε την ευγενική συνήθεια να ζητάει, όταν τον καλούσαν σε τηλεοπτικές εκπομπές, ή προέβαινε σε άλλες δημόσιες εμφανίσεις, να του σερβίρουν τη γενναία δόση ρωσικής βότκας σε αδιαφανή κούπα ούτως ώστε να μη δίνει το κακό παράδειγμα. Έτσι το δροσερότατο Κοκτέιλ Ναμπόκοφ, προχθεσινή μου επινόηση, απαρτιζόμενο από δύο δόσεις βότκα, δύο δόσεις γκρέιπφρουτ, μία δόση λεμόνι, και μία δόση πορτοκάλι, συν ολίγο τζιν, και άφθονο τριμμένο πάγο, δέον όπως σερβίρεται σε αδιαφανέστατο κύπελλο, ει δυνατόν με σχεδιάκια πεταλούδες, και να πίνεται με καλαμάκι, αργά και απολαυστικά.

Λολίτες: Ιδανικό σνακ για το Κοκτέιλ Ναμπόκοφ, πολύ απλό, νοστιμότατο, και θρεπτικό. Σε στρογγυλές λεπτοκομμένες φέτες από ντοματάκια μίνι απλώνουμε ρωσικό χαβιάρι, ή αβγοτάραχο Μεσολογγίου. Στη δεύτερη περίπτωση, ρίχνουμε και μερικές στάλες λεμόνι.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΑΜΕΡΙΚΑ


Radio050708

Απόψε, Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, με αφορμή την νέα έκδοση του βιβλίου «Ουρλιαχτό & Άλλα Ποιήματα» του Allen Ginsberg, σε μετάφραση Άρη Μπερλή, εκδόσεις Άγρα, και με αφορμή τη χθεσινή επέτειο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας (1776), ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης ξεκινάει ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στην Αμερική των Ginsberg. Burroughs, Kerouac, Hemingway, Mailer, Miller, Chandler, Hammett, και πάει λέγοντας. Θα διαβάσουμε ποιήματα που αγαπήσαμε μέσα στα χρόνια, θα ακούσουμε τραγούδια που μας έβγαλαν από τα σπίτια μας, που μας έκαναν να πάρουμε φλεγόμενοι τους δρόμους. Όπως είπα και χθες στο Ραδιοχρονογράφημά μου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν έναν πελώριο θησαυρό που απολαμβάνουν ολοένα και λιγότερο, έχουν έναν εξαίσιο κήπο που φροντίζουν ολοένα και λιγότερο, έχουν έναν καρπερό αγρό που καλλιεργούν ολοένα και λιγότερο. Ας ξαναδιαβάσουμε τον Ginsberg (τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ελληνική έκδοση του «Ουρλιαχτού» στη μετάφραση του Μπερλή από τις εκδόσεις Άκμων – καλή επέτειος κι αυτή!): «Αμερική σταμάτα να σπρώχνεις ξέρω τι κάνω./ Αμερική πέφτουν τα άνθη της δαμασκηνιάς».