Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Βάσω, Γεωργία, Ελεάννα, Λένα, Σοφία



Τρούμαν Καπότε, Δόξα Μετά Είκοσι Έτη

Είδα το έργο της Γεωργίας Μαυραγάνη, στο Χώρα, ενθουσιάστηκα, θυμήθηκα για πολλοστή φορά τον Τρούμαν, τον έχω μεταφράσει σε άδολους καιρούς, ω, ας σας τον φέρω ξανά στον νου! Ladies & Gents, ό,τι μας δόθηκε, καλά μας δόθηκε! Ήμασταν η ελίτ, και παραμένουμε! Όλα αρχίζουν απ' το γόνατο, και τίποτα δεν σταματάει εκεί! ΨΗΛΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ!


Κοντά μια εικοσαετία μετά τον θάνατό του, το έργο του συζητιέται ακόμα πιο πλατιά απ’ όταν ενόσω ζούσε, και ο ίδιος γίνεται εκ νέου ο σταρ που ήξερε να γοητεύει σχεδόν τους πάντες, να προκαλεί πυρωμένες συζητήσεις, να ρίχνει λάδι στη φωτιά κάθε λογοτεχνικής, αλλά και κοσμικής, έριδας, να επιτείνει τα πάθη. Το πιο διάσημο μυθιστόρημά του, και ένα από τα διασημότερα όλων των εποχών στις Ηνωμένες Πολιτείες, επανεκδίδεται ξανά και ξανά, ένα άλλο μυθιστόρημα, το πρώτο του, που θεωρείτο χαμένο, βρέθηκε και εκδόθηκε πέρυσι, μια ταινία που ήταν βασισμένη σ’ αυτό κυκλοφορεί και πάλι ύστερα από μια παρατεταμένη απουσία, μία άλλη ταινία, βασισμένη στο πώς έγραψε το εν λόγω μυθιστόρημα, έσπασε τα ταμεία και μάγεψε το κοινό με την ένταση αλλά και την κομψότητά της, χαρίζοντας μάλιστα και το Όσκαρ στον ταλαντούχο πρωταγωνιστή της, ενώ μια ακόμα ταινία ήδη διέπρεψε στο Φεστιβάλ της Βενετίας πριν από μερικές εβδομάδες. Ήταν το παιδί-τραύμα που μπόρεσε, τάχιστα και με άκαμπτο πείσμα, να αναγορευτεί σε παιδί-θαύμα, στο κατ’ εξοχήν παιδί-θαύμα μιας χώρας κατακλυσμένης από παιδιά-θαύματα. Τι συμβαίνει άραγε και επανέρχεται στο προσκήνιο; Μήπως έχουν ανάγκη οι Αμερικανοί να τους αφυπνίσει η αιχμηρότητα της πένας του, να τους συγκλονίσει και πάλι το σκληρό φως που ο συγγραφέας αυτός μπόρεσε να ρίξει στις σκοτεινές πτυχές μιας κοινωνίας που καμωνόταν την ευδαίμονα; Μήπως οι νέες φωνές είναι αναιμικές, άτονες, άοσμες και άγευστες, και γι’ αυτό παρατηρείται η γενικευμένη στροφή σε παλιές αδάμαστες, ανυποχώρητες, απηνείς αλλά συνάμα τρυφερές φωνές, όπως συνέβη και με τον Μπομπ Ντύλαν; Όπως και να ’χει, ο Τρούμαν Καπότε γνωρίζει μια μεταθανάτια επιτυχία, παρόμοια με αυτήν που απόλαυσε στα τρία τέταρτα της ζωής του, και μιαν αποζημίωση για τον διασυρμό που υπέστη στα τελευταία του χρόνια, έναν διασυρμό για τον οποίο ήταν και ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος, μιας και έγινε, από πίκα και πίκρα, ένας ημιπαράφρων δημόσιος παλιάτσος, μια σχεδόν εφιαλτική καρικατούρα αυτού που κάποτε υπήρξε.
Ο συγγραφέας μας γεννήθηκε ως Τρούμαν Στρέκφους Πάρσονς, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1924, στη Νέα Ορλεάνη. Ο πατέρας του, ο Άρτσουλους Πέρσονς ήταν ένας τυχοδιώκτης της κακιάς ώρας που άλλαζε κάθε τόσο επιτήδευμα και σκαρφιζόταν, πάντα αποτυχημένα, σχέδια να πλουτίσει, φτάνοντας σε σημείο να μανατζάρει δευτεροκλασάτους πυγμάχους και τριτοκλασάτους θαυματοποιούς. Η μητέρα του, η Λίλη Μέι Φολκ ήταν απλούστατα μια εστεμμένη βασίλισσα της ομορφιάς στα δεκάξι της χρόνια, και άλλο δεν ήθελε από το να ζει χορεύοντας, τραγουδώντας, κυκλοφορώντας με πολυτελή αυτοκίνητα. Ο γάμος ήταν φυσικό να διαλυθεί, σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, σαν ένας κύβος ζάχαρης σ’ ένα παγωμένο ποτό. Ο μικρός Τρούμαν αφέθηκε στις αμφίβολες φροντίδες συγγενών, σε μια κωμόπολη 1355 ψυχών, την Μονρόεβιλ στην Αλαμπάμα, ενόσω η μητέρα άλλαζε εραστές σαν τα πουκάμισα και ο πατέρας πάσχιζε, ματαίως, να πιάσει την καλή. Τελικά την καλή την έπιασε η μητέρα, όταν ερωτεύτηκε τον Κουβανό επιχειρηματία Τζόζεφ Γκαρσία Καπότε, και τον παντρεύτηκε το 1932. Επρόκειτο για έναν γάμο μάλλον παράδοξο για τα τυπικά δεδομένα, μιας και αντί να σβήσει τη φωτιά του έρωτα, απεναντίας τη φούντωνε μέρα με τη μέρα, φτάνοντας να γίνει ένα πάθος διάπυρο, κάτι σαν πυρακτωμένη μα ειδυλλιακή όαση, ένα παραμύθι για μεγάλους μες στην ρημαγμένη Αμερική του Κραχ. Η Λίλη Μέι Φολκ Πάρσονς θα αλλάξει όνομα, θα γίνει η περιβόητη γλεντζού Νίνα Καπότε και ο Τρούμαν Στρέκφους Πάρσονς θα μετονομαστεί σε Τρούμαν Γκαρσία Καπότε.
Άρχισε να γράφει από πολύ μικρός, ήδη από τα 11 χρόνια του, σοβαρά, μεθοδικά, τρεις ώρες την ημέρα. Η καλύτερή του φίλη, η φημισμένη μετέπειτα συγγραφέας Χάρπερ Λη, έλεγε ότι ήταν προικισμένος συζητητής από πιτσιρίκος, ένας Μάγος Μέρλιν Τσέπης, που με τα πελώρια γαλάζια μάτια του και την θαυμαστή ευφράδειά του μάγευε όσους τον πλησίαζαν.
Ο Τρούμαν θα μείνει στη Νέα Υόρκη, θα απέχει από κάθε άθληση, θα διαβάζει και θα γράφει συνεχώς, η Νίνα, φοβούμενη ότι είναι θηλυπρεπής, θα τον στείλει σε δύο ψυχιάτρους, εν συνεχεία σε μια Στρατιωτική Ακαδημία, κατόπιν σε έναν γιατρό προκειμένου να τον μπολιάσει με αρσενικές ορμόνες, αλλά οι προσπάθειές της να τον αποτρέψει από την ομοφυλοφιλία θα είναι τόσο μάταιες όσο και του πατέρα του να πλουτίσει. Ο Τρούμαν είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις του, όντας σε αυτά τα ζητήματα, υπέρμετρα ώριμος: θα γίνει συγγραφέας, θα γίνει ομοφυλόφιλος, τελεία και παύλα.
Το 1943 γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Summer Crossings», που ο ίδιος διατεινόταν ότι το είχε καταστρέψει, αλλά η αλήθεια είναι ότι είχε κλαπεί, βρέθηκε το 2004, και εντέλει εκδόθηκε το 2005. Το 1945, δημοσιεύει το αφήγημα «Μύριαμ» που αποσπά το Λογοτεχνικό Βραβείο Ο’Χένρι. Τρία χρόνια μετά, ο Καπότε κάνει όλον τον κόσμο να παραμιλά εκδίδοντας το εκθαμβωτικά στιλιστικό μυθιστόρημα «Άλλες φωνές, άλλα δωμάτια» που σοκάρει με το ομοφυλοφιλικό θέμα του. Εξίσου σοκάρει και η φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο, ένα πορτρέτο του νεαρού συγγραφέα, τραβηγμένη από τον Χάρολντ Χάλμα, όπου ο Καπότε απεικονίζεται ως τολμηρός, επίφοβος, απειλητικά ονειροπόλος. «Είναι πολύ νέος», είπε μια κυρία στη φίλη της, βλέποντας τη φωτογραφία. «Είναι πολύ επικίνδυνος», αποφάνθηκε η άλλη, και δεν είχε άδικο.
Ο Τρούμαν, με χαρακτηριστική άνεση, θα φροντίσει να διεισδύσει τόσο στους λογοτεχνικούς όσο και στους κοσμικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών, πίνοντας, αφηγούμενος ιστορίες που εντυπωσίαζαν τους πάντες, ακόμα και λέγοντας κατάφωρα ψέματα, όπως ότι ήξερε καλά την Γκρέτα Γκάρμπο ή ότι ο Έρολ Φλυν ήταν εραστής του. Παράλληλα, μέσα σ’ έναν δημιουργικό παροξυσμό, θα γράψει έξοχα και τολμηρά διηγήματα, θεατρικά, μιούζικαλ, άρθρα για προσωπικότητες όπως ο Μάρλον Μπράντο, ταξιδιωτικά, το σενάριο για το «Beat the Devil» του δυναμικού Τζον Χιούστον, τη νουβέλα «Πρόγευμα στο Τίφανις» που μετά την μεγάλη της επιτυχία θα μεταφερθεί υπέροχα στον κινηματογράφο από τον Μπλέικ Έντουαρντς, με την επιτομή της γυναικείας κομψότητας, την Όντρεϊ Χέμπουρν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, και θα ιντριγκάρει λογοτέχνες, κριτικούς, δημοσιογράφους και κοσμικούς με τις φήμες, που ο ίδιος φροντίζει να διαδίδονται παντού, σχετικά με ένα νέο μυθιστόρημα που γράφει και που θα αφήσει εποχή.
Επρόκειτο, βέβαια, για το κορυφαίο «Εν ψυχρώ». Στους Times της Νέας Υόρκης δημοσιεύεται στις 16 Μαΐου του 1959, ένα μικρό άρθρο, 300 λέξεις όλο κι όλο, σχετικά με ένα τετραπλό φονικό στο Κάνσας. Ο φαινομενικός παραλογισμός του μακελειού εντυπωσιάζει τον Καπότε. Τέσσερις ζωές για σαράντα δολάρια κι ένα ραδιόφωνο. Διαισθάνεται ότι ίσως εκεί σκιρτούν όλα τα μυστήρια της Αμερικής. Του γίνεται έμμονη ιδέα και τον στοιχειώνει, κι αυτό θα τον οδηγήσει στην κορυφή και συνάμα στην κάθετη πτώση. Είναι ένα από αυτά τα «χτυπήματα ευφυΐας» που σε οδηγούν στον θρίαμβο και στον χαμό. Ο Τρούμαν επί μια πενταετία, κινδυνεύοντας ακόμα και να χάσει τον μόνιμο εραστή του, τον αγαπημένο του Τζακ Ντάνφυ, άλλο δεν κάνει από το να ταξιδεύει ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Κάνσας, να σχετίζεται με όλους όσοι είχαν σχέση με την τραγωδία, να συνομιλεί με αστυνομικούς, δικηγόρους, ανακριτές, δεσμοφύλακες, αλλά και με τους δύο νεαρούς διασαλευμένους φονιάδες, τον Πέρι Σμιθ και τον Ρίτσαρντ Χίκοκ, να πίνει αλλεπάλληλες βότκες, να σκέφτεται σε σημείο κοχλασμού του νου, και να γράφει. Ήθελε να είναι απόλυτα πρωτότυπος, και τα κατάφερε αναλώνοντας σχεδόν όλη του την ενέργεια. Δεν κρατούσε σημειώσεις μήτε μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του, αλλά όντας προικισμένος με την μοναδική ικανότητα να συγκρατεί στη μνήμη του το 94% όσων άκουγε, απλώς συσσώρευε τα πάντα στο μυαλό του και τα επεξεργαζόταν μετά στο γραφείο του. Και κατάφερε να γράψει το πρώτο «δίχως μυθοπλασία μυθιστόρημα», όπως χαρακτήριζε το «Εν ψυχρώ», με μια συγκλονιστική ακρίβεια και μεστότητα που το κρατάνε ακόμη ανοξείδωτο.
Το 1966 κυκλοφορεί το «Εν ψυχρώ», μένει 37 συνεχείς εβδομάδες στην κορυφή των ευπώλητων, κάτι πρωτοφανές για σοβαρό βιβλίο, φτάνοντας σε 300000 σπιτικά μέσα σ’ ένα χρόνο. Έκτοτε έχει μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και έχει πουλήσει, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Ήταν η μεγάλη στιγμή του Τρούμαν, αλλά και η μόνιμη πλέον γειτνίασή του με τον όλεθρο. Ο Καπότε θα είναι πια πανταχού παρών, καλεσμένος σε κάθε λογής τηλεοπτικά προγράμματα, υψηλός φιλοξενούμενος σε πολυτελείς θαλαμηγούς, πλούσιος όσο κανένας άλλος συγγραφέας, και η αδιαμφισβήτητη celebrity της εποχής του. Αλλά η αρπάγη της φήμης είναι ενίοτε αμείλικτη. Και η παρηγορία της βότκας όταν φτάσει σε ακραίες μεθορίους γίνεται εφιάλτης. Ο Καπότε φαίνεται αρχικά να πιστεύει ότι δικαιούται μιαν ανάπαυλα, ύστερα από την επίπονη συγγραφή του μυθιστορήματος που τάραξε όλη την Αμερική, ιδίως μετά την φοβερή και τρομερή κινηματογραφική του μεταφορά από τον επιδέξιο Ρίτσαρντ Μπρουκς, σε ασπρόμαυρο, με ερμηνείες κυριολεκτικά άψογες και με το ατμοσφαιρικό σάουντρακ ενός μεγάλου της τζαζ, του Κουίνσι Τζόουνς. Ανάπαυλα θεωρούσε την ολοένα και πιο αποχαυνωτική περιφορά του στους κοσμικούς κύκλους, την ολοένα και πιο φθοροποιό για το ταλέντο του συνάφεια με κινηματογραφικούς αστέρες, με τυχοδιώκτες εραστές, με μια στρατιά από κόλακες και απατεώνες, με δούκισσες και μεγιστάνες του πλούτου. Ένα πολύχρωμο και πολύβουο χάος άρχισε να καίει τα κύτταρα του συγγραφέα. Συν ο ορυμαγδός, οι αντιπαλότητες, η ζήλια, οι έριδες που προκάλεσε ο σάλος του «Εν ψυχρώ».
Η δημιουργική πηγή μοιάζει να έχει στερέψει, ο Καπότε κάνει σπασμωδικές προσπάθειες να ανακτήσει το προσωρινά καμένο και χαμένο ταλέντο του, επανεκδίδει παλιά του έργα, επιχειρεί να γράψει ένα σενάριο βασισμένο στο αριστούργημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ «Ο Υπέροχος Γκάτσμπι», αποτυγχάνει, και φροντίζει να περάσει στην αντεπίθεση μιλώντας για το νέο του μυθιστόρημα, ένα λίαν φιλόδοξο σχέδιο, μια αμερικανική εκδοχή του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, με τίτλο «Όταν οι προσευχές εισακούονται». Το μόνο, ωστόσο, που κατορθώνει είναι να οδηγήσει, με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, τον ίδιο του τον εαυτό στα Τάρταρα. Αποσπά παχυλές προκαταβολές για τις «Προσευχές», 25000 δολάρια το 1966, ακόμα περισσότερα το 1969, και τέλος, το 1980, ένα εκατομμύριο δολάρια. Περιφέρεται παντού, πάντα μεθυσμένος, μιλώντας για τις εκπληκτικές, πλην όμως κατά φαντασίαν υπαρκτές και κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες προόδους στη συγγραφή των «Προσευχών». Εξαπατά όλο τον κόσμο, και κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό. Και όταν τελικά, στα 1976, θα δημοσιευτούν στο «Esquire» τρία κεφάλαια, ίσως μάλιστα τα μοναδικά που γράφτηκαν ποτέ, από το πολυαναμενόμενο opus magnum, η πολύφερνη celebrity θα μετατραπεί εν μία νυκτί σε μαύρο πρόβατο και αποδιοπομπαίο τράγο σύσσωμης της καλλιτεχνικής και κοσμικής σκηνής. Οι δρύινες πόρτες κλείνουν για πάντα, ο ιδιοφυής συγγραφέας θεωρείται τώρα «μαρτυριάρικο σχολιαρόπαιδο», οι Αμερικανοί με τα ταχύπλοα είναι συνήθως ταχύπλουτοι που ταχέως εξοβελίζουν από τους κόλπους τους όσους προβαίνουν σε μιαν αιχμηρή κριτική των τρόπων τους. Είναι άνθρωποι δίχως ιστορία και υπόβαθρο, ενίοτε και δίχως ιδιαίτερη καλλιτεχνική καλλιέργεια, και συνεπώς η ανασφάλειά τους δεν επιτρέπει την πολυτέλεια της ειρωνικής συγκατάβασης απέναντι στην ελάχιστα συγκαλυμμένη εξιστόρηση των καμωμάτων τους, κάτι που έκανε ο Καπότε στα κεφάλαια των «προσευχών» που είδαν το φως της δημοσιότητας. «Μα τι περίμεναν δηλαδή;» ξέσπασε ο Τρούμαν. «Είμαι συγγραφέας και δικαιούμαι να χρησιμοποιώ τα πάντα. Τι νομίσανε όλοι αυτοί, ότι βρίσκομαι εδώ πέρα μόνο και μόνο για να τους διασκεδάζω;» Μα ακριβώς αυτό νομίσανε, γιατί, και εδώ τον βαραίνει η ευθύνη, ακριβώς αυτό έδειχνε, παντού και πάντα και με φαντεζί τρόπο, ότι τους προσφέρει τόσο με το εκκεντρικό του ντύσιμο, όσο και με την κλοουνίστικη περσόνα ενός εξωφρενικού πολυλογά βαφτισμένου στη βότκα. Προς τιμήν του, ένας από τους ελάχιστους που παρέμειναν γενναιόψυχα στο πλευρό του ήταν ο Πάπας της Ποπ, ο Άντι Γουόρχολ. Ο Άντι έδωσε στον Τρούμαν την ευκαιρία να δημοσιεύει τακτικά στο θρυλικό περιοδικό του, το Interview, προσφέροντάς του έτσι τον κορμό για τον ευπώλητο τόμο «Μουσική για Χαμαιλέοντες», την τελευταία επιτυχία του συγγραφέα μας.
Ηττημένος από το ποτό, πριν συμπληρώσει την έκτη δεκαετία της ζωής του, ο Τρούμαν Καπότε θα πέσει θύμα της κίρρωσης του ήπατος και της φλεβίτιδας, στις 25 Αυγούστου του 1984. Σχεδόν μια εικοσαετία μετά το θάνατό του, το άστρο του λάμπει και πάλι, γιατί πάντα οι δημιουργοί που το αξίζουν επανέρχονται για να μας μεθύσουν με το πάθος που τους μεθούσε όσο ζούσαν, για να φωτίσουν πτυχές σκοτεινές που φώτισαν και παλαιότερα με τη λάμψη του έργου τους, για να αποκατασταθούν μες στην παλλόμενη ιστορία της Τέχνης, για να θίξουν έστω αναδρομικά τα κακώς κείμενα του Τώρα, όπως κάποτε έθιξαν τα κακώς κείμενα του Τότε, κακώς κείμενα που σε τόσες και τόσες περιπτώσεις παραμένουν απελπιστικά ίδια.



Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Νηφάλιος Μέθη


Dirty Old Town

( Intro vers ) ( D )GI met my love by the gas works wallDreamed a dream by the old canalI Kissed my girl by the factory wallDirty old townDirty old townClouds are drifting across the moonCats are prowling on their beatSpring's a girl from the streets at nightDirty old townDirty old town( Solo vers ) ( C )GI Heard a siren from the docksSaw a train set the night on fireI Smelled the spring on the smoky windDirty old townDirty old townI'm gonna make me a big sharp axeShining steel tempered in the fireI'll chop you down like an old dead treeDirty old townDirty old townI met my love by the gas works wallDreamed a dream by the old canalI kissed my girl by the factory wallDirty old townDirty old townDirty old townDirty old town

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Μπάμπης Μπακόλ


Ανταποκρίνομαι στην τόσο τιμητική πρόκληση/πρόσκληση του Αείζωου Φίλου Μπάμπη [http://areadingdiary.wordpress.com/]

Λοιπόν, το αγαπημένο μου ποίημα είναι αυτό:
ΤΟ ΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΔΥΟ ΑΛΛΑ ΤΑ ΔΥΟ ΜΙΣΑ ΤΟΥ ΕΝΑ

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Μπογκίκαρος!!!



Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ
Ο Απόλυτος Θρύλος


Τον έχουν πυροβολήσει κατ’ επανάληψιν αστέρες όπως ο Τζέιμς Κάνγκεϊ και ο Έντουαρντ Ρόμπινσον. Έχει καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα δώδεκα φορές και έχει φάει πάνω από 800 χρόνια φυλακή. Στην οθόνη, φυσικά. Στην αληθινή ζωή, επέδειξε ένα σημαντικό ταλέντο στο να εναρμονίζει τις αντιφάσεις του, στο να βάζει τον άγγελο και τον διάβολο εντός του να ανταλλάσσουν χειραψίες συναδέλφωσης και να χορεύουν αρμονικά κλακέτες. Είχε σπάσει κάμποσα ρεκόρ φιλοποσίας και φιλοκαπνίας, ήταν φανατικός βιβλιόφιλος, άριστος παίκτης του γκολφ, ένας από τους πιο μανιώδεις και δεινούς ερασιτέχνες σκακιστές των Ηνωμένων Πολιτειών, λάτρης της μουσικής του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ και του Κλοντ Ντεμπισί, αν και το σουλούπι του, οι κινήσεις του και η τραχιά φωνή του θύμιζαν πάντα τους κυνικούς γκάνγκστερ που υποδυόταν κατά συρροήν στην αρχή της κινηματογραφικής του σταδιοδρομίας. Αυτή ακριβώς η φωνή, ένα από τα μεγάλα του ατού, τον έκανε δημοφιλή στους χίπηδες της δεκαετίας του 1960, και μάλιστα πρόσφερε έναν νεολογισμό στην αμερικανική γλώσσα, το ρήμα «bogart», από το επίθετό του, ένα ρήμα που σημαίνει «κρατάω περισσότερο απ’ όσο πρέπει το τσιγαριλίκι και δεν τον κάνω γύρα», και που απαθανατίστηκε μέσα από το τραγούδι «Don’t bogart that joint, my friend», το οποίο απολαύσαμε στην θρυλική καλτ ταινία «Ξένοιαστος Καβαλάρης».
Ο Χάμφρεϊ ΝτεΦόρεστ Μπόγκαρτ γεννήθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1899, στη Νέα Υόρκη, με στάλες από γαλάζιο αίμα να ρέει στις φλέβες του, μιας και ήταν μακρινός απόγονος του Βασιλέως Εδουάρδου ΙΙΙ. Ήταν μακρινός συγγενής των θεατρικών συγγραφέων Τένεσι Γουίλιαμς και Ρόμπερτ Σέργουντ. Ο πατέρας του, ο Μπέλμοντ ΝτεΦόρεστ Μπόγκαρτ ήταν ένας ευσυνείδητος και ευυπόληπτος χειρουργός, και η μητέρα του, η Μοντ Χάμφρεϊ μια φημισμένη και καλοπληρωμένη εικονογράφος. Σε αντίθεση με τους σκληρούς τύπους που ενσάρκωσε στην οθόνη, ο μικρός Χάμφρεϊ μεγάλωσε στα πούπουλα, παρέα με τις δύο μικρότερες αδελφές του, τον πατέρα του που τον εξοικείωσε με τα μυστικά του σκακιού και της ιστιοπλοΐας, και τη μητέρα του που τον έντυνε στα μετάξια και τον χρησιμοποίησε ως μοντέλο σε μια ζωγραφιά της για τη διαφήμιση παιδικών τροφών, τόσο πετυχημένη ώστε της χάρισε μια μικρή περιουσία.
Ο μικρός Χάμφρεϊ στάλθηκε στο Σχολείο Τρίνιτι της Νέας Υόρκης και μετά στην Ακαδημία Φίλιπς με σκοπό να σπουδάσει στο Γιέιλ. Αλλά ο ήδη ατίθασος χαρακτήρας του τον έστειλε διά παντός μακριά από τα έμπλεα κύρους αμφιθέατρα όταν, σύμφωνα με τις φήμες, ο δεκαοχτάχρονος Χάμφρεϊ πέταξε στο σιντριβάνι της Ακαδημίας τον διευθυντή της. Σύμφωνα με άλλες φήμες, απλώς αδιαφορούσε σκανδαλωδώς για τα μαθήματα και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας, πίνοντας, παίζοντας σκάκι, ακούγοντας κλασική μουσική, και καταβροχθίζοντας τους καρπούς του πνεύματος κολοσσών όπως ο λατρεμένος του Σαίξπηρ, ο Πλάτων, ο Ραλφ Γουόλντο Έμερσον και ο Αλεξάντερ Πόουπ.
Μετά την αποβολή του, το 1918, ο Χάμφρεϊ, όπως σχεδόν κάθε Αμερικανός, άσκησε μια σειρά εφήμερα επαγγέλματα και μετά κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Η συμπλοκή του με έναν κρατούμενο, ο οποίος τον χτύπησε με τις χειροπέδες του όταν ο Χάμφρεϊ προσφέρθηκε να τους τις βγάλει για να του επιτρέψει να καπνίσει ένα τσιγάρο, του χάρισε δύο από τα αείζωα ξακουστά χαρακτηριστικά του: μια μόνιμη ουλή στα χείλη και την πασίγνωστη βραχνή φωνή του. Λίγο μετά, ο τρόπος ζωής φίλων του ηθοποιών, ιδίως τα ξενύχτια και τα γλέντια τους, τον οδήγησε στο σανίδι. Άρχισε με μικρούς ρόλους, πότε έκανε τον Ιάπωνα μπάτλερ και πότε τον νεαρό γόη, αλλά ήδη από τότε, ο αυτοδίδακτος Χάμφρεϊ ήταν τέρας συνέπειας, ανεπίληπτος επαγγελματίας, συνεπέστατος στα ραντεβού του, εξαιρετικά συνεργάσιμος, και λίαν μελετηρός. Δεν κίνησε πάραυτα την προσοχή των κριτικών, αν και άρχισε αμέσως να κατακτά ένα απαιτητικό κοινό. Ύστερα από τη συμμετοχή του σε 21 παραγωγές στο Μπρόντγουεϊ, ανάμεσα στα 1922 και 1945, ήρθε η σειρά του Χόλιγουντ και της μεγάλης οθόνης.
Στο μεταξύ, ο Μπόγκαρτ άρχισε να επιδίδεται στο άθλημα της φιλίας και στο σπορ του γάμου. Όλες του οι φιλίες θα είναι ποτισμένες στο αλκοόλ, διανθισμένες με μοναδικό χιούμορ, και κοσμημένες με έμπρακτη καλοσύνη και ευγένεια. Ο Σπένσερ Τρέισι, μεγάλος ηθοποιός και μεγάλος φίλος, δώρισε στον Χάμφρεϊ το αθάνατο παρωνύμιο «Μπόγκι». Ο Χάμφρεϊ πάει ακόμα ένα ρεκόρ με το να παντρευτεί το 1926, την ηθοποιό Έλεν Μένκεν, να χωρίσει μόλις λίγους μήνες μετά, και να παντρευτεί λίγο αργότερα την επίσης ηθοποιό Μαίρη Φίλιπς. Αμφότερες, όπως και οι μετέπειτα δύο σύζυγοι του Μπόγκαρτ, επίσης ηθοποιό και αυτές, ήσαν γερά ποτήρια και εξόχως δυναμικές γυναίκες, κάτι σαν θηλυκοί Μπόγκι όλες τους.
Ο γάμος με το Χόλιγουντ στάθηκε και η αιτία για δεύτερο διαζύγιο του Μπόγκαρτ. Η Μαίρη Φίλιπς αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στη Δύση και στο σελιλόιντ και επέμεινε στην Νέα Υόρκη και τη σταδιοδρομία της στο θέατρο. Απτόητος ο Χάμφρεϊ, θα παίξει στην κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής επιτυχίας του Ρόμπερτ Σέργουντ «Το Απολιθωμένο Δάσος», όπου θα υποδυθεί τον φονιά Ντιουκ Μαντί. Ο σπουδαίος Εγγλέζος ηθοποιός Λέσλι Χάουαρντ είχε προτείνει πεισματικά και πειστικά να πάρει ο Μπόγκι τον ρόλο, μια χειρονομία μεγάλης φιλίας, που ο Χάμφρεϊ θα φροντίσει να τιμήσει όταν, χρόνια μετά, στα 1952, έδωσε στη θυγατέρα του το όνομα Λέσλι.
Έκτοτε ο Μπόγκι θα ενσαρκώσει κάμποσους φονιάδες, κατάδικους, γκάνγκστερ και τυχοδιώκτες, παίζοντας ακούραστα σε δύο ταινίες το μήνα από το 1936 έως το 1940, για λογαριασμό της Warner Bros. Η τυποποίηση δεν του άρεσε, ωστόσο παρέμεινε πάντα συνεπέστατος και φρόντιζε να δίνει όλο το πολύπτυχο είναι σε κάθε ρόλο, όσο μικρός κι αν ήταν. Με τον καιρό, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ κέρδισε τη φήμη ενός ηθικού ανθρώπου που οπλισμένος με έναν ιδιότυπο κώδικα τιμής επιβιώνει και μάχεται σε έναν διεφθαρμένο κόσμο. Στάση που κράτησε σε όλη του τη ζωή, μένοντας πάντα στο πλευρό των φίλων του, συμπαραστεκόμενος στους διωκόμενους από τον διαβόητο γερουσιαστή Μακάρθι, μιλώντας έξω απ’ τα δόντια, με μια πρωτόγνωρη για το Χόλιγουντ, αμεσότητα και ειλικρίνεια για κάθε κακώς κείμενο στη βιομηχανία ονείρων.
Στα 1938, ο Μπόγκι θα κάνει τον τρίτο του γάμο, μια ολέθρια και γεμάτη βιαιότητα ιστορία, με θάλασσες από ποτό να κατακλύζουν το ζεύγος, και τη σύζυγο, την ηθοποιό Μάγιο Μέδοτ, να κάνει εξωφρενικές σκηνές ζήλιας στον σύζυγο, συνοδεύοντάς τες με την εναντίον του εκτόξευση αντικειμένων όπως γλαστρών, βάζων, σταχτοδοχείων, και πιατικών. Σε μια δεξίωση, μάλιστα, η Μάγιο εμφανίστηκε μ’ ένα πιστόλι στο χέρι και λίγο έλειψε να φυτέψει μια σφαίρα στο γοητευτικό κρανίο του συζύγου της. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν συχνά-πυκνά ανταποκρίσεις από τις μάχες στο μέτωπο του πολέμου Μπόγκαρτ-Μέδοτ. Ο σεναριογράφος Τζούλιους Έπσταϊν είπε ότι ο εν λόγω γάμος ήταν ένα σίκουελ του Εμφυλίου Πολέμου!
Μεσούντος του γαμήλιου πολέμου, ο Μπόγκι θα κάνει τρία κρίσιμα βήματα προς τον θρίαμβο και την παγκόσμια καταξίωσή του. Θα παίξει στο νουάρ «High Siera», του Ραούλ Γουόλς, πλάι στην εκθαμβωτική Άιντα Λουπίνο, δηλώνοντας με καμάρι ότι την φίλησε. Το σενάριο είχε υπογράψει ο μέγας Τζον Χιούστον, με τον οποίο ο Μπόγκι θα συνδεθεί φιλικά και θα περνάει αμέτρητες μαζί του ώρες πίνοντας ουίσκι και συζητώντας για τα αγαπημένα τους βιβλία. Αμέσως μετά θα προσφέρει τη σκοτεινή του λάμψη στο περιλάλητο «Γεράκι της Μάλτας», που σκηνοθέτησε ο Χιούστον βασισμένος στο ομώνυμο σκληρό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ. Ο Μπόγκι υποδύεται τον κυνικό, αλλά συνάμα ευαίσθητο και απόλυτα πιστό στον ηθικό του κώδικα, ιδιωτικό ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ. Έχει μείνει στην ιστορία ο ακροτελεύτιος μονόλογός του, όταν αποφασίζει να παραδώσει την φονική καλλονή Μαίρη Άστορ. «Είσαι ένας άγγελος», λέει ο Μπόγκι. «Αν δείξεις καλή διαγωγή, θα βγεις από το Σαν Κουέντιν σε είκοσι χρόνια, και τότε μπορείς να ξαναγυρίσεις σ’ εμένα». Το βαθύ μελαγχολικό βλέμμα, η βραχνή ψιθυριστή φωνή, οι κομψές κινήσεις και η ιδιότυπη ιπποσύνη του Σπέιντ/Μπόγκαρτ καθήλωσαν το κοινό και, εν μία νυκτί, ανήγαγαν τον Μπόγκι σε μείζονα ηθοποιό και αστέρα πρώτου μεγέθους. Μια συγκλονιστική παρουσία, άφθαρτη μες στο χρόνο, που προλόγισε την εκκωφαντική επιτυχία της περιβόητης «Καζανμπλάνκα».
Στην καλύτερη-χειρότερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου, συνεργάστηκαν ιερά τέρατα όπως ο σκηνοθέτης Μάικλ Κέρτις, ο μουσικός Μαξ Στάινερ, η Ίγκμαρ Μπέργκμαν και ο Μπόγκι προκειμένου να παραχθεί ένα σαφέστατα προπαγανδιστικό φιλμ, εν πολλοίς ασυνάρτητο, εξωπραγματικό, άνισο και, μολαταύτα, απίστευτα γοητευτικό. Ο Μπόγκι, στο ρόλο του Ρικ Μπλέιν, είναι ασυναγώνιστος και λατρεύτηκε από γενεές επί γενεών κινηματογραφόφιλων.
Μετά τον θρίαμβο ήρθε και η σειρά του μεγάλου έρωτα και της ισόβιας αγάπης. Ο Μπόγκαρτ θα γνωρίσει την θελκτικότατη Μπέτι Περσκ, που όλος ο κόσμος την ξέρει με το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο: Λορίν Μπακόλ. Θα πρωταγωνιστήσουν, αλησμόνητα, στην ταινία «Να Έχεις και να μην Έχεις», από το μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ένα αγέραστο φιλμ του Χάουαρντ Χοκς, με μιαν απαστράπτουσα Μπακόλ, με βλέμμα που λιώνει παγετώνες και ένα λίκνισμα που ανασταίνει νεκρούς. Ο σαρανταπεντάρης Μπόγκαρτ και η εικοσαετής Μπακόλ θα γίνουν έκτοτε ένα από τα πιο λατρεμένα ζευγάρια στην ιστορία του σινεμά. Πάντα ερωτευμένοι και πάντα παλιόφιλοι, συμπότες και χωρατατζήδες θα ζήσουν μέσα σε μια ζηλευτή τρυφερότητα, συνενοχή και πάντα γόνιμη ερωτική παραφορά. Καρπός του έρωτά τους θα είναι ο Στιβ και η Λέσλι, που θα κάνουν τον τάχατες σκληρό Μπόγκι έναν άνευ ορίων χαζομπαμπά, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο «κολλητός» του ζεύγους, ο μέγας Φρανκ Σινάτρα δώριζε τακτικά, και για να τον πειράξει τρυφερά, πολυτελείς… κουδουνίστρες στον Μπόγκι!
Η ευτυχία, πλημμυρισμένη από χιούμορ, καλλιτεχνικούς θριάμβους, όπως το Όσκαρ για την «Βασίλισσα της Αφρικής», αλλά και ωκεανούς αλκοόλ, δεν έμελλε να κλονιστεί ούτε καν από το στραπάτσο της υγείας του Μπόγκι. Το τσιγάρο και το ποτό είχαν διαλύσει τον οργανισμό του, του αφαιρούσαν με ανησυχαστικούς ρυθμούς βάρος, κονιορτοποίησαν τις άμυνες του σώματός του. Στα τελευταία του, ο Μπόγκι είχε φτάσει να ζυγίζει μόλις 36 κιλά. Αυτό που δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο ήταν το κέφι και το χιούμορ του και ο έρωτάς του για την Μπακόλ.
Στις 14 Ιανουαρίου του 1957, μισόν αιώνα πριν, ο Μεγαλύτερος Κινηματογραφικός Σταρ Όλων των Εποχών, σύμφωνα με το «Entertainment Weekly», ο θρύλος που το 1997 έγινε γραμματόσημο των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πάντα πιστός φίλος και πάντα πότης και ιππότης, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, προσβεβλημένος από καρκίνο του οισοφάγου, θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή. Τα τελευταία του λόγια είναι αθάνατα όσο και η μεγαλοφυής του παρουσία στην οθόνη: «Γαμώτο, δεν θα έπρεπε ποτέ να το γυρίσω απ’ το ουίσκι στα μαρτίνι»!




Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

ΕΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΜΕΓΑΛΟ ΟΣΟ Ο ΡΙΤΖ


Το διήγημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ «Ένα Διαμάντι Μεγάλο όσο το Ριτζ», το θυμήθηκα σήμερα, ώρες πρωινές, σαν έλαβα τον «Εσωτερικό Μονόλογο» του ήδη θρυλικού, σε ορισμένους προωθημένους κύκλους, Νάσου Ριτζ. Είναι γνωστό ότι ο Νάσος Ριτζ περιπλανιέται στο άστυ και συλλέγει όνειρα και αναμνήσεις, μετατρέποντας τα πάντα σε μουσική και ποίηση, σε ευγένεια και φιλία, σε έρωτα και πάθος. Κάποτε θα τον συναντήσετε. Χαμογελάστε του και επιτρέψτε του να σας τρατάρει σελίδες, μελωδίες, ηδύποτα, και φεγγαρόσκονη.



Εσωτερικός Μονόλογος…


Μια ανάσα δροσιάς προσγειώθηκε απαλά στο σβέρκο μου. Οι τρίχες σε όλο μου το κορμί σηκώθηκαν για να υποδεχθούν τον απρόσμενο επισκέπτη. Ίσως εκείνη, ίσως κάποιο παιχνίδισμα του ανέμου. Τίποτα, ο άνεμος κέρδισε και για να το γιορτάσει σαρώνει με μια ριπή την έρημη παραλία. Απέναντι μου ο ήλιος ετοιμάζεται να κάνει την πρώτη και μοναδική του βουτιά για σήμερα, απλώνοντας πάνω από τον ορίζοντα τα κατακόκκινα λέπια του. Ένας μήνας απομάκρυνσης, υποχρεωτικής αυτοτιμωρίας καλύτερα, τελειώνει αύριο. Ένας μήνας που οι στιγμές του κύλησαν ήρεμα σαν τους κόκκους της άμμου σε μια αναποδογυρισμένη κλεψύδρα. Ένας μήνας χωρίς να τη δω. Οι σκέψεις μου στριμωγμένες κι αυτές στο λαιμό της κλεψύδρας, αφήνουν άδειο το μυαλό μου για να γεμίσουν κάποια άλλη αποθήκη. Κι όμως το ξέρω καλά, μόλις πατήσω το πόδι μου στην πραγματικότητα, οι πόρτες της αποθήκης θα σπάσουν βίαια και οι σκέψεις θα ξεχυθούν έξω σαν πανικόβλητα πουλιά. Τότε θα έρθουν να με ξαναβρούν, κι αυτό το ξέρω καλά·τόσο καλά όσο ότι η απογοήτευση είναι η ρίζα της αδιαφορίας και της αδράνειας.
Ένας μήνας να αγναντεύω τη θάλασσα. Κάθε μέρα για δύο με τρεις ώρες, καθισμένος στο ίδιο πεζούλι στο ύψος του δρόμου. Το ραντεβού με το ηλιοβασίλεμα κανονισμένο κι ας αργούσε κάθε μέρα κι ένα λεπτό παραπάνω. Μετά την πρώτη βδομάδα δεν ήταν το ηλιοβασίλεμα που μου έκανε αίσθηση ούτε το κόκκινο λοφίο της θάλασσας που μ’ ένα μαγικό τρόπο κάνει τον ήλιο να φαίνεται κομμάτι τούτου εδώ του κόσμου. Αίσθηση μου έκανε η εισβολή της εικόνας της στο πεδίο της γαλήνης μου. Κάθε μέρα την ίδια ώρα η ήρεμη μελαγχολία μου γινόταν απελπισμένη κραυγή. Κραυγή που φθίνει μοιραία και σβήνει ήρεμα, όπως η φωτιά που δεν έχει άλλα ξύλα να κάψει (Μήνες αργότερα όταν θα ακούσω το Not so dense των Deer Tick, η ανάμνηση αυτής της κραυγής θα σκάβει τρύπες στο στομάχι και στα πνευμόνια μου).
Τελευταία ημέρα, τελευταία δύση πριν επιστρέψω και η εισβολή δεν έρχεται. Η γνώριμη κραυγή δεν θα εκτοξεύσει τα ακίνδυνα βέλη της προς τον ατάραχο ορίζοντα. Ποιος ευεργέτης την κρατάει μακριά; Κανένας ευεργέτης, μόνο η ελπίδα μεταμφιεσμένη σε απόγνωση πως αύριο θα την αντικρύσω ξανά, αυτό το ύπουλο δηλητήριο αναισθητοποιεί όλο μου το είναι. Σταδιακά το σκοτάδι τυλίγει τη μουδιασμένη μου ύπαρξη. Dear darkness, dear darkness, won’t you cover, cover me again (PJ Harvey από το album White Chalk)….
Φοβάμαι το σκοτάδι; Όχι, όχι σήμερα που ο αέρας ευωδιάζει το άρωμά της. Είμαι μέχρι το λαιμό στην καψούρα κι αυτό είναι ασφαλής ένδειξη πως είμαι ζωντανός. Αυτή η διαπίστωση κάνει το μούδιασμα να υποχωρεί σταδιακά και να το διαδέχεται ένα δημιουργικό ρίγος. Σηκώνομαι όρθιος και αγγίζω με όλα τα δάχτυλα τα ακανόνιστα φυτρωμένα γένια μου. Νομίζω πως πρέπει να πάω να ξυριστώ (και να βάλω στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου το Wrecking Ball των Interpol για να ταΐσω το τερατούργημα, μπαστάρδεμα εγωπάθειας και απελπισίας, που παρασιτεί σε βάρος της λιπαρής λογικής μου)…

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Μαρσέλ Ντυσάν


Μαρσέλ Ντυσάν: Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου

Χτες, κάνοντας μάθημα, ή μάλλον συνομιλώντας ελεύθερα και ωραία, με τα παλικάρια του Μεταπτυχιακού της Καλών Τεχνών, θίξαμε μερικά λίαν ενδιαφέροντα ζητήματα, ιδίως αυτό των Πρωτοποριών και της σημασίας τους. Επακολούθησε μία αξιοπρεπέστατη κρασοκατάνυξις, στη διάρκεια της οποίας εθίγησαν επίσης κάποια ζητήματα και προχωρήσαμε όχι μονάχα σε μερικά κρίσιμα συμπεράσματα αλλά και σε ορισμένες αποφάσεις. Επιστρέφοντας στην κατοικία μου, βρήκα μία… παραγγελιά. Ήτοι, να αναρτήσω ένα κείμενο για τον Μαρσέλ Ντυσάν. Ιδού λοιπόν!

Πεντακόσιοι τεχνοκριτικοί, ιστορικοί τέχνης, γκαλερίστες και καλλιτέχνες της Βρετανίας συσκέφθηκαν προσφάτως και αποφάνθηκαν ότι το έργο που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στην τέχνη του 20ού αιώνα ήταν η περιβόητη «Κρήνη» του Μαρσέλ Ντυσάν. Σκάνδαλο στο σκάνδαλο; Ή αποκατάσταση της ιστορίας; Ούτως ή άλλως, τα πρωτοποριακά έργα, τα έργα που αλλάζουν την αντίληψή μας για την τέχνη και τη ζωή, εμφανίζονται αρχικά ως βίαιες χειρονομίες, ως εμπρηστικές παρεμβάσεις, ως εκρηκτικές παραβάσεις όλων των έως τότε κανόνων, συμβάσεων, αντιλήψεων. Αλλά τι ήταν η «Κρήνη»; Και ποιος ήταν ο δημιουργός της;

Η «Κρήνη» ήταν ένα… ουροδοχείο από πορσελάνη, ίσως το πιο διάσημο ή μάλλον το μόνο διάσημο ουροδοχείο στον κόσμο. Και συνάμα ένα έργο αντι-τέχνης, ή ένα αντι-έργο τέχνης, αν θέλετε. Το 1917, ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι μέλος της κριτικής επιτροπής στην Έκθεση των Ανεξάρτητων Καλλιτεχνών, στη Νέα Υόρκη. Υποβάλλει την «Κρήνη», την οποία υπογράφει ως «R. Mutt», που δεν είναι παρά το όνομα μιας εταιρείας ειδών υγιεινής. Αποκρύπτει ότι πρόκειται για δικό του εγχείρημα. Το έργο απορρίπτεται, μετά το φοβερό σοκ που προκάλεσε στα άλλα μέλη της επιτροπής. Ο πάντα μειλίχιος Ντυσάν απλώς παραιτείται και εκθέτει ανεξάρτητα από τους Ανεξάρτητους το έργο, το οποίο έκτοτε έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι πάμπολλων εκθέσεων!
Ο Μαρσέλ Ντυσάν γεννιέται στις 28 Ιουλίου του 1887 στην Μπλαινβίλ. Αρχίζει από πολύ μικρός να ζωγραφίζει, ενώ διακατέχεται από μία ιερή μανία για το διάβασμα. Η ποίηση και η φιλοσοφία είναι οι μεγάλες του αγάπες. Δεν αργεί να μεταβεί στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τις μεγάλες μορφές της πρωτοποριακής ζωγραφικής, φιλοτεχνεί τα πρώτα του έργα, πάντα πραγματώσεις και ξεπεράσματα των διαφόρων σχολών και ρευμάτων, ασχολείται επαγγελματικά με τη γελοιογραφία, και παίζει συστηματικά σκάκι. Η τέχνη, και κυρίως η ζωή, ήταν για τον Μαρσέλ Ντυσάν μία παρτίδα σκάκι. Έπαιζε ο ίδιος εναντίον του εαυτού του πρωτίστως. Ερήμην σχεδόν κάθε άλλου, θέλησε να επινοήσει –και πράγματι επινόησε– τους κανόνες ενός παιχνιδιού ανάμεσα στον ίδιο και τον εαυτό του, με διαιτητή την ιστορία της τέχνης και την ιστορία των κρίσιμων ανατροπών στην καλλιτεχνική, αλλά και στην αισθητική εν γένει και ηθική, σφαίρα. Call it a little game between ‘I’ and ‘me’, (Πείτε το ένα μικρό παιχνίδι εμού ενάντια σ’ εμένα), όπως ο ίδιος το διατύπωσε, με την πάντα εν ενεργεία σεμνή ειρωνεία του. Φυσικά, αυτό το «μικρό παιχνίδι» διέθετε τόσο έλλογο πάθος ώστε μπόρεσε να εκτυλιχθεί σε συγκλονιστική στρατηγική τροποποίησης κάθε ισχύοντος ορισμού της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κάθε διαθέσιμου τρόπου δεξίωσης του καλλιτεχνικού έργου. Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, η δημιουργία έργων τέχνης δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Εκκινώντας από την επιθυμία του να μετατρέψει τη ζωγραφική σε μιαν υπόθεση της διανοίας, σε μία cosa mentale, όπως επέμενε ο Leonardo da Vinci, ο Ντυσάν θα οδηγηθεί στην απόφαση να αφήνει πίσω του κάθε δεσπόζον καλλιτεχνικό κίνημα της εποχής του ύστερα από την δημιουργία ενός έργου τέχνης που συμπύκνωνε με εκπληκτική ένταση τις αρχές τού εκάστοτε κινήματος. Και έτσι προχώρησε, πιστός σε μια εγελιανής καταγωγής διαλεκτική, πραγματώνοντας και υπερβαίνοντας.
Το 1910 ζωγραφίζει το έργο «Παρτίδα σκακιού», ένα είδος σπουδής σε όποια επίδραση μπόρεσε να επιτρέψει να του ασκηθεί από τον Cezanne, και ήδη το 1911 θα μπορέσει, καταπιανόμενος με το ίδιο θέμα, το σκάκι, να επιχειρήσει ένα τόλμημα που δεν είχε ως τότε σημειωθεί – να πάει πέρα από τον κυβισμό, πέρα από τον Picasso ή τον Braque. Συνθέτει το «Πορτρέτο σκακιστών». Εδώ οι σκακιστές δεν παίζουν σκάκι, εδώ οι σκακιστές είναι το σκάκι, είναι η σκέψη του σκακιού, είναι η σκέψη που απαιτεί μία σκακιστική παρτίδα. Ο Ντυσάν μπορεί πλέον, και θα φανεί με έναν εκρηκτικά σιωπηλό τρόπο αυτό, να προχωρήσει πέρα από την ζωγραφική του αμφιβληστροειδούς, όπως έλεγε. Μπορεί να εκκινήσει την αναζήτηση μίας τέχνης που συνευωχείται με την διάνοια, με το πνεύμα. Θέλει να θέσει την τέχνη στην «υπηρεσία του νου». Το δηλώνει. Το επιχειρεί. Το κατορθώνει.
Ο Ντυσάν δεν εμπιστεύεται το μάτι. Από την άλλη, βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση. Δυσπιστεί απέναντι στις λέξεις, στην τρέχουσα χρήση των λέξεων, θεωρεί ότι μόνον στην ποίηση βρίσκουν οι λέξεις το αληθινό νόημά τους και τον αληθινό τους τόπο. Θα επινοήσει μεθόδους που οδηγούν στον συγκερασμό ζωγραφικής και ποίησης, θα κάνει ποίηση ζωγραφίζοντας. Οι δύο τέχνες θα γίνουν μία. Και μόλις επιτευχθεί και αυτό, ο Ντυσάν θα ωθήσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα προς το χείλος μιας αβύσσου από όπου μπορούμε να ατενίσουμε με κρυστάλλινη διαύγεια τη διαλεκτική παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, τη διαλεκτική του χρόνου, το πώς οι μορφές και οι σημασίες και τα αισθήματα οδηγούνται σε ένα αναπόδραστο τέλος για να περάσει σε άλλες μορφές και σε άλλες σημασίες και σε άλλα αισθήματα η πυρακτωμένη σκυτάλη.
Το 1913, ο Ντυσάν επινοεί την μέθοδο του ready-made, υποχρεώνοντάς μας να οδηγήσουμε σε λυτρωτικό αδιέξοδο κάθε ισχύοντα ορισμό της τέχνης. Παίρνει απλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης και τα αναγορεύει σε έργα τέχνης, άλλοτε γράφοντας κάτι πάνω τους, άλλοτε απλώς… υπογράφοντάς τα. Ή παίρνοντας ήδη υπάρχοντα έργα τέχνης και μετατρέποντάς τα σε απλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ή, ακόμα, παρεμβαίνοντας με μια βλάσφημη πινελιά και τροποποιώντας χιουμοριστικά ορισμένα περιλάλητα αριστουργήματα. Όταν το ουρητήριο γίνεται «Κρήνη», όταν, με μιαν εξίσου ακαριαία αλλά και γεμάτη περίσκεψη χειρονομία, η Τζοκόντα αποκτά… μουστάκι, όταν ένας πίνακας του Ρέμπραντ μετατρέπεται, τόσο αφοπλιστικά, σε σανίδα σιδερώματος, όταν το γούστο, καλό ή κακό δεν έχει σημασία, είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί «ο μεγαλύτερος εχθρός της τέχνης», αντιλαμβανόμαστε ότι η ανατροπή είναι πολύ πιο καταλυτική από όσο ίσως θα ήμασταν πρόθυμοι να δεχτούμε.
Παράλληλα, ο Ντυσάν επιδιώκει την μετατροπή της ζωής σε έργο τέχνης, με έναν τρόπο που θυμίζει τις βλέψεις του Όσκαρ Ουάιλντ. Φέρ’ ειπείν, δηλώνει ότι δουλειά του είναι να τελειοποιήσει την τέχνη του να… αναπνέουμε. Το 1918 φιλοτεχνεί τον τελευταίο πίνακα, με τίτλο «Tu m’», και εγκαταλείπει διά παντός τη ζωγραφική, προκαλώντας ένα από πάμπολλα σκάνδαλα με τα οποία συνδέθηκε το όνομά του. Τελειοποιεί, το 1925, μια αλάνθαστη μέθοδο να κερδίζεις στη ρουλέτα. Γράφει σκακιστικά εγχειρίδια. Πειραματίζεται με τον κινηματογράφο. Παντρεύεται, το 1927, τη Λυδία Σαραζέν-Λεβασόρ και χωρίζει σε μερικές εβδομάδες γιατί η σύζυγός του δεν άντεξε να ζει με έναν άνθρωπο που δεν της έδινε τη δέουσα σημασία και έπαιζε σκάκι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αρνιέται να μάθει οδήγηση και κολύμπι. Ταξιδεύει στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνδέεται φιλικά με τους ντανταϊστές και τους σουρεαλιστές.
Μετά το σιωπηλό, αλλά τόσο εκρηκτικό, πέρασμα του Ντυσάν, μετά το «Η νύφη που τη γδύνουν οι μνηστήρες της, ακόμα – Το Μεγάλο γυαλί» και μετά το «Δεδομένα: 1ον Ο καταρράκτης, 2ον Το φωταέριο» μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι αλλάζουν άρδην η ιστορία της νοημοσύνης και η ιστορία της ευαισθησίας. Η ιστορία της ζωής. Η ιστορία των χειρονομιών. Τα κριτήρια, όπως τα γνωρίζαμε, κονιορτοποιούνται και άλλα, σχεδόν αδιανόητα ως τώρα, αρχίζουν να συγκροτούνται στη θέση τους. Και το εκπληκτικό είναι ότι ο δράστης, ο Ντυσάν, καμώνεται ότι αδιαφορεί για όλα αυτά – και ίσως να αδιαφορεί όντως. Επικαλείται την ποίηση της αδιαφορίας, το κάλλος της αδιαφορίας. Κατατείνει στη Σιωπή, τη Βραδύτητα και τη Μοναξιά, όπως ο ίδιος λέει. Θαυμάζει τον αναρχικό φιλόσοφο Μαξ Στίρνερ και προσηλώνεται στο σκάκι – εξοργίζοντας κάπως τον Αντρέ Μπρετόν, ο οποίος περίμενε τόσα πολλά από αυτόν που χαρακτήρισε έναν «από τους ΠΙΟ ΕΥΦΥΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ».
Ο Ντυσάν κινείται μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισίων, πάντα στενά συνεργαζόμενος με τις πιο καταλυτικές προσωπικότητες της ανθηρής τότε καλλιτεχνικής εμπροσθοφυλακής και πάντα παίζοντας σκάκι. Ανακηρύχθηκε πρωταθλητής Άνω Νορμανδίας, έπαιξε σε πολλές διοργανώσεις εκπροσωπώντας την Εθνική Γαλλίας, βοήθησε τον φοβερό και τρομερό Ρόμπερτ Φίσερ στα πρώτα του βήματα, και επεξεργάστηκε ένα σχέδιο προσωπικής ηθικής φιλοσοφίας που με δυο λόγια πυκνώθηκε στη φράση, «Δεν υπάρχουν λύσεις, γιατί δεν υπάρχουν προβλήματα». Αξίζει να σημειωθεί ότι χρόνια αργότερα, ένας άλλος πρωτοπόρος αντέστρεψε τη φράση τονίζοντας, «Δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν μόνο λύσεις»! Το 1954 παντρεύεται την Αλεξίνα «Τήνυ» Σάττλερ, η οποία τον συντρόφεψε μέχρι το τέλος της γλυκιάς ζωής του. Δέκα χρόνια πριν, κρυφά ερωτευμένος με την Μαρία Μαρτέν, σύζυγο ενός εύπορου διπλωμάτη, ο Ντυσάν αρχίζει να φιλοτεχνεί το έργο «Δεδομένα», το οποίο συνθέτει με άκρα μυστικότητα επί ένα τέταρτο του αιώνα. Το έργο θα αποκαλυφθεί μετά το 1968, μετά το θάνατο του Ντυσάν. Ακόμα ένα σκάνδαλο, έστω μεταθανάτιο!
Η ηθική του Ντυσάν είναι η ανατροπή κάθε ηθικής που επιχειρεί να αρνηθεί την ηθική της ανατροπής. Και η ηθική της ανατροπής είναι η ηθική τού ερήμην. Είναι, δηλαδή, η ηθική του να συλλογίζεσαι και να πράττεις ενώ οι άλλοι είναι απόντες, να συλλογίζεσαι και να πράττεις ανεπηρέαστος από τους άλλους, προσηλωμένος σε μιαν ακραιφνή ανιδιοτέλεια, επιμένοντας να αδιαφορείς τόσο για τις επικρίσεις όσο και για τα εγκώμια. Είναι η ηθική της άρνησης κάθε παγίωσης ιδεών ή συναισθημάτων, συνεπώς η ηθική της άρνησης κάθε οικείας συμπεριφοράς, κάθε τρόπου να συνάπτουμε σχέσεις, εν τέλει κάθε παραδεδεγμένης μορφής σύνδεσής μας με τους άλλους.
Ο έρωτας, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, παύει να είναι αυτό που ήταν, και οι τρόποι με τους οποίους πασχίζαμε (και ενίοτε καταφέρναμε) να τον εκφράσουμε, να τον κοινοποιήσουμε, καθίστανται άκυροι। Τώρα πια, εδώ και τόσον καιρό μετά το «Tu m’» και τα «Δεδομένα», ο έρωτας –πύκνωση και απόγειο κάθε σχέσης που αξίζει το όνομά της– έχει διαζευχθεί από την ιδεολογία και την ιδεοληψία του εσπευσμένου, δεν ανήκει πλέον στον τόπο του ρητώς εκπεφρασμένου, αρνείται να επιμένει στη διασάλπιση, ξεφεύγει, για πάντα, από το νυν. Γίνεται μυστικός ψίθυρος. Γίνεται κρυφό ουρλιαχτό με σιγαστήρα. Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, επικράτεια του έρωτα είναι η βραδύτητα («αργοπορία σε γυαλί», για να μιλήσουμε με τα δικά του λόγια). Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, τρόπος και ηθική του έρωτα είναι ο τρόπος και η ηθική του ερήμην, ο τρόπος και η ηθική της δημιουργικής σιωπής, ο τρόπος και η ηθική της απόλυτης ευγένειας – της ευγένειας της μη-διεκδίκησης. Ενώ όλοι περιμένουν να διεκδικήσεις την αγαπημένη, εσύ βραδυπορείς, φεύγεις και επανέρχεσαι απροειδοποίητα, μεταμφιέζεις τις προθέσεις, επινοείς νέες στρατηγικές αβρότητας. Πράγματι, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, ο έρωτας γίνεται και αυτός μία cosa mentale, μια υπόθεση της ευγενούς νοημοσύνης, ένα σύνολο στρατηγημάτων που δεν αποσκοπούν στην κατάκτηση αλλά στην απόλυτη ελευθερία, σε ένα πράγματι επικίνδυνο παιχνίδι με το όντως κινδυνώδες.
Ακόμα, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, ο τρόπος και η ηθική του έρωτα επιβάλλουν την ευγένεια της μη-κοινοποίησης στον παρόντα χρόνο, της εργασίας στη σκιά του ατελιέ όπου ζεις με την απούσα παρουσία και την παρούσα απουσία εκείνης που συμβαίνει να έχεις ερωτευθεί, της κρυφής εργασίας μέσα σε μιαν εντατική αριστοκρατική βραδύτητα έως την στιγμή της ολοκλήρωσης ενός έργου που πηγαίνει πέρα από την τέχνη και πέρα από την αγαπημένη που σε εμπνέει. Έτσι, ο Ντυσάν, αυτός ο απαράμιλλος «μηχανικός του χαμένου χρόνου», μας μαθαίνει πώς να γινόμαστε θιασώτες και διάκονοι μιας εχέμυθης προσήλωσης στις στιγμές που μας συγκλόνισαν. Μας μαθαίνει να είμαστε, ό,τι κι αν μας συμβαίνει, με τη μεριά της ζωής. Ο ίδιος συνέθεσε το επιτάφιο επίγραμμά του. Είναι το περιλάλητο: «Εξάλλου, εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι».


