Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)


Το ακόλουθο διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr σήμερα στις 2 παρά κάτι το μεσημέρι, κατά τα ειωθότα. Ιδού:

Δίχως Μύθο

Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 30/08/09

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Malcolm Lowry



Μάλκολμ Λόουρι (1909-1957)

[No se puede vivir sin amar]




Ευτυχώς, για κάμποσους εραστές της Νύχτας, της Απερισκεψίας και της Περιπέτειας (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι), δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ανανεώνουν, με τρόπους απροσδόκητους, την παράδοση του Καταραμένου Καλλιτέχνη, του άσωτου μνηστήρα της λογοτεχνίας, την οποία φροντίζει ωστόσο να απατά πού και πού με τις διάφορες σκανδαλώδεις ή και ευφρόσυνες ποικιλίες της κραιπάλης. Τέτοιοι συγγραφείς επιμένουν στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, φροντίζοντας πριν απ’ όλα να είναι ταλαντούχοι και ως προς τη μία και ως προς την άλλη. Τέτοιοι συγγραφείς πάντα έχουν κάτι να πουν, πάντα ξέρουν να πουν αυτό που κάνουν και να κάνουν αυτό που λένε, αποστομώνοντας (άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βιαίως) τόσο τους θιασώτες μιας «καθαρής» λογοτεχνίας όσο και τους ζηλόφθονους κήρυκες μιας «καθαρής» ζωής – είναι πια γνωστό ότι οι μεν δεν ξέρουν να ζήσουν και γι’ αυτό δεν ξέρουν να γράψουν, ενώ οι δε δεν ξέρουν να γράψουν και γι’ αυτό καμώνονται ότι ξέρουν να ζήσουν.
Ο Μάλκολμ Λόουρι μπορεί να διεκδικήσει, απ’ όπου κι αν βρίσκεται, μιαν εξέχουσα θέση στο πάνθεον των όμορφων και καταραμένων, πλάι στον Ντοστογιέφσκι, πλάι στον Χένρι Μίλλερ, πλάι στον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τα διαπιστευτήριά του είναι ένα μυθιστόρημα, που θεωρείται πια από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα, και μια ζωή που θα τη ζήλευε κάθε φανατικός των έως υπερβολής απολαύσεων και της δημιουργικότητας που υπόσχεται, όχι δίχως κινδύνους, όχι δίχως τιμήματα, η ανεξέλεγκτη κατανάλωση οινοπνεύματος και η ανυποχώρητη πίστη στη τέχνη του λόγου, στην διεισδυτική και λυτρωτική δύναμη του πνεύματος.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά στα διαπιστευτήρια αυτά. Ο Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1909. Στην εφηβεία του θα γράφει ποιήματα και διηγήματα. Επίσης, θα παίζει το αγαπημένο του γιουκαλίλι – που δεν το αποχωρίστηκε ποτέ – και θα συμμετάσχει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Στα δεκαεφτά του, ανοίγεται στο Υγρό Στοιχείο, που θα είναι κυρίαρχο σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Μπαρκάρει για την Άπω Ανατολή και μένει στον ωκεανό πάνω από έξι μήνες. Θα καταγράφει σε σημειωματάρια τις εμπειρίες του, και αργότερα θα επεξεργαστεί αυτό το υλικό για να συνθέσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ουλτραμαρίν. Πριν στείλει στον εκδότη το έργο αυτό, θα χάσει τα δακτυλόγραφα, κάτι που έμελλε να συμβεί δυστυχώς και άλλες φορές, και θα αναγκαστεί να το γράψει όλο από την αρχή έχοντας σαν πυξίδα τις σημειώσεις του και κάποιες σκόρπιες σελίδες που βρήκε και ανέσυρε από τα σκουπίδια ένας φίλος του. Το βιβλίο κυκλοφόρησε, τελικώς, το 1933. Καμία επιτυχία δεν συνόδευσε την έκδοσή του.
Θα ακολουθήσει ένας γάμος, με την εξωτική καλλονή Jan Gabrial, στο Παρίσι. Μετά, ένα μεγάλο ταξίδι στην Ισπανία. Δεν θ’ αργήσουν τα συνήθη παράπονα: ο άντρας μου πίνει, δεν εργάζεται, δεν κερδίζει χρήματα, όλα τα γνωστά ρεφραίν. Πριν περάσουν πέντε μήνες από την γαμήλια τελετή, η Jan θα φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Λόουρι θα την ακολουθήσει ύστερα από λίγο. Μεθυσμένος. Στο τελωνείο τον ρώτησαν τι έχει να δηλώσει. Απάντησε: «Ιδέα δεν έχω, για να δούμε». Και αυτό που είδαν δεν ήταν παρά ένα μισοδιαλυμένο αντίτυπο του Μόμπι Ντικ.
Το 1936, Λόουρι θα πάει στο Χόλιγουντ και θα εργαστεί, για λίγο, ως σεναριογράφος. Είναι σημαδιακό ότι ετοίμασε ένα σενάριο βασισμένο στο μυθιστόρημα Τρυφερή είναι η νύχτα του Φιτζέραλντ. Το σενάριο δεν εγκρίθηκε, και ο Λόουρι θα εγκαταλείψει το Λος Άντζελες – ήδη ένας μανιακός της κινητικότητας. Επόμενος προορισμός, ίσως ο πιο κρίσιμος στη ζωή του όλη, το Μεξικό. Επίσης, σημαδιακό: θα φτάσει εκεί, μαζί με την Jan, την 1η Νοεμβρίου, την Ημέρα των Νεκρών, μια μακάβρια γιορτή. Στο Κάτω από το Ηφαίστειο, τα πάντα διαδραματίζονται την Ημέρα των Νεκρών, την 1η Νοεμβρίου του 1939.
Στο Μεξικό, ο Λόουρι θα προσηλωθεί στην συγγραφή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες δύο φίλων του, του Conrad Aiken και του Arthur Calder-Marshall, που τον επισκέφθηκαν εκεί, είχε ολοκληρώσει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος Κάτω από το Ηφαίστειο. Τα χειρόγραφα αυτά, όπως και τόσα άλλα γραπτά του Λόουρι, έχουν χαθεί.
Θα χαθεί και η Jan. Θα τον εγκαταλείψει. Και αρχίζει έτσι ο μαραθώνιος της μέθης. Όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, ο Λόουρι θα ζει πια μονάχα για δύο δραστηριότητες: για να πίνει και για να γράφει. Μια φίλη του θα πει ειρωνικά: «Να πιει κανείς ή να μην πιει; Ιδού η απορία, για τον Μάλκολμ, κάθε στιγμή». Ο ίδιος, σε μιαν επιστολή του, ομολογεί: «Τον τελευταίο χρόνο, πίνω κατά μέσον όρο δυόμισι με τρία λίτρα κρασί καθημερινώς, χωρίς να υπολογίσουμε τα επιπλέον δυνατά ποτά στα μπαρ. Τους δύο τελευταίους μήνες, πίνω δύο λίτρα ρούμι την ημέρα. Ακόμη κι αν αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να με ξεκάνει ολωσδιόλου, δεν είμαι σε θέση να κινηθώ ή να σκεφτώ δίχως να έχω πιει φοβερές ποσότητες αλκοόλ, η απουσία του οποίου, έστω και για λίγες ώρες, μου φαίνεται αβάσταχτο μαρτύριο».
Η Margerie Bonner, πρώην ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφεας μυθιστορημάτων μυστηρίου και τρόμου, θα είναι η επόμενη σύζυγος του Λόουρι. Αυτή η γυναίκα συνέβαλε όσο κανείς άλλος ση σύνθεση και ολοκλήρωση του opus magnum του συγγραφέα, του Κάτω από το Ηφαίστειο.
Εγκατεστημένος τώρα στη Βρετανική Κολομβία, ο Λόουρι θα εργαστεί συστηματικά και, με τη βοήθεια της Margerie, θα δώσει μιαν οριστική μορφή στο μυθιστόρημά του. Η συνολική προετοιμασία αυτού του αριστουργήματος (που πλεόν οι κριτικοί έχουν κατατάξει δικαίως ανάμεσα στα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα), θα έχει διαρκέσει εννέα χρόνια. Ο Λόουρι πάλεψε με σθένος μέσα στον αδηφάγο και συγκλονιστικό λαβύριθνο της Γλώσσας, και βγήκε νικητής. Βέβαια, το πλούσιο αυτό βιβλίο είχε αρχικώς την τύχη πολλών ομοίων του (ας μην ξεχνάμε πώς φέρθηκε ο Ζιντ στον Προυστ): απορρίφθηκε από δεκατρείς εκδότες! Ο διορατικός, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, Jonathan Cape ανέλαβε να γνωστοποιήσει στο κοινό την ύπαρξη αυτής της πολυσχιδούς, θυελλώδους, τραγικής, ευαίσθητης και πληθωρικής μορφής, του Πρόξενου Τζόφρεϊ Φέρμιν, του El Cόnsul.
Ο Φίλιππος Δρακονταειδής, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του Ηφαίστειου (μτφρ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη, 1983) θα γράψει: «Στο βιβλίο του τίποτα δεν γίνεται με την έννοια της διαδοχης, από σελίδα σε σελίδα, σημαντικών γεγονότων. Δεν υπάρχουν ρόλοι, χαρακτήρες. Τα πάντα στηρίζονται σ’ έναν πρωταγωνιστή (τον Τζόφρεϊ Φέρμιν), όλα γίνονται μέσα στον πρωταγωνιστή, οι ανταύγειες των εσωτερικών συγκρούσεων και των γεγονότων που είναι αφορμές κι αποτελέσματά τους, διακρίνονται τρομακτικές από τον αναγνώστη. Η μονομανία εδώ είναι η εγκεφαλικότητα, μια ψυχρή αργοκίνητη μάζα, που παγώνει τα πράγματα σε διαδοχικές φωτογραφίες».
Ο Κωστής Παπαγιώργης, συνοψίζοντας εύστοχα τις τετρακόσιες σελίδες του Ηφαίστειου (Περί Μέθης, εκδ. Καστανιώτης), θα γράψει: «Πρώην πρόξενος στο Μεξικό, αλλά στην ουσία έκπτωτος πολίτης του κόσμου, ο Τζόφρεϊ Φέρμιν έχει μεταναστεύσει στην πολιτεία Κουαουναουάκ μαζί με τις πληγές του, όχι φυσικά για να τις γιατρέψει, αλλά – μακριά από οχληρούς θεραπευτές – να τις αφήσει να θυμώσουν. Στα πάντα είναι Πρώην. Πρώην πρόξενος, πρώην μέλος του ναυτικού της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην μέλος του προξενικού σώματος της Αυτής Μεγαλειότητος, πρώην φίλος, πρώην εραστής, πρώην φιλόδοξος, πρώην φυσιολογικός άνθρωπος και νυν μεθύστακας. Αλλά αυτό το νυν, που αποτελεί μιαν χορταστική αποτυχία όσο κι έναν επιθανάτιο ρόγχο, ξέρει να το τιμάει. Δεν πίνει απλώς. Έχει ταυτιστεί με τον μεθυσμένο εαυτό του».
