Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΑΝΤΟΝΑ


Μαντόνα



Ο Ελβετός συγγραφέας Πέτερ Μπίξελ επέμενε, μέσω ενός μικρού μα πολύ πυκνού μυθιστορήματος, ότι η Αμερική δεν υπάρχει. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μποντριγιάρ επέμενε ότι ο Πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ. Ένας συμπατριώτης του δεν έπαψε να γράφει βιβλία όπου διατεινόταν ότι η οικονομία δεν είναι παρά μία φαντασίωση. Ορισμένοι θα μπορούσαν, ακολουθώντας την ίδια, όχι και τόσο εκκεντρική γραμμή, να βροντοφωνάξουν ότι η Μαντόνα, η Βερόνικα Λουίζα Τσικόνε, γεννηθείσα την 16η Αυγούστου του 1958, εγγεγραμμένη στα μητρώα των άσβεστων αστέρων και των αληγών ανέμων, η πλέον δημοφιλής περφόρμερ όλων των εποχών σύμφωνα με το Βιβλίο Γκίνες, μητέρα δύο παιδιών, συνθέτρια, τραγουδίστρια, ηθοποιός, συγγραφέας ερωτογραφημάτων αλλά και παιδικών βιβλίων, γνωστή τώρα τελευταία και με το όνομα Εσθήρ, ερωμένη για ένα διάστημα του Γουόρεν Μπήτυ, πολυβραβευμένη και πάμπλουτη, σκύλα και τρυφερή, αλανιάρα και λαίδη, πανκ και αγρότισσα, ελαφροπόπ και ποιοτική ανάλογα με τα κέφια και τις επιταγές της μουσικής βιομηχανίας, δεν υπάρχει, δεν υπήρξε, ούτε και πρόκειται να υπάρξει, παρά μονάχα στο φαντασιακό εκατοντάδων εκατομμυρίων φαν και αλλεπάλληλων γενεών άδολων αλλά και άβουλων οπαδών!

Πράγματι, υπάρχει η Μαντόνα; Αν υποθέσουμε, βάσιμα, ότι ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, είναι το σύνολο των έργων, των γούστων του, σύνθεμα όσων έχει να κομίσει στους συνανθρώπους του, μωσαϊκό αυτών των στιγμών που τον κάνουν να προτιμάει τον αρωματικό καφέ από το τσάι ή το ουίσκι από τον μηλίτη οίνο, τον Ντίλαν και τους Band από τον Μάικλ Τζάκσον και τους Pet Shop Boys, τον Φίλιπ Ροθ και τον Χένρι Μίλερ από τον Κοέλιο και την Ιζαμπέλ Αλιέντε, που τον προσδιορίζουν και τον διαφοροποιούν από τους γύρω του, που τον καθιστούν μια αναγνωρίσιμη και υπολογίσιμη προσωπικότητα, τότε η Μαντόνα Τσικόνε μάλλον δεν υπάρχει. Υπάρχει ένα πλήθος από Μαντόνες, υπάρχει μια ακατάπαυστη ροή διαφορετικών προσωπικοτήτων, διαφορετικών υπάρξεων που ίσως είναι άυλες, φασματικές, ανυπόστατες αμέσως μόλις αντικατασταθούν από την επόμενη ροή άλλων φασματικών και άυλων και ανυπόστατων υπάρξεων, εις το διηνεκές. Από την άλλη, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η γυναίκα που κοντεύει τα πενήντα και που έχει παρελάσει από τις οθόνες και τα ηχεία μας, που έχει φωτογραφηθεί εκατομμύρια φορές, που τραγουδάει και χορεύει, που κάποτε γεννήθηκε, ανατράφηκε, σπούδασε, ναι, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πρέπει να έχει σάρκα, οστά, αίμα, φαιά κύτταρα, στήθος και γάμπες. Ίσως μάλιστα, κάποιες στιγμές, να αχνοφαίνεται ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της, κάτω από την (αληθινή; ψεύτικη; ποιος ξέρει πια;) διάσημη ελιά της, και, κάποιες άλλες στιγμές, θλιμμένα δάκρυα, υγρά, αλμυρά, όχι εκείνα τα μαργαριτάρια που απαθανάτισε ο μεγάλος φωτογράφος Μαν Ρέι, να κυλάνε στα ασπρορόδινα μάγουλά της.

