Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Jim Morrison 40 Years Ago

Doors

Τζιμ Μόρισον: Ο Φλεγόμενος Διόνυσος

 

 ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

[γραμμένο το 2003]



Στο επίσημο βιογραφικό του, γραμμένο από τον ίδιο το 1966, ο άνθρωπος που θα γιόρταζε πριν από μερικές εβδομάδες τα εξηκοστά του γενέθλια, ένας θρύλος εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο πιο διονυσιακός σταρ του ροκ, ο ποιητής Τζιμ Μόρισον γράφει: Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον, γεννημένος στις 8 Δεκεμβρίου του 1943, στη Μελβούρνη της Φλώριδας, χρώμα μαλλιών καστανό, οφθαλμών γαλάζιο, γονείς κι αδέλφια όλοι νεκροί, ζει στο Λόρελ Κάνιον, είναι ωραία εκεί τη νύχτα, άγαμος, τραγουδιστής, αγαπημένα του συγκροτήματα οι Beach Boys, οι Kinks, και οι Love, αγαπημένοι του τραγουδιστές ο Έλβις Πρίσλεϊ και ο Φρανκ Σινάτρα, αγαπημένοι του ηθοποιοί ο Τζακ Πάλανς και η Σάρα Μάιλς, είναι κρεοφάγος, στην τηλεόραση του αρέσει να βλέπει τις Ειδήσεις, του αρέσουν οι ιπποδρομίες, του αρέσει να κολυμπάει, το αγαπημένο του χρώμα είναι το τουρκουάζ, σε μια γυναίκα προσέχει τα μαλλιά, τα μάτια, τη φωνή, το βάδισμα, όταν βγαίνει με μια κοπέλα πάνω απ’ όλα του αρέσει να συζητάνε, φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει ταινίες.

Η Αμερική ήταν ανέκαθεν δημοκρατία. Ωστόσο, έχει να επιδείξει πολύ περισσότερους βασιλιάδες από κάθε άλλη χώρα. Ο Τζιμ Μόρισον, λίγα χρόνια μετά τον Βασιλιά Έλβις, τον αδιαμφισβήτητο Βασιλιά του Ροκ εντ Ρολλ, στέφθηκε Βασιλιάς του Οργασμικού Ροκ και Βασιλιάς του Λυσεργικού Λυρισμού. Όπως οι μισοί γιοι αξιωματικών και οι περισσότεροι γαλανομάτες που σέβονται τον εαυτό τους, ο Τζιμ από μικρός ήθελε να αναστατώσει ό,τι φαινόταν ασφυκτικά οργανωμένο γύρω του, ήθελε να διαβρώσει ό,τι ήταν συμπαγές, ήθελε να προκαλέσει, όπως ο πιο γνήσιος πρόγονός του, ο Αρθούρος Ρεμπώ, την απόλυτη και λυτρωτική διασάλευση των αισθήσεων. Κάτι που επιχείρησε να το κάνει με τη συμβολή των παραισθήσεων και με την όσο λιγότερο συστηματική γινόταν, ακόμα και ολέθρια, ερωτοτροπία του με την ποίηση. Διάβαζε Φρειδερίκο Νίτσε, Άλντους Χάξλεϊ, Λουί Φερντινάν Σελίν, και Κάρλος Καστανέντα. Και κατέγραφε, σ’ ένα μαύρο δερματόδετο σημειωματάριο Moleskine, τις φράσεις που τον συγκλόνιζαν, μαζί με θραύσματα ονείρων, θρύψαλα αναμνήσεων, θρύμματα στοχασμών πάνω στη ζωή, στο θάνατο, στην ποίηση. Από αυτό το σημειωματάριο θα αντλεί πάντα στίχους, ιδέες, σπαραγμένες φράσεις, προκειμένου να συνθέσει τα τραγούδια και τα ποιήματα που του χάρισαν την αίγλη και την αθανασία.

