Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Μες στη Τσέπη το Βιβλίο


[Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, 90,4 FM και www.kanaliena.gr στις 12 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα]

Radio_251109

Μες στην Τσέπη το Βιβλίο

Λέγαμε κι από παλιά ότι μια πόλη που δεν έχει σιδηροδρομικό σταθμό και όπερα δεν είναι πόλη. Είχα ακούσει τον Noam Chomsky, κι ας θυμηθούμε ότι γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1928, να μιλάει για πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών που δεν έχουν ούτε ένα βιβλιοπωλείο, ούτε έναν κινηματογράφο, ούτε ένα θέατρο~ πόλεις με πληθυσμό πάνω από μισό εκατομμύριο ψυχές!
Χθες, συναχθήκαμε μες στο θάλπος του Βιβλιοπωλείου Θυμέλη, στον Πειραιά, στην Ανδρούτσου, ανάμεσα στη Λεωφόρο του Λαμπράκη και σ’ εκείνη των Ηρώων Πολυτεχνείου. Μίλησε ο Μισέλ Φάις και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Διάβασε διαλεγμένα και διαλεχτά κομμάτια από το έργο του Φάις η Αλεξία Καλτσίκη, υποβλητική ηθοποιός, εσκεμμένα τόνων χαμηλών ώστε το ξέσπασμα όταν έρχεται να συγκλονίζει (μου θύμισε το υπόγειο/συγκρατημένο/συγκροτημένο παίξιμο του Bruno Ganz). Κόσμος πολύς και εκλεκτός. Η φιλοξενία υποδειγματική. Τα όσα ειπώθηκαν, ανάμεσα στον Χατζηβασιλείου και τον Φάις, σε έναν ανοιχτό διάλογο, μέσα από τον οποίο ανασυναρμολογήθηκε και μας παρουσιάστηκε μεστά σύνολο το έργο του Φάις, ήσαν σημαντικά, όχι μονάχα για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ της Λογοτεχνίας, αλλά και για όλους όσοι «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», ανησυχούν για όσα διαδραματίζονται γύρω μας και εντός μας, για την ολοένα και πιο οδυνηρή απώλεια κάθε ταυτότητας, είτε κοινωνικής είτε προσωπικής, και την πότε μεθοδική/συστηματική και πότε σπασμωδική/άτσαλη, πάντως πάντα εναγώνια προσπάθειά μας να περάσουμε ξανά από το φαίνεσθαι στο είναι, από το χάος της μοναχικότητας στο θάλπος του ανήκειν και του συνανήκειν.
Οι φιλόξενοι, πατήρ και υιός της Θυμέλης, έβαλαν ένα στοίχημα, λογοπαίζοντας εύστοχα: ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον Πειραιά, το φάντασμα της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας. Ή, όπως το λέμε συχνά-πυκνά εδώ στο Κανάλι, να γίνει και πάλι ο Πειραιάς πόλος έλξης θελκτικής, να έρχονται από τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι, από το Μαρούσι και το Χαλάνδρι, από παντού, φιλότεχνοι και φιλόμουσοι, για να συμμετάσχουν στην συνενοχή ανθρώπων όπως αυτοί της Θυμέλης, της Βιβλιοφιλικής Εταιρείας, ή της Αίθουσας Τέχνης Γαία, ή αυτοί που θα κάνουν το Δημοτικό Θέατρο να λάμψει εκ νέου.
Χθες, Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, στο θάλπος της Θυμέλης, ακούγοντας τον Φάις και τον Χατζηβασιλείου, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό βλέποντας την Αλεξία να ερμηνεύει τη Ρούσκα, παίρνοντας μια συγκλονισμένη (και επίτηδες δεν λέγω «συγκλονιστική») πρώτη ιδέα από τα «Πορφυρά Γέλια», το νέο μυθιστόρημα του Φάις που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, μια πρώτη ιδέα που εμέ μου φάνηκε σαν κεραυνός σε slow motion, ακούγοντας επίσης τον Γιάννη Καραλόγο, βλέποντας τα βλέμματα όσων ήσαν εκεί, αισθάνθηκα και πάλι και ξανά ότι τίποτα δεν παίχτηκε μια για πάντα, ότι οι πόλεις, ο Πειραιάς, ξέρουν να βρίσκουν τις ανάσες τους, να βγαίνουν απ’ το τέλμα, να λάμπουν στον αφρό των ημερών και μέσα απ’ τις ομίχλες των καιρών.
Ας ξανακάνουμε το βιβλίο οξυγόνο αντιδιαστολής, όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος για την ποίηση. Ας γυρίσουμε χαμογελώντας στις κόγχες της εφηβείας μας, τότε που γυρνούσαμε στα τσιπουράδικα και στα ουζεριά πάντα μ’ ένα βιβλίο στου αμπέχονου ή στης πατατούκας ή στης καμπαρντίνας την τσέπη. Πολλά μεγάλα κόλπα άρχισαν απ’ τα κάτω, λέγαμε παλιά, και δεν είχαμε άδικο. Βιβλίο στην τσέπη, δυο-τρεις ώρες Bach και Μπάτης, Vivaldi και Βαμβακάρης, Paganini και Πάνου, μια βόλτα συχνά-πυκνά απ’ τη Θυμέλη, ένα πέρασμα από τη Γαία, και η πόλη αρχίζει να ομορφαίνει πάλι, γιατί ομορφαίνουμε εμείς!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟ


[Σήμερα, όπως και κάθε μέρα πλέον, στις 12 παρά δέκα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ο Μπαμπασάκης στο Πεντάλεπτο Ραδιοχρονογράφημά του!]



