Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

ΑΝ ΤΟΝ ΞΕΡΕΙΣ, ΤΟΝ ΑΓΑΠΑΣ!


Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008, δέκα το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, ο «Αφρός των Ημερών» και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης παρουσιάζουν ένα αφιέρωμα στον «Μότσαρτ της Αμερικής», στον αξεπέραστο Φιλ Σπέκτορ. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, ακολουθεί ένα κείμενό μου για τον Φιλ, δημοσιευμένο πέρυσι στο «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας». Ο Σπέκτορ δικάζεται και πάλι μες στον Σεπτέμβριο. Ίσως είναι ένοχος, ίσως όχι. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για πηγαίο ταλέντο, διάνοια της μουσικής, γενναιόψυχο δότη. Ανέδειξε πάμπολλους και στήριξε άλλους τόσους. Το ηθικόν δίδαγμα τόσο της εκπομπής της αφιερωμένης στον Φιλ, όσο και του κειμένου που ακολουθεί, είναι ότι για τους μεγάλους, τους ωραίους, τους αληθινούς ταιριάζουν λόγια ωραία, μεγάλα, αληθινά, όσο κι αν παρεκκλίνουν επικίνδυνα ενίοτε. Και μια ηδυτάτη συμβουλή: δοκιμάστε να πιείτε το παγωμένο μοσχοφίλερό σας με μικρές φέτες λευκόσαρκο ροδάκινο στο ποτήρι, και δεν θα χάσετε! Καλή ανάγνωση! Καλή ακρόαση! Και, μην το ξεχνάμε, παίδες, BACK TO MONO!!!


Φιλ Σπέκτορ
Ο Μότσαρτ της Αμερικής



Έχουν και οι αριθμοί τη δυναμική πειθώ τους. Μια πειθώ που ενίοτε μοιάζει με ποίηση. Ακούστε: υπάρχει ένα τραγούδι που έχει σπάσει κάθε ρεκόρ μεταδόσεων από τους ραδιοσταθμούς και τα τηλεοπτικά κανάλια των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει ακουστεί στον αέρα πάνω από 8 εκατομμύρια φορές. Κι αυτό σημαίνει ότι είναι σαν να ακούγεται αδιαλείπτως επί κάτι παραπάνω από 45 χρόνια! Πρόκειται για τον μεγαλειώδη ερωτικό θρήνο, και συνάμα επίκληση, «You’ve Lost That Lovin’ Feeling», που κλείνει φέτος τα 43 χρόνια ζωής και παραμένει αγέρωχα αγέραστο. Το τραγούδησε το ντουέτο The Righteous Brothers, το έγραψε το δίδυμο των τραγουδοποιών Μπάρι Μαν και Σύνθια Βέιλ παρέα με τον παραγωγό του τραγουδιού, κάποιον κύριο Φιλ Σπέκτορ, ένα είδος Σεργκέι Μπούμκα της μουσικής βιομηχανίας, έναν κύριο που άλλο δεν έκανε από τα να σπάει τα ίδια του τα ρεκόρ με μια προσήλωση στη μαγεία της μελωδίας και του ρυθμού που άγγιζε πάντα τη μανία, την ιδεοληψία, και ένα είδος επικίνδυνης παράνοιας. Ο Σπέκτορ διέθετε το άγγιγμα του Μίδα. Ήξερε να μετατρέπει τα πάντα σε χρυσό. Πριν κλείσει τα 20 ήταν εκατομμυριούχος, ήταν ώριμος μελωδός, ήταν ρηξικέλευθος πειραματιστής, ήταν ήδη ένας θρύλος. Σήμερα, αντιμετωπίζει το ζοφερό φάσμα μιας καταδίκης ανάμεσα στα 15 χρόνια και σε ισόβια. Είναι ένα ακόμα μεγάλο στοίχημα, σε μια ζωή 67 χρόνων κατακλυσμένη από μεγάλα στοιχήματα. Το σημερινό στοίχημα του Φιλ Σπέκτορ, όμως, δεν έχει να κάνει με νότες και με τραγούδια. Έχει να κάνει με ένα κλασικό 38άρι περίστροφο Κολτ, με μιαν από τις έξι σφαίρες του, και με τον αποτρόπαιο θάνατο μιας σαραντάρας καλλονής.
Για να συνεχίσουμε λίγο ακόμη με τους αριθμούς: χώρια από την παλαιότερη ενασχόλησή μου με το έργο του Φιλ Σπέκτορ, καταβυθίστηκα προσφάτως στις 454, 226 και 327 σελίδες των τριών βιογραφιών του, που τις υπογράφουν οι Μαρκ Ριμπόφσκι, Ρίτσαρντ Γουίλιαμς και Ντέιβ Τόμσον αντιστοίχως, και άκουγα επί 250 ώρες μετρημένες τα ανυπέρβλητα μελωδικά έπη που φέρουν τη σφραγίδα αυτού του συνθέτη και παραγωγού, προσπαθώντας να εξιχνιάσω την περίπλοκη και πολύπτυχη προσωπικότητά του, να νιώσω το μεγαλείο του και πάλι, να καταλάβω πώς ο άγγελος που έγραψε το «To Know Him is to Love Him», μπόρεσε να γίνει, αν έγινε όντως, ο διάβολος που σύμφωνα με φαινομενικά ατράνταχτες μαρτυρίες αφαίρεσε τη ζωή της πανέμορφης Λάνα Κλάρκσον.
Ο Φίλιπ Χάρβεϊ Σπέκτορ γεννήθηκε τη Δεύτερη Μέρα των Χριστουγέννων του 1940 από ρωσικής καταγωγής γονείς, τον Μπέντζαμιν και την Μπέρθα, που όπως αποκαλύφθηκε μόλις πριν από μερικά χρόνια ήσαν ξαδέλφια. Ο Μπέντζαμιν αυτοκτόνησε όταν ο μικρός Φιλ ήταν μόλις 9 χρονών, κάτι που βέβαια τον σημάδεψε ανεξίτηλα και συνέβαλλε πολύ στη διαμόρφωση της εκκεντρικής προσωπικότητάς του. Παρηγοριά του έκτοτε ήταν η μουσική. Μοναδικό καταφύγιό του η κιθάρα και τα αριστουργήματα μουσουργών, όπως ο Βάγκνερ και ο Μότσαρτ, συν μια ολοένα και πιο έντονη λατρεία για την τζαζ. Από παιδί, κλεισμένος στην κάμαρά του στο Μπρονξ, ο Φιλ άλλο δεν κάνει από το να ονειρεύεται μιαν απαστράπτουσα συμβολή του στη μουσική του 20ού αιώνα, και όταν θα βρεθεί, στα 13 του χρόνια, στο Λος Άντζελες, θα καταβροχθίζει τις σελίδες του περιοδικού «Down Beat» και θα γίνει ένθερμος θαυμαστής του σπουδαίου τζαζ κιθαρίστα Μπάρνεϊ Κέσελ που, μεταξύ άλλων, είχε καταπλήξει τον κόσμο με μιαν επαναστατική ερμηνεία της «Κάρμεν» του Μπιζέ. Ο Φιλ θα συναντηθεί με τον Κέσελ και δεν θα αργήσει να γίνει συνεργάτης του, και μάλιστα όπως τα έφερε η ζωή να γίνει και αφεντικό τόσο του μεγάλου κιθαρίστα όσο και των γιων του, του Νταν και του Ντέιβιντ που έμελλε να γίνουν επίσης προικισμένοι κιθαρίστες. Δεν έχει κλείσει τα 18 όταν θα σχηματίσει την πρώτη του μπάντα, τους Teddy Bears, συνεπικουρούμενος από τον Μάρσαλ Λιμπ, συμμαθητή και φίλο του, και την καλλίφωνη Ανέτ Κλάινμπαρντ, και θα αρχίσει να συγκινεί την πιτσιρικαρία των Ηνωμένων Πολιτειών με το όραμά του να της δωρίσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του πιο συνταρακτικού αισθήματος, του έρωτα, παραμερίζοντας τα ευτελή τραγουδάκια-τσικλόφουσκες και προσφέροντας στη θέση τους δίλεπτες άριες, εφάμιλλες με αυτές των μεγάλων της κλασικής μουσικής, ναι., δίλεπτες άριες που εκθείαζαν το πρώτο φιλί και τη σπουδαιότητά του, που υμνούσαν το χτυποκάρδι με τον τρόπο που του άξιζε, που αποθέωναν και απαθανάτιζαν το εφήμερο, το φευγαλέο, το παροδικό. Αντλώντας έμπνευση από το επίγραμμα στο μνήμα του πατέρα του, «Αν τον Ήξερες, τον Αγαπούσες», ο Φιλ θα συνθέσει το απαράμιλλο «Αν τον Ξέρεις, τον Αγαπάς», και θ’ αρχίσει ο κόσμος να παραμιλάει για το χρυσοφόρο παιδί-θαύμα.
Πριν κλείσει τα 30, ο Σπέκτορ θα θεωρείται ήδη ο Μότσαρτ της αμερικανικής μουσικής, καθώς θα προσφέρει το ένα μελωδικό αριστούργημα μετά το άλλο, σχηματίζοντας γκρουπ που όλα άφησαν εποχή, ανακαλύπτοντας ταλέντα που σπεύδει να τα διαπλάσει κατά το προσωπικό του πολύτιμο γούστο, διαμορφώνοντας τον ιδιότυπο «Τοίχο Ήχου», τον μονοφωνικό «Wall of Sound», κάνοντας αδιανόητα έως τότε πράγματα στους θαλάμους ηχογράφησης όπως το να βάζει δύο κιθαρίστες, δύο σαξοφωνίστες, δύο πιανίστες και τρεις μπασίστες μαζί να παίζουν την ίδια νότα, ή το να πλαισιώνει τη φωνή της Τίνα Τέρνερ στο μεγαλειώδες «River Deep – Mountain High» με 78 (!) άλλες γυναικείες φωνές, ή το να πείθει την Τέρνερ να τραγουδήσει την πρώτη φράση του κομματιού μισό εκατομμύριο φορές (!!), ή απογειώνοντας το «The Long and Winding Road», από το «Let it Be», το κύκνειο άσμα των Beatles, την παραγωγή του οποίου ανέλαβε ο Σπέκτορ, με 18 βιολιά, 14 φωνές, 4 βιόλες, 4 τσέλο, 3 τρομπόνια, και μία ντραμς – κάνοντας τον Πολ Μακάρτνεϊ να φρίξει (αδίκως και εσφαλμένα, όπως απέδειξε περίτρανα η ιστορία της μουσικής).
Πριν κλείσει τα 35, ο Σπέκτορ θα έχει παντρευτεί και θα έχει χωρίσει δύο φορές, την πρώτη με την πρασινομάτα Ανέτ Μέραρ και τη δεύτερη με την Βερόνικα «Ρόνι» Μπένετ, το αστέρι του συγκροτήματος The Ronettes, ενός ακόμα αδαμαντωρυχείου του Φιλ, θα έχει επινοήσει τον όρο «μουσικός παραγωγός» έχοντάς τον αναγάγει σε ύψιστη τέχνη, θα έχει υιοθετήσει τρία παιδιά, θα έχει συνεργαστεί με τους Rolling Stones, θα έχει συνάψει μια μεγάλη φιλία με τον αείμνηστο κωμικό καλλιτέχνη και φιλόσοφο Λένι Μπρους, θα έχει συμμετάσχει τόσο οικονομικά όσο και ως ηθοποιός στην θρυλική ταινία «Ξένοιαστος Καβαλάρης» του Ντένις Χόπερ, θα έχει αναλάβει την παραγωγή των σόλο έργων τόσο του Τζον Λένον όσο και του Τζορτζ Χάρισον μετά τη διάλυση των Beatles, τελειοποιώντας κομμάτια όπως το «Imagine», το «Working Class Hero» και το «Woman is the Nigger of the World» του Τζον και επιβάλλοντας τον Τζορτζ ως μεγάλο καλλιτέχνη με το τριπλό LP «All Things Must Pass», θα έχει θρηνήσει το θάνατο του άλλου μεγάλου φίλου του, του εξπέρ στις πολεμικές τέχνες και ηθοποιού Μπρους Λι, θα έχει πιει ποτοποιίες ολόκληρες, θα έχει επιβιώσει από ένα άγριο αυτοκινητικό ατύχημα που, στις 31 Μαρτίου του 1974, έκανε σμπαράλια τη Ρολς του και τον γέμισε με ράμματα – 380 στο πρόσωπο και 480 στο πίσω μέρος του κρανίου του! – και, βέβαια, θα έχει κυριευτεί από μια μανία για τα όπλα, την απομόνωση και την ασφάλεια. Όλοι αρχίζουν να μιλάνε για τον «ερημίτη» Φιλ Σπέκτορ, κατόπιν για τον εκκεντρικό, ύστερα για τον τρελό, και τώρα τελευταία για τον φονιά!
Καίτοι θεωρείται… συνταξιούχος από τα 31 του, ο δαιμόνιος λάτρης της μουσικής είχε ακόμη μερικά σημαντικά πράγματα να κάνει. Και τα έκανε. Ανάμεσα σ’ αυτά λάμπει η παραγωγή του καλύτερου δίσκου των Ramones, του «The End of the Century», και η δημιουργία ενός μοναδικού, από πολλές απόψεις, άλμπουμ. Δεν είναι άλλο από το θρυλικό «Death of A Ladies Man» του Λέοναρντ Κοέν, ένα άλμπουμ που μοιάζει εκτός χρόνου, που ενώ είναι γραμμένο πριν από τρεις δεκαετίες, στα 1977, θα μπορούσε να είναι γραμμένο στη δεκαετία του 1960, σήμερα, ή πενήντα χρόνια μετά, το μοναδικό άλμπουμ που έχει σχεδόν απορρίψει ο Κοέν, το μοναδικό που δεν έχει δικές του συνθέσεις –και στα 8 κομμάτια η μουσική είναι του Σπέκτορ και οι στίχοι του Καναδού τροβαδούρου– , το μοναδικό άλμπουμ στην ιστορία της δισκογραφίας όπου ο Μπομπ Ντίλαν παρέα με τον ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ κάνουν φωνητικά, το μοναδικό άλμπουμ που χαρακτηρίστηκε, από τον ίδιο τον Σπέκτορ φυσικά, «Ροκ Πανκ» (σε αντίθεση με την τότε έκρηξη του Πανκ Ροκ), το μοναδικό άλμπουμ στην ιστορία της ευρείας ροκ όπου συμμετέχουν 25 (!) μουσικοί, ανάμεσα στους οποίους δύο ντράμερ, τρεις μπασίστες, και έξι κιθαριστές, και, τέλος, το μοναδικό όπου στα credits μνημονεύεται, ανάμεσα στους μηχανικούς ήχου, τους ενορχηστρωτές, τους μουσικούς και τους τραγουδιστές, ένα ποτοπωλείο (το John & Pete’s Liquor Store από όπου αγοράστηκαν όλα τα αλκοολούχα κατά διάρκεια των ηχογραφήσεων), και μία πιτσαρία (η Piece O’ Pizza, που προμήθευσε τα εδέσματα).
Στις 3 Φεβρουαρίου του 2003, μια γυναίκα, η Λάνα Κλάρκσον, βρέθηκε νεκρή στο Κάστρο του Σπέκτορ, με τα 33 δωμάτια, τα ηλεκτροφόρα σύρματα, τα σκυλιά, και τα δεκάδες πιστόλια. Ο Μότσαρτ της Αμερικής θεωρήθηκε υπαίτιος και έκτοτε διεξάγεται μία μαραθώνια δίκη που συνεχίζεται ως σήμερα. Πέρα από την ετυμηγορία της δικαιοσύνης, είναι δίκαιο να θυμόμαστε και να τιμούμε τον Φιλ Σπέκτορ ως μεγαλοφυή παραγωγό, ως άνθρωπο που λάτρεψε τη μουσική και της πρόσφερε μια λυτρωτική πνοή, ως τον ρομαντικό, έως μανίας, εραστή που τα τραγούδια του, τα «ποπ μπλουζ» όπως τα χαρακτήριζε, ήσαν πάντοτε κρυπτογραφημένα ραβασάκια προς την εκάστοτε εκλεκτή του, ως τον ακραία γενναιόδωρο κύριο που άφηνε συστηματικά φιλοδώρημα 500 δολαρίων όταν ο λογαριασμός του ήταν 55 δολάρια, ως τον μεγάλο φίλο που ποτέ δεν έχασε την ευκαιρία να συμπαρασταθεί σε δημιουργούς όπως ο Λένι Μπρους, ο Ντένις Χόπερ, ο Τζον Λένον και ο Τζορτζ Χάρισον, και, πάνω απ’ όλα, ως τον τρυφερό τροβαδούρο που χάρισε στην πιτσιρικαρία το σάουντρακ του έρωτα και της αγάπης!