Ο πολύς Νόρμαν Μέιλερ πήγε και τη βρήκε, κατά παραγγελίαν, και με το αζημίωτο φυσικά, του περιοδικού Esquire, και δημοσίευσε ένα εκτεταμένο κείμενο γι’ αυτήν τον Αύγουστο του 1994. Μάλιστα, συνομίλησε μαζί της για το σεξ και τη φήμη, για τα προφυλακτικά και την τέχνη, για τη μοναξιά και τη μόδα. Τη χαρακτήρισε «κυρία», έκανε συγκρίσεις ανάμεσα σ’ αυτήν και στην Μέριλιν Μονρόε, τη φιλοφρόνησε αφειδώς («Βλέποντας τη Μαντόνα στα μουσικά βίντεο, συναντούσες την υψηλή ευφυΐα ενός καλλιτέχνη», «Η Μαντόνα υπερέβαινε τα ίδια της τα όρια για να δημιουργήσει οπτικοποιήσεις του ήχου ίσες με φίνα ποιήματα», «Αυτή που βρίσκεται ανάμεσά μας είναι η σπουδαιότερη θηλυκή καλλιτέχνις μας εν ζωή»!), άφησε κι ένα ωραίο δηλητηριώδες υπονοούμενο για την όντως ακεραιότητα και την όντως υπόστασή της («Ήταν ευχάριστο να μιλάς στη Μαντόνα. Εκείνη δεν είχε ακόμη κατασταλάξει σε κανένα από τα όριά της. Ίσως και να μην το έκανε ποτέ»). Από την άλλη, ο Μποντριγιάρ ξεμπέρδεψε πιο άνετα και, βέβαια, δριμύτατα με το Φαινόμενο Μαντόνα: πρόκειται, ισχυρίστηκε, για έναν παρθένο καρπό της αεροβικής και μιας παγερής αισθητικής, ο ερωτισμός της είναι αφυδατωμένος τύπου κόμικς ή επιστημονικής φαντασίας, είναι μετάλλαξη, τραβεστί, πλάσμα μπαρόκ από γενετική άποψη, το ερωτικό της look κρύβει τη γενικευμένη ακαθοριστία περί το γένος, είναι μια τεχνητή νιτρογλυκερίνη ανήμπορη να εκραγεί, ανήκει, μαζί με την Τσιτσιολίνα και τον Μάικλ Τζάκσον, στη στρατιά των «gender-benders», των λιποτακτών του σεξ.

Για όσους μεγάλωσαν με τη λαχτάρα να πραγματώσουν τον εαυτό τους, να γίνουν έργα τέχνης οι ώρες τους και χειροπιαστές αλήθειες οι επιθυμίες τους, για όσους το χιούμορ ήταν υπόθεση πολύ σοβαρή και μάλιστα υπόθεση θανάτου ή ζωής, για όσους η ποίηση δεν ήταν τα ποιήματα αλλά οι στιγμές που ζούσαν με τις ερωμένες και τους φίλους τους, για όσους όσια και ιερά ήσαν ο Rimbaud και ο Isidore Ducasse και ο Arthur Cravan, για όσους το πιο καλό, το άριστο, ουίσκι ήταν το πολύ, το πάρα πολύ, για όσους η μουσική ήταν ο τρόπος να μπαινοβγαίνεις στον Παράδεισο και την Κόλαση, και η ζωή ήταν πάντα μια, όχι δίχως κλάματα και γέλια, σχοινοβασία πάνω από την άβυσσο, η Μαντόνα μάλλον είναι ανύπαρκτη, ίσως, στην χειρότερη περίπτωση, να είναι κάτι σαν εφήμερος σάκος πυγμαχίας, ένας στόχος για μεθυσμένα «βελάκια» στο καπηλειό της χαμένης νιότης. Από την άλλη, πάλι, πώς να μην συγκλονιστείς, όσο αναίσθητος κι αν επιμένεις πεισματικά να είσαι απέναντι στα φαινόμενα των Φαινομένων, απέναντι στο Καλειδοσκόπιο Μαντόνα, απέναντι στον Θρυμματισμένο Καθρέφτη Μαντόνα, απέναντι στην Λερναία Ύδρα Μαντόνα, ναι, πώς να μην συγκλονιστείς, και πώς να μην συγκινηθείς μάλιστα, όταν τη βλέπεις να επιβιώνει, να υφίσταται και να ανθίσταται, τόσες δεκαετίες, να το παλεύει, να μην το βάζει κάτω, να μάχεται με νύχια και με δόντια, κυριευμένη σύγκορμη από το παλλόμενο πάθος της παραμονής στο προσκήνιο, κυριαρχημένη ολόκληρη από τη μανία να αποδεικνύει συνεχώς ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, ότι μοχθεί να δείξει ότι όχι μονάχα υπάρχει όντως αλλά και ότι προσφέρει στην ανθρωπότητα άλλοτε τον επεξεργασμένο έως πλαστικής αηδίας ερωτισμό της και άλλοτε την στοργή και την τρυφερότητά της εν είδει παιδικών βιβλίων με ζωγραφιές; Πώς να αρνηθείς ότι αυτό το κορίτσι, η θυγατέρα του ιταλοαμερικανού Σίλβιο Τόνι Τσικόνε, μηχανικού της Chrysler, και της γαλλοκαναδέζας Μαντόνας Λουίζ Φορτέν, μπόρεσε σε χρόνο ρεκόρ να φτάσει στην κορυφή (την από την ίδια προσδιορισμένη κορυφή, και όχι την κορυφή όπως την εννοεί ο λάτρης του Τομ Γουέιτς, αίφνης, ή της Κικής Δημουλά ο αναγνώστης), και να κατοικοεδρεύσει εκεί για μια εικοσαετία και βάλε; Πώς να μην λάβεις υπόψη σου ότι μεγάλωσε με άλλα εφτά αδέλφια, ότι έχασε τη μάνα της το Δεκέμβριο του 1963, όταν η εν λόγω μάνα ήταν μόλις τριάντα χρονών, και η ίδια η κοπελίτσα μόλις πέντε, με άλλα λόγια είδε, γνώρισε, γεύτηκε από τόσο μικρή ηλικία το φάσμα της φθοράς, το κατάμαυρο ουράνιο τόξο της απώλειας και τον τρόμο του κενού και του χαμού; Πώς να μην κάτσεις να σκεφτείς ότι το πείσμα της κοπελίτσας θα πρέπει να ήταν ισχυρό, κι αυτό είναι αρετή, μιας και έπεισε τον πατέρα της να της επιτρέψει να αφήσει τα υποχρεωτικά σε όλα τα παιδιά της οικογένειας μαθήματα μουσικής και να κάνει μαθήματα χορού, και μάλιστα θα πρέπει αυτό το πείσμα να το συνόδευε, και να το συνοδεύει ακόμη, ένα πανίσχυρο ένστικτο όπως μας αποδεικνύει το γεγονός ότι τα πήγε περίφημα στον χορό, ότι δασκάλα της έγινε η θρυλική Μάρθα Γκράχαμ, ότι τη δέχτηκε ο επίσης θρυλικός Άλβιν Έιλι στα μπαλέτα του, και ότι μέχρι σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό της επιτυχίας της βασίζεται στις χορευτικές της δεξιότητες;

Για να δούμε μερικές άλλες αποδείξεις περί υπάρξεως και μη υπάρξεως της Μαντόνας: το εν λόγω ένστικτο της ψιθυρίζει πειστικά, και ενώ η σταδιοδρομία της στο χορό προμηνύεται λαμπρή, να στραφεί και πάλι στη μουσική. Σχηματίζει πρόσκαιρες μπάντες («Breakfast Club», «Emmy»), και παίζει σε κλαμπάκια της μόδας, ιδίως στη νεοϋορκέζικη «Danceteria». Υπογράφει συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Sire Records, γράφει το χιτ «Everybody», το βλέπει να σκαρφαλώνει στο τσαρτ του Billboard, αλλά, και ιδού η πρώτη τάση ανυπαρξίας, επειδή το άσμα σημειώνει επιτυχία στους σταθμούς που παίζουν R&B και πολλοί ακροατές νομίζουν ότι η Μαντόνα είναι αφροαμερικανή, όταν κυκλοφορεί το σινγκλ δεν υπάρχει φωτογραφία της και η τραγουδίστρια περιορίζεται για ένα διάστημα, και κατ’ εντολήν της εταιρείας, στη σκιά της αφάνειας για να μη χαθεί το αυξανόμενο μαύρο κοινό της! Αμέσως μετά, οι πανέξυπνοι image makers θα της προσδώσουν την εικόνα ενός (του πρώτου από τα δεκάδες) υβριδίου, κάτι ανάμεσα σε πανκ και ποπ, και με το στυλ αυτό θα κάνει το «Madonna», το πρώτο της άλμπουμ, στα 1983. Και θ’ αρχίσει να κατακτά τον κόσμο!

