Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Έλβις, Φορέβερ



Έλβις ο Βασιλιάς
30 Χρόνια από τον Θάνατό του

Πέρασα μιαν αλησμόνητη βραδιά τις προάλλες ακούγοντας Μάνο Χατζιδάκι και διαβάζοντας τα περίφημα και περίτεχνα «Σχόλια του Τρίτου», τα οποία και παρουσιάζω στο ραδιόφωνο, στο Κόκκινο 105.5, αυτή την εβδομάδα, στο «Θρόισμα των Φύλλων» (12:55 και 23:55). Και το βελούδο του Χατζιδάκι μου έφερε στο νου το βελούδο του Έλβις. Τι σου είναι οι συνειρμοί! Κάτι σαν συναισθησία υπό την επήρεια της ιρλανδικής αιθυλικής αλκοόλης! Ιδού λοιπόν κάτι που είχα γράψει (και είχα δημοσιεύσει στο «Έψιλον»), για τα τριάντα χρόνια από τότε που ταξίδεψε στην άκρη του ουρανού ο Έλβις!


Βλέποντάς τον να δακρύζει ακατάσχετα και να τραυλίζει τραγικά τραγουδώντας τον ύμνο όσων μένουν πιστοί, στο non serviam, στο «δεν θα υπηρετήσω», το αγέρωχο «My Way», κι ύστερα να χαιρετίζει την κοπέλα του, και μετά να φωνάζει τον πατέρα του και να τον ανεβάζει στη σκηνή για μερικά δευτερόλεπτα, συνειδητοποιείς όλη τη θανάσιμη πίκρα τού να ηττάσαι από τις αντιφάσεις σου, του να συντρίβεσαι από την διελκυστίνδα ανάμεσα τον άγγελο και το διάβολο μέσα σου, του να μην είσαι πια παρά ένα θύμα των παθών σου, ένα πλάσμα διαλυμένο μα και αποφασισμένο για μιαν ηρωική έξοδο από την χρυσή ειρκτή της ματαιότητας. Οι τελευταίες ζωντανές εμφανίσεις του Βασιλιά, κάθε άλλο παρά ζωντανές ήσαν. Ήσαν τα σκιρτήματα ενός ετοιμοθάνατου που στα σαράντα δύο χρόνια του είχε ζήσει τα πάντα, είχε δει τα πάντα, είχε νιώσει τα πάντα, και τώρα, ήδη στη βάρκα του Αχέροντα, φρόντιζε να αποχαιρετήσει όσους αγάπησε και όσους τον αγάπησαν δωρίζοντάς τους ξανά το μεγαλείο της φωνής του. Πριν από τριάντα χρόνια, στις 17 Αυγούστου του 1977, το μεγαλείο αυτό έσβησε. Για να μείνει αθάνατο.
Ο Έλβις Ααρών Πρίσλεϊ γεννήθηκε στιγματισμένος ήδη από το θάνατο. Ο δίδυμος αδελφός του, ο Τζέσε Γκάρον, βγήκε από την κοιλιά της μάνας του νεκρός. Ο Έλβις άρχισε από τότε να δακρύζει. Είδε το πρώτο φως στις 8 Ιανουαρίου του 1935, στο Τιούπελο του Μισισίπι. Είκοσι χρόνια μετά έμελλε να συγκλονίσει τον κόσμο, να τον παρασύρει σε έναν ρυθμό που αρνιόταν να κοπάσει, να γίνει η εναρκτήρια έκφραση μιας άκρατης συγκίνησης μπολιασμένης με ένα πνεύμα ανυποταξίας και εξέγερσης. «Αν δεν είχε υπάρξει ο Έλβις, δεν θα είχαμε υπάρξει εμείς, οι Beatles», είπε ο Τζον Λένον. Ο συνήθως δύστροπος Μπομπ Ντίλαν είπε γενναιόψυχα, «Όταν άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή του Έλβις, κατάλαβα μεμιάς ότι δεν επρόκειτο να δουλέψω για λογαριασμό κανενός. Και κανέναν δεν θα άφηνα να γίνει το αφεντικό μου. Όταν τον άκουσα για πρώτη φορά ήταν σαν να την κοπάνησα από τη φυλακή».
Όλα άρχισαν όταν ο γιος του Βέρνον Πρίσλεϊ, μεροκαματιάρη, τεμπέλη και ενίοτε λαθρεμπόρου αλκοόλ, και της Γκλάντις Λαβ Σμιθ, μιας ράπτριας που αγαπούσε παθιασμένα το ποτό, έλαβε ως δώρο των ενδέκατων γενεθλίων του μια κιθάρα που κόστιζε 8 δολάρια. Από τότε, όπως ο ίδιος δεν έπαψε να λέει, το μόνο που τον ενδιέφερε στ’ αλήθεια ήταν η μουσική. Τίποτε άλλο. Στο σχολείο τον περιγελούσαν και του εκτόξευαν σάπια φρούτα γιατί ήταν ντροπαλός, δάκρυζε με το παραμικρό, τραύλιζε. Αλλά η κιθάρα και το ραδιόφωνο ήσαν μαγικές παρηγοριές. Η οικογένεια Πρίσλεϊ θα πάει να ζήσει στο Μέμφις, κι εκεί ο Έλβις θα τριγυρνάει στις φτωχογειτονιές των μαύρων και θ’ ακούει με πάθος τα γκόσπελ και τα μπλουζ. Θ’ αρχίσει να τραγουδάει κι ο ίδιος, και θα μαγεύει μικρά ακροατήρια στους σταθμούς των λεωφορείων, σε καφενεία και σε μπαράκια. Ο μέγας Μπι Μπι Κινγκ θυμάται ότι άκουγε τον Έλβις, και τον ήξερε, πολύ προτού του χαμογελάσει η Φήμη.
