Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, Δευτέρα 28 Ιουλίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, στις δώδεκα παρά κάτι. Καλή μας εβδομάδα!


Στάσου, Μύγδαλα!

Συναχθήκαμε τις προάλλες μια καλή παλιοπαρέα, σιγοπίναμε κρασάκι κεχριμπάρι, κι είπαμε να δούμε ελληνικές ταινίες. Και είδαμε τα «Κορίτσια στον Ήλιο», βέβαια, και, στο καπάκι, καθώς λένε, χωθήκαμε και χαθήκαμε στο οργανωμένο και ευφυές, εντέλει, παραλήρημα της «Κακοκοίρας», με τον αεικίνητο και αειμίλητο Κώστα Χατζηχρήστο, και ήτανε λύτρωση, και τον ουρανό εντός μας τον κέντησαν πυροτεχνήματα γέλιων αθώων, αλλά και δέσμες φωτός που πηγή τους ήταν μια άχραντη νοσταλγία για άδουλους και άδολους καιρούς, άδουλων άδολων ανθρώπων, καλλιτεχνών που τα έδιναν όλα με μια χθόνια αριστοκρατικότητα. Και θυμηθήκαμε ένα σωρό ωραία και καλά. Που, όχι και τόσο πιτσιρικάδες, λέγαμε να στήσουμε μια μπάντα, λίαν ροκ και παιχνιδιάρικη που να τη λέμε «Stop Almonds», φόρος τιμής να είναι στον Βόγλη και στον Καμπανέλλη, και να παίζουμε σε πανκ διασκευή, και με στίχο εγγλέζικο, τα «Κορίτσια στον Ήλιο»~ που ακούγαμε τον Σωτήρη Κακίση, να λέει, με την κρύσταλλο-αβρή φωνή του για ένα ματς στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με την Εθνική Ελλάδος να αντιμετωπίζει την Εθνική Πολωνίας, και ο μέγας Μίμης Παπαϊωάννου να κάνει μια ψηλοκρεμαστή σέντρα και, βλέποντας να μην παίρνει χαμπάρι ουδείς συμπαίκτης του, να είναι όλοι αίφνης σε μία χαύνωση, σε μία Twilight Zone του άχρονου, αλλού όλοι, ο Παπαϊωάννου εξέβαλε κραυγή και με μιαν υπεράνθρωπη προσπάθεια έτρεξε να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα~ κι ακόμα, θυμηθήκαμε τον Λέοναρντ Κοέν, και τους μπήτνικς ποιητές να έρχονται στην Ελλάδα και να την αγαπάνε, σε μια Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα, που άκουγε τα αξεπέραστα μπλουζ του Τσιτσάνη με την Πόλυ Πάνου, όπως ωραία σημειώνει ο Σπύρος Μεϊμάρης, και πολλές φορές το «τρελό μάτι του Άλεν Γκίνσμπεργκ και το θολό μάτι του Τσιτσάνη ν’ ανταλλάσσουν ματιές αμοιβαίας αναγνώρισης»~ και ν’ ανεβαίνει στην Ακρόπολη ο Γκίνσμπεργκ, θυμηθήκαμε, και να γράφει, στην Ελλάδα, στις 29 Αυγούστου του 1961, «Η Ακρόπολη όπως κάθε Γολγοθάς/ έχει γαλανές τις κόγχες των ματιών», και να ζωγραφίζει τον Οιδίποδα στα καρνέ του, να ζωγραφίζει τον Μεσογειακό Ήλιο, να τρώει σουβλάκι και να πίνει βυσσινάδα, να τα λέει με τον Νάνο Βαλαωρίτη στου Ζώναρς, και τον Οκτώβριο του ’61 να γράφει ένα ποίημα που λέει, «Να είμαι μονάχα θλιμμένος σαν ελληνικό παράπονο στο τζουκμπόξ/ Τώρα είναι η ώρα να πω αντίο σ’ όλους εκείνους που νόμιζα πως θ’ αγαπούσα παντοτινά/ όλες τις μεταξένιες μου επιθυμίες, όλα όσα είδα στα όνειρα/ λυπημένος ο Μπιθικώτσης ο τραγουδιστής/ ή τις γυναίκες του Ομήρου που χάθηκαν μέσα στο βιβλίο των νεκρών/ Δεν υπάρχει πιο θλιμμένο τραγούδι απ’ το τραγούδι του κόσμου που περνάει». Και να είναι, θυμηθήκαμε, κι ο ποιητής Γκρέγκορι Κόρσο εδώ, (γεννημένος στις 26 Μαρτίου του 1930, μας άφησε τις 17 Ιανουαρίου του 2001), και να ζωγραφίζει κι αυτός σκηνές από τον Σοφοκλή, μεγάλα τρίπτυχα, και να γράφει το ποίημα «Στην Ακρόπολη», όπου λέει: «Πόσο προικισμένος μ’ ονειρεμένο έρωτα/ Βρέθηκα πάνω σου, Ω υψηλότατη πόλη!/ Περήφανος, συγκινημένος, με καμάρι που εγώ/ Ακριβώς στην αιχμή της νιότης/ Ήξερα πώς να στρώσω το τραπέζι του Δία/ Το τραπεζομάντιλο, τα μαχαιροπίρουνα, κι όλα τα φαγητά επάνω». Και να λέει ο Γκρέγκορι Κόρσο ότι οι Καρυάτιδες «στέκουν στον αέρα/ φτιάχνοντας το αέτωμα τ’ ουρανού,/ Γύρω τους το λυκαυγές και το χρυσόφως/ Σαν μεταξωτές σάλπιγγες, που παλεύουν για την κυριαρχία». Τα θυμηθήκαμε αυτά, κι άλλα πολλά, καθώς βλέπαμε τον Βόγλη και την Αννούλα Λόμπεργκ και τον Χατζηχρήστο Ζήκο, κι είπαμε καλό θα είναι μιαν άλλη Ελλάδα να επινοήσουμε και πάλι, μιαν άλλη Ελλάδα να ονειρευτούμε με μάτια ανοιχτά, μια Ελλάδα φορτωμένη και φορτισμένη Ποίηση, ναι Ποίηση, να το ξαναπούμε: Ποίηση, γιατί καθώς επέμενε ο Γκίνσμπεργκ, «Η Ποίηση είναι η μυστική συνταγή για θαύματα».




Δεν υπάρχουν σχόλια: