Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η ΛΙΣΤΑ



Δημοσιεύτηκε στη Lifo, το παρακάτωθι, στη στήλη Booklovers-The List.

Η Λίστα

Έχω κατορθώσει, κατά καιρούς, να κόψω το τσιγάρο και το ουίσκι (πάντα ιρλανδέζικο), για παρατεταμένες περιόδους έμεινα μακριά από το κρέας, μπόρεσα κάποτε να μετριάσω τις σχεδόν ολέθριες ποσότητες καφέ που απολάμβανα καθημερινώς. Κι όμως, όσο σκληρά κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να κόψω το βιβλίο. Δυστυχώς, περιβάλλομαι από εξίσου μανιακούς βιβλιόφιλους, οι οποίοι τίναζαν στον αέρα κάθε φιλότιμη απόπειρά μου να μείνω μακριά απ’ τις τυπωμένες σελίδες.
Αυτό τον καιρό, κλεισμένος σ’ ένα εξαίσιο φιλόξενο σπίτι της Κυπαρισσίας, καταβρόχθισα ένα σκασμό βιβλία, και φροντίζω τώρα να σας μιλήσω για πέντε (υποτίθεται) από αυτά, κάνοντας κάποιες μικρές ζαβολιές που τα μετατρέπουν αυτομάτως σε περισσότερα. Ιδού, λοιπόν:

1. Benjamin χ Τρία

Μία βιογραφία, ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ένα δικό του, εξόχως σημαντικό πόνημα, με κράτησαν κοντά στη σκέψη και την προσωπικότητα του μεγάλου Γερμανού στοχαστή. Ο Μόμε Μπρόντερσεν υπογράφει το «Βάλτερ Μπένγιαμιν – Η Ζωή, το Έργο, η Επίδραση» (μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανή, εκδ. Αλεξάνδρεια), όπου ερχόμαστε σε γόνιμη επαφή με τον βίο και την περιπέτεια του Μπένγιαμιν, με τα θέματα που τον απασχόλησαν, με τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν. Ο Bruno Arpaia έρχεται να μας γοητεύσει με τον «Άγγελο της Ιστορίας» (μτφρ. Χρύσα Κατκατσάκη, εκδ. Ίνδικτος), όπου καταγράφονται μυθιστορηματικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μπένγιαμιν, χρόνια εξορίας, ζόφου, αλλά και σπουδαίας δημιουργικότητας. Τα «Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια» (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα), είναι ένα ποιητικό έργο, απαρτιζόμενο από σύντομα κεφάλαια, «ολέθρια τρυφερές μικρογραφίες», σύμφωνα με τον Τέοντορ Αντόρνο, μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν ασκεί προφητική κριτική στην ανάδυση του ναζισμού.

2. Πεσσόα + Καβάφης

Συγκινητικά, έξυπνα και εύστοχα δομημένο το συνταίριασμα του Φερνάντο Πεσσόα με τον Κ. Π. Καβάφη, στο διπλό βιβλίο «Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» (εισαγωγή-ανθολόγηση από τον Γιάννη Σουλιώτη, εκδ. Μεταίχμιο). Αφήνουμε να μας ταξιδέψει η μελωδία των δύο μεγάλων ποιητών, να μας παρασύρουν σε μια λυτρωτική άρση του χρόνου στίχοι όπως «όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο». Από τη σειρά «Αντικριστοί Καθρέφτες», στην οποία εντάσσεται και το άλλο διπλό βιβλίο «Κώστας Καρυωτάκης & Μαρία Πολυδούρη – Έρωτας και Θάνατος στη Σκιά της Ποίησης» (επιμέλεια-ανθολόγηση από τον Γιάννη Η. Παππά).

3. Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac + Kerouac

Ποντάραμε στον Κέρουακ σαν ήμασταν έφηβοι, και, αισίως, δεν παύουμε ν’ ανταμειβόμαστε. Ο χαλκέντερος Γιάννης Λειβαδάς έρχεται να μας προσφέρει μιαν ευώδη ανθοδέσμη από τέσσερις Κέρουακ. Το μυθιστόρημα «Πικ», είναι το κύκνειο έργο του Τζακ, γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες, τη χρονιά του θανάτου του, το 1969, και το διαβάζουμε μαζί με την «Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας» (αμφότερα από τις εκδ. Απόπειρα), ένα σύνολο στοχασμών του Κέρουακ, εμπνευσμένων από τη μελέτη βουδιστικών κειμένων. «Βροντερά όνειρα μέσα σ’ ένα απολύτως σιωπηλό μυαλό. Τώρα που το γνωρίζουμε αυτό, πετάχτε τη σχεδία». Ακάθεκτος ο Λειβαδάς, μεταφράζει και προλογίζει τα «Ποιήματα» και τα «Mexico City Blues», αμιγώς ποιητικές πτήσεις του Κέρουακ (εκδ. Ηριδανός), ενώ αναμένει στο κομοδίνο μου να τον κατασπαράξω ένας πέμπτος Κέρουακ, εξ αδιαιρέτου με τον William S. Burroughs, ήτοι το θρυλικό μυθιστόρημα, ανέκδοτο επί έξι δεκαετίες, «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Τόπος).

4. Κορνήλιος Καστοριάδης & Friends

Ο τόμος «Παράθυρο στο Χάος» (μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, εκδ. ύψιλον/βιβλία) στεγάζει έξι σημαντικά κείμενα του διορατικού στοχαστή, όλα με θέμα την Τέχνη στους σύγχρονους καιρούς. Στο εγχείρημα συμπράττουν, ως συνομιλητές του Καστοριάδη, διανοητές όπως ο Οκτάβιο Παζ, ο Κάρλος Μπαράλ, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Φιλίπ Νεμό. Ούτε λέξη από τα όσα υπάρχουν στις σελίδες του τόμου δεν μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία, το νόημα, και την επικαιρότητά της. Πολύτιμο ανάγνωσμα!

5. Γιώργος Κακουλίδης (και ξερό ψωμί)

Ποιητές, μουσικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, παρίες, αλήτες, γόνοι αστικών οικογενειών που ντύθηκαν τα κουρέλια μιας αέναης μπλουζ διάθεσης, ραδιοπειρατές, αγόρια και κορίτσια ελευθερίων ηθών, ζωγράφοι, κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του νεοέλληνα, συνάχθηκαν από μόνοι τους, ωθημένοι από τους αγέρηδες μιας άνευ ορίων άνευ όρων ελευθερίας, και αποφάσισαν, δίχως να συνεννοηθούν, να απαρτίσουν μια φυλή χωρίς φύλαρχο, να επιδοθούν σε μια τέχνη δίχως έργα τέχνης, να αναζητήσουν το βορειοδυτικό πέρασμα προς έναν άλλον τρόπο ζωής. Η ιστορία αυτού του στοιχήματος παρέμεινε ένας κρυφός αστερίσκος στο Βιβλίο της Ανησυχίας όπου καταγράφονται τα όσα επιχείρησε να γίνει η Ελλάδα βγαίνοντας από μια δικτατορία που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα. Την τελευταία πενταετία, ορισμένοι εναπομείναντες και επιβιώσαντες από κείνο το στοίχημα, έχουν αρχίσει να μιλάνε, να γράφουν, γι’ αυτό. Να συναντιούνται και πάλι. Να τα λένε. Να τα κοινοποιούν. Ανάμεσά τους, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης. Ξενύχτησα διαβάζοντας τη «Λέσχη της Στιγμής» (εκδ. Λιβάνη), ένα δυναμικό αφήγημα που με ταξίδεψε σ’ εκείνα τα χρόνια, σ’ εκείνα τα λημέρια, σ’ εκείνο το στοίχημα. Σ’ εκείνη την κρυφή ιστορία. Η οποία αρχίζει να σκιρτάει και πάλι. Να γίνεται γνωστή. Να θυμάται και να θυμίζει.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 29/04/09

κιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω


Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr Το σημερινό μου ραδιοχρονογράφημα, παραμένοντας, ως λέγει ο Ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Σκιάζομαι και Ταράζομαι/ Δεν Αράζω, μα Φωνάζω

«Γιατί δεν τους ξεσκίζουν γι’ αυτά που λένε», έλεγε εντόνως ο αρχηγός του νεόδμητου κόμματος «Δράση» στην εκπομπή του Καναλιού μας «Παιχνίδια Εξουσίας». «Μην τους φοβάσαι, φόβισέ τους», καλεί έναν κρανοφόρο εργάτη και σύσσωμο το προλεταριάτο, μέσω των αφισών του, το τιμημένο Κουκουέ. Ο κύριος Γιακουμάτος, λάτρης ως φαίνεται των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου, έκανε επανειλημμένες αναφορές στην ταινία «Το Μεγάλο Φαγοπότι» αποδίδοντάς την στον Πιερ Πάολο Παζολίνι – ενώ, βεβαίως, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μάρκο Φερέρι. Μετά τον κακό χαμό του «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, μοιάζει να είναι ο μοναδικός Έλληνας που δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν, λέει, εξαπέλυσε το άλλο βέλος από την πλούσια φαρέτρα του: «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Οι επαγγελματίες χιουμορίστες, οι κωμωδιογράφοι, τελούν εν απογνώσει: τους τρώνε το ψωμί οι πολιτικοί. Εκτός κι αν συμβαίνει να εργάζονται για λογαριασμό τους, να έχουν αναλάβει αυτοί την εκπόνηση των συνθημάτων σε τούτες τις ευρωεκλογές. Ο μεγάλος ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ στο ποίημά του «Δυσκολίες Πολιτευομένου» αναρωτιόταν: «Φώναξε τι να φωνάξω».
Μπορούμε κάλλιστα να φωνάξουμε την απόγνωσή μας – κομψά, με περίσκεψη, ίσως με κάποια πικρή μελαγχολία, γιατί όχι και μελωδικά. Την απόγνωσή μας για την φτώχια του πολιτικού λόγου και της πολιτικής πράξης. Την απόγνωσή μας για τις καρικατούρες ιδεών, για την ιλαρότητα που σαν βρόμικη αύρα απλώνεται πάνω από την πολιτική διαμάχη.
Μπορούμε, επίσης κάλλιστα, να φωνάξουμε την ποιότητά μας. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας σε όσους εμμένουν στην ποιότητα, στο θάλπος, στη φιλία, και με το πρόσχημα μιας γλυκιάς νοσταλγίας ασκούν, ουσιαστικά, κριτική στο άχαρο σήμερα. Να φωνάξουμε τα συγχαρητήριά μας στον Σκουρή και στον Τσαβάρα, στον Βασίλη Σταυρόπουλο και στην Ελένη Γιαννοπούλου, στον Μποσκό και στους Πολίτες Κέιν, και στους άλλους του Καναλιού 1, του ραδιοφωνικού σταθμού που έχει επιλέξει τους ήπιους, μειλίχιους, τόνους, και όχι τη λεκτική βία και τον βίαιο λόγο.
Να φωνάξω, με τη σειρά μου, τα ευχαριστώ μου στον Ντίνο Υφαντή, για τη χθεσινή μας συζήτηση που ενέπνευσε το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα. Ναι, φίλε Ντίνο, συμφωνώ, πλέον η βία δεν οδηγεί πουθενά, δεν είναι πλέον η «μαμμή της ιστορίας», δεν έχει νόημα ούτε καν ως «αντι-βία».
Λέω για σήμερα να επιχειρήσω μια λυτρωτική περιδιάβαση στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και του Ερίκ Σατί, να συνεχίσω την προετοιμασία για το αυριανό αφιέρωμα της εκπομπής Radio Propaganda στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ιδρυτή, ας επαναληφθεί για να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, της Ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε καταλυτικά ανάμεσα στα 1948 και τα 1966, και να τελειώσω την ανάγνωση του υπέροχου και συναρπαστικού βιβλίου «Η Μνήμη της Πολαρόιντ», της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο), ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που έχει πολλά να πει για τη γενεαλογία, ίσως και την αρχαιολογία, της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης.
Κι ενώ όλοι έχουν το νου στραμμένο στις παραλίες, ας δηλώσω, όπως και ο φίλος μου Νίκος Τριανταφυλλίδης, ότι μ’ αρέσει η θάλασσα μόνο τον χειμώνα και να τη βλέπω από μακριά.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 28/05/09

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΧΡΩΜΑΤΑ!


Radio_270507

Το σημερινό μου Ραδιοχρονογράφημα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr, στη 1 παρά πέντε το μεσημέρι. Προσοχή στην ΚΔΩΑ, την Κτηνώδη Δύναμη Ωγκώδη Άγνοια (με Ω λόγω αγνοίας)!

Προσοχή! Χρώματα!

Οι ιδέες, οι θεωρίες, τα ρεύματα τέχνης και σκέψεις, έχουν την ιστορία τους. Το ίδιο και κάποια συνθήματα που προκύπτουν από όλα αυτά. Όπως έχει δείξει ο στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης, οι ιδέες είναι όπλα αξίωσης ισχύος, εισβάλλουν στην ιστορία και κάνουν τη δουλειά τους: ήτοι αλλάζουν ακριβώς τον ρου της ιστορίας. Εν συνεχεία, γίνονται και οι ίδιες ιστορία, γίνονται θέμα ανάλυσης μιας συγκεκριμένης, επαναλαμβάνω: συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, στην οποία εμφανίστηκαν και έδρασαν. Και έτσι εντάσσονται στο ιστορικό ρεύμα που τις γέννησε, που τις έκανε τελεσφόρες, που τους προσέδωσε δυναμική, όπως και αυτές του προσέδωσαν δυναμική.
Είναι γνωστό, για κάποιους και θλιβερό, ότι τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται ότι οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, είτε από οκνηρία είτε από ανημπόρια, ή έστω λόγω του γενικευμένου συγκεχυμένου των καιρών μας, δεν επινοούν νέες ιδέες, αλλά αρκούνται σε μια συνθηματολογική εκμετάλλευση ιδεών που εκπονήθηκαν πολύ καιρό πριν, κάτω από άλλες συνθήκες και, βεβαίως, για άλλους λόγους. Δυστυχώς πρόκειται για ένα είδος αρπαχτής και ξεπέτας, που βασίζεται στην τάχατες άγνοια των πολιτών και στην τάχατες άμβλυνση της ιστορικής τους συνείδησης.
Συνήθως, και ευτυχώς εν προκειμένω, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αρπαχτής και ξεπέτας παλαιών ιστορικών και κρίσιμων ιδεών είναι ιλαρά, και προκαλούν στους νοήμονες και τους εγγράμματους ομηρικά γέλια συνοδευόμενα από δίκαιη, έστω δικαιολογημένη, αγανάκτηση.
Ο νυν υπουργός πολιτισμός όταν κάποτε θέλησε να στήσει κι αυτός το κόμμα-απόκομμά του, την Πολιτική Άνοιξη, περιέπεσε σε δύο σπαρταριστά λάθη. Πρώτον, το «Πολάν» όπως έλεγαν συντομογραφικά το κόμμα-απόκομμά του, θύμιζε στους λάτρεις του ροκενρόλ τον μεγάλο Πολ Άνκα, και έπεσε, συνεπώς, γέλιο πολύ. Δεύτερον, είχε την έμπνευση, ή κάποιος σύμβουλος του το σφύριξε, να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό του σύνθημα έναν κρίσιμο όρο-έννοια του σημαντικότατου φιλοσόφου Hegel, ελληνιστί Εγέλου, την «υπέρβαση», γερμανιστί «Aufhebung». Όπως έγραφε και ο Θανάσης Λάλας εντός παρενθέσεως στις συνεντεύξεις του: (γέλια, γέλια, γέλια).
Προσφάτως χύθηκε, και εξακολουθεί να χύνεται, πολύ μελάνι, αλλά σημειώθηκαν συνάμα και πολλές άχαρες και αχαρακτήριστες φωνασκίες στην τιβί, για το περιβόητο πια «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που είχε την έμπνευση, ή του εσφυρίχθη από τον πεπαιδευμένο σε τέτοια ζητήματα Νίκο Κοτζιά, να χρησιμοποιήσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως ως κεντρικό σύνθημά του για τις Ευρωεκλογές. Και πάλι, εκ μέρους ορισμένων, ιστορικώς και φιλοσοφικώς εγγραμμάτων: γέλια, γέλια, γέλια!
Μεθαύριο, Παρασκευή 29 Μαΐου, εδώ στο Κανάλι 1, στον Πειραιά, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα παρουσιάσουμε ένα πολύπτυχο αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, σημαντικό παγκοσμίως στοχαστή και ιδρυτή, ακριβώς, της ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», που έδρασε επί μία εικοσαετία, ανάμεσα στα 1948 και 1966. Μετά τα γέλια, η αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας και αλήθειας.
Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι, λίγη φρόνηση παραπάνω, σας παρακαλούμε. Προσοχή όταν αγγίζετε λαμπρά χρώματα του παρελθόντος, προσοχή γιατί μπορεί να είναι ακόμη νωπά τα χρώματα αυτά. Μπορεί να μην είναι φρεσκοβαμμένα κάποια παγκάκια, αλλά ίσως παραμένουν ικανά να λερώσουν τα ακριβά σας κοστούμια! Προσοχή, χρώματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 27/05/09

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο


Δυο Λόγια για το Ραδιόφωνο

Και σήμερα, ένα Ραδιοχρονογράφημα. Ακούστηκε πριν από λίγες μέρες στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 και www.kanaliena.gr Θα ακολουθήσουν κι άλλα που δεν μπορούσα να αναρτήσω λόγω τεχνικών προβλημάτων και μπλοκάρισμα του υπολογιστή. Την Παρασκευή, 29 Μαΐου, στην εκπομπή Radio Propaganda – Η Φωνή της Λαϊκής Ελίτ, από τις 11 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, θα έχουμε ένα αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997), ιδρυτή, ως γνωστόν, της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Άλλωστε στο Κανάλι 1, συχνά-πυκνά, γίνονται αναφορές στο έργο του μεγάλου διανοητή, ιδίως από την εκπομπή «Πολίτες Κέιν», του Γιάννη Πολυμενέα και του Γιάννη Καλολόγου, κάθε Σάββατο, από τις 12 έως τις 2 το μεσημέρι.

«Φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι», είχε γράψει ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στο ποίημά του για τον Λάκι Λουτσιάνο. Όταν αρχίζεις να μιμείσαι, αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου. Κι όταν αρχίζεις να χάνεις την αυτονομία σου, ο κόσμος αρχίζει να γίνεται λιγότερο πλούσιος, λιγότερο πολύτιμος. Γιατί τα λέω αυτά δευτεριάτικα; Διότι μου ήρθαν στο νου οι στίχοι αυτοί του Δενέγρη «φοβάσαι κάτι/ το μισείς/ κι ύστερα το μιμείσαι» ακούγοντας ραδιόφωνο, ως συνήθως, χθες το μεσημέρι, μετά την ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων. Άκουσα γνώριμες φωνές, ακόμα και φίλων φωνές, να χλευάζουν επιμόνως και αγρίως τη Eurovision, και την ελληνική συμμετοχή. Επίσης, να χλευάζουν την ελληνική συμμετοχή, με άκομψο τρόπο, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, η χλεύη πάντα άκομψη είναι.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα των αξιότιμων, κατά τα άλλα, χλευαστών, ήταν υπερβολικότατα υπερβολική η τιβί, τα κανάλια, ως προς τις προσδοκίες για διάκριση του Σάκη Ρουβά, και μετέπειτα, ακόμα πιο υπερβολικότατα υπερβολική στον σχεδόν θρήνο για την βαθμολόγηση που έφερε την ελληνική συμμετοχή στην έβδομη θέση. Διέκρινα, φίλες και φίλοι, μιαν εκ μέρους του ραδιοφώνου μίμηση των τηλεοπτικών τρόπων. Κι αυτό είναι ένα λάθος του ραδιοφώνου, ας μου επιτραπεί να επισημάνω. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά μέσα. Και καλώς είναι εντελώς διαφορετικά, και έτσι πρέπει, θαρρώ, να παραμείνουν. Συμπτωματικώς, την ώρα που διεξαγόταν το φεστιβάλ της Eurovision, ο τελικός του Σαββάτου, εγώ έκανα, ζωντανά από το στούντιο του Καναλιού μας, την εκπομπή μου «Ο Αφρός των Ημερών», με ηχολήπτη τον εξαιρετικό κύριο Κώστα Λαζαρίδη. Σχολιάσαμε παρέα, εν τάχει, το γεγονός του τελικού, καθώς και τη λαχτάρα πολλών συμπατριωτών μας για μία διάκριση, για μιαν ανάκαμψη του ηθικού έστω και μέσω της Eurovision, και σε ελάχιστα λεπτά είχαμε αφήσει πίσω μας το θέμα, δεν επιμείναμε διόλου, και συγκεντρωθήκαμε πάλι στο νέο έργο του Bob Dylan, το «Together Through Life», καθώς και στα πενήντα χρόνια από το ξέσπασμα του νέου κύματος του Γαλλικού Κινηματογράφου, της περιλάλητης nouvelle vague, που ήταν τα κεντρικά θέματα της προχθεσινής σαββατιάτικης εκπομπής.
«Η Σφίγγα κάνει τη δουλειά της, κι εμείς τη δική μας», αποφάνθηκε ο ποιητής Ευγένιος Αρανίτσης, και είχε δίκιο. Που σημαίνει ότι, στην εποχή μας, καλόν είναι να μην μπερδεύουμε τα μέσα, να μην κάνουμε τηλεόραση μέσα από το ραδιόφωνο, αλλά ραδιόφωνο μέσα από το ραδιόφωνο. Δεν υπάρχει λόγος το ραδιόφωνο να ασκεί κριτική στις άγριες υπερβολές της τηλεόρασης, ή και να την χλευάζει. Το ραδιόφωνο μπορεί κάλλιστα να αντισταθεί στις εν λόγω υπερβολές με τους χαμηλούς τόνους του, την εγγενή συγκίνησή του, την ποιότητά του, τόσο στο λόγο όσο και στις μουσικές επιλογές. Χλευάζοντας την τηλεόραση, γινόμαστε τηλεοπτικοί, εντέλει την μιμούμαστε την τηλεόραση, παύουμε να είμαστε ραδιοφωνικοί. Κι αυτό, πιστεύω, είναι εις βάρος μας, δεν μας φέρνει ακροατές, απεναντίας τους διώχνει, τους ωθεί προς το real thing, ήτοι, ακριβώς, προς την τηλοψία. Η παγερή αδιαφορία προς τα σημερινά τηλεοπτικά ήθη, η εστίαση στη δουλειά μας, στον κομψό λόγο και στην καλή μουσική, είναι τελικά πολύ πιο αιχμηρή κριτική, πολύ πιο αποτελεσματική.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 18/05/09

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM και www.kanaliena.gr . Λόγω τεχνικών προβλημάτων, και άλλων μικρών δεινών, δεν ήταν δυνατόν να ανανεωθεί το blog για περίπου έναν μήνα. Τώρα, ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΟΝΤΑ ΣΑΣ, LADIES & GENTS!!!

Περί Παρεξηγήσεων

Ένα από τα πολλά εθνικά μας σπορ είναι και η παρεξήγηση. Το λέει κι ένα άσμα, «Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δεν δόθηκε». Κι όμως, όταν δίδεται εξήγηση, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη η παρεξήγηση. Και δίδεται εξήγηση όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να ανοιγόμαστε στον άλλον, όταν κάνουμε τον ωραίο κόπο να λέμε τη γνώμη μας, έστω και σε συνθήκες αντίξοες, πόσο μάλλον σε ευνοϊκές. Χθες, στον Πειραιά, μια μέρα πανέμορφη, με λιακάδα λυτρωτική, πέρασα από το Κανάλι 1, έκανα το πεντάλεπτο ραδιοχρονογράφημά μου, ένα αισιόδοξο μάλιστα ραδιοχρονογράφημα, και είπαμε με τον Ντίνο Υφαντή να πιούμε καφέ και να τα πούμε. Ο Ντίνος μού έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για μια παλαιά παρεξήγηση που όπως και η κολόνια βαστάει χρόνια, και ας του αφιερώσω το σημερινό μου σχόλιο.

Πήραμε, λοιπόν, να μιλάμε, σαν παλιοί φίλοι, παρότι γνωριζόμαστε ελάχιστα, περί φιλίας και ανθρωπιάς, να σχολιάζουμε την κατάσταση των σημερινών νέων, να μιλάμε για παλιά βινύλια και τωρινά άσματα, για το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, για τον Ρομπέρτο Μπενίνι, για ωραίες νουάρ ταινίες, για μουσικές και λογοτεχνίες. Κάποια στιγμή, πιάσαμε να λέμε για την Γενιά Μπιτ, για τον Τζακ Κέρουακ και το θρυλικό «On the Road», και κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στον Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι, λοιπόν, χρειάστηκε κοντά ένα τέταρτο του αιώνα για ν’ απαλλαχτεί από τη φήμη του πορνόγερου και του μισογύνη, του ανθρώπου που διόλου δεν σέβεται τις γυναίκες, αλλά απλώς τις χρησιμοποιεί κυνικά για να κορέσει τις όποιες χθαμαλές ανάγκες του, σαν δοχεία ας πούμε. Η παρεξήγηση αυτή, θεμελιωμένη, όσο θεμελιώνεται μια παρεξήγηση, στο γεγονός ότι εδώ κυκλοφόρησαν αρχικά κάποια πεζογραφήματα του Τσαρλς που όντως είχαν κάποια στοιχεία λαγνείας και καθημερινής τρέλας, όπως έλεγε και ο ίδιος, έμελλε, όπως είπα, να διαρκέσει πάνω από μια εικοσαετία. Ελάχιστοι επέμεναν ότι ο Μπουκόφσκι είναι μεγάλος ποιητής, σπουδαίος ανατόμος της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κοινωνίας, τροβαδούρος της φτωχολογιάς αλλά και της εργατικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κι ακόμα, λάτρης της κλασικής μουσικής, των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων, των καλλιτεχνών που μπόρεσαν να εκφράσουν το βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, είχαμε ένα εκδοτικό μπαράζ Μπουκόφσκι, εκλεκτοί Έλληνες πεζογράφοι και ποιητές φρόντισαν να μεταφράσουν την ποίησή του με άρτιο και εμπνευσμένο τρόπο, δοκιμιογράφοι να μιλήσουν για την ουσία της προσφοράς του. Ανάμεσά τους, η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς, ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Κι έτσι σκόρπισαν τα σύννεφα της παρεξήγησης. Κι έτσι, ο Έλληνας αναγνώστης αντιλαμβάνεται πια ότι ο Μπουκόφσκι ανήκει στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών του εικοστού αιώνα.

Ας θυμίσουμε ότι παρόμοια μοίρα είχαν κι άλλοι σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ (που τον θεωρούσαν, τόσο εσφαλμένα, παιδεραστή που κυνηγούσε κοριτσάκια), ο Χένρι Μίλερ (που τον περιέβαλλε η κακή φήμη του κυνικού και του παράφρονα, εξαιτίας κάκιστων μεταφράσεων), ο Μάλκολμ Λόουρι (που στα μυαλά πολλών δεν ήταν παρά ένας ελεεινός μπεκρής). Και πάει λέγοντας.

Ας φροντίσουμε να μιλάμε, με έλλογο πάθος και παθιασμένη λογική, για όσα αγαπήσαμε, για όσα αγαπάμε, κι οι παρεξηγήσεις θα χάνονται όπως τους αξίζει.