Ο Έλβις θα βγάζει τα προς το ζην δουλεύοντας οδηγός φορτηγών της Ηλεκτρικής Εταιρείας Crown. Η φλόγα της μουσικής τον φέρνει στο κατώφλι ενός στούντιο της Sun Record Company του φοβερού και τρομερού Σαμ Φίλιπς, όπου στις 18 Ιουλίου του 1953, έναντι 3.98 δολαρίων, ηχογράφησε και «έκοψε» ένα δισκάκι με τα «My Happiness» και «That’s When Your Heartaches Begin». Θα πρέπει να αποτελεί ανυπέρβλητο ρεκόρ στην ιστορία της οικονομίας εκείνη η επένδυση των 3.98 δολαρίων μιας και απέφερε αδιανόητα δισεκατομμύρια. Λίγους μήνες μετά, στις 4 Ιανουαρίου του 1954, ο Έλβις επανέλαβε το μελωδικό εγχείρημα με τα «I’ll Never Stand in Your Way» και «It Wouldn’t Be the Same Without You». Κι όλα αρχίζουν να κυλάνε με ξέφρενους ρυθμούς. Ο Σαμ Φίλιπς αναζητάει έναν νέο ήχο, κάτι καινούργιο να ταράξει τα νερά και να του γεμίσει το ταμείο. Καλεί τον νεαρό φορτηγατζή στο στούντιό του, του δίνει το ελεύθερο να ηχογραφήσει παρέα με τον Γουίνφιλντ «Σκότι» Μουρ στην ηλεκτρική κιθάρα και τον Μπιλ Μπλακ στο μπάσο. Ο Έλβις κάποια στιγμή αφήνεται και κάνει τρέλες τραγουδώντας το «That’s All Right (Mama)», τρελαίνοντας τον Φίλιπς που ακούγεται να λέει ενθουσιασμένος, «Αυτό είναι! Το κάτι άλλο είναι! Ναι, αυτό είναι!» Το κομμάτι παίζεται σε έναν ραδιοσταθμό του Μέμφις, η Sun μέσα σε μια βδομάδα έχει 6000 παραγγελίες, και το σινγκλάκι με το «That’s All Right» και το «Blue Moon of Kentucky» κυκλοφορεί στις 19 Ιουλίου του 1954.
Ο τρελός χορός της φήμης, του χρήματος, των γυναικών ακολουθεί και δεν αφήνει τον Έλβις ούτε στιγμή. Η ζωή του είναι σαν μυθιστόρημα. Στην αγκαλιά του θα πέσουν, μεταξύ άλλων, θεές όπως η Σίμπιλ Σέφερντ, η Μέριλιν Μονρόε (για μια νύχτα, μόνον), η Ανν Μάργκρετ (που θα παραμείνει ισοβίως στενή φίλη του), η Νάταλι Γουντ (που είπε την κακία, «Τραγουδάει θαυμάσια, αλλά δεν κάνει σχεδόν τίποτε άλλο»), και φυσικά η Πρισίλα Μπολιέ (για την οποία είπε ο γερόλυκος Τζέρι Λι Λιούις, «Μια σκύλα κατέστρεψε τον Έλβις. Εγώ έχω ήδη παντρευτεί πέντε, και είμαι ακόμη στο κουρμπέτι!»). Στο μεταξύ, οι επικρίσεις πέφτουν βροχή –ακόμα και ο Φρανκ Σινάτρα, που αργότερα συνεργάστηκε με τον Βασιλιά, είπε, «Η μουσική του Πρίσλεϊ είναι οικτρή, είναι αρνητική, είναι καταστρεπτική»– αλλά ο Έλβις άλλο δεν κάνει από το να φορτίζει συγκινησιακά στο έπακρο κάθε βελούδινη συλλαβή του, να κερδίζει τα πλήθη, να μαγεύει τον κόσμο, να κατακτά τη μία καλλονή μετά την άλλη, καίτοι έχουν οργιάσει οι φήμες για τη δήθεν συναισθηματική του απάθεια και την αδιαφορία του για το σεξ. Αν αδιαφορεί για κάτι παντελώς, αυτό είναι οι μπίζνες. Παθιάζεται μονάχα με τον να τραγουδάει. Δεν διαβάζει καν τα συμβόλαια που υπογράφει. Για όλα φροντίζει ο περιβόητος «Συνταγματάρχης» Τομ Πάρκερ που αναλαμβάνει το μανατζάρισμά του και η εξίσου περιβόητη «Μαφία του Μέμφις», ένας στενός, λίαν εξυπηρετικός κύκλος, έμπιστων, φανατικών φίλων και βοηθών που διευθετούν κάθε πρακτικό ζήτημα. Ο Έλβις θα δουλεύει σκυλίσια. Αλλεπάλληλες ηχογραφήσεις, αλλεπάλληλες ταινίες, που έφτασαν τις 33, αλλεπάλληλες ζωντανές εμφανίσεις, με τα κορίτσια να παραληρούν, την αστυνομία να παραφυλάει, τους πουριτανούς να εξοργίζονται, και τον Έλβις να τα δίνει όλα. Μετά την κατάρρευσή του σε μια συναυλία στη Φλόριντα, θα λάβει την πρώτη προειδοποίηση από τον γιατρό του, που είναι συνάμα και ένα εγκώμιο στην αδάμαστη ενεργητικότητά του: «Κάνε κράτει! Μιλάω επιστημονικά. Μέσα σε είκοσι λεπτά ξοδεύεις όση ενέργεια απαιτείται από έναν μέσο χειρώνακτα σε οχτώ ώρες»!
Αλλά το ροκ εντ ρολ είναι ενέργεια, είναι αλόγιστη και τρελή και λυτρωτική δαπάνη ενέργειας. Είναι το παλαβωμένο εγκώμιο της κατάφασης στη ζωή. Είναι τα απανωτά και ασταμάτητα «Ναι! Ναι! Ναι!» στη ζωή. Και ο Έλβις είναι η αποθέωση του ροκ εντ ρολ εκείνη την εποχή, και ίσως για πάντα. Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, τα «Hound Dog», «Heartbreak Hotel», «Jailhouse Rock», «It’s Now or Never», και βέβαια το άφθαρτο «Suspicious Minds» ήρθαν προορισμένα να μείνουν για τα καλά. Αλλά μαζί ήρθαν και οι αμφεταμίνες, η εξάρτηση από μια ποικιλία καταπραϋντικών, ηρεμιστικών, καθαρκτικών, η παράνοια ότι κινδυνεύει η πατρίς από τους χίπηδες και από τους… Beatles, η γελοία συνάντηση του Βασιλιά με τον Πρόεδρο Νίξον, ο οποίος δεν ήξερε πώς να κρύψει την αμηχανία του όταν ο Έλβις πάσχισε να τον πείσει ότι μπορεί να αναλάβει τη σωτηρία της Αμερικής με το να γίνει μυστικός πράκτορας του FBI και να… χαφιεδίζει διακινητές ναρκωτικών και καλλιτέχνες που τα χρησιμοποιούν! Κι ακόμα, μαζί ήρθαν κάμποσες συναισθηματικές κρίσεις, ο ολέθριος γάμος με την Πρισίλα το 1967 και το αναπόδραστο διαζύγιο το 1973, μια καλπάζουσα μελαγχολία, μια ακόμα πιο καλπάζουσα βουλιμία, και το μοιραίο της αποτέλεσμα: η παχυσαρκία. Ο κόσμος λέει ότι ο Έλβις έχει γίνει μια χοντρή, με όλες τις σημασίες, καρικατούρα του παλιού καλού του εαυτού. Ο ελληνικής καταγωγής γιατρός του, ο Γεώργιος Νικόπουλος, μέσα στους πρώτους μήνες του μοιραίου 1997, θα του γράψει 199 συνταγές για χάπια που σημαίνει πάνω από 10000 δόσεις ηρεμιστικών! Ο Έλβις, κλεισμένος στο ήδη μαυσωλείο της Γκρέισλαντ, περνάει την ώρα του βλέποντας ξανά και ξανά τους αγαπημένους του Monty Pythons, διαβάζοντας παραεπιστημονικά και μυστικιστικά πονήματα, και νιώθοντας ολοένα και περισσότερο προδομένος.
Αλλά το ροκ εντ ρολ έχει ακόμη να πει την τελευταία του λέξη. Θα κάνει περιοδείες, θα πυκνώσει τις ζωντανές του εμφανίσεις που μοιάζουν με απονενοημένα σήματα καπνού, με τραγικά μηνύματα ενός ανθρώπου που ξέρει ότι έχει ήδη αρχίσει να περνάει στην άλλη όχθη, αλλά είναι μανιακά αποφασισμένος να μελωδήσει, να ψάλλει τον αίνο της ζωής, καίτοι βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Ο Βασιλιάς θέλει να φύγει τραγουδώντας, και είναι χιλιάδες αυτοί, ανώνυμοι φίλοι από μακριά, λάτρεις της μουσικής, που βρίσκονται στο πλάι του!
Η τελευταία του εμφάνιση στην Ινδιανάπολη είναι συγκλονιστική. Ο Έλβις ερμηνεύει σπαρακτικά το «My Way», μέσα σε λίμνες δακρύων, ενώ ψελλίζει στο «Are You Lonesome Tonight» ότι, ναι, είναι όντως κυριευμένος από μοναξιά. Μερικές εβδομάδες μετά, και ενώ γίνονται οι προετοιμασίες για την επόμενη περιοδεία του, στις 17 Αυγούστου του 1977, ο Έλβις θα σωριαστεί νεκρός, στο δάπεδο του μπάνιου του. Τον βρήκε η μνηστή του, η Τζίντζερ Άλντεν. Τον παρέδωσε στην Αθανασία. Το άστρο του θα λάμπει για πάντα, και η φωνή του πάντα θα μας παρηγορεί!









9 σχόλια:

Athan είπε...

Αναλογίζομαι την πολυμορφία των ανθρώπων που «ιντριγκάρουν», με τόσο ετερόκλητους τρόπους ο καθένας. Κάποιον τον ερεθίζει η αντισυμβατικότητα –και ανασύρει αυτό το πετράδι απ΄το μωσαϊκό των γνωρισμάτων τους-. Άλλον το ταλέντο, άλλον η καλοσύνη, η ευφυΐα, η αίσθηση του χιούμορ κλπ. Πάντοτε αναγνωρίζουμε το οικεία ωραίο και προσδόκιμο στους άλλους –εάν υπάρχει- και το αναδεικνύουμε. Συμφωνώ με την κατακλυσμική σου διάθεση να εκθειάζεις κάθε καρυδιάς…ταλέντο, από αγάπη και πάθος. Εάν από εκεί ορμώμενος συν-χωρείς τα άδηλα και σκοτεινά των «θρύλων», τότε τα τάλαντα τους έχουν πράγματι τη δική τους αυτοτελή αξία, που πρέπει να θυμόμαστε. Ιδού λοιπόν αναρωτιέμαι πως μετά από ένα τέτοιο κείμενο μου γίνεται συμπαθής ο ελβις - φορεβερ;) που -χωρίς προφανή λόγο- δεν μου ήταν έως τη σήμερον. η αγάπη ου φυσιούται πράγματι;

Ανώνυμος είπε...