Η πλαστικούρα και ό,τι ψεύτικο, τα έντονα βαμμένα μαλλιά, τα σκουλαρίκια δώθε-κείθε, τα μισοσκισμένα ρούχα, το κάτι μεταξύ βαμπ και Λολίτας, οι ζαρτιέρες αλλά και τα σοσόνια, το «Like a Virgin» αλλά και το «True Blue», οι απανωτές εμφανίσεις στο MTV αλλά και η αρχή μιας κινηματογραφικής καριέρας με το «Αναζητώντας απεγνωσμένα την Σούζαν», οι αλλεπάλληλες υποψηφιότητες για κάθε λογής βραβεία και οι πάμπολλες βραβεύσεις, το κοριτσομάνι που ντύνεται, στολίζεται και φέρεται όπως ντύνεται, στολίζεται και φέρεται κάθε φορά η Μαντόνα, η δημοσίευση γυμνών φωτογραφιών στο Playboy και το Penthouse, ο έρωτας και ο γάμος με το πολυτάλαντο παλικάρι, τον Σον Πεν, στα εικοστά έβδομα γενέθλιά της, στις 16 Αυγούστου του 1985, τα δίκαια μπουνίδια του αψίκορου Σον κατά των αδιάκριτων παπαράτσι, και ενίοτε κατά της ίδιας της Μαντόνας, το διαζύγιο τέσσερα χρόνια μετά, η προτροπή του Πάπα αυτοπροσώπως να μην πηγαίνουν οι πιστοί στις συναυλίες της «βλάσφημης», «έκφυλης», «υβρίστριας» τραγουδίστριας, και το ανάθεμα από το Βατικανό κατά του άλμπουμ «Like a Prayer», ο ρόλος της Breathless Mahoney στο πλευρό του Γουόρεν Μπήτυ, στο φιλμ «Dick Tracy», και ο εφήμερος ερωτικός δεσμός της με τον γοητευτικό αστέρα (ο οποίος, μιμούμενος ίσως τον Τζακ Λέμον όταν αποφάνθηκε ότι το να φιλάς την Μέριλιν είναι σαν να φιλάς τον Χίτλερ, δήλωσε ότι η Μαντόνα είναι ανύπαρκτη δίχως τις κάμερες και τους προβολείς), η κυκλοφορία του άλμπουμ «Immaculate Collection» που ευφυώς η Μαντόνα αφιέρωσε στον «ιερό εμπνευστή της», τον Πάπα, και το ντοκιμαντέρ «Στο κρεβάτι με τη Μαντόνα», ιδού συνοπτικά ο πρώτος γύρος του ματς της Μαντόνας στο ρινγκ της επιβίωσης, της επιτυχίας, της επιμονής, της επικράτησης. Είναι Λέων, λιοντάρι, και ξέρουμε ότι τα λιοντάρια είναι ικανά να κάνουν τα πάντα, να δώσουν λυσσαλέες μάχες για να κερδίσουν όλους τους πολέμους, για να παραμείνουν οι βασιλιάδες αυτών των τεσσάρων «επί»! Η Μαντόνα δείχνει, συνεχώς, ικανή ακόμα και να πάψει να υπάρχει για να μπορέσει να… υπάρξει. Είναι ικανή να εξαφανίσει τον εαυτό της για να τον αντικαταστήσει από έναν άλλο εαυτό χάριν της επιβίωσης, να εξαφανίσει αυτόν τον δεύτερο εαυτό για έναν τρίτο όταν το προστάζουν κάποιες ύψιστες πιθανότητες επιτυχίας, τον τρίτο για έναν τέταρτο προκειμένου να εγκωμιαστεί η επιμονή της, και για έναν πέμπτο που θα την ανεβάσει στα τάχατες γαλήνια βάθρα της επικράτησης. Αλλά, και χίλιες φορές αλλά, είναι ύπαρξη αυτό; Είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, όπως θα αναρωτιόταν και ο Νίτσε; Εντέλει, ζωή είν’ αυτή; Ποιος ξέρει; Ίσως η ίδια. Ίσως ούτε καν η ίδια. Ίσως κάποιος, ένας μονάχα, άγνωστός μας, που κάποτε την αγάπησε βαθιά, κάποιος που κάποτε κι εκείνη επέτρεψε στον εαυτό της να τον αγαπήσει βαθιά.

Εντωμεταξύ, αδιαφορώντας εμφανώς για τέτοια ψιλά γράμματα, η ναυαρχίδα Μαντόνα ακάθεκτη συνεχίζει να παίζει και να κερδίζει. Ηχογραφεί το «Erotica», που κάνει τους όντως ερωτευμένους να καγχάζουν, και γράφει το «Sex», που κάνει όσους κάτι ξέρουν από αυτά τα πράγματα να σκάνε στα γέλια επί μήνες. Κυκλοφορεί το «Bedtime Stories», θαρρείς για να μας αποδείξει παταγωδώς ότι δεν ανήκει στη φυλή όσων θεωρούν ότι τα μεγαλοφυέστερα έπιπλα που έπλασε ποτέ η μεγαλειώδης ανθρώπινη επινοητικότητα δεν είναι παρά το τραπέζι και το κρεβάτι, αν ξέρεις βέβαια τι μπορείς να κάνεις μ’ αυτά. Παίζει (τρόπος του λέγειν) στην «Εβίτα», παίζει (όντως, και θαυμαστά, αλλά φαίνεται ότι δαμάστηκε από τον πανούργο σκηνοθέτη) στο εκπληκτικό «Επικίνδυνο Παιχνίδι» του Έιμπελ Φεράρα, τσιμπολογάει ένα Grammy από δω, μια Χρυσή Σφαίρα από κει, παντρεύεται πιο πέρα (κυριολεκτικώς «πιο πέρα») τον Γκάι Ρίτσι, γεννάει τη Λούρδη, το ρίχνει στη γιόγκα, αρχίζει να μελετάει την Καμπάλα, αλλάζει όψη και στυλ και χτένισμα και βλέμμα καμιά τριανταριά φορές, βγάζει άλμπουμ που έχουν τεράστια επιτυχία και, συνάμα, μας είναι παντελώς αδιάφορα, όπως το προχθεσινό «Confessions on a dance floor» που μας γυρίζει στις πιο απεχθείς στιγμές της πιο απεχθούς ηλεκτρο-δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι-και-γιατί-ποπ, αποδεικνύει για μιαν ακόμα φορά, λες κι αυτό είναι η ουσία και το νόημα και το άπαν και το απόλυτο της ζωής, ότι ξέρει να επιβιώνει, και χάνεται, ελπίζω για πάντα, από τη μνήμη, τη ζωή, το ήθος, την αισθητική και τα πολύτιμα, ακόμα κι αν χάνονται μες στις αναθυμιάσεις του ουίσκι ή κάτω στις ακτές της τεμπελιάς, εικοσιτετράωρά μας. Αντίο, Μαντόνα, είτε υπήρξες, είτε όχι! Αντίο, πρωταθλήτρια της επιβίωσης! Αντίο, όποια κι αν ήσουν! Αντίο, όποια κι αν θέλεις, ή θαρρείς ότι θέλεις, να είσαι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: