Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Πάλι, για τον Γκυ Ντεμπόρ



Το κείμενο που ακολουθεί συγκαταλέγεται στο αφιέρωμα σχετικά με τα ΜΜΕ που ετοίμασε το πολύ ενδιαφέρον περιοδικό Διάπλους, και δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκεμβρλιου-Ιανουαρίου, το οποίο κυκλοφόρησε προσφάτως, ανάμεσα σε πολύ καλά κείμενα του Στέφανου Ροζάνη, της Λουκίας Ρικάκη, του Γιώργου Μανιάτη, της Μπετίνας Ντάβου, του Θανάση Σκαμνάκη, και του Θοδωρή Δεληγιάννη। Ας μου επιτραπεί να πω ότι μέσα στη γενικευμένη αποχαλίνωση της ανοησίας, του παραλόγου, και της χυδιαότητας, εγχειρήματα σαν αυτό του Διάπλου, της Γαλέρας, της Ποίησης, του Δέντρου, και άλλων περιοδικών που εμμένουν στην ποιότητα και στον έναρθρο λόγο είναι πολύτιμα, καθώς και να αφιερώσω το παρόν κείμενο στον καλό μου φίλο Νέστορα Πουλάκο, πίνοντας ένα ποτήρι στην υγειά του και στην Αναβάθμιση (ξέρει αυτός)...

Στη φωτογραφία εικονίζονται οι Μισέλ Μπερνστάιν, Άσγκερ Γιορν, Κολέτ Γκεγιάρντ, και Γκυ Ντεμπόρ, πίνοντας και διασκεδάζοντας σε μπαρ του Παρισιού...


Πέρα από την κριτική των ΜΜΕ: ο Guy Debord
και η κριτική του θεάματος

Είναι μια όμορφη στιγμή, όταν μπαίνει σε κίνηση μια επίθεση εναντίον της τάξης του κόσμου. Στην εκκίνησή της, αδιόρατη σχεδόν, ξέρεις ήδη πως, πολύ σύντομα και ό,τι κι αν συμβεί, τίποτε δεν θα είναι όπως πριν. Είναι μια επέλαση που ξεκινάει αργά, επιταχύνει την πορεία της, περνά από το σημείο μετά το οποίο δεν θα υπάρξει πια υποχώρηση, και προχωρεί αμετάκλητα για να συγκρουσθεί με αυτό που φαινόταν απόρθητο, που ήταν τόσο στέρεο και τόσο καλά φυλαγμένο, και παρ’ όλα αυτά προορισμένο και αυτό να κλονιστεί και να αποδιοργανωθεί.
Guy Debord, In girum imus nocte et consumimur igni

Το δίχως άλλο, στα σαράντα χρόνια που κύλησαν από τον περιλάλητο Μάη του 68 είδαμε να ενισχύεται ο θεαματικός τρόπος ζωής και διακυβέρνησης, το βίωμα να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο στην κίβδηλη φαντασμαγορία της αναπαράστασης, και την έλλογη σκέψη να δέχεται καταιγιστικά πυρά. Παράλληλα, είδαμε πάμπολλες θεωρίες και αναλύσεις που επιχειρούσαν να διαυγάσουν τους τρόπους του ύστερου καπιταλισμού, τις διάφορες μορφές της παρακμής σε Δύση και σε Ανατολή, καθώς και τα πώς και τα γιατί της φθοράς και της τελικής κατάρρευσης του λεγόμενου σοσιαλιστικού μπλοκ, να φθείρονται και να καταρρέουν με τη σειρά τους, ενώ άλλες, λιγοστές είναι η αλήθεια, να κινούν με διαρκώς μεγαλύτερη ένταση το ενδιαφέρον αλλεπάλληλων γενιών ιστορικών, μελετητών και θεωρητικών.
Καίτοι φαίνεται παράδοξο με μια πρώτη ματιά, ενώ βεβαίως δεν είναι, αληθεύει ότι η θεωρία που αγνοήθηκε συστηματικά στον καιρό της, όταν μάλιστα δεν χλευάστηκε, ήταν εκείνη που όχι μονάχα αποτέλεσε το κεντρικό καύσιμο στη λοκομοτίβα των κινητοποιήσεων του Μάη, αλλά συμβαίνει να παραμένει ακόμα και σήμερα ο άλλοτε φανερός και άλλοτε κρυφός πυρήνας σχεδόν κάθε ανάλυσης της παρούσας κατάστασης των πραγμάτων. Πρόκειται για την θεωρία του θεάματος, για την περιγραφή της τελευταίας φάσης του καπιταλισμού ως «κοινωνίας του θεάματος», και διατυπώθηκε από τον Guy Debord (1931-1994), μέσα από μια πολύπτυχη «εργασία του αρνητικού», εξελισσόμενη χοντρικά σε τρία διαδοχικά στάδια, στη διάρκεια των οποίων δεν αναθεωρήθηκε ούτε στιγμή αλλά οξύνθηκε, συστηματοποιήθηκε και εμπλουτίστηκε. Πολλές φορές εμφανίζεται πρόχειρα, και εσφαλμένα, ως μία θεωρία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ή ως μία κριτική των άκριτων και άκρατων υπερβολών τους. Ωστόσο, ο ίδιος ο Debord δεν έπαψε να φρονεί ότι πρόκειται για μια θεωρία που καταπιάνεται «με το κέντρο των προβλημάτων που θέτει η σύγχρονη κοινωνία»», όπως διατείνεται σε επιστολή του προς τον επιστήθιο φίλο και σύντροφό του, τον Δανό ζωγράφο Asger Jorn, στις 14 Ιανουαρίου του 1964~ ότι, καθώς λέγει τον Ιανουάριο του 1979, στην «Εισαγωγή στην τέταρτη έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος», είναι μία θεωρία που εξηγεί σε βάθος την κατεστημένη κοινωνία, όπως αυτή διαμορφώθηκε ουσιαστικά από το 1925 και μετά, ενώ συνάμα αποτελεί μία θεωρητική καταδίκη της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων~ ότι είναι η θεωρία που δείχνει ότι «το σύγχρονο θέαμα είναι το απολυταρχικό βασίλειο της εμπορευματικής οικονομίας που έχει φθάσει σε ένα καθεστώς ανεύθυνης κυριαρχίας, και το σύνολο των νέων τεχνικών διακυβέρνησης που συνοδεύουν αυτό το βασίλειο», όπως τονίζει στο 2ο Κεφάλαιο του βιβλίου του Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, το 1988.
Η θεωρία αυτή αρχίζει να εμφανίζεται στα τεύχη της επιθεώρησης Internationale Situationniste που ήταν το όργανο της ομώνυμης οργάνωσης, ιδρυτής της οποίας είναι ο Debord, και όπου, ανάμεσα στα 1958 και 1969, δημοσιοποιούνται, με διαυγή αλλά συχνά κρυπτικό τρόπο, όχι δίχως ένα πλούσιο, καίτοι κωδικοποιημένο, χιούμορ, ντοκουμέντα σχετικά με τις αναζητήσεις, την πορεία και τη δράση της οργάνωσης. Στρατηγική πρόθεση της Internationale Situationniste ήταν η επαναφορά της επαναστατικής αμφισβήτησης στη σύγχρονη κοινωνία, και για τούτο ο Debord προχωρεί σε μία σύνθεση των πιο προωθημένων θέσεων του μαρξισμού, του αναρχισμού, του κομμουνισμού των εργατικών συμβουλίων, αφενός, και των πιο ακραίων τάσεων της πρωτοποριακής τέχνης, του Dada, του Υπερρεαλισμού, της Cobra και των Λετριστών, αφετέρου. Τα κείμενά του στην επιθεώρηση χαρακτηρίζονται και γλωσσικά από αυτήν ακριβώς τη σύνθεση, μιας και είναι κατάμεστα από εγελειανές και μαρξικές αντιστροφές της γενικής, από ένα πάθος εκφρασμένο ωστόσο με μεθοδική ψυχραιμία, από πλήθος κριτικών αναφορών στην πρωτοποριακή τέχνη, ενίοτε από τον κοφτό προφορικό ρυθμό της καθημερινής λαλιάς, και από ένα ανελέητο, και πάντοτε εξόχως κομψό, χιούμορ. Κατά τη συγγραφή του βιβλίου πια Η Κοινωνία του Θεάματος, ο Debord, «με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο», καθώς έλεγε ο Καζιμίρ Μάλεβιτς, συστηματοποιεί τα πορίσματα της κριτικής της σύγχρονης κοινωνίας, και επιχειρεί μία σημαντική κριτική επανεξέταση σύνολου του εργατικού κινήματος, για να προσφέρει ακριβώς το έργο που χαρακτηρίστηκε το Κεφάλαιο της εποχής του (και: εποχής μας) και που πλέον όλοι οι σοβαροί μελετητές το θεωρούν πυροκροτητή των ταραχών του Μάη.
Η Κοινωνία του Θεάματος, εκδόθηκε ακριβώς 140 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (στον Debord άρεσε πάντα να παίζει γόνιμα με τις χρονολογίες), ενώ γράφτηκε, όπως πιστοποιούν ολοένα και περισσότερες μαρτυρίες, στο Παρίσι και στις Κάννες, ανάμεσα στην άνοιξη και τα χειμώνα του 1964. Απαρτίζεται από 221 σύντομες, ως επί το πλείστον, παραγράφους, κατανεμημένες σε εννέα κεφάλαια. Οι φράσεις του έργου είναι σχεδόν αξιωματικές – κάθε πρόταση είναι το αποτέλεσμα μακράς απόσταξης ώστε να απομένει μονάχα το καίριο, το ουσιώδες. Όπως είπε κάποιος, το βιβλίο θυμίζει έναν καταιγισμό κατεπειγόντων τηλεγραφημάτων απόλυτης ακρίβειας και υψίστης σημασίας.
Ο Debord παίζει εξαρχής με ανοιχτά χαρτιά. Ιδού η πρώτη παράγραφος: «Όλη η ζωή των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχούν οι σύγχρονες συνθήκες παραγωγής εκδηλώνεται σαν μια τεράστια συσσώρευση θεαμάτων. Ό,τι είχε άμεσα βιωθεί απομακρύνθηκε σε μια αναπαράσταση». Και ήδη η παράγραφος αυτή αποτελεί ένα σύνθεμα από δυο άλλες φημισμένες φράσεις, προσαρμοσμένες εδώ στην οπτική του Debord. Ιδού τι λέγει ο Marx, στην πρώτη κιόλας φράση του Κεφάλαιου: «Όλος ο πλούτος των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής εκδηλώνεται σαν μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων»~ και τι λέγει ο Hegel στην 28η παράγραφο της Φαινομενολογίας του Πνεύματος: «Ό,τι προηγουμένως ήταν το ίδιο το Πράγμα, τώρα δεν είναι πια παρά ένα Ίχνος».
Θα έλεγες ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά σκληρή παρτίδα σκάκι, όπου κάθε παράγραφος αποτελεί μία κίνηση του Debord ενάντια στα δεινά του κόσμου και τον κόσμο των δεινών, καθώς και στις αιτίες τους που εκκινούν από μια συγκεκριμένη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, από την στιγμή που η ανταλλακτική αξία κατισχύει έναντι της αξίας χρήσης.
Κεντρική θέση του Debord είναι ότι η σημερινή κοινωνία έχει τόσο απόλυτα κυριαρχηθεί από την οικονομία ώστε από τον «έκδηλο υποβιβασμό του είναι σε έχειν», έχουμε πλέον οδηγηθεί σε μια «γενικευμένη διολίσθηση από το έχειν στο φαίνεσθαι». Ο άνθρωπος, ο εργαζόμενος, δεν παράγει τον εαυτό του, δεν παράγει την ιστορία του, δεν παράγει την πραγματικότητα που τον αφορά, αλλά παράγει ολοένα και περισσότερο την αλλοτρίωσή του, παράγει ό,τι τον ξεκόβει από την ιστορία, παράγει ό,τι τον διαχωρίζει από την πραγματικότητα που τον αφορά, από την ίδια τη ζωή του. Η κοινωνία του θεάματος είναι η στιγμή της ιστορίας κατά την οποία το εμπόρευμα αυτοθαυμάζεται μέσα στον κόσμο που δημιούργησε το ίδιο, είναι η στιγμή κατά την οποία το κεφάλαιο φτάνει σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα.
Σύμφωνα με τον Debord, στο σύγχρονο στάδιο του καπιταλισμού, στη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση όπως απαντά σε όλες τις εξουσιαστικά και ιεραρχικά οργανωμένες κοινωνίες, στα κράτη τόσο του «ελεύθερου κόσμου» όσο και του «σιδηρού παραπετάσματος», εκείνο που συντρίβει τους ανθρώπους, η φθορά της αληθινής ζωής, είναι ο κατατεμαχισμός της ζωής σε ολοένα και περισσότερους διαχωρισμούς, είναι η κονιορτοποίηση της ενότητας σε θραύσματα, συνήθως αλληλοσυγκρουόμενα. Έτσι χάνεται κάθε ενωτική πλευρά της κοινωνίας. Το θέαμα έχει πλέον αναλάβει να επανασυνθέσει τις διαχωρισμένες όψεις, αλλά ως εικόνες, ως αναπαραστάσεις. Οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε ρόλους, τα βιώματα ξεπέφτουν σε αναπαραστάσεις αποσπασμένες από την αλήθεια, η κοινότητα χάνεται.
Η Κοινωνία του Θεάματος ως νεγκατίφ της τότε κατάστασης των πραγμάτων, λειτούργησε, όπως ξέρουμε, εμπρηστικά στη διάρκεια του Μάη και στάθηκε η βασική πηγή έμπνευσης των πιο ακραίων ρευμάτων κοινωνικής κριτικής σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.
Ο Debord επανήλθε στο ζήτημα ποικιλοτρόπως και πάντα με πρωτότυπες χειρονομίες, ανάμεσα στις οποίες και η κινηματογραφική μεταφορά της Κοινωνίας του Θεάματος, στα 1973, η συγγραφή κειμένων, και, τέλος, στα 1988, το πόνημα Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, όπου βεβαίως δεν σχολιάζονται οι θεωρήσεις του προηγουμένου βιβλίου του αλλά οι εξελίξεις του θεάματος στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν। Προσδιορίζει τα πέντε κύρια γνωρίσματα της εκσυγχρονισμένης θεαματικής εξουσίας: η αδιάκοπη τεχνολογική ανανέωση, η κρατικο-οικονομική συγχώνευση, το γενικευμένο μυστικό, το ψεύτικο που δεν επιδέχεται αντίρρηση, η οικοδόμηση ενός διαρκούς παρόντος. Συνάμα, διαπιστώνει τη διολίσθηση από το έλλογο στο παράλογο, το ότι η πραγματικότητα είναι πλέον κατατεμαχισμένη και μολυσμένη σε όλες τις σφαίρες της από την πλαστότητα, ενώ το θέαμα προχωρεί, εφιαλτικά, στο να κηρύξει εκτός νόμου την ιστορία, να προβεί στον αφανισμό της ιστορίας. Διαπιστώνει την εξάλειψη της προσωπικότητας (μέσω των ναρκωτικών ή της τρέλας), την κατάργηση και των τελευταίων ιχνών της επιστημονικής αυτονομίας, μιας και πλέον ρόλος της επιστήμης δεν είναι να κατανοήσει τον κόσμο ή να βελτιώσει οτιδήποτε, αλλά να δικαιολογεί πάραυτα ό,τι γίνεται. «Εξίσου ανόητη σε αυτόν τον τομέα, όπως και σε όλους τους άλλους που εκμεταλλεύεται με την πιο ολέθρια απερισκεψία», γράφει ο Debord, «η θεαματική κυριαρχία κατέρριψε το γιγαντιαίο δέντρο της επιστημονικής γνώσης με μοναδικό σκοπό να πελεκήσει μιαν αστυνομική ράβδο». Ανάμεσα στα δεινά ο Debord συγκαταλέγει επίσης τον νεοαναλφαβητισμό, την παραπληροφόρηση, τις ολοένα και περισσότερες ανεξιχνίαστες δολοφονίες, το ότι η Μαφία έπαψε να είναι ένας μετεμφυτευμένος στις Ηνωμένες Πολιτείες αρχαϊσμός και πλέον ευδοκιμεί σε όλο το έδαφος της κοινωνίας, καθώς και το ότι σε όλη τη διάρκεια της θεαματικής κοινωνίας οι μυστικές υπηρεσίες κλήθηκαν να παίξουν «το ρόλο του κεντρικού κόμβου, διότι σε αυτές συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά και τα εκτελεστικά μέσα μιας τέτοιας κοινωνίας».



Σήμερα, τέσσερις δεκαετίες μετά την πρώτη έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος και μετά το πέρασμα των θέσεών της στην πράξη, έστω για λίγο, στην τόσο κρίσιμη διάρκεια του Μάη του 68, η κριτική των ΜΜΕ, ιδίως της αποχαλινωμένης πλέον και φτασμένης στον πιο αδιανόητο πάτο, τηλεοπτικής εκδοχής τους, περνάει απαραίτητα μέσα από την κριτική της κοινωνίας που γεννά τέτοια ΜΜΕ και που στηρίζεται από αυτά, περνάει δηλαδή μέσα από την κατανόηση των θέσεων που επεξεργάστηκε ο Guy Debord καθώς και μέσα από τις προσπάθειες να γίνει κοινό κτήμα η επίγνωση του πόσο ακριβείς, διαυγείς, εύστοχες και σημαντικές είναι οι θέσεις αυτές.


15 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Επιτέλους και κάτι που μας λέει πραγματικά κάτι. Κάτι ενδιαφέρον. Αλλά βέβαια, ευτυχώς που, χάρη στον Ντεμπόρ και τον πολύ Μάη του 68, τα πάντα άλλαξαν, τίποτα δεν είναι όπως πριν, το στέρεο και καλά φυλαγμένο επιτέλους κλονίστηκε και αποδιοργανώθηκε: η εμπορευματοποίηση, η αποχαλίνωση της κοινωνίας, η εξαχρείωση του ατόμου, η κυριαρχία του θεάματος, η παντοδυναμία των ΜΜΕ. Εκείνος, όχι μόνο τα προείδε όλα αυτά και τα στιγμάτισε, αλλά τα ανέτρεψε, κι έτσι εμείς, δόξα τω Θεώ, γλιτώσαμε.

icaros είπε...

@ Ανώνυμος/η: Αμ πώς! Αμέ! Αμάν!

ΥΓ. Μπας και γνωριζόμαστε; Μπάς κι έχουμε το ίδιο μπακγκράουντ και την ίδια κουλτούρα εξ αδιαιρέτου αλλά με άλλα πρόσημα, ενδεχομένως; Λέω: μπας;

Ανώνυμος είπε...

Μπα. Εγώ σε γνωρίζω, φίλε, εσύ όχι. Παρεκτός κι αν διασταυρωθήκαμε μεταξύ Εδιμβούργου και Οξφόρδης, σε κείνα τα παμπ όπου οι φερέλπιδες εμείς κάναμε τότε μπλουμ στην μπύρα και την Μπλουμ.

Ανώνυμος είπε...

ΥΓ. Ποια πρόσημα, φίλε; Ποια πρόσημα; Είναι οι Harry Lime κι είναι οι Ho(l)ly Martins.

icaros είπε...

@ανώνυμος: Απαπαπά, όχι, καμία διασταύρωσις. Δεν ήμην, ποτέ, φέρελπις, αφενός, και, αφετέρου, εκινήθην ουχί εις τον αγγλοσαξωνικόν μα εις τον γαλλογερμανικόν [Παρίσι-Βερολίνο] άξονα. Επίσης, δεν είμαι του ζύθου, αλλά του ουίσκι.

ΥΓ. Φίλε, γαμώτο, είμαι με τον Lime, ξανά: γαμώτο, και όχι με τον Martins.Δεν είμαι για το κομοδίνο κανενός. Να 'σαι καλά!

kert είπε...

H olh sas emva8insi stous katastasiakous, ws apotelesma allwn kinhmatwn, kai o tropos pou ta apodidete sto biblio sas
"Voreio Dytiko Perasma"
yphrxe topos empneysis kai ereunas gia mena.
H sxesh benjamin kai situationnists problimatizei kai mena entona, kyriws sto epipedo ths derive(periplanishs).
Omoiws kai ths anaskafhs(Benjamin)
me thn psychogewgrafia(situationnists).
8a xaairomoun poly me ena sxolio sas ep'autou.
synexiste thn exereteki douleia.
me timh

avramidis
(ma architectonikis emp)

icaros είπε...

@kert: Χωρίς να έχει άμεση σχέση με τον Benjamin ή με τους άλλους της Σχολής της Φραγκφούρτης, ο Debord πάντως θίγει ζητήματα που έθιξαν κι αυτοί. Υπάρχει ένα μελέτημα του Anselm Jappe επ' αυτού, το "Sic Artis, Gloria Mundi". Συστήνω επίσης το "The Situationist City" του Simon Sadler (MIT Press, 1998) και το πρόσφατο "Le Grand Jeu a venir" του Libero Andreotti (Editions de la Villette, 2007). Να 'σαι καλά. Τα λέμε.

icaros είπε...

Λαθάκι & συγγνώμη. Ο τίτλος του πονήματος του Jappe είναι "Sic Transit Gloria Artis"

Ανώνυμος είπε...

Erstaunt so? Ben, voyons! L'Axe Paris-Berlin! Il fallait s'en douter. Francophile donc et certes francophone. De ceux qui manient l'imparfait du subjonctif comme une massue. Tel Abetz. Quel arsenal! Il ferait fi de toute intempérie. Ausgezeicnet!

PS. Château Petrus 1925. Abetz en fut fort friand.

Ανώνυμος είπε...

Mille pardons: Ausgezeichnet

icaros είπε...

Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!!!!!

kert είπε...

1000 euxaristw..
na eiste kala..
ta ksanaleme se prosexes mellon

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ Ίκαρε ψάχνω εδώ και καιρό να βρω μετάφραση της «ποιητικής συλλογής» του Ντεμπορ, “MEMOIRES” στα ελληνικά ή έστω στα αγγλικά. Θα σου ήμουν ευγνώμον εάν θα μπορούσες να με ενημερώσεις σχετικά… επίσης σου στέλνω ένα κείμενο μου σχετικά με τον Ντεμπορ στο οποίο ίσως βρεις ένα κάποιο ενδιαφέρον. δυστυχώς το κείμενο αυτό αποτελεί μια εργασία για την σχολή μου και έχει γραφτεί σε συνθήκες περιορισμένου χρόνου, και δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη ανάλυση. πιστεύω να σου αρέσει.. Α, τα αγγλικά μου δεν είναι και τόσο καλά(αν και η σχολή είναι αγγλόφωνη) όπως θα διαπιστώσεις, αλλά τον τελευταίο καιρό το μεταφράζω στα Ελληνικά ενώ παράλληλα το εμπλουτίζω και το διορθώνω. Οι παρατηρήσεις και τα σχόλια σου είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτα.Καλη αναγνωση αν και"την συνταγη για την ανατροπη του κοσμου δεν την ψαξαμαμε στα βιβλια αλλα περιπλανωμενοι"


Howlings in Favor of Sade inside the Fountain of an Urinal
A small journey from Not-Art (Μη Τέχνη) to Anti-Art

In this short essay I will try to analyze two major works of Modernity that marked with their emergence the meaning of art it self. Through their similarities and contrasts I will try to show the evolution of radical art and the refusal of it, from the first steps of the establishment of Not-Art with Duchamp’s Readymades, until a critical time at the 50’s were Debord declared the death of cinema by creating an Anti-Film consisting visually out of nothing.
The urinal originates from the DADA tradition and is a readymade by Marcel Duchamp called Fountain of 1917, while the other belongs to the Situationist tradition and is an Anti-Film by guy Debord called Howlings in Favour of Sade created in 1952.

A few words about the Fountain:
The Fountain is an Urinal turned upside down and signed with the pseudonym R.Mutt which was exhibited at the Society of Independent Artists’ exhibition at 1917. The Fountain is a created through the “technique” of Readymade discovered by Duchamp in 1916, which is according to Mathew Gale, “The Cubistic use of newspaper fragments in collage taken to the logical extreme.”(Mathew Gale, Dada and Surrealism, pg. 97)
As mentioned in Octavio Paz’s book Marcel Duchamp, pg. 20, Readymades are “Anonymous objects that the artist’s gratuitous gesture and the mere fact of choosing them, converts into works of art.” Found in the same book (pg. 22). Furthermore the author makes a clear distinction that i will analyze further between Anti-Art and Readymades, “The Readymades are not Anti-Art, like many modern creations, but rather Not-Artistic.” They are not Anti-Art because antithesis-denial needs an aesthetic form in order to be expressed while Readymades are beyond that, as the author says they exist in a void. They destroy the idea of value and meaning because their interest is not plastic but rather critical and philosophical. In other words the form doesn’t play anymore the role that it used to do, Readymades are far beyond Beauty and Ugliness, they are not Creations but as Paz mentions they are signs that question and negate the act of creation. Even though Duchamp’s Readymades are a direct attack to common aesthetics they can’t be considered as we said before and like most people think Anti-Art objects, but rather as mentioned in Mathew Gales book, Dada and Surrealism, P.G. 100, “Not-Aesthetic(and not Anti-Aesthetic) objects free from potential aesthetic value in order to guard against conventional notions of beauty.”
Many art critiques tried to find aesthetic beauty in the form on the fountain many of them spoke of, “curvilinear and symmetrical lines”. Or said that it has a “bright white, smooth, vitreous, and partially reflective surface.” Or just said that “it is clean”. Without understanding that all these characteristics of the fountain existed and before Duchamp chose to transform it to a readymade. So what is the only touch of Duchamp in the form of the fountain? Jerry Saltz wrote that, “The artist has chosen to reorient the object by 90 degrees for its presentation to the viewer. The reorientation of the object by 90 degrees is an imposition of the artist's will on the resulting work of art.” So in that sense what separates the function of the fountain be fore it’s reorientation by 90 degrees and afterwards is it’s functioning. Meaning that now it is a functionless item while before it had a certain function and so it could be sold and manufactured for that purpose. Duchamp in that sense wanted to create a functionless item that can be interpreted only mentally and that has no everyday functional use.
It is said that Duchamp has mentioned about the Non-Aesthetic of the fountain, “When I discovered the ready-mades I sought to discourage aesthetics. In Neo-Dada they have taken my Readymades and found aesthetic beauty in them, I threw the bottle-rack and the urinal into their faces as a challenge and now they admire them for their aesthetic beauty.” However, fellow Dadaist Hans Richter explained years later that it was in a letter he had written to Duchamp in 1961, except in the second person not the first, i.e. "You threw... etc". Duchamp had written, "Ok, ça va très bien" ("that's fine") in the margin beside it. (Found in www.wikipedia.com, Marcel Douchamp, Fountain.)
But if such an outrageous attack in art aesthetics such as the Readymades are not considered Anti-Art then what is Anti-Art? Debord’s Movie that came half a century later is a great example.

A few words about Howlings in Favor of Sade
Debord’s anti film starts with one of the most extraordinary phrases in the history of art and gives to the spectator from the beginning a sense about the remarkable denial that is going to follow: voice heard in the soundtrack of the movie: "Just as the film was about to start, Guy-Ernest Debord would climb on stage to say a few words by way of introduction. He'd say simply: 'There's no film. Cinema is dead. There can't be film anymore. If you want, we can proceed to a discussion". Following this the screen went black, and there was no sound for a couple of minutes. The soundtrack consisted of nothing but voices expressionlessly reciting the fragmentary sentences taken from bodies of laws, novelettes, modern literature and newspaper notices. There was neither music nor real sound in the film; only voices cut through the silence. The film consisted of one hour of blackness and total silence, while its final twenty-four minutes taking place in total black silence. The film was stopped at its premiere after just ten minutes.
When we try to understand Debord’s(and in general Situationist) thought we should always have in mind that for these people, and especially Debord, art always comes hand in hand with politics. So this movie should be examined as a polemical manifesto against what he called the “Society of the Spectacle” which is ruled by images and not reality. Meaning that images have overcome actual reality. In that sense Debord created a film without images while cinema is the fundamental art of image making, in order to destroy image by using its own means of existence: cinematography. As Mikkel Bolt Rasmussen mentions in his article, Film & Politics-Anti-film, that Debord was a Post-Modern Iconoclast that refused to produce new “representations” intended to be sold and “alienate” people. Debord mentions in his book “The Society of the Spectacle” concerning the use of pictures by capitalism: "Images detached from every aspect of life merge into a common stream, and the former unity of life is lost forever. Apprehended in a partial way, reality unfolds in a new generality as a pseudo-world apart, solely as an object of contemplation. The tendency toward the specialization of images-of-the-world finds its highest expression in the world of the autonomous image, where deceit deceives itself." (Guy Debord: The Society of the Spectacle, trans. Donald Nicholson-Smith (New York: Zone Books, 1995), p. 12.)
In that sence the Aesthetical aspects of Debord’s movie differ or better evolve from that of Duchamp’s. Meaning that Debord moves from the Not-Aesthetic aesthetic of Duchamp’s Dadaism, to an Anti-Aesthetic aesthetic similar to that of the German Dada movement. What I mean by that is that Debords film is a direct attack to aesthetics that criticizes not only the form and the content of the artwork but the very essence of art. Debord doesn’t challenge the essence of art like the Dadaists, he doesn’t ask for a rebirth, he doesn’t attack in order to reform, but rather to destroy it’s very Being which as he says is “passé ” and “belongs to an epoch that doesn’t concern me anymore.”(Mentioned in the dialogs of the movie.)
When asked about the creation of this movie and his attempt to “assassin” cinematography he answered provocatively, “I destroyed cinema because it was easier than shooting someone that walks in the street.(Breton had said that the most simple Surrealist act is to shoot someone in the street randomly)”(G.I. Mpampasakis, Vorioditiko Perasma, pg. 38)

Comparison of the two works:
The two art-works even though separated by almost half a century can be thought of as a continuation of one another. Meaning that Duchamp’s Fountain which is described as, “neither art nor Anti-Art, but something in between, indifferent, existing in a void (pg 22 Marcel Duchamp)” was the work(or better the idea) that gave room in the Post-War era for the creation of Debord’s Anti-film Howlings in Favor of Sade which is a requiem upon the death of art, for which Asger Jorn(a prominent member of the C.O.B.R.A.) said “who composed the most beautiful poem of loneliness with so few words?(G.I. Mpampasakis, Fotovolida 2, p.g. 20)
Duchamps extreme experiments with form and content, that were organized as a direct attack to bourgeois Victorian aesthetics, formed the first step for the questioning of art. Duchamp made possible the creation of an art work based on the choice of the artist to transform an everyday object to an object of art without “crafting” upon it’s form but rather it’s meaning, and that way opened a totally new horizon in the art field. He created a Neo-Platonism were ideas are always superior to objects them selves. Debord - in a similar way that Marx transformed the Hegelian Idealistic doctrine of Dialectics to a revolutionary tool for his own theory of Historical Materialism – transformed Duchamp’s Not-Aesthetic Aesthetic to an Anti-Aesthetic. In other words Debord - like another Marx - took the revolution from the sky of mere idealism to the land of reality. In both works’ first exhibition people felt insulted by the artworks, and the petit-bourgeois aesthetic was howling in front of the vast attack against art. But for different reasons: they were howling in front of the urinal because they couldn’t understand the meaning that was hidden in the idealistic sky. While from the other hand they were howling in front of the black screen because they knew that art is dead and buried in the materialistic cemetery. Debord never spoke of hidden meanings behind the black-white silence of the screen, what you see! Is what you see! While for Duchamp what you don’t see is what you must see.
Still the evolution-transformation from Aesthetic > to Not-Aesthetic > and finally Anti-Aesthetic, should be thought as a linked evolution and for sure without Duchamp the Anti-Art movement wouldn’t exist. Actually i think that it wouldn’t be very obscure to say that the Fountain might be the only image, together with the black square of Malevich, that Debord could have put in his film. Just imagine hearing this atrocious Howling in Favour of Sade coming from inside of the Fountain.