Οι Σημαίες της Ανατολικής Γερμανίας και ο Χρήστος Βακαλόπουλος

Από το πασίγνωστο (και εφιαλτικό) «και οι τοίχοι έχουν αυτιά» έως το «και τα αυτιά σας έχουν τοίχους», εξίσου εφιαλτικό, δεν υπάρχει παρά η απόσταση, αμελητέα ενίοτε, ανάμεσα στο τραγικό και στο ιλαρό. Μακριά τόσο από το τραγικό όσο και από το ιλαρό είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αυτά τα ψαχτήρια μέσα στο αχανές της σύγχρονης ζωής με τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της. Και δεν είναι διόλου κακό, άσκοπο ή κουραστικό να θυμίζουμε, ξανά και ξανά, ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι εκτός από θαυμαστοί είναι και πολύτιμοι, και εκτός από πολύτιμοι είναι και γοητευτικοί.
Προχθές, στην κλασική και καθιερωμένη Πορεία του Πολυτεχνείου οι κύριοι (και λέω «κύριοι» εσκεμμένα, καθότι δικοί μου σύντροφοι δεν είναι, ούτε καν συμπότες), του ΚΚΕ κρατούσαν και έσειαν υπερηφάνως σημαίες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της λεγόμενης Ανατολικής Γερμανίας. Στάχια, διαβήτης, σφυρί. Μάλιστα. Αλλά σήμερα; Είκοσι χρόνια μετά; Αυτοκριτική καμιά; Καμιά! Γνωστό από παλιά! Καμιά! Καμιά! Αυτοκριτική καμιά!
Δεν θα χρησιμοποιήσω τα λόγια κάποιου μεγάλου φιλοσόφου, κάποιου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής ή του ανθρώπινου νου, μήτε κάποιου μεγίστου κοινωνικού αναλυτή. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του (επίτηδες) ανώνυμου «ιδιωτικού ματιού», του Κοντινένταλ Οπ, αλιευμένα από το σπουδαίο μυθιστόρημα του Dashiell Hammett (1894-1961) «Η Κατάρα των Ντέην» (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα). Και προτού τα χρησιμοποιήσω, ας θυμίσω ότι ο Hammett, ο άνθρωπος που έγραψε το «Γεράκι της Μάλτας» και τον «Κόκκινο Θερισμό», ταλαιπωρήθηκε βάναυσα από τον μακαρθισμό ως κομμουνιστής. Τα λόγια, του Hammett/Κοντινένταλ Οπ, λοιπόν: «Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά, κι ας προσποιούνται όλοι ότι μπορούν. Η σκέψη είναι μια λειτουργία περίπλοκη. […] Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι επιμένουν τόσο πολύ στις πεποιθήσεις και τις απόψεις τους. Γιατί, σε σύγκριση με τον συμπτωματικό τρόπο που σχηματίζονται, ακόμα και οι απλοϊκότερες από αυτές παρουσιάζονται εξαιρετικά σαφείς, λογικές και αυταπόδεικτες. Κι αν απομακρυνθούν από αυτές, πρέπει να ξαναβουτήξουν στη θολούρα της ομίχλης για να ξετρυπώσουν κάποια άλλη, για να πάρει τη θέση της προηγούμενης».
Οι κύριοι του ΚΚΕ επιμένουν να αποδεικνύουν περίτρανα, και μάλιστα όχι μονάχα να το αποδεικνύουν αλλά και να το επιδεικνύουν, ότι δεν τους χρειάζεται η σκέψη, τους αρκεί να δεθεί το ατσάλι των πεποιθήσεων, κι ας έχουν γεράσει αγρίως οι εν λόγω πεποιθήσεις, κι ας είναι το ατσάλι τους πιο μαλακό κι από πλαστελίνη. Τίποτα δεν άλλαξε, επ’ ώμου της Λαϊκής Δημοκρατίας η σημαία, κι όλα καλά κι όλα δίχως σκέψη κι όλα ωραία!
Στους αντίποδες, ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993): μια μηχανή αναζήτησης, ένα εξαίσιο ψαχτήρι στις κόγχες των πόλεων, μόνιμος κάτοικος της Movieland και Radioville, ήξερε να σκέφτεται και να διαισθάνεται, να κάνει σλάλομ στα στερεότυπα, να διακρίνει στην Αριστερά ό,τι την έκανε Άξιο Στέκι όλων ημών των «ανήσυχων νιάτων», να μην αράζει σε κανέναν κομφορμισμό δεξιό ή αριστερό, να μην κουβαλάει καμία σημαία επ’ ώμου, να μην σείει καμία ατσαλωμένη βεβαιότητα. Αρθογράφος, σκηνοθέτης, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός, και πάνω απ’ όλα μια ζωντανή παρουσία στην Αγορά, στην Καλλιδρομίου, στις παρέες. Οι φίλοι του θα συναχθούμε σήμερα, Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου του 2009, στη γωνία Σόλωνος και Ασκληπιού, στο Feriale, το βραδάκι, δίχως πάνελ, δίχως εξέδρες, και θα διαβάσουμε, ο ένας στον άλλο, κι όλοι σε όλους, αγαπημένα αποσπάσματα από τα βιβλία του Χρήστου, και θα ακούσουμε τις μουσικές που αγαπήσαμε μαζί του. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 10/XI/09

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Κέρουακ


Bookpress1 [στο τεύχος που κυλοφορεί]:

Γιατί [να] Διαβάζουμε [ακόμη] Jack Kerouac;


Ο Τζακ Κέρουακ κέρδισε την εφηβεία μας, με τα συγκινημένα ποιήματά του (ποιήματα που διαβάζαμε σκόρπια, είτε από χειροποίητες εκδόσεις είτε καταφεύγοντας στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη, εκεί στην Μασσαλίας), έχοντας κατά νου κάποτε να αποκτήσουμε το On the Road και να ταξιδέψουμε στο αχανές των οριζόντων μαζί του, κι αυτό κάναμε, ο Γιάννης ο Τζώρτζης, ο ποιητής, που μάλιστα μετέφρασε κάμποσες σελίδες του Τζακ, και την Tristessa ολόκληρη, και μας κόλλησε, σ’ όλη την παλιοπαρέα τη φράση «αγνός και ανεξέλεγκτος», και σπεύδαμε όποτε τα καταφέρναμε, που σημαίνει όποτε η φλύαρη μέθη και η μεθυσμένη φλυαρία έστεργαν να μας το επιτρέψουν, όποτε καταφέρναμε, λοιπόν, σπεύδαμε κι αγοράζαμε κάθε βιβλίο του Τζακ που έφερνε ο αείμνηστος Θανάσης στη Φωλιά του Βιβλίου, και μετά πηγαίναμε φουριόζοι στον Μπερντέ, Ζωοδόχου Πηγής & Σόλωνος, κι ερχόταν και ο Μανώλης Νταλούκας εκεί, και ο Θοδωρής ο Κούτσης, και ο Βασίλης ο Τσαλής, και άλλα ανήσυχα πνεύματα, αλλά και σώματα, και πιάναμε τις μπίρες και τις σελίδες εναλλάξ, διάβασμα και ποτό, ξανά και ξανά, και σαν διαβάσαμε πια όλο το On the Road, αυτό το εκτυφλωτικό βελούδο, αυτές τις απανωτές φωτοβολίδες ευφροσύνης μες στον σκοτεινό ουρανό, αυτά τα ψιθυρισμένα ουρλιαχτά με σιγαστήρα, αυτά τα πηγαινέλα στην πελώρια Αμερική, αυτές τις σελίδες γεμάτες ένταση και ταχύτητα και τραχύτητα μα και τρυφερότητα και χάδια και αγκαλιές και φιλία, προπάντων και πανωαπόλα ΦΙΛΙΑ, με τα τρίμματα απ’ τις αλλεπάλληλες μηλόπιτες να είναι ό,τι πιο θελκτικό, και τα διπλόψωμα να μας κάνουν απλούς τη μια στιγμή για να ’ρθει το παραλήρημα κατόπιν και να μας ωθήσει σε σφαίρες παράνοιας άκακης, σε ακτές του νου που σάλευε έγχρωμος μες στου Κέρουακ το σαλεμένο σύμπαν, ναι, σαν τα διαβάσαμε όλ’ αυτά, και τα ξαναδιαβάσαμε, και τα διαβάσαμε ξανά, και πάλι τα διαβάσαμε, κι είπαμε ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΤΣΙ, κι είπαμε, ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ, κι είπαμε, ΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΟΛΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, κι αρχίσανε ταξίδια, μέσα κι έξω, και περιπέτειες του δρόμου, κι ο Τσαλής να φεύγει για το Βερολίνο και να μετατοπίζεται, όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Κέρουακ στον Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και να τρέχει με αεροπλάνα σακαράκες εκείνη την εποχή και ο Τζώρτζης εκεί, και να γράφουν ποιήματα γελώντας μεθυσμένοι με μπίρες και σναπς και παρέα με τον Ντένις Χόπερ, για σκέψου!, και ένα βράδυ γνωρίσαν και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, και ο Γκίνσμπεργκ είχε ξυρίσει τα θρυλικά του γένια κείνες τις μέρες, και του λέει ο Τζώρτζης, Άλλαξες Άλεν, και του λέει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ άλλαξες Yannis, και του λέει ο Τζώρτζης, Πώς το λες;, Πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και του απαντάει ο Γκίνσμπεργκ, Κι εσύ πού ξέρεις πώς ήμουνα;, και μετά είπαν πολλά και ήπιαν πολλά, και γνωρίστηκαν αληθινά, και ο Τζώρτζης επέστρεψε στην Αθήνα, ενθουσιασμένος, και μίλαγε συνέχεια, ακατάπαυστα, για τον Γκίνσμπεργκ, και για τον Μπάροουζ, και για τον Κέρουακ, ενώ ο Τσαλής είχε και πάλι μετατοπιστεί, και πάλι όχι και τόσο ανεπαισθήτως, από τον Πάπα Χεμ στον Νιλ Κάσαντι, το άλλο εγώ του Κέρουακ ήταν ο Νιλ, κι ο Κέρουακ τον έχει απαθανατίσει μ’ έναν αστερισμό ονομάτων (Vern Pomery Jr., Dean Pomery, Dean Pomeray Jr., Dean Moriarty, Cody Pomeray), και τους βαφτίσαμε, τους Τζώρτζη και Τσαλή, με γέλια ομηρικά Τζώρτζουακ και Τσάλαντι, κι έχουνε κυλήσει τριάντα χρόνια από τότε και τα παρωνύμια αυτά βαστάν ακόμη, και ενώ έχουμε περιπλανηθεί ώρες και μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια στα τοπία και τους κόσμους του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι και του Ντον Ντελίλο και της Πατρίσια Χάισμιθ και του Ντάσιελ Χάμετ και τόσων άλλων εξαίσιων εξαίρετων και έξοχων, ολοένα και ξανά και πάλι στον Κέρουακ επιστρέφουμε, αγνοί και ανεξέλεγκτοι, όπως και στους Αγίους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ από το πλάι μας ποτέ δεν λείπουν οι Καραμαζόφ του Φιοντόρ και στο γυλιό μας πάντοτε κουβαλάμε το Gravity’s Rainbow, με αέναα αιώνια άσματα να κάνουν σα μαγεμένο το μυαλό να φτερουγίζει ξαναμανακαιπάλι στου Κέρουακ τα κορφοβούνια και στου Κέρουακ την άδολη ανοιχτότητα, το άνοιγμα στο αίνιγμα που έλεγε κι η Μήτσορα, ενώ εμείς βροντοφωνάζαμε το ποίημα του Τζώρτζη «Εκεί που σταματάς μια νύχτα/ εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», κι αισθανόμασταν για άλλη μια φορά ευγνώμονες απέναντι στον Κέρουακ καθώς μας είχε συστήσει με τον πιο αλησμόνητο τρόπο τον άλλο της ζωής μας χθόνιο κολοσσό, τον άλλο που δεν έπαψε ποτέ να λάμπει, αγνός και ανεξέλεγκτος κι αυτός, αλλά και πάντοτε ανυπέρβλητα μεθοδικός, ο Τζέιμς Τζόις ο Ιρλανδός, απίστευτα επιβλητικός, χωρατατζής κι αυτός, να τους τρομάζει ακόμη όλους, «εγώ χαμογελώ κι εκείνοι χάνονται», όπως το έγραψε κι ο Τζώρτζης, και να κυλάν τα χρόνια και τα χιόνια του καιρού του αλλοτινού, και να χάνονται πολλά μες στη ιλύ της ύλης, πολλά να παίρνει ο άνεμος, όνειρα να γίνονται στάχτες, οράματα να τα τσακίζει του ρεαλισμού η βαριοπούλα, «σαχ και ματ κάνει πάντα η πραγματικότητα» να μας λέει ο Νίκος Καρούζος, αλλά πολλά μάς έμειναν, πολλά να είναι και σήμερα ανοξείδωτα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το ότι καταφεύγουμε συχνά πυκνά στου Κέρουακ το κονάκι, στου Τζακ τη θέρμη και το θάλπος, εκεί, ναι, καταφεύγουμε.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ανήμερα του Τζακ, 21/10/2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η Στήλη του Ιωάννη Παπασπύρου


