Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, 27 Μαΐου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Στο θέμα, το οποίο είναι κρίσιμο, θα επανέλθω. «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια», μπόρεσε να πει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. «We shall all dance, we shall all die», συνόψισε ο Vladimir Nabokov.


Βουρ στον Πατσά!!!, ή ο ΕΦΕΤ στο Εφετείο

1.
Ανάμεσα στα 1960 και στα 1980 συντελέστηκε ένα αντιποιοτικό, και αντιποιητικό θέλω να λέω, άλμα στις διατροφικές μας συνήθειες. Ξεκίνησε το κακό από τη Βόρεια Ευρώπη, επικράτησε στη Γαλλία της δεκαετίας του 1970, και εξαπλώθηκε και στη μεσογειακή Ευρώπη, με καθυστέρηση δέκα χρόνων. Τα μολυσμένα τρόφιμα, και ποτά, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Το σκάνδαλο δεν έγκειται μονάχα στο πώς παραμένουν ανεξέλεγκτοι, και βεβαίως ατιμώρητοι, αυτοί που μολύνουν τα πάντα, αλλά στο πώς αντιδρά, ή μάλλον ΔΕΝ αντιδρά, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Απ’ ό,τι είναι πλέον γνωστό τοις πάσι, μονάχα μια ισχνή αριθμητικά ελίτ ξέρει ακόμη να τρώει και να πίνει. Και δεν αποτελείται απαραιτήτως από ευπόρους. Απεναντίας, οι περισσότεροι εύποροι, ήτοι οι πλωτάρχες του ταχύπλοου νεοπλουτισμού, δεν ξέρουν να φάνε και να πιούνε, όπως άλλωστε δεν ξέρουν να διαβάσουν, να μιλήσουν, να αγαπήσουν, να ερωτευτούν. Κάνουν σαν να τρώνε, σαν να πίνουν, σαν να διαβάζουν, σαν να μιλάνε, σαν να αγαπάνε, σαν να ερωτεύονται. Δικαιώνεται πανηγυρικά εκείνος ο κακόφημος Βέλγος στοχαστής και επαναστάτης που διατεινόταν, λίγους μήνες πριν από τον Μάη του 68, ότι οι πλούσιοι πλέον δεν είναι παρά φτωχοί με πολλά λεφτά. Έτσι λοιπόν, και σύμφωνα με προσωπικές πολύχρονες εμπειρικές έρευνες, διαπίστωσα ότι πολλοί άφραγκοι είναι πλούσιοι σε χρόνο, γούστο, ποιότητα, ευαισθησία, ηδονές. Όπως έγραφε ο Θερβάντες: «Κάτω από ένα άθλιο πανωφόρι, μπορεί να κρύβεται ένας εξαιρετικός πότης».

2.
Στην τρέχουσα γλώσσα των ΜΜΕ, οι πολίτες έχουν υποβιβαστεί σε καταναλωτές, αφού προηγουμένως είχαν εκπέσει σε ψηφοφόρους. Μοιάζουν ανήμποροι να αποφασίσουν για το παραμικρό. Είναι, θαρρείς, εγκλωβισμένοι σε ένα δίκτυο, δίχτυ να πω, εκατοντάδων ψευτοεπιλογών που είναι όλες ανούσιες. Και είναι μόνοι, αν και τάχατες κοινωνικοί~ βουβοί, αν και τάχατες λαλίστατοι~ άρρωστοι, αν και τάχατες υγιείς θαμώνες των γυμναστηρίων. Τρώνε ό,τι τους φέρνει το «παπάκι» από το λεγόμενο ταχυφαγείο της γειτονιάς, πίνουν ορυκτέλαιο και μεθανόλη με εσάνς οίνου ή ουίσκι. Έχουν χάσει την αίσθηση της γεύσης, της όσφρησης, της αφής, και έχουν απομείνει με μια κουτσουρεμένη όραση και μια βουλωμένη ακοή, ίσα για να βλέπουν επί ώρες τηλεόραση.

3.
Αφού καταργήθηκε η συνεστίαση, το συμπόσιο, η συντροφικότητα, η συνύπαρξη, η συνεύρεση, ναι, η συνουσία, τι νόημα έχει να δαπανώνται ώρες ολόκληρες στην μπελαλίδικη τέχνη του μαγειρέματος; Γιατί, τι νόημα έχει η κατ’ ουσίαν μη-σύζυγος και μη-μάνα, ή ο κατ’ ουσίαν μη-σύζυγος και μη-πατέρας (κάποτε οι άντρες μαγείρευαν θαυμάσια, θυμάστε!) να κάτσει να προετοιμάσει με τις ώρες ένα εξαίσιο δείπνο όταν δεν πρόκειται να το απολαύσουν στο τραπέζι με τους κατ’ ουσίαν μη-γιους και μη-θυγατέρες συζητώντας και απλώνοντας μια θαλπερή ατμόσφαιρα; Εξάλλου, ακόμα κι όταν προσκαλούνται κάποιοι κατ’ ουσίαν μη-φίλοι για κατ’ ουσίαν μη-παρέα, το ντελίβερι είναι πια η αρμόζουσα λύση, και ουδείς παραπονείται.

4.
Όταν, στις παραμονές της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης του 1789, κάποιοι πονηροί επιχείρησαν να αλλοιώσουν το ψωμί, ξεσηκώθηκαν πλήθη μες στη νύχτα, και με το πρώτο φως μπορούσε κανείς να δει δεκάδες πονηρούς κρεμασμένους από τους φανοστάτες. Εκείνους τους καιρούς, δεν τολμούσες να προσβάλλεις βάναυσα το γούστο του λαού δίχως να κινδυνεύεις να τιμωρηθείς. Εκείνους τους καιρούς, οι άνθρωποι συζητούσαν ακόμη για τα ουσιώδη, και η ιστορία, όταν ξέρουμε να τη διαβάζουμε, διδάσκει πως όταν οι άνθρωποι συζητούν για τα ουσιώδη περνάνε εύκολα στην πράξη.

5.
Από την πρώτη μου νιότη λάτρεψα, και εξακολουθώ να λατρεύω, την εξής φράση: «Το σημαντικότερο ίσως μέρος των ανθρώπινων ενεργειών διαδραματίστηκε πάντα γύρω από τραπέζια από τότε που εφευρέθηκε αυτό το εργαλείο, αν αναγνωρίσουμε ότι το κρεβάτι αξίζει να τεθεί εκτός συναγωνισμού». Αφ’ ης στιγμής, επιτρέψαμε στους όποιους κρατούντες να μας οδηγήσουν στο να μην απολαμβάνουμε ΤΙΠΟΤΑ στο τραπέζι μας και στο κρεβάτι μας, μπορούμε να πούμε ότι η κοινωνία μας αντικρίζει, μάλλον μαρμαρωμένη, έναν απερίγραπτο όλεθρο. Αλλά, όσο κι αν βλέπουμε να σβήνει ο Έρωτας, να αφανίζεται το Φαγητό, και να καρατομούνται η Λογική και η Ευαισθησία, η Ελπίδα πεθαίνει τελευταία.


Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

ΤΖΟΝΙ ΜΙΤΣΕΛ


Joni

Πέρασε από τα δροσερά μονοπάτια της φολκ και της ποπ στους λαβυρίνθους της τζαζ, αποσπώντας μάλιστα τον θαυμασμό του βαρέων βαρών ιδιοφυούς Τσαρλς Μίνγκους. Έχει χαρακτηριστεί η σημαντικότερη γυναίκα τροβαδούρος-τραγουδοποιός όλων των εποχών, και το τελειοθηρικό ταλέντο της την έχει οδηγήσει στο να ισοφαρίζει, θα λέγαμε, το ρεκόρ του Βαν «του Τρομερού» Μόρισον, ήγουν το να μην έχει κάνει ούτε έναν κακό ή έστω μέτριο μουσικό έργο. Ο τρόπος με τον οποίο παίζει κιθάρα θεωρείται μοναδικός, έχει γίνει πηγή έμπνευσης βιρτουόζων της κιθάρας όπως ο Τζίμι Πέιτζ των Led Zeppelin. Η φωνή της και η μουσική της έχουν επηρεάσει γενιές ολόκληρες των πιο ετερόκλητων ερμηνευτών και συνθετών, όπως η Ανν Λίνοξ και ο Πρινς, η Κασάνδρα Γουίλσον και η Νταϊάνα Κραλ, η Μαντόνα και η Τόρι Έϊμος. Καίτοι δεν είχε συμμετάσχει στην περίφημη γιορτή της μουσικής και της αγάπης, στο φεστιβάλ του Γούντστοκ, έγραψε τον αθάνατο ύμνο εκείνων των τριών ημερών άκρατου ξεφαντώμαντος. Πέρασε από την αγκαλιά μορφών όπως ο Νιλ Γιανγκ, ο Σαμ Σέπαρντ, και ο Γουόρεν Μπίτι, φροντίζοντας πάντως να μην προκαλέσει σάλο, ταραχή ή σκάνδαλο με τον τρόπο ζωής της, αν εξαιρέσουμε δύο περίεργα μπερδέματα που άλλωστε ήρθαν στο φως της δημοσιότητας δεκαετίες αργότερα. Φέτος έχει διπλά γενέθλια, που θα πρέπει να τα γιορτάζει με ένα πλατύ χαμόγελο των πάντα ιδιαίτερα πλούσιων χειλιών της, μιας και συμπίπτουν με την επίσης διπλή, και ήδη εγκωμιασμένη, επάνοδό της στη δισκογραφία. Κλείνει τα 65 της χρόνια στη ζωή και τα 40 στη μουσική βιομηχανία. Δύο έργα, το ολοδικό της «Shine» και το «River: The Joni Letters», με δικές της συνθέσεις δουλεμένες από το ιερό τέρας της τζαζ, τον Χέρμπι Χάνκοκ, εμφανίστηκαν πριν από μερικούς μήνες και κατέκτησαν ένα απαιτητικό, αλλά και όχι αποκλειστικά κλειστό, κοινό, αποσπώντας μάλιστα και από ένα Βραβείο Γκράμι έκαστο. Νίκησε την πολιομυελίτιδα, κέρδισε την παρτίδα με τη φθορά, απέσπασε πληθώρα βραβείων, και η ίδια λέει λιτά για τον εαυτός της ότι είναι απλώς η φανατικότερη παλαιάς κοπής καπνίστρια, μιας και ομνύει στο τσιγάρο αδιαλείπτως από τα εννέα της (!) χρόνια, καθώς επίσης και ότι κατ’ ουσίαν είναι μία εικαστικός που οι συνθήκες την έκαναν να εκτροχιαστεί προς τη μουσική. Ακούει στο όνομα Τζόνι Μίτσελ και είναι μια σπουδαία γυναίκα.
Γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1943, στο Φορτ Μακλίοντ, στην Αλμπέρτα του Καναδά. Το όνομα που της δόθηκε ήταν Ρομπέρτα Τζόαν Άντερσον. Ο πατέρα της, ο Μπιλ Άντερσον, ήταν εκείνη την εποχή αξιωματικός στη Βασιλική Αεροπορία του Καναδά, ενώ η μητέρα της, η Μιρτλ ΜακΚί, ήταν δασκάλα. Οι νότες, οι λέξεις, και τα χρώματα θα είναι οι πρώτες, και αείζωες, αγάπες της Ρομπέρτα Τζόαν. Θα αρχίσει να μαθαίνει πιάνο και γιουκαλίλι, θα τραγουδάει σε μια παιδική χορωδία, θα ζωγραφίζει. Στα εννιά έρχεται το μεγάλο χτύπημα της πολιομυελίτιδας, και συνάμα η μανιακή εξάρτηση από τον καπνό. Η αρρώστια μετατράπηκε αργότερα σε ένα είδος ευλογίας, μιας και σ’ αυτήν οφείλεται το μοναδικό της στυλ στην κιθάρα καθώς και τα εμπνευσμένα της κουρδίσματα. Όσο για το κάπνισμα, μάλλον της δωρίζει απλώς την αίσθηση της ευγενικής προσήλωσης σε ένα πάθος που μοιράζεται με τόσους ομότεχνούς της και με εκατομμύρια εκατομμυρίων άλλων.
Άρχισε να σπουδάζει στην Σχολή Καλών Τεχνών του Κάλγκαρι, πιστεύοντας ότι μπορεί να γίνει σημαντική ζωγράφος. Μάλιστα σε μια σπάνια κρίση αλαζονείας μπόρεσε να πει ότι το εικαστικό της έργο είναι ένα μυστήριο ραντεβού του Γκογκέν με τον Βαν Γκογκ. Εγκατέλειψε, ωστόσο, τις σπουδές της, τον Ιούνιο του 1964, και αποφάσισε να πάει στο Τορόντο και να γίνει τραγουδίστρια. Και έκανε καλά.
Άρχισε να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει σε μικρά φιλόξενα στέκια του Τορόντο, σε μουσικές σκηνές όπου δέσποζε η φολκ, και όπου σύχναζαν κάμποσοι νεαροί Αμερικανοί που είχαν καταφύγει εκεί για αποφύγουν τη στρατολόγηση και τον πόλεμο του Βιετνάμ. Το 1965, θα γνωρίσει τον τραγουδιστή της φολκ Τσακ Μίτσελ, θα παντρευτούν, και η Ρομπέρτα Τζόαν Άντερσον θα μετονομαστεί διά παντός σε Τζόνι Μίτσελ. Μερικές εβδομάδες πριν από το γάμο, είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι, την Κέλι Ντέιλ Άντερσον, το οποίο όμως έδωσε υιοθεσία, ένα γεγονός που έμεινε κρυφό σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, και αποκαλύφθηκε μόλις πριν από δέκα χρόνια, οπότε και η Μίτσελ επανασυνδέθηκε με τη θυγατέρα της, που στο μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Κίλοριν Γκιμπ, και έκανε έρευνες για να ανακαλύψει τη βιολογική της μητέρα, και με τον εγγονό της, τον Μάρλιν.
Η Τζόνι και ο Τσακ θα αναζητήσουν την τύχη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα εγκατασταθούν στη Νέα Υόρκη, θα σημειώσουν κάποια επιτυχία με τις κοινές εμφανίσεις τους, αλλά θα χωρίσουν από κλίνης και από μικροφώνου στα 1967. Η Τζόνι θα αναχωρήσει για το Λος Άντζελες, θα γράφει ανελλιπώς τραγούδια, θα σχετισθεί ερωτικά και επαγγελματικά με τον Ντέιβιντ Κρόσμπι των Crosby, Stills, Nash & Young, και θα θέσει τα θεμέλια για το ντεμπούτο της στη δισκογραφία, το «Song to a Seagull», το 1968. Αξίζει να σημειώσουμε ότι από την θρυλική τετράδα των CSN&Y, η σφύζουσα από θηλυκότητα Τζόνι συνήψε ερωτικές σχέσεις με τους Κρόσμπι, Γκράχαμ Νας, και Νιλ Γιανγκ, ενώ δεν παρέλειψε να συνεργαστεί με τον Στίβεν Στιλς, στο αριστούργημά της, το «Blue».
Θα ακολουθήσει, την επόμενη χρονιά, το λυρικό «Clouds», ένα έξοχο άλμπουμ με αθάνατα διαμάντια, όπως το «Tin Angel» και το «Both Sides, Now», για το οποίο θα τιμηθεί με το πρώτο από τα εννέα Γκράμι της σταδιοδρομίας της. Ήδη χαρακτηρίζεται «ποιήτρια της καθημερινότητας», ενώ οι δημοσιογράφοι μιλάνε για την ευδιάκριτη ευφυΐα της που «ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στους άντρες που έχουν βαρεθεί τόσο τα ανιαρά κουνελάκια όσο και τις ανένδοτες φεμινίστριες».
Θα ακολουθήσει το «Ladies of the Canyon», στα 1970, και, ένα χρόνο μετά, το κορυφαίο «Blue», με ενορχηστρώσεις που άφησαν εποχή. Τα τραγούδια της Μίτσελ γίνονται επιτυχίες στο ραδιόφωνο και τα άλμπουμ της, όπως το «For the Roses», του 1972, το «Court and Spark», του 1974, και το «The Hissing of Summer Lawns», του 1975, σκαρφαλώνουν ταχέως στα τσαρτ, με πωλήσεις που κυμαίνονται ανάμεσα στις 500.000 και το ένα εκατομμύριο κομμάτια. Παράλληλα, ζωγραφίζει όλο και πιο επίμονα, και ερωτεύεται όλο και πιο παθιασμένα, σχεδόν πάντα εξέχοντες συναδέλφους της, όπως ο Τζάκσον Μπράουν, και ο Τζέιμς Τέιλορ, αλλά και πολυσχιδείς προσωπικότητες όπως ο συγγραφέας, και τόσα άλλα, Σαμ Σέπαρντ, ή ο πολυπλόκαμος παραγωγός, και ιδρυτής της Asylum Records, Ντέιβιντ Γκέφεν. Μάλιστα, το περιοδικό Rolling Stone, κάπως αναιδώς, δημοσίευσε ένα ερωτικό-γενεαλογικό «δέντρο», με την Τζόνι και τους κατά καιρούς εραστές της, προκαλώντας βεβαίως την μήνιν της αοιδού.
Το 1975, η Τζόνι θα συμμετάσχει στην Rolling Thunder Revue, τη σειρά περιοδειών του Μπομπ Ντίλαν, παρέα με την Τζόαν Μπαέζ, κι εκεί θα σημειωθεί το δεύτερο μπέρδεμά της, που αποκαλύφθηκε κι αυτό πολλά χρόνια μετά, ήτοι η σφοδρή αντιπαλότητά της με την Μπαέζ, με την οποία λίγο έλειψε να ξεμαλλιαστούν. Και λίγο μετά, θα κάνει την εκθαμβωτική της εμφάνιση στο καλύτερο μουσικό φιλμ όλων των εποχών, το εξαίσιο «The Last Waltz» του Μάρτιν Σκορτσέζε, ανάμεσα στην απόλυτη dream team των Band, του Μάντι Γουότερς, τον Ντόκτορ Τζον, του Βαν Μόρισον, του Πολ Μπάτερφιλντ, του Νιλ Γιανγκ, του Έρικ Κλάπτον, και τόσων άλλων εκλεκτών!