ΝΤΥΣΑΝΙΑΔΑ

* Η λέξη «ευφυΐα» είναι η πιο ελαστική λέξη που μπορεί να γίνει.

* Συμβαίνει κάτι σαν έκρηξη στο νόημα ορισμένων λέξεων: αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι σημαίνουν στο λεξικό.

* Οι σκακιστικοί κύκλοι είναι πολύ πιο συμπαθείς από τους καλλιτεχνικούς.

* Κάνεις ζωγραφική γιατί θέλεις να είσαι δήθεν ελεύθερος. Δεν θέλεις να πηγαίνεις στο γραφείο κάθε πρωί.

* Χωρίς να το ξέρω, είχα ανοίξει ένα παράθυρο που έβγαζε σε κάτι άλλο.

* Αρνήθηκα κατ’ αρχάς, διαπίστωσα γιατί στη συνέχεια.

* Η καθαρή τύχη με ενδιέφερε σαν ένας τρόπος να αντικρούσει κανείς τη λογική πραγματικότητα.

* Πιστεύω πως ένας πίνακας μετά από μερικά χρόνια πεθαίνει σαν τον άνθρωπο που τον έφτιαξε. Στη συνέχεια, ονομάζεται ιστορία της τέχνης.

* Προτιμώ να ζω, να αναπνέω παρά να δουλεύω. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά που έκανα θα έχει μια οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη στο μέλλον. Επομένως, αν θέλετε, η τέχνη μου είναι να ζω. Κάθε δευτερόλεπτο, κάθε ανάσα είναι ένα έργο που δεν γράφεται πουθενά, που δεν είναι ούτε ορατό ούτε εγκεφαλικό. Είναι ένα είδος μόνιμης ευφορίας.

* Τα μάτια βλέπουν τον καφέ, υπάρχει ένας έλεγχος των αισθήσεων, είναι μια αλήθεια. Τα υπόλοιπα, είναι πάντα ταυτολογία.

* Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα. Δεν νιώθω τύψεις.

Εύα Μπάμπιτς




Eve Babitz επί 2

Παραγγελιά


Duchamp1


Duchamp1


Είναι μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες στην ιστορία της τέχνης, αλλά και του σκακιού! Για δεκαετίες αποτελούσε ένα μυστήριο, και παίχτηκαν πάμπολλα στοιχήματα για το ποια είναι η κοπέλα που παίζει γυμνή σκάκι με τον κουστουμαρισμένο Ντυσάν. Και μάλιστα στην επίσημη αίθουσα του Pasadena Art Museum, ως σήμα κατατεθέν της πρώτης αναδρομικής έργων του μεγάλου καλλιτέχνη, το 1963. Το διονυσιακό στοιχείο αντιμάχεται παίζοντας με το απολλώνιο; Μπα, μη με κάνετε να βάλω τα γέλια, θα απαντούσε ο είρων Μαρσέλ. Απλώς το διασκεδάσαμε! Η φωτογραφία είναι του Julian Wasser, η κοπέλα άκουγε στο όνομα Eve Babitz, τότε ήταν είκοσι ετών, κούκλα, φιλότεχνη και φοιτήτρια. Για την ιστορία αξίζει να πούμε ότι έχασε όλες τις παρτίδες που έπαιξε με τον Μαρσέλ, και ότι διετέλεσε ερωμένη του Τζιμ Μόρισον!

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Αντρέ Μπρετόν


Αντρέ Μπρετόν

Για σήμερα και πάλι ένα παλαιότερο κείμενο. Με παρακίνησε να το αναρτήσω η μνεία του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου στο areadingdiary στο ωραίο και πολύτιμο εγχείρημα του οίκου ύψιλον/βιβλία να προχωρήσει στην έκδοση κλασικών υπερραλιστών ποιητών.


«Αναζητώ το Χρυσάφι του Χρόνου»

Στην ιστορία της Τέχνης, όπως άλλωστε και της επιστήμης, υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να προσηλωθούν σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την άρδην και ριζική αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, από το εκ νέου ανακάτεμα της τράπουλας, από την μεθοδική και ποιητική επιμονή τους να δράσουν και να δημιουργήσουν έτσι ούτως ώστε, μετά το πέρασμά τους, τίποτε να μην είναι όπως ήταν πριν. Φυσικά, ο βίος τέτοιων ανθρώπων είναι, συνήθως, περιπετειώδης, είναι μια εύοσμη γιρλάντα γεγονότων που οδηγούν σε απόλυτους έρωτες, σε πανίσχυρες φιλίες, σε ακαριαίες ρήξεις. Είναι βίος όλος βία, αλλά και βίος κοσμημένος πάντα από το αστέρι της ευγένειας. «Είμαι βίαιος γιατί μονάχα θέλω να είμαι ευγενής», έλεγε άλλωστε ο Άμλετ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, και, «Φοβερός μονάχα από μειλιχιότητα», επαναλάμβανε, με τον δικό του τρόπο, ο Νίκος Καρούζος. Ο Αντρέ Μπρετόν έζησε και έδρασε πεισματικά εμμένοντας στη μέριμνά του να διευρύνει τα όρια της ποίησης, να επιφέρει μιαν εκρηκτική ένωση σχεδόν όλων των τεχνών και, ακόμα πιο σημαντικό, να θέσει τις τέχνες στην υπηρεσία της ελευθερίας, προτείνοντας και προωθώντας με πάμπολλα μέσα το «πάντρεμα» της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας με την εμπροσθοφυλακή της επανάστασης. Και κατάφερε πολλά!
Γεννημένος σε μια μικρή πόλη της Βρετάνης, τη νύχτα ανάμεσα στην 18η και 19η Φεβρουαρίου του 1896, ο Αντρέ Μπρετόν διέσχισε τον 20ό αιώνα, όπως διέσχισε και τον πλανήτη, κομίζοντας από την πρώτη του νιότη έως την τελευταία του πνοή το πολύπτυχο μήνυμα της ανατροπής। Με ορμητήριο το Παρίσι, όπου πήγε από νεαρός να εγκατασταθεί, δεν κουράστηκε να εξαπολύει απανωτές επιθέσεις σε κάθε λογής σύμβαση και να εφορμά σε μέχρι τότε απόρθητα οχυρά πεποιθήσεων, αξιών, εθίμων και ηθών. Αποτελεί ένα από τα λίγα, μα τόσο πειστικά και εμπρηστικά, παραδείγματα του πού μπορεί να οδηγήσει η παθιασμένη ενασχόληση με τη γλώσσα όταν αρχίσει να υπερβαίνει κάποια καθιερωμένα όρια και πεδία. Φοιτητής την ιατρικής, μεσούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα έρθει σε επαφή με τις ρηξικέλευθες αναλύσεις του Ζίγκμουντ Φρόιντ, η απελευθερωτική δύναμη των οποίων θα αποτελέσει έναν από τους τρεις στύλους της σοφίας αυτού του πολυσχιδούς καλλιτέχνη και επαναστάτη. Οι άλλοι δύο θα είναι η διαλεκτική του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ και η εξεγερμένη λαλιά των λεγόμενων καταραμένων ποιητών, του Ιζιντόρ Ντυκάς, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Καρόλου Μπωντλέρ.