To έργο, όταν και όποτε είναι αληθινό έργο, παράγει τη δική του, αυτοφυή, ιδιαίτερη και ανεξάρτητη από τον βίο και την πολιτεία του όποιου δημιουργού του, α ρ ε τ ή. Γι' αυτό και οι κρίσεις, εκθειαστικές ή μη, περί του ατόμου του καλλιτέχνη είναι παραπλανητικές και ολότελα περιττές. Οι δημιουργοί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν και είναι άθλια υποκείμενα, η δε αγιογραφίες τους παραφιλολογία.

icaros είπε...

@athan: Όπως τα λες. Πάντως, εμένα μου ήταν ανέκαθεν πολύτιμος ο Έλβις, με παρηγορούσε με τη βελούδινη φωνή του, μου δώριζε κέφι και χαρά.

@ανώνυμος: Διαφωνώ καθέτως. Για μένα, έργο και προσωπικότητα πάνε μαζί, η δε βιβλιοθήκη μου είναι κατάμεστη από βιογραφίες δημιουργών που αγαπώ. Δεν είναι "άθλια υποκείμενα" οι δημιουργοί. Είναι δωρητές συγκινήσεων, είναι εκφραστές τωβν πιο συναρπαστικών στιγμών του ανθρώπου, είναι τελάληδες παθών, και τα πάθη είναι, με τη σειρά του, εφαλτήρια δημιουργικότητας.

ioannisxen είπε...

Έτσι ακριβώς, Ίκαρε!!!Διαρκώς ακούω το "Άλλο το δημιούργημα και άλλο ο δημιουργός".Δηλαδή, ΠΟΣΟ ΑΛΛΟ;

Athan είπε...

Έργο και προσωπικότητα δεν μπορεί να πηγαίνουν μαζί , για τον απλούστατο λόγο ότι το έργο είναι το υποσύνολο , ένα μόνο απ τα συστατικά του όλου – προσωπικότητας. Και ως τέτοιο ασφαλώς φωτίζει -πρισματικά όμως- την προσωπικότητα στις υγιείς και νοσηρές της εκφάνσεις, αλλά ποτέ ολοκληρωμένα. Κάτι τέτοιο άλλωστε ανήκει εκ πρωιμίου στη σφαίρα του αδυνάτου –φιλοσοφικλι σπικινγκ ορ νοτ-
Κάθε προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του ανθρώπου προσκρούει ούτως ή άλλως στις χαοτικές της παραμέτρους, μας δίνει εν τούτοις υλικό προς επεξεργασία, έμπνευση, παρόρμηση. Κι εκεί έγκειται η αξία των ωραίων έργων. Λειτουργούν ως εφαλτήρια. Πολλώ μάλλον επειδή εμπεριέχουν τη θνητότητα του πεπερασμένου δημιουργού τους, γίνονται σε μας περισσότερο απτά και φίλια. Ενστερνιζόμαστε κάποτε στοιχεία που μας ενέπνευσαν ακόμα και αποσπασματικά και από ετερόκλητα άτομα και τα αφήνουμε εκεί να ωριμάσουν στη δεξαμενή όπου ζυμώνεται η δική ιστορία. Κι έτσι πλάθονται οι μικρές περαστικές ιστορίες μας- από αγάπη και από κατανόηση (ενσυναίσθηση το λένε τώρα;))
Εχεις πάντως μια ιδιαίτερη ευχέρεια να αναδεικνύεις τα θετικά γνωρίσματα και να προσεγγίζεις τ'αρνητικά με μία συγκαταβατικότητα. Ισως επειδή όλοι μας είμαστε εν δυνάμει τα πάντα...

Ανώνυμος είπε...

