Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ


Στις δέκα το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα!

ΡΑΔΙΟΜΠΑΛΑ


ΕΓΕΛΟΣ vs ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ: Αύριο, Σάββατο 28 Ιουνίου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών» (κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, εν όψει του γκαγκάν Τελικού, ο Μπαμπασάκης παρατάσσει τη δική του Εθνική Γερμανίας , αποτελούμενη από τους Einstuerzende Neubauten, J H Bach, City, Hegel, Heiner Mueller, απέναντι στη δική του Εθνική Ισπανίας, των Ojos de Brujo, Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, Θερβάντες, και των εξαίσιων ασμάτων από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, ο Γερμανός που έγραψε το «Σύντομο Καλοκαίρι της Αναρχίας» προς τιμήν του Ισπανού Ντουρούτι, θα αναλάβει τον ρόλο του διαιτητή. Ο Ισπανός Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς των καιρών μας, θα είναι ο διόλου αμερόληπτος σχολιαστής του αγώνα, ήτοι της εκπομπής, Συντονιστείτε!

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΤΣΙΓΚΛΙΣΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, όπως πάντα. Δικαίως, ο Μπουρσινός αντέτεινε ότι κάλλιστα μπορούμε πια να βγούμε από τα σπίτια μας και την θρηνώδη αδράνεια, και να συμμετάσχουμε σε εθελοντικές ομάδες πυρασφάλειας. Καμία αντίρρηση. Με τα σχόλιά μου, του είπα, απλώς τσιγκλάω τον εαυτό μου. Καταγράφοντας διαθέσεις, άλλοτε πικρά και άλλοτε κεφάτα, θυμίζω ότι η Πράξη είναι Αδελφή του Ονείρου. Οι Λέξεις γίνονται πέρασμα προς τις Πράξεις.

15000 Αποτεφρωμένα Στρέμματα Δάσους στον Υμηττό,
Ενώ Συνελήφθη Αρτοπώλης να Διακινεί Ναρκωτικά

Δεν μπορώ να ξανακούσω πια όπως το άκουγα παλιά εκείνο το δυνατό τραγούδι του Σαββόπουλου που πύρωνε την εφηβεία μας λέγοντας βραχνά: «Πυρκαγιά, πυρκαγιά, μες στο μυαλό μου πυρκαγιά». Και δίνω, σήμερα, άλλο νόημα στο άσμα που έλεγε, «Φάε, Φάε, το Βρόμικο Ψωμί».
Επιτρέψαμε να καεί ένας τρόπος ζωής, θεμελιωμένος στην αίσθηση της κοινότητας, στο συνημερεύειν, στην αμοιβαιότητα των βλεμμάτων, των δακρύων, των γέλιων~ επιτρέψαμε την έκπτωσή μας σε ψηφία στατιστικών, σε καταναλωτικά βαλάντια, σε εργαζόμενες μηχανές~ επιτρέψαμε να καούν οι δημιουργικές μας δεξιότητες, η βούληση, το καλό μας γούστο~ επιτρέψαμε να αφήνουμε άλλους να σκέφτονται και να πράττουν στη θέση μας. Όχι όλοι, οι πιο πολλοί. Οι Γραμμές Μαζινό της ακεραιότητάς μας ως πολιτών έχουν σαρωθεί. Η φράση του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν «Από εδώ που είμαστε να πάμε εκεί που είναι η Απόφαση» μοιάζει πια με νοσταλγική ευχή δίχως ισχύ. Δεν είναι ν’ απορείς που καίγεται το δάσος. Έχει ήδη καεί εντός μας, το έχουμε ήδη κάψει επιτρέποντας να καεί ένας τρόπος ζωής, θεμελιωμένος, ας το ξαναπώ αλλιώς, στην συνύπαρξη, στην συνεννόηση, στην συναίσθηση.
Κάθε καλοκαίρι, καθώς καίγονται τα δάση, καίγεται και ένα από τα λιβάδια της αισιοδοξίας μου. Με κυριεύει η αίσθηση μιας οδυνηρής ανημπόριας, από την επίθεση της ευφροσύνης και της ευωχίας περνάω στο λυπηρό κατενάτσιο ενός ολοένα και πιο αναγκαίου, για να μην πω αναγκαστικού ή και ψυχαναγκαστικού αυτοεγκλεισμού, καταφεύγω ακόμα περισσότερο στο θάλπος της φιλίας, ναι, καλώ και συνάζω παλιόφιλους στο σπίτι και πασχίζουμε όλοι μαζί να εκτονωθούμε με αυτοσχέδιους θρήνους και με καταβυθίσεις στα κείμενα και στα τραγούδια που μας γαλούχησαν και εξακολουθούν να μας γαλουχούν. Ζούμε, θαρρείς, σ’ ένα σκηνικό από το Θέατρο της Σκληρότητας του Αντονέν Αρτό, ανήμποροι, ανήμποροι, ανήμποροι να κάνουμε κάτι άλλο, να προβούμε σε κάποια παρέμβαση, να γυρίσουμε τα πράγματα προς τα εκεί όπου θαρρούμε και θεωρούμε, χρόνια τώρα, πρέπον να γυρίσουν. Πάντα πολύτιμες οι σελίδες και οι νότες – πάντα πολύτιμη η λυτρωτική καταφυγή στην Τέχνη, αλλά και πάντα να μοιάζει, τέτοιες στιγμές πυρκαγιών και σκανδάλων, κομμάτι εφηβική, κομμάτι παιδιάστικη, κομμάτι αναποτελεσματική πέρα από την παρηγορία που προσφέρει.
Ας είναι, όπως λέει και μία φίλη μου. Ας είναι. Ανάβω τσιγάρο για να αφήσω το βλέμμα μου να πλανηθεί για λίγο στις τολύπες του καπνού που χορεύουν ανάλαφρα μες στο δωμάτιό μου, κι έτσι να λησμονήσω, έστω για μια στιγμή, ότι κάηκε και εξακολουθεί να καίγεται ένας τρόπος ζωής~ και, συνάμα, στέλνω το μυαλό μου να αναθυμηθεί τα λόγια του αδυσώπητα ευαίσθητου Χάινερ Μύλλερ από την «Μηχανή Άμλετ»: «Something is rotten in this age of hope […] Τι περιμένεις. Οι πετεινοί σφάχτηκαν. Το αύριο δεν θα συντελεστεί πλέον».

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ




Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, κατά τα ειωθότα. Κι αυτό, για να προλογίσω, και να τιμήσω, το εγχείρημα του Καναλιού, όπως και του Kosmos, 93,6 FM (γεια σου «παλιοσειρά» Γιώργο Μουχταρίδη!!), να συνεργαστούν με τη Εταιρεία Συγγραφέων και να μας προσφέρουν από τα ερτζιανά αυτά τα «θραύσματα ονείρων» που είναι τα ποιήματα.


Ι

Ό,τι κι αν λένε, Ποίηση σήμερα είναι η επανάκαμψη του Ωραίου και του Αληθινού, αν και όχι και του Μεγάλου. Υπάρχουν εποχές, τέτοια είναι και η δική μας, που το μεγαλειώδες φωλιάζει στο φαινομενικά «μικρό», «ασήμαντο», «ταπεινό». Όταν έχουν χαθεί και λησμονηθεί οι βασικές αρχές, τότε υποχρεούσαι να επαναλάβεις τις κοινοτοπίες που πια δεν ακούγονται ως τέτοιες, αλλά περιβάλλονται, θαρρείς, με μια ρηξικέλευθη και σκανδαλώδη, αλλά πάντα χρυσογάλαζη, αύρα.

ΙΙ

Σήμερα, το να λες «Σ’ αγαπώ» και να το εννοείς και να επωμίζεσαι τις θεσπέσιες ευθύνες μιας τέτοιας απόφανσης, τείνει να αποτελεί μια περιπέτεια συναρπαστική, προορισμένη, δυστυχώς, για λίγους κι εκλεκτούς και θαρραλέους. Σήμερα το να λες «γράφω ποίηση» και να το εννοείς και να επωμίζεσαι τις θεσπέσιες ευθύνες μιας τέτοιας απόφανσης, τείνει επίσης να αποτελεί μια περιπέτεια αναζήτησης του Αγίου Δισκοπότηρου, του θρυλικού Graal, το οποίο εν προκειμένω είναι συνώνυμο με τον επαναπροσδιορισμό του Νοήματος της Ζωής, της στάσης απέναντι και μέσα στην καθημερινότητα, της επινόησης μορφών που θα ταιριάζουν γάντι με τα περιεχόμενα τα οποία θα επιλέξουμε να κοινωνήσουμε.

ΙΙΙ

Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να είναι ο άοπλος προφήτης του Καλού, ο άδολος νομοθέτης σ’ ένα κόσμο συντετριμμένων νόμων, αυτός που θα επανεφεύρει όχι μονάχα τον Έρωτα, όπως πρέσβευε ο Arthur Rimbaud, αλλά και την ουσία της Αγάπης, της Φιλίας, της Ευγένειας, της Κομψότητας, της Νοημοσύνης, της Ελευθερίας. Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να κάνει αλλεπάλληλες νυχτερινές περιπόλους στο παρελθόν, να αντλεί νεύματα και βλέμματα, ιδέες και θεωρήσεις, ομορφιές και συγκινήσεις, και να τα επαναφέρει με νέους τρόπους, με νέους συνδυασμούς λέξεων, στο θολό τοπίο της σύγχρονης κοινωνικής ζωής. Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να μεσολαβήσει δραστικά, αλλά χαμηλόφωνα, αποτελεσματικά, αλλά δίχως τυμπανοκρουσίες, ώστε η Φιλοσοφία και η Ποίηση, η Ιστορία και η Ζωγραφική, η Λογική και η Μουσική, να γίνουν και πάλι συνδαιτυμόνες στο Μεγάλο Συμπόσιο της Ζωής, να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν, πίνοντας, τρώγοντας και τραγουδώντας, ώστε να ξαναζήσει η ανθρωπότητα την Αλήθεια της, ήτοι, σύμφωνα με τον Hegel, «αυτό το βακχικό όργιο στο οποίο κανείς δεν θέλει να μείνει εγκρατής». Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να ψάξει την ψίχα της ψυχής, να δράσει με Λογισμό και μ’ Όνειρο, καθώς το ήθελε ο Σολωμός, να έχει «καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο», όπως διαλαλούσε ο Καζιμίρ Μαλέβιτς, να εργάζεται «με το πάθος του επιστήμονα και την ακρίβεια του καλλιτέχνη», όπως, όχι και τόσο παράδοξα όσο ακούγεται, επιθυμούσε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να δώσει στις λέξεις τη χαμένη σημασία τους, να κάνει τις λέξεις «εφαλτήρια πράξεων», όπως έλεγε ο μέγας Μπαλτάσαρ Γκασιάν, να φορτίσει τις λέξεις μ’ έναν γόνιμο ωστικό ηλεκτρισμό, να φορτώσει τις λέξεις με βαθιά ανθρώπινα νοήματα. Σήμερα, και πάλι αλλά αλλιώς, ο ποιητής καλείται να βάλει σε δεύτερο πλάνο την, ούτως ή άλλως αναγκαία και αυτονόητη, «βιρτουοζιτέ» του, και να διακονήσει τον ψίθυρο και το θρόισμα, να ζει περισσότερο ανάμεσα σε αυτούς που αγαπάει, να δίνεται περισσότερο σε όσους έχουν την όποια ανάγκη του, να δένεται περισσότερο με όσους αξίζει να δεθεί, να μιλάει περισσότερο και να ακούει περισσότερο. Ακόμα, να σκέφτεται, να συγκινείται, να γελάει, να κλαίει, να χορεύει, να πίνει περισσότερο και να γράφει λιγότερο αλλά πολύ καλύτερα. «L’écriture doit rester rare, puisque avant de trouver l’excellent il faut avoir bu longtemps», μπόρεσε να γράψει ο Guy Debord. «Το γράψιμο πρέπει να είναι σπάνιο, αφού πρέπει να έχει πιει κανείς για πολύ προτού βρει το εξαιρετικό».

IV

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος είπε, προκαλώντας αμηχανία και συζητήσεις, ότι η ποίηση είναι «ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου». Ο Νίκος Καρούζος αποφαινόταν ότι η ποίηση είναι «οξυγόνο αντιδιαστολής». Ο Andre Breton επέμενε ότι η ποίηση είναι «το τραγούδι που ξεγελάει τον Χρόνο». Οι Γάλλοι λετριστές, διατείνονταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ότι η ποίηση είναι ένα ουρλιαχτό μες στα ερείπια μιας εποχής. Νωρίτερα από αυτούς κατά δύο δεκαετίες, οι υπερρεαλιστές επεδίωκαν ρητά να θέσουν την ποίηση «στην υπηρεσία της επανάστασης». Πιο ώριμοι, οι καταστασιακοί της δεκαετίας του 1960, αποφάσιζαν να αντιστρέψουν το πρόγραμμα των προπομπών τους και να θέσουν «την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης». Μαζί με τον θαυμάσιο και τραγικό Walter Benjamin μπορούμε σήμερα να σκεφτούμε την ποίηση ως την περιπετειώδη, πλούσια σε συγκινήσεις, δύσκολη αλλά όχι δύσβατη διαδικασία και διαδρομή που θα οδηγήσει κάποτε την Πράξη να γίνει Αδελφή του Ονείρου. Όπως και να ’χει, το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής ουσίας και της ουσίας της ποίησης έχει αποδράσει πια από την τυπωμένη σελίδα και έχει πάρει, εδώ και μερικές δεκαετίες, τους δρόμους.


V

Σήμερα, για μιαν ακόμα φορά, ας σηκώσουμε τα ποτήρια κι ας πιούμε γι’ αυτούς που ήρθαν κι άλλαξαν το νόημα της ποίησης, γι’ αυτούς που το διεύρυναν και το έκαναν να λάμψει στα σκοτάδια των καιρών τους, και το πλούτισαν: για τον Αρθούρο Rimbaud και τον Αρθούρο Cravan, για τον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι και τον Βλαδίμηρο Ναμπόκοφ, για τον Ανδρέα Breton και τον Ανδρέα Εμπειρίκο, για τον Κάρολο Baudelaire και για τον Κάρολο Bukowski. Για τον Raymond Queneau. Για τον Malcolm Lowry. Για τον Louis-Ferdinand Céline. Για τον Marcel Proust. Για τον James Joyce. Και για τον μέγιστο ποιητή της μουσικής, τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ. Σήμερα, για μιαν ακόμα φορά, οφείλουμε να θυμίσουμε ότι ποίηση είναι η αμοιβαιότητα των δακρύων. Σήμερα, για μιαν ακόμα φορά, ας στέρξουμε να επαναλάβουμε, μαζί με τον Raoul Vaneigem, ότι ποίηση είναι η Μουσική του Ζώντος. Σήμερα, για μιαν ακόμα φορά, ας αφεθούμε να τραγουδήσουμε βραχνά, αγκαλιά με τον Dylan Thomas, «Κι ο Θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία», «And Death shall have no dominion»!

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΙΑΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, όπως πάντα μεσημέρι παρά κάτι. Αμέσως μετά, ο Νίκος Μπουρσινός πρότεινε να γράφω στην πόρτα μου «Εμπειρικός Μουσικοθεραπευτής», και να δέχομαι ασθενείς, κατά φαντασίαν ή και τω όντι, στους οποίους θα προτείνω ιαματικά λουτρά από νότες και στίχους. Διόλου κακή ιδέα, και ίσως ιαματική για τα οικονομικά μου χάλια!

Ιαματική Τέχνη

Λέγαμε χθες ότι ο ποιητής Τεντ Χιουζ λάτρευε τον Μπετόβεν, και μάλιστα επιχείρησε κάποτε να αυτοθεραπευθεί, ύστερα από μία αυτοδιάγνωση ότι έπασχε από καρδιά, ακούγοντας ξανά και ξανά έργα του Λούντβιχ Βαν, φρονώντας ότι αυτή η ακρόαση θα του καθαρίσει την αορτή. Ιδού, λοιπόν, μια απάντηση-κόλαφος σε όλους όσοι θεωρούν την Τέχνη περιττή, ή απλώς πολυτέλεια σε καιρούς χαλεπούς, ή ακόμα και απλή διασκεδαστική παρένθεση μες στην φούρια της καθημερινής ζωής. Όχι, κυρίες και κύριοι, η Τέχνη δύναται να είναι ιαματική, ιδίως όταν πρόκειται για ασθένειες και διαταραχές κοινωνιογενείς, καθώς επίσης και όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με διλήμματα, ή όταν νιώθουμε να μας τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια.
Επί παραδείγματι, στο άκουσμα ονομάτων που μας ταράζουν, όχι βεβαίως λόγω του μη εύηχου ή ακαλαίσθητου συνδυασμού των φωνηέντων και των συμφώνων τους, αλλά λόγω των εγχειρημάτων στα οποία προβαίνουν οι φέροντες τα εν λόγω ονόματα, μπορούμε κάλλιστα και πάραυτα να αντιδράσουμε με ένα πεντάωρο μουσικό κοκτέιλ, αποτελούμενο από τρεις δόσεις Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, δύο δόσεις Μάνο Χατζιδάκι, και άλλες δύο Μπομπ Ντίλαν. Ανάλογα με τις περιστάσεις, οι Μπαχ, Χατζιδάκις, και Ντίλαν, μπορούν να αντικατασταθούν από τους Μότσαρτ, Τσιτσάνη, και Τομ Γουέιτς, ή από τους Ερίκ Σατί, Σαββόπουλο, και Λέοναρντ Κοέν, καθώς και οι δόσεις να διαφοροποιηθούν. Προσωπικώς, ακούγοντας αυτές τις μέρες, ξανά και ξανά, «Θόδωρος Τσουκάτος Θόδωρος Τσουκάτος Θόδωρος Τσουκάτος», κατέφυγα, με λαμπρά ιαματικά αποτελέσματα, σε μία λυτρωτική ακρόαση των «Τρομερών Παιδιών», «Les Enfants Terribles», του Φίλιπ Γκλας, όπου συνδυάζεται περίφημα ο παράφορος λόγος του Κοκτώ με τον μινιμαλισμό του ευρηματικού συνθέτη.
Αντιμέτωποι σαν είμαστε με το δύσκολο, ενίοτε καθηλωτικό, δίλημμα «Να πιω βότκα ή ουίσκι», μπορούμε μια χαρά να καταφύγουμε στην ανάγνωση ενός συνδυασμού σελίδων επιμελώς διαλεγμένων από τον «Οδυσσέα» του Τζόις, το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Λόουρι, και τον «Πανηγυρικό» του Γκι Ντεμπόρ.
Απέναντι στην οπτική κακοφωνία, που τόσο διασαλεύει την πολύτιμη ψυχική και πνευματική μας αρμονία, καλόν είναι να βάλουμε την αγαπημένη μας να μας διαβάζει δυνατά και καθαρά το «Χάρισμα» του Βασίλη Καραποστόλη, ιδίως τις παραγράφους εναντίωσης στις νοσηρές τάσεις της αρχιτεκτονικής, ενώ συνάμα να θαυμάζουμε, έστω από λευκώματα, έργα του Μπαλτίς, του Τζάκσον Πόλοκ, του Γιάννη Ψυχοπαίδη, και του Κώστα Τσώλη.
Προς τόνωση του ηθικού μας και στανιάρισμα της ηθικής ακεραιότητάς μας, πάντα είναι πρόσφορα τα μυθιστορήματα του Ρέιμοντ Τσάντλερ, ενώ, αν αισθανόμαστε αισθηματική αδυναμία, ένα λουτρό με ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου και του Οδυσσέα Ελύτη δύναται πάντα να μας γλυκάνει και να μας καταστήσει ερωτικώς ετοιμοπόλεμους.
Όταν τις θύρες μας τις κουρταλεί όχι η χρεία μα η κατήφεια, ας σπεύσουμε να απολαύσουμε τα Άπαντα των Αδελφών Μαρξ με επιδόρπιο το «Playtime» του Ζακ Τατί.
Τέλος, όταν κάποιοι πονηροί πολιτευτές, επιδιώκουν να σας πείσουν ότι σεις δεν είστε τίποτα, και ότι το παν είναι αυτοί, δεν είναι ανάγκη να τους πετάξετε κατακέφαλα τη βαριά δερματόδετη έκδοση των Απάντων του Μιχαήλ Μπακούνιν~ αρκεί η κατακλείδα ενός άγριου, θυελλώδους, εμπρηστικού και όλο αγάπη ποιήματος, του περιλάλητου «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ: «Άγιος χρόνος εις τους αιώνας αγία αιωνιότης εις τον χρόνον/ άγια ρολόγια στο διάστημα αγία τετάρτη διάσταση αγία πέμπτη Διεθνής άγιος ο άγγελος μες στον Μολώχ!/ Αγία η θάλασσα αγία η έρημος άγιες οι σιδηροτροχιές άγιος ο σιδηρόδρομος άγια οράματα άγιες παραισθήσεις άγια τα θαύματα άγιο το μάτι αγία η άβυσσος!/ Αγία συγγνώμη! έλεος! χάρις! πίστις! Άγια! Τα δικά μας! τα σώματα! ο πόνος! η μεγάλη καρδιά!/ Άγια η υπερφυσική υπέρλαμπρη νοήμων ευγένεια της ψυχής!» (μετάφραση Άρης Μπερλής, εκδόσεις Άγρα).


Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΣΤΙΓΜΕΣ



Ένα ακόμα ραδιοχρονογράφημα, σήμερα, 23 Ιουνίου 2008, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά πέντε, μες στο μακρύ καυτό καλοκαίρι, μες στην εναντίωσή μας σε ό,τι σαθρό και απαίσιο και σαχλό, όπως μπορούμε και όσο μπορούμε, με λέξεις και με νότες, τσουγκρίζοντας αδιαλείπτως τα ποτήρια της Φιλίας και του Έρωτος και της Ηδύτητας. Το είπε ένας παλιός: το Ποιοτικό είναι η Δύναμη Κρούσης μας, του Δόρατός μας η Αιχμή.



Τρεις Στιγμές

Διάβασα χθες, όπως πάντα, ή μάλλον ξεκοκάλισα τις κυριακάτικες εφημερίδες. Ανάμεσα στα γνωστά για την ανυποληψία των κρατούντων, την κρίση όχι μονάχα του δικομματισμού αλλά σύνολου του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού βίου, τη μουντάδα και το μούδιασμα, την δικαιολογημένη κατήφεια και την εξίσου δικαιολογημένη αμηχανία, και ύστερα από δύο καφέδες και καμιά δεκαπενταριά άφιλτρα τσιγάρα, ξεχώρισα τρεις όμορφες στιγμές, Μάλλον δεν αποτελεί σύμπτωση ότι και οι τρεις είχαν να κάνουν με την Τέχνη. Θα τις σχολιάσω, επί τροχάδην, τώρα, και σε μετέπειτα ραδιοχρονογραφήματα θα επιμείνω περισσότερο.
Η πρώτη: μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση, από την Βανέσσα Θεοδωροπούλου, στην Καθημερινή (22 Ιουνίου 2008), της μεγάλης και λίαν σημαντικής έκθεσης «Ίχνη του Ιερού» στο Παρίσι, στο Μπομπούρ. Στα τέλη Μαΐου είχα τη χαρά να απολαύσω τα 350 έργα που παρατάσσονται με ευφυή τρόπο σε μιαν εσκεμμένα λαβυρινθώδη αλληλουχία από αίθουσες. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα είδος μύησης στις κορυφαίες εκφάνσεις της τέχνης του 20ού αιώνα. Καλλιτέχνες παλλόμενοι από την αγωνία να δημιουργήσουν ελεύθερα, μετά τον διακηρυγμένο από τους φιλοσόφους, θάνατο του Θεού, ερωτοτροπούν με ό,τι μπορεί να αποκληθεί ιερό, υπερβατικό, και το κάνουν πότε παθιασμένα και πότε στοχαστικά – στις πιο συγκλονιστικές περιπτώσεις και παθιασμένα και στοχαστικά, «με λογισμό και μ’ όνειρο», καθώς έλεγε ο Σολωμός, «με καρδιά από φλόγα και με μυαλό από πάγο», όπως διατεινόταν ο Καζιμίρ Μάλεβιτς. Θα επανέλθω, αφού κάνω μια κάπως χαριτωμένη διόρθωση: η περίφημη περφόρμανς του σπουδαίου ρηξικέλευθου Γιόζεφ Μπόις δεν ήταν η εξημέρωση ενός καγιάκ, μιας και τα καγιάκ είναι πλεούμενα των Ινδιάνων, κάτι σαν κανό με πιο σουβλερή πλώρη, αλλά η εξημέρωση ενός κογιότ.
Η δεύτερη: το πώς μιλάει, σεμνά και ποιητικότατα, ο πρωθιερέας της μίνιμαλ μουσικής Φίλιπ Γκλας στον Δημήτρη Κανελλόπουλο, στο πολιτισμικό ένθετο «7», της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Το πώς μας θυμίζει ότι έχει συνθέσει μία όπερα εμπνευσμένη από την ποίηση του Καβάφη, ότι έχει μελοποιήσει Άλεν Γκίνσμπεργκ (τα «Τζουκ Μποξ του Υδρογόνου», αλλά και την «Πλουτώνια Ωδή»), ότι είναι εργασιομανής και, κυρίως, ότι στα 71 του χρόνια νιώθει πιο δημιουργικός από ποτέ. Και στον Φίλιπ Γκλας θα επανέλθω προσεχώς.
Η τρίτη: ένα πορτρέτο του σημαντικού ποιητή Τεντ Χιουζ, από την Ρανιώ Νιζαμίδη, στο Βημαγκαζίνο. Όπου μου κάνει μεγάλη εντύπωση η πληροφορία ότι ο Χιουζ όχι μόνο λάτρευε τον λατρευτό Μπετόβεν, αλλά και ότι, σε κάποια οδυνηρή καμπή της ζωής του, έχοντας κάνει την αυτοδιάγνωση ότι πάσχει από την καρδιά του, προχώρησε στην εξής αυτοθεραπεία: άκουγε ακαταπαύστως τα έργα του Λούντβιχ Βαν, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η ακρόαση αυτή θα καθαρίσει την αορτή του! Και σ’ αυτό θα επανέλθω, όχι απλώς σχολιάζοντας την αυτοδιάγνωση και την αυτοθεραπεία πέρα από τις συμβάσεις και τις ιατρικές αποφάνσεις, αλλά και κάνοντας περαιτέρω προτάσεις ιαματικής χρήσης της μουσικής, της ζωγραφικής, της ποίησης, και άλλων μορφών τέχνης.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1



Αύριο, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, φιλοξενώ τον πανεπιστημιακό και συγγραφέα Βασίλη Καραποστόλη. Λίαν λεπταίσθητος και κομψός, τόσο ο γραπτός όσο και ο προφορικός λόγος του Καραποστόλη. Θα μιλήσουμε για το μυθιστόρημά του, «Το Χάρισμα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκης. Μια διάσημη ζωγράφος, ένας νεαρός φοιτητής, δύο κόσμοι, μια απόσταση ανάμεσά τους που μοιάζει αμέτρητη. Η νύχτα, το φάσμα του θανάτου, η ανάμνηση ενός ιλίγγου: με δυο λόγια, ιδού τι θα βρει ο αναγνώστης στο «Χάρισμα». Η μουσική, πάντα επιμελώς διαλεγμένη, θα σας ταξιδέψει στην ποίηση της νύχτας. Πάντα ζωντανά, πάντα στις δέκα το βράδυ, πάντα έως τα μεσάνυχτα.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟ ΠΕΣΣΟΑ



Το παρακάτω διαβάστηκε στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, σήμερα, Τετάρτη 18 Ιουνίου, μεσημέρι παρά κάτι, όπως πάντα, ως μία ελάχιστη υπενθύμιση των 120 χρόνων από τη γέννηση του σημαντικού δημιουργού. «Μόνο η μουσική και η λογοτεχνία απομένουν…» (Πεσσόα, Ηρόστρατος, σ. 71)

Fernando Pessoa, Livro do Desassossego (1913 & 1935)

Συγγραφέας: Φερνάντο Πεσσόα
Τίτλος: Το Βιβλίο της Ανησυχίας
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις: Εξάντας [2004]
Σελίδες: 351

Ζωή
Ο Φερνάντο Πεσσόα γεννιέται στις 13 Ιουνίου του 1888, στη Λισσαβόνα. Ζει, με την οικογένειά του στη Νότιο Αφρική και πηγαίνει σε αγγλικό σχολείο. Ανακαλύπτει μικρός την αγγλική λογοτεχνία και ενθουσιάζεται με τον Ντίκενς, τον Σαίξπηρ, τον Κάρλαϊλ και τον Πόε. Γράφει ποιήματα από την εφηβεία του. Επιστρέφει στη Λισσαβόνα, οριστικά, το 1905. Κάνει σπουδές Φιλοσοφίας. Ιδρύει τον εκδοτικό οίκο Olisipo και την επιθεώρηση Athena. Δημιουργεί τους «ετερώνυμους», συγγραφείς και ποιητές με διαφορετικό ύφος, βιογραφία, έργο, ο καθένας, τα πάντα επινοημένα και επεξεργασμένα από τον ίδιο τον Πεσσόα. Ζει μέσα στο αλκοόλ, τις κρίσεις κατάθλιψης, και την διαρκή δημιουργικότητα. Πεθαίνει στις 30 Νοεμβρίου του 1935.

Το Βιβλίο της Ανησυχίας
«Γραμμένο» από τον ετερώνυμο Μπερνάντο Σοάρες, το Βιβλίο της Ανησυχίας αποτελεί ένα κορυφαίο work in progress, μια ρηξικέλευθη καταγραφή της καθημερινότητας ενός βοηθού λογιστή και ακαταπόνητου περιπλανώμενου στα σοκάκια της Λισσαβόνας. Σκέψεις για τη ζωή και το θάνατο, στοχασμοί πάνω στην φθαρτή ύλη, ίχνη της πορείας ενός οξύτατου ειρωνικού πνεύματος, θραύσματα συναισθημάτων και μαρμαρυγές συγκινήσεων, συνθέτουν ένα έργο που μοιάζει να είναι εκτεταμένος αφορισμός και, συνάμα, μυθιστόρημα που εξερράγη, που έγινε χίλια πανέμορφα, ιδιοφυή, ειρωνικά θρύψαλα και κομμάτια, προορισμένα να ερεθίσουν τη σκέψη του αναγνώστη, να τον κάνουν να στοχαστεί κι αυτός για το νόημα των πραγμάτων. Ένα Πανδοχείο της Λογικής που, ωστόσο, προλογίζει τη Λογοτεχνία του Παραλόγου, όπως τη γνωρίσαμε από τους Γάλλους συγγραφείς της μεταπολεμικής εποχής.

Στυλ
Ο Πεσσόα-Σοάρες γράφει στοχαστικά, κομψά και ειρωνικά, παίζοντας ανάμεσα στο τετριμμένο και στο αιώνιο, διακωμωδώντας με λεπταισθησία τα θέσφατα και τα άκαμπτα δεδομένα. Με τη μουσική των λέξεών του τραγουδάει για την πλήξη και την ύπαρξη, για τον χρόνο και την φθορά, για τη διαφορά ανάμεσα στην πλασματική ζωή και το ισχυρό, αληθινό βίωμα. «Κουβαλάω μαζί μου τη συνείδηση της πανωλεθρίας σαν λάβαρο νίκης», διατείνεται ο Πεσσόα, θυμίζοντάς μας έτσι ότι είναι θρίαμβος της ζωής η δημιουργικότητα, η αποτύπωση των σκέψεών μας, η έκφραση των συναισθημάτων μας. Το ύφος του Βιβλίου της Ανησυχίας, με τη λιτότητα και τη διαύγειά του, ήταν στην εποχή του πρωτοποριακό, και τώρα θεωρείται πλέον κλασικό.

Ένα απόσπασμα
«Στα μέσα του δρόμου ανάμεσα στην πίστη και την κριτική βρίσκεται το πανδοχείο της λογικής. Η λογική είναι η πίστη σ’ αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς πίστη, αλλά είναι και πάλι πίστη, γιατί το κατανοώ προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι που είναι κατανοήσιμο».
Το Βιβλίο της Ανησυχίας, σ. 244

Έργα
Χωρίς Μάσκες, μτφρ. Αλέξανδρος Βέλιος, εκδ. Printa, 1994.
Ο Αναρχικός Τραπεζίτης, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Νεφέλη, 1997.
Η Ώρα του Διαβόλου, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Εξάντας, 2000.
Ηρόστρατος, Η Αναζήτηση της Αθανασίας, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Εξάντας, 2001.
Γράμματα στην Οφέλια, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα., εκδ. Εξάντας, 2001
Η Θαλασσινή Ωδή, μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Εξάντας, 2003.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

BLOOMSDAY



Joyce, Ulysses (1922)



Ζωή
Ο Τζέιμς Ωγκάστα Τζόις γεννιέται στις 2 Φεβρουαρίου του 1882. Ποιητής και συγγραφέας, μοχθεί σε όλη του τη ζωή να ανανεώσει ριζικά τους τρόπους έκφρασης, οδηγώντας το μυθιστόρημα σε ακραία όρια, σε μια μεταιχμιακή κατάσταση. Τραγούδησε όσο κανένας άλλος το Δουβλίνο, καίτοι πέρασε σχεδόν όλα του τα χρόνια στην εξορία. Το 1891 έγραψε το ποίημα «Et tu Healy», το οποίο και δημοσιεύτηκε. Σπούδασε φιλολογία το Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου, και αμέσως μετά έφυγε για το Παρίσι. Παντρεύτηκε την Νόρα Μπάρνακλ, έζησε στην Τεργέστη και τη Ζυρίχη, ξαναγύρισε στο Παρίσι, αλλά μετά την κατάκτησή του από τους Ναζί, επανήλθε στη Ζυρίχη. Πέθανε στις 13 Ιανουαρίου του 1941.

Οδυσσέας
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-τομή στην ιστορία της λογοτεχνίας. Η δομή του βασίζεται στην Οδύσσεια, κάθε κεφάλαιό του είναι γραμμένο με διαφορετικό ύφος, και όλα μαζί συνθέτουν μία και μοναδική ημέρα από τη ζωή του ήρωα, του Λεοπόλδου Μπλουμ, καθώς περιπλανιέται στο Δουβλίνο. Είναι η 16 Ιουνίου του 1904, ημέρα της γνωριμίας του Τζέιμς και της Νόρας, ημέρα που έχει πλέον καθιερωθεί ανά τον κόσμο ως Bloomsday. Στις 820 σελίδες του Οδυσσέα ρέει άφθονο αλκοόλ, οι ασήμαντες λεπτομέρειες μεταρσιώνονται σε λογοτεχνικούς κόμβους, η κάθοδος στον Άδη αντιστοιχεί με την μετάβαση του Μπλουμ σε ένα νεκροταφείο, η Κίρκη είναι ένα πορνείο της νυχτερινής πόλης, η Σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ του Μπάρνεϊ Κίερναμ, οι Σειρήνες είναι οι κοπέλες του μπαρ στο Ξενοδοχείο Όρμοντ. Ένα μεγαλοφυές όσο και διασκεδαστικό πείραμα.

Στυλ
Ο Τζόις παντρεύει ανίερα τις λέξεις, συνθέτει το κολοσσιαίο μυθιστόρημά του με την ακρίβεια του καλλιτέχνη και το πάθος του επιστήμονα, όπως χαριτολογώντας έλεγε ο Ναμπόκοφ. Υιοθετεί την τεχνική του «εσωτερικού μονολόγου» και τη φτάνει στα άκρα της. Με τις πάμπολλες αναφορές του στον Όμηρο, στον Σαίξπηρ αλλά και στη θεοσοφία, στην ανατολική φιλοσοφία, στους μύθους της μεσαιωνικής Ιρλανδίας, στον Vico και στον Jung, ο Τζόις καταφέρνει να προσφέρει ένα ανεκτίμητο κιβώτιο γνώσεων αλλά και να εμπλέξει, πάντα διασκεδάζοντάς τον, τον αναγνώστη σε έναν περίτεχνο λαβύρινθο, να του στερήσει την αυτοπεποίθηση που του έδινε το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και να τον αφήσει στο έλεος ενός ανελέητου κειμένου, ενός υπερμυθιστορήματος που είναι μαζί ιερουργία και βεβήλωση.

Ένα απόσπασμα
«Κράτησε το γεμάτο ήλιο κρασί στον ουρανίσκο του και ακολούθως το κατάπιε. Το πάτημα των σταφυλιών στ’ αμπέλια της Βουργουνδίας. Με τη ζέστα του ήλιου μέσα του. Μοιάζει με χάδι μυστικό που μου ξαναφέρνει τόσα στη μνήμη. Σ’ αυτή την υγρή επικοινωνία, οι αισθήσεις του ανταποκρίθηκαν ενθυμούμενες».
Οδυσσέας, σ.215

Έργα
Οι Δουβλινέζοι [1914], μτφρ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Γράμματα, 1990.
Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία [1916], μτφρ. Άρης Μπερλής, εκδ. Πατάκης, 2001.
Οι Εξόριστοι [1918], μτφρ. Μαίρη Βοσταντζή, εκδ. Μπουκουμάνης, 1974.
Finnegans Wake [1939].

Διαβάστε επίσης
Άρης Μαραγκόπουλος, Ulysses: Οδηγός Ανάγνωσης, εκδ. Κέδρος, 2001
Άρης Μαραγκόπουλος, Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο: Τόποι και Γλώσσες στον Οδυσσέα του Τζαίημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, 1997.
Έντνα Ο’Μπράιεν, James Joyce: Η Απόκρημνη Όψη μιας Μεγαλοφυίας, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. Νεφέλη, 2002.
Richard Ellmann, Τζέημς Τζόυς, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Scripta, 2005.



Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

ΑΠΟΨΕ, ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 1


Ράδιο, 14/06/08

Απόψε στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», από τις 10 το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, φιλοξενώ τον ποιητή Νέστορα Πουλάκο, ακούμε εκλεκτή jazz, και συζητάμε για το περιοδικό «Βακχικόν» (βλέπε: http://www.vakxikon.gr/ και http://vakxikon.blogspot.com/). Θα επακολουθήσουν οι κλασικές κρασοκατανύξεις. Γράφει ο Νέστωρ, «Η φωνή μου μια ξεκούρδιστη τρομπέτα/ παρασέρνει τα είδωλα της νύχτας» (βλέπε: «Αντιξοότητες», εκδόσεις Ash in Art, Αθήνα 2008). Ω, Φίλε Νέστωρ, οκέι, ποιητική συλλογή έβγαλες, καθώς υποσχέθηκες. Το γύρισες και στα Sante. Απομένει τώρα ν’ αποκτήσεις εκείνη την καμπαρντίνα που λέγαμε. Hands off Poetry!!!

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 11 Ιουνίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά κάτι, όπως πάντα. Ας εκληφθεί ως μια γλυκόπικρη, έντιμη απάντηση σε όσους μας εγκαλούν, δικαίως, αλλά φτάνει!, για τα κουσούρια, τις ελλείψεις, τα ψεγάδια μας. ‘Ό,τι μπορούμε κάνουμε και ό,τι μπορούμε λέμε. Το, ας πούμε, κάπως ενδιαφέρον, ίσως και σημαντικό σε καιρούς γενικευμένου ψεύδους και/ή άκομψης, χονδροειδούς αλήθειας, είναι ίσως να προσπαθούμε όσο μπορούμε να λέμε αυτά που κάνουμε και να κάνουμε αυτά που λέμε, με μια κάποια κομψότητα και με ένα κάποιο στυλ.

Δυο Λέξεις για τη Γενιά μου και για τα Γαϊδούρια

Ανάμεσα στα πάμπολλα κακά, στραβά κι ανάποδα μιας μάλλον αλαμπούς και ελάχιστα ένδοξης γενιάς, της γενιάς μου, που σημαίνει των ανθρώπων που γεννήθηκαν γύρω στα 1960, στραφταλίζουν και μερικά, ολίγα, ολίγιστα, σύμφωνοι, καλά. Είναι αλήθεια ότι από τη μια είχαμε τη Σκύλλα της ανημπόριας να επινοήσουμε νέες μορφές στην τέχνη, να κομίσουμε κάτι κοσμοϊστορικό στην επιστήμη, να λαμπρύνουμε τη φιλοσοφία και τη θεωρία με κάποιες συμβολές μας~ και στην Χάρυβδη της λίαν ενοχλητικής επιμονής μας να γαντζωνόμαστε σε παρελθόντα κλέη, να κάνουμε το κομμάτι μας επαναλαμβάνοντας, ως φάρσα, θα έλεγε ο Έγελος, και με καταγέλαστη αδεξιότητα, εγχειρήματα αλλοτινών εποχών, δίχως να θεωρούμε πρέπον και έντιμο το να φορτωνόμαστε και τα τιμήματα τέτοιων εγχειρημάτων. Ήρθαμε πολύ αργά για να μπορέσουμε να γίνουμε ρηξικέλευθοι και πρωτοπόροι και επαναστάτες~ ήρθαμε πολύ νωρίς για να μπορέσουμε να γίνουμε καταρτισμένοι και μεθοδικοί συντηρητές παλαιότερων επιτευγμάτων. Περιοριστήκαμε, κατ’ ουσίαν, στο να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων, ναι, να μιλάμε για τον καιρό, και να είμαστε άνθρωποι της ευκαιρίας.
Μολαταύτα: υπάρχουν, καθώς είπα, και στραφταλίζουν, ολίγιστα καλά. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο, καλό είναι ότι μας επέτρεψαν οι καιροί μας να είμαστε απαλλαγμένοι από το άχθος της όποιας ιδεολογικής σκευής, να μπορούμε να κυκλοφορούμε, δίχως τροχονόμους, στο χάος μιας κυκλοφορίας αλληλοσυγκρουόμενων, ίσως ανώδυνα πια, όπως ακριβώς στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια του λούνα παρκ, ιδεών, αντιλήψεων, θεσφάτων, θεωριών. Να κάνουμε σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα, και, σαν καλοκάγαθοι, ως επί το πλείστον, τυχοδιώκτες, να τσιμπολογάμε από δω κι από κει, να είμαστε άνετοι συνδαιτυμόνες τόσο στο μεγαλοαστικό σαλόνι όσο και κάτω απ’ τη σκιά μιας γέφυρας όπου συχνάζουν ανέστιοι και παρίες. Κι έτσι, μπορέσαμε, και ακόμη μπορούμε, να έχουμε ως σήμα κατατεθέν μια κοινωνική κινητικότητα, που ίσως μελετηθεί δεόντως από ανθρώπους περισσότερο μεθοδικούς και φερέγγυους από εμάς.
Παλικάρι της γενιάς μας είναι και ο Βρετανός Άντριου, Άντι, Μέριφιλντ. Γεννήθηκε το 1960, στο Λίβερπουλ. Σπούδασε κοινωνιολογία και γεωγραφία. Διδακτορικό στην Οξφόρδη. Εν συνεχεία διδάσκει στο Σάουθαμτον, κατόπιν στο Λονδίνο, κι έπειτα στη Μασαχουσέτη, για να έρθει και η σειρά της Νέας Υόρκης. Κι ακόμα, γράφει. Πονήματα για τον μαρξισμό. Βιογραφίες αιρετικών του μαρξισμού, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Άλλο ένα βιβλίο, αυτή τη φορά για τον Γκι Ντεμπόρ. Και εδώ είναι που αρχίζουν όλα ν’ αλλάζουν. Ο Μέριφιλντ νιώθει, πέρα από θεωρίες και ιδεολογίες, ότι λαχταράει να εκτροχιάσει τη βολική ζωή του, να γνωρίσει άλλα πράγματα, κι αφήνει τα πάντα –χρήματα, πόστα, άνετα διαμερίσματα, κοινωνική αίγλη– και αποφασίζει να εγκατασταθεί σε ένα χωριουδάκι της Ωβέρνης, ανάμεσα στους εφτά (!) όλους κι όλους κατοίκους του. Λίγο έλειψε να τον εγκαταλείψει η σύζυγός του, η οποία εντέλει πείστηκε να τον ακολουθήσει στην περιπέτεια. Θα ανακαλύψουν εκεί ήχους τόσο λησμονημένους, ακόμα κι αυτόν της χλόης που βλασταίνει, καθώς έλεγαν οι Ινδιάνοι. Θα βιώσουν άλλες διαστάσεις του χρόνου, πέρα από το τρεχαλητό στη μεγαλούπολη και την ανελέητη γραμμικότητα. Οι ηλιαχτίδες χρυσίζουν, τα βλέμματα γίνονται γαλάζια ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια, το θρόισμα των φύλλων είναι μια εξαίσια μελωδία, και ο Γκριμπούιγ, ο Χαζούλης, ο γάιδαρος του Μέριφιλντ, γίνεται ένας πολύτιμος σύντροφος.
Ο Μέριφιλντ, θ’ αγαπήσει τον γάιδαρό του, ναι, γάιδαρο ας τον λέμε, κι όχι politically correct όνο, θα μελετήσει τα χούγια του, θα κρατήσει σημειώσεις, και θα γράψει το βιβλίο «The wisdom of donkeys», «Η σοφία των γαϊδάρων», για να εκφράσει την εμπειρία του και να τη μοιραστεί μαζί μας. Έτσι, ο Άντι γίνεται κάτι σαν ιδεότυπος της γενιάς μας: δεν προσφέρει στην επιστήμη, στη θεωρία, στην τέχνη με ρηξικέλευθες παρεμβάσεις, με μεθοδολογικές τομές, με πρωτότυπες προτάσεις που θα ανατρέψουν τα δεδομένα, σύμφωνοι~ συμβάλλει όμως στην αισθαντικότητά μας, στο να γίνουμε μια στάλα πιο ανθρώπινοι, στο να αφουγκραζόμαστε λίγο πιο πρόθυμα κάτι πέρα από τις Σειρήνες ή τις Κασσάνδρες των καιρών μας.
Εν κατακλείδι, ας σημειώσω, με θυμό, ότι στους αντίποδες της συμβολής του Άντι Μέριφιλντ, και έχοντας προλάβει κι εγώ να χρησιμοποιήσω γάιδαρο ως μεταφορικό μέσον την εποχή που για λόγους υγείας ήμουν υποχρεωμένος να περνάω μήνες ολόκληρους σε ορεινά μέρη της χώρας μας, ναι, ας σημειώσω με θυμό ότι σε πολλά χωριά οι κάτοικοι αφήνουν τους γαϊδάρους να ψοφήσουν της πείνας έρημοι και μόνοι και παρατημένοι, επειδή δεν θεωρούνται πλέον παραγωγικοί.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟ




Κρανίου Τρόπος

Ο ήλιος της κεφαλής μου έχει όλα τα χρώματα
Είναι αυτός που καίει τα σπίτια
Από άχυρο
Όπου ζουν οι άρχοντες που διέφυγαν από κρατήρες
Και οι όμορφες κυρίες που γεννιούνται κάθε πρωί
Και πεθαίνουν κάθε βράδυ
Όπως τα κουνούπια

Μπενζαμέν Περέ, «Οι Περασμένοι Καιροί»



«Το Dada δεν είναι μόνο σύνθημα», διάβαζες πριν από ένα τέταρτο του αιώνα σε κάμποσους τοίχους των Εξαρχείων. Πώς μπορούσε ένα ρεύμα της πρωτοποριακής τέχνης, έστω της αντι-τέχνης, να εμπνέει τους πλέον ανυπότακτους νεανίες μιας μικρής χώρας της νοτιοανατολικής Μεσογείου; Μα ακριβώς επειδή το Dada έμοιαζε καλώς συγκερασμένο ώστε να παίζει με τη διαλεκτική του χρόνου, έμοιαζε καλά εξοπλισμένο με τρόπους που σε καταβύθιζαν σε ένα αρχέγονο ακατέργαστο παρελθόν, κατόπιν σε επανέφεραν με φόρα σε ένα παλλόμενο παρόν, κι έπειτα σου έκλειναν το μάτι και με τα περιβόητα γραφιστικά χεράκια, που κοσμούσαν σχεδόν κάθε ντανταϊστικό έντυπο, σου έδειχναν προς ένα μέλλον που δεν σε αναμένει απλώς αλλά που πρέπει εσύ ο ίδιος, με παρρησία και οργανωμένα σκιρτήματα της φαντασίας, να ονειρευτείς και να παράξεις. Οι ντανταϊστές επιστράτευσαν πάμπολλους συνδυασμούς παγερής λογικής και πυρωμένης τρέλας, υψίστης σοβαρότητας και αχαλίνωτου χιούμορ, μεθοδικής υπονόμευσης κάθε παραδεκτής αξίας και επινόησης νέων συμπεριφορών, νέων εθίμων και ηθών, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τον γενικευμένο παραλογισμό του Πρώτου Παγκόσμιου Μακελειού, να συνοδοιπορήσουν, ιδίως στη γερμανική εκδοχή του Dada, με τα πιο προωθημένα τμήματα του εξεγερμένου προλεταριάτου, να δυσφημήσουν εμπρηστικά κάθε τι αποπειράται να μας στερήσει από τις βαθιά ανθρώπινες ιδιότητές μας. Ένας ποιητής έλεγε ότι ποίηση είναι η αμοιβαιότητα των δακρύων. Ας πούμε ότι Dada είναι η δυναμική εναντίωση στην παρουσία των αχρείων.
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωμένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή, σε καμία περίπτωση δεν είναι ένας μεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερημένος μιμητής των τρόπων του Dada. (Είχαμε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυπομιμητές των όσων μπόρεσαν να κομίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαμέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαμπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν, και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, με τα χρόνια, σε έναν γόνιμο διάλογο με τα επιτεύγματα του Dada, αντλεί από αυτά, τα μπολιάζει με λογισμό και μ’ όνειρο, τολμάει να τα βάλει να συνομιλήσουν με άλλα επιτεύγματα άλλων τρόπων, ρυθμών, μεθόδων, και γεμίζει εν συνεχεία με όλα τα χρώματα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογημένο μύχιο στούντιο της αληθινά αληθινής αλήθειας, της πραγματικά πραγματικής πραγματικότητας, ήτοι εκείνο το αμπρί, εκείνο το χαράκωμα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καμωμένο οδόφραγμα όπου μαίνεται λυσσαλέα ο πόλεμος ανάμεσα στους πολυάριθμους κακομούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόμορφους happy few.
Στην άτυπη τετραλογία του «No Parking…» (Άγρα, 2000), «Κόλο Κόλο» (Άγρα & Kalfayan Galleries, 2005), «Άχρηστο Κεφάλι» (Kalfayan Galleries & Εκδόσεις Τέχνης Οίστρος, 2006), και «Κρανίου Τόπος» (Kalfayan Galleries, 2008), ο Παυλόπουλος δεν παύει να λειτουργεί σαν ένας κατάσκοπος του Σήμερα στο Χτες, σαν ένας αυτόκλητος ιχνηλάτης που αναζητάει παθιασμένα αυτό που μπορεί να παραμένει ακόμη ζωντανό, όλο σκιρτήματα και κραδασμούς, κι έτσι μπορεί να σμίξει με ό,τι θέλει να πάλλεται και στον καιρό μας. Ο Πικαμπιά σμίγει με τον Καραγκιόζη, μια ωραία καρικατούρα του ζωγράφου παίζει σκάκι με τον Μαρσέλ Ντυσάν στο νυν, η κάπως ρενεμαγκριτική μορφή με το επίσημο καπέλο και το άψογο κοστούμι που δεσπόζει στον περιλάλητο, συγκλονιστικά καινοτόμο πίνακα «Pieta or Revolution by night» (1923) του Μαξ Ερνστ, μετατρέπεται διά χειρός (και μυελού) Παυλόπουλου σε ένα κράμα κουτσαβάκη, ρεμπέτη, ξεπεσμένου μπάτσου και κακομοιριασμένου τραμπούκου. Ο πανίσχυρος και επίφοβος κροκόδειλος γίνεται, με μια ντρίπλα δεξιοτεχνική, μια ντρίπλα που δεν την κάνει άλλος από τον δαντελένιο ποδοσφαιριστή που είναι η παιδική μας ηλικία όταν έβλεπε κροκόδειλους στα έργα με τον Ταρζάν, μεζεδάκι, καρφωμένο σ’ ένα γιγάντιο πιρούνι, αεροπλανάκι για να παίζουν οι πιτσιρικάδες ή μεταλλικό φόντο για την εξαίσια, τόσο επίκαιρη σήμερα, απόφανση του Σάμιουελ Μπέκετ, «Όταν είμαστε μες στα σκατά ως το λαιμό, δεν μένει παρά να τραγουδήσουμε».
Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαμβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώματα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας, του τζαζ καλλιδρομιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαμε κάμποσα χρόνια της ζωής μας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουμε ακόμα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως-βεβαίως), μου έρχονται τρία πράγματα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέμεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό μου:
Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόμους του ως βέβηλο σεβασμό και σεβάσμια βεβήλωση. Που σημαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά με τα καινούργια τους και αγαπημένα τους παιχνίδια, θαυμάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει μέσα (έτσι λέγαμε, μικρά σαν ήμασταν), και συναρμολογώ εκ νέου, με άλλη διευθέτηση, δική μου, του γούστου μου προσωπική μου, τα κομμάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.
Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από την σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τομ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήμα σου, τα φέρεις στο μυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το μυϊκό σύστημα, ακόμα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς για πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς για πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθμούς και τις μελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσμημένα με λαϊκά μοτίβα μουσικά δημιουργήματα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της μεγαλούπολης, σε λαϊκά χαμούρικα τραγούδια που ακούγονται στα μπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφημα στην εποχή τους σοκάκια της αδάμαστης και ιδιοσυγκρασιακής δημιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσμούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε μιαν ανεστραμμένη (με την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop-art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόημα που δεν είχε, και ενδεχομένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρμά δικό του και να μας τον προσφέρει δυναμικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σημασία και σκουπιδιάζοντας (ας μου επιτραπεί η γκαγκάν ορολογία, άλλωστε τεχνοκριτικός δεν είμαι), ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.
Τέλος, και τρίτον, μου έρχεται στο μυαλό, ίσως μέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισμένης στην αιθυλική αλκοόλη, συνειρμικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σημαντικού Έλληνος λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουμπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada, και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεμάτα ψυχωφελές χιούμορ αφηγήματά του, το μπολιάζει με διαβάσματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, με τα εξωφρενικά κατορθώματα των ηρώων της λεγόμενης παραλογοτεχνίας, με τον Καραγκιόζη, με τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», με υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγμές της Επιστημονικής Φαντασίας, με την υβριδική γλώσσα κάποιων παμπάλαιων μεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και με την αργκό των ρεμπέτηδων. Το νόστιμο εν προκειμένω έγκειται στο ότι μοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουμπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συμβαίνει ο Κουτρουμπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και μάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και μάλιστα, ξανά επίσης, πολύ μα πολύ καλά!
Ας κλείσω, δίνοντας το λόγο στον ίδιο τον Παυλόπουλο: «Η τέχνη που προβάλλουν οι καιροί μας αποτελεί μιαν απόπειρα αναγωγής του σοκ σε αξία καθαυτή. Έχει, όμως, κάποιο νόημα η χρησιμοποίηση μιας πρόκλησης, όταν αυτή δεν μπορεί πια να σοκάρει; Τα πράγματα έχουν πια αναποδογυριστεί, και σήμερα είναι ο αστός ‘πελάτης’ που σοκάρει τη λεγόμενη πρωτοπορία. Την ντροπιάζει, αντιδρώντας όχι με το σοκάρισμα αλλά με την απόλαυση και, ανοίγοντας το χοντρό πορτοφόλι του την ΑΓΟΡΑΖΕΙ και το γλεντάει αφάνταστα. Ποιος σοκάρει ποιον σήμερα; Ο μπίζνεσμαν καλλιτέχνης που θα παντρευτεί μια διάσημη πορνοστάρ ή ο δισεκατομμυριούχος συλλέκτης που θα πεταχτεί με το ιδιωτικό του τζετ, για να γίνει… κουμπάρος αυτού του μάρκετινγκ γάμου;»

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, 5 Ιουνίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά πέντε, όπως πάντα. Μπορεί να εκληφθεί και ως σχόλιο στην Ημέρα Περιβάλλοντος. Ένα από τα πιο ηδεία, αλλά και πιο δύσκολα, καθήκοντά μας είναι να υπερασπιζόμαστε, να τραγουδάμε, ό,τι με πάθος αγαπήσαμε, ό,τι με πάθος αγαπάμε.


Παρίσι: Οδηγίες Χρήσεως

Κάθε πόλη σπουδαία έχει την ιστορία της, και είχε τη μαγεία της. Φώτα ολόφωτα, πόλη μεγάλη. Σ’ έναν κόσμο ολοένα και πιο ομογενοποιημένο, οι πόλεις μοιάζουν ολοένα και πιο πολύ, χάνοντας έτσι το άρωμά τους το ιδιαίτερο, χάνοντας τα πιο ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, χάνοντας την ποίησή τους. Το Παρίσι, ίσως η πιο σημαντική πόλη της Ευρώπης επί αιώνες, το απόλυτο χωνευτήρι τόσων και τόσων διαφορετικών πολιτισμών, το πιο φιλόξενο κονάκι για εξόριστους καλλιτέχνες και επαναστάτες, το μέρος, όπως παραφράζοντας τον Σαίξπηρ έλεγε ο Ντεμπόρ, όπου το «αρνητικό είχε την αυλή του», καταστρέφεται μεθοδικά από το 1968 και μετά. Ο Λουί Σεβαλιέ, εξέδωσε, ήδη το 1977, ένα θαρραλέο εμπεριστατωμένο βιβλίο όπου καταγράφει τη θλιβερή μεταμόρφωση του Παρισιού που δόξασαν ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, ο Ρεϊμόν Κενώ, ο Σελίν, ο Χένρι Μίλερ, και τόσοι άλλοι, το Παρίσι της τζαζ και του αέναου γλεντιού, το Παρίσι με τις ελεύθερες γειτονιές των αναρχικών και των ελεύθερων καλλιτεχνών, σε μια μάζα από ατσάλι και γυαλί, από αντισηπτική παραφροσύνη και αστυνομευμένο τουρισμό. Υπεύθυνοι για τη «Δολοφονία του Παρισιού», αυτός είναι ο σταράτος τίτλος που έδωσε ο Σεβαλιέ στο πόνημά του, ήσαν οι αναίσθητοι τεχνοκράτες που επιστράτευσαν οι Αντρέ Μαρλώ και Ζορζ Πομπιντού, και εν συνεχεία ο Φρανσουά Μιτεράν.

Ναι, το Παρίσι δεν είναι πια αυτό που ήταν. Οι ευωδιές του έχουν χαθεί. Η ποίηση της περιπέτειας και η περιπέτεια της ποίησης έχουν εξοστρακιστεί. Έγινε σκιά αναπαράστασης ό,τι είχε προηγουμένως με πάθος βιωθεί. Ωστόσο, η ψυχή και το πνεύμα του Παλιού Παρισιού ανθίστανται ακόμη, με πείσμα και με πάθος. Διεξάγεται στο Παρίσι ένας εμφύλιος πόλεμος, ένας αγώνας των δυνάμενων της δημιουργικότητας ενάντια στις δυνάμεις του ολέθρου. Οι αναμνήσεις, στο Παρίσι, δεν είναι μια νοσταλγική αύρα, όχι, είναι ζωντανοί θύλακοι αντίστασης. Σε καλούν να ακολουθήσεις επινοημένες από σένα τον ίδιο οδηγίες χρήσεως της θρυλικής πόλης, να μετατοπίζεσαι διαρκώς όχι τόσο μέσα στο χώρο όσο μέσα στο χρόνο. Μπορείς, φέρ’ ειπείν, να αποφύγεις ό,τι έχει αγγίξει το αποτρόπαιο δάχτυλο ενός Μίδα της εμπορευματοποίησης, να ανοίξεις το μυαλό σου και την καρδιά σου στις σελίδες του Χένρι Μίλερ στον «Τροπικό του Καρκίνου» και στη «Μαύρη Άνοιξη», του Έρνεστ Χέμινγουεϊ στην «Κινητή Γιορτή» και στο «Κι ο ήλιος ανατέλλει», του Γκι Ντεμπόρ στον «Πανηγυρικό», στο «In girum imus nocte et consumimur igni», και στους επτά ογκώδεις τόμους της «Αλληλογραφίας» του. Μπορείς, μια χαρά, να στρέψεις τα νώτα στα ξενοδοχεία και τα ρεστοράν που έχουν τις ιδιότητες του νερού (άοσμα, άχρωμα, άγευστα), και να τιμήσεις παμπάλαια, και ζωντανά ακόμη, χάνια και μπιστρό, πάγκους με βερίκοκα και πεπόνια, μικρά μπιστρό που δεν καταγράφονται στους τουριστικούς οδηγούς, γειτονικά αρτοπωλεία και μαγαζάκια με εξαιρετικά τυριά.

Κι ακόμα, μπορείς να χαθείς στους όμορφους λαβυρίνθους της Αριστερής Όχθης, να κινηθείς δίχως πρόγραμμα, δίχως χάρτη άλλον από τα βιβλία που διάβασες στην φλεγόμενη εφηβεία σου, να βρεθείς ξανά και ξανά προ ωραίων ευπρόσδεκτων εκπλήξεων, για απολαύσεις τον νούμερο ένα πλανόδιο τροβαδούρο, τον περιλάλητο Λίο Γκιλέσπι με την θρυλική ξύλινη κιθάρα του και να μιλήσεις καμιά ώρα μαζί του για τις παλιές δόξες του Παρισιού.

Ο χρόνος είναι ο μόνος πλούτος μας. Στο Παρίσι, μ’ όλο τον όλεθρο που έχει απλωθεί πάνω του, μπορείς ακόμη, με τις δικές σου, επινοημένες στο εργαστήρι της Ποίησης και της Μουσικής, οδηγίες χρήσεως, να επιμηκύνεις τα δευτερόλεπτα, να παίξεις με τη διαλεκτική Παρελθόντος/Παρόντος, να κάνεις πολύτιμη την κάθε στιγμή. Κλείνεις τ’ αυτιά στις Σειρήνες του τουρισμού, τα ανοίγεις στη μελωδία του Έρωτος και της Αγάπης, γίνονται χαϊκού πολύτιμα και πολύσημα οι φράσεις σου, ανακαλύπτεις μικρούς θησαυρούς πίσω από την πρόσοψη των φαντασμαγορικών σκουπιδιών. Ακούς τις ανάσες και τους ψιθύρους ολόκληρων γενιών ανυπότακτων ανδρών και γυναικών που τίμησαν την Επανάσταση της Τέχνης και την Τέχνη της Επανάστασης. Κι έχεις διαρκώς και διακαώς τα λόγια του Χέμινγουεϊ στο μυαλό σου: «Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, και οι αναμνήσεις των ανθρώπων που το έζησαν διαφέρουν μεταξύ τους. Εμείς πάντα ξαναγυρίζαμε σ’ αυτό, άσχετα με το ποιοι ήμασταν, με το πόσο είχε αλλάξει και με το πόσο δύσκολα ή εύκολα μπορούσαμε να ξαναπάμε εκεί. Το Παρίσι άξιζε πάντα τον κόπο και σε αντάμειβε για οτιδήποτε του πρόσφερες. Όμως έτσι ήταν το Παρίσι τον πρώτο καιρό, όταν εμείς ήμασταν πολύ φτωχοί και πολύ ευτυχισμένοι».



Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, μεσημέρι παρά πέντε, κατά τα ειωθότα, από το Κανάλι1, Πειραιάς, 90,4 FM. Αμέτρητα είναι τα βιβλία που έχουν πρωταγωνιστή τη ζωή στο Παρίσι, και θαυμαστή είναι η ποικιλία τους. Κάθε φορά που σουλατσάρω στην Πόλη του Φωτός διαπιστώνω ότι πεθαίνει με ρυθμούς ταχείς, αλλά δεν παύει να ανθίσταται, όσο μπορεί, στη φθορά. Κάτι μένει ακόμη από την αίγλη την παλιά. Πάντα κάτι μένει σε τόπους που δοξάστηκαν από τους ποιητές, σε τόπους που μπόρεσαν να είναι το σκηνικό ερώτων αθάνατων και το battlefield ένδοξων αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε ό,τι αληθινό σκιρτάει μες στον Άνθρωπο και στις δυνάμεις που επιζητούν να αφανίσουν τη Δημιουργικότητα, να τσακίσουν το Πάθος, να εξορίσουν την Ποίηση.

Η Παρακμή της Παρωδίας

Ένα από τα βιβλία που έχω τους λόγους μου να λατρεύω είναι το A Movable Feast, η Αέναη Γιορτή, όπως αποδόθηκε παλαιότερα~ Μια Κινητή Γιορτή όπως το θέλει η καινούργια του μετάφραση. Το υπογράφει ο μέγας Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, και είναι το τελευταίο έργο με το οποίο καταπιάστηκε, δουλεύοντάς το με πείσμα, σε μια δύσκολη εποχή, μοιραία γι’ αυτόν, καταμεσής μιας παρατεταμένης κρίσης εφ’ όλης της ύλης, που άλλωστε τον οδήγησε στην περιβόητη αυτοχειρία του. Είναι ένα βιβλίο ζόρικο, στιβαρό, φορτωμένο αναμνήσεις από το Παρίσι του μεσοπολέμου. Ένα βιβλίο γραμμένο στο γέρμα μιας ζωής και μιας καριέρας, που ήσαν κοσμημένες από τη λατρεία της περιπέτειας, από το διαβολεμένο πάθος της αναζήτησης του Απόλυτου, από την αγέρωχη μανία να γίνεις bigger than life, από την τρυφερή τρέλα να τραβάς τα πράγματα στα άκρα. «Δεν είναι του καθενός να ωθείται στα άκρα», μπόρεσε να αποφανθεί ο Ιζιντόρ Ντυκάς, γνωστός ως Κόμης του Λοτρεαμόν. Ο Χέμινγουεϊ, προς τιμήν του, ήξερε να παίζει τα άκρα στ’ ακροδάχτυλά του.

Ω ναι, το λατρεύω αυτό το βιβλίο, με ταξίδεψε και το ταξίδεψα, το πήρα μαζί μου σχεδόν όλες τις φορές που η διάθεσή μου, και της στιγμής η φωτερή παραφορά, μ’ έστειλε στην Πόλη του Φωτός, του Ζακ Πρεβέρ, της Εντίθ Πιάφ, του Ανδρέα Μπρετόν, του Γκι Ντεμπόρ, κι ενός λαού που έστησε οδοφράγματα και κυνήγησε τους κρατούντες δεκάδες φορές μες στους αιώνες. Το χρησιμοποίησα σαν χάρτη, για να περιπλανηθώ στα σοκάκια της Αριστερής Όχθης, εκεί να χωθώ και να χαθώ, ξανά και ξανά. Άξιζε το χάσιμο. Διατεινόταν, άλλωστε, η Γιόκο Όνο, τον καιρό που ερωτοτροπούσε με την αβάν-γκαρντ και με το Fluxus, «draw a map to get lost», «Φτιάξε έναν χάρτη για να χαθείς». Για μένα, τέτοιος χάρτης ήταν η Κινητή Γιορτή.

Αυτή τη φορά, στο ταξίδι, πήρα μαζί μου και ξεκοκάλισα, αρχικά με ενθουσιασμό, το μυθιστόρημα του Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ. Ο συγγραφέας/αφηγητής δηλώνει θαυμαστής του Χέμινγουεϊ, επιχειρεί να ξαναγράψει την Κινητή Γιορτή με τον δικό του τρόπο, πασπαλίζει την αφήγησή του με κάμποσες δόσεις χιούμορ, με εκατοντάδες αναφορές σε πασίγνωστα περιστατικά από τη ζωή ξακουστών συγγραφέων, εκθειάζει τη βαρύτιμη τέχνη της ειρωνείας, σαρκάζει και κάνει ότι αυτοσαρκάζεται. Λαμπρές σελίδες, ναι, συναντάς εδώ κι εκεί. Είσαι αντιμέτωπος με έναν οπωσδήποτε κομψό λόγο. Σε κερνάει τούτο το βιβλίο ευρυμάθεια και ευγλωττία. Αλλά. Αλλά. Και πάλι αλλά. Αλλά: το εγχείρημα είναι παιδί των καιρών μας, είναι ένα ευπρεπώς ενδεδυμένο σκλαβάκι του politically correct, είναι το φρεσκολουσμένο και παρφουμαρισμένο μπασταρδάκι ενός κουστουμαρισμένου και γραβατωμένου αυτοσαρκασμού και μιας αποτριχωμένης ειρωνείας, είναι το φαινομενικά ανεπίληπτο κατασκεύασμα ενός ανθρώπου υπέρμετρα καπάτσου για να μπορεί να αφεθεί στην ιλύ της ύλης, στη λάσπη των γεγονότων, στον λερό και άγριο και επικίνδυνο παφλασμό της αληθινής αλήθειας, της αληθινής ζωής.

Δεν φταίει ο συγγραφέας. Φταίει η εποχή μας. «Η καθαριότητά τους μου βρομάει», έλεγε προ εικοσαετίας ένας φίλος ποιητής, σχολιάζοντας το σπίτι ενός ζεύγους που μας είχε καλέσει να δειπνήσουμε. Η υπερβολικά απαστράπτουσα πρόζα του Βίλα-Μάτας δεν έχει καμία σχέση με τον στιβαρό λόγο του Πάπα Χέμινγουεϊ που ήταν πλασμένος από δάκρυα γοερά, από γέλια ομηρικά, από ξενύχτια θρυλικά, από αναβάσεις και κατρακύλες, από αμέτρητα ουίσκι και από σκληρές αποφάσεις, από τις κροκάλες αλλά και τα σμαράγδια της αληθινής ζωής. Αν θες να γράψεις, ζήσε πρώτα. Ειδάλλως δεν θα καταλάβεις γιατί τόσο εφήμερη ήταν η επιμελώς επιμελημένη επιτυχία σου, μια επιτυχία που δεν έγινε δόξα ποτέ~ δεν θα καταλάβεις γιατί κάποια βιβλία άλλων χαράσσονται για πάντα σε μυαλά και καρδιές απείθαρχων ανθρώπων ενώ τα δικά σου ξεχνιούνται τρία μισάωρα μετά την ανάγνωσή τους. Ζούμε σε καιρούς παρακμής της παρωδίας, κι είναι συνεπώς καλό να επανέλθουμε στο θάλπος και την ταραχή, στη βουή και την αντάρα, στα ουρλιαχτά και στους ψιθύρους των γνησίων, των γενναίων, αυτών που, καθώς έλεγε κι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, το πάλεψαν γερά. Ας ανοίγουμε πάραυτα την θύρα όταν στέργει να την κουρταλεί ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπακούνιν, ο Σελίν, ο Χέμινγουεϊ, ο Κέρουακ, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, ο Μέιλερ, ο Λάγιος.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

ΠΑΡΙΣΙ




Σημειώσεις στη Σκιά ενός Ταξιδιού


Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2004

Διαλέγεις τους προγόνους σου, και σ’ αρέσει να ζεις όπως έζησαν αυτοί. Πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια πριν, οι δύο φίλοι που έμελλε να αναστατώσουν τόσο τον 19ο όσο και μέρος του 20ού αιώνα, νεαροί τότε, μπόρεσαν να γράψουν ότι οι άνθρωποι είναι όπως εκδηλώνουν τη ζωή τους, ότι αυτό που είναι οι άνθρωποι συμπίπτει με την παραγωγή τους, τόσο με αυτό που παράγουν όσο και με τον τρόπο με τον οποίο το παράγουν. Ο Τάσος Δενέγρης το διατύπωσε, σε ένα μικρό πυκνό ποίημά του έτσι: «Έχω την ελευθερία της πτώσεως/ Αυτή η πτώσις/ Είναι δική μου/ Και μου ανήκει». Ευφρόσυνα μεθυσμένος, ηδύτατα και πάλι ξεμυαλισμένος, επιρρεπής στο να είμαι αμέριμνα ευτυχισμένος, αντιστρέφω τον τίτλο του ποιήματος που μας δώρισε ο Δενέγρης («Η Γλυκύτης του Μηδενισμού»), τον κάνω: «Ο Μηδενισμός της Γλυκύτητος», και το μεταγράφω ως εξής: «Έχω την ελευθερία της πτήσεως/ Αυτή η πτήσις/ Είναι δική μου/ Και μου ανήκει». Και πράγματι ίπταμαι, ξανά, προς την πόλη που όσο κι αν την έχουν εσκεμμένα καταστρέψει, για να της στερήσουν την ιστορία της, τις στρατιές της νύχτας, τους τροβαδούρους, τους ποιητές, τις κοπέλες με το αγέρωχο βλέμμα και το θλιμμένο χαμόγελο, δεν παύει να είναι όμορφη και να σε καλεί να προστατέψεις την ομορφιά της με την ομορφιά των πράξεών σου – προς το Παρίσι.
Η πτήσις: ωραία σαν το τρέμουλο στα χέρια του αλκοολικού (Isidore Ducasse): στο walkman εναλλάξ ο Dylan και ο Bach, το Blood on the Tracks και η Λειτουργία σε σι, ξανά και ξανά~ στο φλασκί Sheffield, το φτηνό αλλά τόσο αγαπημένο ουίσκι που έχω προτιμήσει τους τελευταίους είκοσι μήνες, ενώ το βλέμμα μου επισκέπτεται για πολλοστή φορά το φύλλο-και-φτερό αντίτυπο της Αέναης Γιορτής του Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, το γεμάτο υπογραμμίσεις, σημειώσεις, μισοαρχινισμένα ποιήματα, σχέδια για μελλοντικά βιβλία, τηλέφωνα, διευθύνσεις. Αν επιτρεπόταν και το κάπνισμα θα ήμουν πλήρης εντέλει.
Το διαμέρισμα της Σ. κομψό, pop-art, άνετο, ζεστό. Το ψυγείο, το περίμενα άλλωστε, σχεδόν άδειο. Στα ντουλαπάκια της κουζίνας, μονάχα κρακεράκια, διάφορα τσάγια, και διάφορα απροσδιόριστα, και παντελώς άγνωστα σ’ εμένα, προϊόντα διαίτης. Χαμογελάω και βάζω ν’ ακούσω το Common One του Van Morrison (“Take a walk with me/ And I will show you! It ain’t why, why, why/ It just is”), κάνω ένα παρατεταμένο ντους, φοράω το famous blue raincoat και βγαίνω στους δρόμους. Κινούμαι, με τα πόδια πάντα, βορειοανατολικά. Από την Place d’Italie φτάνω στην St. Michel, στο ύψος των Κήπων του Λουξεμβούργου, την ανηφορίζω προς τον Σηκουάνα και τον λαβύρινθο που μου αρμόζει, τον λαβύρινθο όπου πάντα θα με φέρνουν τα διαβάσματα της εφηβείας μου, τον λαβύρινθο όπου πάντα θα επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί μέσα σ’ ένα νεφέλωμα αναμνήσεων, σελίδων, μελωδιών, για να ξαναβρεθεί, εμπλουτισμένος με μιαν ακόμα περιπλάνηση όχι τόσο στον χώρο όσο στον χρόνο, μια περιπλάνηση που καλεί το Τότε να σμίξει με το Νυν, που ελκύει τα δευτερόλεπτα του χτες να συναντήσουν τα δευτερόλεπτα του σήμερα, που ξετυλίγει τους συνειρμούς, τους περιπλέκει, τους αναδιευθετεί, τους πυρώνει και τους μελοποιεί, έτσι ώστε να με οδηγήσουν σε αποφάσεις που θα πρέπει κατόπιν να ακολουθήσω με έλλογο πάθος και παθιασμένη λογική, προκειμένου να παραμείνω αυτός που είμαι, ένας ταπεινός και αφανής και αθόρυβος στενογράφος του χαρτογραφημένου χάους του χρόνου, ένας από τους happy few που διαρκώς μετατρέπουν την ιστορία σε τέχνη και την τέχνη σε ιστορία, ένας αμετανόητος χθόνιος, και συνάμα ένα σύννεφο με παντελόνια.
Επιστρέφω στο διαμέρισμα, και πάλι με τα πόδια, αργά το βράδυ, γεμίζω το ποτήρι μου και γράφω ένα μικρό σημείωμα για το Παρίσι που με συγκινεί και με ενδιαφέρει, που παραμένει αγέραστο εντός μου όσο κι αν ολόγυρα αλλάζει, αλλοιώνεται, αλλοφρονεί. Το Παρίσι του Ιζιντόρ Ντυκάς, του Αρθούρου Ρεμπώ και του Καρόλου Μπωντλαίρ, αλλά και του Ροβεσπιέρου, του Ανάχαρσις Κλουτς και του Σαιν-Ζυστ~ το Παρίσι του Αντρέ Μπρετόν και της Νατζά, του Γκυ Ντεμπόρ και των νεαρών λετριστών, αλλά και το Παρίσι της Αέναης Γιορτής του Χέμινγουεϊ, του Τροπικού του Καρκίνου του Χένρυ Μίλερ – αυτό είναι το Παρίσι που με γοητεύει, που με κάνει να εμμένω πως ο έρως ακαριαίος είναι και αιώνιος, πως «εκεί που σταματάς μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή», πως ο ρεαλισμός του ονείρου, το ντοκιμαντέρ της σαρκικής λαχτάρας και ένα traveling στις εφήμερες ιδέες μιας εποχής και μιας γενιάς είναι ίσως ό,τι καθόρισε μια για πάντα την σύντομη ζωή μου. Αυτό είναι το Παρίσι που φέρω, το Παρίσι που μου επιτρέπει να ζω στην Αθήνα, το Παρίσι που χαρτογραφώ σε σύντομα, μα παθιασμένα κείμενα, το Παρίσι όπου πάντοτε τα οδοφράγματα έμοιαζαν με κήπους.

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2004

Δέκα χρόνια από την υπέρβαση του θανάτου με μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ντεμπόρ: η μεγίστη κατάφαση στη ζωή, η απόλυτη ποίηση καμωμένη από ψηφίδες ψηφίδων, πυξίδα και εξάντας σε μια περίτεχνη περιπλάνηση, η πυκνή περίληψη όλων των περιπετειών που έμελλε να στοιχειώσουν το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα.
Με τα πόδια, και πάλι, κατευθύνομαι προς το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, στην Pointe du Vert-Galant, στις πλατύφυλλες καστανιές και σ’ εκείνο το παγκάκι που σημάδεψε κάποτε μιαν ολόκληρη περίοδο της ζωής μου. Σταματώ στο Irish Pub για μερικές προκαταρκτικές Guinness (ω, είναι ωραίες οι μαύρες μπίρες το χειμώνα στο Παρίσι!). Απέναντί μου κάθεται ένας ογδοντάρης, μοιάζει με τον Τζορτζ Γουίτμαν του θρυλικού βιβλιοπωλείου Shakespeare & Company, τον ρωτώ αν είναι όντως ο Τζορτζ, μου απαντάει, «Όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα», και αφήνει ένα ολόδροσο γάργαρο γέλιο να ξεχυθεί από μέσα του. (Την επόμενη μέρα, πάλι στο Irish Pub, ενώ πίνω και συζητάω με μια φίλη μου, μπαίνει ο ίδιος ογδοντάρης, κάθεται στο ίδιο τραπέζι, μαζί με μια ομάδα ποιητών. Βρίσκονται στο Παρίσι για ένα φεστιβάλ τζαζ και ποίησης – έχω στήσει αυτί, και έχω ήδη διηγηθεί στη φίλη μου την μικρή μου ιστορία με τον «σωσία» του Γουίτμαν. Ο «σωσίας», ύστερα από μερικές μπίρες, διηγείται και αυτός την μικρή ιστορία στους φίλους του, μην έχοντάς με αναγνωρίσει. Με κολακεύει το ότι στη διήγησή του με περιγράφει ως «νεαρό»).
Μετά το Irish Pub, και μια γόνιμη, καίτοι κατά τι μελαγχολική συζήτηση με τη Ρ. (πάντα, το πρόβλημα της μοναξιάς ύστερα από μια δεκαετή συμβίωση, ένα πρόβλημα που η γενιά της Ρ. δεν κατάφερε ποτέ να αντιμετωπίσει με την αρμόζουσα ποιητική σκληρότητα, με την σκληρή ποιητική των αλλεπάλληλων ρήξεων, ώστε οι σχέσεις να είναι περιπέτειες και όχι προσκοπισμός), επιχειρώ μια μικρή περιπλάνηση στην Αριστερή Όχθη, ακολουθώντας κατευθύνσεις που μου επιβάλλουν η αμεριμνησία, η ενδιαφέρουσα όψη του ενός ή του άλλου διαβάτη, κάποια παμπάλαια ανάμνηση που δε λέει να γεράσει και να μαραθεί, ή ακόμα και οι προθήκες ορισμένων βιβλιοπωλείων. Φτάνω στο όμορφο σοκάκι Gît-le-Coeur, όπου βρισκόταν κάποτε το επίσης θρυλικό Beat Hotel της Madame Rachou – στρατηγείο, ανάμεσα στα 1957 και 1963, των περιπλανώμενων Μπάροουζ, Κόρσο και Γκίνσμπεργκ, θέμα βιβλίου, σήμερα, που υπογράφει ο «πολύς» Barry Miles. Απέναντι από το σημείο όπου υπήρχε το Beat Hotel, δεσπόζει το βιβλιοπωλείο Un Regard Moderne, γεμάτο κόμικς, έργα της Γενιάς Μπητ, του Μπουκόφσκι, της Internationale Situationniste, μια όαση σαράντα τετραγωνικών μέτρων, όπως και λίγο πιο πέρα, στη Saint-Honoré, το Parallèles – για κάποιο λόγο οι συμπαθέστατοι ιδιοκτήτες αμφότερων των βιβλιοπωλείων συμπαθούν τα συμπαθητικά σπαστά γαλλικά μου, ίσως και το εσκεμμένα άδολο αλλά σταθερό γαλάζιο βλέμμα μου, και μου προσφέρουν μικρά δώρα, potlatch, μεγάλης συναισθηματικής αξίας.
Μετατοπίζομαι νοτιότερα, μέσα πάντα στον ίδιο λαβύρινθο, κάθομαι στο Mabillon, πάλαι ποτέ σημείο συνάντησης των λετριστών, παραγγέλνω Chablis, ανοίγω το μαύρο δερμάτινο σημειωματάριό μου και, περιμένοντας την φίλη μου, την Κ., καταγράφω τα βιβλία που προμηθεύτηκα, κάποιες σκέψεις για τα σχέδια του χειμώνα (κάποιες «εκκαθαρίσεις» στον κύκλο των φιλικών προσώπων – εγκαταλείπω μονάχα όποιον έχει ήδη εγκαταλείψει τον καλύτερό του εαυτό – η ολοκλήρωση ενός βιβλίου – δεν καταδέχομαι να γράψω ό,τι δεν έχω ζήσει – η έκδοση των [Δε]κάτων με τον Ντ. – ένα περιοδικό μπορεί να είναι ο σπασμένος καθρέφτης μιας κατακερματισμένης εποχής, να είναι το soundtrack των διακυμάνσεων της διάθεσής μας, να είναι το ωραίο πέρασμα από τα πάθη της μέθης στην μέθη των παθών). Φτάνει η Κ., συζητάμε για τη φιλία, τη ζωγραφική, την ποίηση, την επικείμενη και ίσως οριστική κάθοδό της στην Αθήνα, ενώ πίνουμε αλλεπάλληλα Chablis.
Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, τιμώ μόνος μου τα δέκα χρόνια από την υπέρβαση του θανάτου με μια σφαίρα στην καρδιά, την ύστατη μεγαλειώδη χειρονομία κατάφασης στο πάθος της ζωής, το έσχατο γενναιόδωρο potlatch του Ντεμπόρ, καθισμένος στο ίδιο παγκάκι, όπου πριν από περίπου δύο χρόνια, ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο, είχα μπορέσει, χαϊδεύοντας, επί είκοσι λεπτά που ήσαν είκοσι αιωνιότητες, τα μαλλιά μιας ωραίας κοιμωμένης, να εφεύρω εκ νέου το νόημα της άδολης αγάπης, και, με εφαλτήριο αυτή την αλησμόνητη έκλαμψη, να θεμελιώσω, και πάλι, τη ζωή μου στο σχεδόν τίποτε και να συντονίσω, και πάλι, τα επόμενα χρόνια μου ακολουθώντας πιστά τον ρομαντικό κυνισμό του μίνιμουμ προγράμματος μιας άλλης γενιάς που έζησε, αγάπησε, δημιούργησε και έλαμψε κάτω από τον έναστρο ουρανό που εξακολουθεί να μας συναρπάζει: Toujours nous irons plus loin sans avancer jamais.
Περνάω τη νύχτα της επετείου στο παγκάκι, τυλιγμένος στο famous blue raincoat, καπνίζοντας και πίνοντας ιρλανδέζικο από το φλασκί μου. Λίγα μέτρα πιο κει, κάποιος παίζει έναν μελαγχολικό σκοπό στην κιθάρα, σκιές σαλεύουν κάτω από τις καστανιές, ο Σηκουάνας φιλοξενεί τις στάχτες του Ντεμπόρ, κάποιος ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά μια γυναίκα με μάτια βελούδινα και μεταξένια χείλη, η Προσδοκία χορεύει σιγοψιθυρίζοντας λόγια λυτρωτικής λαγνείας στην αγκαλιά του Θάρρους, οι οδοκαθαριστές θ’ αρχίσουν όπου να ’ναι να μαζεύουν τις άδειες μποτίλιες και τα μαραμένα άνθη, ενώ η ζωή, σκιρτώντας σωτήρια, θα γίνει πια μια παρατεταμένη, ατέρμονη, σκληρή αναμονή, φωτισμένη από αλλεπάλληλα πλούσια γεγονότα, θα γίνει πια μια διακαής διηνεκής διαλεκτική των δακρύων της νύχτας και των χαμόγελων της ημέρας.