Καθοριστικές θα είναι επίσης, πέρα από τις πρώτες του μελέτες, και οι πρώτες του γνωριμίες. Η ζωή και η τέχνη από νωρίς αρχίζουν, στην περίπτωση του Μπρετόν, να βαδίζουνε μαζί στην ίδια γόνιμη ατραπό. Το 1917 γνωρίζει, λοιπόν, τον επίσης φοιτητή ιατρικής Λουί Αραγκόν, που έμελλε να γίνει μια από τις σημαντικές, και λίαν αμφιλεγόμενες, καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Γαλλίας, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε συναντηθεί με τον Ζακ Βασέ, έναν εξαίσιο εκκεντρικό τυχοδιώκτη που τις μέρες δούλευε χαμάλης στις αποβάθρες ενώ τις νύχτες γοήτευε και αναστάτωνε το Παρίσι ντυμένος υπερβολικά κομψά και φερόμενος με μιαν ακραία ποιητική ιδιορρυθμία. Ο Βασέ ήταν, όπως και ο Αρθούρος Κραβάν, ένας από τους πρωτεργάτες της αναγόρευσης της ζωής σε Όγδοη Τέχνη, ζώντας γρήγορα, παράφορα και μες στην αχλή ενός ανησυχαστικού θρύλου.
Ταχύτατα, ο Μπρετόν συνάπτει σχέσεις με την αφρόκρεμα της παριζιάνικης διανόησης, σχέσεις που δεν θα έμεναν σε μιαν απλή κοσμική ή και καλλιτεχνική ανταλλαγή ιδεών και αβροτήτων αλλά δεν θα αργούσαν να οδηγήσουν στην ίδρυση ενός από τα πιο καταλυτικά κινήματα του περασμένου αιώνα. Συνδέεται φιλικά με τον μεγάλο ποιητή Γκιγιόμ Απολλιναίρ, δημιουργό του πρώτου υπερρεαλιστικού δράματος με τίτλο «Οι μαστοί του Τειρεσία», και με τους νεαρούς ποιητές Πολ Ελιάρ και Φιλίπ Σουπώ, με τους οποίους συγκροτεί τον πυρήνα αυτού που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Υπερρεαλισμός.
Από την αρχή κιόλας, ο Μπρετόν απορρίπτει τα σουσούμια του μοναχικού ποιητή και του δημιουργού που μένει κλεισμένος στον φιλντισένιο πύργο του. Δείχνει μιαν ιδιαίτερη προτίμηση για τις συλλογικές δραστηριότητες και παρεμβάσεις, μια προτίμηση που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Ήδη το 1919, συνθέτει μαζί με τον Σουπώ τα πρωτοποριακά «Μαγνητικά Πεδία», ένα κολάζ πεζών, ποιημάτων και αλλόκοτων αφορισμών όπου την πρωτοκαθεδρία έχει η απολύτως ελεύθερη έκφραση, ακόμα και η καταγραφή παράλογων, τρελών, ξέφρενων σκέψεων που, ενώ φαινομενικά απομακρύνονται από την ποίηση όπως την ξέραμε, στην ουσία αποθεώνουν την ποιητική έκφανση της σκέψης και της ζωής. Στα «Μαγνητικά Πεδία» συναντάμε φράσεις-κλειδιά τόσο για την μετέπειτα εξέλιξη του Μπρετόν όσο και για το σύνολο της αβανγκάρντ του 20ού αιώνα, φράσεις όπως «Η λησμονιά είναι η πιο φλογερή λαχτάρα». Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρώτη επίσημη (αλλά επί δεκαετίες κρυφή!) διακήρυξη των situationnistes, των καταστασιακών του Γκι Ντεμπόρ, σύμφωνα με την οποία «Η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος μας», αποτελεί μια ηχώ αυτής της ρήσης του Μπρετόν.
Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση». Ακόμη μένει επίκαιρο το μέλημα του Μπρετόν για την «αποστολή της εδραίωσης της αλήθειας στον κόσμο». Ακόμη ισχύει, και κλείνεται ξανά και ξανά, το μεγάλο ραντεβού του Υπερρεαλισμού με την Ιστορία: «Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις».
Φυσικά, ο ποιητής μας δεν παραλείπει να ερωτευτεί και να υμνήσει τον έρωτα, τον οποίο και θεωρεί αείζωο σύμμαχο της επανάστασης. Σε όλη του τη ζωή ερωτευόταν και τον ερωτεύονταν. Παρέμεινε προσηλωμένος σε ένα αυτοσχέδιο είδος σειραϊκής πολυγαμίας, που σημαίνει ότι έμενε αδιάλλακτα πιστός στην εκάστοτε καλλονή που τον συνάρπαζε και τον συντρόφευε, αλλά μονάχα ενόσω διαρκούσε η υπέροχη παραφορά του έρωτα. Μόλις άρχιζε να σβήνει η φλόγα, δεν δίσταζε να απομακρυνθεί και να την αναζητήσει αλλού.Η Σιμόν Καν, η Σουζάν Μουζάρ η Ζακλίν Λαμπά, η Ελίζα Μπίνχοφ, μεταξύ άλλων, όλες ευειδέστατες, περίκομψες και με τη στόφα της Μούσας να φέγγει μέσα τους και γύρω τους, συντρόφεψαν τον Μπρετόν στις περιπέτειές του και απόλαυσαν το δώρο του ρόδου που είναι ο Απόλυτος Έρως. Ο Μπρετόν εξάλλου υπογράφει την περιλάλητη Νατζά και τον Τρελό Έρωτα, δύο από τα πλέον λυρικά και νοήμονα και αισθαντικά ντοκουμέντα για την λυτρωτική λάμψη του Ίμερου, και βέβαια την «Ελεύθερη Ένωση», αναμφιβόλως το απόλυτο απολυτίκιο των ερωτευμένων. «Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόλιθο και αμίαντο/ Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου/ Η γυναίκα μου με ανοιξιάτικους γλουτούς/ Με φύλο γλαδιόλας/ Η γυναίκα μου με φύλο κοιτάσματος χρυσού και ορνιθορύγχου/ Η γυναίκα μου με φύλο από φύκια και παλιές καραμέλες/ Η γυναίκα μου με φύλο από καθρέφτη/ Η γυναίκα μου με μάτια γεμάτα δάκρυα/ Με μάτια μενεξεδένιας πανοπλίας και μαγνητικής βελόνας/ Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας/ Η γυναίκα μου με μάτια νερό για να πίνεις στη φυλακή/ Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντα κάτω απ’ το τσεκούρι/ Με μάτια της στάθμης του νερού του επιπέδου του αέρα της γης και της φωτιάς».
Η ερωτοτροπία του Μπρετόν με την επανάσταση θα τον οδηγήσει αρχικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, από το οποίο όντως δεν άργησε να αποχωρήσει, και στη συνέχεια σε μια κρίσιμη συνάντηση με τον τροτσκισμό, και με τον ίδιο τον Λέοντα Τρότσκι. Ο Μπρετόν, υπέρμαχος πάντα μιας απόλυτης ηθικής και προικισμένος με σπάνια πολιτική διορατικότητα και με κρυστάλλινη διαύγεια, θα είναι από τους πρώτους που καταδίκασαν τις διαβόητες δίκες της Μόσχας, καθώς και το επαίσχυντο γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επιθέσεως, ενώ θα σταθεί γενναιόψυχα στο πλευρό των τροτσκιστών και των αναρχικών στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Πέρα από τους δρόμους που άνοιξε στην τέχνη, ο μεγάλος αυτός άντρας, μπόρεσε να ανοίξει και λεωφόρους στην επανάσταση. Μεγάλο μέρος του Μάη του 68 αντλεί την έμπνευσή του από θέσεις και ρήσεις του Αντρέ Μπρετόν, ενώ το λεγόμενο κίνημα για την υπέρβαση της τέχνης και την πραγμάτωσή της στο πεδίο της καθημερινής ζωής όφειλε τη θαυμαστή ύπαρξή του στους μεθοδικούς πειραματισμούς και στη στάση που κράτησε ο Μπρετόν απέναντι στα κυρίαρχα πρότυπα των καιρών του.
«Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός», θα γράψει ο ιδρυτής του Υπερρεαλισμού στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. «Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου».
Ακάματος τελάλης της τόλμης και της τελείωσης του ανθρώπου μέσα από την φιλοσοφία, την ποίηση και την περιπέτεια, ο Μπρετόν δεν θα σταματήσει να ταξιδεύει στα πέρατα της γης για να διαδώσει τις ιδέες του, πάντα αντλούμενες από την πράξη και πάντα επιστρέφοντας στη δράση, για να ενθαρρύνει ταλαντούχους εραστές της ζωής να εκφραστούν και να πειραματιστούν κι άλλο. Από το Παρίσι στη Μασσαλία, κι από τον γαλλικό νότο στη Νέα Υόρκη, κι από κει στην Τενερίφη, στην Πράγα, στις Αντίλλες. Μάλιστα, κι αυτό είναι ακόμα ένα ωραίο πειστήριο του πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η ελεύθερη ποίηση για τους κρατούντες, μια επίσκεψή του στην Αϊτή, το 1945, για κάποιες διαλέξεις έγινε η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά της επανάστασης. Αποσπάσματα από την πρώτη του ομιλία εκεί αναδημοσιεύτηκαν σε μια τοπική φοιτητική εφημερίδα και προκάλεσαν σάλο και πάραυτα μια γενική απεργία που εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση και οδήγησε στην πτώση του το καταπιεστικό καθεστώς.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ο Αντρέ Μπρετόν προχώρησε σε μιαν επανίδρυση του Υπερρεαλισμού, εξέδωσε πληθώρα εντύπων και επιθεωρήσεων, αντιτάχθηκε στον συρμό του υπαρξισμού που έκανε μιαν εφήμερη θραύση, άγονη από πολλές απόψεις, επέτεινε το θαυμαστό φλερτ του με τον αναρχισμό, πρωτοστάτησε στην σκανδαλώδη «Διακήρυξη των 121», κατά της γαλλικής πολιτικής στην Αλγερία, τον Απρίλιο του 1960, και δεν σταμάτησε στιγμή να στέκεται στο πλευρό των νέων που έσπευδαν να τον γνωρίσουν και να τον εμπιστευτούν. Ναι, η πυρετώδης δραστηριότητα, σχεδόν πάντα συλλογική, και η φλεγόμενη νιότη στάθηκαν πάντα τα καύσιμα αυτής της μεγαλειώδους λοκομοτίβας που άκουγε στο όνομα Αντρέ Μπρετόν.
«Πάνω απ’ όλα», γράφει συνοψίζοντας τη διαλεκτική του «εγώ» με το «εμείς» και την περιπέτεια της ζωής του, ο ποιητής του Απολύτου, «ήμασταν απασχολημένοι με μιαν εκστρατεία συστηματικής άρνησης, απελπισμένοι απ’ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σε μια τέτοια ηλικία έπρεπε να ζήσουμε. Η άρνησή μας ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Ήταν αχόρταγη και δεν γνώριζε περιορισμούς. Εκτός από την απίστευτη ηλιθιότητα των επιχειρημάτων που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη συμμετοχή μας σε μιαν υπόθεση όπως ο πόλεμος, που η εξέλιξή του μας άφηνε αδιάφορους, η άρνηση αυτή κατευθυνόταν – και έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο σχολείο, δεν είμαστε τώρα ικανοί να αλλάξουμε ώστε να μην κατευθύνεται πια – εναντίον όλων των διανοητικών, ηθικών και κοινωνικών υποχρεώσεων που συνεχώς και απ’ όλες τις μεριές συσσωρεύονται στον άνθρωπο και τον συντρίβουν. Από τη διανοητική άποψη ήταν ο χυδαίος ορθολογισμός και η ‘τετράγωνη’ λογική που πριν απ’ όλα προκαλούσαν τον τρόμο και την καταστροφική ορμή μας. Από την ηθική άποψη ήταν όλα τα καθήκοντα: θρησκευτικά, πολιτικά και οικογενειακά. Από την κοινωνική άποψη ήταν η εργασία. Όπως είπε ο Ρεμπώ, ‘Ποτέ δεν θα δουλέψω, ω χείμαρροι φλόγας!’ και επίσης, ‘Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου!’».
Ο ποιητής και επαναστάτης Αντρέ Μπρετόν, γεννημένος πριν από εκατόν δέκα χρόνια, έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1966, πριν από τέσσερις δεκαετίες. Χτυπημένος από το άσθμα που είναι, θαρρείς, η ασθένεια των επαναστατών (θυμίζουμε τους επίσης ασθματικούς Τσε Γκεβάρα και Γκι Ντεμπόρ). Το έργο του παραμένει επίκαιρο όπως και η ρήση του ότι έχουμε ανάγκη τα «παρατηρητήρια του εσωτερικού ουρανού». Η επιγραφή στον τάφο του, «Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου», δεν παύει να εμπνέει όλους εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι η Πράξη είναι η Αδελφή του Ονείρου.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2008

Πέντε Χρόνια 'Ανευ Τζόνι, Παίδες!


Τζόνι Κας, ο Άντρας με τα Μαύρα

Στον Έλληνα «Άντρα με τα Μαύρα»
Στον άλλοτε παλιό φίλο μου Θάνο Ανεστόπουλο


Ανήκει στην ιστορία, και όσο ζούσε ανήκε σ’ εκείνη την ωραία κατηγορία ανθρώπων που, οπλισμένοι με πείσμα, αποφασισμένοι ποτέ να μην το βάλουν κάτω, και μοχθώντας και ιδρώνοντας κυριολεκτικά κάθε στιγμή κάθε εικοσιτετραώρου, ξεπερνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό και γίνονται αν όχι καλύτεροι από τους καιρούς τους, τουλάχιστον έκφραση συνάμα φωτεινή και σκοτεινή του πνεύματος των καιρών τους. Ήταν πιο ψηλός κι από τον πανύψηλο Τζον Γουέιν με μπότες, κι ακόμα πιο Αμερικανός από τον αιώνιο καουμπόη. Ήξερε πάντα να λέει ναι στη ζωή και όχι σε ό,τι τη ζωή αρνείται. Έδωσε αλλεπάλληλες μάχες από πιτσιρικάς: μάχες ενάντια στα στοιχεία της φύσης, μάχες ενάντια στην ένδεια, μάχες ενάντια σε ό,τι απειλούσε να διασαλεύσει την πολύτιμη κρυστάλλινη διαύγειά του, μάχες ενάντια σε ό,τι έτεινε να σκληρύνει τον αγέρωχο κι αγέραστο παιδικό συναισθηματισμό του, μάχες ενάντια στις περιπλοκές της μουσικής βιομηχανίας, μάχες ενάντια στους δαίμονες που διαγούμιζαν τις ωραιότερες στιγμές του. Πολέμησε ενάντια στο χρόνο, και νίκησε. Δεν επέτρεψε σε κανέναν, ακριβώς ούτε καν στο χρόνο, να τον αφήσει έξω απ’ το παιχνίδι. Μέχρι την ύστατη πνοή του έμεινε μαχητικά αφοσιωμένος στις δύο απόλυτες εξαρτήσεις του: την αγάπη και τη μουσική, εντέλει την αγάπη της μουσικής και την μουσική της αγάπης. Το μότο του ήταν απλό, λακωνικό, και τα έλεγε όλα: «Γεια χαρά, είμαι ο Τζόνι Κας».

