Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Βάσω, Γεωργία, Ελεάννα, Λένα, Σοφία



Τρούμαν Καπότε, Δόξα Μετά Είκοσι Έτη

Είδα το έργο της Γεωργίας Μαυραγάνη, στο Χώρα, ενθουσιάστηκα, θυμήθηκα για πολλοστή φορά τον Τρούμαν, τον έχω μεταφράσει σε άδολους καιρούς, ω, ας σας τον φέρω ξανά στον νου! Ladies & Gents, ό,τι μας δόθηκε, καλά μας δόθηκε! Ήμασταν η ελίτ, και παραμένουμε! Όλα αρχίζουν απ' το γόνατο, και τίποτα δεν σταματάει εκεί! ΨΗΛΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ!


Κοντά μια εικοσαετία μετά τον θάνατό του, το έργο του συζητιέται ακόμα πιο πλατιά απ’ όταν ενόσω ζούσε, και ο ίδιος γίνεται εκ νέου ο σταρ που ήξερε να γοητεύει σχεδόν τους πάντες, να προκαλεί πυρωμένες συζητήσεις, να ρίχνει λάδι στη φωτιά κάθε λογοτεχνικής, αλλά και κοσμικής, έριδας, να επιτείνει τα πάθη. Το πιο διάσημο μυθιστόρημά του, και ένα από τα διασημότερα όλων των εποχών στις Ηνωμένες Πολιτείες, επανεκδίδεται ξανά και ξανά, ένα άλλο μυθιστόρημα, το πρώτο του, που θεωρείτο χαμένο, βρέθηκε και εκδόθηκε πέρυσι, μια ταινία που ήταν βασισμένη σ’ αυτό κυκλοφορεί και πάλι ύστερα από μια παρατεταμένη απουσία, μία άλλη ταινία, βασισμένη στο πώς έγραψε το εν λόγω μυθιστόρημα, έσπασε τα ταμεία και μάγεψε το κοινό με την ένταση αλλά και την κομψότητά της, χαρίζοντας μάλιστα και το Όσκαρ στον ταλαντούχο πρωταγωνιστή της, ενώ μια ακόμα ταινία ήδη διέπρεψε στο Φεστιβάλ της Βενετίας πριν από μερικές εβδομάδες. Ήταν το παιδί-τραύμα που μπόρεσε, τάχιστα και με άκαμπτο πείσμα, να αναγορευτεί σε παιδί-θαύμα, στο κατ’ εξοχήν παιδί-θαύμα μιας χώρας κατακλυσμένης από παιδιά-θαύματα. Τι συμβαίνει άραγε και επανέρχεται στο προσκήνιο; Μήπως έχουν ανάγκη οι Αμερικανοί να τους αφυπνίσει η αιχμηρότητα της πένας του, να τους συγκλονίσει και πάλι το σκληρό φως που ο συγγραφέας αυτός μπόρεσε να ρίξει στις σκοτεινές πτυχές μιας κοινωνίας που καμωνόταν την ευδαίμονα; Μήπως οι νέες φωνές είναι αναιμικές, άτονες, άοσμες και άγευστες, και γι’ αυτό παρατηρείται η γενικευμένη στροφή σε παλιές αδάμαστες, ανυποχώρητες, απηνείς αλλά συνάμα τρυφερές φωνές, όπως συνέβη και με τον Μπομπ Ντύλαν; Όπως και να ’χει, ο Τρούμαν Καπότε γνωρίζει μια μεταθανάτια επιτυχία, παρόμοια με αυτήν που απόλαυσε στα τρία τέταρτα της ζωής του, και μιαν αποζημίωση για τον διασυρμό που υπέστη στα τελευταία του χρόνια, έναν διασυρμό για τον οποίο ήταν και ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος, μιας και έγινε, από πίκα και πίκρα, ένας ημιπαράφρων δημόσιος παλιάτσος, μια σχεδόν εφιαλτική καρικατούρα αυτού που κάποτε υπήρξε.
Ο συγγραφέας μας γεννήθηκε ως Τρούμαν Στρέκφους Πάρσονς, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1924, στη Νέα Ορλεάνη. Ο πατέρας του, ο Άρτσουλους Πέρσονς ήταν ένας τυχοδιώκτης της κακιάς ώρας που άλλαζε κάθε τόσο επιτήδευμα και σκαρφιζόταν, πάντα αποτυχημένα, σχέδια να πλουτίσει, φτάνοντας σε σημείο να μανατζάρει δευτεροκλασάτους πυγμάχους και τριτοκλασάτους θαυματοποιούς. Η μητέρα του, η Λίλη Μέι Φολκ ήταν απλούστατα μια εστεμμένη βασίλισσα της ομορφιάς στα δεκάξι της χρόνια, και άλλο δεν ήθελε από το να ζει χορεύοντας, τραγουδώντας, κυκλοφορώντας με πολυτελή αυτοκίνητα. Ο γάμος ήταν φυσικό να διαλυθεί, σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, σαν ένας κύβος ζάχαρης σ’ ένα παγωμένο ποτό. Ο μικρός Τρούμαν αφέθηκε στις αμφίβολες φροντίδες συγγενών, σε μια κωμόπολη 1355 ψυχών, την Μονρόεβιλ στην Αλαμπάμα, ενόσω η μητέρα άλλαζε εραστές σαν τα πουκάμισα και ο πατέρας πάσχιζε, ματαίως, να πιάσει την καλή. Τελικά την καλή την έπιασε η μητέρα, όταν ερωτεύτηκε τον Κουβανό επιχειρηματία Τζόζεφ Γκαρσία Καπότε, και τον παντρεύτηκε το 1932. Επρόκειτο για έναν γάμο μάλλον παράδοξο για τα τυπικά δεδομένα, μιας και αντί να σβήσει τη φωτιά του έρωτα, απεναντίας τη φούντωνε μέρα με τη μέρα, φτάνοντας να γίνει ένα πάθος διάπυρο, κάτι σαν πυρακτωμένη μα ειδυλλιακή όαση, ένα παραμύθι για μεγάλους μες στην ρημαγμένη Αμερική του Κραχ. Η Λίλη Μέι Φολκ Πάρσονς θα αλλάξει όνομα, θα γίνει η περιβόητη γλεντζού Νίνα Καπότε και ο Τρούμαν Στρέκφους Πάρσονς θα μετονομαστεί σε Τρούμαν Γκαρσία Καπότε.
Άρχισε να γράφει από πολύ μικρός, ήδη από τα 11 χρόνια του, σοβαρά, μεθοδικά, τρεις ώρες την ημέρα. Η καλύτερή του φίλη, η φημισμένη μετέπειτα συγγραφέας Χάρπερ Λη, έλεγε ότι ήταν προικισμένος συζητητής από πιτσιρίκος, ένας Μάγος Μέρλιν Τσέπης, που με τα πελώρια γαλάζια μάτια του και την θαυμαστή ευφράδειά του μάγευε όσους τον πλησίαζαν.
Ο Τρούμαν θα μείνει στη Νέα Υόρκη, θα απέχει από κάθε άθληση, θα διαβάζει και θα γράφει συνεχώς, η Νίνα, φοβούμενη ότι είναι θηλυπρεπής, θα τον στείλει σε δύο ψυχιάτρους, εν συνεχεία σε μια Στρατιωτική Ακαδημία, κατόπιν σε έναν γιατρό προκειμένου να τον μπολιάσει με αρσενικές ορμόνες, αλλά οι προσπάθειές της να τον αποτρέψει από την ομοφυλοφιλία θα είναι τόσο μάταιες όσο και του πατέρα του να πλουτίσει. Ο Τρούμαν είχε ήδη λάβει τις αποφάσεις του, όντας σε αυτά τα ζητήματα, υπέρμετρα ώριμος: θα γίνει συγγραφέας, θα γίνει ομοφυλόφιλος, τελεία και παύλα.
Το 1943 γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Summer Crossings», που ο ίδιος διατεινόταν ότι το είχε καταστρέψει, αλλά η αλήθεια είναι ότι είχε κλαπεί, βρέθηκε το 2004, και εντέλει εκδόθηκε το 2005. Το 1945, δημοσιεύει το αφήγημα «Μύριαμ» που αποσπά το Λογοτεχνικό Βραβείο Ο’Χένρι. Τρία χρόνια μετά, ο Καπότε κάνει όλον τον κόσμο να παραμιλά εκδίδοντας το εκθαμβωτικά στιλιστικό μυθιστόρημα «Άλλες φωνές, άλλα δωμάτια» που σοκάρει με το ομοφυλοφιλικό θέμα του. Εξίσου σοκάρει και η φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο, ένα πορτρέτο του νεαρού συγγραφέα, τραβηγμένη από τον Χάρολντ Χάλμα, όπου ο Καπότε απεικονίζεται ως τολμηρός, επίφοβος, απειλητικά ονειροπόλος. «Είναι πολύ νέος», είπε μια κυρία στη φίλη της, βλέποντας τη φωτογραφία. «Είναι πολύ επικίνδυνος», αποφάνθηκε η άλλη, και δεν είχε άδικο.