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

ΙΒΑΝ ΣΤΣΕΓΚΛΟΦ


Ivan Chtcheglov

“Sire, Je suis de l’autre pays”
“Il faut construire l’hacienda”

Οι προσηλώσεις μας. Τα όσα μας έκαναν να γίνουμε ό,τι ήδη ήμασταν, αλλά έπρεπε να τα βρούμε ταξιδεύοντας, αναζητώντας το πέρασμά μας (Notre vie est un voyage/ Dans l’Hiver et dans la Nuit,/ Nous cherchons notre passage…), και δεν ήσαν πάντα φωτεινά τα μονοπάτια, και δεν άνοιγαν πάντοτε οι θύρες, όχι, δεν ήσαν πάντοτε εύκολες, όταν η χρεία τες κουρταλούσε. Οι προσηλώσεις μας. Ο Hegel. Ο Marx, ο Debord. Αυτή είναι η σειρά. Κι η άλλη, το έχω γράψει γραπτώς κι εγγράφως το ’χω γράψει: Σολωμός, Καρούζος, Λάγιος. (Ποιος διανοήθηκε, στους χαλεπούς άχρωμους και άχαρους καιρούς μας, να τιμήσει έτσι, τόσο ακραία, έναν Φίλο Ποιητή;)

Ο Debord, λοιπόν. Και οι εκάστοτε σύντροφοί του. Που τόσο τους ετίμησε. Ανάμεσά τους και ο Ivan Chtcheglov. Ό,τι ήταν για τον Breton o Artaud, ήταν ο Chtcheglov για τον Debord. Ένας θρύλος και για μας, που ψάχναμε σαν έλλογοι μανιακοί τα ίχνη του να βρούμε, και τα βρήκαμε, εδώ κι εκεί, κομμάτια κι αποσπάσματα, σχέδια, ζωγραφιές, αναφορές, κείμενα, χαμένα, σκορπισμένα, μες στις δεκαετίες. Τον έκανα μάθημα, τον Chtcheglov, σε θαυμάσια αγόρια και κορίτσια στην Καλών Τεχνών, στο φετινό μεταπτυχιακό, περήφανος που κατάφερα να βρω υλικό και να μιλήσω γι’ αυτόν, και να πείσω κάποια παιδιά ωραία μαζί του δημιουργικά να ασχοληθούν. Την άνοιξη τη φετινή, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 1998, ύστερα από τότε που πήγε ν’ ανταμώσει τον δάσκαλό του, τον Artaud.

Και τώρα, εμείς, εδώ, στο La Vie est Belle, est Facile, ετοιμάζουμε ένα αφιέρωμα στον συγγραφέα του εμβληματικού κειμένου «Formulaire pour un urbanisme nouveau». Πέρασαν κάμποσα έτη, επίπονων μα διασκεδαστικών, ερευνών για να δούμε έστω τη φυσιογνωμία του, το βλέμμα του, το μειδίαμά του. Μια σκιά. Κι άλλα τόσα, ώσπου να φτάσουν στα χέρια μας πονήματα για τον βίο του, και κείμενά του που οι πάντες είχαν για παντοτινά χαμένα. Κανένα μυστήριο, εάν είναι ευγενές, δεν μένει ανεξιχνίαστο, δεν μένει σκοτεινό. Απόψε, προσφέρουμε στους happy few, σ’ αυτούς που λατρεύουν την ποίηση της περιπέτειας και την περιπέτεια της ποίησης, μια συγκλονιστική (για μένα, τουλάχιστον) εμπειρία, την οποία ψοφάω να μοιραστώ με το περιβάλλον μου: τον Chtcheglov να διαβάζει, επί μερικά λεπτά, ένα κείμενό του. Εικάζω (μονάχα απ’ όσα έχω διαβάσει σχετικά, αναγνωρίζοντας το στυλ, και παίζοντας με τις ημερομηνίες) ότι τον έχει κινηματογραφήσει ο ίδιος Debord, την περίοδο (έστω σύντομη) της επανασύνδεσής τους, στα 1963-4, και στο πλαίσιο της ταινίας του «Portrait d’Ivan Chtcheglov» (την οποία δεν ολοκλήρωσε, αλλά υλικό της οποίας ενσωμάτωσε στο ανυπέρβλητο «In girum imus nocte et consumimur igni»). Όπως και να ’χει «υπάρχουν πρωινά συγκινητικά, αλλά δύσκολα», και, εξάλλου, «η ιστορία είναι συγκινητική».

http://www.youtube.com/watch?v=kEVOzj6CzKQ&eurl=http://frenchfighter.blogspo
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 28η Μπρυμαίρ των Ανωνύμων Αλλωνύμων

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ


ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η εποχή μας έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Συνεπώς, και οι τρόποι έκφρασης στην εποχή μας. Το Διαδίκτυο έχει αλλάξει σε πολλά σημεία το πώς επικοινωνούσαν, εκφράζονταν καλλιτεχνικά, ή δημοσιοποιούσαν την εκάστοτε γνώμη τους οι άνθρωποι. Φέρ’ ειπείν, άλλοτε το να κοινοποιήσεις την ποίησή σου, έστω και σε λίγους εκλεκτούς, ήταν μια δαπανηρή υπόθεση. Ακόμα και τα φωτοαντίγραφα κόστιζαν το κατιτίς τους. Σήμερα, με ένα κλικ, είναι κάποιος σε θέση να κάνει κτήμα άλλων, λίγων ή και πολλών, ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, θέσεις. Όπως συνέβαινε και με τον πολύγραφο, τα φανζίν, την τυπογραφία, σημειώνονται και στα blogs ακρότητες, διαπράττονται απρέπειες, και, κυρίως, ακούγονται εξωφρενικά πράγματα. Ίσως γιατί σ’ αυτή την άυλη δημοκρατία της έκφρασης έχει την ευκαιρία ο καθείς να πει το δικό του, άκοπα, αστόχαστα, άσχετα και ακατάσχετα.

Θα κάνω μερικές σκέψεις, περιοριζόμενος στα λογοτεχνικά/καλλιτεχνικά blogs, μιας και μονάχα αυτά παρακολουθώ, και ένα τέτοιο διαθέτω. Η μεγάλη μαγεία ενός τέτοιου blog είναι η δυνατότητα άμεσης κοινοποίησης ενός νέου κειμένου, καθώς και η προσφορά σε νέους αναγνώστες παλαιότερων κειμένων που είναι πλέον δυσεύρετα, είτε γιατί δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά (και ξέρουμε πόσο κοπιώδες είναι να τρέχει κανείς και να σκαλίζει τα αρχεία εφημερίδων και περιοδικών), είτε γιατί αποτελούσαν μέρη βιβλίων που είναι εκτός κυκλοφορίας. Επίσης, μπορεί κάποιος blogger να ανασύρει από το αρχείο του κείμενα που έχουν σχέση με μιαν επέτειο (γεννήσεως ή θανάτου κάποιου δημιουργού, επί παραδείγματι) και να τα αναρτήσει παρέχοντας έτσι υλικό προς συζήτηση. Άλλο ένα αβαντάζ των blogs, για τα οποία μιλώ, είναι ότι μπορούν να διαδώσουν πληροφορίες για την κυκλοφορία, ας πούμε, ενός νέου βιβλίου κάποιου αγαπημένου συγγραφέα ή ενός μουσικού έργου, καθώς και η δυνατότητα να αναρτώνται ολόκληρα αφιερώματα, σε συνέχειες, πάνω σε ρεύματα τέχνης, ή και μεμονωμένους καλλιτέχνες που ο εκάστοτε blogger, και οι φίλοι που παρακολουθούν στο blog του, θεωρούν σημαντικούς.

Το blog, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα δώρο, ένα potlatch, που προσφέρει κάποιος άνθρωπος, ο οποίος έχει κάτι να πει, διαθέτει ένα υπολογίσιμο αρχείο, κάποιο ταλέντο στον συνδυασμό κειμένων και εικόνων, ένα φάσμα ιδεών που τον συνέχουν και τον απασχολούν. Κι ακόμα, τη διάθεση να κοινοποιεί, με τον τρόπο του, τις σκέψεις του για το νόημα της ζωής, για τους καλλιτέχνες και τους στοχαστές που, ο καθένας με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, διακονούν τούτο το νόημα και προσδίδουν σημασίες στα καθημερινά, ή/και ιστορικά, συμβάντα. Είναι, συνεπώς, ολίγον τι άδικο, και άστοχο, αν μη τι άλλο, το να εγκαλείται ένας blogger, ο οποίος πρωτίστως αναρτά κείμενα παρουσίασης τέτοιων καλλιτεχνών και στοχαστών, για αυτοπροβολή, και εγωπάθεια. Μπορεί κάλλιστα να μην συμμερίζονται ολίγοι ή πολλοί τις προτιμήσεις του, να μη δίνουν δυάρα για την jazz του John Coltrane, για την εικαστική προσφορά του Marcel Duchamp, ή για την ποίηση του Νίκου Καρούζου, κι έτσι μια χαρά να στραφούν σε άλλα blogs, που προβάλλουν έργα και πρόσωπα της δικής τους προτιμήσεως. No problem!

Περαιτέρω, είναι επίσης άδικο και άστοχο, για να μην πω και παράλογο, το να εγκαλείται ένας blogger για λογοκρισία όταν επιλέγει να μην δημοσιοποιεί, να αφαιρεί πάραυτα, τα όποια σχόλια έρχονται σε βάναυση και κατάφωρη αντίθεση με την ποιότητα, το στυλ, και την γραμμή πλεύσεως του blog του. Η περιλάλητη δημοκρατία της blogo-σφαιρας επιτρέπει στον καθένα να συγκροτήσει πανεύκολα το δικό του blog και να κοινοποιεί εκεί τις όποιες θέσεις και απόψεις του. Όπως ουδείς διανοείται να εγκαλέσει έναν εκδοτικό οίκο για την απόφασή του να μην εκδώσει ΟΛΑ τα μυθιστορήματα που του αποστέλλονται προς έγκριση, ή ένα περιοδικό για την απόφασή του να μην παραχωρεί τις σελίδες του στους πάντες, ή έναν ραδιοφωνικό σταθμό για το να μην εμπιστεύεται σε όλο τον κόσμο τα μικρόφωνά του, έτσι δεν μπορούμε να εγκαλούμε έναν blogger για λογοκρισία όταν θεωρεί ότι κάποια σχόλια προσβάλλουν τον ίδιο και το blog του. Ή όταν είναι παντελώς άσχετα με τα όσα επιλέγει να προβάλλει. Φέρ’ ειπείν, δεν μπορούμε να εγκαλούμε τον blogger ενός λογοτεχνικού blog όταν δεν αναρτά σχόλια για τις επιδόσεις μιας (έστω αγαπημένης) ομάδας χόκεϊ επί πάγου, ή τον blogger που καταπιάνεται με την jazz όταν αφαιρεί από το blog του σχόλια για τη φωτογένεια του Γιώργου Γιασεμή, αίφνης, ή του Πάνου Κιάμου. Άλλο πράγμα είναι η δημοκρατία και η ελευθερία, και άλλο είναι η ασυδοσία, το μπάχαλο, και η κακοφωνία.

Δυο λόγια για την ιστορία και για την άρση κάποιων παρεξηγήσεων: το La Vie est Belle et Facile το έστησε, ερήμην μου, και μου το έστειλε ως λίαν ευπρόσδεκτο δώρο η φίλη σκηνοθέτις Λουκία Ρικάκη προκειμένου να δοκιμάσω κάποιες δυνατότητές μου και με αυτό το μέσο. Δράττομαι της ευκαιρίας να την ευχαριστήσω θερμά και πάλι. Συμβαίνει επί σειρά ετών (φευ, δεκαετιών!) να δημοσιοποιώ επωνύμως τις εργασίες μου. Περιοδικά (όπως τα: Ιδεοδρόμιο, Οδός Πανός, Πολιορκία, Πρόσωπα, Λέξη, Δέντρο, Σημειώσεις, κ.ά), εφημερίδες (όπως οι: Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Νέα, Βήμα, Ελεύθερος Τύπος), εκδότες (όπως: Ερατώ, Ροές, Καστανιώτης, Πατάκης, Μεταίχμιο, Ψυχογιός, Οξύ, Διόπτρα, Γαβριηλίδης, κ.ά.), με έχουν τιμήσει με την αψεγάδιαστη συνεργασία μας. Ραδιοφωνικοί σταθμοί (Δεύτερο Πρόγραμμα, ΕΡΑ 4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο, Κανάλι 1) μου έχουν δώσει την ευκαιρία να εκφραστώ μέσω των ερτζιανών. Είναι εύλογο ότι δεν χρησιμοποιώ για λόγους αυτοπροβολής ή εγωπάθειας το blog μου, αλλά για να κοινοποιώ σε φίλους (ορισμένοι εκ των οποίων βρίσκονται στο εξωτερικό και είναι δύσκολο να έχουν άλλη πρόσβαση σε κάποια ελληνικά δρώμενα πέρα από αυτήν μέσω του Διαδικτύου και των blogs) ορισμένα πονήματά μου και ορισμένες πληροφορίες. Διαπιστώνει, άλλωστε, εύκολα κανείς ότι η συντριπτική πλειονότητα των αναρτήσεων στο La Vie est Belle, et Facile έχει να κάνει με σημαντικές, κατά τη γνώμη μου πάντα, και ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της τέχνης και του στοχασμού (σκηνοθέτες, μουσικούς, ποιητές, μυθιστοριογράφους). Φυσικά, με κέφι πάντα, και με διάθεση χιούμορ προβαίνω και σε κάποιες, ολίγες πάντως, αναρτήσεις που δεν είναι παρά κλεισίματα ματιού σε εκλεκτούς φίλους, και διασκεδαστικά (για μένα και τους φίλους μου) private jokes.