Είχε φωνή μπασοβαρύτονου, βλέμμα των ανοιχτών οριζόντων με μια πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας που με τα χρόνια γινόταν το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, όλα τα γεύτηκε, όλα τα αισθάνθηκε. Το πρόσωπό του θύμιζε άοπλο προφήτη, αν και, εδώ που τα λέμε, ο Τζόνι Κας ήτανε πάντα ένοπλος, και ο καιρός ήταν ο γλύπτης που με ένα σκαρπέλο άγριο άφηνε κάθε βδομάδα, κάθε μήνα, κάθε χρονιά τα βαθιά του ίχνη πάνω του. Ναι, το πρόσωπο του Τζόνι Κας ξεκίνησε σαν μια τραχιά εκδοχή του προσώπου του Βασιλέα Έλβις για να φτάσει στο τέλος να θυμίζει τα όσα υπέστησαν τα πρόσωπα του Αντονέν Αρτό και του Τσετ Μπέικερ. Μονάχα που ο Τζόνι Κας άντεξε περισσότερο στις ριπές του χρόνου, και μάλιστα έριξε κι αυτός τις πιστολιές του ενάντια στον Μεγάλο Δυνάστη. Επιτυχία για τον Κας σήμαινε να είναι πάντα παρών, και ήταν. Πάντα παρών όταν αισθανόταν ότι τον είχαν ανάγκη, πάντα παρών όταν ήξερε ότι οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούσουν τις ιστορίες του, να παρηγορηθούν με τα τραγούδια του που ήσαν απλές ιστορίες απώλειας, νοσταλγίας, αλλεπάλληλων κακουχιών και χτυπημάτων της μοίρας, λαβωμένων ερώτων, αλλά και τρόπων αντοχής και ξεπεράσματος κάθε αντιξοότητας. Στο μισό αιώνα της προσφοράς του, ο Τζόνι Κας κατάφερε χάρη στην αβρότητα και την αδρότητά του να διευρύνει το εξαρχής τεράστιο κοινό του, να αναμείξει τα ήδη, να ξεπεράσει τα όρια, να απευθυνθεί ξανά και ξανά σε όλες τις ηλικίες και όλες τις νοοτροπίες. Και αυτό σημαίνει πανανθρώπινος καλλιτέχνης! «Ένας προφήτης με θλιμμένο βλέμμα», όπως τον χαρακτήρισε ο μέγας Μπομπ Ντύλαν.
Ο Τζόνι Κας γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1932, στην Κίνγκσλαντ του Άρκανσο. Ο πατέρας του, ο Ρέι Κας, καταγόταν από σκοτσέζους αποίκους, είχε ερωτευτεί και παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα, την Κάρι, είχε κάνει ένα σωρό δουλειές και συνέχιζε πάντα να είναι ένας σκληρός δουλευτής ώστε να μη λείπει ο άρτος και ο οίνος από το σπιτικό τραπέζι, ένα τραπέζι που σίτιζε μια πολυπληθή οικογένεια. Ο μικρός Τζέι Αρ Κας άρχισε επίσης να δουλεύει σκληρά από μικρός στα μπαμπακοχώραφα και στη μικρή φάρμα που κατάφερε ν’ αποκτήσει ο Ρέι Κας. Μεγάλη του παρηγοριά ήταν πάντα το ραδιόφωνο με μπαταρίες που αγόρασε ο πατέρας ύστερα από προτροπή της μητέρας του Τζέι Αρ το 1937. Όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω από τη μαγική συσκευή και άκουγε με πάθος τις μουσικές εκπομπές. Ιδίως ο μικρός Τζέι Αρ που άλλο δεν έκανε από το να δουλεύει, να ονειροπολεί και να ακούει μουσική. Η μητέρα του θα τον ακούσει τυχαία μια μέρα να τραγουδάει και θα του πει ότι έχει προικιστεί με ένα θείο δώρο. Θα ξενοπλένει και θα σφουγγαρίζει για να πληρώνει τα μαθήματα ωδικής που του έκανε η δεσποινίς Λα Βάντα Μέι Φίλντερ, η οποία ωστόσο σε λίγο θα αποφανθεί ότι δεν έχει τίποτε να διδάξει στον πιτσιρικά με την θεϊκή βελούδινη φωνή και την άψογη άρθρωση.
Ο Τζέι Αρ θα τελειώσει το σχολείο, για το οποίο επιδεικνύει χαρακτηριστική αδιαφορία αν εξαιρέσουμε τα μαθήματα αγγλικής και ιστορίας, θα φύγει για το Ντιτρόιτ με σκοπό να εργαστεί στην αυτοκινητοβιομηχανία, θα τα παρατήσει, θα καταταγεί στην Πολεμική Αεροπορία, θα επιδείξει ένα εκπληκτικό ταλέντο στις διαβιβάσεις και στον χειρισμό του ασύρματου, θα γνωρίσει την μελαχρινή καλλονή Βίβιαν Λίμπερτο, θα συνδεθεί ερωτικά μαζί της, θα μετατεθεί στη Γερμανία όπου, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, θα έχει την ευκαιρία να χειριστεί απόρρητα έγγραφα, να παρακολουθεί τις κινήσεις της Σοβιετικής Αεροπορίας και να δράσει ως κατάσκοπος, όπως έγινε γνωστό μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και το άνοιγμα κάποιων αρχείων που παρέμεναν εφτασφράγιστα. Εκεί, στη Γερμανία, ο Τζέι Αρ θα αγοράσει την πρώτη του κιθάρα, έναντι πέντε δολαρίων, θα πιει τα πρώτα του ποτά, θα γράψει και θα δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα σ’ ένα στρατιωτικό έντυπο. Και φυσικά, δεν θα παραλείπει, ανάμεσα σε μεθυσμένους καβγάδες, κατασκοπευτικές δραστηριότητες, και ποιητικές εμπνεύσεις, να γράφει αλλεπάλληλες επιστολές στην εκλεκτή της μεγάλης του καρδιάς.
Αμέσως μετά την απόλυσή του από την Πολεμική Αεροπορία και την επάνοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τζέι Αρ παντρεύεται τη Βίβιαν, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας. Βρίσκει φιλότιμα δουλειά ως πλανόδιος πωλητής, και τα πάει εξαιρετικά άσχημα. Μοχθεί πάντως και έχει πάντα κερδισμένη τη συμπαράσταση και την εύνοια του αφεντικού του, ονόματι Τζορτζ Μπέιτς. Το μυαλό του και η καρδιά του είναι στο ραδιόφωνο και στη μουσική. Θα παρακολουθήσει μαθήματα ραδιοφωνίας και επικοινωνίας στη Σχολή Κίγκαν, στην Κόρινθο του Μισισιπή, ενώ ταυτόχρονα θα στήσει μια τριμελή πάντα με τους θρυλικούς σήμερα Μάρσαλ Γκραντ και Λούθερ Πέρκινς. Και θ’ αρχίσει να κάνει παιδιά, θυγατέρες, σχεδόν ασταμάτητα! Και επίσης, επιτυχίες. Επίσης ασταμάτητα!
Ο Τζέι Ρέι Κας θα κάνει την πρώτη του δημόσια εμφάνιση σε μια εκκλησία στο Βόρειο Μέμφις παρέα με τον Μάρσαλ, στο μπάσο, και τον Λούθερ, στην κιθάρα. Αποφάσισαν να εμφανιστούν με μαύρα πουκάμισα, μαύρα σακάκια και μαύρα παντελόνια και οι τρεις. Επέμενε ο Κας σ’ αυτό. «Τα μαύρα είναι ό,τι πρέπει για την εκκλησία», ήταν το επιχείρημά του. Και από τότε του έμεινε το μυθικό παρωνύμιο «Man in Black», «Ο Άντρας με τα Μαύρα».
Η ενθουσιώδης ανταπόκριση του κοινού έπεισε τον Κας ότι, όπως στο σκάκι, έπρεπε πια να επιταχύνει τη ροή των πραγμάτων και να επιχειρήσει αποφασισμένες και δραστικές κινήσεις. Και τις επιχείρησε. Και έκανε καλά. Το αφεντικό του, ο Τζορτζ Μπέιτς, χρηματοδότησε την πρώτη εμφάνιση του ατάλαντου πωλητή του αλλά σπουδαίου τύπου και ταλαντούχου μουσικού. Και αμέσως μετά, ο Κας πήγε με όλο του το θάρρος στην Sun Records, έπεισε τον «πολύ» Σαμ Φίλιπς να τον ακούσει, να του κλείσει συμβόλαιο, να τον κάνει θρύλο της αμερικανικής, και εν συνεχεία της παγκόσμιας, μουσικής. Τα πάντα έγιναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το πρώτο σινγκλ με τα «Hey Porter» και «Cry, Cry, Cry» θα σημάνει την απαρχή της σταδιοδρομίας και, ουσιαστικά, της μεγάλης ανοιχτόκαρδης προσφοράς του Κας, που ύστερα από προτροπή του Σαμ Φίλιπς θα λέγεται πια Τζόνι!
Από το 1955 χρονολογείται αυτή η προσφορά. Αλλεπάλληλες ηχογραφήσεις και ακόμα πιο αλλεπάλληλες περιοδείες χαρτογραφούν την επικράτεια του θρύλου. Μια σχεδόν αυτοσχεδιαστική ηχογράφηση μένει στην ιστορία, μιας και συμμετέχουν, παίζοντας με όλη τους την καρδιά, οι τυχαία συγκεντρωμένοι στα στούντιο της Sun Records, Έλβις Πρίσλεϊ, Τζέρι Λη Λιούις, Καρλ Πέρκινς και Τζόνι Κας. Ο Ρόι Όρμπισον, άλλη εμβληματική μορφή της σύγχρονης μουσικής, θα συνδεθεί φιλικά με τον Τζόνι. Ο Καρλ Πέρκινς, ύστερα από μια εξιστόρηση του Κας που περιέχει τη φράση του τίτλου, θα εμπνευστεί και θα γράψει σε χρόνο ρεκόρ το διαμαντένιο άσμα «Blue Suede Shoes». Ο ίδιος ο Κας θα συνθέσει το κλασικό των κλασικών «I Walk the Line». Οι πάντες παραληρούν από ενθουσιασμό!
Οι τρεις φίλοι αλωνίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, παίζοντας τα τραγούδια τους και… παίζοντας σαν παιδιά. Μερικά παιχνίδια είναι εξόχως επικίνδυνα. Ο Γκραντ είναι μανιακός με τα εκρηκτικά και πείθει τον Πέρκινς και τον Κας να εκτοξεύουν τρακατρούκες, να βάζουν μικρές βόμβες στις τουαλέτες των ξενοδοχείων όπου καταλύουν, να ανατινάζουν εγκαταλειμμένες αγροικίες. Είναι πάντα οπλισμένοι σαν αστακοί, με πιστόλια, καραμπίνες, μασούρια δυναμίτη, ως και ένα… μικρό κανόνι! Ο Άντρας με τα Μαύρα και οι φιλαράκοι του είναι ένα όντως εκρηκτικό τρίο!
Παράλληλα με την θυελλώδη επιτυχία σημειώνονται και θύελλες στην προσωπική ζωή του Τζόνι Κας: ο εθισμός στη νικοτίνη, στο αλκοόλ και στις αμφεταμίνες. Επίσης, η ψύχρανση των σχέσεών του με τη Βίβιαν, η οποία προτιμούσε, όπως κάθε καλή νοικοκυρά, να έχει στο πλευρό της έναν καλό γλυκό και άκακο κουβαλητή παρά έναν άντρα μεγαλύτερο κι από την ίδια τη ζωή. Καίτοι ο Τζόνι Κας είναι υπόδειγμα συζύγου και πατέρα, καίτοι πάντα φροντίζει να μην λείπει τίποτε στην πολυπληθή πια οικογένειά του, η Βίβιαν θα του ραγίσει την καρδιά χίλιες φορές πριν τελικά τον διαζευχθεί οριστικά. Ο Τζόνι εντωμεταξύ δεν θα πάψει να γράφει ποιήματα αγάπης και απώλειας, νοσταλγίας και μελαγχολίας, θλίψης αλλά και αντίστασης στη θλίψη, χρησιμοποιώντας μια ωραία δική του μέθοδο: κρατάει σημειώσεις όπου βρει, σε μπακαλοτέφτερα, σε χαρτοπετσέτες, σε πακέτα από τσιγάρα, τα παραχώνει όλ’ αυτά στις τσέπες του, και μετά, ανακατεύοντας τις σημειώσεις συνθέτει έμμετρα ποιήματα που δεν αργούν να γίνουν τα τραγούδια που τραγουδάει πια όλος ο κόσμος. Πάνω από πεντακόσια τραγούδια συνέθεσε με τούτη τη μέθοδο ο Άντρας με τα Μαύρα.
Ο Τζόνι, μετρ της επιβίωσης και της υπέρβασης, θα αγκιστρωθεί στην ταλαντούχο καλλονή Τζουν Κάρτερ, τη θυγατέρα της περιλάλητης Μέιμπελ Κάρτερ. Σύμφωνα με τον Μπόνο των U2, ο οποίος συνδέθηκε φιλικά με τον Κας και τον θρήνησε με τον καλύτερο τρόπο όταν δήλωσε απερίφραστα ότι μπροστά στον μεγάλο άντρα Τζόνι Κας κάθε άλλος είναι «φλούφλης», κάπου στο Νάσβιλ κάτι έπεσε από την Τζουν, ο Τζόνι το σήκωσε, της το έδωσε ευγενικά, αντίκρισε το θεσπέσιο βλέμμα της, της είπε ευθύς, «Είσαι υπέροχη! Με παντρεύεσαι;», εκείνη του είπε, «Ξέρεις ότι είμαι παντρεμένη», κι εκείνος, απτόητος λόγω υπερβολικής δόσης ομορφιάς, αντιγύρισε, «Θα τα βρούμε!» Και τα βρήκαν. Και παντρεύτηκαν. Και η Τζουν Κάρτερ στάθηκε στον Τζόνι Κας όσο κανείς και καμία και τίποτε. Πάντα και παντού στο πλάι του, σαν ένα μυθιστορηματικό ρομάντζο από αυτά που όλοι χλευάζουμε δημοσίως και ζηλεύουμε κατ’ ιδίαν!
Η Τζουν και ο Τζόνι θα παντρευτούν την 1η Μαρτίου του 1968. Λίγο πριν είχαν εμφανιστεί μαζί στις Φυλακές Φόλσομ και είχαν τραγουδήσει στο αληθινό κοινό του Τζόνι, τους παρίες, τους έγκλειστους, τους αμαρτωλούς, τους ξεγραμμένους, ενώ την επόμενη χρονιά θα κάνουν το ίδιο στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν. Και τα δύο άλμπουμ θα έχουν συγκλονιστική επιτυχία, θα φτάσουν σε πάνω από είκοσι τέσσερα εκατομμύρια χέρια και αυτιά τότε, ενώ συνεχίζουν βεβαίως να κατακτούν γενιές επί γενεών, λόγω της αμεσότητας του Τζόνι, της γενναιόψυχης παρουσίας του, των εξαίσιων τραγουδιών του. Είναι δύσκολο να βγάλεις από το μυαλό σου το πώς ακούγεται η φωνή του Τζόνι όταν αναγγέλλει το ένα τραγούδι μετά το άλλο στους εγκλείστους, με αποκορύφωμα το πόσο αντρίκεια και συγκινητικά συστήνει στο κοινό όλων των Ηνωμένων Πολιτειών το άσμα «Greystone Chapel» και τον δημιουργό του, τον Γκλεν Σέρλεϊ, έναν άμοιρο μα ευαίσθητο κατάδικο. Όσοι είχαν ποτέ τραβήγματα με τον λεγόμενο Νόμο ή έχουν γευθεί, δικαίως ή αδίκως, το κρατητήριο, τη φυλακή, το δεσμωτήριο, θα καταλάβουν πολύ καλά τι εννοώ!
Η Τζουν θα σταθεί με κάθε τρόπο στο πλάι του Τζόνι. Θα του δωρίσει τον πολυπόθητο γιο, ύστερα από μιαν ωραία ανθοδέσμη με θυγατέρες που του πρόσφερε η Βίβιαν, θα τον βοηθήσει να απαλλαχτεί από τον «δαίμονα των εξαρτήσεων» (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) ώστε να μείνει πιστός στις δύο απόλυτες εξαρτήσεις: την αγάπη και τη μουσική. Και ο Τζόνι, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, δεν θα παραλείπει να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για την λατρεμένη λατρευτή του. «Κάθε συναυλία είναι λειψή, αν δεν είναι κι η Τζουν εκεί», θα πει με τον υποδειγματικά αδρό τρόπο του. Και, μολονότι μεγαλύτερος, πατριάρχης της αμερικανικής μουσικής πια, ο Τζίνι θα διαθέτει πάντα το μεγαλείο να εγκωμιάζει μικρότερούς του ηλικιακά τροβαδούρους, να ανοίγει δρόμους σε κάθε ταλαντούχο λάτρη της μουσικής. Ο Μπομπ Ντύλαν και ο Κρις Κριστόφερσον, αλλά και ο Μπόνο και ο Νικ Κέιβ όχι μονάχα αγάπησαν τον Τζόνι Κας αλλά και αγαπήθηκαν από τον Άντρα με τα Μαύρα. Εμπράκτως! Κανένας άλλος «γέροντας» στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα, ίσως με την εξαίρεση του άλλου «πατριάρχη», του Χένρι Μίλερ, δεν αγαπήθηκε τόσο απόλυτα από αλλεπάλληλες νέες γενιές. Στα τελευταία του, ο Τζόνι φρόντισε να μας κάνει το καλύτερο δώρο που μπορούσε. Συνεπικουρούμενος από τον δυναμικό παραγωγό Ρικ Ρούμπιν, ο Άντρας με τα Μαύρα δημιουργεί τέσσερα άλμπουμ-γέφυρες, τέσσερα διαμάντια διαυγούς πάθους και παθιασμένης διαύγειας που δεν θα πάψουν να μας συντροφεύουν στο κύλισμα των δεκαετιών. Το ένα αριστούργημα διαδέχεται το άλλο, και διαχέεται στο άλλο, για να έχουμε στο μουσικό μας νοερό θησαυροφυλάκιο μια βαρύτιμη παρακαταθήκη τέχνης και ανθρωπιάς. Είναι τα ήδη θρυλικά άλμπουμ American, όλα τους ανεπίληπτα, άψογα, άμεμπτα. Όλα τους βραχνές προσευχές στο κενό των καιρών. Όλα τους ένα μεγαλειώδες αποχαιρετιστήριο potlatch από τον Άντρα με τα Μαύρα.
Τον Μάιο του 2003 έφυγε η Τζουν. Λίγους μήνες μετά, συντετριμμένος, αλλά πάντα μες στα νάματα της αγάπης και της μουσικής, δίχως την παραμικρή μεμψιμοιρία, αναχώρησε για τους λειμώνες τ’ ουρανού και ο Τζόνι. Ήταν στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2003. Ο Κρις Κριστόφερσον, πάντα άντρας και κύριος, είπε ό,τι καλύτερο για τον Μεγάλο Τζόνι: «Ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν με μια σκοτεινή, ατίθαση, άγρια πλευρά».





Στον Έλληνα «Άντρα με τα Μαύρα»
Στον άλλοτε παλιό φίλο μου Θάνο Ανεστόπουλο


Ανήκει στην ιστορία, και όσο ζούσε ανήκε σ’ εκείνη την ωραία κατηγορία ανθρώπων που, οπλισμένοι με πείσμα, αποφασισμένοι ποτέ να μην το βάλουν κάτω, και μοχθώντας και ιδρώνοντας κυριολεκτικά κάθε στιγμή κάθε εικοσιτετραώρου, ξεπερνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό και γίνονται αν όχι καλύτεροι από τους καιρούς τους, τουλάχιστον έκφραση συνάμα φωτεινή και σκοτεινή του πνεύματος των καιρών τους. Ήταν πιο ψηλός κι από τον πανύψηλο Τζον Γουέιν με μπότες, κι ακόμα πιο Αμερικανός από τον αιώνιο καουμπόη. Ήξερε πάντα να λέει ναι στη ζωή και όχι σε ό,τι τη ζωή αρνείται. Έδωσε αλλεπάλληλες μάχες από πιτσιρικάς: μάχες ενάντια στα στοιχεία της φύσης, μάχες ενάντια στην ένδεια, μάχες ενάντια σε ό,τι απειλούσε να διασαλεύσει την πολύτιμη κρυστάλλινη διαύγειά του, μάχες ενάντια σε ό,τι έτεινε να σκληρύνει τον αγέρωχο κι αγέραστο παιδικό συναισθηματισμό του, μάχες ενάντια στις περιπλοκές της μουσικής βιομηχανίας, μάχες ενάντια στους δαίμονες που διαγούμιζαν τις ωραιότερες στιγμές του. Πολέμησε ενάντια στο χρόνο, και νίκησε. Δεν επέτρεψε σε κανέναν, ακριβώς ούτε καν στο χρόνο, να τον αφήσει έξω απ’ το παιχνίδι. Μέχρι την ύστατη πνοή του έμεινε μαχητικά αφοσιωμένος στις δύο απόλυτες εξαρτήσεις του: την αγάπη και τη μουσική, εντέλει την αγάπη της μουσικής και την μουσική της αγάπης. Το μότο του ήταν απλό, λακωνικό, και τα έλεγε όλα: «Γεια χαρά, είμαι ο Τζόνι Κας».