Δεν μου κάνει εντύπωση, φωνάζουν οι επιλογές, φωνάζει και το στυλ. Υπάρχει βέβαια ζήτημα ασυμφωνίας εαυτών. Σε διαβάζεις, φίλε; Γιατί αν σε διαβάζεις, θα συγκρατήσεις ότι ο Έλβις, ας πούμε, προθυμοποιήθηκε να χαβιεδίσει τους φίλους του για λογαριασμό του FBI. Μπορεί να ήταν τρελός, αλλά σίγουρα δεν ήταν ο καλύτερος των ανθρώπων. Τα άλλα ινδάλματά σου έχουν δώσει επίσης καμπόσα δείγματα προχωρημένης και παρατεταμένης αθλιότητας. Η μόνη διαφορά τους με τους αθλίους του κοινού ποινικού δικαίου είναι ότι ορισμένοι εξ αυτών ήταν πράγματι άθλιοι με ταλέντο. Και έργο. Διό και μόνον το έργο τους μας αφορά. Είναι αυτό και μόνον αυτό που επικοινωνεί με το πραγματικό "εγώ" ή το πραγματικό "εμείς",μ' ό,τι δηλαδή συγκροτεί το αληθώς αληθές των ανθρωπίνων. Είναι αυτό και μόνον αυτό ο "δωρητής συγκινήσεων", ο "τελάλης παθών" και όλα τα παράγωγα στερεότυπα. Γιατί αυτό, το έργο δηλαδή, επικοινωνεί, χωρίς εξωτερικές παρεμβολές και εσωτερικά παράσιτα, με τον δικό τους και με τον συλλογικό ψυχισμό. Τα "πάθη"; Όχι, τα "πάθη" δεν είναι εφαλτήρια δημιουργικότητας. Είναι παράπλευρες απώλειες. Πάθος είναι ίδια η δημιουργία, οι δε δημιουργοί απλώς "πάσχοντες". Συχνά, μέθυσοι,ναρκομανείς, εγωπαθείς, αγνώμονες, αλαζόνες, φασίστες, σταλινικοί, προδότες, θρασύδειλοι,ψοφοδεείς, ζήτουλες, παρανοϊκοί, άφιλοι, άσπλαχνοι, άπιστοι (some or all of the above), βαθιά διαταραγμένοι με δυο λόγια, δεν έχουν πολλά να μας διδάξουν δια του κακόμοιρου βίου τους. Δια του έργου τους, ναι. Κι όμως, διαθέτουν λεγεώνα μιμητών που ξεπατικώνουν τον βίο ευελπιστώντας να μοιραστούν την ιδιοφυία και την αίγλη του έργου ("αφού ο Ρεμπώ έκανε εμπόριο σκλάβων, να μην κάνω γω εμπόριο ναρκωτικών; Και θα καζαντίσω και ταλέντο θ' αποκτήσω!") Δεν γίνονται έτσι καλύτεροι καλλιτέχνες (αυτό ή το 'χεις ή δεν το 'χεις), γίνονται όμως χειρότεροι άνθρωποι. Είναι οι ταλαίπωροι της γης. Μακριά απ' τις βιογραφίες. Μπερδεύουν και οδηγούν στην ξέφραγη και άγονη ρεμαλοποίηση.

EKTOS είπε...

Πες τα, ρε φίλε ανώνυμε! Πες τα! Εγώ προσωπικά, λίγους απ' αυτούς θα 'θελα στο τραπέζι μου, στο σπίτι μου, στην κλίνη μου (για να πω την αλήθεια, στην κλίνη μου ίσως, ορισμένους/ες, σε ελάχιστες εξαμηνιαίες δόσεις). Στην οθόνη, στο θέατρο, στον τοίχο μου, στο κομοδίνο μου, μάλιστα. Η αισθητική απόλαυση, η, διαμέσου της τέχνης, υπέρβαση της μιζέριας μας, η απόδειξη ότι, ανθρώπινοι, ακόμα και υπανθρώπινοι, αυτοί καταφέρνουν να φτάσουν το πανανθρώπινο ή το υπεράνθρωπο, είναι έκσταση και κάθαρση. Χωρίς την τέχνη τους (την τέχνη κάποιων ολίγων), η ζωή σμικρύνεται. Γίνεται άχρηστη απομίμηση ζωής. Γίνεται χυδαία.

icaros είπε...