Εντυπωσιάζει με το εμβληματικό άλμπουμ «Hejira», το 1976, και το 1979 έρχεται η σειρά του ρηξικέλευθου «Mingus», ενός φόρου τιμής στον μεγάλο Τσαρλς Μίνγκους, με συμμετοχές του ιδίου, του Χέρμπι Χάνκοκ στο ηλεκτρικό πιάνο, του επίσης θρυλικού Γουέιν Σόρτερ στο σοπράνο σαξόφωνο, και του Τζέικο Παστόριους στο μπάσο. Μαζί έρχονται κι άλλοι ερωτικοί δεσμοί, όπως με τον ντράμερ των LA Express, της πρωτοποριακής τζαζ μπάντας που συνόδευε την Τζόνι στις ζωντανές εμφανίσεις και στις περιοδείες της, και γάμοι, όπως με τον, κατά μία δεκαπενταετία νεότερό της, μπασίστα και παραγωγό Λάρι Κλάιν, με τον οποίον έμειναν μαζί από το 1982 έως το 1994.
Πιστή στην τελειομανία της, η Τζόνι Μίτσελ θα ερωτοτροπεί με την τζαζ και θα αντικαθιστά τη λυρική μελαγχολία της ποίησης και της μουσικής της με μια εστετίστικη ειρωνική αποστασιοποίηση, μια έρευνα των μυχίων της γυναικείας ψυχής, και ένα εντεινόμενο ενδιαφέρον για το περιβάλλον και την πολιτική. Έτσι μας προσφέρει το «Turbulent Indigo», με κομμάτια όπως το εκπληκτικά δυναμικό «Sex Kills», και σιγά-σιγά αποσύρεται από τη μουσική βιομηχανία, όχι δίχως να εκτοξεύσει μερικές δριμύτατες κριτικές στη μανία για εμπορευματοποίηση και στον εκπεσμό της ποιότητας. Καταπιάνεται μεθοδικά με τη ζωγραφική, εργάζεται ως σύμβουλος σε μπαλέτα, αρχίζει να γράφει την αυτοβιογραφία της που, καθώς λέει η ίδια, θα απλώνεται σε τέσσερις τόμους. Και μόλις πριν από μερικούς μήνες, μας προσφέρει τη διπλή έκπληξη: κυκλοφορεί το «Shine», ένα μπουκέτο από δέκα αμάραντα άνθη, όπως το «Bad Dreams», το «Night of the Iguana», εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του Τενεσί Ουίλιαμς, και η μελοποίηση του κλασικού ποιήματος «If» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ~ και ταυτόχρονα κυκλοφορεί το «River: The Joni Letters», ο φόρος τιμής του Χέρμπι Χάνκοκ στην Τζόνι Μίτσελ, με τις συμμετοχές του Γουέιν Σόρτερ, στο τενόρο και το σοπράνο σαξόφωνο, του Ντέιβ Χόλαντ στο μπάσο, και της ίδιας της Τζόνι, της Νόρα Τζόουνς, του Λέοναρντ Κοέν, της Τίνα Τέρνερ, στην ερμηνεία των κομματιών. Αμφότερα τα έργα τιμήθηκαν με Γκράμι, και μπήκαν στην καρδιά κάθε λάτρη της καλής μουσικής. Εύγε, Τζόνι Μίτσελ, και να ’σαι πάντα δημιουργική, είτε με τις νότες, είτε με τις λέξεις, είτε με τα χρώματα!




Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


Αύριο, Σάββατο 24 Μαΐου, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM, ο Μπαμπασάκης φιλοξενεί τον ποιητή Γιώργο Χρονά, με αφορμή την έκδοση των Ποιημάτων του, καθώς και την επιμέλειά του στο «Βιβλίο του Πόθου» του Leonard Cohen. Θα ταξιδέψουν στα πρώτα χρόνια της έκδοσης του περιοδικού «Οδός Πανός», θα συνομιλήσουν για το ραδιόφωνο, την ποίηση, τη μουσική, τη λογική και την ευαισθησία. «The Paris sky/ is blue and bright/ I want to fly/ with all my might// Her legs are long/ her heart is high/ The chains are strong/ but so am I».

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΚΑΠΝΟΣ


Το παρακάτω μεταδόθηκε χθες, 19 Μαΐου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Το θέμα είναι μείζον, πιο μείζον από όσο φαίνεται, και η υποκρισία των κρατούντων πιο δόλια και βάναυση απ’ όσο φανταζόμαστε. Ιδίως την στιγμή που δηλητηριάζονται παιδιά από την εσκεμμένη νόθευση βασικών ειδών εστίασης. Το αντιμετωπίζω εδώ όχι δίχως κάποιο χιούμορ, αλλά θα επανέλθω.


Smoke gets in Your Eyes

Άρχισα να καπνίζω στα δεκατέσσερά μου, γιατί όσοι αγαπούσα τότε (και εξακολουθώ, ύστερα από τρεις και μισή δεκαετίες να αγαπώ με ευφρόσυνο πείσμα) κάπνιζαν, κάπνιζαν, κάπνιζαν. Ήταν ο Μπομπ Ντίλαν και ο Λέοναρντ Κοέν, ήταν ο Ζακ Πρεβέρ και ο Μάνος Χατζιδάκις, ήταν ο Νόρμαν Μέιλερ και ο Χένρι Μίλερ. Ήθελα κι εγώ να είμαι σαν αυτούς, και άρχισα το κάπνισμα. Το οποίο κάπνισμα είναι σαν την Ποίηση, ένα «οξυγόνο αντιδιαστολής», όπως έλεγε κι ο μακαρίτης φίλος μου, ο Νίκος Καρούζος. Είναι το κάπνισμα μία κόντρα με το θάνατο μέσω του ιδίου του θανάτου. Φυσικά, βλάπτει σοβαρά την υγεία, χαίρω πολύ, μα ακριβώς γι’ αυτό καπνίζουμε, παίδες, γι’ αυτό ακριβώς: για να φέρουμε το θάνατο στα δικά μας μετερίζια, και όχι στα δικά του, για να κάνουμε εμείς το κουμάντο μας, για να του τη φέρουμε του θανάτου.
Καπνίζω, και θα συνεχίσω να καπνίζω, για να παραμείνω νέος, χλομός, με γαλάζιες φλέβες, διάφανος, και όσο μπορώ ωραίος. Η φθορά είναι πολύ ανθρώπινη, παίδες, και η ανθρωπινότητά μας είναι η φθορά, μην ανησυχείτε. Καπνίζω εξάλλου για λόγους ανθρωπιστικούς, αμέ, καπνίζω γιατί όπως έλεγε κι ο Ερίκ Σατί, καπνίστε γιατί αν δεν καπνίζετε εσείς κάποιος άλλος καπνίζει στη θέση σας!
Η φιλόσοφος Ανί Λεκλέρ, η σύντροφος του δικού μας Νίκου Πουλαντζά, μας πρόσφερε ένα θαυμάσιο βιβλίο-εγκώμιο του καπνίσματος με τον εύγλωττο τίτλο «Πυρογραφίες». Γράφει εκεί: «Αλλόκοτο παράδοξο το τσιγάρο: θέλει να μιλήσει, σιωπώντας~ να φανερώσει, αποκρύβοντας~ να ζωντανέψει, σκοτώνοντας, αναλίσκοντας».
Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ πάλι διατεινόταν: «Δεν θέλω να δουλεύω, θέλω να καπνίζω».
Όχι και τόσο αινιγματικός όσο φαίνεται, ο leader του υπερρεαλιστικού κινήματος, ο Ανδρέας Μπρετόν, διαβεβαίωνε: «Σας ορκίζομαι, είμαι αθώος. Συγχέετε την κόρη του ματιού μου με την φωτιά του τσιγάρου».
Είχα την ευχάριστη τιμή να μεταφράσω το βιβλίο «Τα Τσιγάρα είναι Θεσπέσια», του Ρίτσαρντ Κλάιν, πάνε δεκατρία χρόνια τώρα, για λογαριασμό των εκδόσεων Οξύ. Το πρωτοσέλιδο του «Βήματος» εχθές (18 Μαΐου 2008), μ’ έκανε να σπεύσω να βρω το εν λόγω βιβλίο και να το διατρέξω εκ νέου. Συχνά-πυκνά, λοιπόν, θα θυμάμαι και θα σας κοινοποιώ από τούτο εδώ το ραδιοφωνικό βήμα, κάποιες θαυμάσιες στιγμές της υπέρ του σιγαρέττου επιχειρηματολογίας του Ρίτσαρντ Κλάιν.
Ας κλείσω με δυο λόγια αλιευμένα από την Ιστορία των Επαναστάσεων και με τον σχολιασμό τους: «Ο ποιητής Σαρλ Μπωντλαίρ αναφέρει ότι τις μέρες του Ιούνη του 1848 έβλεπε τους επαναστάτες (και ενδέχεται να ήταν ένας από αυτούς) να τριγυρνάνε με ντουφέκια στους δρόμους του Παρισιού και να πυροβολούν όλα τα ρολόγια. Το κάπνισμα των τσιγάρων είναι μονίμως συνδεδεμένο με την ιδέα της αναστολής παρέλευσης του κανονικού χρόνου και της θέσπισης κάποιας άλλης ιδέας του χρόνου, ενός χρόνου σε συνθήκες φιλήδονης και απολαυσιακής αμεριμνησίας και παραίτησης, προς τις οποίες (συνθήκες) μια ποιητική ευαισθησία νιώθει ακαταμάχητη έλξη».

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

ΑΥΡΙΟ


Αύριο, 20 Μαΐου, το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, παρουσιάζει ένα ολοήμερο, πολύωρο, πολύπτυχο αφιέρωμα στον Μάη του 68. Συζητήσεις και παρεμβάσεις, μουσικές από κείνες τις καυτές ημέρες, αλλά και μουσικές εμπνευσμένες από αυτές, τηλεφωνικές συνδέσεις, σχόλια και μια παρέλαση προσωπικοτήτων που είτε ήσαν παρόντες στα γεγονότα είτε έγραψαν γι’ αυτά. Η εκπομπή «Αφρός των Ημερών» του Μπαμπασάκη συμμετέχει στο αφιέρωμα από τις 12 το μεσημέρι έως τις 2: θα ακουστούν δύο σπάνια μουσικά έργα, που ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΧΤΕΙ ΠΟΤΕ ως τώρα από το ελληνικό ραδιόφωνο (ενδέχεται μάλιστα να μην έχουν ακουστεί, παρά σπανίως και σκόρπια και χωρίς να το αντιληφθούν πολύ, σε οποιοδήποτε άλλο ραδιόφωνο). Θα ακουστεί επίσης καλή jazz (η μουσική-σήμα κατατεθέν των εξεγερμένων Παριζιάνων). Τέλος, θα συνομιλήσω με τον Στέλιο Ελληνιάδη σχετικά με το νόημα του Μάη και τις επιπτώσεις του έκτοτε. Θυμίζω ότι ο Debord, στις αρχές τις δεκαετίας του 1990, συνόψισε εκείνη την εξέγερση κατακεραυνωτικά: «1968: Un comite’ situationniste usurpe deux jours la Sorbonne e y dement sept siècles de sottises».

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΣΥΝ ΝΤΥΛΑΝ



Το παρακάτω ακούστηκε χθες, 15 Μαΐου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Σήμερα, επέλεξα και διάβασα στο Κανάλι χαϊκού του Ματσούο Μπασό, μεταφρασμένα άριστα από τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα και συγκεντρωμένα σε έναν λίαν κομψό τόμο των εκδόσεων Ερατώ. Απόψε, γύρω στις εννέα το βράδυ, κάνουμε ωραία εκδήλωση για τον Bob Dylan στο Nosotros, στα Εξάρχεια, στη Σολωμού. Θα συμμετέχουν η ροκ μπάντα «Σπυριδούλα», κατά 99 % ο Δημήτρης Πουλικάκος, κι εγώ, στο ρόλο του σύντομου ομιλητή και του dj. Θα προβληθεί η ταινία «Bob Dylan, DON’T LOOK BACK» του D. A. Pennebaker (στην οποία εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, οι: Joan Baez, Alan Price, Allen Ginsberg, Donovan, Albert Grossman).


Για ένα ζήτημα που θεωρείται πολυτελείας,
μα είναι ζήτημα ουσιαστικής ουσίας


«Γιατί δεν συναντάμε παρά ολοένα και λιγότερο εκφραστικά πρόσωπα σήμερα;» ρωτάνε, όχι δίχως παράπονο, κάμποσες φίλες μου τα τελευταία χρόνια.
«Διότι», θα απαντούσα εάν ήμουν ο Νίκος Εγγονόπουλος, «πρέπει/ να έχει/ ο στραθιώτης/ το σκεπάρνι του/ το μικρό παιδί το/ βλέμμα του/ ο ποιητής/ το/ ροκάνι του».
Μα δεν είμαι ο Εγγονόπουλος. Οπότε, σκαρφίζομαι άλλες απαντήσεις, λιγότερο διασκεδαστικές, ίσως και ολίγον, ή και λίαν, μελαγχολικές. Σκαρφίζομαι απαντήσεις όπως, διότι η βιασύνη, η σπουδή του καθημερινώς ζην, δεν επιτρέπει στους περισσότερους να σκεφτούν τις καλές αλλά και τις κακές στιγμές, τα ξεφαντώματα αλλά και τις αναποδιές, κι έτσι να γίνουν εντονότερες οι ρυτίδες τόσο από τα γέλια και τις ευφρόσυνες αφροσύνες προερχόμενες, όσο και από τις λύπες και τα πένθη. Και τι είναι οι ρυτίδες αν όχι της εκφραστικότητας η χαρτογραφία;
Διότι, η συζήτηση έχει πεθάνει από καιρό στους περισσότερους κύκλους, άρα έχει ξεθυμάνει η ένταση, ιδίως η μυχία, της αντιπαράθεσης, κι έτσι ατονούν ή γίνονται μηχανιστικοί οι μορφασμοί που προσδίδουν σ’ ένα πρόσωπο την ιδιαίτερη, μοναδική εκφραστικότητά του.
Ίσως πάλι, η γοητεία να μην είναι πια αυτό που ήταν, ή να μην είναι πια, μιας και δεν την χρειάζεσαι για να συμπτύσσεις σχέσεις ερωτικές, φιλικές, συνεργασιακές, καθότι οι σχέσεις πια βασίζονται όχι στο δόσιμο και στο δέσιμο, αλλά σε μιαν αυτοματική χαλαρότητα, ακριβώς λόγω του γενικευμένου φόβου να δοθείς και να δεθείς. Όταν λοιπόν γίνεται περιττή η γοητεία, όπως άλλωστε έχει καταστεί περιττή η υψηλή τέχνη της ειρωνείας (προϋπόθεση της οποίας είναι η γερή γνώση των γεγονότων και των βιβλίων, όπου βιβλία ίσον η εκφραστική καταγραφή των γεγονότων), όταν λοιπόν εξορίζεται η γοητεία από την καθημερινότητα, τα πρόσωπα γίνονται μάσκες άκαμπτες, οι άνθρωποι γίνονται στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα.
Αλλά ας κλείσω αυτό το κάπως μελαγχολικό, για να μην πω δυσοίωνο, σχόλιο, με μια νότα αισιοδοξίας: λέγοντας, δηλαδή, ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που ακούνε Coltrane, που διαβάζουν Debord, και που λένε έστω και μικρά όχι στις συμβάσεις του καθημερινού βίου, τα πάντα παίζονται, το στοίχημα παραμένει ανοιχτό!