Ζούμε ανάμεσά τους
Μια σύντομη ανάγνωση της Λευκής Κορδέλας του Μίκαελ Χάνεκε

Στην εισαγωγή της ταινίας ο αφηγητής εξηγεί ότι η ιστορία που θα δούμε πιθανόν και να αποδειχθεί ελαφρώς ελλιπής, πέρασαν άλλωστε τόσα χρόνια, ορισμένα περιστατικά του τόπου και του χρόνου εκείνου, ωστόσο, καλό θα ήταν να ειπωθούν.
Σε μια πανέμορφη ασπρόμαυρη ύπαιθρο, σ’ ένα μικροσκοπικό και απομονωμένο χωριό, το έναυσμα για την κούρσα της μοχθηρίας το δίνουν δύο περιστατικά: η καταστροφή μέρους της σοδειάς του Βαρώνου και η κακοποίηση του παιδιού τους από αγνώστους. Άπαντες λοιπόν μαζεύονται πάραυτα στην εκκλησία και παρουσία του ίδιου του Βαρώνου και, βεβαίως, του Πάστορα, οι κατηγορίες εκσφενδονίζονται προς μία και μοναδική κατεύθυνση της ιεραρχίας, προς τα κάτω φυσικά. Σ’ ένα ασφυκτικό σύμπαν εξάρτησης, αναγκαιότητας, υποτέλειας και ενδοοικογενειακών ραβδισμών προς παραδειγματισμό η ιστορία παύει έκτοτε, εξ αρχής δηλαδή, να είναι μυστηριώδης. Εδώ τα νοσήματα μεταδίδονται με τη βραδύτητα της εναλλαγής γενεών, χέρι με χέρι, απιστία προς απιστία, προδοσία προς προδοσία.
Η λύτρωση δεν είναι το ζητούμενο, γι’ αυτό μας διαβεβαιώνουν οι ενήλικες ήρωες κλαδεύοντας την παιδικότητα, τις ορμές και την περιέργεια των τέκνων τους, ήτοι κλαδεύοντας το μέλλον. Εδώ το αίσθημα της (συν)ενοχής φτάνει και περισσεύει για όλους, τόσο που οι ένοχοι δεν είναι καν ανάγκη να βρεθούν, κι έτσι στην πράξη ουδείς ενδιαφέρεται να τους εντοπίσει. Δεν είναι η αγωνία, μα η καχυποψία που κινεί τη δράση, κι ό,τι έχει μείνει όρθιο στο χωριό απ’ τους φαρμακόγλωσσους και ηλίθιους κατοίκους του, αποτυπώνεται πια στην ταινία με κάθετες ματιές πάνω στις υπόλοιπες καθημερινές τους δραστηριότητες, φερ’ ειπείν στον έρωτα του φιλότιμου και ελαφρώς μπούλη νεαρού καθηγητή για την δεκαεπτάχρονη Εύα.
Η περίοδος του θερισμού περνάει στο χειμώνα, και όπως μας προειδοποιεί ο αφηγητής (ο δασκαλάκος μετά από χρόνια), ο χειμώνας θα περάσει στον Πόλεμο. Προς το παρόν, όμως, ας δούμε τα χαρακώματα μέσα στα σπίτια τους. Ο οπτική του δημιουργού λειτουργεί σαν αναρριχητικό φυτό, δεν καταγράφει τους κλυδωνισμούς των περιστατικών, τα περιστατικά είναι ο πυροβολισμός του αφέτη, η κούρσα είναι ήδη γνωστή: η υστερία ενός Πολέμου. Από τη θέση σκηνοθέτη και σεναριογράφου ο Χάνεκε αντ’ αυτού ηθογραφεί καθ’ εαυτή την τρικυμιώδη και χρόνια νόσο που θα σακατέψει το μέλλον της Ευρώπης. Αντικείμενά του είναι η δηλητηριώδης ανωνυμία που ψεκάζει κι ύστερα εξαφανίζεται, η κακοποίηση των παιδιών, η κλειστοφοβία μιας μακρόσυρτης βλακείας και οι απομονωμένες υπάρξεις του Βαρώνου, της Γυναίκας του, του Πάστορα, του Αγρότη, του Γιατρού, της Μαίας και άλλων, συγκεκριμένων, στα πρώτα βήματα ενός αιώνα.
Όλοι τους οκνηροί, ψεύτες και αγενείς θέλουν να μάθουν, να ψαχουλέψουν ο ένας τον άλλο, όμως όλοι τους φοβούνται την οικειότητα. Φορεμένη στο μπράτσο και σε σωστή απόσταση από την ανθρωπιά, η λευκή κορδέλα είναι κυρίως ένα σύμβολο εξευτελισμού και μίσους, μια τακτική τιμωρίας: τη φοράνε τα παιδιά του Πάστορα για να τους θυμίζει την πρότερη αγνότητά τους (βλ. τις αμαρτίες τους). Μια κορδέλα μάλλον κατάμαυρη. Ο Πόλεμος έρχεται, και οι αιτίες εντοπίζονται εκεί όπου γεννήθηκαν οι αναπηρίες αυτών ακριβώς των παιδιών. Ενός κακού, μύρια έπονται.


Ίων Παπασπύρου
14 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Πέμπτη Πάμε Πατάρι


Πέμπτη Πάμε Πατάρι

Κάθε Πέμπτη, στο Πατάρι του Feriale, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Οι Φίλοι του στήνουν ένα μοναδικό συμβάν! Σόλωνος και Ασκληπιού, μετά τις 7 το απόγευμα!

Πέμπτη, 12/11/2009: Beat και Jazz, Kerouac και Coltrane! Παρέα με τους Συντελεστές της Μηνιαίας Εφημερίδας Bookpress, το νέο τεύχος της οποίας έχει αφιέρωμα στον Kerouac!

Πέμπτη, 19/11/2009: Play it again, Χρήστο! Οι φίλοι του Χρήστου Βακαλόπουλου σε μια βραδινή σύναξη, διαβάζουν αποσπάσματα από τα βιβλία του και ακούνε αγαπημένες μουσικές. Δίχως πάνελ. Με αγάπες και λουλούδια.

Πέμπτη, 26/11/2009: Το Διπλόν μετά του Ωφελίμου! Η Radio Propaganda, και ο συγγραφέας Θάνος Σταθόπουλος, σας καλούν σε μια Νύχτα Γιώργου Ιωάννου. Άνευ πάνελ, πάλι, όσοι αγαπούν το έργο του μεγάλου λογοτέχνη θα ακούσουν τον κύκλο τραγουδιών «Κέντρο Διερχομένων» (μουσική Νίκος Μαμαγκάκης, ποίηση Γιώργος Ιωάννου). Το Πατάρι θα κοσμούν οι Γιγαντιαίες Μινιατούρες της Ελεάννας Μαρτίνου.

[Στη φωτό έργο της Ελεάννας Μαρτίνου]

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

ΔΡΑΣΗ ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ




Δράση μετά Μουσικής


Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


[στη φωτό ο μέγας Maurice Attia, παίδες!]

Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
[Δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30/10/09]

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ



Τεστ Κοπώσεως

Είναι γνωστό τοις πάσι, καίτοι στην αλλόκοτη εποχή μας, πρέπει να ξαναπιάνουμε τα αυτονόητα, ότι η Φιλία είναι ένα δώρο που δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά που μπορείς, αν το κρίνεις πρέπον, να σταματήσεις να το παρέχεις σε κάποιον που δεν είναι πια αντάξιός σου. Ή που, απλώς, έχει πάψει να σε εμπνέει να του το δίνεις. Το ίδιο, ασφαλώς, ισχύει και για τον Έρωτα, καθώς και για πολλές ανθρώπινες σχέσεις.

Συμβαίνει, κάποιοι από εμάς, να έχουμε την τάση, αφειδώς και με το χαμόγελο στα χείλη, να παρέχουμε ό,τι έχουμε και ενίοτε ό,τι δεν έχουμε σε ανθρώπους που μας εμπνέουν, για ποικίλους λόγους, και μας επιτρέπουν να εκδηλώσουμε τη δοτικότητά μας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν άγραφοι κανόνες, ακόμα και άρρητοι κανόνες, πράγματα που ούτε σε συμβόλαιο μπαίνουν για να υπογραφούν, αλλά ούτε καν ειπώνονται, μιας και θεωρούνται, τουλάχιστον θεωρούνταν σε άλλους, πιο σαφείς καιρούς, αυτονόητα. Άρα γιατί να κουράζεσαι να τα λες. Και, κυρίως, γιατί να προσβάλλεις τον άλλον θίγοντάς τα.

Είναι αυτονόητο, φέρ’ ειπείν, ότι Φίλος δεν κλέβει Φίλο, όπως επίσης ότι δεν τον συκοφαντεί, δεν του μουντζαλώνει τα βιβλία, δεν του χαράσσει τα βινύλια, δεν γλυκοκοιτάζει το κορίτσι του, δεν είναι και πολύ αυστηρός απέναντι στα κουσούρια του (άλλωστε όλοι έχουμε κουσούρια), και πολλά άλλα. Επίσης, ο Φίλος θέλει να είναι περήφανος για τον Φίλο του, εξ ου και συχνά κάνουμε στενή παρέα με ανθρώπους που μας μοιάζουν, και με τους οποίους όσο κι αν διαφωνούμε σε πάμπολλα πράγματα, συμφωνούμε στα βασικά. Εννοείται ότι επιθυμούμε να περνάμε ώρες πολλές, και όσο πιο συχνά, με τους φίλους μας, να μοιραζόμαστε το ψωμί και το κρασί μας, και, αν τυχαίνει να ανήκουμε στην τάξη των δημιουργών, να κάνουμε παρέα σχέδια, έστω και ανεκπλήρωτα, για βιβλία, ταινίες, μουσικά έργα, ή, πάλι, συμβαίνει τα ονειροπολούμε και να ταξιδεύουμε στον χώρο αλλά και στον χρόνο αποκομίζοντας πλούσιες εμπειρίες.

Ενίοτε συμβαίνει κάποιος καλός φίλος να μας απογοητεύσει. Συμβαίνει να μην ακούει το καμπανάκι, τη σφυρίχτρα του φάουλ, να έχει αχρωματοψία όταν σηκώνεται η κίτρινη κάρτα. Συμβαίνει να παραβιάζει ξανά και ξανά κάποιες έστω άρρητες συμφωνίες, να μην αντιλαμβάνεται ότι τον επιπλήξαμε με απέραντη μειλιχιότητα και με περισσό χιούμορ, και επιχειρήσαμε να του δώσουμε να καταλάβει ότι ορισμένα πράγματα και ορισμένες συμπεριφορές δεν γίνονται ανεκτές σε μια συγκεκριμένη παρέα. Όταν υποτροπιάζει, άλλη επιλογή δεν έχουμε από το να τον απαλλάξουμε από τη Φιλία μας, εφόσον μοιάζει να του είναι βάρος – και ως γνωστόν η Φιλία είναι η σχέση εκείνη που εκκινεί και εξελίσσεται πιο ελεύθερα από οποιαδήποτε άλλη. Όταν, μάλιστα, ο υποτροπιασμός αγγίξει όρια εκνευριστικής αγένειας, κακεντρέχειας, ζηλοφθονίας, τότε καλούμαστε να ειδοποιήσουμε, με ευγενικό πάντα τρόπο, τους κοινούς μας φίλους ότι απαλλάξαμε τον υποτροπιάζοντα φίλο από τη φιλία μας. Ενίοτε δε, έχουμε το δικαίωμα, θες η κόπωση θες ο χρόνος ο λιγοστός της τόσο εφήμερης υπάρξεώς μας, να εφαρμόζουμε το ανοξείδωτο «πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι», και, χωρίς πολλά λόγια, να ξεκόβουμε και από πέντε έξι άλλους παλιούς, αλλά όχι και τόσο καλούς, φίλους.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 04/11/09

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΑΓΚΥΛΩΣΕΙΣ


[Το διάβασα σήμερα, 03/11/09, στο Κανάλι 1,90,4 FM και www.kanaliena.gr, στις 2 παρά κάτι, κατά τα ειωθότα].


Αριστερές Αγκυλώσεις

Γίναμε, κάποτε, αριστεροί, ορισμένοι έμειναν κιόλας, όταν γνωρίσαμε ευγενείς ιδέες μέσω ευγενών ανθρώπων. Ιδέες που οδηγούσαν στη υπέρβαση ενός στενού, στενεμένου εγώ, απλώνονταν στον Άλλον, είχαν να κάνουν με την αλληλεγγύη, με το μοίρασμα του ψωμιού και του κρασιού, με την αλληλοπεριχώρηση: ανοίγω την πανοπλία μου, έρχομαι σ’ εσένα, έρχεσαι σ’ εμένα, σε δεξιώνομαι. Οι άνθρωποι που μας οικείωσαν με τέτοιες ιδέες ήσαν συνήθως φτωχοί, ζούσαν λιτά, αλλά ήξεραν πολύ καλά να είναι πάμπλουτοι στο χρόνο, να διαθέτουν απλόχερα τα δευτερόλεπτά τους, να χαρίζουν βιβλία, να προσφέρουν ανιδιοτελώς γνώσεις. Έτσι ενεπλάκημεν, θα έλεγα, με την Αριστερά και τους λαβυρίνθους της, έτσι οδηγηθήκαμε σε μελέτη δεκάδων χιλιάδων σελίδων, στη θέαση εκατοντάδων ταινιών, σε συζητήσεις πολύωρες και πολύπτυχες. Έτσι μάθαμε να αφήνουμε την πόρτα μας ανοιχτή στον Άλλο, να παρέχουμε ό,τι έχουμε, ενίοτε μάλιστα και ό,τι δεν έχουμε, να κάνουμε όνειρα για μέλλον και σχέδια για το παρελθόν. Να είμαστε ένα είδος Ρεαλιστών του Ρομαντισμού ή/και Ρομαντικών του Ρεαλισμού.

Χρόνια πριν, αφού είδαμε μια περιλάλητη ταινία, ξέσπασε συζήτηση για το εάν και κατά πόσον επρόκειτο για έργο αριστερό, εάν έδειχνε τα περί ταξικής πάλης με τον δέοντα τρόπο ή εάν ήταν έργο απολίτικο (όπως έλεγαν τότε). Ρουφώντας μια γουλιά από το ποτό μου, τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου, φυσώντας τον καπνό όχι δίχως κάποια βαριεστημένη αυθάδεια, αποφάνθηκα ότι το ταξικό κόλπο, η οικονομική πίεση, όλο το zeitgeist, είναι αγρίως και μεγαλοφυώς αποτυπωμένο στις άφθονες, βαθιές ρυτίδες του πρωταγωνιστή (δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον).

Λίαν προσφάτως, στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένος στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, βρέθηκα σε ωραίο εδεσματοπωλείο με εκλεκτούς φίλους. Άνοιξε η κουβέντα σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις προοπτικές του, φούντωσαν τα επιχειρήματα, άστραφταν και βροντούσαν κάποιοι, ιδέες έπεφταν με γδούπο γερό στο πολύπαθο τραπέζι. Έκανα και πάλι την απρέπειά μου: διακήρυξα, με ύφος εξόχως σοβαρό, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος θα πάει μπροστά εάν βρεθεί να λάμψει στο σελιλόιντ του μια Αγέρωχη Κομψή Rat Pack. Θυμίζω ότι Rat Pack ήταν η πολυτάλαντη παλιοπαρέα των τζαζ (και τζαζεμένων) μουσικών και ηθοποιών που συγκεντρώνονταν γύρω από τον Μεγάλο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Ανάμεσά τους οι Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν, Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ, και Πίτερ Λόφορντ. Και κυρίες, όπως η Λορίν Μπακόλ, η Σίρλεϊ Μακλέιν, η Μέριλιν Μονρόε, η Άντζι Ντίκινσον.

Γιατί αυτά; Διότι θεωρώ αγκυλωμένες τις αιτιάσεις πολλών αριστερών σχετικά με την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Παρακολουθώ τον διάλογο, διάβασα το αφιέρωμα της «Αυγής», και διαπιστώνω ότι πολλοί μένουν ακόμη, ύστερα από μισόν αιώνα και βάλε, εγκλωβισμένοι σε ζντανοφικά σχήματα απέναντι στα έργα τέχνης. Όσο μένουμε, σύντροφοι, στα έλλογα επιχειρήματα, ουδέν μεμπτόν, κι ας διαφωνούμε. Όταν, όμως, καταφεύγουμε σε ύβρεις, τότε η αγκύλωση οδηγεί σε πληγές που πυορροούν. Κρίμα.

Μια και λέω για πληγές: δεν έχω δει την «Ψυχή Βαθιά», ακόμη, λόγω του ότι, αυτό τον καιρό, δεν μπορώ τις αιμορραγίες και τις εντάσεις, έστω και στο σελιλόιντ. Θα δω την ταινία. Και θα επανέλθω.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 03/11/09

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Δράση μετά Μουσικής


Bibliothiki

Δράση μετά Μουσικής


Από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Maurice Attia, Η Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις)

Arneh Dahl, Misterioso (μτφρ. Γρηγόρης Κονδύλης, εκδ. Μεταίχμιο)

James Ellroy, Ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης/ Because the Night (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα)