Μια γενική απάντηση, ίσως για να τελειώνει, εδώ τουλάχιστον, μια λίαν ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία ωστόσο μάλλον δεν γεφυρώνει απόψεις αλλά παρατείνεται εδώ και δεκάδες χρόνια, ενίοτε με οξύτητα. "Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο", έλεγε ο Τερέντιος, και ήταν η αγαπημένη φράση του Μαρξ. Αφενός. Και αφετέρου, θαρρώ ότι αποκτά άλλο ενδιαφέρον η όποια σκοτεινή ή άσχημη πτυχή ενός δημιουργού, και ίσως μας κάνει να βλέπουμε με άλλο μάτι μια τέτοια πτυχή όταν τη συναντάμε σε έναν φίλο μας, και να είμαστε πιο επιεικείς. Και, εντέλει, κάποιοι νοιάζονται για τις λεπτομέρειες του βίου των δημιουργών, οι οποίες φωτίζουν το έργο που απολαμβάνουμε ή που μας ταράζει, ενώ άλλοι δεν νοιάζονται. Οκέι! Πάντως εγώ επιμένω να νοιάζομαι, να μαθαίνω, να κατανοώ το έργο καλύτερα αν ξέρω κάποια βιογραφικά στοιχεία που κρύβονται πίσω από αυτό. Θα ήταν πολύ δύσκολο, φέρ' ειπείν, να κατανοήσουμε ορισμένα δημιουργήματα του Μαρσέλ Ντυσάν εάν αγνοούσαμε πόσο παθιασμένος ήταν με το σκάκι, και ομολογώ ότι απολαμβάνω αλλιώς τα ποιητικά φθέγματα του Αντόνιο Πόρτσια ή το υπόγειο χιούμορ του Κάφκα από τότε που έμαθα ότι αμφότεροι είχαν επαφές με αναρχικούς κύκλους στα νιάτα τους. Χαίρομαι για το ότι έμαθα, μεταφράζοντας πριν άπό χρόνια, την ογκώδη βιογραφία του, ότι ο Μπέκετ συμμετείχε θαρραλέα στην Γαλλική Αντίσταση (καίτοι, ως Ιρλανδός, θα μπορούσε να μην ασχοληθεί με το ζήτημα). Τέλος, είναι απολύτως αδύνατον να κατανοήσει σε βάθος κανείς ένα πειραματικό αντιβιβλίο όπως τα "Memoires" του Ντεμπόρ εάν δεν ξέρει τα του βίου του. Μόνο συνθέτοντας τα κομμάτια ενός κολοσσιαίου παζλ, και έχοντας σκαλίσει τα πάντα σαν ντετέκτιβ, μπόρεσε ένας Γάλλος μελετητής να μας αποκαλύψει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τα "Memoires", σχεδόν μισόν αιώνα από την πρώτη έκδοσή τους.

Ανώνυμος είπε...

Ένα γενικό σχόλιο και από μένα λοιπόν για να τελειώνει, εδώ τουλάχιστον, μια λίαν ενδιαφέρουσα συζήτηση, που έχει τελειώσει, αλλού τουλάχιστον, προ δεκαετιών: οι βιογραφίες βοηθάνε τους αναγνώστες που χρήζουν ελαφρυντικών και άλλοθι. Που πολύ τους ανακουφίζει το ότι ο συγγραφέας τάδε ήταν αλκοολικός (ή και δολοφόνος), ο μουσικός δείνα μανικός, ο ζωγράφος παραπέρα παλιάνθρωπος. Ελαφρυντικών και άλλοθι. Για αυτο-επιείκεια. Αλίμονο αν χρειάζονται οι πιπεράτες και άλλες βιογραφικές λεπτομέρειες για να απολαύσουμε και να εκτιμήσουμε το έργο των πραγματικών δημιουργών. Αλίμονο αν χρειάζεται να ξέρω ότι ο Μπετόβεν ήταν διπολικός για να απολαύσω τις σονάτες του, ότι ο Καραβάτζιο ήταν του σκοινιού και του παλουκιού για να με καθηλώσει ο "Άρρωστος Βάκχος" του. Αν τα χρειάζομαι όλα αυτά, σημαίνει είτε ότι δεν πρόκειται για πραγματικούς δημιουργούς, είτε ότι εγώ είμαι αφελής και απαίδευτος δέκτης. Ότι μένω στο ανεκδοτολογικό επίπεδο και δεν καταλαβαίνω Χριστό. Ή και χειρότερα. Νομίζω, φίλε, ότι "αλλού" αυτά έχουν προ πολλού διευθετηθεί και ότι παραβιάζω απλώς ανοιχτές πόρτες. Ντεζολέ.