Είχε φωνή μπασοβαρύτονου, βλέμμα των ανοιχτών οριζόντων με μια πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας που με τα χρόνια γινόταν το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, όλα τα γεύτηκε, όλα τα αισθάνθηκε. Το πρόσωπό του θύμιζε άοπλο προφήτη, αν και, εδώ που τα λέμε, ο Τζόνι Κας ήτανε πάντα ένοπλος, και ο καιρός ήταν ο γλύπτης που με ένα σκαρπέλο άγριο άφηνε κάθε βδομάδα, κάθε μήνα, κάθε χρονιά τα βαθιά του ίχνη πάνω του. Ναι, το πρόσωπο του Τζόνι Κας ξεκίνησε σαν μια τραχιά εκδοχή του προσώπου του Βασιλέα Έλβις για να φτάσει στο τέλος να θυμίζει τα όσα υπέστησαν τα πρόσωπα του Αντονέν Αρτό και του Τσετ Μπέικερ. Μονάχα που ο Τζόνι Κας άντεξε περισσότερο στις ριπές του χρόνου, και μάλιστα έριξε κι αυτός τις πιστολιές του ενάντια στον Μεγάλο Δυνάστη. Επιτυχία για τον Κας σήμαινε να είναι πάντα παρών, και ήταν. Πάντα παρών όταν αισθανόταν ότι τον είχαν ανάγκη, πάντα παρών όταν ήξερε ότι οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούσουν τις ιστορίες του, να παρηγορηθούν με τα τραγούδια του που ήσαν απλές ιστορίες απώλειας, νοσταλγίας, αλλεπάλληλων κακουχιών και χτυπημάτων της μοίρας, λαβωμένων ερώτων, αλλά και τρόπων αντοχής και ξεπεράσματος κάθε αντιξοότητας. Στο μισό αιώνα της προσφοράς του, ο Τζόνι Κας κατάφερε χάρη στην αβρότητα και την αδρότητά του να διευρύνει το εξαρχής τεράστιο κοινό του, να αναμείξει τα είδη, να ξεπεράσει τα όρια, να απευθυνθεί ξανά και ξανά σε όλες τις ηλικίες και όλες τις νοοτροπίες. Και αυτό σημαίνει πανανθρώπινος καλλιτέχνης! «Ένας προφήτης με θλιμμένο βλέμμα», όπως τον χαρακτήρισε ο μέγας Μπομπ Ντύλαν.
Ο Τζόνι Κας γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1932, στην Κίνγκσλαντ του Άρκανσο. Ο πατέρας του, ο Ρέι Κας, καταγόταν από σκοτσέζους αποίκους, είχε ερωτευτεί και παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα, την Κάρι, είχε κάνει ένα σωρό δουλειές και συνέχιζε πάντα να είναι ένας σκληρός δουλευτής ώστε να μη λείπει ο άρτος και ο οίνος από το σπιτικό τραπέζι, ένα τραπέζι που σίτιζε μια πολυπληθή οικογένεια. Ο μικρός Τζέι Αρ Κας άρχισε επίσης να δουλεύει σκληρά από μικρός στα μπαμπακοχώραφα και στη μικρή φάρμα που κατάφερε ν’ αποκτήσει ο Ρέι Κας. Μεγάλη του παρηγοριά ήταν πάντα το ραδιόφωνο με μπαταρίες που αγόρασε ο πατέρας ύστερα από προτροπή της μητέρας του Τζέι Αρ το 1937. Όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω από τη μαγική συσκευή και άκουγε με πάθος τις μουσικές εκπομπές. Ιδίως ο μικρός Τζέι Αρ που άλλο δεν έκανε από το να δουλεύει, να ονειροπολεί και να ακούει μουσική. Η μητέρα του θα τον ακούσει τυχαία μια μέρα να τραγουδάει και θα του πει ότι έχει προικιστεί με ένα θείο δώρο. Θα ξενοπλένει και θα σφουγγαρίζει για να πληρώνει τα μαθήματα ωδικής που του έκανε η δεσποινίς Λα Βάντα Μέι Φίλντερ, η οποία ωστόσο σε λίγο θα αποφανθεί ότι δεν έχει τίποτε να διδάξει στον πιτσιρικά με την θεϊκή βελούδινη φωνή και την άψογη άρθρωση.
Ο Τζέι Αρ θα τελειώσει το σχολείο, για το οποίο επιδεικνύει χαρακτηριστική αδιαφορία αν εξαιρέσουμε τα μαθήματα αγγλικής και ιστορίας, θα φύγει για το Ντιτρόιτ με σκοπό να εργαστεί στην αυτοκινητοβιομηχανία, θα τα παρατήσει, θα καταταγεί στην Πολεμική Αεροπορία, θα επιδείξει ένα εκπληκτικό ταλέντο στις διαβιβάσεις και στον χειρισμό του ασύρματου, θα γνωρίσει την μελαχρινή καλλονή Βίβιαν Λίμπερτο, θα συνδεθεί ερωτικά μαζί της, θα μετατεθεί στη Γερμανία όπου, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, θα έχει την ευκαιρία να χειριστεί απόρρητα έγγραφα, να παρακολουθεί τις κινήσεις της Σοβιετικής Αεροπορίας και να δράσει ως κατάσκοπος, όπως έγινε γνωστό μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και το άνοιγμα κάποιων αρχείων που παρέμεναν εφτασφράγιστα. Εκεί, στη Γερμανία, ο Τζέι Αρ θα αγοράσει την πρώτη του κιθάρα, έναντι πέντε δολαρίων, θα πιει τα πρώτα του ποτά, θα γράψει και θα δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα σ’ ένα στρατιωτικό έντυπο. Και φυσικά, δεν θα παραλείπει, ανάμεσα σε μεθυσμένους καβγάδες, κατασκοπευτικές δραστηριότητες, και ποιητικές εμπνεύσεις, να γράφει αλλεπάλληλες επιστολές στην εκλεκτή της μεγάλης του καρδιάς.
Αμέσως μετά την απόλυσή του από την Πολεμική Αεροπορία και την επάνοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τζέι Αρ παντρεύεται τη Βίβιαν, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας. Βρίσκει φιλότιμα δουλειά ως πλανόδιος πωλητής, και τα πάει εξαιρετικά άσχημα. Μοχθεί πάντως και έχει πάντα κερδισμένη τη συμπαράσταση και την εύνοια του αφεντικού του, ονόματι Τζορτζ Μπέιτς. Το μυαλό του και η καρδιά του είναι στο ραδιόφωνο και στη μουσική. Θα παρακολουθήσει μαθήματα ραδιοφωνίας και επικοινωνίας στη Σχολή Κίγκαν, στην Κόρινθο του Μισισιπή, ενώ ταυτόχρονα θα στήσει μια τριμελή πάντα με τους θρυλικούς σήμερα Μάρσαλ Γκραντ και Λούθερ Πέρκινς. Και θ’ αρχίσει να κάνει παιδιά, θυγατέρες, σχεδόν ασταμάτητα! Και επίσης, επιτυχίες. Επίσης ασταμάτητα!
Ο Τζέι Ρέι Κας θα κάνει την πρώτη του δημόσια εμφάνιση σε μια εκκλησία στο Βόρειο Μέμφις παρέα με τον Μάρσαλ, στο μπάσο, και τον Λούθερ, στην κιθάρα. Αποφάσισαν να εμφανιστούν με μαύρα πουκάμισα, μαύρα σακάκια και μαύρα παντελόνια και οι τρεις. Επέμενε ο Κας σ’ αυτό. «Τα μαύρα είναι ό,τι πρέπει για την εκκλησία», ήταν το επιχείρημά του. Και από τότε του έμεινε το μυθικό παρωνύμιο «Man in Black», «Ο Άντρας με τα Μαύρα».
Η ενθουσιώδης ανταπόκριση του κοινού έπεισε τον Κας ότι, όπως στο σκάκι, έπρεπε πια να επιταχύνει τη ροή των πραγμάτων και να επιχειρήσει αποφασισμένες και δραστικές κινήσεις. Και τις επιχείρησε. Και έκανε καλά. Το αφεντικό του, ο Τζορτζ Μπέιτς, χρηματοδότησε την πρώτη εμφάνιση του ατάλαντου πωλητή του αλλά σπουδαίου τύπου και ταλαντούχου μουσικού. Και αμέσως μετά, ο Κας πήγε με όλο του το θάρρος στην Sun Records, έπεισε τον «πολύ» Σαμ Φίλιπς να τον ακούσει, να του κλείσει συμβόλαιο, να τον κάνει θρύλο της αμερικανικής, και εν συνεχεία της παγκόσμιας, μουσικής. Τα πάντα έγιναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το πρώτο σινγκλ με τα «Hey Porter» και «Cry, Cry, Cry» θα σημάνει την απαρχή της σταδιοδρομίας και, ουσιαστικά, της μεγάλης ανοιχτόκαρδης προσφοράς του Κας, που ύστερα από προτροπή του Σαμ Φίλιπς θα λέγεται πια Τζόνι!
Από το 1955 χρονολογείται αυτή η προσφορά. Αλλεπάλληλες ηχογραφήσεις και ακόμα πιο αλλεπάλληλες περιοδείες χαρτογραφούν την επικράτεια του θρύλου. Μια σχεδόν αυτοσχεδιαστική ηχογράφηση μένει στην ιστορία, μιας και συμμετέχουν, παίζοντας με όλη τους την καρδιά, οι τυχαία συγκεντρωμένοι στα στούντιο της Sun Records, Έλβις Πρίσλεϊ, Τζέρι Λη Λιούις, Καρλ Πέρκινς και Τζόνι Κας. Ο Ρόι Όρμπισον, άλλη εμβληματική μορφή της σύγχρονης μουσικής, θα συνδεθεί φιλικά με τον Τζόνι. Ο Καρλ Πέρκινς, ύστερα από μια εξιστόρηση του Κας που περιέχει τη φράση του τίτλου, θα εμπνευστεί και θα γράψει σε χρόνο ρεκόρ το διαμαντένιο άσμα «Blue Suede Shoes». Ο ίδιος ο Κας θα συνθέσει το κλασικό των κλασικών «I Walk the Line». Οι πάντες παραληρούν από ενθουσιασμό!
Οι τρεις φίλοι αλωνίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, παίζοντας τα τραγούδια τους και… παίζοντας σαν παιδιά. Μερικά παιχνίδια είναι εξόχως επικίνδυνα. Ο Γκραντ είναι μανιακός με τα εκρηκτικά και πείθει τον Πέρκινς και τον Κας να εκτοξεύουν τρακατρούκες, να βάζουν μικρές βόμβες στις τουαλέτες των ξενοδοχείων όπου καταλύουν, να ανατινάζουν εγκαταλειμμένες αγροικίες. Είναι πάντα οπλισμένοι σαν αστακοί, με πιστόλια, καραμπίνες, μασούρια δυναμίτη, ως και ένα… μικρό κανόνι! Ο Άντρας με τα Μαύρα και οι φιλαράκοι του είναι ένα όντως εκρηκτικό τρίο!
Παράλληλα με την θυελλώδη επιτυχία σημειώνονται και θύελλες στην προσωπική ζωή του Τζόνι Κας: ο εθισμός στη νικοτίνη, στο αλκοόλ και στις αμφεταμίνες. Επίσης, η ψύχρανση των σχέσεών του με τη Βίβιαν, η οποία προτιμούσε, όπως κάθε καλή νοικοκυρά, να έχει στο πλευρό της έναν καλό γλυκό και άκακο κουβαλητή παρά έναν άντρα μεγαλύτερο κι από την ίδια τη ζωή. Καίτοι ο Τζόνι Κας είναι υπόδειγμα συζύγου και πατέρα, καίτοι πάντα φροντίζει να μην λείπει τίποτε στην πολυπληθή πια οικογένειά του, η Βίβιαν θα του ραγίσει την καρδιά χίλιες φορές πριν τελικά τον διαζευχθεί οριστικά. Ο Τζόνι εντωμεταξύ δεν θα πάψει να γράφει ποιήματα αγάπης και απώλειας, νοσταλγίας και μελαγχολίας, θλίψης αλλά και αντίστασης στη θλίψη, χρησιμοποιώντας μια ωραία δική του μέθοδο: κρατάει σημειώσεις όπου βρει, σε μπακαλοτέφτερα, σε χαρτοπετσέτες, σε πακέτα από τσιγάρα, τα παραχώνει όλ’ αυτά στις τσέπες του, και μετά, ανακατεύοντας τις σημειώσεις συνθέτει έμμετρα ποιήματα που δεν αργούν να γίνουν τα τραγούδια που τραγουδάει πια όλος ο κόσμος. Πάνω από πεντακόσια τραγούδια συνέθεσε με τούτη τη μέθοδο ο Άντρας με τα Μαύρα.
Ο Τζόνι, μετρ της επιβίωσης και της υπέρβασης, θα αγκιστρωθεί στην ταλαντούχο καλλονή Τζουν Κάρτερ, τη θυγατέρα της περιλάλητης Μέιμπελ Κάρτερ. Σύμφωνα με τον Μπόνο των U2, ο οποίος συνδέθηκε φιλικά με τον Κας και τον θρήνησε με τον καλύτερο τρόπο όταν δήλωσε απερίφραστα ότι μπροστά στον μεγάλο άντρα Τζόνι Κας κάθε άλλος είναι «φλούφλης», κάπου στο Νάσβιλ κάτι έπεσε από την Τζουν, ο Τζόνι το σήκωσε, της το έδωσε ευγενικά, αντίκρισε το θεσπέσιο βλέμμα της, της είπε ευθύς, «Είσαι υπέροχη! Με παντρεύεσαι;», εκείνη του είπε, «Ξέρεις ότι είμαι παντρεμένη», κι εκείνος, απτόητος λόγω υπερβολικής δόσης ομορφιάς, αντιγύρισε, «Θα τα βρούμε!» Και τα βρήκαν. Και παντρεύτηκαν. Και η Τζουν Κάρτερ στάθηκε στον Τζόνι Κας όσο κανείς και καμία και τίποτε. Πάντα και παντού στο πλάι του, σαν ένα μυθιστορηματικό ρομάντζο από αυτά που όλοι χλευάζουμε δημοσίως και ζηλεύουμε κατ’ ιδίαν!
Η Τζουν και ο Τζόνι θα παντρευτούν την 1η Μαρτίου του 1968. Λίγο πριν είχαν εμφανιστεί μαζί στις Φυλακές Φόλσομ και είχαν τραγουδήσει στο αληθινό κοινό του Τζόνι, τους παρίες, τους έγκλειστους, τους αμαρτωλούς, τους ξεγραμμένους, ενώ την επόμενη χρονιά θα κάνουν το ίδιο στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν. Και τα δύο άλμπουμ θα έχουν συγκλονιστική επιτυχία, θα φτάσουν σε πάνω από είκοσι τέσσερα εκατομμύρια χέρια και αυτιά τότε, ενώ συνεχίζουν βεβαίως να κατακτούν γενιές επί γενεών, λόγω της αμεσότητας του Τζόνι, της γενναιόψυχης παρουσίας του, των εξαίσιων τραγουδιών του. Είναι δύσκολο να βγάλεις από το μυαλό σου το πώς ακούγεται η φωνή του Τζόνι όταν αναγγέλλει το ένα τραγούδι μετά το άλλο στους εγκλείστους, με αποκορύφωμα το πόσο αντρίκεια και συγκινητικά συστήνει στο κοινό όλων των Ηνωμένων Πολιτειών το άσμα «Greystone Chapel» και τον δημιουργό του, τον Γκλεν Σέρλεϊ, έναν άμοιρο μα ευαίσθητο κατάδικο. Όσοι είχαν ποτέ τραβήγματα με τον λεγόμενο Νόμο ή έχουν γευθεί, δικαίως ή αδίκως, το κρατητήριο, τη φυλακή, το δεσμωτήριο, θα καταλάβουν πολύ καλά τι εννοώ!
Η Τζουν θα σταθεί με κάθε τρόπο στο πλάι του Τζόνι. Θα του δωρίσει τον πολυπόθητο γιο, ύστερα από μιαν ωραία ανθοδέσμη με θυγατέρες που του πρόσφερε η Βίβιαν, θα τον βοηθήσει να απαλλαχτεί από τον «δαίμονα των εξαρτήσεων» (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) ώστε να μείνει πιστός στις δύο απόλυτες εξαρτήσεις: την αγάπη και τη μουσική. Και ο Τζόνι, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, δεν θα παραλείπει να εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για την λατρεμένη λατρευτή του. «Κάθε συναυλία είναι λειψή, αν δεν είναι κι η Τζουν εκεί», θα πει με τον υποδειγματικά αδρό τρόπο του. Και, μολονότι μεγαλύτερος, πατριάρχης της αμερικανικής μουσικής πια, ο Τζόνι θα διαθέτει πάντα το μεγαλείο να εγκωμιάζει μικρότερούς του ηλικιακά τροβαδούρους, να ανοίγει δρόμους σε κάθε ταλαντούχο λάτρη της μουσικής. Ο Μπομπ Ντύλαν και ο Κρις Κριστόφερσον, αλλά και ο Μπόνο και ο Νικ Κέιβ όχι μονάχα αγάπησαν τον Τζόνι Κας αλλά και αγαπήθηκαν από τον Άντρα με τα Μαύρα. Εμπράκτως! Κανένας άλλος «γέροντας» στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα, ίσως με την εξαίρεση του άλλου «πατριάρχη», του Χένρι Μίλερ, δεν αγαπήθηκε τόσο απόλυτα από αλλεπάλληλες νέες γενιές. Στα τελευταία του, ο Τζόνι φρόντισε να μας κάνει το καλύτερο δώρο που μπορούσε. Συνεπικουρούμενος από τον δυναμικό παραγωγό Ρικ Ρούμπιν, ο Άντρας με τα Μαύρα δημιουργεί τέσσερα άλμπουμ-γέφυρες, τέσσερα διαμάντια διαυγούς πάθους και παθιασμένης διαύγειας που δεν θα πάψουν να μας συντροφεύουν στο κύλισμα των δεκαετιών. Το ένα αριστούργημα διαδέχεται το άλλο, και διαχέεται στο άλλο, για να έχουμε στο μουσικό μας νοερό θησαυροφυλάκιο μια βαρύτιμη παρακαταθήκη τέχνης και ανθρωπιάς. Είναι τα ήδη θρυλικά άλμπουμ American, όλα τους ανεπίληπτα, άψογα, άμεμπτα. Όλα τους βραχνές προσευχές στο κενό των καιρών. Όλα τους ένα μεγαλειώδες αποχαιρετιστήριο potlatch από τον Άντρα με τα Μαύρα.
Τον Μάιο του 2003 έφυγε η Τζουν. Λίγους μήνες μετά, συντετριμμένος, αλλά πάντα μες στα νάματα της αγάπης και της μουσικής, δίχως την παραμικρή μεμψιμοιρία, αναχώρησε για τους λειμώνες τ’ ουρανού και ο Τζόνι. Ήταν στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2003. Ο Κρις Κριστόφερσον, πάντα άντρας και κύριος, είπε ό,τι καλύτερο για τον Μεγάλο Τζόνι: «Ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν με μια σκοτεινή, ατίθαση, άγρια πλευρά».


Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΚΡΑΒΑΝ




Φέτος συμπληρώνονται εννιά δεκαετίες από τότε που χάθηκε μυστηριωδώς, κάπου στο Μεξικό, ο Αρθούρος Κραβάν, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της πρωτοπορίας. Ένα παλαιότερο κείμενό μου, δημοσιευμένο στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, ας μας θυμίσει και σήμερα ποιος ήταν και τι έκανε αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος. Το κείμενο το αφιερώνω στον φίλο μου, συγγραφέα, ποιητή, και εσχάτως έξοχο blogger (βλέπε areadingdiary.wordpress.com) Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο.


Αρθούρος Κραβάν:
πιο σκανδαλώδης κι από το ίδιο το σκάνδαλο!


Αυτές τις μέρες παρουσιάζονται στο Παρίσι, στο Μπομπούρ, σε ένα χώρο διαμορφωμένο σαν τεράστια σκακιέρα, μια σκακιέρα 2200 τετραγωνικών μέτρων, χίλια έργα του κινήματος DADA, του πρώτου και πιο εμπρηστικού συλλογικού πρωτοποριακού ρεύματος στην ιστορία της τέχνης. Το DADA και οι ντανταϊστές μπόρεσαν πρώτοι να διαλαλήσουν σε όλες τις πρωτεύουσες της Ευρώπης ότι η Τέχνη είναι νεκρή, συμβάλλοντας έτσι σε μια μετέπειτα ριζική ανανέωση των τρόπων έκφρασης σε όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πριν από μερικούς μήνες, πεντακόσιοι τεχνοκριτικοί, συλλέκτες και καλλιτέχνες συγκεντρώθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία, συζήτησαν και ανακοίνωσαν ότι το πιο επιδραστικό έργο του 20ού αιώνα δεν είναι άλλο από την περιβόητη «Κρήνη», το εμαγιέ ουροδοχείο του Μαρσέλ Ντυσάν, ενός από τους ιδιοφυέστερους ντανταϊστές. Οι εκρηκτικές και σκανδαλώδεις χειρονομίες του χτες γίνονται η σεβαστή αλήθεια του σήμερα, μιας και είχαν έναν προφητικό και προαναγγελτικό χαρακτήρα. Αλλά ποιος ήταν ο πρωτοπόρος των πρωτοπόρων, ο ρηξικέλευθος των ρηξικέλευθων, ο απόλυτος ενσαρκωτής του ντανταϊστικού πνεύματος; Ποιος ήταν αυτός ο διαβολεμένος άγγελος και ο αγγελικός διάβολος που με την ίδια του τη ζωή πυροδότησε την έκρηξη; Ποιος ήταν ο ποιητής της ζωής που μπόρεσε να κάνει το πιο περιπετειώδες και λαμπρό ταξίδι δίχως καμία από τις βίζες του αιώνα;