Το 1965, ο Τζιμ σπουδάζει κινηματογράφο στο περίφημο UCLA. Τον Ιούλιο, στην παραλία Βένις, συναντάει τυχαία έναν διοπτροφόρο μανιακό των βιβλίων και του κινηματογράφου, ο οποίος είχε σπουδάσει οικονομικά και προοριζόταν να γίνει λαμπρός τραπεζίτης. Η Μοίρα καμιά φορά θα πρέπει να ανταλλάσσει θερμές χειραψίες με τον εαυτό της για τις αναπάντεχες συναντήσεις που έγιναν στην πολύχρωμη σκιά της. Οι δύο νεαροί, ο Τζιμ Μόρισον και ο Ρέι Μάνζαρεκ, θα χαθούν σε μια πολύωρη συζήτηση, κάτι ανάμεσα σε παραλήρημα και αιφνίδιες λάμψεις ποιητικού στοχασμού. Κάποια στιγμή, ο Τζιμ θα γονατίσει στην άμμο και με μιαν ουρανομήκη φωνή θα αυτοσχεδιάσει ένα τραγούδι-ποίημα. «Lets swim to the moon/ Lets climb through the tide/ Penetrate the evenin’/ That the city sleeps to hide» (Έλα, στο φεγγάρι να κολυμπήσουμε/ στην παλίρροια να παλέψουμε/ τη νύχτα να διαπεράσουμε/ όταν η πόλη για να κρυφτεί κοιμάται). Ο Μάνζαρεκ, έκθαμβος, θα πει: Δεν είχα ξανακούσει τίποτα παρόμοιο στη ζωή μου. Του είπα, ‘Να φτιάξουμε μια μπάντα και να βγάλουμε ένα εκατομμύριο δολάρια’. Κι ο Τζιμ κατένευσε, ‘Ναι, ας το κάνουμε’».

Σε χρόνο μηδέν θα στηθεί ένα από τα σημαντικότερα γκρουπ όλων των εποχών. Ο Μάνζαρεκ θα αναλάβει τα πλήκτρα. Ο Ρόμπερτ Κρίγκερ, τις κιθάρες. Ο Τζον Ντένσμορ τα κρουστά. Ο Τζιμ Μόρισον, θα είναι η Φωνή της Ποίησης, θα είναι η εύφλεκτη ύλη, το καύσιμο της μπάντας. Θα δώσει στο γκρουπ το όνομα The Doors, εμπνευσμένος από το πόνημα του Άλντους Χάξλεϊ «The Doors ofPerception» (Οι Θύρες της Ενόρασης). Και για μια πενταετία, θα ανάψει φωτιές απ’ τις δικές του φλόγες, αυτές που άρχισαν να τον καίνε από την εφηβεία και δεν έπαψαν δευτερόλεπτο να τον πυρπολούν. Μάρτυρας και  του διαιθυλαμιδίου του λυσεργικού οξέος, του διαβόητου LSD, αυτού του παρασκευάσματος που έμελλε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης φλεγόμενης γενιάς, ο Τζιμ θα εμπνέεται το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Οι παραισθήσεις θα είναι η καθημερινότητά του. Και ο κίνδυνος. Το χόμπι του θα είναι να πηδάει από μπαλκόνια πάνω σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Αιώνιος έφηβος, ο Μόρισον θα ταιριάζει τις αμυχές της ψυχής του με τις ουλές, τα γδαρσίματα και τους μώλωπες σε χέρια, γόνατα και πλευρά. «Ο ποιητής γράφει την ιστορία του σώματός του», καθώς έλεγε ο Θόροου. «Οι τίγρεις της υπερβολής είναι σοφότερες από τα άλογα της σύνεσης», είχε διακηρύξει ο Γουίλιαμ Μπλέικ. «Η διάσταση της υπερβολής λαμπρύνει τη ζωή», μπόρεσε να αποφανθεί ο Νίκος Καρούζος. Στο τρίστρατο αυτό, έδρασε και δημιούργησε ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον.

Το φθινόπωρο του 1966, οι Doors θα ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ. Ο Τζιμ θα τραγουδήσει το κλασικό πια «The End», σ’ ένα στούντιο μεθυσμένο όλο από τεκίλες, τζιν και ουίσκι, ενώ ο παραγωγός, ο Πολ Ρότσιλντ, θα έχει σβήσει όλα τα φώτα και θα έχει ανάψει κεριά. Η επιτυχία είναι άμεση. Ο Τζιμ θα κουρέψει τα ατίθασα μαλλιά του. «Κάνε με να μοιάζω με τον Μεγαλέξανδρο», θα πει στον κομμωτή. Η αιώνια ερωμένη του, η καλλονή Πάμελα Κάρσον, θα τον πείσει να πετάξει τα μπλουτζίν και να φορέσει μαύρα δερμάτινα. Ο τρόπος ζωής είναι ταυτόσημος με τον τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών. «Μ’ αρέσουν οι ιδέες που διαβρώνουν ή ανατρέπουν την καθεστηκυία τάξη», θα πει ο Τζιμ. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτε άλλο εξόν από την εξέγερση, την αταξία, το χάος – ιδίως οι δραστηριότητες που φαινομενικά δεν έχουν νόημα. Αυτός θαρρώ είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ελευθερία. Η εξωτερική εξέγερση είναι ένας τρόπος να κατακτήσεις την εσωτερική ελευθερία. Αντί ν’ αρχίσω απ, το μέσα, εγώ αρχίζω απ’ το έξω. Φτάνω στο πνευματικό μέσω του σωματικού». 

Η μουσική, οι καταχρήσεις, οι γυναίκες. Αυτό είναι το σύμπαν των ποιητών. Η Πάμελα θα είναι διαρκώς στο πλευρό το Μόρισον. Αλλά ο Τζιμ «Ρεμπώ» Μόρισον θα απολαύσει την αγκαλιά τόσων άλλων γυναικών-θρύλων. Την αγκαλιά της Εύας Μπάμπιτζ, μιας άλλης καλλονής που κατέκτησε την αθανασία όταν φωτογραφήθηκε καθισμένη γυμνή στη σκακιέρα με αντίπαλο τον κουστουμαρισμένο Μαρσέλ Ντυσάν. Την αγκαλιά της ιέρειας των Velvet Underground, της περιλάλητης Νίκο. Την αγκαλιά της Πατρίσια Κένελι, με την οποία μάλιστα θα τελέσει έναν κελτικό γάμο, πίνοντας κρασί από ένα δισκοπότηρο, φορώντας μαύρους μανδύες, ενώνοντας το αίμα τους. Την αγκαλιά της Τζάνις Τζόπλιν, που από τα είκοσι εφτά της χρόνια συγκλονίζει με την παντοδύναμη και τόσο εύθραυστη φωνή της τους λειμώνες τ’ ουρανού.

Μια πενταετία σπαρμένη θαύματα, μια πενταετία σπαρμένη μάγια. Τα τραγούδια του Τζιμ τα έχουμε χορέψει όλοι. Το «L.A Woman», το «Light my fire», το «When the musics over», το «People are strange», το «Spanish Caravan», το “Alabama song», το «Lost little girl», το κύκνειο άσμα «Riders on the storm», όλα, μα όλα, κλασικά αριστουργήματα πια! ΟΛΑ!!! Και όλη η νεολαία πάλλεται στους ρυθμούς που της προσφέρει ο Τζιμ Μόρισον και η παλιοπαρέα του. Στις συναυλίες των Doors επικρατεί πανδαιμόνιο. Ο Τζιμ ξεσπάει σε παραληρήματα ανάμεσα στα δαιμονιακά αρπίσματα του Κρίγκερ, τα διονυσιακά τύμπανα του Ντένσμορ, την ελεγχόμενη τρέλα των που εκχέει μαγικά το αρμόνιο του Μάνζαρεκ. Μια πρωτιά για τον Τζιμ: είναι ο πρώτος ροκ σταρ που συνελήφθη επί σκηνής. Είναι στο Νιου Χάβεν, την επομένη των γενεθλίων του, στα είκοσι τέσσερά του χρόνια, θα καθυβρίσει έναν αστυνομικό, και τα όργανα της τάξης θα σπεύσουν να του περάσουν χειροπέδες. Λίγο πριν είχε πετάξει σ’ έναν σκουπιδοτενεκέ μια υπερπολυτελή πανάκριβη τηλεφωνική συσκευή που του δώρισε ο Άντι Γουόρχολ. Το FBI, ανήσυχο από τα κατορθώματά του, θα του ανοίξει φάκελο. Τα τραγούδια του θα σκαρφαλώνουν στο Τοπ 10, ενώ ο ίδιος θα καταβυθίζεται στα ερέβη της απελπισίας, της μοναξιάς, της τρέλας.