Είναι γνωστή η αγάπη πολλών σύγχρονων δυναμικών συγγραφέων για τη μουσική, και πάντα απολαμβάνουμε στην παρέα γόνιμες συζητήσεις σχετικά με την σχεδόν μανιακή λατρεία του Τζέιμς Έλροϊ για την κλασική μουσική, και μάλιστα για τα Τέσσερα Μεγάλα «Μπ» (Μπετόβεν, Μπραμς, Μπρούκνερ, Μπαχ), ή του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ για την τεθλασμένη τζαζ, του Μορίς Αττιά για τα λαϊκά άσματα του Αλγερίου και για τους εύθραυστους τροβαδούρους όπως ο Ζακ Μπρελ, και πάει λέγοντας. Τα βιβλία έχουν κι αυτά τα δικά τους σάουντρακ, που δεν αποτελούν ένα είδος μελωδικού καλλωπισμού της αφήγησης αλλά εμπλέκονται λειτουργικά με την πλοκή, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δράσης, δρουν και αυτά καταλυτικά.
Παρουσιάσαμε, εδώ στη «Βιβλιοθήκη», το πολυφωνικό και πολύπτυχο Μαύρο Αλγέρι του Μορίς Αττιά. Τώρα, εξίσου συνεπαρμένοι, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Πάκο Μαρτίνεθ», την Κόκκινη Μασσαλία όπου η δράση μεταφέρεται από τη Βόρεια Αφρική στη Νότια Γαλλία, στη γενέτειρα και σκηνικό των βιβλίων του άλλου μετρ, του μακαρίτη Ζαν-Κλοντ Ιζζό (1945-2000), ενώ χρονικά τοποθετείται στους καυτούς μήνες που ήσαν το πρελούδιο του Μάη του 1968. Σχεδόν συνομήλικος του Ιζζό, ο Αττιά (1948) επιχειρεί, μέσω των κεντρικών ηρώων του, να ανατάμει την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική κατάσταση που δέσποζε στη Γαλλία πριν από σαράντα χρόνια. Οι ήρωές του είναι ευαίσθητες μεμβράνες, κεραίες και ραντάρ που συλλαμβάνουν τον αχό των ημερών, την εκτροχιασμένη λογική των γεγονότων, τις άγριες διακυμάνσεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Και, από πολλές απόψεις, είναι προάγγελοι του χάους, όπως έλεγε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Μακρής. Στη ζωή τους, στη ζωή του Πάκο Μαρτίνεθ, της Ιρέν, του Τριγκράν Κουπιγκιάν, στήνεται ένας ξέφρενος χορός από αναρχικούς, μαοϊκούς, τροτσκιστές, καταστασιακούς που βρίσκονται στα πρόθυρα της γενικευμένης εξέγερσης κατά του γκωλικού καθεστώτος, ενώ παράλληλα δρουν, με μηχανορραφίες και άκρατη βαναυσότητα, παρακρατικοί, ακροδεξιοί, ρεμάλια του υπόκοσμου, εγκληματίες μεταμφιεσμένοι σε άκακους επιχειρηματίες.
Στις 548 καταιγιστικές σελίδες της Κόκκινης Μασσαλίας τοιχογραφείται ανάγλυφα μια ταραγμένη κοινωνία, εξυμνούνται, μ’ όλα τους τ’ ανάποδα και τα στραβά, όσοι διατηρούν πεισματικά τον ρομαντισμό, την εντιμότητα και τον ερωτισμό τους (και ο ερωτισμός είναι χυμώδης και άφθονος εδώ). Και ένα από τα στηρίγματα αυτών των έντιμων που επιμένουν να ζητούν δικαίωση και δικαιοσύνη είναι η μουσική. Στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος «ακούμε» την περίτεχνη τζαζ του Eric Allan Dolphy (1928–1964), το μπάσταρδο ροκ του Hervé Forneri, πασίγνωστου ως Dick Rivers (1946) και των Chats sauvages, των «Αγριόγατων», το πρώτο θρυλικό έργο των Pink Floyd The Piper at the Gates of Dawn, τον μέγιστο Léo Ferré (1916-1993) να μελοποιεί και να ερμηνεύει Πολ Βερλέν και Αρθούρο Ρεμπώ, και βέβαια τον σπαρακτικό Jacques Brel (1929–1978) να ψέλνει βουρκώνοντας για τις χαμένες αγάπες και για τους έρωτες που αντέχουν μες στον κουρνιαχτό του χρόνου και της φθοράς.

«Πρώτα ακούστηκαν οι μικρές παράλογες βόλτες του πιανίστα πάνω στα πλήκτρα~ το απαλό κουδούνισμα από ένα διπλό πιατίνι και, ίσως, από ένα τάσι ακούγεται αδύναμα από το πλάι, και πιθανώς οι μπαγκέτες που χαϊδεύουν απαλά τη μεμβράνη του τύμπανου παράγοντας ένα ρολάρισμα. Κάπου-κάπου τα δάχτυλα παρεκκλίνουν ελαφρά, μελαγχολικά, από την καθορισμένη πορεία αναρρίχησης, δίχως να διαταράζουν τον σπασμωδικό ρυθμό του σκερτσόζικου δίμετρου. Έπειτα μια παύση, μπαίνει το σαξόφωνο στο ίδιο σχήμα και μετά όλα αλλάζουν». Όχι δεν είναι απόσπασμα αντλημένο από εμβριθή παρουσίαση κάποιου τζαζ αριστουργήματος, αλλά η αρχή του Τρίτου Κεφαλαίου ενός από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα που εκδόθηκαν προσφάτως. Ο Σουηδός Άρνε Νταλ (1963) με το Misterioso έρχεται να μας ξεναγήσει στον διόλου αγγελικά πλασμένο κόσμο της οικονομικής αναταραχής, των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, της ρήξης της συνεχείας του κοινωνικού ιστού όπως διαμορφώνεται στη βόρεια Ευρώπη μετά την κατάρρευση του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ και την διάχυση της ρωσικής μαφίας προς τα δυτικά.
Ο Πολ Γελμ, ένας απ’ αυτούς τους μάλλον ιδιόρρυθμους αστυνομικούς που μαστίζονται από την αμφιβολία, την ανάγκη να παίρνουν πρωτοβουλίες και την υποχρέωση να ακολουθούν πιστά τις εντολές, επιλέγεται να συμμετάσχει στην Ομάδα Άλφα, μια ειδική, ευέλικτη δύναμη εξιχνίασης εγκλημάτων που δρα μυστικά και σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τα μέλη της είναι ένας αχταρμάς επίλεκτων Σκανδιναβών και, στο Misterioso, η ολιγομελής ομάδα αναλαμβάνει να εντοπίσει τον δολοφόνο ορισμένων από τους σημαίνοντες μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας. Τα στοιχεία, όπως τα συνδυάζει αριστοτεχνικά ο Νταλ, αποκαλύπτουν το διασαλευμένο σύμπαν μιας σπαρασσόμενης οικονομίας, μιας σπασμωδικής πολιτικής, μιας αναστατωμένης κοινωνίας. Ο οικονομικός παράγοντας ταρακουνάει τον ψυχικό κόσμο, και οι προσωπικότητες κατατεμαχίζονται μες στην ανασφάλεια.
Το κλειδί για την επίλυση του αινίγματος «ποιος και γιατί δολοφονεί επιχειρηματίες» το δίνει ένα θρυλικό κομψοτέχνημα της τζαζ, το «Misterioso» του ιδιοφυούς συνθέτη και πιανίστα Thelonious Monk (1917-1982), ηχογραφημένο ζωντανά πριν από μισό αιώνα, τον Αύγουστο του 1958, στο Five Spot Club, όπου τον Monk συνοδεύουν έξοχα ο Johnny Griffin (στο τενόρο σαξόφωνο), ο Ahmed Abdul Malik (στο μπάσο), και ο Roy Haynes (στα ντραμς), άπαντες σπουδαίοι βιρτουόζοι. Ο δολοφόνος χρησιμοποιεί το κομμάτι του Monk ως μουσική επένδυση της εγκληματικής του δράσης, και αυτό οδηγεί στον εντοπισμό του. Ένα θλιβερό δράμα κρύβεται πίσω από τούτη τη χρήση του «Misterioso», και ο Άρνε Νταλ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας κυνικός σχολιαστής των σύγχρονων διαταραγμένων καιρών που παράγουν τέτοια δράματα, μοιάζει να συμπάσχει, και, συμπάσχοντας, να εξηγεί, να ερμηνεύει, να αναλύει τα δεινά που ταλανίζουν τον σημερινό άνθρωπο και φτάνουν να αλλοιώσουν τραγικά την προσωπικότητά του.