Ο ίδιος ο Λόουρι, στη σελίδα 298, μια από τις ωραιότερες του βιβλίου, θα μιλήσει σπαρακτικά γα τον Τζόφρεϊ Φέρμιν: «Ο Πρόξενος έμεινε καθισμένος χωρίς να κινείται. Η συνείδησή του ήταν σαν μουδιασμένη απ’ η βοή του νερού. Πάφλαζε και βογκούσε γύρω από το ξύλινο σπίτι, σπρωγμένο απ’ τις ριπές του ανέμου, μαζεύοντας μέσα από τα βαριά σύννεφα που φαίνοντα απ’ το παράθυρο πάνω από τα δέντρα, τα στρατεύματά του. Πώς να ελπίζει πως θα ξαναβρεί τον εαυτό του, πως θ’ αρχίσει πάλι από την αρχή όταν κάπου, ίσως μέσα σε μιαν απ’ αυτές τις σπασμένες μποτίλιες, σ’ ένα απ’ αυτά τα ποτήρια, βρισκόταν κρυμμένο για πάντα, το μοναχικό κλειδί της ταυτότητάς του; Πώς να γυρίσει και να ψάξει τώρα, να σκάψει κάτω απ’ τα σπασμένα γυαλιά, κάτω απ’ τα αιώνια μπαρ, κάτω από τους ωκεανούς;»
Ο Ραούλ Βανεγκέμ, στην περίφημη Πραγματεία του (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άκμων) θα γράψει ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα της ζωής είναι το ανοξείδωτο αξίωμα του Πρόξενου: «No se puede vivir sin amar» (Δεν ζεις χωρίς αγάπη).
Ο Γκυ Ντεμπόρ, συμφωνα με την μαρτυρία του Roberto Ohrt (Phantom Avantgarde, εκδ. Nautilus) θεωρούσε σημαντικότατο συγγραφέα τον Λόουρι, και το Ηφαίστειο ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα.
Ο Ραλφ Ράμνεϊ εξακολουθεί να περηφανεύεται για το παρατσούκλι Le Consul, ο Πρόξενος, που του είχαν χαρίσει οι φίλοι του, οι λετριστές, στην Αριστερή Όχθη της δεκαετίας του πενήντα (Ralph Rumney, Le Consul, εκδ. Allia).
Ο άνθρωπος που ενέπνευσε όλους αυτούς, και τόσους ακόμη (όποιος αμφιβάλλει, ας ρίξει μια ματιά στο Διαδίκτυο), ύστερα από κάμποσες περιπλανήσεις στην Ευρώπη, ύστερα από εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, ύστερα από αφόρητες κρίσεις κατάθλιψης, ύστερα από την συγγραφή εκατοντάδων εμπρηστικών σελίδων καθημαγμένου λυρισμού, ύστερα από πολλές ιδιωτικές περιπέτειες που δεν θα μάθουμε ποτέ, θα βρεθεί νεκρός από ασφυξία, στις 27 Ιουνίου του 1957, σε μια μικρή αγροικία στο Σάσσεξ. Άλλοι λένε ότι αυτοκτόνησε, άλλοι λένε ότι ο θάνατός του προήλθε από τυχαία. αίτια. Ο Douglas Day έγραψε τη θαυμάσια και βραβευμένη βιογραφία του (Malcolm Lowry, εκδ Oxford Univesrity Press, 1973). Άλλοι δεν νοιάζονται καθόλου, δεν ξέρουν καν ποιος ήταν ο Πρόξενος, αγνοούν αν υπήρξε κάποιος που έζησε κι έγραψε και τον έλεγαν Κλάρενς Μάλκολμ Λόουρι.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

[Ένας αιώνας από τη γέννησή του Lowry. Παρέα με τον Νέστορα Πουλκάκο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, ετοιμάζουμε ένα ωραίο αφιέρωμα στον Lowry, με κείμενα, ποιήματα, πονήματα].

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ!


Κάτω τα χέρια απ’ τον Κοροβέση, προς το παρόν, και μετά βλέπουμε!

Ένα αίνιγμα που ο Ηρακλής Πουαρό, ο Σέρλοκ Χολμς, ο Ογκίστ Ντυπέν, ο Πατήρ Μπράουν, αλλά και οι δημιουργοί τους, ήτοι η Αγκάθα Κρίστι, ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, δεν θα έλυναν εύκολα συμβαίνει να είναι το γιατί, διάβολε, να ταλανίζεται από άγριες κρίσεις η Αριστερά όταν ακριβώς όλα, μα όλα, οι συγκυρίες, η κατάσταση των άλλων, η διάθεση του κόσμου, συντείνουν στο να πηγαίνουν όλα μια χαρά γι’ αυτήν.
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που αυτό που λέμε κόσμος της Αριστεράς έρχεται κοντά της, φουσκώνει τα πανιά της, πυκνώνει τις τάξεις της, δίνει το «παρών», δηλώνει διαθέσιμος, η συγκροτημένη Αριστερά φροντίζει, με συνήθως σπασμωδικό άχαρο άκομψο σπαστικό τρόπο να παγώσει αυτόν τον κόσμο, να τον κάνει να μουδιάσει, να τον απογοητεύσει, να τον φουρκίσει, να τον στενοχωρήσει;
Γιατί, άραγε, κάθε φορά που η Αριστερά δεν κινδυνεύει από σκοτεινές συνωμοσίες άλλων, δεν απειλείται από την βάναυση καταστολή, δεν διώκεται από την Δεξιά, διαθέτει κάτι παραπάνω από πολύγραφους και ντουντούκες για να διαδώσει τις όποιες θέσεις της, τότε συνθλίβεται από εσωτερικές έριδες, τότε δείχνει τον χειρότερό της εαυτό, τότε θυμάται να σκαλίσει τις πληγές της, τότε βαράει αλύπητα τα καλύτερα παιδιά της;
Τι στο καλό συμβαίνει με την Αριστερά; Τι στο καλό θέλει να είναι αλλά δεν είναι; Ή το νομίζουμε εμείς ότι είναι ενώ η ίδια δεν θέλει να είναι; Και πώς συμβαίνει ύστερα από σφοδρές κρίσεις κι ενώ φτάνει στα όρια της διάλυσης, βρίσκονται πάντα, θα έλεγες ως διά μαγείας, άνθρωποι πρόθυμοι να την πλαισιώσουν εκ νέου, να την ανασυγκροτήσουν, να την δυναμώσουν, να τη θεριέψουν, ακριβώς για να κάνει, για την Αριστερά μιλάμε, τα ίδια λάθη, να δείξει και πάλι έναν κακό εαυτό, να κυλήσει και πάλι στην γκρίνια της εσωστρέφειας και στην εσωστρέφεια της γκρίνιας;
Στο σκάκι λέμε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα, αλλά διόλου αναπόφευκτη δεν είναι η επανάληψή τους. Απεναντίας, το λάθος το μελετάς, το αναλύεις, το υπερβαίνεις, το ξεπερνάς. Αλλιώς είσαι «μαζέτας», λένε οι σκακιστές. Και «μαζέτας» σημαίνει παίκτης μη-εξελίξιμος, παίκτης που όσο κι αν μοχθεί, όσο κι αν μελετά, όσο κι αν πασχίζει, αρνούμενος να δει και να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα λάθη του άλλο δεν κάνει από να τα επαναλαμβάνει. Η Αριστερά, αν δεν θες να την πεις κάτι σαν Κακιά Μητριά, μπορείς μάλλον να την πεις «μαζέτα» στη σκακιέρα της πολιτικής ή/και της κοινωνικής δράσης. Δεν θέλει να βλέπει τα λάθη της στ’ αλήθεια και βαθιά, υιοθετεί ξανά και ξανά τα ξύλινα καλιαρντά της, και οδηγείται, θαρρείς αενάως, από κρίση σε ανασυγκρότηση και από επανίδρυση σε εκ νέου κρίση.
Πολλά τα γιατί, πολλές οι ενδεχόμενες απαντήσεις, πολλοί οι κήνσορες και θεράποντες. Κι εμείς εδώ είμαστε, για να τα λέμε. Θα επανέλθουμε, φυσικά!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/08/09

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Ο ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗΣ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΊΔΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣΆΚΗΣ, Σάββατο, Οχτώ Ογδόου του Ερρίκου, από τσι Ένδεκα την Νύχταν, αμέ! Εις Κανάλ Ουάν, 90,4 FM, Πειραιάς, www.kanaliena.gr , ΜΗΝ ΜΑΣ ΧΑΣΕΤΕ, χαθήκαμε!

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

ΣΑΜΕΡΙΝΔΕΣΙΤΥ


Για όσους αγαπούν τη θάλασσα αλλά μονάχα τον χειμώνα και από μακριά (ως λέγει ο εκλεκτός Νίκος "Γκαγκάριν" Τριανταφυλλίδης): Κάθε Παρασκευή από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι (Radio Propaganda) κάθε Σάββατο από τις 11 το βράδυ έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα («Ο Αφρός των Ημερών») αλλά και από τη 1 έως τις 3 τα χαράματα («Τα Τζουκμπόξ του Μεσονυκτίου»), και κάθε μέρα δύο παρά δέκα το μεσημέρι («Ραδιοχρονογράφημα»), ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης κοντά σας με τις μουσικές του επιλογές (καυτή Jazz, rock’n’roll, Nick Cave, The Pogues, Iggy Pop, Tom Waits, κτλ), με πολλή ποίηση, αστυνομικά μυθιστορήματα, και εκλεκτούς καλεσμένους. (έχουν παρελάσει ήδη, μεταξύ άλλων, οι: Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Χρονάς, Στέλιος Ελληνιάδης, Μάριος Σπηλιόπουλος, Κώστας Θωμαϊδης. Σωτήρης Μπαχτσετζής, Ανδρέας Παγουλάτος, ενώ αναμένονται οσονούπω οι: Τίτος Πατρίκιος, Χάρης Βλαβιανός, Θανάσης Μήνας, Γιώργος Βαλαής, Κωστής Τριανταφύλλου, κ.ά.) Τα ερτζιανά ποτέ δεν πεθαίνουν. Ενάντια στα ραδιογωνιόμετρα της αναισθησίας, της αναλγησίας, της ακαλαισθησίας.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1