Και κάτι για τους λεγόμενους ανώνυμους/ ψευδώνυμους: διατηρώ την πάγια θέση ότι η ανωνυμία/ψευδωνυμία είναι επιτρεπτή σε περιόδους πολιτικής καταστολής και διώξεως των ιδεών, ή σε φιλολογικά παιχνίδια, συνήθως μπορχεσικού τύπου (όπου ο ανώνυμος παίζει ευγενικά με το corpus της λογοτεχνικής παραγωγής – και όπου άλλωστε ο ανώνυμος/ψευδώνυμος παρέχει «κλειδιά» για την αναγνώρισή του, και έτσι για περαιτέρω παιχνίδια, κάτι που απολαύσαμε στην περίπτωση του Κρητιώτη, αλλά και «σκηνοθετών» ή «στοχαστών» που έχει πλάσει, κατά καιρούς, η ευφάνταστη πένα του Αχιλλέα Κυριακίδη, και άλλων). Όταν καταφεύγουμε στην ανωνυμία/ψευδωνυμία για να σπιλώσουμε, να καθυβρίσουμε, να κατεδαφίσουμε (ατελέσφορα ως επί το πλείστον, μιας και σχεδόν κανένας δεν εμπιστεύεται σχόλια ανωνύμων/ψευδωνύμων κηνσόρων) τότε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, η ανωνυμία/ψευδωνυμία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μάλλον άσφαιρη και ελαφρώς οχληρή. Υπάρχει, τέλος, και μία περίπτωση ανωνυμίας/ψευδωνυμίας, και πάλι παιγνιακού τύπου, όταν ο ανώνυμος/ψευδώνυμος συμβαίνει να είναι φίλος και γνωστός μας, αλλά επιλέγει να μην κοινοποιεί το όνομά του για λόγους που έχει ήδη εκθέσει στον blogger και είναι σεβαστοί από αυτόν. Σημειώνω ότι τέτοιοι ανώνυμοι/ψευδώνυμοι ουδέποτε είναι υβριστές και συνήθως έχουν μία ιδιότητα ή ένα επάγγελμα που τους επιβάλλουν ένα είδος διακριτικότητας στην μέσω των blogs επικοινωνία τους. (Μπορεί, επί παραδείγματι, να είναι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού και να μην επιθυμούν να γνωρίζει ο διοικητής τους ότι ξετρελαίνονται με την μουσική των Einstuerzende Neubauten, ότι διαβάζουν μανιωδώς Hegel και Debord, ότι έχουν προσφάτως ερωτευθεί με μια ξανθομαλλούσα καλλονή, ή ότι συναγελάζονται με διόλου ευυπόληπτους, στον ελληνικό στρατό, τύπους σαν και του λόγου μου).

ΥΓ. Είμαστε, όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, σε θέση να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και blogs ανωνύμων/ψευδωνύμων που είτε θέλουν να πειραματιστούν μέσω της blogo-σφαιρας (για να ετοιμάσουν αργότερα ένα μυθιστόρημα ή μία ταινία, φέρ’ ειπείν), είτε να δοκιμαστούν σε τρόπους έκφρασης που έρχονται σε (γόνιμη ή άγονη) αντίφαση με αυτούς διά των οποίων έχουν γίνει γνωστοί (ένας καταξιωμένος ποιητής, ας πούμε, θέλει να εκφραστεί μέσω του πεζού ή του δοκιμιακοί λόγου, ή ένας πολύ δημοφιλής μουσικός επιθυμεί να κοινοποιήσει σε κάποιους φίλους τις επιδόσεις του στη ζωγραφική), αλλά προσωπικώς εγώ, και δίχως να δεσμεύω κανέναν, βεβαίως, αποφεύγω να παρακολουθώ τέτοια blogs.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 26 Αυγούστου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, δώδεκα παρά κάτι. Επανήλθα στα Ραδιοχρονογραφήματα, ύστερα από απουσία τριών εβδομάδων, στη διάρκεια της οποίας έκανα τη δίωρη εκπομπή «Σαν Παλιός Πειρατής», δέκα το πρωί και έως το μεσημέρι, με μουσικές σπινταριστές, ροκ και τζαζ και μπλουζ, με συνταγές μαγειρικής από τον Στράτο «Chef» Προύσαλη, με κινηματογράφο από τον Νέστορα «The Pogues» Πουλάκο, με βιβλία από τον Χαράλαμπο «Pessoa» Γιαννακόπουλο, με εκλεκτούς καλεσμένους όπως η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Θάνος «Διάφανα Κρίνα» Ανεστόπουλος, ο Στέργιος «Μάγειρας» Νιζήρης, ο Στέλιος «Νεπάλ» Ελληνιάδης, ο Βαγγέλης «Μπόγκαρτ» Κτενάς, και άλλοι.

Το Δέντρο του Αβραμόπουλου και τα Μάτια της Μπλάνκα


Ο Μπρεσόν έλεγε, ορθά, ότι κάνεις μεγάλο κινηματογράφο με μικρά θέματα, χωρίς μεγαλομανία, χωρίς αλαζονεία, εμμένοντας στο θεωρούμενο μικρό, χθαμαλό, καθημερινό. Τα πιο όμορφα σπίτια τα βλέπεις σε κάτι λησμονημένα χωριά στις Κυκλάδες, ή στο Νεπάλ, όπως μου έλεγε χτες βράδυ ο φίλος Στέλιος Ελληνιάδης. Μια φίλη είχε γράψει, «Τα πλουσιότερα ζεϊμπέκικα τα χορέψαμε στα φτωχικά ουζεριά του Αγρινίου». Ο Αρανίτσης είχε αντιπαραθέσει, σε μια σοφή στιγμή του, το δεντράκι ενός ποιήματος του e.e. cummings στο εξωφρενικά μεγαλόπρεπο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Αβραμόπουλου στο Σύνταγμα. Σπανίως πια ακούς για μια γλυκύτατη βραδιά που κύλησε με τσικουδιά, μυζήθρα, ελιές, ντομάτα, κρεμμύδια και πλούσιους συναισθηματικά και συγκινησιακά φίλους. Τα μάτια της Μπλάνκα θα μπορούσαν να με ξετρελάνουν, αν δεν διέκρινα μέσα τους το απόλυτο κενό μιας απόλυτα στείρας φιλοδοξίας αναμεμειγμένης με μιαν απόλυτα σκληρή επιθετικότητα. Τα βλέμματα των αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες με τρομάζουν πια. Είναι σαν τα μάτια της Μπλάνκα, είναι σαν το δέντρο του Αβραμόπουλου. Με μιαν εξαίρεση: τα μάτια του «γέρου» Χαϊλέ Γκεμπρεσελασιέ. Του δρομέα των 10000 χιλιομέτρων. Ίσως είναι καιρός να γυρίσουμε ξανά, και πάλι, στις σταθερές μας. Σε μιαν απλότητα που δεν φοβάται να είναι απλή. Σε μια διατροφή που δεν ντρέπεται να είναι λιτή. Σε μια σκέψη που επιμένει στην αδρότητα και την αβρότητα. Σε σχέδια και πλάνα ζωής που ποντάρουν στα στοιχειώδη. Πασατέμπος και σινεμαδάκι. Ένας περίπατος χέρι-χέρι με την κοπέλα που αγαπάμε. Βανίλια υποβρύχιο, αγέρωχα μπλουζ του Robert Johnson, κι ένα χακί μπλουζάκι με στάμπα την ημερομηνία γέννησης της Αγαπημένης. Εκείνη η φράση ενός ηγέτη, «Η γυναίκα είναι το μισό του Ουρανού». Η ακατάπαυστη και ευφρόσυνη ανταλλαγή μικρών, μα τόσο πολύτιμων, δώρων: μια ξύλινη σβούρα, μια ξύστρα, ένα βιβλίο του Debord, το πεπόνι που μου έφερε χτες βράδυ ο Στέλιος, η βότκα που μας έστειλε τα μεσάνυχτα με τον επταετή ανιψιό μου, τον, όντως, Άγγελο, η αδελφή μου, μια κασέτα με τραγούδια από τον Ισπανικό Εμφύλιο, ένα καπέλο τζόκεϊ με στάμπα την ημερομηνία ενός ταξιδιού στο Παρίσι, τα κεράσια από το κτήμα του Σταύρου και της Νάγιας, ένα αυτοκίνητο πεντακοσαράκι που δωρίζεις όχι και τόσο αναπάντεχα εσύ που δεν οδηγείς εδώ και είκοσι χρόνια, μερικά μολύβια, ένα βάζο με γλυκά απ’ την Αργεντινή, το ανθοδοχείο που χάρισε στη Ναταλί και τον Γιάννη ο Νίκος. Ναι, να επιστρέψουμε, φίλες και φίλοι, στα στοιχειώδη. Παρέα με γλυκά άδολα χαμόγελα, κουβέντες για τα όσα αγαπάμε κάτω από τα αυγουστιάτικα φεγγάρια. Δεν χάνουμε, θαρρώ, αν γυρίσουμε την πλάτη στις υπερπαραγωγές, είτε πρόκειται για ταινίες του Χόλιγουντ είτε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν χάνουμε αν λησμονήσουμε ολοταχώς τα μάτια της Μπλάνκα, το δέντρο του Αβραμόπουλου, τη βαρύγδουπη αρχιτεκτονική της Ντεφάνς. Δεν χάνουμε αν αφήσουμε στην άκρη τις περιβόητες ενσταλασιόν, τις μεγαλομανείς εγκαταστάσεις του Μηδέν στο Τίποτα. Δεν χάνουμε αν στρέψουμε πάλι αυτιά και βλέμμα και πνεύμα και καρδιά στα φιλμ του Κασσαβέτη και του Τορνέ και του Μπέλα Ταρ, στη μουσική του John Lee Hooker και του Chet Baker και του Μάρκου Βαμβακάρη, στη ζωγραφική του Jackson Pollock και του Μάριου Σπηλιόπουλου και της Ελεάννας Μαρτίνου, στις ταβέρνες της γειτονιάς μας και στις φιλόξενες κάμαρες των φίλων, στην ποίηση του Γιώργου Χρονά, του e.e. cummings, του Jacques Prévert. Αντίο σας μάτια της Μπλάνκα, αντίο σου δέντρο του Αβραμόπουλου, αντίο σας Ολυμπιακοί Αγώνες!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 26 Αυγούστου 2008

ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΧ ΑΝΘΗ


1. Περί ανωνυμίας και άλλων… δειΛών
Αγαπητέ Μπάμπη,
Ολίγιστα για τη διαμάχη που ξέσπασε στην μπαμπασάκειο ιστοσελίδα, η βαναυσότητα, αλλά και, κατά στιγμές, η φαιδρότητα της οποίας μου έκαναν εντύπωση, ομολογώ.
Θαρρώ πως μας έχουν όλους έντονα προβληματίσει το θεμιτό ή αθέμιτο των ανώνυμων σχολίων, το γιατί (άραγε) ελάχιστοι εξ ημών έχουν το σθένος να υπογράψουν επωνύμως αρνητικά σχόλια, το κατά πόσον τα εγκωμιαστικά δικαιούνται να είναι πιο… ανώνυμα από τα δηκτικά ή καταγγελτικά, τα όρια της ελευθερίας των μεν και των δε, η δεοντολογία τους, η αγωγή που θα όφειλε να τα χαλιναγωγεί.Το ζήτημα εντάσσεται βέβαια σε έναν ευρύτερο στοχασμό περί του δημοσίου λόγου, ανωνύμου αλλά ΚΑΙ επωνύμου, και περί του τρόπου χειρισμού του εν γένει, στα ιστολόγια, τα έντυπα, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση.Ο Ανώνυμος, Ψευδώνυμος ή Αλλώνυμος –μετά φαιάς ουσίας ή άνευ, μετά παιδείας ή άνευ–, στον οποίο έδωσαν εσχάτως φωνή τα μπλογκ, διαθέτει έναν και μόνον έναν νεόδμητο δημόσιο χώρο, το διαδίκτυο, ένα και μόνον ένα όπλο, την ανωνυμία του! Ενδέχεται να κάνει κακή χρήση, ασύδοτη ενίοτε κατάχρηση και του χώρου και του όπλου (το είδαμε σίγουρα σε κάποια τουλάχιστον από τα περί Λάγιου σχόλια, όπου ακονίστηκαν λεπίδια και ψαλίδια).Ένα μόνον όπλο, λέω, πλην όμως περίπου ανίσχυρο: πόση εμβέλεια μπορεί να έχει ένα ανώνυμο σχόλιο; Μηδαμινή! Ο Ανώνυμος είναι εξυπαρχής ύποπτος και, οσάκις δεν κολακεύει (οπότε γίνεται παγίως καλοδεχούμενος!), οσάκις τολμά να δειχτεί επικριτικός, πόσο μάλλον επιθετικός, καταδικάζεται –έστω κι αν δεν είναι προσβλητικός– ως δειλός, φτηνός, γελοίος και προπαντός αναξιόπιστος (κι αυτό, παρότι η ανωνυμία δείχνεται παραδόξως φιλεύσπλαχνη για τον οικοδεσπότη μπλόγκερ, που πίσω από τα αρχικά Γ.Ξ. του υμνητή, μπορεί να υποθέσει έναν Γρηγόριο Ξενόπουλο, αλλά πίσω από τα όμοια αρχικά του υβριστή έναν Γρηγοράκη Ξεφτιλόπουλο!) Αν δε ο Ανώνυμος παραγίνει οχληρός, φιμώνεται με φραγή στους σχολιασμούς και… πάπαλα: το αποφώλιον τέρας καταποντίζεται ξανά στην ανυπόληπτη ανυπαρξία του.Εντέλει, ο Ανώνυμος μένει ακάλυπτος, καθότι ηθικά εκτεθειμένος από την ίδια του την ανωνυμία, πράγμα που, όσο παράξενο κι αν μοιάζει, καλύπτει προστατευτικώς, παπλωματωδώς ούτως ειπείν, τον οιονδήποτε υπό κρίση Επώνυμο. Μην γελιόμαστε: ο Ανώνυμος δεν είναι ο οδύσσειος Ούτις, είναι ο σχετικός ή απόλυτος Ουτιδανός.
Απ’ την άλλη μεριά όμως, πώς αμύνεται κάποιος απ’ τη γραφίδα, απ’ τη φωνή του Επωνύμου; Είτε αυτός ο κάποιος είναι κι ο ίδιος επώνυμος -νεκρός (βλ. την περίπτωση του Ηλία Λάγιου) αλλά και ζων-, είτε όχι; Είτε ο Επώνυμος τον κατονομάζει σαφώς, είτε τον υποδεικνύει εμμέσως (πλην εξίσου σαφώς!), ψευδωνύμως, αλλωνύμως; Είτε τον αναφέρει ολογράφως, είτε τον δαχτυλοδείχνει με τα (αποκαλυπτικά, ε ναι!) αρχικά του; Είτε η πρόθεση του Επωνύμου είναι ο ειλικρινής διθύραμβος είτε ο λίβελλος, ο εγκωμιασμός είτε ο εξευτελισμός, η θαυμαστική νύξη είτε η θανατερή μπηχτή; Είτε τα λεγόμενά του καθιστούν αυτόν τον κάποιον παραχρήμα αναγνωρίσιμο μόνο από τον εαυτό του (είναι η καλύτερη περίπτωση!), είτε, κατά κανόνα, από πάντας τους παροικούντας την Ιερουσαλήμ, δηλαδή από τους υπολογίσιμους γνώστες προσώπων και πραγμάτων, που πιάνουν αγαλλιάζοντας τον χορό των μαχαιριών;Ποιος μπορεί να ελέγξει, να αναχαιτίσει, να τιμωρήσει τον Επώνυμο για όσα λέει και γράφει; Πώς αντιδρά ο (ευθέως ή από σπόντα) θιγόμενος, ή ακόμα και ο (άθελά του) υμνηθείς σε μπλογκ ή εκπομπές, σε άρθρα ή αφηγήματα του οιουδήποτε Επωνύμου, ο οποίος διαθέτει βήμα, άρα εξουσία; Πώς προλαμβάνονται, πώς παρακάμπτονται, πώς παραγράφονται τα scripta και η vox;Δίχως ιδιαίτερη διάθεση να το προσωποποιήσω, σημειώνω πως τούτο ισχύει κυρίως σε περιπτώσεις σαν αυτήν των εμμόνως και προδήλως αυτοβιογραφουμένων, σαν τον χαριτωμένα και ανάλαφρα λαλίστατο κύριο Μπαμπασάκη (οι προθέσεις του οποίου είναι, ευτυχώς, ως επί το πλείστον αγαθές και γενναιόδωρες – της γενναιόδωρης εγωαφήγησης-εγωπροβολής-εγωεξύμνησης προεξάρχουσας).Ως γνωστόν όμως, η κόλαση, το καθαρτήριο έστω, είναι στρωμένα με αγαθές προθέσεις: για να περιοριστώ στα πιο πρόσφατα παραδείγματα, δεν είναι βέβαιο, δεν είναι διόλου βέβαιο πως ο Ηλίας Λάγιος θα ήθελε εντέλει να εμφανίζεται μεταθανατίως –και κατ’ επανάληψιν– ως (ή ΚΑΙ ως) εταίρος σαχλής κρασοκατάνυξης και σαχλεπίσαχλης μετεφηβικής καζούρας, είτε να κοσμεί ως αξεσουάρ την εγωστραφή αυτοπροσωπογραφία κάποιου παλιού του φίλου. Δεν είναι επίσης διόλου βέβαιο πως τα εύγλωττα αρχικά που φιγουράρουν στο «Περ[ί] ύφους» (ως επιπρόσθετη, παρεμπίπτουσα τεκμηρίωση της όποιας αλήθειας) είναι του γούστου και της αποδοχής των ξώφαλτσα αναφερομένων εκεί κυριών. Ερωτήθηκαν οι εν λόγω; Αν όχι, κι αν τυχόν (λέω αν!) δεν έχουν τρελή πρεμούρα ν’ απαθανατίζονται ως «ερωμένες» ενός εκάστου (ας είν’ και ποιητής μέγας!), τι θα μπορούσαν να πράξουν; Πώς ν’ αντιταχθούν σε μια ποίηση-οίηση που εξελίσσεται σε «ρομπα-ποίησή» τους; Να ζητήσουν ασφαλιστικά μέτρα; Να διαμαρτυρηθούν επωνύμως για την αιφνίδια έκθεση πολύ ιδιωτικών τους στιγμών; Να ουρλιάξουν διά την τιμήν που τους περιποιούν; Ή μήπως (υπόθεσις εργασίας!) να εκσφενδονίσουν, έστω εκ των υστέρων, έστω στα μουλωχτά, κακίες στα ιστολόγια, μιας και εκεί, μόνον εκεί, τους επιτρέπεται επιτέλους να βγάλουν, αν μη τι άλλο ανωνύμως αλλά δημοσίως, το… άχτι τους;
Σ’ έναν κόσμο που γίνεται, αναγκαία πλην άναρχα, όλο και πιο διαδικτυακώς διαφανής, μια κάποια α-διαφάνεια αποδεικνύεται μεγίστη αρετή. Αδιαφάνεια σημαίνει, εν προκειμένω, λεπτότητα, σεμνότητα, διακριτικότητα! Τακτ, βρε αδελφέ, τακτ! Όσο πιο ευπρεπής και κόσμιος, όσο λιγότερο προκλητικός θα είναι ο Επώνυμος, τόσο ο Ανώνυμος θα χάνει τον λόγο υπάρξεώς του, τόσο θα στομώνουν τα, έτσι κι αλλιώς, (απο)στομωμένα βέλη του – κάτι που είναι, εν πολλοίς, στο χέρι του πρώτου, αφού αυτός ηγείται και προηγείται, άρα αυτός ελέγχει τους όρους του παιχνιδιού. Έτσι, όχι και τόσο παραδόξως, η αδιαφάνεια μπορεί να εξελιχθεί σε μοχλό διαφάνειας, περιορίζοντας την ανωνυμία και επιβάλλοντας το ποθούμενο (αμφίδρομο όμως!) ήθος τού ύφους.
Εν κατακλείδι: χαρείτε πλησίστιοι τα τρυφερά αυγουστιάτικα φεγγάρια!Φιλικά,Σεσίλ
Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου - Αύγουστος 24, 2008 at 12:50 π.μ.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ, ΡΑΔΙΟ, ΤΖΑΖ



Αύριο, Σάββατο 23 Αυγούστου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών» (Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM) ο Μπαμπασάκης θα συστήσει την περίκομψη ποίηση του Σωτήρη Κακίση, καθώς και συνταγές που Πέπε Καρβάλιο, του πλέον επικούρειου των ντετέκτιβ, όπως μας τις παραδίδει ο δημιουργός του, ο μεγάλος συγγραφέας της Ιβηρικής Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν (1939-2003). Και αυτά υπό τη συνοδεία εκλεκτών διαμαντιών της jazz, παιγμένα από τους θρύλους John Coltrane, Miles Davies, Red Garland, Chet Baker, Sonny Rollins, και άλλους. «δώσ’ μου έναν κήπο πιο χαλαρό. περιορίσου να είσαι εσύ ο κήπος και ξεκίνα σαν τροχός λούνα-παρκ τεράστιος να κυλήσεις όπως στην κωμωδία και στο σινεμά κατά την προβλήτα: να είναι νύχτα και τα λαμπιόνια να θέλουν να βυθιστεί υπομονετικά ο τροχός στη θάλασσα, και τα λαμπιόνια να μη σβήνουν, να ανάβουν και κάτω απ’ το νερό σαν κουμπιά. Αυτός να είναι ο κήπος που μου ’χεις δώσει» [Σωτήρης Κακίσης, 1984].

ΣΕΡΤΖΙΟ ΛΕΟΝΕ


Leone

Σέρτζιο Λεόνε
Φιλοσοφώντας με τα εξάσφαιρα


Έκανε μόλις εφτά ταινίες μέσα σε είκοσι τρία χρόνια, αλλά και οι εφτά ήταν υπέροχες και είναι πλέον θρυλικές. Ανανέωσε το γουέστερν, ένα είδος με εκατομμύρια θαυμαστές, το υπηρέτησε με τελειοθηρικό πείσμα, ενώ έστειλε στα ύψη της δημοφιλίας, καθιερώνοντάς τον ως πρωταγωνιστή παγκοσμίου βεληνεκούς, έναν έως τότε σχεδόν άγνωστο τηλεοπτικό ηθοποιό δεύτερων ρόλων. Καίτοι δυσφημισμένος σαν «δευτέρας κατηγορίας» εμπορικός σκηνοθέτης, υπέγραψε έργα που σήμερα θεωρούνται στυλιστικά αριστουργήματα, μελετούνται από ειδήμονες, αναλύονται εξονυχιστικά, αλλά και λατρεύονται από ένα νεανικό κοινό που τα ανακαλύπτει εκ νέου. Η συνεργασία του με έναν έξοχο τρομπετίστα της τζαζ και συνθέτη έμεινε στην ιστορία όσο κι εκείνη του Φεντερίκο Φελίνι με τον Νίνο Ρότα. Αίσθηση μεγάλη έκανε η άρνησή του να σκηνοθετήσει μια από τις πιο πετυχημένες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, τον «Νονό». Πριν από σαράντα χρόνια μάς πρόσφερε το μείζον σπαρακτικό και πολυδιάστατο φιλμ «Κάποτε στη Δύση», πριν από κοντά οχτώ δεκαετίες είδε το πρώτο φως, και πριν από σχεδόν είκοσι έτη πήρε τις κόπιες του παραμάσχαλα και πήγε να δείξει στα ουράνια πώς εδώ κάτω, στη γη, κάποτε οι άνθρωποι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, όπως είπε: σ’ αυτούς με τα γεμάτα πιστόλια και σ’ εκείνους που σκάβουν. Έγινε πασίγνωστος με τη λεγόμενη Τριλογία του Ανθρώπου Δίχως Όνομα, αλλά ο ίδιος είχε, βέβαια, όνομα. Φιλοσοφούσε μέσα από τον κόκορα, την κάνη, και τον μύλο των εξάσφαιρων και τον έλεγαν Σέρτζιο Λεόνε.
Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1929, στη Ρώμη και στον κόρφο μιας οικογένειας που δεν έπαυε στιγμή να ομνύει στο σελιλόιντ. Ο πατέρας του, ο Βιντσέντζο Λεόνε, ήταν γνωστός ως σκηνοθέτης βωβών ταινιών, τις οποίες υπέγραφε με το ψευδώνυμο Ρομπέρτο Ρομπέρτι, ενώ η μητέρα του, η Εντβίγκε Βαλκαρέντζι, ήταν ηθοποιός, γνωστή και αυτή με ψευδώνυμο: Μπίτσε Βάλεραν. Το οικογενειακό τους ενδιαίτημα βρισκόταν κοντά στην περιλάλητη, και απαθανατισμένη από τον Φελίνι, Φοντάνα ντι Τρέβι, και ο Λεόνε θυμόταν ότι στα παιδικά του χρόνια έβλεπε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν το νερό της όποτε και όπως το είχαν ανάγκη.
Μεγαλωμένος, λοιπόν, ανάμεσα στις κάμερες, τις μονταζιέρες, τους προβολείς, τα συνεργεία και τους ηθοποιούς, ο Λεόνε δεν θ’ αργήσει να ενδώσει στη μαγεία της Έβδομης Τέχνης. Ήδη από δεκαοχτώ χρονών θα εργάζεται επαγγελματικά στα στούντιο και στα πλατό, κάνοντας κάθε λογής χαμαλοδουλειά, συμμετέχοντας εν συνεχεία στη συγγραφή σεναρίων, κατόπιν έγινε βοηθός σκηνοθέτη, σε ταινίες τόσο κατάφωρα εμπορικές όσο και ποιοτικές, για να φτάσει να αναλάβει την πρώτη δική του σκηνοθεσία μόλις στα 1961, και σε ηλικία 32 ετών. Προηγουμένως είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει το φιλμ «Οι Τελευταίες Μέρες της Πομπηϊας», όταν αρρώστησε ο σκηνοθέτης Μάριο Μπόναρντ. Κι ακόμα, είχε συνεργαστεί στη δημιουργία κάμποσων ταινιών, που έμειναν γνωστές ως «της χλαμύδας» ή «του σπαθιού και του σανταλιού», έπη με αρχαίους Έλληνες ή Ρωμαίους, ή βασισμένα σε βιβλικές ιστορίες, ένα είδος λίαν δημοφιλές την εποχή εκείνη.
Είναι πια γνωστό ότι ο Λεόνε είχε βάλει το μαγικό και φιλόπονο χεράκι του στον «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα, στον «Τρωικό Πόλεμο» του Ρόμπερτ Γουάιζ, στον «Μπεν Χουρ» του Γουίλιαμ Γουάιλερ, και στα «Σόδομα και Γόμορρα» του Ρόμπερτ Όλντριτς, αποκομίζοντας πολύτιμες εμπειρίες πάνω στη γραμματική και το συντακτικό του σινεμά.
Στα 1961, θα σκηνοθετήσει τον «Κολοσσό της Ρόδου», μία ακόμη εμπορική «χλαμύδα», μια φτηνή παραγωγή που μπόρεσε να περνιέται για χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, με ηθοποιούς που, αν εξαιρέσουμε την περικαλλή Λέα Μασάρι, έχουν χαθεί στις λίμνες της λήθης. Και τρία χρόνια μετά, θα έρθει η επιτυχία, και θα μείνει.
Ο Λεόνε διαισθάνεται ότι το γουέστερν, είδος εξάλλου πάντα αγαπητό, μπορεί να του επιτρέψει να τέρψει τον κόσμο αλλά και, συνάμα, να εκφραστεί ο ίδιος καλλιτεχνικά. Και επίσης, ότι θα έχει τη δυνατότητα να πειραματιστεί τόσο με μια εναλλαγή κοντινών πλάνων και μακρινών παρατεταμένων λήψεων, όσο και με ένα εκρηκτικό μοντάζ. Έχοντας στη διάθεσή του… μια χούφτα δολάρια, έχοντας εισπράξει την άρνηση τόσο του Χένρι Φόντα όσο και του Τσαρλς Μπρόνσον να αναλάβουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, έχοντας κατά νου μια επική γουέστερν τριλογία που θα καθήλωνε τους θεατές, ο Λεόνε προχώρησε ηρωικά στη δημιουργία του πρώτου του, κατ’ ουσίαν, φιλμ που δεν ήταν άλλο από το «Για μια χούφτα δολάρια». Ο σημερινός σινεφίλ δεν εκπλήσσεται πια όταν αντικρίζει στα credits τα παγκοσμίως άγνωστα «αμερικανικά» ονόματα Μπομπ Ρόμπερτσον, Λίο Νίκολς, και Τζόνι Γουέλς. Πρόκειται για τους ξακουστούς πια Σέρτζιο Λεόνε, Ένιο Μορικόνε, και Τζαν Μαρία Βολοντέ!
Το σενάριο είναι πανέξυπνα βασισμένο στο «Γιοζίμπο» του Ακίρα Κουροσάβα, από το 1961, στο σκληρό νουάρ της δεκαετίας του 1930, και ιδίως στον «Κόκκινο Θερισμό» του Ντάσιελ Χάμετ, και στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι. Μπορούμε κάλλιστα να μιλάμε για ένα πολύ-πολιτισμικό γουέστερν με ιταλική, αμερικανική και ιαπωνική συμβολή. Το φιλμ αγαπήθηκε πάραυτα από το ευρύ κοινό, έκανε εν μια νυκτί διάσημο σ’ όλο τον κόσμο τον Κλιντ Ίστγουντ, αλλά οδήγησε στο να κολλήσει η ρετσινιά του «γουέστερν-σπαγγέτι» στο είδος, και σε μιαν υποτιμητική σύγκριση του Λεόνε με τους κλασικούς Τζον Φορντ και Χάουαρντ Χοκς.
Απτόητος ο επινοητικός Ρωμαίος, συνεχίζει με το «Για λίγα δολάρια ακόμα», που είναι γνωστό ως «Μονομαχία στο Ελ Πάσο», στα 1965, και πάλι με τον βραχνό, σκληρό, γαλανομάτη Κλιντ, ο οποίος πλαισιώνεται τώρα από την φοβερή φάτσα και μορφή του Λι Βαν Κλιφ και την ζωώδη κινητικότητα του Τζαν Μαρία Βολοντέ. Τα εξάσφαιρα μιλάνε ακαταταπαύστως, οι πρωταγωνιστές είναι φειδωλοί στα λόγια, το τοπίο είναι ξερό, απειλητικό, μια αρένα άψογα χορογραφημένης βίας, οι φερετροποιοί έπαψαν να έχουν αναδουλειές, η μουσική του Μορικόνε έμεινε στην ιστορία, και ο Λεόνε, πασιχαρής, θα προχωρήσει στην ολοκλήρωση της τριλογίας του.
Ακόμα ένα θρυλικό φιλμ, ο «Καλός, ο Κακός, και ο Άσχημος», γυρισμένο στα 1966, στην Ισπανία και στην Ιταλία, όπως και τα προηγούμενα, με την τριάδα Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ, και Ιλάι Γουάλας, και σκηνές αλησμόνητες, όπως εκείνη όπου αρκεί ο κουρνιαχτός πάνω στις μπλε στολές των Βορείων για να εκληφθούν από τους τυχοδιώκτες ως Νότιοι και να γίνει ο τρελός χαμός.
Μετά την επιτυχία της Τριλογίας του Ανθρώπου Δίχως Όνομα, άλλως πως Τριλογία των Δολαρίων, ο Λεόνε καλείται στις Ηνωμένες Πολιτείες να σκηνοθετήσει ένα ακόμα γουέστερν για λογαριασμό της Paramount. Εδώ, ο μαιτρ τα δίνει όλα. Γίνεται ο χορογράφος της βίας και του θανάτου, κυριολεκτικά, μια και βάζει τους ηθοποιούς του να κινούνται πάντα σε σχέση με τα τέσσερα μουσικά θέματα που έχει από πριν συνθέσει ο Μορικόνε. Στο σενάριο συνεργάζονται οι μετέπειτα σημαντικοί σκηνοθέτες Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Ντάριο Αρτζέντο. Το σχόλιό του στις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις, κάτω από τον μανδύα μιας ιστορίας εκδίκησης, είναι δριμύ. Ανατέμνονται οι πρωτοκαπιταλιστικές συνθήκες στην Αμερική, η εξάπλωση του σιδηρόδρομου, οι διαπροσωπικές σχέσεις που είναι βασισμένες στο ωμό συμφέρον από τη μια, και στη ρομαντική εμμονή στο παρελθόν από την άλλη. Οι ηθοποιοί του «Κάποτε στη Δύση», που ολοκληρώθηκε στα 1968, δίνουν ρεσιτάλ υπό την μπαγκέτα του Λεόνε. Η Κλαούντια Καρντινάλε είναι απαστράπτουσα, ο Χένρι Φόντα είναι η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού, ο Τσαρλς Μπρόνσον γίνεται ο καταλύτης των γεγονότων θέλοντας, εις πείσμα των πάντων, να εκδικηθεί τον χαμό του αδελφού του, ο Τζέισον Ρόμπαρτς είναι ένα ώριμο, γεμάτο μελαγχολία αλλά και βεβαιότητα, βλέμμα.
Ο Λεόνε θα γυρίσει ένα ακόμα γουέστερν, τρία χρόνια μετά, το «Κάτω τα κεφάλια» ή «Για μια χούφτα δυναμίτη», με τον Τζέιμς Κόμπουρν και τον Ροντ Στάιγκερ, μια αλληγορία για την επανάσταση και τον ρομαντισμό. Μεσολαβεί η άρνηση να σκηνοθετήσει τον «Νονό», τον οποίο ανέλαβε με τρομερή επιτυχία ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, μεσολαβούν μερικές παραγωγές και συνεργασίες, μεσολαβούν δεκατρία ολόκληρα χρόνια, και ο μαιτρ επανέρχεται δυναμικότατα, με το ταλέντο και την επινοητικότητά του στο φουλ, για να κάνει όλο τον κόσμο να παραμιλάει με το αριστουργηματικό «Κάποτε στην Αμερική», του 1984, το δικό του απόλυτο γκανγκστερικό φιλμ που επί πολύ καιρό οραματιζόταν. Πρόκειται για ένα έπος της άγριας πλευράς του δρόμου, όπου συγκρούονται Ιρλανδοί και Εβραίοι κακοποιοί, όπου διαπρέπουν ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Τζέιμς Γουντς, όπου η σημασία στην παραμικρή λεπτομέρεια είναι θαυμαστή, όπου τα 288 λεπτά της αρχικής εκδοχής πετσοκόφτηκαν από τους Αμερικανούς διανομείς κατά 99 (!!) λεπτά, όπου ο Λεόνε θριαμβεύει σκηνοθετικά, αλλά υποχρεώνεται σε μια δικαστική διαμάχη με τους… Προκρούστες της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η ταινία έχει, ευτυχώς, αποκατασταθεί στην εκδοχή της σε dvd, και σήμερα θεωρείται πια κλασική.
Ενόσω έκανε τις προετοιμασίες για ένα ακόμα έπος, πολεμικό αυτή τη φορά, με θέμα την πολιορκία του Λένινγκραντ, και ενόσω έβλεπε στην τηλεόρασή του την δραματική ταινία «Θέλω να ζήσω» με τη Σούζαν Χέιγουορντ, ο μαιτρ Σέρτζιο Λεόνε, λάτρης της καλοφαγίας και ήδη παχύσαρκος, θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν η τελευταία μέρα του Απρίλη του 1989. Ας είμαστε σίγουροι ότι τα εξάσφαιρά του δεν θα σιγήσουν ποτέ, και ότι για πολλές γενιές ακόμα τα πλάνα του, η δεξιοτεχνία του, η δηκτική ματιά του, και ο ιδιότυπος, σκληρός ρομαντισμός του θα αγαπιούνται και θα εμπνέουν.


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΣ & ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ


Αστερίσκος & Υστερόγραφο

Είπα ότι δεν θα επανέλθω, και δεν επανέρχομαι. Ας κάνει, όποιος επιθυμεί, μια γύρα στο χρόνο και στο χώρο, ας κάνει το ρεπορτάζ του, κι ας ελέγξει τα γεγονότα. Ένας αστερίσκος υποσημειώσεως μόνο, κι ένα υστερόγραφο.

Ο αστερίσκος: η κυρία Μ. Λ. διατείνεται ότι από το 1996 και μετά, δεν συναντιόμασταν με τον εκλιπόντα. Ο οποίος, μολοντούτο, μου αφιερώνει ποίημα, και δη μεγάλο σε έκταση και βαθύ σε νόημα, στις Μουζικούλες (Ερατώ, 1997), ενώ έχουμε ήδη συμπράξει στην Έρημη Γη (Ερατώ, 1996), και συνεργάζεται, όπως μπορεί ο πάσα εις να το τσεκάρει ανέτως, στην έκδοση της επιθεώρησης Propaganda, από το πρώτο τεύχος μάλιστα, και με λίαν ενδιαφέροντα, αιχμηρά, και προσωπικά του δημιουργήματα, όπως: «Προς Εγκωμιασμόν Μιας Αενάου Εφηβικής Ηλικίας» (τεύχος 1, Β’ Εξάμηνο 1997, σ. 20), «Πικρό και Λίγο Δάκρυ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο» (τεύχος 2, Α’ Εξάμηνο 1998, σσ. 12-13), το οποίο μάλιστα μου το εμπιστεύθηκε χειρόγραφο, και έτσι δημοσιεύτηκε, «Ηλίας Λάμβδα: Εγκοπών Α’» (τεύχος 3, Β’ Εξάμηνο 1998), το οποίο αναδημοσιεύεται στο βιβλίο Πράξη Υποταγής (Ερατώ, 2000, σσ. 29-36), βλέπε επίσης και το κείμενο «Κεκραμένου Οίνου Αίνος» του Βαγγέλη Μπιτσώρη (τεύχος 6, Β’ Εξάμηνο 2000). Όποιος ξέρει να διαβάζει, και δεν έχει χάσει απολύτως το χιούμορ του, θα διαπιστώσει ότι στα κείμενά μου για τον εκλιπόντα δεν γίνεται μνεία μονάχα για οινοποσίες αλλά και για το πόσο σημαντικό δημιουργό τον θεωρούσα και τον θεωρώ. Οι κατά καιρούς εκδότες του (ιδίως οι υπεύθυνοι των εκδόσεων Ίκαρος, Παρουσία, Καστανιώτης, Ερατώ) γνωρίζουν το είδος, την πυκνότητα, τη διάρκεια, και το στυλ, των σχέσεών μου με τον εκλιπόντα. Όπως και οι υπεύθυνοι του βιβλιοπωλείου Ιανός (όπου τιμήθηκε το έργο του εκλιπόντος, και όπου κλήθηκα να συμμετάσχω ως ομιλητής – και βέβαια δεν ομίλησα μόνον περί κρασοκατανύξεων), καθώς και οι συντελεστές της παραστάσεως «Η Αρπαγή της Κούτας» (για την οποία παράσταση έγραψα στην εφημερίδα City Press, εγκωμιάζοντας το έργο του εκλιπόντος, βεβαίως). Σημειώνω, επίσης, ότι από την ημέρα της γνωριμίας μας και έως το 2005, ουδέποτε ο εκλιπών διαμαρτυρήθηκε δημοσίως (ούτε και ιδιωτικώς, εξ όσων γνωρίζω) για οποιοδήποτε δημοσίευμά μου τον ανέφερε, και δεν ήσαν λίγα. Γνωρίζουμε δε πόσον αυστηρός ήταν σε τέτοια ζητήματα. Μάλιστα, σε ένα εξ αυτών των δημοσιευμάτων ασκούσα κριτική σε δημοσίευμα του εκλιπόντος, ο οποίος ουδέποτε, δημοσίως ή στις προσωπικές μας συναντήσεις μας, διαμαρτυρήθηκε για την εν λόγω κριτική που του άσκησα. Τέλος, χειρόγραφα του εκλιπόντος προς εμένα (δύο ποιήματα, σχεδιάσματα για ένα βιβλίο που θα γράφαμε μαζί για να το αφιερώσουμε στους πατεράδες μας αλλά, όπως και πολλά άλλα projects, δεν έλαβε σχήμα και μορφή, σημειώματα, αφιερώσεις προς εμέ στα τυπωμένα του έργα, σημειώσεις για την εκ νέου και αυτόνομη έκδοση της Έρημης Γης πάνω στις σελίδες 129-148 του βιβλίου Ασκήσεις Ι-ΙΧ, εκδ. Ωλήν, και ένα κείμενο όπου συγκρίνει κάποιο έργο μου, το Aurevoir, με ένα μυθιστόρημα του Καραγάτση), δύνανται να πιστοποιήσουν στην κυρία ΜΛ την στάση του εκλιπόντος απέναντί μου. Και λέγω «στην κυρία ΜΛ», διότι αυτή είναι η νόμιμη κληρονόμος, και αυτή έκρινε σκόπιμο να διαμαρτυρηθεί. Οι άλλοι υπερασπιστές, και χαίρομαι που υπάρχουν τόσοι, αν και δεν χαίρομαι ιδιαιτέρως για το ύφος τους (καθότι στην συντριπτική τους πλειονότητα απλώς με καθύβριζαν), δεν δικαιούνται, φυσικά, να έχουν πρόσβαση στα εν λόγω ντοκουμέντα.

Το υστερόγραφο: είναι γνωστό ότι δεν στερούμαι χιούμορ. Ωστόσο, τούτη τη φορά, θα πω δυο λόγια άνευ χιούμορ. Κι αυτό διότι διαπίστωσα ότι κάμποσοι εκ των όσων έλαβαν μέρος στην περί εκλιπόντος συζήτηση μάλλον τείνουν προς την παρερμηνεία και την παρανάγνωση λόγω του ότι, ακριβώς, στερούνται χιούμορ. Δηλώνω, λοιπόν, υπευθύνως ότι δεν τυγχάνω αλκοολικός (εξ ου και δεν χρειάστηκε να αποτοξινωθώ ποτέ και πουθενά), ότι πίνω τα ποτήρια μου κατά καιρούς, όπως εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη γη, ότι εργάζομαι σκληρά ως μεταφραστής, ότι δεν ήταν απολύτως ανέφελη η παιδική και εφηβική μου ηλικία, ούτε μου έκαναν τα χατίρια σε χρόνο dt (φευ, κάποιοι αδυνατούν να αισθανθούν πότε σοβαρολογούμε και πότε καταφεύγουμε σε ένα είδος πικραμένης ειρωνείας) ότι ποτέ δεν χαρακτήρισα «ξεπουλημένο» κανέναν προσωπικά (το τονίζω διότι είδα να βάζουν στο στόμα μου λόγια που δεν τα έγραψα πουθενά!), ότι δεν θεωρώ όποιον δεν πίνει «ξενέρωτο», ούτε όποιον πίνει «σημαντικό». Τέλος, επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε είχα πρόθεση να μειώσω το έργο ενός ανθρώπου που με τίμησε με την φιλία του, και εάν έτσι εξελήφθησαν από τους οικείους του τα όσα έγραψα γι’ αυτόν ζητώ, και πάλι, συγγνώμη.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

ΓΙΜ & ΦΦΦ



Η Ανατομία ενός Βδελύγματος

«Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα», λέγει ο Marx σ’ ένα κείμενό του («Εγκώμιο του Εγκλήματος»), γραμμένο ανάμεσα στα 1860 και 1862, ενταγμένο, από τους εκδότες του, στον τέταρτο τόμο του Κεφαλαίου. Ας δούμε τι παράγει ο ΓΙΜ και τι παράγει ο ΦΦΦ –συνήθως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο–, και εάν, για να πιάσουμε πάλι την επιχειρηματολογία του Marx, «προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ’ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις».

Ο ΓΙΜ (Γελοίος Ιταμός Μπαγάσας) παράγει, βεβαίως ιταμότητες. Οι οποίες ιταμότητες, καίτοι φαινομενικά είναι επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο, κατ’ ουσίαν καθίστανται επωφελείς, μιας και, αφενός, δύνανται οι καλοί καγαθοί πολίτες εύκολα να τις εκθέσουν ως παραδείγματα προς αποφυγήν, και έτσι να γαλουχήσουν ενάρετα τα παιδιά τους, αφετέρου δε, ο ΓΙΜ είναι εξίσου εύκολο, με δύο τρία κείμενα/μηνύματα/ γράμματα να απομονωθεί διά παντός, κι έτσι να μην μπορεί να βλάψει με τις ιταμότητές του, ή μη μόνον να χρησιμεύει ως σκιάχτρο στον λειμώνα των ενάρετων. Ο ΦΦΦ (Φθηνός Φθονερός Φθίνων) παράγει, βεβαίως-βεβαίως, φθήνια, μνησικακία, σαπίλα. Ομοίως, δύνανται οι ενάρετοι και πάνσοφοι κριτές του να ανατρέψουν τα σατανικά του προγράμματα, προβάλλοντάς τα άνετα ως αποφευκτέα και, διά του αρνητικού, να εγκωμιάσουν ψυχωφελώς το θετικό, αφήνοντας τον ΦΦΦ να φθίνει πλατσουρίζοντας τραγελαφικά στην ίδια του τη σήψη και φθορά – άμα δε του φορέσουν και κουδούνια, ως προτρέπουν οι πλέον νουνεχείς συμπολίτες μας, μπορεί και να βουλιάξει κιόλας στον ίδιο του τον βδελυρό βάλτο, που αποτελεί το ελεεινό του ενδιαίτημα, κι έτσι να μην μας σκοτίζει με την αποτρόπαια παρουσία του.

Από ορισμένες απόψεις, σύμφωνα με την πολιτική οικονομία και την οικονομική πολιτική, οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, δεν στερούνται μιας κάποιας χρησιμότητας, αλλά και χρηστικότητας. Άφθονο χαρτί και μελάνι (όταν κατακεραυνώνουμε τους ΓΙΜ και ΦΦΦ) διά των εντύπων, ηλεκτρισμός και αναλώσιμα (όταν τους βαράμε αλύπητα μέσω Διαδικτύου), αλλά και ευγενή, μη αλκοολούχα ποτά (όταν συναζόμαστε για να συσκεφθούμε πώς θα τους κατατροπώσουμε), δεν θα καταναλώνονταν εάν δεν υπήρχαν οι (ελάχιστοι, ομολογουμένως) ΓΙΜ και ΦΦΦ, οι οποίοι, τοιουτοτρόπως, και ακουσίως, συμβάλλουν στην ευρωστία της εθνικής μας οικονομίας. Εξάλλου, βδελυσσόμενοι τον ίδιο τους τον εαυτό, καθότι όσο ιταμοί και φθηνοί κι αν είναι, ξέρουν τι κουμάσια είναι, τι αχρείοι και ποταποί, οι ΓΙΜ και ΦΦΦ καταναλώνουν καθημερινώς γενναίες ποσότητες μη ευγενών, αλκοολούχων ποτών, προκειμένου να λησμονούν, έστω για λίγο, την ιταμότητα και ποταπότητά τους. Ακόμα, ακριβώς λόγω ιταμότητας και ποταπότητας, οι μνησίκακοι και φθονεροί ΓΙΜ και ΦΦΦ φροντίζουν, δολίως, να παρασύρουν τους έντιμους συμπολίτες μας σε κραιπάλες μέθης, να τους οδηγούν, τους αθώους και άδολους ενάρετους, στους ψευτοαρωματικούς λαβυρίνθους της ρωσικής βότκας, στην τάχατες χρυσή δυναμικότητα του ιρλανδέζικου ουίσκι, στο νοσηρά κεχριμπαρένιο δέλεαρ του μοσχοφίλερου. Αν λάβουμε υπόψη, ότι τέτοιες καταβυθίσεις στο κολασμένο σύμπαν του οινοπνεύματος συνοδεύονται, σχεδόν πάντα, από αντίστοιχες θηριώδεις καταναλώσεις ποικίλων εδεσμάτων (αβγοτάραχο και προσούτο, φιλέτα και τυριά, φρούτα και γλυκίσματα), τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι, και πάλιν ακουσίως, αν μη το άλλο οι ΓΙΜ και ΦΦΦ συμβάλλουν στην κραταιά εθνική μας οικονομία, άρα και στην ευημερία των ενάρετων και των έντιμων.

Επίσης, οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, προκειμένου να κρύψουν, έστω προσώρας (μιας και καθώς άδει ο Διονύσης Σαββόπουλος «Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά/ Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα», άρα πώς είναι δυνατόν οι ΓΙΜ και ΦΦΦ να κρυφτούν από πάνσοφους θεράποντες των Τεχνών, από Δεινούς Διαδόχους, από Εκ Πεποιθήσεως Ανωνύμους, και ούτω καθεξής;), οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, λοιπόν, καίτοι φθηνοί, υποχρεούνται να καταφεύγουν διαρκώς σε περίπλοκα τεχνάσματα, τα οποία όπως θα δείξουμε είναι λίαν δαπανηρά, συμβάλλοντας έτσι και πάλι στην κινητικότητα του χρήματος και, κατά προέκταση, στην κοινωνική δικαιοσύνη.

Ένα από τα τεχνάσματα αυτά είναι η αγορά, επί δεκαετίες και διηνεκώς εντέλει, πάμπολλων και πανάκριβων βιβλίων, αλλά και δίσκων βινυλίου και ακτίνας, ποιοτικών έργων τέχνης, εξεζητημένων ενδυμάτων. Και τούτο για να «καμουφλάρουν», οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, επιμελώς την ογκώδη άγνοιά τους σχετικά με την αληθινή αλήθεια της ζωής, για να μακιγιάρουν την κακάσχημη αναισθησία τους απέναντι σε ό,τι πνευματικό, για να παρφουμάρουν τη δυσώδη απουσία κάθε ταλέντου (εκτός ίσως του ταλέντου να παρασύρουν, να δηώνουν, να καταστρέφουν, να εκριζώνουν), για να ντύνουν την αξιοθρήνητη γύμνια νου/ψυχής/καρδιάς. Καίτοι φθηνοί είναι υποχρεωμένοι να κερνάνε, να σκορπάνε το χρήμα που (όχι και τόσο παραδόξως, όπως θα δούμε παρακάτω) αποκομίζουν από ποικίλες εργασίες, μιας και συνήθως δεν τυγχάνουν κληρονόμοι ή διάδοχοι, νόμιμοι είτε παράνομοι, και δη να το σκορπάνε για άλλους, διότι, ξέροντας φαρσί τον μονόλογο εκείνο από τον Τίμωνα τον Αθηναίο, γνωρίζουν καλά ότι φίλους δεν μπορούν να έχουν, ή μη μόνον εξαγοράζοντάς τους, μήτε και ερωμένες, ή μη μόνον λούζοντάς τες αδιαλείπτως με σκουλαρίκια, πένες, φορέματα, γόβες, δαχτυλίδια, επισκέψεις σε ακριβά ρεστοράν, ταξίδια εις Παρισίους και αλλού. Αρκεί μια ματιά στη φορολογική δήλωση των ΓΙΜ και ΦΦΦ και αντιλαμβάνεται πάραυτα κανείς την αξιοθρήνητη προσπάθειά τους να κρύψουν σε πόσο δεινή θέση βρίσκονται από άποψη κοινωνική, πνευματική, πολιτιστική, ψυχολογική, πνευματική, και ερωτική.

Ένα ακόμα τέχνασμα το οποίο μετέρχονται οι ουτιδανοί ΓΙΜ και ΦΦΦ, προκειμένου να διατηρούν μια κάποια (πάντα προσωρινή, φυσικά) κοινωνική υπόσταση είναι η απαίσια ερωτοτροπία τους με τα Γράμματα και τις Τέχνες. Ξέρουν ότι είναι το πεδίο των αμβλυμένων κριτηρίων, ο χώρος που χωράει χαριστικά κάθε χαμερπή και πικραμένο, η γενναιόδωρη μεγάλη περιοχή όπου μπορεί να διαπρέψει ακόμα και ο μέτριος, ακόμα και ο λιγότερο χαρισματικός, ακόμα και ο πλέον αναίσχυντος μπεκρής. Κι ακόμα, είναι το εφαλτήριο για μια κουτσή-στραβή σταδιοδρομία στις εφημερίδες, φέρ’ ειπείν, ή στο ραδιόφωνο. Πώς θα μπορούσε ο εξαχρειωμένος μέθυσος να κάνει καριέρα ως χειρουργός, ως οδοντίατρος, ως φαρμακοποιός; Θα κατέληγε στην «ψειρού». Απεναντίας, στον Θαυμαστό Γενναίο Κόσμο των Γραμμάτων και των Τεχνών δύναται επί δεκαετίες να ξεγελάει ακόμα και σοβαρούς εκδότες και να εκπονεί ατιμωρητί μεταφράσεις ογκωδέστατων μυθιστορημάτων, βιογραφιών, κοινωνιολογικών πονημάτων. Επιπροσθέτως, να εκδίδει τα δικά του ελεεινά και τρισάθλια αποκυήματα του πιωμένου πνεύματός του, ίσως και να φτάνει σε απόσπαση αναπνοής από ποικίλες βραβεύσεις, αλλά, ευτυχώς, όζει η αναπνοή του, ζέχνουν τα χνώτα του, και είναι τόσο τύφλα την κατάλληλη στιγμή, ώστε ξεχνάει να κάνει τα τρία-τέσσερα τηλεφωνήματα που θα του εξασφάλιζαν το Βραβείο Μετάφρασης, επί παραδείγματι, τρεις-τέσσερις φορές έως τώρα. Υπάρχει δικαιοσύνη!

Εν παρανθέσει: έχει διατυπωθεί η άποψη, όχι και τόσο στερούμενη ερεισμάτων, ότι οι ΓΙΜ και ΦΦΦ δεν είναι δυνατόν να εκπονούν οι ίδιοι τις μεταφράσεις που οι δελεασμένοι εκδότες τους αναθέτουν, αλλά πληρώνουν άλλους, «νέγρους» τους λένε στη λογοτεχνική αργκό, να τις περαιώσουν, ή ότι γοητεύουν αφελείς, πλην πεπαιδευμένες, δεσποινίδες και τις βάζουν να κάνουν τη δουλειά. Το επιχείρημα, εν προκειμένω, είναι ότι οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, πέραν του ότι είναι καταφανώς αμαθείς, ατάλαντοι, και άσχετοι, είναι μονίμως μεθυσμένοι στις μπάρες άθλιων καπηλειών, δαπανώντας ανενδοίαστα το χρόνο (τον δικό τους, και, αλίμονο!, των άλλων), συνεπώς αποκλείεται να έχουν οι ίδιοι μοχθήσει για τις μεταφράσεις που υπογράφουν. Εξάλλου, ο μόχθος δεν είναι του γούστου τους και όπως λένε, ακόμα και οι ίδιοι, «δεν είναι για τα δύσκολα». Κάποιοι, ίσως πιο οξυδερκείς, έχουν προβάλει το σεβαστό επιχείρημα ότι οι μεταφράσεις που υπογράφονται από τους ΓΙΜ και ΦΦΦ έχουν όντως εκπονηθεί από τους ίδιους τους ΓΙΜ και ΦΦΦ διότι βρίθουν μεθυσμένων ανακριβειών, σολοικισμών, άθλιων ελληνικών. Κλείνει η παρένθεσις, και πάμε παρακάτω.

Οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, λοιπόν, συμβάλλουν στην εθνική μας οικονομία και την κυκλοφορία του χρήματος όχι μόνο καταναλώνοντας βιβλία, βινύλια, και σελιλόιντ, όχι μόνον εξαγοράζοντας φιλίες και συντηρώντας ερωμένες, όχι μόνον πλουτίζοντας τις κάβες, τα εστιατόρια, και τα καπηλειά, αλλά και μεταφράζοντας, γράφοντας, παράγοντας ραδιοφωνικές εκπομπές, ακόμα και (αν είναι δυνατόν!!!) διδάσκοντας σε Μεταπτυχιακά Τμήματα Ανωτάτων Σχολών.

Ποικίλες θεωρίες έχουν δει το φως της δημοσιότητας σχετικά με το, άλυτο ακόμη, αίνιγμα του πώς τα καταφέρνουν οι ΓΙΜ και ΦΦΦ. Εικάζουν πολλοί ότι οι ΓΙΜ και ΦΦΦ, πιστοί στα λόγια του Ριχάρδου του Τρίτου («Έτσι, αφού είναι αδύνατον να γίνω κι εγώ εραστής/ και να φχαριστηθώ ετούτο τον ανέμελο καιρό,/ πήρα την απόφαση να γίνω αχρείος και κακός/ και να μισώ τις μάταιες ηδονές της εποχής μας./ Συνωμοσίες έχω στήσει και σχέδια σατανικά/ με προφητείες αβάσιμες, λιβέλους κι όνειρα»), άλλο δεν κάνουν από το να μηχανορραφούν υπέρ του κυνικού εαυτού τους και κατά των ενάρετων, σκορπώντας μέλι εδώ, φαρμάκι εκεί, εμπλέκοντας τους πάντες και τα πάντα σε βρόμικα παιχνίδια, από τα οποία σπεύδουν να αποσυρθούν μόλις κάνουν το δικό τους και την μπάζα τους. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, έρχεται σε αντίφαση με τα επιχειρήματα άλλων, οι οποίοι διατείνονται ότι, απεναντίας, οι ΓΙΜ και ΦΦΦ διόλου δεν μισούν τις «μάταιες ηδονές της εποχής μας», αλλά, εντρυφώντας σε αυτές ασύδοτα, είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σκληρά καμιά δεκαριά ώρες ημερησίως προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα για την εν λόγω παράδοση στις κραιπάλες τις υπόλοιπες ώρες. Και ότι, αν σε ορισμένους καμώνονται τους τεμπέληδες και τους τυχοδιώκτες, εντούτοις, κατά καιρούς, απέχουν (προς απέραντη λύπη τους, εννοείται) υποχρεωτικώς από τις κρασοκατανύξεις και τα όργια, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις (βδελυρές γι’ αυτούς, πλην όμως αναγκαίες) επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Μία τρίτη ομάδα αναλυτών τείνει προς την άποψη ότι οι ΓΙΜ και ΦΦΦ έχουν, μυστηριωδώς, καταφέρει να εξασφαλίσουν την υποστήριξη ισχυρών μαικήνων, οι οποίοι, για λόγους ανεξιχνίαστους εισέτι, τους παρέχουν τα πάντα, υποκύπτοντας στην σατανική τους γοητεία. Σ’ αυτό αντιτείνουν άλλοι ότι είναι αδύνατον να διαθέτουν γοητεία, έστω και σατανική, μπεκρήδες και αγύρτες τύποι σαν τους ΓΙΜ και ΦΦΦ. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ηράκλειτος μπόρεσε να αποφανθεί, «αμαθίην γαρ άμεινον κρύπτειν, έργον δε εν ανέσει και παρ’ οίνον», ήτοι καλύτερα είναι να κρύβει κανείς την παλαβομάρα του, αυτό είναι όμως δύσκολο στην κραιπάλη και στη μέθη. Συνεπώς, είναι προσωρινά και μόνον δυνατόν να ασκούν, σε ανθρώπους νουνεχείς, γοητεία οι ΓΙΜ και ΦΦΦ.

Ορισμένοι, ευτυχώς ελάχιστοι, που δεν κάνουν τον κόπο να κρύψουν μια κάποια εύνοια προς διαφόρους ΓΙΜ και ΦΦΦ, έχουν κατά καιρούς επικαλεστεί το φημισμένο πια απόσπασμα μιας επιστολής: «Όποιος θα ’βλεπε τα γράμματά μας , τιμημένε μου σύντεκνε, θ’ απορούσε πολύ, γιατί τη μια φορά θα του φαινόταν πως είμαστε άνθρωποι σοβαροί, δοσμένοι ολάκεροι σε πράγματα τρανά, που δε μπορεί στα στήθια μας να ξεπηδήσει κάποια σκέψη χωρίς να ’χει απάνω της ευπρέπεια και μεγαλοσύνη. Στερνά, όμως, μόλις γύριζε φύλλο, θα του φαινόταν πως είμαστε επιπόλαιοι, άστατοι, λάγνοι και δοσμένοι σε πράγματα κούφια. Τούτος ο τρόπος να πορευόμαστε, αν φαίνεται σε κάποιον ντροπιαστικός, σε μένα φαίνεται αξιέπαινος, γιατί μιμούμαστε τη φύση που είναι άστατη. Κι όποιος μιμείται τη φύση δεν μπορεί να κατηγορηθεί». Αλλά αυτοί οι κύριοι, που ποιος ξέρει γιατί, δείχνουνε εύνοια προς διάφορους ΓΙΜ και ΦΦΦ, οι οποίοι ΓΙΜ και ΦΦΦ άλλο δεν κάνουν απ’ το να πίνουνε ολοταχώς σαν Νορβηγοί ναύτες, να βραχνιάζουν τραγουδώντας, να καταστρέφουν τους γευστικούς των κάλυκες καπνίζοντας αρειμανίως, να καταστρέφουν εκδότες, να «καπελώνουν» ροκ συγκροτήματα γράφοντας ελεεινούς προλόγους, να παίζουν jazz και κλασική μουσική στα ραδιόφωνα διαβάζοντας από κει ρήσεις ποιητών και στοχαστών που δεν τους φταίνε σε τίποτα, να μιλάνε ανερυθρίαστα τη μια για τον Αντώνη Ρεπάνη και την άλλη για τον Τόμας Μαν, να δηώνουν δελεάζοντας δόλιες δεσποινίδες, να επαίρονται για ανύπαρκτες φιλίες, και να αίρονται πίνοντας υπαρκτά ποτά, αυτοί οι κύριοι, λοιπόν, που δείχνουν εύνοια σε τέτοιους ακόλαστους μη κυρίους, και όχι σε ανεπίληπτα ευγενείς δημιουργούς που πνίγουν την απόγνωση και την απελπισία τους σε ωκεανούς ούζου και βόκτας, αυτοί οι κύριοι, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, λησμονούν τεχνηέντως να μας πουν ότι το εν λόγω φημισμένο απόσπασμα προέρχεται από την πένα του Νικολό Μακιαβέλι, του πρώτου διδάξαντος των ΓΙΜ και ΦΦΦ. Κάθε σχόλιο περιττεύει!

Συνοψίζοντας: οι ΓΙΜ και ΦΦΦ είναι χρήσιμοι καθόσον συμβάλλουν, ακουσίως, διά του αρνητικού και ως παραδείγματα προς αποφυγήν, στην χρηστοήθεια και στην κοινωνική νουνέχεια και νηφαλιότητα. Επίσης, συμβάλλουν, ακουσίως και πάλι, στην οικονομική σταθερότητα και ευρωστία της χώρας μας (και κάθε χώρας, μιας και τέτοιοι υπάρχουν σε κάθε χώρα). Ενδεχομένως να συμβάλλουν και στην νοητική βελτίωση ενός εκάστου εξ ημών, καθόσον πλουτίζουν την ρητορική μας δεινότητα όταν βρισκόμαστε στην ανάγκη να εξαπολύουμε συντονισμένα πυρά εναντίον τους. Ωστόσο, μ’ όλη τους τη χρησιμότητα, είναι καλό να τους αποφεύγουμε με κάθε τρόπο, γνωρίζοντας ότι είναι αγνώμονες, αχάριστοι, και ασεβείς.

ΡΑΔΙΟΜΑΜΟΥΘ


Με κέφια μεγάλα τιμήσαμε την αργία του Δεκαπενταύγουστου εργαζόμενοι σκληρά αλλά πρόσχαρα. Στο Κανάλι 1, Πειραιάς δύο ζωντανές μαμούθ μαραθώνιες εκπομπές, «Σαν Παλιός Πειρατής», την Παρασκευή 25 Αυγούστου, με ελληνικά άσματα, και παρέα με καλούς φίλους που ήρθαν στο στούντιο, και τα ξημερώματα του Σαββάτου, από τη μία έως τις έξι, με μπλουζ και τζαζ, και με την πολύτιμη αρωγή του μηχανικού ήχου Φάνη Αραμπατζή. Καλό Σαββατοκύριακο!

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Ο ΔΑΝΔΗΣ ΤΗΣ ΤΖΑΖ




Μάιλς Ντέιβις: Ο Δανδής της Τζαζ

Στη Ματούλα Κουστένη

Από μικρός ήταν επίμονα και αμετάπειστα τελειοθήρας, πείσμων κυνηγός και συλλέκτης των ήχων, μανιακός με την τρομπέτα του, ευλαβικός απέναντι στην παράδοση της «μαύρης μουσικής», όπως επέμενε να αποκαλεί την τζαζ, αλλά και ανυποχώρητος όσο και προσεκτικός καινοτόμος. Όταν μία λευκή ξιπασμένη κυράτσα είχε το θράσος να τον ρωτήσει τι σημαντικό έχει κάνει και βρίσκεται καλεσμένος στον Λευκό Οίκο, ο άνθρωπός μας μπόρεσε να την αποσβολώσει απαντώντας ξεκάθαρα και ντόμπρα, «Έχω αλλάξει τη μουσική πέντε έξι φορές ίσαμε τώρα, αυτό έχω κάνει». Και όντως αυτό έκανε, ναι, αυτό έκανε αυτός που κατάφερε να κατακτήσει, με το αχανές ταλέντο του και την πάνοπλη προσωπικότητά του, όλα του τα μεγαλειώδη ινδάλματα, να γίνει ίνδαλμα ο ίδιος, και να πλάσει, να δημιουργήσει, να προωθήσει, να στηρίξει, να αναδείξει όλα, μα όλα, τα μετέπειτα ινδάλματα, όλους μα όλους τους μετέπειτα θρυλικούς μουσικούς της τζαζ. Και το έκανε επειδή δεν κλείστηκε στο κονάκι καμιάς ασφάλειας, το έκανε επειδή είχε το θάρρος να βγει στους δρόμους, να κόψει κάθε δεσμό με ό,τι δεν ήταν δημιουργικό, ικανός να στρέφει πάντα τα νώτα σε ό,τι ήταν τροχοπέδη, πιστός διάκονος της ρήσης του Άμλετ, «I am cruel only to be kind», «είμαι σκληρός μονάχα για να είμαι αβρός», και της ποιητικής της εκδοχής από τον Νίκο Καρούζο, «Φοβερός από Μειλιχιότητα». Το έκανε γιατί τα πάντα, ακόμα και το τρίξιμο μιας πόρτας, μπορούσε να το εκλάβει ως μελωδία, και να μετατρέψει τον ορυμαγδό της σύγχρονης μεγαλούπολης και τον σάλο και τον αχό και το αντιμάμαλο της εκάστοτε εποχής σε υψηλής ακρίβειας και αισθητικής και ελευθερίας μουσική. Ήταν ο Μάιλς Ντέιβις, ο Τρίτος, και γεννήθηκε πριν από οχτώ δεκαετίες.

Ο παππούς του, ο Μάιλς Ντέιβις ο Πρώτος, ήταν λογιστής, καλλιεργημένος και ευαίσθητος, πείσμων και ευσυνείδητος. Είχε μια υγιή μανία με το χρήμα, πίστευε ότι είναι μέσο απελευθέρωσης και εμφύσησε την πίστη αυτή στον γιο του, τον Μάιλς Ντέιβις τον Δεύτερο, ο οποίος σπούδασε γερά κι έγινε εξαιρετικός οδοντίατρος, επιμένοντας ότι η αξιοπρέπεια είναι το απόλυτο όπλων των καταφρονημένων μαύρων της Αμερικής απέναντι στον βάναυσο ρατσισμό των λευκών. Η μητέρα του, η Κλεότα Χένρι Ντέιβις ήταν μια εκπάγλου καλλονής γυναίκα που έπαιζε πολύ ωραία πιάνο και βιολί. Ήταν μάλλον συντηρητική συγκριτικά με τον σύζυγό της, ο οποίος διακινδύνευε συχνά παίζοντας με τον τζόγο και με την πολιτική. Ο Μάιλς είδε το πρώτο φως στο Άλτον του Ιλινόις στις 26 Μαΐου του 1926, και το πρώτο πράγμα που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια είναι μια φλόγα, μια γαλάζια φλόγα που πετάχτηκε από μια συσκευή γκαζιού. Αυτή η φλόγα τον έκαιγε, θαρρείς, από τότε, και τον έκαιγε κάθε στιγμή, ωθώντας τον να προχωρεί, να εξελίσσεται διαρκώς, να πιστεύει ότι η κίνησή του έπρεπε να είναι πάντα προς τα εμπρός, όπως έλεγε κι ο ίδιος, μακριά από το κάψιμο εκείνης της φλόγας!

Το πιο δυνατό συναίσθημα που ένιωσε στη ζωή του (ντυμένος!, όπως διευκρινίζει ο Μάιλς με το απαράμιλλο ντοκιμαντερίστικο χιούμορ του) ήταν όταν πρωτάκουσε τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Ντίζι Γκιλέσπι να παίζουν μαζί στο Σεντ Λούις του Μιζούρι. Ήταν στα 1944, και ο δεκαοχτάχρονος συγκλονίστηκε. Και άλλαξαν μέσα του τα πάντα. Σε λίγο έμελλε να παίζει κι αυτός μαζί τους, μαζί με τους θρύλους. Οι δίσκοι του εξάλλου ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, όλοι απίθανοι, όλοι «γαμησεροί», σύμφωνα με τα λόγια του: Ντίζι, Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ, Κόλμαν Χόκινς (αυτό το βελούδινο τενόρο σαξόφωνο), Λέστερ Γιανγκ (ο «Πρόεδρος», όπως τον είχε βαφτίσει η Μπίλι Χόλιντεϊ) και Ντιουκ Έλινγκτον (ο «Δούκας»). Ένας κι ένας. Αυτοί οι δίσκοι έστρεψαν τον Μάιλς στη μουσική, τον έκαναν να εγκαταλείψει τα σχέδια για σπουδές στην ιατρική, τον οδήγησαν στην αγκαλιά της Αϊρήν Μπερθ, και κυρίως στο θάλπος των μικρών μπαρ όπου δέσποζε το αλκοόλ και η τζαζ, κι εκεί να γνωρίσει τον εξαίσιο Σόνι Στιτ, εκεί ν’ αρχίσει να παίζει κι ο ίδιος, στην μπάντα του Έντι Ραντλ, και να δέχεται, σχεδόν έφηβος, καταιγισμό προτάσεων για συνεργασίες με τα πιο ταλαντούχα ονόματα της εποχής. Αυθεντία των αποφάσεων και μετρ της ταχύτητας, ο μικρός Μάιλς θα πάρει το απολυτήριο του γυμνασίου και θα κάνει το πρώτο του παιδί, την Τσέριλ, ενώ δεν έχει κλείσει καλά-καλά τα δεκαοχτώ! Αμέσως μετά θα αναχωρήσει για τη Νέα Υόρκη, το κέντρο της σκηνής της bebop, θα περάσει άνετα τις εξετάσεις και θα εγγραφεί στην περιλάλητη Σχολή Μουσικής Julliard, αλλά δεν θ’ αργήσει να περιφρονήσει τα μαθήματα. Πιο πολλά έμελλε να μάθει μακριά από τη σχολή, στους δρόμους της μεγαλούπολης όπου περιπλανιόταν νυχθημερόν αναζητώντας τον Τσάρλι Πάρκερ, συχνάζοντας στο «Μίντον’ς» και στο «Σέσιλ», το ένα στρατηγείο της τζαζ και το άλλο φίνο ξενοδοχείο όπου οι τζαζίστες απολάμβαναν το αλκοόλ και τη γυναικεία θαλπωρή.

Τα πάντα γρήγορα καμωμένα. Ο Μάιλς παρατάει το Julliard, ο Μάιλς γνωρίζει καλλιτέχνες, συγγραφείς, όλους εκείνους τους μπήτνικ ποιητές, τον σαξοφωνίστα Ντέξτερ Γκόρντον, τον πιανίστα Θελόνιους Μονκ, τον μάγο των πλήκτρων Μπαντ Πάουελ, τον άσσο ντράμερ Μαξ Ρόουτς, τον τρομπετίστα Φατς Ναβάρο, και παίζει μαζί τους, ακούει τα πάντα μαζί τους, συζητάει με τις ώρες για τη μουσική μαζί τους: «Ήμασταν κάτι σαν επιστήμονες του ήχου», γράφει στην ‘Αυτοβιογραφία’ του (μτφρ. Μαριλένα Μασσάρου, εκδ. Σέλας). «Και πόρτα να έτριζε, μπορούσαμε να πούμε ακριβώς τι νότα ήταν ο ήχος». Συνάμα μελετάει εμβριθώς τις παρτιτούρες μεγάλων συνθετών όπως ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο Άλμπαν Μπεργκ. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι κάποιοι το υπαινίσσονταν από τότε ενώ σήμερα οι πάντες το διαλαλούν: η τζαζ είναι η μεγάλη μουσική του 20ού αιώνα, η κλασική μουσική της σύγχρονης εποχής!

Ο Μάιλς θα συγκατοικεί κατά διαστήματα με τον Τσάρλι Πάρκερ. Και θα συνεργαστεί στενά μαζί του. Τα προβλήματα δεν λείπουν. Ο «Μπερντ» ήταν αχόρταγος όπως είναι και οι περισσότερες μεγαλοφυΐες, θα πει ο Μάιλς. Ήθελε τα πάντα – μουσική, ναρκωτικά, τσιγάρα, ποτά, γυναίκες – σε κολοσσιαίες ποσότητες. Θα βγάζει την ψυχή του Μάιλς, αλλά θα του μάθει τα πάντα. «Ήμουνα δεκαεννιά χρονών και έπαιζα παρέα με το φοβερότερο άλτο σαξόφωνο στην ιστορία της μουσικής», θα πει, έμπλεος ευγνωμοσύνης, όπως πάντα, ο τρομπετίστας μας. Μαζί με την ένταση της τζαζ έρχονται και τα τιμήματα. Ο Μάιλς αρχίζει να σνιφάρει κοκαΐνη, να κοιμάται ελάχιστα, να πέφτει στην αγκαλιά κάθε γυναίκας που θαύμαζε το στιλ του, να περιοδεύει εξαντλητικά, να κυριεύεται από μια μανία για το προσεγμένο και πανάκριβο ντύσιμο, να προχωρεί σε ρήξεις με όσους αποτελούσαν τροχοπέδη στα ρηξικέλευθα σχέδιά του. Ηχογραφεί έργα που αλλάζουν άρδην τη μουσική. Ηχογραφεί το «Birth of the Cool», συνεπικουρούμενος από μια πλειάδα κορυφαίων, μαύρων και λευκών, όπως ο Μαξ Ρόουτς και ο Κένι Κλαρκ στα ντραμς, ο Τζέρι Μάλιγκαν στο βαρύτονο σαξόφωνο, ο Τζέι Τζέι Τζόνσον στο τρομπόνι, ο Λι Κόνιτζ στο άλτο, όλοι υπό την διακριτική επίβλεψη του μεγίστου ενορχηστρωτή, του έκτοτε και για πάντα καλύτερου φίλου του Μάιλς, του καναδού Γκιλ Έβανς. Ο Μάιλς δεν διστάζει να συνεργαστεί με λευκούς. Πάνω απ’ όλα η μουσική και η εξέλιξή της. «Ήταν σαν μια χειραψία λίγο πιο θερμή από το συνηθισμένο», λέει για τη χημεία του «Birth of the Cool». «Ταρακουνήσαμε τ’ αυτιά του κόσμου πιο διακριτικά απ’ ό,τι ο Μπερντ και ο Ντίζι, κάναμε τη μουσική πιο προσιτή στον κόσμο. Αυτό ήταν όλο».

Την επόμενη χρονιά, το 1949, ο Μάιλς θα βρεθεί στο Παρίσι. Και θα το λατρέψει. Εκεί οι πάντες σέβονταν την τζαζ και τους μουσικούς της. Η μυρωδιά του Παρισιού θα θυμίζει πάντα στον Μάιλς την απαράμιλλα θαλπερή ευωδιά του καφέ. Ο Μάιλς θα γνωρίσει τον Πικάσο, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, και την πανέμορφη Ζυλιέτ Γκρεκό. Η μούσα των υπαρξιστών θα ερωτευτεί τον δανδή της τζαζ, και η σχέση τους θα κρατήσει δεκαετίες ολόκληρες. Μαζί της θα μάθει τι σημαίνει καλό φαγητό, αργότερα άλλωστε έγινε μέγας μάγειρας, τι σημαίνει Απρίλης, τι σημαίνει έρωτας. «Μιλούσαμε με τα μάτια μας, με τα δάχτυλά μας, τέτοια πράγματα…» Θα χαθούν, θα ξαναβρεθούν στη Νέα Υόρκη, θα σμίξουν ξανά, θα χαθούν ξανά, θα ανταμώσουν πάλι, και ξανά και ξανά και πάλι, θυελλωδώς αλλά και τρυφερά, ώσπου θα αποφασίσουν το καταπληκτικό να μείνουν για πάντα «απλώς εραστές και απόλυτοι φίλοι»!

Από την αυγή της δεκαετίας του 1950, ο Μάιλς θα περάσει μια τετραετία τρόμου, μπλεγμένος μέχρι τα μπούνια με τα ναρκωτικά. Κι από τα ναρκωτικά θα κυλήσει στη μαστροπεία. Θα συλληφθεί πολλάκις, θα γνωρίσει στο πετσί και στην ψυχή του τον εξευτελισμό της χειροπέδης, του εγκλεισμού, της χαρμάνας μες στα υγρά κελιά. Όταν η θολούρα και η ταπείνωση αρχίσουν να απειλούν και το ταλέντο του, ο Μάιλς θα καταπολεμήσει από μόνος του το πάθος του για τα ναρκωτικά. Θα περάσει τον εφιάλτη της στέρησης, αλλά εντέλει θα επιβληθεί. Τον βοήθησε και το μποξ σ’ αυτό. Στα γυμναστήρια ξαναβρήκε τη φόρμα του. Θα συνεργαστεί με τον ανερχόμενο τότε Τζον Κολτρέιν, τον Άγιο Ιωάννη της τζαζ, τον μεγαλειώδη σαξοφωνίστα και συνθέτη του «Ole» και του «A Love Supreme». Θα συνεργαστεί και με τον άλλο μεγάλο σαξοφωνίστα, τον Σόνι Ρόλινς, με τον ιδιοφυή πιανίστα Ρεντ Γκάρλαντ, και με ένα από τα δυνατότερα δίδυμα της τζαζ, τον μπασίστα Πολ Τσέιμπερς και τον ντράμερ Φίλι Τζο Τζόουνς. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι ο Μάιλς έχει συνυπάρξει με όλη την ιστορία της τζαζ, ότι ο Μάιλς είναι η ιστορία της τζαζ!

Κατακτά όλο τον κόσμο, κατακτά την Άβα Γκάρντνερ και τον Τζέιμς Ντιν, τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και τον Λόρενς Χάρβεϊ, τον Φρανκ Σινάτρα και τον Τόνι Μπένετ, ηχογραφεί την ανοξείδωτη τετραλογία «Steamin’», «Cookin’» «Workin’» «Relaxin’», συμπράττει με τον Μπιλ Έβανς, τον λευκό πρίγκιπα του πιάνου, συνεργάζεται εκ νέου με τον Γκιλ Έβανς και μας δωρίζουν τα διαμάντια του «Miles Ahead», του «Porgy & Bess», και του «Sketches of Spain», υπογράφει τη μουσική επένδυση της θρυλικής ταινίας «Ασανσέρ για Δολοφόνους» του Λουί Μαλ, συνθέτοντας ένα από τα πιο ερωτικά, αισθησιακά και μελωδικά ζενερίκ στην ιστορία της 7ης Τέχνης. Ηχογραφεί άλλο ένα κορυφαίο έργο, το «Kind of Blue», επηρεασμένος από το «Κονσέρτο για Μονόχειρα και Ορχήστρα» του Ραβέλ και από το «Κονσέρτο Νο. 4» του Ραχμάνινοφ. Και δεν παύει να ανακαλύπτει διαρκώς νέα ταλέντα και να τα αναδεικνύει με έναν συνδυασμό καλλιτεχνικής αυστηρότητας, αισθητικής ελευθερίας, και άδολης γενναιοψυχίας. Ανάμεσά τους οι πλέον θρυλικοί Γουέιν Σόρτερ, Ρον Κάρτερ, Τόνι Γουίλιαμς, Χέρμπι Χάνκοκ, Κιθ Τζάρετ, Τσικ Κορία, Τζον Μακλάφλιν! Ναι, και πάλι, ένας κι ένας! Γενναιόψυχος θα είναι και με τις εκάστοτε ερωμένες του. Προσφέρει ζαφειρένια δαχτυλίδια τυλιγμένα σε χαρτί υγείας, τις βοηθάει στην όποια σταδιοδρομία τους, εμπνέεται κομμάτια και τους τα αφιερώνει, δίνοντας μάλιστα τα ονόματά τους για τίτλο, τις κάνει εξώφυλλά στα άλμπουμ του, ως και μία Rolls Royce έκανε δώρο στην άλλη αιώνια αγαπημένη και σύζυγο και φίλη του, την αμφιθυμική καλλονή Σίσλι Τάισον που μας θαμπώνει από το εξώφυλλο του «Sorcerer», του «Εκατόγχειρα»!

Την εποχή της ραγδαίας διάδοσης του ροκ και της πτώσης της τζαζ, ο Μάιλς δεν θα το βάλει κάτω. Περνάει στην αντεπίθεση και πειραματίζεται ανοίγοντας νέους δρόμους, μπολιάζοντας τα δύο είδη, φέρνοντας τον ηλεκτρισμό στην τζαζ. Παρεμπιπτόντως, πειραματίζεται και με τη ζωγραφική αλλά και με την μαγειρική. Επινοεί το ειδικό πιάτο «Miles’s South Side Chicago Chili Mack», ένα είδος τσίλι σερβιρισμένο με μακαρόνια, τριμμένο τυρί και κρακεράκια, ενώ εκδηλώνει μια λατρεία για τις μπάμιες. Καταφέρνει, και επαίρεται δίκαια γι’ αυτό, να ξαναφέρει τον νεαρόκοσμο στην τζαζ. Παράγει εκρηκτικές δουλειές όπως τα νεωτεριστικά «E.S.P», «Miles Smiles», «Nefertiti», «Miles in the Sky», «Filles de Kilimanjaro». Οι αλλεπάλληλες εντάσεις τον κλονίζουν και πάλι. Ο Μάιλς ζει μέσα σ’ ένα χάος, μπλέκει και πάλι με τα ναρκωτικά, καταφεύγει στο «βρόμικο σεξ» όπως λέει, βρίσκοντας εφήμερη παρηγοριά στα όργια με μικρές στρατιές από θαυμάστριές του κάθε νύχτα, και περνάει σε μια περίοδο παρατεταμένης σιωπής. Από το 1975 έως το 1980 δεν αγγίζει καν την τρομπέτα του. «Πήγαινα και την κοίταγα», λέει, «κι ύστερα σκεφτόμουνα να κάνω μια απόπειρα να παίξω. Αλλά μετά σταμάτησα να κάνω κι αυτή τη σκέψη. Την έβγαλα τελείως από το μυαλό μου». Οι φίλοι του πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο. Ο Κολτρέιν, ο Μπερντ, ο Μπιλ Έβανς, ο Πολ Τσέιμπερς, ο Μίνγκους, και καμπόσο αργότερα ο Γκιλ Έβανς παίζουν στις μπάντες του ουρανού. Ο Μάιλς βασανίζεται από τη θλίψη, από τα ναρκωτικά, από τον διαβήτη που τον κατατρώγει ύπουλα, από την φραγή της δημιουργικότητας. Πολλοί τον έχουν για ξοφλημένο. Άλλοι για πεθαμένο. Αλλά αυτός βάζει τα δυνατά του και επιστρέφει!

Και πάλι με την αρωγή της ζωγραφικής, της πυγμαχίας και της ποίησης, που τη λατρεύει από μικρός ολοένα και περισσότερο, ο Μάιλς Ντέιβις σηκώνεται και βγάζει από το τέλμα τον εαυτό του και, για μιαν ακόμα φορά, την ίδια την τζαζ. Μαζεύει εκρηκτικούς πιτσιρικάδες, συνθέτει, προβάρει, περιοδεύει. Ηχογραφεί το «You’re Under Arrest», κερδίζει την εύνοια ως και του λησμονημένου πια ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Γιούρι Αντρόποφ, μαζεύει βραβεία με τη σέσουλα, παίζει στο Όσλο και στο Ρίο, στο Παρίσι και στο Τόκιο, στην Ιταλία και στην Πολωνία, γράφει την αυτοβιογραφία του, ένα από τα πιο δυνατά και δίκαια βιβλία στην ιστορία της τζαζ, ένα τεκμήριο μακροθυμίας, σοβαρότητας, χιούμορ, αυτογνωσίας και αυτοσαρκασμού. Ένα μάθημα ηθικής και φωτός μέσα από τον βόρβορο και το σκότος. Και, προπαντός, ένας αίνος στη βελούδινη βασίλισσα που είναι βέβαια η Βούληση. «Τις ουλές μου», γράφει ο Μάιλς Ντέιβις, «τις βλέπω σαν παράσημα, σαν τιμητικές διακρίσεις, σαν την ιστορία της επιβίωσής μου, την ιστορία που λέει πως συνέχιζα να στέκομαι στα πόδια μου και μετά από πολύ κακές φάσεις και τρομαχτικές αντιξοότητες, πως στάθηκα όρθιος και συνέχισα να δίνω τον καλύτερό μου εαυτό. Ξέρω γιατί είμαι περήφανος για τις ουλές μου, γιατί μου θυμίζουν ότι δεν άφησα τις αναποδιές να με πάρουν από κάτω, ότι μπορείς να βγεις νικητής άμα έχεις την ψυχή και τα κότσια να συνεχίζεις τον αγώνα».

O Μάιλς Ντέιβις έφυγε, πήγε να συναντήσει τους εκλεκτούς παλιόφιλούς του, τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Τζον Κολτρέιν και τον Γκιλ Έβανς, πριν από δεκαπέντε χρόνια, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1991. Όπως έγραψε ένας μελετητής του έργου του, χωρίς τον Μάιλς, χωρίς το «Kind of Blue» και το «Sketches of Spain», ο κόσμος ολόκληρος θα ήταν πιο θλιβερός.


ΑΝΤΙΟ, ΠΑΙΔΕΣ!


ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΟΥΡΩΜΕΝΟΙ

Πάλι σουρωμένος είσαι του Φατούρου συντροφιά,
Μα ολοένα σηκωνόσουν, λες και σου ’βαλαν καρφιά,
Μπρος στην κάθε γκομενίτσα. «Γεια σου, ευγενική μου αγάπη!»
«Άντε γαμήσου, βρε μαλάκα, βρες κάναν αράπη!»
Πάλι εβρίστης με τον Λάγιο, πάλι επαίξατε μπουνιές,
Πάλι σ’ τα ’ψαλε ο Καψάλης για τις στραβοτιμονιές.
Κι αν εσούρωσε κανένας, αχ! εκείνος ο Μπιτσώρης,
Στην αγκαλιά σου έγερνε και τον επαρηγόρεις.
«Κοπερτί», «Χίλια εννιακόσια», κι από κει στο «Αμστερντάμ»
Είπες και σε μια γριούλα το «απόψε κάνεις μπαμ!»,
Τάχα η κάβλα σου μεγάλη; Τάχα πιο μεγάλη η σούρα;
Αχ, ποια γωνιά θε να μου πει: «Ορθός εδώ εκατούρα»;

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

ΦΙΛΙΑ



Όπως χρόνια τώρα λέμε, ΤΟ ΠΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΙΜΕΘΑ ΝΗΦΑΛΙΟΙ & ΝΟΥΝΕΧΕΙΣ! Να έχουμε ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΦΛΟΓΑ και ΜΥΑΛΟ ΑΠΟ ΠΑΓΟ! Να ομνύουμε στη ΣΥΝΕΣΗ & στην ΚΑΥΤΗ ΜΟΝΟΓΑΜΊΑ!!!

ΥΓ. Φίλε, ΔΕΝ μου χρωστάς καμία φιάλη Jameson!!!

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

ΑΙΖΑΚ ΧΕΙΖ



Ο Άιζακ Λη Χέιζ, πασίγνωστος από τον Shaft, αλλά πέραν τούτου μέγας συνθέτης, ενορχηστρωτής και προπαγανδιστής της Μεγάλης Μαύρης Μουσικής, πήγε με τους πολλούς. Άλλη μία απώλεια ενός ακόμα τελειοθήρα, απ’ αυτούς που τραγούδησαν με κομψό πάθος τον Έρωτα, που μας δώρισαν διηνεκή διαμάντια διακονώντας τη Μούσα και τη Μουσική. Αύριο, Τρίτη 12 Αυγούστου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, από τις δέκα το πρωί και έως το μεσημέρι, η εκπομπή «Σαν Παλιός Πειρατής» θα τιμήσει την προσφορά του Χέιζ। Επίσης, θα παρουσιάσουμε δύο βιβλία σχετικά με τη Μεγάλη Μαύρη Μουσική. Συντονιστείτε!

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ


Ένα χρόνο από τότε που ο τόσο πολύτιμος Κώστας Γεωργίου πήρε τα πολύτιμα βινύλιά του παραμάσχαλα και πήγε να τρελάνει τους ουρανούς με τις μουσικές του Coltrane, του Miles, του Bird, και τόσων άλλων, ο «Αφρός των Ημερών» τον θυμάται και του αφιερώνει μια πανδαισία τζαζ ήχων. Απόψε στις 10 το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗΣ, ΞΑΝΑ!


Radio48


Ελένη Μπαμπασάκη, Νέστωρ Πουλάκος, Θάνος Ανεστόπουλος, στο Κανάλι 1.

Όντως ΣΑΝ ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗΣ εξελίσσεται έως τώρα η εκπομπή μας στο ΚΑΝΑΛΙ 1, ΠΕΙΡΑΙΑΣ, 90,4 FM, δέκα το πρωί έως το μεσημέρι, με σπιντάτες τονωτικές μουσικές, με ολίγον μπλα-μπλα (ας θυμίσουμε ότι η πατρότης του νεολογισμού αυτού ανήκει στον Σελίν!), με κάποια σχόλια, με προτάσεις για βιβλία από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο, με παρουσίαση περιοδικών (όπως το «Δέντρο», το «Uncut», το «Jazz & Τζαζ», με τον Στράτο «Σεφ» Προύσαλη να μας προσφέρει έξοχες και έξαλλες συνταγές μαγειρικής, με τον Νέστορα «Pogues» Πουλάκο, Διδάκτορα της Αναβαθμίσεως, να μας μιλάει για παλιές και νέες ταινίες, με καλεσμένους όπως η Σώτη Τριανταφύλλου να κάνουν το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες. Σήμερα, 6 Αυγούστου, μέρα γιορτινή, είχαμε στο στούντιο τον Θάνο Ανεστόπουλο, από τα «Διάφανα Κρίνα», μιλήσαμε για την καινούργια δισκογραφική δουλειά της μπάντας, και παίξαμε ένα μουσικό πινκ-πονκ, ακούγοντας Johnny Cash, Bob Dylan, Leonard Cohen, Pogues, The Band, Nick Cave, Διάφανα Κρίνα, και άλλα παρεμφερή. Παρόντες στο στούντιο, live, ο Πουλάκος, ο Προύσαλης, και η Ελένη «Sister» Μπαμπασάκη. Μετά την εκπομπή, σύνολη η Παλιοπαρέα πήγαμε ν’ αγοράσουμε δώρα για προσφιλή μας πρόσωπα, και εν συνεχεία καταλύσαμε σε γνωστό ποτοσχολαστήριο (όπως αποκαλούσε τα μπαρ ο Νίκος Καρούζος) των Εξαρχείων. Αύριο, η εκπομπή ΣΑΝ ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗΣ θα παίζει μουσική από κινηματογραφικές ταινίες που αγαπήσαμε. ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΙΤΕ!!!

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗΣ


Radio August


Από τη Δευτέρα, 4 Αυγούστου, και για δύο εβδομάδες, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, ζωντανά κοντά σας με την εκπομπή «Σαν Παλιός Πειρατής». Κάθε μέρα, 10 με 12 το πρωί, με σπινταριστό ροκ-εντ-ρολ, με γκαγκάν τζαζ, με ρέγκε, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές. Κι ακόμα με προτάσεις για βιβλία και ταινίες, από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο και τον Νέστορα Πουλάκο. Επίσης, με σχόλια, με δροσερό μπλα-μπλα, και με έκτακτους, από κάθε άποψη, καλεσμένους. Την Τρίτη, 5 Αυγούστου, στο στούντιο θα είναι η Σώτη Τριανταφύλλου. Συντονιστείτε!