Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Μπογκίκαρος!!!



Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ
Ο Απόλυτος Θρύλος


Τον έχουν πυροβολήσει κατ’ επανάληψιν αστέρες όπως ο Τζέιμς Κάνγκεϊ και ο Έντουαρντ Ρόμπινσον. Έχει καθίσει στην ηλεκτρική καρέκλα δώδεκα φορές και έχει φάει πάνω από 800 χρόνια φυλακή. Στην οθόνη, φυσικά. Στην αληθινή ζωή, επέδειξε ένα σημαντικό ταλέντο στο να εναρμονίζει τις αντιφάσεις του, στο να βάζει τον άγγελο και τον διάβολο εντός του να ανταλλάσσουν χειραψίες συναδέλφωσης και να χορεύουν αρμονικά κλακέτες. Είχε σπάσει κάμποσα ρεκόρ φιλοποσίας και φιλοκαπνίας, ήταν φανατικός βιβλιόφιλος, άριστος παίκτης του γκολφ, ένας από τους πιο μανιώδεις και δεινούς ερασιτέχνες σκακιστές των Ηνωμένων Πολιτειών, λάτρης της μουσικής του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ και του Κλοντ Ντεμπισί, αν και το σουλούπι του, οι κινήσεις του και η τραχιά φωνή του θύμιζαν πάντα τους κυνικούς γκάνγκστερ που υποδυόταν κατά συρροήν στην αρχή της κινηματογραφικής του σταδιοδρομίας. Αυτή ακριβώς η φωνή, ένα από τα μεγάλα του ατού, τον έκανε δημοφιλή στους χίπηδες της δεκαετίας του 1960, και μάλιστα πρόσφερε έναν νεολογισμό στην αμερικανική γλώσσα, το ρήμα «bogart», από το επίθετό του, ένα ρήμα που σημαίνει «κρατάω περισσότερο απ’ όσο πρέπει το τσιγαριλίκι και δεν τον κάνω γύρα», και που απαθανατίστηκε μέσα από το τραγούδι «Don’t bogart that joint, my friend», το οποίο απολαύσαμε στην θρυλική καλτ ταινία «Ξένοιαστος Καβαλάρης».
Ο Χάμφρεϊ ΝτεΦόρεστ Μπόγκαρτ γεννήθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1899, στη Νέα Υόρκη, με στάλες από γαλάζιο αίμα να ρέει στις φλέβες του, μιας και ήταν μακρινός απόγονος του Βασιλέως Εδουάρδου ΙΙΙ. Ήταν μακρινός συγγενής των θεατρικών συγγραφέων Τένεσι Γουίλιαμς και Ρόμπερτ Σέργουντ. Ο πατέρας του, ο Μπέλμοντ ΝτεΦόρεστ Μπόγκαρτ ήταν ένας ευσυνείδητος και ευυπόληπτος χειρουργός, και η μητέρα του, η Μοντ Χάμφρεϊ μια φημισμένη και καλοπληρωμένη εικονογράφος. Σε αντίθεση με τους σκληρούς τύπους που ενσάρκωσε στην οθόνη, ο μικρός Χάμφρεϊ μεγάλωσε στα πούπουλα, παρέα με τις δύο μικρότερες αδελφές του, τον πατέρα του που τον εξοικείωσε με τα μυστικά του σκακιού και της ιστιοπλοΐας, και τη μητέρα του που τον έντυνε στα μετάξια και τον χρησιμοποίησε ως μοντέλο σε μια ζωγραφιά της για τη διαφήμιση παιδικών τροφών, τόσο πετυχημένη ώστε της χάρισε μια μικρή περιουσία.
Ο μικρός Χάμφρεϊ στάλθηκε στο Σχολείο Τρίνιτι της Νέας Υόρκης και μετά στην Ακαδημία Φίλιπς με σκοπό να σπουδάσει στο Γιέιλ. Αλλά ο ήδη ατίθασος χαρακτήρας του τον έστειλε διά παντός μακριά από τα έμπλεα κύρους αμφιθέατρα όταν, σύμφωνα με τις φήμες, ο δεκαοχτάχρονος Χάμφρεϊ πέταξε στο σιντριβάνι της Ακαδημίας τον διευθυντή της. Σύμφωνα με άλλες φήμες, απλώς αδιαφορούσε σκανδαλωδώς για τα μαθήματα και περνούσε την ώρα του καπνίζοντας, πίνοντας, παίζοντας σκάκι, ακούγοντας κλασική μουσική, και καταβροχθίζοντας τους καρπούς του πνεύματος κολοσσών όπως ο λατρεμένος του Σαίξπηρ, ο Πλάτων, ο Ραλφ Γουόλντο Έμερσον και ο Αλεξάντερ Πόουπ.
Μετά την αποβολή του, το 1918, ο Χάμφρεϊ, όπως σχεδόν κάθε Αμερικανός, άσκησε μια σειρά εφήμερα επαγγέλματα και μετά κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό. Η συμπλοκή του με έναν κρατούμενο, ο οποίος τον χτύπησε με τις χειροπέδες του όταν ο Χάμφρεϊ προσφέρθηκε να τους τις βγάλει για να του επιτρέψει να καπνίσει ένα τσιγάρο, του χάρισε δύο από τα αείζωα ξακουστά χαρακτηριστικά του: μια μόνιμη ουλή στα χείλη και την πασίγνωστη βραχνή φωνή του. Λίγο μετά, ο τρόπος ζωής φίλων του ηθοποιών, ιδίως τα ξενύχτια και τα γλέντια τους, τον οδήγησε στο σανίδι. Άρχισε με μικρούς ρόλους, πότε έκανε τον Ιάπωνα μπάτλερ και πότε τον νεαρό γόη, αλλά ήδη από τότε, ο αυτοδίδακτος Χάμφρεϊ ήταν τέρας συνέπειας, ανεπίληπτος επαγγελματίας, συνεπέστατος στα ραντεβού του, εξαιρετικά συνεργάσιμος, και λίαν μελετηρός. Δεν κίνησε πάραυτα την προσοχή των κριτικών, αν και άρχισε αμέσως να κατακτά ένα απαιτητικό κοινό. Ύστερα από τη συμμετοχή του σε 21 παραγωγές στο Μπρόντγουεϊ, ανάμεσα στα 1922 και 1945, ήρθε η σειρά του Χόλιγουντ και της μεγάλης οθόνης.
Στο μεταξύ, ο Μπόγκαρτ άρχισε να επιδίδεται στο άθλημα της φιλίας και στο σπορ του γάμου. Όλες του οι φιλίες θα είναι ποτισμένες στο αλκοόλ, διανθισμένες με μοναδικό χιούμορ, και κοσμημένες με έμπρακτη καλοσύνη και ευγένεια. Ο Σπένσερ Τρέισι, μεγάλος ηθοποιός και μεγάλος φίλος, δώρισε στον Χάμφρεϊ το αθάνατο παρωνύμιο «Μπόγκι». Ο Χάμφρεϊ πάει ακόμα ένα ρεκόρ με το να παντρευτεί το 1926, την ηθοποιό Έλεν Μένκεν, να χωρίσει μόλις λίγους μήνες μετά, και να παντρευτεί λίγο αργότερα την επίσης ηθοποιό Μαίρη Φίλιπς. Αμφότερες, όπως και οι μετέπειτα δύο σύζυγοι του Μπόγκαρτ, επίσης ηθοποιό και αυτές, ήσαν γερά ποτήρια και εξόχως δυναμικές γυναίκες, κάτι σαν θηλυκοί Μπόγκι όλες τους.
Ο γάμος με το Χόλιγουντ στάθηκε και η αιτία για δεύτερο διαζύγιο του Μπόγκαρτ. Η Μαίρη Φίλιπς αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στη Δύση και στο σελιλόιντ και επέμεινε στην Νέα Υόρκη και τη σταδιοδρομία της στο θέατρο. Απτόητος ο Χάμφρεϊ, θα παίξει στην κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής επιτυχίας του Ρόμπερτ Σέργουντ «Το Απολιθωμένο Δάσος», όπου θα υποδυθεί τον φονιά Ντιουκ Μαντί. Ο σπουδαίος Εγγλέζος ηθοποιός Λέσλι Χάουαρντ είχε προτείνει πεισματικά και πειστικά να πάρει ο Μπόγκι τον ρόλο, μια χειρονομία μεγάλης φιλίας, που ο Χάμφρεϊ θα φροντίσει να τιμήσει όταν, χρόνια μετά, στα 1952, έδωσε στη θυγατέρα του το όνομα Λέσλι.
Έκτοτε ο Μπόγκι θα ενσαρκώσει κάμποσους φονιάδες, κατάδικους, γκάνγκστερ και τυχοδιώκτες, παίζοντας ακούραστα σε δύο ταινίες το μήνα από το 1936 έως το 1940, για λογαριασμό της Warner Bros. Η τυποποίηση δεν του άρεσε, ωστόσο παρέμεινε πάντα συνεπέστατος και φρόντιζε να δίνει όλο το πολύπτυχο είναι σε κάθε ρόλο, όσο μικρός κι αν ήταν. Με τον καιρό, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ κέρδισε τη φήμη ενός ηθικού ανθρώπου που οπλισμένος με έναν ιδιότυπο κώδικα τιμής επιβιώνει και μάχεται σε έναν διεφθαρμένο κόσμο. Στάση που κράτησε σε όλη του τη ζωή, μένοντας πάντα στο πλευρό των φίλων του, συμπαραστεκόμενος στους διωκόμενους από τον διαβόητο γερουσιαστή Μακάρθι, μιλώντας έξω απ’ τα δόντια, με μια πρωτόγνωρη για το Χόλιγουντ, αμεσότητα και ειλικρίνεια για κάθε κακώς κείμενο στη βιομηχανία ονείρων.
Στα 1938, ο Μπόγκι θα κάνει τον τρίτο του γάμο, μια ολέθρια και γεμάτη βιαιότητα ιστορία, με θάλασσες από ποτό να κατακλύζουν το ζεύγος, και τη σύζυγο, την ηθοποιό Μάγιο Μέδοτ, να κάνει εξωφρενικές σκηνές ζήλιας στον σύζυγο, συνοδεύοντάς τες με την εναντίον του εκτόξευση αντικειμένων όπως γλαστρών, βάζων, σταχτοδοχείων, και πιατικών. Σε μια δεξίωση, μάλιστα, η Μάγιο εμφανίστηκε μ’ ένα πιστόλι στο χέρι και λίγο έλειψε να φυτέψει μια σφαίρα στο γοητευτικό κρανίο του συζύγου της. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν συχνά-πυκνά ανταποκρίσεις από τις μάχες στο μέτωπο του πολέμου Μπόγκαρτ-Μέδοτ. Ο σεναριογράφος Τζούλιους Έπσταϊν είπε ότι ο εν λόγω γάμος ήταν ένα σίκουελ του Εμφυλίου Πολέμου!
Μεσούντος του γαμήλιου πολέμου, ο Μπόγκι θα κάνει τρία κρίσιμα βήματα προς τον θρίαμβο και την παγκόσμια καταξίωσή του. Θα παίξει στο νουάρ «High Siera», του Ραούλ Γουόλς, πλάι στην εκθαμβωτική Άιντα Λουπίνο, δηλώνοντας με καμάρι ότι την φίλησε. Το σενάριο είχε υπογράψει ο μέγας Τζον Χιούστον, με τον οποίο ο Μπόγκι θα συνδεθεί φιλικά και θα περνάει αμέτρητες μαζί του ώρες πίνοντας ουίσκι και συζητώντας για τα αγαπημένα τους βιβλία. Αμέσως μετά θα προσφέρει τη σκοτεινή του λάμψη στο περιλάλητο «Γεράκι της Μάλτας», που σκηνοθέτησε ο Χιούστον βασισμένος στο ομώνυμο σκληρό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ. Ο Μπόγκι υποδύεται τον κυνικό, αλλά συνάμα ευαίσθητο και απόλυτα πιστό στον ηθικό του κώδικα, ιδιωτικό ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ. Έχει μείνει στην ιστορία ο ακροτελεύτιος μονόλογός του, όταν αποφασίζει να παραδώσει την φονική καλλονή Μαίρη Άστορ. «Είσαι ένας άγγελος», λέει ο Μπόγκι. «Αν δείξεις καλή διαγωγή, θα βγεις από το Σαν Κουέντιν σε είκοσι χρόνια, και τότε μπορείς να ξαναγυρίσεις σ’ εμένα». Το βαθύ μελαγχολικό βλέμμα, η βραχνή ψιθυριστή φωνή, οι κομψές κινήσεις και η ιδιότυπη ιπποσύνη του Σπέιντ/Μπόγκαρτ καθήλωσαν το κοινό και, εν μία νυκτί, ανήγαγαν τον Μπόγκι σε μείζονα ηθοποιό και αστέρα πρώτου μεγέθους. Μια συγκλονιστική παρουσία, άφθαρτη μες στο χρόνο, που προλόγισε την εκκωφαντική επιτυχία της περιβόητης «Καζανμπλάνκα».
Στην καλύτερη-χειρότερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου, συνεργάστηκαν ιερά τέρατα όπως ο σκηνοθέτης Μάικλ Κέρτις, ο μουσικός Μαξ Στάινερ, η Ίγκμαρ Μπέργκμαν και ο Μπόγκι προκειμένου να παραχθεί ένα σαφέστατα προπαγανδιστικό φιλμ, εν πολλοίς ασυνάρτητο, εξωπραγματικό, άνισο και, μολαταύτα, απίστευτα γοητευτικό. Ο Μπόγκι, στο ρόλο του Ρικ Μπλέιν, είναι ασυναγώνιστος και λατρεύτηκε από γενεές επί γενεών κινηματογραφόφιλων.
Μετά τον θρίαμβο ήρθε και η σειρά του μεγάλου έρωτα και της ισόβιας αγάπης. Ο Μπόγκαρτ θα γνωρίσει την θελκτικότατη Μπέτι Περσκ, που όλος ο κόσμος την ξέρει με το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο: Λορίν Μπακόλ. Θα πρωταγωνιστήσουν, αλησμόνητα, στην ταινία «Να Έχεις και να μην Έχεις», από το μυθιστόρημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ένα αγέραστο φιλμ του Χάουαρντ Χοκς, με μιαν απαστράπτουσα Μπακόλ, με βλέμμα που λιώνει παγετώνες και ένα λίκνισμα που ανασταίνει νεκρούς. Ο σαρανταπεντάρης Μπόγκαρτ και η εικοσαετής Μπακόλ θα γίνουν έκτοτε ένα από τα πιο λατρεμένα ζευγάρια στην ιστορία του σινεμά. Πάντα ερωτευμένοι και πάντα παλιόφιλοι, συμπότες και χωρατατζήδες θα ζήσουν μέσα σε μια ζηλευτή τρυφερότητα, συνενοχή και πάντα γόνιμη ερωτική παραφορά. Καρπός του έρωτά τους θα είναι ο Στιβ και η Λέσλι, που θα κάνουν τον τάχατες σκληρό Μπόγκι έναν άνευ ορίων χαζομπαμπά, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο «κολλητός» του ζεύγους, ο μέγας Φρανκ Σινάτρα δώριζε τακτικά, και για να τον πειράξει τρυφερά, πολυτελείς… κουδουνίστρες στον Μπόγκι!
Η ευτυχία, πλημμυρισμένη από χιούμορ, καλλιτεχνικούς θριάμβους, όπως το Όσκαρ για την «Βασίλισσα της Αφρικής», αλλά και ωκεανούς αλκοόλ, δεν έμελλε να κλονιστεί ούτε καν από το στραπάτσο της υγείας του Μπόγκι. Το τσιγάρο και το ποτό είχαν διαλύσει τον οργανισμό του, του αφαιρούσαν με ανησυχαστικούς ρυθμούς βάρος, κονιορτοποίησαν τις άμυνες του σώματός του. Στα τελευταία του, ο Μπόγκι είχε φτάσει να ζυγίζει μόλις 36 κιλά. Αυτό που δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο ήταν το κέφι και το χιούμορ του και ο έρωτάς του για την Μπακόλ.
Στις 14 Ιανουαρίου του 1957, μισόν αιώνα πριν, ο Μεγαλύτερος Κινηματογραφικός Σταρ Όλων των Εποχών, σύμφωνα με το «Entertainment Weekly», ο θρύλος που το 1997 έγινε γραμματόσημο των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πάντα πιστός φίλος και πάντα πότης και ιππότης, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, προσβεβλημένος από καρκίνο του οισοφάγου, θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή. Τα τελευταία του λόγια είναι αθάνατα όσο και η μεγαλοφυής του παρουσία στην οθόνη: «Γαμώτο, δεν θα έπρεπε ποτέ να το γυρίσω απ’ το ουίσκι στα μαρτίνι»!




1 σχόλιο:

5 pink flowers είπε...

esy kai oi emmones sou me ta yperoxa zevgaria kai ta alla yperoxa! kai ego me tis dikes mou ...gia na min ameloume..http://alwaysthesea.blogspot.com/2008/01/blog-post_20.html
kali Kyriaki