WORKS CITED


Guy Debord, The Society of the Spectacle, New York: Zone Books, 1995. pg. 12

Mathew Gale, Dada and Surrealism, Art & Ideas, pg. 97

Octavio Paz, Marcel Duchamp, TheViking Press, 1978.pg. 20-22

Giorgos I. Mpampasakis, Vorioditiko Perasma, Oxy, 2001. pg. 38

Giorgos I. Mpampasakis, fotovolida 2, 0xy, 2000. Pg 22

Mikkel Bolt Rasmussen, Film & Politics-Anti-film: Hurlements en Faveur de Sade

www.wikipedia.com, key words: Marcel Duchamp, Fountain

Hurlements en Faveur de Sade, the movie, 1952

icaros είπε...

@ανώνυμος: Φίλε, στείλε στοιχεία σου (τηλέφωνο, email), για να τα πούμε από κοντά (αν δεν τα έχουμε πει ήδη). Η θέση σου είναι έξοχη, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Τα "Memoires" δεν έχουν μεταφραστεί (υπάρχει μία αποσπασματική μετάφραση, από τον Greil Marcus, στα αγγλικά). Είναι σημαντικό το βίβλίο του Boris Donne' "Pour Memoires" (εκδ. Allia) όπου εξιχνιάζει αυτό που μπόρεσε να κάνει ο Debord. Να 'σαι καλά!

Ανώνυμος είπε...

Ικαρε χαίρομαι πραγματικά που σου άρεσε το κείμενο, είχα πολύ αγωνιά για το τι θα μου απαντούσες καθώς εκτιμώ ιδιαιτέρα τις γνώσεις σου πάνω στο θέμα. Η πτυχιακή μου την όποια τελειώνω αυτές τις μέρες παταει επίσης πάνω στη έννοια του θεάματος και την καταστασιακη κριτική, όπως επίσης και στην θέση του Καστοριάδη σχετικά με την άνοδο της ασημαντότητας. εκεί επιχειρώ ένα συγκερασμό της θέσης περί «ανόδου της ασημαντότητας» και «θεάματος» για τον όποιο θα ήθελα πολύ να ανταλλάξουμε απόψεις.
Παρεμπιπτόντως πρόσφατα τελείωσα το βιβλίο σου «Μάης του 68 Η Περιπέτεια» για το οποίο μπορώ να πω φιλέ πως ξεπέρασες ακόμη και τον Ρενέ Βιενετ (Reeni Viinett- Can Dialectics Break Bricks) σε σχέση με τη χρήση του λεκτικού κολλάζ (ή όπως θα έλεγες ο ίδιος της λογοτεχνικής συναρμολόγησης) για στρατηγικούς σκοπούς- (Ντεμπορικά μιλώντας). Καθώς καταφέρνεις-κατά την άποψη μου- να συνενώσεις πάμπολλα αποφθεγματικά θραύσματα σε ένα αφηγηματικό περιβάλλον που καταλήγει να γίνει ένα ποιητικό «παρτιζάνικο» ιστορείν που ανήκει καθαρά στους μυημένους.
Τέλος, Κάθε διάλογος μαζί σου είναι δημιουργικός, ποσό μάλλον από κοντά! Που είμαι σίγουρος πως θα είναι μεθυστικός…(άρα για εμένα κάτι περισσότερο από καλοδεχούμενος) και εύχομαι ανατρεπτικός. Πιστεύω να τα πούμε σύντομα Το e-mail μου είναι panpapf@yahoo.gr Παναγιώτης.