Την 1η Μαρτίου του 1969, στο Μαϊάμι, ο Τζιμ θα οδηγήσει τους Doors στον όλεθρο, θαρρείς για να απαλλαχτεί από τον ίδιο του το θρύλο, να αρμενίσει ελεύθερος στην ταραγμένη θάλασσα της Ποίησης. Ανοίγει τη συναυλία με το θαυμάσιο «Break on through», αλλά σταματάει απότομα να τραγουδάει και ξεσπάσει σε ένα παραλήρημα, αναμφισβήτητα το μακρύτερο και το πιο ασυνάρτητο στην ιστορία του. Ο Μόρισον μιλάει ατελείωτα, απευθυνόμενος στο κοινό. Σπαράζει, εξομολογείται, επιτίθεται, καταρρέει, τινάζεται πάλι όρθιος, αγριεύει, ωρύεται, ψιθυρίζει, ουρλιάζει, ψελλίζει. Σαν το θεατρικό «Βρίζοντας το Κοινό» του Πέτερ Χάντκε. Και αρχίζει να πετάει τα λιγοστά του ρούχα. Το ξέσπασμα βαστάει εξήντα πέντε ολόκληρα λεπτά!

Η δίκη γι’ αυτά τα 65 λεπτά θα διαρκέσει δεκαοχτώ μήνες. Ο Τζιμ καταδικάζεται για προσβολή δημοσίας αιδούς, διατάραξη της τάξης, κι ένα σωρό άλλα, σε καταναγκαστικά έργα και κάθειρξη. Θα ασκήσει έφεση, η οποία όμως δεν έμελλε να εκδικαστεί ποτέ. Το Παρίσι και ο Θάνατος θα αθώωναν για πάντα τον Διόνυσο του Ροκ. Ήδη έχουν αναχωρήσει για το Μεγάλο Ταξίδι οι άλλοι ταραξίες: η Τζόπλιν, ο Τζίμι Χέντριξ, ο Μπράιαν Τζόουνς των Rolling Stones, ο Αλ Γκρην των Canned Heat – όλοι στα είκοσι εφτά τους χρόνια. Εκατόμβη! Ο Τζιμ θα ηχογραφήσει ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία του ροκ, το «L.A. Woman», θα αγκαλιάσει και πάλι την Πάμελα και, στις 14 Φεβρουαρίου, την Ημέρα των Ερωτευμένων, του 1971, θα φύγει για το Παρίσι, την Πόλη των Ερωτευμένων. Ο Τζιμ γράφει σπαράγματα ποιημάτων, κάνει παρέα με την εικαστικό και συγκλονιστική σκηνοθέτιδα Ανιές Βαρντά και τον φωτογράφο Αλαίν Ρονέ, συχνάζει στα δύο αγαπημένα του μέρη: στα βιβλιοπωλεία και στα μπαρ. Στις 2 Ιουλίου θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Στην μπανιέρα του ενδιαιτήματός του. Ο θάνατός του αποτελεί μυστήριο. Τα τελευταία του λόγια, σύμφωνα με μια εκδοχή, θύμιζαν πολεμικό ανακοινωθέν γραμμένο από τον Ουίλλιαμ Μπάροουζ: «Έσχατες λέξεις. Έσχατες λέξεις. Τέλος». Στις 8 Ιουλίου, ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον θα θαφτεί στο Περ-Λασέζ ανάμεσα σε κάμποσους από τους πιο συγκλονιστικούς ποιητές όλων των εποχών. Δέκα χρόνια μετά, ένας ανώνυμος Γιουγκοσλάβος θα κοσμήσει το μνήμα του με το διάσημο πέτρινο μπούστο του Τζιμ και την αρχαιοελληνική φράση: «Κατά τον δαίμονα εαυτού».

Το 1987, θα βρεθεί στο Σαν Φρανσίσκο ένα χρηματοκιβώτιο. Έχει την επιγραφή «Σαγήνη 127», την οποία ουδείς έχει αποκρυπτογραφήσει μέχρι σήμερα. Περιέχει έναν μικρό θησαυρό: ποιήματα, φωτογραφίες, σημειώσεις, τραγούδια του Τζιμ Μόρισον. Κι ένα σημείωμα που είναι θαρρείς η τραγική επιτομή της τόσο σύντομης ζωής του: «Πίνω για να μπορώ να μιλάω στα καθάρματα. Και σ’ εμένα τον ίδιο».