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ


Τσαρλς Μπουκόβσκι
Ο ποιητής με τις λέξεις του που πετούσαν σαν τρελαμένα πουλιά

Κι όμως εξακολουθούν να υπάρχουν κι άλλα πράγματα να γράψω μέχρι να με πετάξουν μες στο σκοτάδι… Αυτό είναι το καλό με τις λέξεις, συνεχίζουν να καλπάζουν, γυρεύουν πράγματα, σχηματίζουν προτάσεις, στήνουν χορό.
Μπουκόβσκι

Το πρόσωπό του ήταν ένα ζωντανό γλυπτό. Γεμάτο ουλές. Όπως και η ζωή του ήταν γεμάτη ουλές. Έπαιζε σαν μανιακός στον ιππόδρομο, αλλά αν πόνταρε κάπου τα πάντα ήταν στην αγάπη, στην κατανόηση, και στην ποίηση. Οι εξεγερμένοι νέοι της Αμερικής αλλά κυρίως της Ευρώπης τον αγάπησαν, τον αγκάλιασαν, τον αναγόρευσαν σε έναν από τους πιο θρυλικούς ήρωές τους. Ήταν ένας άδολος παρίας και έγραψε θαυμάσια ποιήματα και βραχνά πεζογραφήματα για τους άδολους παρίες. «Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την Κόλαση», έλεγε και αμέσως μετά κατέφευγε στην πρώτη πρόθυμη αγκαλιά. Του άρεσε να πίνει και να αλητεύει, αλλά του άρεσε εξίσου να συναρπάζεται από τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, και στους ρυθμούς των μεγάλων κλασικών, του Ντοστογιέφσκι και του Ντ. Χ. Λόρενς, του Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ και του Λουί Φερντινάν Σελίν, άγρια τα βράδια να χορεύει. Τον είπαν μισάνθρωπο, αλλά η αλήθεια είναι ότι πάντα βρισκόταν με φίλους, ότι πάντα χάριζε ένα πλατύ χαμόγελο σε όσους το αποζητούσαν, απλώς ήξερε να εκφράζει με εκπληκτική διαύγεια τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, τους ανήλιαγους χώρους της ανθρώπινης ψυχής. Τον έλεγαν Χένρι Τσαρλς Μπουκόβσκι. Πριν από δεκατέσσερα χρόνια, στις 9 Μαρτίου του 1994, άφησε για πάντα την αγαπημένη του Πόλη των Αγγέλων, το Λος Άντζελες που το τραγούδησε όσο ο Ζακ Πρεβέρ το Παρίσι, και πήγε να σμίξει με τους αγγέλους τ’ ουρανού που τόσο τους είχε ανάγκη όταν πάλευε με τις κακουχίες και με τα πλήκτρα της παλιάς μαύρης βαριάς του γραφομηχανής, μιας πάντα κλασικής Ρέμινγκτον.
Στην Ελλάδα, η ποίησή του γοητεύει έμπειρους και επιδέξιους μεταφραστές, που συμβαίνει να είναι και οι ίδιοι ποιητές και συγγραφείς. Και μάλιστα, καλοί: Τεό Ρόμβος, Γιώργος Μπλάνας, Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Πίναμε τις λέξεις του, πίνοντας αλλεπάλληλες μπίρες στον αλήστου μνήμης «Μπερντέ», ένα φιλόξενο στέκι, μαγειρείο και ποτάδικο, τίγκα στον καπνό και στις ωραίες φάτσες, όλοι μια παρέα, οχτάωρα και δεκάωρα, συζητώντας παθιασμένα, γράφοντας, τρώγοντας, καβγαδίζοντας, αρχές δεκαετίας του ογδόντα, διακηρύσσοντας με αγέρωχο θράσος ότι είμαστε παιδιά του Μπάροουζ και του Γκίνσμπεργκ, του Κέρουακ και του Χέμινγουεϊ, του Χάμετ και του Τσάντλερ, του Μπρετόν και του Ντεμπόρ, του Μπακούνιν και του Μπουκόβσκι!
Τα χρόνια κύλησαν. Οι αγάπες παρέμειναν. Τώρα, πάλι φουντώνει ο ενθουσιασμός για τον μεγάλο ποιητή της ζωής, για τον άντρα αυτό που έμεινε πιστός στις προσηλώσεις του παλεύοντας γερά με τις λέξεις και τα μυστικά τους, «γυμνάζοντας τη σκέψη σε απογύμνωση», καθώς έλεγε ο Νίκος Καρούζος, τολμώντας να κάνει πετυχημένα μουσική πανδαισία την τραχύτητα, καθάριο λόγο την υπαρξιακή αγωνία, «οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου» (ω, Ανδρέα Εμπειρίκο!). Η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, παρέλαβαν τη σκυτάλη και ανέλαβαν να μας δωρίσουν τις σελίδες του Μπουκόβσκι στα ελληνικά. Τον τελευταίο καιρό απολαμβάνουμε ένα Μπαράζ Μπουκόβσκι: κυκλοφόρησαν δύο ογκώδεις τόμοι, «Η Λάμψη της Αστραπής πίσω από το Βουνό» και «Να περιφέρεσαι στην τρέλα, αναζητώντας τη Λέξη, τον Στίχο, τη Ζωή» (από τη Σώτη Τριανταφύλλου και τις εκδόσεις Ηλέκτρα), ενώ αναμένεται ένας τρίτος σε μετάφραση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, μια ανθολογία με τίτλο «Ποιήματα» και τα ημερολόγιά του, ανάμεσα στα 1991 και 1993, με τον έξοχο τίτλο «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών» (από τον Γιάννη Λειβαδά και τις εκδόσεις Ηριδανός), αλλά και μία εκτενέστατη συνέντευξή του στην Φερνάντα Πιβάνο, με τον επίσης έξοχο τίτλο «Το μόνο που με νοιάζει είναι να ξύνομαι στη μασχάλη» (μετάφραση Λένα Ταχμαζίδου, εκδόσεις Απόπειρα). Ωραίο λεκτικό πανηγύρι, και πολύπτυχη ευκαιρία γνωριμίας του Μπουκόβσκι με μια νέα ανήσυχη γενιά!
Ο ποιητής, γεννημένος στις 16 Αυγούστου του 1920, στο Άντερναχ, βορείως της Φρανκφούρτης, ήταν γιος του Χένρι Μπουκόβσκι, ενός Αμερικανού λοχία πολωνικής καταγωγής, και της Κατερίνας Φεττ, μιας Γερμανίδας ράπτριας. Μεγάλωσε μες στη δυστυχία, τη βία, την απόσταση ανάμεσα στις φιλοδοξίες του πατέρα του και στην σκληρή πραγματικότητα. Στα δεκατρία του, γέμισε με δοθιήνες που πυορροούσαν. Κυκλοφορούσε με επιδέσμους στο πρόσωπο, θύμιζε τέρας από ταινίες τρόμου. Κλείστηκε στον εαυτό του και αναζήτησε παρηγοριά στο διάβασμα. Καταβρόχθισε με πάθος τους ρώσους κλασικούς, τον Τζον ντος Πάσος, τον Σίνκλαιρ Λιούις και άλλους ανατόμους της ανθρώπινης ψυχής. Οι λέξεις, για τον μικρό Τσαρλς, δεν ήσαν ανιαρές, ήσαν ζώντες οργανισμοί που μπορούσαν να ζωντανέψουν το μυαλό του, που όταν τις διάβαζες σ’ έκαναν να νιώσεις τη μαγεία τους, σ’ έκαναν ανθεκτικό στην οδύνη, σου δώριζαν ελπίδα, σε δυνάμωναν ώστε τα πάντα να υπομένεις. Οι λέξεις έγιναν το βάλσαμο αλλά και το όπλο του. Οι λέξεις έγιναν η περιουσία του, η πατρίδα του, το κονάκι και το σύμπαν του. Με τις λέξεις κατάφερε να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες, να υπερβεί την ασχήμια, να δελεάσει δεκάδες γυναίκες, να ψάλλει ό,τι αγάπησε, να πλέξει συγκλονιστικά εγκώμια σε όσους ευγνωμονούσε.
Επιχείρησε να σπουδάσει αλλά τα παράτησε. Ήθελε μονάχα να νιώθει τον αγέρα της ελευθερίας. Κατέφευγε στη Δημοτική βιβλιοθήκη του Λος Άντζελες και αναζητούσε το νέκταρ των λέξεων. Μια μέρα, πήρε από το ράφι ακόμα ένα μυθιστόρημα. Ήταν το «Ρώτα τον Άνεμο» του Τζον Φάντε. Και άλλαξε άρδην η ζωή του. Τέτοια είναι η μαγεία και η δύναμη και η δόξα των λέξεων, όταν τις χειρίζονται οι μεγάλοι εραστές τους, οι ποιητές κι οι συγγραφείς.
Το μυθιστόρημα του Φάντε περιγράφει τη ζωή ενός επίδοξου συγγραφέα, του Αρτούρο Μπαντίνι, που πηγαίνει να ζήσει στο Μπούνκερ Χιλ του Λος Άντζελες αναζητώντας τον έρωτα και τον πλούτο των εμπειριών. Ο Μπουκόβσκι εγκατέλειψε πάλι τα πάντα, πήγε κι αυτός στο Μπούνκερ Χιλ, νοίκιασε μια κάμαρα, έκανε δουλειές του ποδαριού, έπινε στα καπηλειά της περιοχής, και άρχισε να γράφει. Και, συνάμα, να διαμορφώνει ένα εγώ που έμελλε να λάβει μυθικές διαστάσεις. Έκανε παρέα μονάχα με πόρνες, με μπάρμαν, με αλήτες και αποσυνάγωγους, με χαμένα κορμιά, με ξοφλημένους. Άκουγε τις ιστορίες τους, μοιραζόταν ό,τι είχε μαζί τους, τους απαθανάτισε με αγάπη στα μυθιστορήματα, στα διηγήματα, στα ποιήματά του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Μπουκόβσκι έγραφε για τα καλά, έδινε την ψυχή του όσο πιο αγνά και ανεξέλεγκτα μπορούσε, με τα δάχτυλά του να κοπανάνε τα πλήκτρα της Ρέμινγκτον και το ραδιόφωνο να παίζει πάντα κλασική μουσική. Και έμελλε, επί μία εικοσαετία και βάλε, να παραμείνει το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Την άνοιξη του 1955, ο Μπουκόβσκι αρρώστησε άσχημα, κλείστηκε στο νοσοκομείο, λίγο έλειψε να πεθάνει. Στα τριάντα τέσσερά του, ήταν ένας άνθρωπος άρρωστος, άνεργος, και μόνος. Και πάλι το γράψιμο ήταν η σωσίβια λέμβος.
Όταν επιμένεις, η ελπίδα γίνεται πράξη. Η Μπάρμπαρα Φράι, εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού Harlequin, όχι μόνο δέχτηκε να δημοσιεύσει ποίηση του Μπουκόβσκι αλλά του έστειλε μιαν ενθουσιώδη επιστολή όπου του έλεγε ότι ήταν ποιητής μεγάλος όσο ο Ουίλλιαμ Μπλέικ. Ακολούθησε μια αλληλογραφία έμπλεη κατανόησης και αγάπης. Η Μπάρμπαρα εκμυστηρεύτηκε στον Τσαρλς ότι της λείπουν δύο αυχενικοί σπόνδυλοι κι ότι φοβάται πως κανείς δεν θα θελήσει ποτέ να την παντρευτεί. Ο ποιητής απάντησε ότι ευχαρίστως την παντρεύεται ο ίδιος. Κράτησε το λόγο του. Στις 29 Οκτωβρίου του 1955, τελέστηκαν οι γάμοι τους.
Η Μπάρμπαρα έκανε το κλασικό και μοιραίο γυναικείο λάθος. Μόχθησε να αλλάξει τον Τσαρλς, να τον ευπρεπίσει. Οι γυναίκες ενίοτε είναι απρόθυμες να καταλάβουν ότι ο ποιητής την Μούσα του αναζητεί και όχι την οικονόμο του. Ύστερα από δεκαπέντε μήνες ανώφελων προσπαθειών συγυρίσματος και νοικοκυρέματος, ο γάμος τινάχτηκε στον αέρα, και ο Τσαρλς πήγε να μείνει στο Χόλλυγουντ, στη σκοτεινή φτωχή μεριά του, αυτή που αποκαλούσε Ανατολικό Χόλλυγουντ και την ύμνησε τόσο ευαίσθητα και τόσο πολύ.
Την άνοιξη του 1966, θα σημειωθεί άλλη μία στροφή της Μοίρας που αρχίζει πια να γίνεται ευμενής. Ο Τζον Μάρτιν, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, μαγεύεται από το έργο του Μπουκόβσκι, εγκαταλείπει τα πάντα και στήνει έναν μικρό εκδοτικό οίκο, από τους καλύτερους στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Black Sparrow Press, αποφασισμένος να προωθήσει σχεδόν αποκλειστικά την ποίηση του Τσαρλς.
Ζει φτωχικά, αλλά μες στην υπέρτατη χλιδή της απόλυτης ελευθερίας. Γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Ταχυδρομείο». Γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του, το «Άνθρωπος για όλες τις δουλειές». Γράφει τις περίφημες «Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας». Γράφει δεκάδες σκληρά και συνάμα ευαίσθητα ποιήματα. Συνάπτει μια σχέση παραφοράς και τρυφερότητας με την γλύπτρια Λίντα Κινγκ και την απαθανατίζει στα ποιήματά του και στο τρίτο του μυθιστόρημα, τις «Γυναίκες». Τον ανακαλύπτουν στη Γαλλία, στην Ιταλία, και κυρίως στη Γερμανία. Ο Μπουκόβσκι, ενώ κοντεύει τα εξήντα του, ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ευρώπη και θριαμβεύει. Απαγγέλλει σε κατάμεστες αίθουσες και το κοινό τον αποθεώνει. Πηγαίνει στο Παρίσι. Εμφανίζεται στην φημισμένη εκπομπή «Apostrophes». Μεθάει, καβγαδίζει με τον οικοδεσπότη, σηκώνεται και φεύγει στα μισά της απευθείας μετάδοσης. Η απόφασή του να παραμείνει πάντα ελεύθερος δεν είναι σόου μήτε τρικ. Είναι γνήσια ως το κόκαλο.
Επιστρέφει στην Αμερική, παντρεύεται τη Λίντα Λη Μπέιλ, μια πετυχημένη εστιάτορα, είκοσι τρία χρόνια νεότερή του, και μαζί της αρχίζει να απολαμβάνει το καλό κρασί και το εύγευστο φαγητό. Γράφει το τέταρτο μυθιστόρημά του, το «Τοστ με ζαμπόν», με κεντρικό θέμα τα δεινά των παιδικών του χρόνων. Συνάμα, απολαμβάνει την παρέα ωραίων τύπων όπως ο Ντένις Χόπερ, ο Χάρι Ντην Στάντον, και, κυρίως, ο φοβερός και τρομερός Σον Πεν. Απίθανη ανθοδέσμη δυναμικών και τρυφερών αντρών! Ο Μπουκόβσκι μάλιστα θα αφιερώσει στον Πεν το βιβλίο του «Στη Σκιά του Ρόδου», το 1991, και ο Πεν θα ανταποδώσει αφιερώνοντας στον ποιητή την ταινία του «The Crossing Guard», το 1996. Μέχρι τη στιγμή του θανάτου του, ο Τσαρλς Μπουκόβσκι θα κοπανάει με πάθος τα πλήκτρα και θα μας δωρίζει τον πλούτο των εμπειριών και των σκέψεων, τη μουσική των λέξεών του. Και είναι προσωπικός του θρίαμβος, ναι, θρίαμβος αυτού του μειλίχιου και πονεμένου ανθρώπου, το ότι ολοένα και πιο πολλοί ευαίσθητοι αναγνώστες ανακαλύπτουν και πάλι το αναρχικό και βαθιά τρυφερό χιούμορ του Τσαρλς Μπουκόβσκι!









Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 14 Μαΐου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Πρόκειται για τη συνοπτική, χρηστική μορφή δύο εκτενέστερων κειμένων για τον Τζέιμς Έλροϊ, τα οποία θα αναρτήσω προσεχώς. Ας σημειωθεί ότι φέτος ο μεγάλος συγγραφέας κλείνει τα εξήντα του χρόνια.

Ζωή

Ο Τζέιμς Έλροϊ γεννήθηκε στην Πόλη των Αγγέλων, στο Λος Άντζελες, στις 4 Μαρτίου του 1948. Είναι η πόλη που, τραγούδησαν τρεις μεγάλοι Αμερικανοί δημιουργοί. Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, μέσω του ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, με την μεθυσμένη ποίησή του, και ο Έλροϊ, με το ρυθμικό σφυροκόπημα της άγριας πρόζας του. Πέρασε ταραγμένη εφηβεία, χάθηκε στους λαβυρίνθους του αλκοόλ και των ουσιών, συνήλθε και αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Έγραψε σκληρά αστυνομικά μυθιστορήματα όπου παρουσιάζεται και αναλύεται η σκοτεινή πλευρά της ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι φημισμένη και πολυμεταφρασμένη η λεγόμενη «Τετραλογία του Λος Άντζελες». Αρκετά βιβλία του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο.

Αμερικανικό Ταξίδι Θανάτου
Στο «Αμερικανικό Ταξίδι Θανάτου», όπως και στο πρώτο μέρος της Τριλογίας Underworld USA, το «Αμερικανικό Ταμπλόιντ», απόφοιτοι πανεπιστημίων κύρους μετατρέπονται σταδιακά σε απόλυτα καθάρματα, σε ανενδοίαστους φονιάδες, σε μηχανές ολέθρου. Μέσα σε έξι μέρη, 122 κεφάλαια, και 860 σελίδες, ο Έλροϊ γίνεται ο ιστορικός της πενταετίας ανάμεσα στις 22 Νοεμβρίου του 1963 και τις πρώτες μέρες του Ιουνίου του 1968, μιας πενταετίας που την τραντάζουν γεγονότα μείζονος σημασίας, όπως η δολοφονία του Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντυ, η κλιμάκωση της κρίσης στην Ανατολική Ασία και ο βρόμικος πόλεμος στο Βιετνάμ, η εξάπλωση του Κινήματος για τη Φυλετική Ισότητα, οι δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κέννεντυ. Με ρυθμούς κοφτούς, τηλεγραφικούς, ασθματικούς, με μια γραφή που μοιάζει με καταιγιστική παρέλαση ασπρόμαυρων πολαρόιντ, με πληθώρα ένθετων ντοκουμέντων που αρτιώνουν την αφήγηση, ο Έλροϊ καταβυθίζεται στον υπόκοσμο των Ηνωμένων Πολιτειών, στους τόπους όπου εξυφαίνονται τα αδιαφανή σχέδια εκείνων που άλλο δεν θέλουν από το να συσσωρεύουν χρήμα και εξουσία. Η Μαφία, το FBI του Έντγκαρ Τζ. Χούβερ, οι μακελάρηδες της Κου Κλουξ Κλαν, ο μεγιστάνας Χάουαρντ Χιουζ και οι μπράβοι του, παράφρονες ακροδεξιοί, ρεμάλια που στρατολογούνται από τη CIA, έμποροι ναρκωτικών, γόνοι της εύπορης τάξης που έχουν διαφθαρεί ως το κόκαλο, έρμαια άθλιων παθών, όλος αυτός ο συρφετός μοιάζει να έχει ιδρύσει ένα άτυπο κόμμα της παράνοιας και της βίας. Ο Έλροϊ καταγράφει την κολασμένη πορεία αυτού του άτυπου κόμματος που, όπως θα έλεγε ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, σκοπεί στον Απόλυτο Έλεγχο, στον έλεγχο κάθε συνείδησης, στον έλεγχο κάθε εγχειρήματος, κάθε πράξης, κάθε ιδέας. Τα δεκάδες πρόσωπα που επανδρώνουν το συγκλονιστικό «Αμερικανικό Ταξίδι Θανάτου» (που είναι δυναμικά μεταφρασμένο από τον μαιτρ Ανδρέα Αποστολίδη), ανάμεσά τους ο νομικός Ουόρντ Λίττελ, ο χημικός Ουέην Τέντροου Τζούνιορ, και ο τέως αστυνομικός Πητ Μποντιούραντ, εμπλέκονται σε κάθε σκοτεινό παιχνίδι εκείνης της ταραγμένης πενταετίας, αφήνουν δεκάδες πτώματα στο πέρασμά τους, συμβάλλουν στη διακίνηση της άσπρης σκόνης που εξοντώνει αναρίθμητες ψυχές, προχωράνε σε πρωτοφανείς προβοκάτσιες, αποτελούν το «ιδιωτικό υπογάστριο της δημόσιας πολιτικής». Κι ακόμα, οδηγούνται σε ακραίες καταστάσεις καθώς τρελαίνονται από τα προσωπικά τους πάθη, από πάθη νοσηρά, αμείλικτα, εκτροχιασμένα. Δεν σταματάνε να μετακινούνται από το Ντάλας στην Ουάσινγκτον, από το Λας Βέγκας στο Βιετνάμ, από τον βαθύ Νότο στην Κούβα, μεταφέροντας όπλα και ναρκωτικά, σκορπώντας το θάνατο και τη δυστυχία, τσαλακώνοντας το όνειρο, τσαλαπατώντας το, μετατρέποντάς το σε εφιάλτη. Κι αυτό με τις πλάτες, βεβαίως, των ισχυρών και ακριβώς για να γίνουν οι ισχυροί ακόμα πιο ισχυροί. Κι έτσι περάσαμε από τα αστέρια στον οχετό.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω διαβάστηκε σήμερα, 13 Μαΐου, στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. Ο Νίκος Μπουρσινός σχολίασε: «Άμποτε να δούμε να διδάσκονται ποιητές του διαμετρήματος ενός cummings στη Μέση Εκπαίδευση». Εγώ είπα: «Μακάρι, Νίκο μου! Μακάρι! Άλλωστε πρόκειται για έναν πολύ διασκεδαστικό κι έξυπνο και παιγνιώδη ποιητή». Με το έργο του cummings γνωρίστηκα κάτω από έξοχες συνθήκες, στο αλήστου μνήμης ρεστοράν «Νούφαρα», όπου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 συχνάζαμε με τον Ευγένιο Αρανίτση. Εκεί, ο Ευγένιος απάγγελλε, ανάμεσα στις καρμπονάρες και το κρασί, ακαριαία και περίκομψα ποιήματα του cummings, κι έκτοτε συγκαταλέγεται, ο cummings, στους αγαπημένους ποιητές μιας παρέας που δεν παύει να ομνύει στην περιπέτεια της ποίησης, μα και στην ποίηση της περιπέτειας.

e.e. cummings, 33x3x33

Συγγραφέας: ε.ε. κάμμινγκς
Τίτλος: 33χ3χ33
Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός
Εκδόσεις: Νεφέλη [2004]
Σελίδες: 125

Ζωή
Ο Έντουαρντ Έσλιν Κάμμινγκς γεννιέται στις 14 Οκτωβρίου του 1894, στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης. Σπουδάζει στο Χάρβαρντ ελληνικά και γλώσσες. Εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη και καταπιάνεται με τη ζωγραφική, τη δοκιμιογραφία, τη συγγραφή και την ποίηση. Θεωρείται μια από τις πιο πρωτοποριακές φωνές της μοντέρνας ποίησης. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στο Παρίσι, το αγάπησε πολύ, και δεν έπαυε να το επισκέπτεται σε όλη του τη ζωή. Συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της κατασκοπίας και κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Έγραψε το μυθιστόρημα Απέραντο Δωμάτιο, βασισμένος σ’ αυτή την κακουχία. Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1962, από εγκεφαλική αιμορραγία.

33χ3χ33
Πρόκειται για μια ανθολόγηση από το πολύπτυχο έργο του κάμμινγκς, ικανή να μας συστήσει με το πρωτοποριακό αλλά και λυρικό, ενίοτε πικρό και αφοριστικό, μα πάντα τρυφερό στο βάθος του, ποιητικό του σύμπαν. Διαβάζεται με άνεση, και οι φράσεις του λειτουργούν άλλοτε σαν ακαριαία χτυπήματα ευφυίας και άλλοτε σαν βραδυφλεγείς βόμβες που θα εκραγούν μες στο μυαλό του αναγνώστη σε χρόνο ανύποπτο, για να τον οδηγήσουν σε κρίσιμες σκέψεις σχετικά με το νόημα της ζωής, με τον έρωτα, και με το πώς ξορκίζουμε τον θάνατο.

Στυλ
Ο κάμμινγκς έγραψε με έναν ανορθόδοξο ρηξικέλευθο τρόπο, επιχειρώντας μορφικές καινοτομίες κυρίως μέσω της ιδιόρρυθμης, αποκλειστικά δικής του χρήσης των τυπογραφικών στοιχείων. Αναμειγνύει στην ποίησή του πολλά χαρακτηριστικά από τη στιχουργία των blues, από την λαϊκή ποίηση, από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, εναρμονίζοντάς τα πάντα με τη δική του ειρωνική και παιγνιώδη αντίληψη για τα πράγματα της ζωής. Όπως σημειώνει ο μεταφραστής, «Η ποίηση του κάμμινγκς δοξολογεί την αγάπη, τον αυθορμητισμό, την ατομικότητα. Επιτίθεται με σφοδρότητα στον κομφορμισμό, την τυφλή πρόοδο, την υποκρισία».