Ο Τρούμαν, με χαρακτηριστική άνεση, θα φροντίσει να διεισδύσει τόσο στους λογοτεχνικούς όσο και στους κοσμικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών, πίνοντας, αφηγούμενος ιστορίες που εντυπωσίαζαν τους πάντες, ακόμα και λέγοντας κατάφωρα ψέματα, όπως ότι ήξερε καλά την Γκρέτα Γκάρμπο ή ότι ο Έρολ Φλυν ήταν εραστής του. Παράλληλα, μέσα σ’ έναν δημιουργικό παροξυσμό, θα γράψει έξοχα και τολμηρά διηγήματα, θεατρικά, μιούζικαλ, άρθρα για προσωπικότητες όπως ο Μάρλον Μπράντο, ταξιδιωτικά, το σενάριο για το «Beat the Devil» του δυναμικού Τζον Χιούστον, τη νουβέλα «Πρόγευμα στο Τίφανις» που μετά την μεγάλη της επιτυχία θα μεταφερθεί υπέροχα στον κινηματογράφο από τον Μπλέικ Έντουαρντς, με την επιτομή της γυναικείας κομψότητας, την Όντρεϊ Χέμπουρν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, και θα ιντριγκάρει λογοτέχνες, κριτικούς, δημοσιογράφους και κοσμικούς με τις φήμες, που ο ίδιος φροντίζει να διαδίδονται παντού, σχετικά με ένα νέο μυθιστόρημα που γράφει και που θα αφήσει εποχή.
Επρόκειτο, βέβαια, για το κορυφαίο «Εν ψυχρώ». Στους Times της Νέας Υόρκης δημοσιεύεται στις 16 Μαΐου του 1959, ένα μικρό άρθρο, 300 λέξεις όλο κι όλο, σχετικά με ένα τετραπλό φονικό στο Κάνσας. Ο φαινομενικός παραλογισμός του μακελειού εντυπωσιάζει τον Καπότε. Τέσσερις ζωές για σαράντα δολάρια κι ένα ραδιόφωνο. Διαισθάνεται ότι ίσως εκεί σκιρτούν όλα τα μυστήρια της Αμερικής. Του γίνεται έμμονη ιδέα και τον στοιχειώνει, κι αυτό θα τον οδηγήσει στην κορυφή και συνάμα στην κάθετη πτώση. Είναι ένα από αυτά τα «χτυπήματα ευφυΐας» που σε οδηγούν στον θρίαμβο και στον χαμό. Ο Τρούμαν επί μια πενταετία, κινδυνεύοντας ακόμα και να χάσει τον μόνιμο εραστή του, τον αγαπημένο του Τζακ Ντάνφυ, άλλο δεν κάνει από το να ταξιδεύει ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Κάνσας, να σχετίζεται με όλους όσοι είχαν σχέση με την τραγωδία, να συνομιλεί με αστυνομικούς, δικηγόρους, ανακριτές, δεσμοφύλακες, αλλά και με τους δύο νεαρούς διασαλευμένους φονιάδες, τον Πέρι Σμιθ και τον Ρίτσαρντ Χίκοκ, να πίνει αλλεπάλληλες βότκες, να σκέφτεται σε σημείο κοχλασμού του νου, και να γράφει. Ήθελε να είναι απόλυτα πρωτότυπος, και τα κατάφερε αναλώνοντας σχεδόν όλη του την ενέργεια. Δεν κρατούσε σημειώσεις μήτε μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του, αλλά όντας προικισμένος με την μοναδική ικανότητα να συγκρατεί στη μνήμη του το 94% όσων άκουγε, απλώς συσσώρευε τα πάντα στο μυαλό του και τα επεξεργαζόταν μετά στο γραφείο του. Και κατάφερε να γράψει το πρώτο «δίχως μυθοπλασία μυθιστόρημα», όπως χαρακτήριζε το «Εν ψυχρώ», με μια συγκλονιστική ακρίβεια και μεστότητα που το κρατάνε ακόμη ανοξείδωτο.