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1887, στη Λοζάννη, και άκουγε στο όνομα Φάμπιαν Αβενάριους Λόιντ έως περίπου το 1912. Έκτοτε γίνεται γνωστός ως Αρθούρος Κραβάν και διατηρεί ένα αβέβαιο βιογραφικό status, μιας και αλλάζει διαρκώς τόπους διαμονής, ταυτότητες, περσόνες, στυλ. Δεν σέβεται τίποτε, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, κάνει μονάχα όσα δεν τόλμησε κανείς άλλος πρόδρομός του να κάνει, και δεν κάνει τίποτε από όλα όσα είχαν μπορέσει να κάνουν οι συγκαιρινοί του. Είναι απολύτως μοναδικός και μοναδικά απόλυτος. Και προηγείται τουλάχιστον μισόν αιώνα από την εποχή του. Ιδού πώς αυτοβιογραφείται σε ένα του σημείωμα αυτός που μονάχα την αυτοβιογραφία του συνέθετε από τότε που άρχισε να δημιουργεί: «Μυστικοσύμβουλος – ναύτης στον Ειρηνικό – αγωγιάτης – συλλέκτης πορτοκαλιών στην Καλιφόρνια – γητευτής φιδιών – αρουραίος ξενοδοχείων – ανιψιός του Όσκαρ Ουάιλντ – ξυλοκόπος – πρώην πρωταθλητής πυγμαχίας στη Γαλλία – εγγονός του Καγκελάριου της Βασίλισσας (της Αγγλίας) – σοφέρ στο Βερολίνο – κλπ». Κι ακόμα, ήταν ο ποιητής με τα πιο κοντοκουρεμένα μαλλιά στον κόσμο, και κάθε που ανέβαινε στα ρινγκ ανήγγελλε τον εαυτό του κραυγάζοντας, «Είμαι ο ποιητής και πυγμάχος Αρθούρος Κραβάν».
Έχοντας ζήσει μια ταραγμένη παιδική και εφηβική ηλικία, μαθαίνοντας γαλλικά, γερμανικά και βιολί, επιδεικνύοντας ιδιοφυείς τάσεις στην άλγεβρα, παίζοντας μανιακά ποδόσφαιρο και μοιράζοντας τις ώρες του ανάμεσα στη μελέτη και στην άθληση, θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη, μετά στην Καλιφόρνια, κατόπιν στο Βερολίνο. Εκεί, στα 1904, συχνάζει στις πιο κακόφημες συνοικίες, μπλέκεται στα κυκλώματα της ναρκομανίας, κυκλοφορεί πάντα με τέσσερις πόρνες φορτωμένες κομψά στους κολοσσιαίους ώμους του, και τέλος κρίνεται ανεπιθύμητος και απελαύνεται. «Ω, το Βερολίνο δεν είναι πια ένα ωραίο τσίρκο», θα πει περιφρονητικά και θα συνεχίσει τις περιπλανήσεις του στη Λοζάννη, στο Μπέρμινγχαμ, στην Αυστραλία, στο Μόναχο, στη Φλωρεντία, για να εγκατασταθεί, το 1909, στην Πόλη του Φωτός, στο Παρίσι.
Εκεί διαμένει σε ένα μικρό ενδιαίτημα της Αριστερής Όχθης, στο Έκτο Διαμέρισμα, λημέρι και ορμητήριο του Λόιντ, ο οποίος άλλο δεν κάνει από το να γράφει, να μεθάει και να αθλείται. Είναι όμορφος σαν τον Μοντιλιάνι και κατακτά κάθε αγέρωχο και ελεύθερο θηλυκό που συναντάει στα καφενεία και τα καπηλειά του Σηκουάνα, ενώ συνάπτει βαθιά φιλική σχέση με τον θρυλικό, εκείνη την εποχή, πυγμάχο Cuny. Μέσα σε μια χρονιά, ο Λόιντ καταφέρνει να τσακίσει τους αντιπάλους του στα ρινγκ και να γίνει, στις 14 Μαρτίου του 1910, πρωταθλητής Γαλλίας στην κατηγορία των ημιβαρέων βαρών. Διόλου άσχημα για έναν ποιητή!
Δίχως να εγκαταλείψει τα ρινγκ, ο Λόιντ αλλάζει ταυτότητα, γίνεται ο Αρθούρος Κραβάν και αναστατώνει το Παρίσι εκδίδοντας την επιθεώρηση Maintenant, ένα έντυπο προκλητικό το οποίο διακινεί ακόμα πιο προκλητικά στα στέκια των διανοουμένων με ένα καροτσάκι γυρολόγου. Ανάμεσα στον Απρίλιο του 1912 και τον Μάρτιο του 1915, κυκλοφορούν τα πέντε όλα κι όλα ολιγοσέλιδα τεύχη του Maintenant, τα κείμενα του οποίου υπογράφουν διάφοροι μυστηριώδεις και παντελώς άγνωστοι συγγραφείς, ζωγράφοι και ποιητές, όπως οι Edouard Archinard, W. Cooper, E. Lajeunesse, Robert Miradique, Marie Lowitska που δεν είναι άλλοι από τον ίδιο τον Κραβάν, ο οποίος έκτοτε δεν παύει να μεταμφιέζεται, να καμουφλάρεται, να κρύβεται πίσω από διαφορετικά προσωπεία, να ταξιδεύει ινκόγκνιτο, και να επαίρεται, «Έχω είκοσι χώρες στη μνήμη μου, και κουβαλάω τα χρώματα εκατό πόλεων στην ψυχή μου». Όπως σημειώνει ο επίσης ποιητής και πυγμάχος, αλλά και καθηγητής στο ΜΙΤ, ψαράς αστακών και επίσημος βιογράφος του Κραβάν, Roger L. Conover, ο Κραβάν, τη μια παλιατζής και την άλλη κομψός οικοδεσπότης με άψογο κοστούμι, ενδεχομένως διαβόητος πλαστογράφος με το όνομα Dorian Hope, περιπλανώμενος ναύτης και ξεπεσμένος πρίγκιπας, διαφύλαξε την εσωτερική του αλήθεια με ψέματα.
Το Maintenant, προάγγελος όλων των ντανταϊστικών επιθεωρήσεων αλλά και πρότυπο για τα έντυπα σχεδόν όλων των πρωτοποριακών ρευμάτων του 20ού αιώνα, δεν ήταν σχεδιασμένο για να αρέσει αλλά για να ενοχλεί, να προβοκάρει, να προκαλεί. Ο Κραβάν, με κάποια χρονική διαφορά, προηγείται των ντανταϊστών στη διακήρυξη ότι η Τέχνη είναι νεκρή, ότι σημασία έχει πια όχι η ζωή της τέχνης αλλά η τέχνη της ζωής. «Τέχνη, Τέχνη, Τέχνη», γράφει, «σκοτίστηκα για την Τέχνη, εγώ που ένας σκοπός στο βιολί, ένα ποτήρι αψέντι, κι ένα θηλυκό χαμόγελο αρκεί να ξυπνήσει μέσα μου το πάθος για τη ζωή, εγώ που θα μπορούσα να χαθώ από ηδονή, να πεθάνω από έρωτα για όλες τις γυναίκες, εγώ που θρηνώ όλες τις πόλεις». Το Maintenant ήταν μια βίαιη έκδοση που αδιαφορούσε παντελώς για το fair-play, τονίζει ο Roger L. Conover. Ο Κραβάν το χρησιμοποίησε ως προσωπικό μεγάφωνο για να επιτεθεί σε αυτούς που δεν του είχαν επιτεθεί, για να διαφημίζει τα καφενεία των φίλων του, για να καταστρέφει υπολήψεις, για να διοχετεύει την οργή του στο κοινό, για να διαδίδει την ποίησή του, ή όπως έλεγε ο ίδιος με απαράμιλλη ωμότητα, «Αν γράφω, το κάνω για να εξοργίζω τους συναδέλφους μου, για να μιλάνε για μένα, και για να φτιάξω ένα όνομα. Ναι, ένα γνωστό όνομα σε βοηθάει να πετυχαίνεις με τις γυναίκες και με τις μπίζνες…»
Το 1914, ο Αντρέ Ζιντ απαθανατίζει τον Κραβάν στο περιλάλητο μυθιστόρημά του «Τα Υπόγεια του Βατικανού». Ο θρυλικός Λευκάδιος, μποέμ και απατεώνας, ο ήρωας των «Υπογείων», ήταν βασισμένος στον πυγμάχο και ποιητή Κραβάν, ακόμα ένα καλοκρυμμένο μυστικό στην ιστορία της λογοτεχνίας, ένα μυστικό που εξιχνίασε για πρώτη φορά ο Ζαν Κοκτώ, το 1951, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την έκδοση του βιβλίου του Ζιντ! Επίσης το 1914, ο Κραβάν πιάνει δουλειά ως κονφερανσιέ, σκανδαλίζοντας τόσο τους λογοτεχνικούς κύκλους όσο και το κοινό του. «Πριν μιλήσει», διαβάζουμε σε ένα άρθρο που αναπαράγει και ο Ντεμπόρ στον δεύτερο τόμο του «Πανηγυρικού» του, «έριξε μερικές πιστολιές, και κατόπιν ξεφούρνισε, πότε γελαστός και πότε σοβαρός, φοβερούς παραλογισμούς ενάντια στην τέχνη και στη ζωή. Έπλεξε το εγκώμιο των αθλητών, τους οποίους θεωρεί ανώτερους από τους καλλιτέχνες, των ομοφυλόφιλων, των κλεφτών του Λούβρου, των τρελών, κτλ». Την ίδια χρονιά, τον Αύγουστο, σύμφωνα με ένα υπέροχο ντοκουμέντο που έχει διασωθεί και αναπαραχθεί σε όλα τα πονήματα που καταπιάνονται με τον Κραβάν, διεξήχθη «πρώτη φοράν εν Αθήναις Μέγας Αγών Πυγμαχίας», όπου ο «μπόξερ Καναδός κ. Α. Κραβάν» μάχεται εναντίον του «Έλληνος Ολυμπιονίκου κ. Γεωργίου Καλαφάτη», στο «Θέατρον ΟΛΥΜΠΙΑ, πρώην Αρνιώτη». Επρόκειτο για μια δίγλωσση αφίσα, τυπωμένη από κάποιον Κτενά, η οποία μαρτυρεί το πέρασμα του Κραβάν και από τη χώρα μας, ενώ προηγουμένως είχαν εντοπιστεί κάποια ίχνη του στη Λοζάννη και στην Ισπανία.
Ο ίδιος ο Κραβάν, σε μια συνέντευξή του σε κάποια μεξικανική επιθεώρηση το 1918, διατείνεται ότι είχε αηδιάσει από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και έτσι είχε αρχίσει το θρυλικό ταξίδι του στην Κεντρική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταμφιεσμένος πότε σε στρατιώτη και πότε σε… καλλονή πριγκιπικής καταγωγής. Εφοδιασμένος με πλαστά διαβατήρια, θα περάσει από τη Βουδαπέστη στο Βελιγράδι, από το Βουκουρέστι στη Ρωσία, από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη, μετά στην Αθήνα για την αναμέτρηση με τον Καλαφάτη τον οποίο νίκησε σε τρεις γύρους, κατόπιν θα βρεθεί στο Κάιρο, εν συνεχεία στην Ιταλία, τη Μασσαλία, την Ελβετία, την Πορτογαλία, και την Ισπανία.
Εκεί, στη Βαρκελώνη, ο Κραβάν θα αντιμετωπίσει τον παγκόσμιο πρωταθλητή Τζακ Τζόνσον, την Κυριακή 23 Απριλίου του 1916, σε ένα ματς οργανωμένο για να διασκεδάσουν οι φίλοι του αθλήματος και να βγάλει κάποια εύκολα (!) χρήματα ο περιπλανώμενος ποιητής και ήδη «λιποτάκτης δεκαεφτά εθνών». Η αναμέτρηση είχε τεράστια απήχηση, όλος ο ισπανικός τύπος κάλυψε το γεγονός, ζωγράφοι φημισμένοι το έχουν απαθανατίσει, η Ιρλανδή συγγραφέας Αντόνια Λονγκ συνέθεσε γύρω από αυτή την αναμέτρηση το μυθιστόρημα «Shadow Box» (που κυκλοφορεί και στα ελληνικά, σε μετάφραση Γιάννη Κατσανάρα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), ο μέγας Μάιλς Ντέιβις εμπνεύστηκε έτσι το καταπληκτικό του έργο «A Tribute to Jack Johnson», ενώ ο Γκι Ντεμπόρ το παραθέτει στην ύστατη δημιουργία και διαθήκη του, στο τηλεοπτικό κολάζ «Guy Debord, son art et son temps»!
Ίσως είναι το μοναδικό αθλητικό γεγονός που έχει συνδεθεί με την ιστορία της τέχνης, που έχει λάβει μυθικές διαστάσεις στο ανθολόγιο των avant-garde χειρονομιών.
Μετά την Ευρώπη ήρθε η σειρά της Αμερικής να νιώσει το καυτό πέρασμα του Κραβάν, ο οποίος σύμφωνα με τον Ντεμπόρ αποτελεί «το πρωτότυπο των ανθρώπων που πέρασαν στην πιο ραδιενεργό ζώνη του πολιτιστικού χάους και δεν άφησαν πίσω τους ούτε εμπορεύματα ούτε αναμνηστικά». Ο πυγμάχος και ποιητής φτάνει στη Νέα Υόρκη, τον Ιανουάριο του 1917, και μέσα σε μερικούς μήνες προκαλεί πληθώρα σκανδάλων, ερωτεύεται καταιγιστικά την ποιήτρια και εικαστικό Μίνα Λόι, συναντιέται με τους ντανταϊστές Μαρσέλ Ντυσάν και Φρανσίς Πικαμπιά, αναστατώνει και σοκάρει όταν καλεσμένος να δώσει μια διάλεξη στην «Έκθεση των Ανεξάρτητων», προτιμάει να εκτοξεύσει αλλεπάλληλες ύβρεις στο κοινό, αποτελούμενο κυρίως από κυρίες της καλής κοινωνίας, και να αρχίσει να γδύνεται έως ότου καταφτάσουν οι αστυνομικοί για να τον συλλάβουν και να τον κλείσουν στη φυλακή! «Ονειρεύτηκα πως είμαι αρκετά μεγάλος, πελώριος, για να ιδρύσω και να διαμορφώσω μια δημοκρατία από μόνος μου», γράφει ο Κραβάν.
Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και ο ανάστατος χαρακτήρας του δεν θα αργήσουν να υποχρεώσουν τον Κραβάν σε μιαν ακόμα φυγή, σε μιαν ακόμα περιπλάνηση στη Βόρειο Αμερική και στον Καναδά. Παράφορα ερωτευμένος με την Λόι, ακάματος αλληλογράφος, της στέλνει ακατάπαυστα πυρωμένες επιστολές όπου φροντίζει να εκφράσει την απέχθειά του για την ποταπότητα των συγκαιρινών του, για τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, θυμίζοντας προδρομικά την καταστατική ρήση του άλλου μεγάλου ερωτικού, του Ανδρέα Εμπειρίκου, «σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια». Τονίζει, σχεδόν ρυθμικά, στην ερωμένη του ότι μία φρίκη είναι η ζωή έτσι όπως την έχουν καταντήσει οι κρατούντες και οι διάκονοι της εθελοδουλίας, επιμένει ότι είναι άνθρωπος των άκρων, διατείνεται ότι θέλει να ζει μονάχα για την αλήθεια. Γράφει γενναιόψυχα, «Ξέρω ότι είσαι ένας άγγελος. Θα κάνω ό,τι θέλεις. Θα πάμε όπου θέλεις. Εξαγνίστηκα. Σκέφτομαι να γίνω άγιος. Μαζί μου θα γνωρίσεις τις πιο γλυκές στιγμές της ζωής σου».
Αίφνης, ο Κραβάν βρίσκεται στο Μεξικό όπου, αυτή τη φορά, παίζει το ρόλο του καθηγητή στη Γυμναστική Ακαδημία. Είχε άλλωστε δηλώσει ότι η μεγαλοφυΐα δεν είναι άλλο εξόν από μια εξαιρετική εκδήλωση του σώματος. Θα καλέσει, με διάπυρες επιστολές, τη Μίνα Λόι στο Μεξικό και δεν θ’ αργήσει να την παντρευτεί. Αμέσως μετά θα πυγμαχήσει με τον Τζιμ Σμιθ, τον λεγόμενο Το Μαύρο Διαμάντι, και θα πέσει νοκάουτ στον δεύτερο γύρο. Πιέζεται να εγκαταλείψει και το Μεξικό και σχεδιάζει μια περιπλάνηση στη Νότιο Αμερική. Στέλνει την Μίνα, η οποία εντωμεταξύ είναι έγκυος στο Μπουένος Άιρες, όπου σκοπεύει να την συναντήσει αργότερα, επιθυμώντας ο ίδιος να ταξιδέψει με ένα μικρό σκάφος. Δεν θα τον ξαναδεί κανείς ποτέ. Λίγους μήνες μετά την εξαφάνισή του θα γεννηθεί, στο Λονδίνο, η θυγατέρα του, η Φαμπιέν Μπενεντίκτ.
Έκτοτε δεκάδες θεωρίες, ενίοτε εξωφρενικές, έχουν διατυπωθεί σχετικά με το τι απέγινε ο Αρθούρος Κραβάν. Το πιθανότερο είναι να πνίγηκε στον Κόλπο του Μεξικού. Πολλοί μιλάνε περί αυτοκτονίας. Άλλοι επέμειναν ότι συνέχισε να ζει με άλλη ταυτότητα. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Κραβάν και ο ανεξιχνίαστος συγγραφέας γουέστερν μυθιστορημάτων με φόντο το Μεξικό, ο θρυλικός B. Traven, που ουδείς γνωρίζει κάτι σχετικά με αυτόν, είναι το ίδιο πρόσωπο. Άλλοι διατείνονται ότι ο Κραβάν δεν είναι άλλος από τον ζωγράφο Edouard Archinard, έργα του οποίου ανακαλύφθηκαν το 1992 και εκτέθηκαν το 2000. Το Archinard πάντως ήταν ένα από τα ψευδώνυμα του Κραβάν στο Maintenant. Σημασία έχει ότι μετά το σύντομο πέρασμα του Κραβάν άλλαξε ριζικά η τέχνη και ο τρόπος με τον οποίο τη δεξιωνόμαστε. Άλλαξε ριζικά η ζωή και οι απαιτήσεις που μπορούμε να έχουμε από τον χώρο και, κυρίως, τον χρόνο. Άλλαξε ριζικά η αντίληψή μας για τη διαλεκτική σώματος και πνεύματος. Ο συνήθως αυστηρός Αντρέ Μπρετόν διαλάλησε με ενθουσιασμό ότι ο βίος του Κραβάν είναι το καλύτερο βαρόμετρο για να μετρήσουμε τον αντίκτυπο της avant-garde. Ο ίδιος ο Κραβάν, βροντερά και κολοσσιαία, αναφώνησε, «Η Δόξα Είναι Ένα Σκάνδαλο»!

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΚΡΑΒΑΝ

Οι αποκτηνωμένοι βλέπουν το ωραίο μόνο στα ωραία πράγματα.

Κάθε μεγάλος καλλιτέχνης έχει την αίσθηση της πρόκλησης.

Ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχής επειδή χίλιες ψυχές κατοικούν σε ένα και μόνο κορμί.

Οι ιδιοκτήτες είναι τερμίτες.

Οφείλω πάση θυσία να σας χώσω στο κεφάλι την ιδέα ότι η τέχνη είναι για τους αστούς, κι όταν λέω αστούς εννοώ: κυρίους δίχως φαντασία.

Σε λίγο στους δρόμους δεν θα βλέπουμε παρά μόνο καλλιτέχνες και θα τραβάμε των παθών μας τον τάραχο για να ανακαλύψουμε έναν άνθρωπο.

Έζησα σε μιαν εποχή όπου μπορούσα να μεθάω πότε-πότε με τη σκέψη ότι κανείς ίσως δεν ήταν άξιός μου.

Οι στίχοι του Ρεμπώ σφυρίζουν γύρω μου. Οι νόμοι της τέχνης μένουν, οι κανόνες χάνονται.

Είμαι ένας τρελός που σκορπίζει χάδια.