Κάθε βιβλίο του Τζέιμς Έλροϊ (1948) είναι μια γροθιά στο μαλακό υπογάστριο του εφησυχασμού. Με όχημα το αστυνομικό είδος, ο Έλροϊ, αυτό το ηφαίστειο που ξερνά παγωμένο νερό, μας ξεναγεί στον άσχημο ίλιγγο και στην ιλιγγιώδη ασχήμια μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από τις αντιφάσεις και από μιαν εφιαλτική έλλειψη νοήματος. Η τρέλα έχει στήσει το απόρθητο οχυρό της στην ακρόπολη του Λος Άντζελες κι από κει εισβάλλει βίαια σε κάθε σπιτικό, σε κάθε προσωπικότητα.
Στον Νυχτερινό Ταξιδιώτη–Because the Night, δεύτερο μέρος της «Τριλογίας του Λόυντ Χόπκινς» (το πρώτο, το Αίμα στο Φεγγάρι, κυκλοφορεί σε μετάφραση Γωγώς Αρβανίτη από τις εκδ. Μεταίχμιο, ενώ το τρίτο, ο Λόφος των Αυτοκτονιών, αναμένεται από τις εκδ. Άγρα), ο Έλροϊ καταπιάνεται με το θέμα της τρέλας και της εξουσίας, δύο από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά του μορφώματος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που φτάνουν σε κατάσταση παροξυσμού ύστερα από το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1960. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε αποφανθεί πως οι Αμερικανοί ζούνε σε ένα «οργιαστικό κενό», και ο Έλροϊ είναι πλέον ο διεισδυτικότερος αναλυτής αυτού του κενού. Ο κεντρικός του ήρωας, ο αρχιφύλακας Χόπκινς έρχεται αντιμέτωπος με τον εκτροχιασμένο ψυχίατρο Δόκτορα Τζων Χάβιλλαντ, γνωστό με το παρωνύμιο Ταξιδιώτης της Νύχτας, ο οποίος, παραβιάζοντας όχι μονάχα τον όρκο του Ιπποκράτη αλλά και κάθε νόμο, χρησιμοποιεί τους ασθενείς του, πάντα καλοδιαλεγμένους, ως μαριονέτες και ανδρείκελα προκειμένου να ασκεί εξουσία, να μεταδίδει τον ιό της παράνοιας όπου μπορεί και, βεβαίως, να πλουτίζει. Τα έρμαια του Δόκτορα Τζων, αυτού του «πνευματικού πατριάρχη εύκαμπτων ψυχών», γίνονται αδίστακτοι εγκληματίες, οι σφαίρες πέφτουν βροχή, οι παγίδες στήνονται απανωτά, ο εφιάλτης καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε δευτερόλεπτο. Φυσικά, όπως σε κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, υπάρχει και η μοιραία γυναίκα, η απίθανη κούκλα που κάνει το ατσάλι να λιώνει, το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, και την απονομή δικαιοσύνης πιο γοητευτική υπόθεση.
Κι όλα αυτά με ένα γράψιμο που αγγίζει την απόλυτη ακρίβεια, κοσμημένη με αιφνίδιες λυρικές εξάρσεις, όπως σε όλα τα βιβλία του τελειοθήρα στυλίστα Έλροϊ, και υπό τους ήχους όχι μονάχα του Μότσαρτ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα, αλλά και του περιλάλητου Malcolm John Rebennack, Jr., άλλως πως, Dr John, του τζαζίστα και μπλουζίστα από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος είναι γνωστός και ως The Night Tripper, ο Νυχτερινός Ταξιδιώτης, και από τον οποίο δανείζεται το παρατσούκλι του ο σατανικός Δόκτωρ Τζων Χάβιλλαντ. Επίσης, στις σελίδες του βιβλίου κυκλοφορούν, ανάμεσα στα άλλα, το μεγάλο χιτ στα 1956 «The Green Door» του Jim Lowe (1927), το σουξέ των Bee Gees «Saturday Night Fever», άλμπουμ των Beatles, των Jefferson Airplane, των Rolling Stones, ο εξαίσιος Buddy Holly, ο Ritchie Valens, καθώς και ο λίαν ενδιαφέρον τραγουδοποιός Rostom Sipan Bagdasarian (1919-1972), που έγινε γνωστός ως David Seville.
Δράση μετά μουσικής, λοιπόν, και τρία μυθιστορήματα που μέσω της δράσης προχωρούν στην ανατομία της γαλλικής, της σκανδιναβικής, και της αμερικανικής κοινωνίας όπως διαμορφώνονται μετά το τέλος κάμποσων ψευδαισθήσεων, μετά το πέρασμα από μιαν επιβεβλημένη ευφορία σε μια παθογόνο καρατόμηση του νοήματος της ζωής.



[Δημοσιεύτηκε στις 30/10/2009. στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας]