Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

Μαρσέλ Ντυσάν


Μαρσέλ Ντυσάν: Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου

Χτες, κάνοντας μάθημα, ή μάλλον συνομιλώντας ελεύθερα και ωραία, με τα παλικάρια του Μεταπτυχιακού της Καλών Τεχνών, θίξαμε μερικά λίαν ενδιαφέροντα ζητήματα, ιδίως αυτό των Πρωτοποριών και της σημασίας τους. Επακολούθησε μία αξιοπρεπέστατη κρασοκατάνυξις, στη διάρκεια της οποίας εθίγησαν επίσης κάποια ζητήματα και προχωρήσαμε όχι μονάχα σε μερικά κρίσιμα συμπεράσματα αλλά και σε ορισμένες αποφάσεις. Επιστρέφοντας στην κατοικία μου, βρήκα μία… παραγγελιά. Ήτοι, να αναρτήσω ένα κείμενο για τον Μαρσέλ Ντυσάν. Ιδού λοιπόν!

Πεντακόσιοι τεχνοκριτικοί, ιστορικοί τέχνης, γκαλερίστες και καλλιτέχνες της Βρετανίας συσκέφθηκαν προσφάτως και αποφάνθηκαν ότι το έργο που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στην τέχνη του 20ού αιώνα ήταν η περιβόητη «Κρήνη» του Μαρσέλ Ντυσάν. Σκάνδαλο στο σκάνδαλο; Ή αποκατάσταση της ιστορίας; Ούτως ή άλλως, τα πρωτοποριακά έργα, τα έργα που αλλάζουν την αντίληψή μας για την τέχνη και τη ζωή, εμφανίζονται αρχικά ως βίαιες χειρονομίες, ως εμπρηστικές παρεμβάσεις, ως εκρηκτικές παραβάσεις όλων των έως τότε κανόνων, συμβάσεων, αντιλήψεων. Αλλά τι ήταν η «Κρήνη»; Και ποιος ήταν ο δημιουργός της;

Η «Κρήνη» ήταν ένα… ουροδοχείο από πορσελάνη, ίσως το πιο διάσημο ή μάλλον το μόνο διάσημο ουροδοχείο στον κόσμο. Και συνάμα ένα έργο αντι-τέχνης, ή ένα αντι-έργο τέχνης, αν θέλετε. Το 1917, ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι μέλος της κριτικής επιτροπής στην Έκθεση των Ανεξάρτητων Καλλιτεχνών, στη Νέα Υόρκη. Υποβάλλει την «Κρήνη», την οποία υπογράφει ως «R. Mutt», που δεν είναι παρά το όνομα μιας εταιρείας ειδών υγιεινής. Αποκρύπτει ότι πρόκειται για δικό του εγχείρημα. Το έργο απορρίπτεται, μετά το φοβερό σοκ που προκάλεσε στα άλλα μέλη της επιτροπής. Ο πάντα μειλίχιος Ντυσάν απλώς παραιτείται και εκθέτει ανεξάρτητα από τους Ανεξάρτητους το έργο, το οποίο έκτοτε έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι πάμπολλων εκθέσεων!
Ο Μαρσέλ Ντυσάν γεννιέται στις 28 Ιουλίου του 1887 στην Μπλαινβίλ. Αρχίζει από πολύ μικρός να ζωγραφίζει, ενώ διακατέχεται από μία ιερή μανία για το διάβασμα. Η ποίηση και η φιλοσοφία είναι οι μεγάλες του αγάπες. Δεν αργεί να μεταβεί στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τις μεγάλες μορφές της πρωτοποριακής ζωγραφικής, φιλοτεχνεί τα πρώτα του έργα, πάντα πραγματώσεις και ξεπεράσματα των διαφόρων σχολών και ρευμάτων, ασχολείται επαγγελματικά με τη γελοιογραφία, και παίζει συστηματικά σκάκι. Η τέχνη, και κυρίως η ζωή, ήταν για τον Μαρσέλ Ντυσάν μία παρτίδα σκάκι. Έπαιζε ο ίδιος εναντίον του εαυτού του πρωτίστως. Ερήμην σχεδόν κάθε άλλου, θέλησε να επινοήσει –και πράγματι επινόησε– τους κανόνες ενός παιχνιδιού ανάμεσα στον ίδιο και τον εαυτό του, με διαιτητή την ιστορία της τέχνης και την ιστορία των κρίσιμων ανατροπών στην καλλιτεχνική, αλλά και στην αισθητική εν γένει και ηθική, σφαίρα. Call it a little game between ‘I’ and ‘me’, (Πείτε το ένα μικρό παιχνίδι εμού ενάντια σ’ εμένα), όπως ο ίδιος το διατύπωσε, με την πάντα εν ενεργεία σεμνή ειρωνεία του. Φυσικά, αυτό το «μικρό παιχνίδι» διέθετε τόσο έλλογο πάθος ώστε μπόρεσε να εκτυλιχθεί σε συγκλονιστική στρατηγική τροποποίησης κάθε ισχύοντος ορισμού της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κάθε διαθέσιμου τρόπου δεξίωσης του καλλιτεχνικού έργου. Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, η δημιουργία έργων τέχνης δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Εκκινώντας από την επιθυμία του να μετατρέψει τη ζωγραφική σε μιαν υπόθεση της διανοίας, σε μία cosa mentale, όπως επέμενε ο Leonardo da Vinci, ο Ντυσάν θα οδηγηθεί στην απόφαση να αφήνει πίσω του κάθε δεσπόζον καλλιτεχνικό κίνημα της εποχής του ύστερα από την δημιουργία ενός έργου τέχνης που συμπύκνωνε με εκπληκτική ένταση τις αρχές τού εκάστοτε κινήματος. Και έτσι προχώρησε, πιστός σε μια εγελιανής καταγωγής διαλεκτική, πραγματώνοντας και υπερβαίνοντας.
Το 1910 ζωγραφίζει το έργο «Παρτίδα σκακιού», ένα είδος σπουδής σε όποια επίδραση μπόρεσε να επιτρέψει να του ασκηθεί από τον Cezanne, και ήδη το 1911 θα μπορέσει, καταπιανόμενος με το ίδιο θέμα, το σκάκι, να επιχειρήσει ένα τόλμημα που δεν είχε ως τότε σημειωθεί – να πάει πέρα από τον κυβισμό, πέρα από τον Picasso ή τον Braque. Συνθέτει το «Πορτρέτο σκακιστών». Εδώ οι σκακιστές δεν παίζουν σκάκι, εδώ οι σκακιστές είναι το σκάκι, είναι η σκέψη του σκακιού, είναι η σκέψη που απαιτεί μία σκακιστική παρτίδα. Ο Ντυσάν μπορεί πλέον, και θα φανεί με έναν εκρηκτικά σιωπηλό τρόπο αυτό, να προχωρήσει πέρα από την ζωγραφική του αμφιβληστροειδούς, όπως έλεγε. Μπορεί να εκκινήσει την αναζήτηση μίας τέχνης που συνευωχείται με την διάνοια, με το πνεύμα. Θέλει να θέσει την τέχνη στην «υπηρεσία του νου». Το δηλώνει. Το επιχειρεί. Το κατορθώνει.
Ο Ντυσάν δεν εμπιστεύεται το μάτι. Από την άλλη, βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση. Δυσπιστεί απέναντι στις λέξεις, στην τρέχουσα χρήση των λέξεων, θεωρεί ότι μόνον στην ποίηση βρίσκουν οι λέξεις το αληθινό νόημά τους και τον αληθινό τους τόπο. Θα επινοήσει μεθόδους που οδηγούν στον συγκερασμό ζωγραφικής και ποίησης, θα κάνει ποίηση ζωγραφίζοντας. Οι δύο τέχνες θα γίνουν μία. Και μόλις επιτευχθεί και αυτό, ο Ντυσάν θα ωθήσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα προς το χείλος μιας αβύσσου από όπου μπορούμε να ατενίσουμε με κρυστάλλινη διαύγεια τη διαλεκτική παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, τη διαλεκτική του χρόνου, το πώς οι μορφές και οι σημασίες και τα αισθήματα οδηγούνται σε ένα αναπόδραστο τέλος για να περάσει σε άλλες μορφές και σε άλλες σημασίες και σε άλλα αισθήματα η πυρακτωμένη σκυτάλη.
Το 1913, ο Ντυσάν επινοεί την μέθοδο του ready-made, υποχρεώνοντάς μας να οδηγήσουμε σε λυτρωτικό αδιέξοδο κάθε ισχύοντα ορισμό της τέχνης. Παίρνει απλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης και τα αναγορεύει σε έργα τέχνης, άλλοτε γράφοντας κάτι πάνω τους, άλλοτε απλώς… υπογράφοντάς τα. Ή παίρνοντας ήδη υπάρχοντα έργα τέχνης και μετατρέποντάς τα σε απλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ή, ακόμα, παρεμβαίνοντας με μια βλάσφημη πινελιά και τροποποιώντας χιουμοριστικά ορισμένα περιλάλητα αριστουργήματα. Όταν το ουρητήριο γίνεται «Κρήνη», όταν, με μιαν εξίσου ακαριαία αλλά και γεμάτη περίσκεψη χειρονομία, η Τζοκόντα αποκτά… μουστάκι, όταν ένας πίνακας του Ρέμπραντ μετατρέπεται, τόσο αφοπλιστικά, σε σανίδα σιδερώματος, όταν το γούστο, καλό ή κακό δεν έχει σημασία, είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί «ο μεγαλύτερος εχθρός της τέχνης», αντιλαμβανόμαστε ότι η ανατροπή είναι πολύ πιο καταλυτική από όσο ίσως θα ήμασταν πρόθυμοι να δεχτούμε.
Παράλληλα, ο Ντυσάν επιδιώκει την μετατροπή της ζωής σε έργο τέχνης, με έναν τρόπο που θυμίζει τις βλέψεις του Όσκαρ Ουάιλντ. Φέρ’ ειπείν, δηλώνει ότι δουλειά του είναι να τελειοποιήσει την τέχνη του να… αναπνέουμε. Το 1918 φιλοτεχνεί τον τελευταίο πίνακα, με τίτλο «Tu m’», και εγκαταλείπει διά παντός τη ζωγραφική, προκαλώντας ένα από πάμπολλα σκάνδαλα με τα οποία συνδέθηκε το όνομά του. Τελειοποιεί, το 1925, μια αλάνθαστη μέθοδο να κερδίζεις στη ρουλέτα. Γράφει σκακιστικά εγχειρίδια. Πειραματίζεται με τον κινηματογράφο. Παντρεύεται, το 1927, τη Λυδία Σαραζέν-Λεβασόρ και χωρίζει σε μερικές εβδομάδες γιατί η σύζυγός του δεν άντεξε να ζει με έναν άνθρωπο που δεν της έδινε τη δέουσα σημασία και έπαιζε σκάκι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αρνιέται να μάθει οδήγηση και κολύμπι. Ταξιδεύει στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνδέεται φιλικά με τους ντανταϊστές και τους σουρεαλιστές.
Μετά το σιωπηλό, αλλά τόσο εκρηκτικό, πέρασμα του Ντυσάν, μετά το «Η νύφη που τη γδύνουν οι μνηστήρες της, ακόμα – Το Μεγάλο γυαλί» και μετά το «Δεδομένα: 1ον Ο καταρράκτης, 2ον Το φωταέριο» μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι αλλάζουν άρδην η ιστορία της νοημοσύνης και η ιστορία της ευαισθησίας. Η ιστορία της ζωής. Η ιστορία των χειρονομιών. Τα κριτήρια, όπως τα γνωρίζαμε, κονιορτοποιούνται και άλλα, σχεδόν αδιανόητα ως τώρα, αρχίζουν να συγκροτούνται στη θέση τους. Και το εκπληκτικό είναι ότι ο δράστης, ο Ντυσάν, καμώνεται ότι αδιαφορεί για όλα αυτά – και ίσως να αδιαφορεί όντως. Επικαλείται την ποίηση της αδιαφορίας, το κάλλος της αδιαφορίας. Κατατείνει στη Σιωπή, τη Βραδύτητα και τη Μοναξιά, όπως ο ίδιος λέει. Θαυμάζει τον αναρχικό φιλόσοφο Μαξ Στίρνερ και προσηλώνεται στο σκάκι – εξοργίζοντας κάπως τον Αντρέ Μπρετόν, ο οποίος περίμενε τόσα πολλά από αυτόν που χαρακτήρισε έναν «από τους ΠΙΟ ΕΥΦΥΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ».
Ο Ντυσάν κινείται μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισίων, πάντα στενά συνεργαζόμενος με τις πιο καταλυτικές προσωπικότητες της ανθηρής τότε καλλιτεχνικής εμπροσθοφυλακής και πάντα παίζοντας σκάκι. Ανακηρύχθηκε πρωταθλητής Άνω Νορμανδίας, έπαιξε σε πολλές διοργανώσεις εκπροσωπώντας την Εθνική Γαλλίας, βοήθησε τον φοβερό και τρομερό Ρόμπερτ Φίσερ στα πρώτα του βήματα, και επεξεργάστηκε ένα σχέδιο προσωπικής ηθικής φιλοσοφίας που με δυο λόγια πυκνώθηκε στη φράση, «Δεν υπάρχουν λύσεις, γιατί δεν υπάρχουν προβλήματα». Αξίζει να σημειωθεί ότι χρόνια αργότερα, ένας άλλος πρωτοπόρος αντέστρεψε τη φράση τονίζοντας, «Δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν μόνο λύσεις»! Το 1954 παντρεύεται την Αλεξίνα «Τήνυ» Σάττλερ, η οποία τον συντρόφεψε μέχρι το τέλος της γλυκιάς ζωής του. Δέκα χρόνια πριν, κρυφά ερωτευμένος με την Μαρία Μαρτέν, σύζυγο ενός εύπορου διπλωμάτη, ο Ντυσάν αρχίζει να φιλοτεχνεί το έργο «Δεδομένα», το οποίο συνθέτει με άκρα μυστικότητα επί ένα τέταρτο του αιώνα. Το έργο θα αποκαλυφθεί μετά το 1968, μετά το θάνατο του Ντυσάν. Ακόμα ένα σκάνδαλο, έστω μεταθανάτιο!
Η ηθική του Ντυσάν είναι η ανατροπή κάθε ηθικής που επιχειρεί να αρνηθεί την ηθική της ανατροπής. Και η ηθική της ανατροπής είναι η ηθική τού ερήμην. Είναι, δηλαδή, η ηθική του να συλλογίζεσαι και να πράττεις ενώ οι άλλοι είναι απόντες, να συλλογίζεσαι και να πράττεις ανεπηρέαστος από τους άλλους, προσηλωμένος σε μιαν ακραιφνή ανιδιοτέλεια, επιμένοντας να αδιαφορείς τόσο για τις επικρίσεις όσο και για τα εγκώμια. Είναι η ηθική της άρνησης κάθε παγίωσης ιδεών ή συναισθημάτων, συνεπώς η ηθική της άρνησης κάθε οικείας συμπεριφοράς, κάθε τρόπου να συνάπτουμε σχέσεις, εν τέλει κάθε παραδεδεγμένης μορφής σύνδεσής μας με τους άλλους.
Ο έρωτας, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, παύει να είναι αυτό που ήταν, και οι τρόποι με τους οποίους πασχίζαμε (και ενίοτε καταφέρναμε) να τον εκφράσουμε, να τον κοινοποιήσουμε, καθίστανται άκυροι। Τώρα πια, εδώ και τόσον καιρό μετά το «Tu m’» και τα «Δεδομένα», ο έρωτας –πύκνωση και απόγειο κάθε σχέσης που αξίζει το όνομά της– έχει διαζευχθεί από την ιδεολογία και την ιδεοληψία του εσπευσμένου, δεν ανήκει πλέον στον τόπο του ρητώς εκπεφρασμένου, αρνείται να επιμένει στη διασάλπιση, ξεφεύγει, για πάντα, από το νυν. Γίνεται μυστικός ψίθυρος. Γίνεται κρυφό ουρλιαχτό με σιγαστήρα. Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, επικράτεια του έρωτα είναι η βραδύτητα («αργοπορία σε γυαλί», για να μιλήσουμε με τα δικά του λόγια). Μετά το πέρασμα του Ντυσάν, τρόπος και ηθική του έρωτα είναι ο τρόπος και η ηθική του ερήμην, ο τρόπος και η ηθική της δημιουργικής σιωπής, ο τρόπος και η ηθική της απόλυτης ευγένειας – της ευγένειας της μη-διεκδίκησης. Ενώ όλοι περιμένουν να διεκδικήσεις την αγαπημένη, εσύ βραδυπορείς, φεύγεις και επανέρχεσαι απροειδοποίητα, μεταμφιέζεις τις προθέσεις, επινοείς νέες στρατηγικές αβρότητας. Πράγματι, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, ο έρωτας γίνεται και αυτός μία cosa mentale, μια υπόθεση της ευγενούς νοημοσύνης, ένα σύνολο στρατηγημάτων που δεν αποσκοπούν στην κατάκτηση αλλά στην απόλυτη ελευθερία, σε ένα πράγματι επικίνδυνο παιχνίδι με το όντως κινδυνώδες.
Ακόμα, μετά το πέρασμα του Ντυσάν, ο τρόπος και η ηθική του έρωτα επιβάλλουν την ευγένεια της μη-κοινοποίησης στον παρόντα χρόνο, της εργασίας στη σκιά του ατελιέ όπου ζεις με την απούσα παρουσία και την παρούσα απουσία εκείνης που συμβαίνει να έχεις ερωτευθεί, της κρυφής εργασίας μέσα σε μιαν εντατική αριστοκρατική βραδύτητα έως την στιγμή της ολοκλήρωσης ενός έργου που πηγαίνει πέρα από την τέχνη και πέρα από την αγαπημένη που σε εμπνέει. Έτσι, ο Ντυσάν, αυτός ο απαράμιλλος «μηχανικός του χαμένου χρόνου», μας μαθαίνει πώς να γινόμαστε θιασώτες και διάκονοι μιας εχέμυθης προσήλωσης στις στιγμές που μας συγκλόνισαν. Μας μαθαίνει να είμαστε, ό,τι κι αν μας συμβαίνει, με τη μεριά της ζωής. Ο ίδιος συνέθεσε το επιτάφιο επίγραμμά του. Είναι το περιλάλητο: «Εξάλλου, εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι».


ΝΤΥΣΑΝΙΑΔΑ

* Η λέξη «ευφυΐα» είναι η πιο ελαστική λέξη που μπορεί να γίνει.

* Συμβαίνει κάτι σαν έκρηξη στο νόημα ορισμένων λέξεων: αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι σημαίνουν στο λεξικό.

* Οι σκακιστικοί κύκλοι είναι πολύ πιο συμπαθείς από τους καλλιτεχνικούς.

* Κάνεις ζωγραφική γιατί θέλεις να είσαι δήθεν ελεύθερος. Δεν θέλεις να πηγαίνεις στο γραφείο κάθε πρωί.

* Χωρίς να το ξέρω, είχα ανοίξει ένα παράθυρο που έβγαζε σε κάτι άλλο.

* Αρνήθηκα κατ’ αρχάς, διαπίστωσα γιατί στη συνέχεια.

* Η καθαρή τύχη με ενδιέφερε σαν ένας τρόπος να αντικρούσει κανείς τη λογική πραγματικότητα.

* Πιστεύω πως ένας πίνακας μετά από μερικά χρόνια πεθαίνει σαν τον άνθρωπο που τον έφτιαξε. Στη συνέχεια, ονομάζεται ιστορία της τέχνης.

* Προτιμώ να ζω, να αναπνέω παρά να δουλεύω. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά που έκανα θα έχει μια οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη στο μέλλον. Επομένως, αν θέλετε, η τέχνη μου είναι να ζω. Κάθε δευτερόλεπτο, κάθε ανάσα είναι ένα έργο που δεν γράφεται πουθενά, που δεν είναι ούτε ορατό ούτε εγκεφαλικό. Είναι ένα είδος μόνιμης ευφορίας.

* Τα μάτια βλέπουν τον καφέ, υπάρχει ένας έλεγχος των αισθήσεων, είναι μια αλήθεια. Τα υπόλοιπα, είναι πάντα ταυτολογία.

* Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα. Δεν νιώθω τύψεις.

6 σχόλια:

ερμία είπε...

περνούσα..και κόλλησα στον Ντυσάν!
έμαθα πολλά,κράτησα σημειώσεις αλλά κυρίως πέρασα τέλεια διαβάζοντας τόσες λεπτομέρειες που άλλες δεν θυμόμουν και άλλες δεν τις γνώριζα καθόλου
και χαίρομαι που ήρθα

icaros είπε...

@ερμία: Καλωσόρισες κι ευχαριστώ. Να 'σαι καλά και να τα λέμε.

Schrödinger's Cat είπε...

Καλημέρα Ίκαρε.
Ίσως σε ενδιαφέρει το skakistiko.blogspot.com , το blog μου, που κι αυτό περιέχει διάφορα θέματα γενικής κουλτούρας σκακιού.

Inspirus είπε...

Πολύ ενδιαφέρον το post για τον Marcel Duchamp - για τους ζωγράφους, τους φιλότεχνους, τους σκακιστές και γενικότερα... τους "ψαγμένους" (αλλά όχι μόνο).
Μπράβο, Ίκαρε, ευχαριστούμε!

Saltiel είπε...

Ανοιξα κατα λάθος ένα παράθυρο και βρέθηκα σε κάτι άλλο...
Αυτό ακριβώς.
Σε ευχαριστώ Ικαρε. Πάρα πολλη καλή δουλειά. Θα μπορούσες ίσως να προσθέσεις και κάποια φωτογραφίες έργων του Ντυσαν, ή κάποιο link.
(-Όχι τίποτα άλλο αλλά τώρα πρέπει να- ψάξω μόνος μου (!!!).-)

p είπε...

με αφορμη ντοκυμαντερ στο cine plus, μπηκα να δω πιο πολλα για την γυναικα που του εμαθε ν αγαπα -γλυπτρια Μαρια Μαρτεν- δεν τον ηξερα δεν εχω ιδιαιτερες γνωσεις απο τεχνη αλλα το καλο το διαισθανομαι γιατι μου ταιριαζει οπως μου ταιριαζει πολυ το γλυπτο της Μαρτεν 'μια γυναικα με φτερα στο κεφαλι κι ενα φιδι τυλιγμενο στα ποδια της', ετσι αισθανοταν, ετσι αισθανομαι....Σημασια εχει οτι εντυπωσιαστηκα με τις ιδεες του χωρις να ειμαι σχετικη κι αυτο νομιζω οτι ειναι το μεγαλειο της τεχνης!!! το σχολιο του ικαρου ειναι κορυφαιο, οσο μπορω να το καταλαβω, συγχαρητηρια!