Tsabro

Λάτρης της ECM, της εταιρείας που τόσο τιμά την υψηλή μουσική, έσπευδα από έφηβος να αποκτήσω, με κάθε τρόπο (θα ήμουν ικανός να προχωρήσω και σε ένοπλη ληστεία, ο μανιακός) τα διαμάντια αυτού του δισκογραφικού τεμένους. Έλιωνα τα βινύλια, με απανωτές ακροάσεις, στο παλιό ξύλινο Kenwood, μάζευα συμμαθητές και φίλους και τους παρέσυρα, όσο μπορούσα, μακριά από τις τότε αγάπες τους (και αγάπες μου), τους Genesis, τους Yes, τους Who, ακόμα και τους εξαίσιους Kinks, για να απολαύσουμε, σχεδόν μυσταγωγικά, μες στην τεταραγμένη εφηβεία μας, τη μαγεία του Keith Jarrett, του Jan Garbarek, του Chick Corea.
Οι αφροσύνες είναι επιλογή μας, και μάλιστα, προσωπικώς, επαίρομαι για τις αμέριμνες τρέλες της νιότης αλλά και της μετέπειτα περιπέτειάς μου στη ζωή. Την κακή τύχη, όμως, ούτε την επιλέγεις, ούτε την προβλέπεις, ούτε μπορείς να την αποτρέψεις. Πολλά από τα βαρύτιμα για τη διάπλασή μου βινύλια της ECM τα σκόρπισα δωρίζοντάς τα σε μερικούς φίλους. Δεν έχω μετανιώσει ούτε δευτερόλεπτο γι’ αυτό. Εντούτοις θρηνώ ακόμη για πολλά άλλα που τα πήρε ο όλεθρος (ένα κιβώτιο που «χάθηκε» σε μια μετακόμιση, μια φωτιά που πήρε μαζί της ανεκτίμητους θησαυρούς). Ας είναι. Πασχίζω, πάντα με νόμιμα μέσα πλέον, να αποκτήσω ξανά τα «άπαντα» της ECM, τυλιγμένος στη χρυσόσκονη του ενθουσιασμού τόσο όταν ακούω παλιά της επιτεύγματα όσο και όταν έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή, σε κατάσταση μέθεξης, με τα καινούργια της αριστοτεχνήματα.
Όταν έμαθα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα παίξει το αιθέριο (αλλά και χθόνιο, γήινο, χωμάτινο) πιάνο του στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στον Πειραιά, την Πέμπτη 6 Αυγούστου, νύχτα με πανσέληνο, με κατέκλυσε η συγκίνηση, με κυρίευσε η νοσταλγία για όσα μου έμαθαν οι δίσκοι της ECM και του Βασίλη Τσαμπρόπολου, ιδίως (και δίχως διόλου να εννοώ ότι δεν με ταξιδεύουν μαγικά τα άλλα του έργα) το «Chants, Hymns and Dances», του 2004 – μια ονειρώδης ξενάγηση στους λαβυρίνθους του βιώματος, μια, για μένα έξοχη υπενθύμιση της μαγείας του Παπαδιαμάντη, μια λυτρωτική καταβύθιση σε ό,τι κόμισε ο Καρούζος στην ποίηση, μια απόλυτα ευπρόσδεκτη υποτροπή στους ήχους και τις μελωδίες που μου δώρισε ο Ελύτης. Άκουγα, ξανά και ξανά, αυτό το έργο (και συνεχίζω να το ακούω) για να θυμηθώ ότι ανάμεσα στα άλλα με γαλούχησε ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να κάνει Τέχνη λιτή και λυτή. Κι ακόμα, με κυρίευσε ένας άδολος ενθουσιασμός που δεν μπόρεσα να κρύψω και να μην τον μοιραστώ με τα φιλικά μου πρόσωπα. Ανάμεσα σ’ αυτά και η εκλεκτή Χριστίνα Κόκοτα.
Συνάδελφος στο Κανάλι 1, η Χριστίνα διαθέτει ένα ιδιαίτερο ταλέντο (λίαν παρεξηγήσιμο στους άχαρους καιρούς μας) να κρύβει τα χαρίσματα, τα προσόντα και το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων της, καθώς και μιαν ανατρεπτική διάθεση, πίσω από έναν παλαιομοδίτικο μανδύα, θαρρείς προτιμώντας οι άλλοι να ανακαλύψουν τον πλούτο της, «σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα» όπως έλεγε ο Ernest ‘Papa’ Hemingway. Η Χριστίνα συμμερίστηκε, τον σε βαθμό (ηπίου) παραληρήματος ενθουσιασμό μου για τη μουσική του Τσαμπρόπουλου και –ω του θαυμαστού θαύματος!– με πληροφόρησε, παραβαίνοντας τους όρκους σεμνότητας που την μετατρέπουν σε ένα είδος στρειδιού, ότι όχι μόνον τον γνωρίζει αλλά και ότι συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση της εμφάνισής του στον Πειραιά. Ο ενθουσιασμός μου έγινε αλλόφρων και, σχεδόν γονυπετής, την εκλιπάρησα να μεσολαβήσει ώστε να τον έχουμε, έστω και τηλεφωνικώς, στην εκπομπή μου Radio Propaganda (κάθε Παρασκευή, 12:00 – 14:00). Εκείνη με σήκωσε από το έδαφος και με ανέβασε εκεί όπου, παρά τα παρά ένα πεντήκοντα έτη σου, γίνεσαι ξανά έφηβος, εκεί όπου, παρά τον ζόφο και τις κακουχίες, ζεις σ’ ένα όνειρο γαλάζιο και χρυσό, εκεί όπου η νηφάλιος μέθη γίνεται ένα με την μεθυσμένη νηφαλιότητα: ήτοι στα ουράνια μέλαθρα της ευδαιμονίας. Μου έταξε, με άλλα λόγια, ότι, ναι, θα μεσολαβήσει να έχουμε την τηλεφωνική παρουσία του δημιουργού στην εκπομπή μου.
Την επόμενη ημέρα, η Χριστίνα μού τηλεφώνησε και ύψωσε την ευδαιμονία μου εις την νιοστή, λέγοντάς μου ότι ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος θα κάνει την τιμή σ’ εμένα και στο Κανάλι 1 να διακόψει τις… διακοπές του (στην Τήνο), και να θαλασσοδαρθεί (όντως με κάτι οχτάρια μποφόρ ταξίδεψε), και να είναι στο Κανάλι, και να μιλήσει για το έργο του.
Το ραντεβού ήταν για τις 11:45. Συνεπέστατοι άπαντες λίγο έλειψε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Έγιναν οι συστάσεις και έλαμψαν τα χαμόγελα. Νερό και καφές στο σαλονάκι έξω από το στούντιο. Παρών και ο Γιάννης Καρολόγος των Πολιτών Kane. Μετά τις Ειδήσεις των 12:00, περάσαμε στο στούντιο, απλώσαμε δίσκους και βιβλία, ξεκινήσαμε με το «Promise», το κομμάτι από το cd με τον ίδιο τίτλο, το νέο δημιούργημα του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, από την ECM, και αφεθήκαμε σε μια ευγενική, μεστή, και ενίοτε διδακτική συζήτηση για την μουσική, την τέχνη εν γένει, την ποίηση, τον πολιτισμό, την jazz. Ακούσαμε και μεταδώσαμε πολλά κομμάτια από το «Promice» και το «Chants, Hymns and Dances», μιλήσαμε για τον Γεώργιο Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (δάσκαλο/ φιλόσοφο/ μουσικό), ταξιδέψαμε στους λειμώνες της μελωδίας. Σε κάποιο διάλειμμα, ο Γιάννης Καρολόγος, καθηλωμένος ακόμη στο σαλονάκι, είπε, «Εκπληκτική μουσική! Έχω μείνει ενεός!», και η εκπομπή Radio Propaganda κύλησε μες στο θάλπος και το θάμβος. Ήταν μια από κείνες τις εμπειρίες που εγγράφονται ανεξίτηλα στη μεμβράνη νου και ψυχής, μένοντας αλησμόνητες. Θαρρώ ότι εξίσου αλησμόνητη θα είναι η παρουσία του Βασίλη Τσαμπρόπουλου για όσους έρθουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά να τον ακούσουν να ιερουργεί με τα εβένινα και φιλντισένια πλήκτρα του πιάνου του, την Πέμπτη, 6 Αυγούστου, το βράδυ στις 9:30, με την Πανσέληνο να μας φέρνει πιο κοντά σε ό,τι βαθιά ανθρώπινο θάλλει στη Μουσική και στη Δημιουργία.
Μύρια από καρδιάς ευχαριστώ στον πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Τσαμπρόπουλο. Η μουσική του είναι ένα μέγιστο δώρο.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 01/08/09

ΥΓ. Απόψε, στον Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», έντεκα το βράδυ και έως τη μία μετά τα μεσάνυχτα, ακούστε ένα πρώτο αφιέρωμα στην ECM. Θα σας ταξιδέψω στα ηχητικά τοπία δημιουργών όπως ο Keith Jarrett, Enrico Rava, Paul Motian, Bill Frisell και, φυσικά, Βασίλης Τσαμπρόλουλος.