Το 1966 κυκλοφορεί το «Εν ψυχρώ», μένει 37 συνεχείς εβδομάδες στην κορυφή των ευπώλητων, κάτι πρωτοφανές για σοβαρό βιβλίο, φτάνοντας σε 300000 σπιτικά μέσα σ’ ένα χρόνο. Έκτοτε έχει μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και έχει πουλήσει, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Ήταν η μεγάλη στιγμή του Τρούμαν, αλλά και η μόνιμη πλέον γειτνίασή του με τον όλεθρο. Ο Καπότε θα είναι πια πανταχού παρών, καλεσμένος σε κάθε λογής τηλεοπτικά προγράμματα, υψηλός φιλοξενούμενος σε πολυτελείς θαλαμηγούς, πλούσιος όσο κανένας άλλος συγγραφέας, και η αδιαμφισβήτητη celebrity της εποχής του. Αλλά η αρπάγη της φήμης είναι ενίοτε αμείλικτη. Και η παρηγορία της βότκας όταν φτάσει σε ακραίες μεθορίους γίνεται εφιάλτης. Ο Καπότε φαίνεται αρχικά να πιστεύει ότι δικαιούται μιαν ανάπαυλα, ύστερα από την επίπονη συγγραφή του μυθιστορήματος που τάραξε όλη την Αμερική, ιδίως μετά την φοβερή και τρομερή κινηματογραφική του μεταφορά από τον επιδέξιο Ρίτσαρντ Μπρουκς, σε ασπρόμαυρο, με ερμηνείες κυριολεκτικά άψογες και με το ατμοσφαιρικό σάουντρακ ενός μεγάλου της τζαζ, του Κουίνσι Τζόουνς. Ανάπαυλα θεωρούσε την ολοένα και πιο αποχαυνωτική περιφορά του στους κοσμικούς κύκλους, την ολοένα και πιο φθοροποιό για το ταλέντο του συνάφεια με κινηματογραφικούς αστέρες, με τυχοδιώκτες εραστές, με μια στρατιά από κόλακες και απατεώνες, με δούκισσες και μεγιστάνες του πλούτου. Ένα πολύχρωμο και πολύβουο χάος άρχισε να καίει τα κύτταρα του συγγραφέα. Συν ο ορυμαγδός, οι αντιπαλότητες, η ζήλια, οι έριδες που προκάλεσε ο σάλος του «Εν ψυχρώ».
Η δημιουργική πηγή μοιάζει να έχει στερέψει, ο Καπότε κάνει σπασμωδικές προσπάθειες να ανακτήσει το προσωρινά καμένο και χαμένο ταλέντο του, επανεκδίδει παλιά του έργα, επιχειρεί να γράψει ένα σενάριο βασισμένο στο αριστούργημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ «Ο Υπέροχος Γκάτσμπι», αποτυγχάνει, και φροντίζει να περάσει στην αντεπίθεση μιλώντας για το νέο του μυθιστόρημα, ένα λίαν φιλόδοξο σχέδιο, μια αμερικανική εκδοχή του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, με τίτλο «Όταν οι προσευχές εισακούονται». Το μόνο, ωστόσο, που κατορθώνει είναι να οδηγήσει, με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, τον ίδιο του τον εαυτό στα Τάρταρα. Αποσπά παχυλές προκαταβολές για τις «Προσευχές», 25000 δολάρια το 1966, ακόμα περισσότερα το 1969, και τέλος, το 1980, ένα εκατομμύριο δολάρια. Περιφέρεται παντού, πάντα μεθυσμένος, μιλώντας για τις εκπληκτικές, πλην όμως κατά φαντασίαν υπαρκτές και κατ’ ουσίαν ανύπαρκτες προόδους στη συγγραφή των «Προσευχών». Εξαπατά όλο τον κόσμο, και κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό. Και όταν τελικά, στα 1976, θα δημοσιευτούν στο «Esquire» τρία κεφάλαια, ίσως μάλιστα τα μοναδικά που γράφτηκαν ποτέ, από το πολυαναμενόμενο opus magnum, η πολύφερνη celebrity θα μετατραπεί εν μία νυκτί σε μαύρο πρόβατο και αποδιοπομπαίο τράγο σύσσωμης της καλλιτεχνικής και κοσμικής σκηνής. Οι δρύινες πόρτες κλείνουν για πάντα, ο ιδιοφυής συγγραφέας θεωρείται τώρα «μαρτυριάρικο σχολιαρόπαιδο», οι Αμερικανοί με τα ταχύπλοα είναι συνήθως ταχύπλουτοι που ταχέως εξοβελίζουν από τους κόλπους τους όσους προβαίνουν σε μιαν αιχμηρή κριτική των τρόπων τους. Είναι άνθρωποι δίχως ιστορία και υπόβαθρο, ενίοτε και δίχως ιδιαίτερη καλλιτεχνική καλλιέργεια, και συνεπώς η ανασφάλειά τους δεν επιτρέπει την πολυτέλεια της ειρωνικής συγκατάβασης απέναντι στην ελάχιστα συγκαλυμμένη εξιστόρηση των καμωμάτων τους, κάτι που έκανε ο Καπότε στα κεφάλαια των «προσευχών» που είδαν το φως της δημοσιότητας. «Μα τι περίμεναν δηλαδή;» ξέσπασε ο Τρούμαν. «Είμαι συγγραφέας και δικαιούμαι να χρησιμοποιώ τα πάντα. Τι νομίσανε όλοι αυτοί, ότι βρίσκομαι εδώ πέρα μόνο και μόνο για να τους διασκεδάζω;» Μα ακριβώς αυτό νομίσανε, γιατί, και εδώ τον βαραίνει η ευθύνη, ακριβώς αυτό έδειχνε, παντού και πάντα και με φαντεζί τρόπο, ότι τους προσφέρει τόσο με το εκκεντρικό του ντύσιμο, όσο και με την κλοουνίστικη περσόνα ενός εξωφρενικού πολυλογά βαφτισμένου στη βότκα. Προς τιμήν του, ένας από τους ελάχιστους που παρέμειναν γενναιόψυχα στο πλευρό του ήταν ο Πάπας της Ποπ, ο Άντι Γουόρχολ. Ο Άντι έδωσε στον Τρούμαν την ευκαιρία να δημοσιεύει τακτικά στο θρυλικό περιοδικό του, το Interview, προσφέροντάς του έτσι τον κορμό για τον ευπώλητο τόμο «Μουσική για Χαμαιλέοντες», την τελευταία επιτυχία του συγγραφέα μας.
Ηττημένος από το ποτό, πριν συμπληρώσει την έκτη δεκαετία της ζωής του, ο Τρούμαν Καπότε θα πέσει θύμα της κίρρωσης του ήπατος και της φλεβίτιδας, στις 25 Αυγούστου του 1984. Σχεδόν μια εικοσαετία μετά το θάνατό του, το άστρο του λάμπει και πάλι, γιατί πάντα οι δημιουργοί που το αξίζουν επανέρχονται για να μας μεθύσουν με το πάθος που τους μεθούσε όσο ζούσαν, για να φωτίσουν πτυχές σκοτεινές που φώτισαν και παλαιότερα με τη λάμψη του έργου τους, για να αποκατασταθούν μες στην παλλόμενη ιστορία της Τέχνης, για να θίξουν έστω αναδρομικά τα κακώς κείμενα του Τώρα, όπως κάποτε έθιξαν τα κακώς κείμενα του Τότε, κακώς κείμενα που σε τόσες και τόσες περιπτώσεις παραμένουν απελπιστικά ίδια.



9 σχόλια:

antigonos είπε...

Απίθανη παράσταση... Έβγαλε όση ειρωνεία υπήρχε κρυμμένη στο βιβλίο and it didn't make it to the film. Θα έχουμε σύντομα βιντεάκι κι απ' αυτήν, όπως και από το περσινό 100% τέλειο κορίτσι, με την αχ, Βάσω Καβαλιεράτου again.

icaros είπε...

@antigonos: Συμφωνώ, και με το παραπάνω. Τα παιδιά είναι λαμπερά και μας τρατάρουν κέφι, ζωντάνια, ποιότητα και ευφυία. Όπως ακτριβώς και στο περσινό! Τα λέμε!

icaros είπε...

Ουπς! "ακριβώς"...

Schrödinger's Cat είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Schrödinger's Cat είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Schrödinger's Cat είπε...

Ανακάλυψα το ιστολόγιό σας μόλις χτες και κατά τύχη μόλις είχα τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου «ήσυχες μέρες στο Κλισύ». Προβλέπω να χάνομαι με τις ώρες στον δικτυακό κόσμο σας...

ναυτίλος είπε...

Χάρηκα πολύ που ανακάλυψα το blog αυτό. Ενα γνήσια βιβλιοφιλικό blog.
Το εν ψυχρώ ηταν ένα αριστούργημα.
Την ταινία για τον Καπότε δεν την είδα.Αποφεύγω να βλέπω αυτου του είδους τις ταινίες ,γιατί φοβάμαι μην αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα έργα του.Θέλω τα βιβλία των δημιουργών να είναι αυτάρκη ,μέσα μου ,να μην συνδέονται με τους μύθους που έχουν τυχόν δημιουργήσει με τη ζωή τους (και πολύ συχνά όχι οι ίδιοι αλλά άλλοι για λογαριασμό τους).

NickP. είπε...

(Δεν βρήκα το email σας για να σας το στείλω)

Γεια σας,

Θέλω να σας ενημερώσω για την δημιουργία του blog μου, http://nikospanagopoulos.blogspot.com/
,απο το οποίο θα δημοσιεύω ποιήματά μου και να σας ζητήσω να το προσθέσετε στις συνδέσεις του blog σας.

Σας ευχαριστώ πολύ προκαταβολικά

Νίκος Παναγόπουλος

icaros είπε...

Φίλοι, θενκς για τα σχόλιά σας! Κάνουμε, όλοι εμείς οι διάκονοι του Καλού, ό,τι μπορούμε για να ομορφαίνουμε τη Μοίρα, καθώς έλεγε ο Νίκος Καρούζος!