Αποσπάσματα
«αυτό είναι ο ποιητής και θα είναι και είναι – κάποιος που λύνει τα βάθη του τρόμου για να υπερασπιστεί/ την αρχιτεκτονική μιας ηλιαχτίδας με τη ζωή του:/ και που λαξεύει αθάνατα δάση απελπισίας/ για να κρατήσει τον σφυγμό ενός βουνού στην παλάμη του»

«απ’ όλα τα πράγματα κάτω/ από το πιο ξανθό από τα ξανθότερα αστέρια μας// το πιο μυστηριώδες (ιλιένα, αγάπη μου) είναι αυτό/ πώς κάποιος τόσο εύθυμος/ είναι δυνατόν να πεθάνει»






Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Ένας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Δανιήλ, εκδίδει τις «Σημειώσεις» του. Με την ευκαιρία της έκδοσης, οι καλλιτέχνες: Β. Κανιάρης, Κ. Ξενάκης, Β. Δημητρέας, Διοχάντη, Δ. Αληθεινός, Γ. Μπουτεας, Γ. Λαζόγκας , Γ. Χατζημιχάλης , Κ. Τσώλης, Δ. Τζαμουράνης, Γκόκας, συμμετέχουν στην έκθεση με τίτλο «σημειώσεις και συζητήσεις». στην Γκαλερί Batagianni, στην Αγίων Αναργύρων, στου Ψυρρή. Οι παραπάνω καλλιτέχνες για πολλά χρόνια και σε διαφορετικές στιγμές συναντώνται μέσα από την πολλαπλότητα του έργου τους, με το εύρος της καλλιτεχνικής σκέψης, το ήθος και την ουσία του καλλιτεχνικού διαλόγου και της φιλικής αντιπαράθεσης.
Ο Δανιήλ γεννήθηκε το 1924 στον Πύργο Ηλείας. Άρχισε να σπουδάζει ιατρική αλλά εγκατέλειψε τοις σπουδές προκειμένου να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Ανάμεσα στα 1944 και τα 1947, σπουδάζει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Παρθένη. Το 1954 φεύγει για το Παρίσι με τριετή υποτροφία και έκτοτε ζει και εργάζεται εκεί.
Το βιβλίο «Σημειώσεις», λίαν κομψό και φροντισμένο, εκδόθηκε από τον οίκο Futura σε συνεργασία με την Γκαλερί Batagianni.

Γράφει ο Δανιήλ:

Η ταχύτητα συρρίκνωσε τον πλανήτη και ο άνθρωπος έχασε την αίσθηση του ταξιδιού. Η ταχύτητα είναι αυταρχική και αντιδημοκρατική. Δεν αφήνει χρόνο για να ακουστούν όλες οι απόψεις πριν αποφασιστεί κάτι.

Η ανατολική Ευρώπη διασπάστηκε σε εθνικιστικά κρατίδια που χαράζουν τα σύνορά τους με αίμα. Ο πάπας ξεσήκωσε το ποίμνιό του για να το αποσπάσει από τη μια αυτοκρατορία και να το παραδώσει σε μια άλλη. Ο εικοστός αιώνας δύει μέσα σε μαύρα και κόκκινα σύννεφα.

Όταν δεν ξέρεις να κάνεις τίποτε άλλο από αυτό που μπορείς, τότε μπορείς να βρεις αυτό που είσαι.

Θέλω να φτάσω σε ένα έργο που αναιρεί τα προηγούμενα.

Σε αυτό το μακρύ ταξίδι τα ίχνη των πελμάτων σου δεν είναι πάνω σε μια ευθεία γραμμή αλλά σε μια σπείρα.

Σαν να αρχίζεις από την αρχή. Τα έργα που μέχρι τώρα έχεις κάνει δεν είναι παρά το λίπασμα για τα επόμενα.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά πέντε όπως πάντα, την Πέμπτη 8 Μαΐου. Πρόκειται για αποσπάσματα από το βιβλίο που ετοίμασα συνεργαζόμενος με τον Πάρι Κούτσικο «Μάης 68: Η Γιορτή της Ποίησης, Η Ποίηση της Γιορτής» (εκδ. Οξύ). Σήμερα, Κυριακή, στις 7 το απόγευμα, στο Πολυτεχνείο και στο Αμφιθέατρο Γκίνη, γίνεται εκδήλωση για τον Μάη, όπου θα μιλήσουν ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Στέλιος Ελληνιάδης, ο Μιχάλης Παπαμακάριος, κι εγώ. Θα ακολουθήσει συζήτηση. Εν συνεχεία, γιορταστική κρασοκατάνυξη μετά μουσικής στο Barrio (Κεραμεικού 53).

Δύο, τρία πράγματα που συνέβαιναν τον Μάη

Το ασυνήθιστο μετατρεπόταν σε καθημερινό στο μέτρο που μπροστά στο καθημερινό ανοίγονταν τεράστιες δυνατότητες αλλαγής. Οι ερευνητές του αστεροσκοπείου του Μεντόν έθεσαν σε αυτοδιαχείριση την αστρονομική παρατήρηση. Το Εθνικό Τυπογραφείο κατέβηκε σε απεργία. Οι νεκροθάφτες κατέλαβαν τα νεκροταφεία, οι ποδοσφαιριστές έδιωξαν τους διευθυντές της ΄Ενωσης των Σωματείων τους και συνέταξαν μια προκήρυξη όπου απαιτούσαν να δοθεί το «ποδόσφαιρο στους ποδοσφαιριστές».

Ο γερο-τυφλοπόντικας της επανάστασης δεν χάριζε κάστανα σε κανέναν, ούτε στους παλιούς ούτε και στους νέους προνομιούχους. Οι εσωτερικοί βοηθοί και οι νέοι γιατροί κατέστρεψαν το φεουδαρχικό καθεστώς που κυριαρχούσε στον κλάδο τους, έφτυσαν κατάμουτρα στα «αφεντικά» πριν να τα διώξουν, πήραν θέση ενάντια στην ιατρική κάστα και καταδίκασαν τις ιατρικές αντιλήψεις. Τα «αμφισβητούμενα στελέχη» έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν και την ίδια τους τη θέση στην ιεραρχία, σαν αρνητικό προνόμιο για να καταναλώνουν περισσότερο και συνεπώς να ζουν λιγότερο. ΄Ολοι ακολούθησαν το πρότυπο των προλετάριων που απαιτούσαν το τέλος του προλεταριάτου, ακόμα και οι ασχολούμενοι με τη διαφήμιση που ζητούσαν την κατάργησή της.

Mέσα σε μια βδομάδα, εκατομμύρια άνθρωποι αποτίναξαν από πάνω τους το φορτίο των αλλοτριωτικών συνθηκών, τη ρουτίνα της επιβίωσης, την ιδεολογική παραποίηση, τον ανεστραμμένο κόσμο του θεάματος.

Για πρώτη φορά μετά την Κομμούνα του 1871, και με καλύτερες προοπτικές, το πραγματικό άτομο απορροφούσε την αφηρημένη έννοια του πολίτη: το άτομο πια στην πραγματική του ζωή, στην ατομική του εργασία, στις προσωπικές του σχέσεις, γινόταν ένα ειδοποιό ον αναγνωρίζοντας έτσι τις δικές του δυνάμεις σαν δυνάμεις κοινωνικές.

Η γιορτή παραχωρούσε επιτέλους αληθινές διακοπές σ’ αυτούς που δεν γνώριζαν παρά τις εργάσιμες μέρες και τις αργίες. Η ιεραρχική πυραμίδα έλιωσε σαν ζαχαρένιο ψωμί στον ήλιο του Μάη. Μιλούσαμε, καταλαβαινόμαστε με μισόλογα. Δεν υπήρχαν πια ούτε διανοούμενοι ούτε εργάτες αλλά επαναστάτες που συζητούσαν παντού, γενικεύοντας μιαν επικοινωνία από την οποία ένιωθαν αποκλεισμένοι μόνο οι εργατιστές διανοούμενοι και άλλοι υποψήφιοι διευθύνοντες. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η λέξη «σύντροφος» βρήκε την αυθεντική της σημασία, χαρακτήριζε πραγματικά το τέλος των διαχωρισμών, όσο γι’ αυτούς που εξακολουθούσαν να τη χρησιμοποιούν αλά σταλινικά, κατάλαβαν γρήγορα ότι με το να μιλούν τη γλώσσα των λύκων αποκάλυπταν καλύτερα ότι ήταν μαντρόσκυλα.

Οι δρόμοι ανήκαν σ’ εκείνους που ξήλωναν τα πλακόστρωτα. Η καθημερινή ζωή που ανακαλύφθηκε ξαφνικά γινόταν το επίκεντρο όλων των εφικτών κατακτήσεων.

΄Ολα εκείνα που το κίνημα επανέφερε μέσα σ’ έναν κατακεραυνωτικό συνειρμό – «γρήγορα», έλεγε απλά ένα από τα συνθήματα στους τοίχους, που ήταν ίσως το πιο ωραίο- περιφρονούσαν ολοκληρωτικά τις παλιές συνθήκες ύπαρξης και άρα αυτούς που είχαν δουλέψει για να τις διατηρήσουν απ’ τις βεντέτες της τηλεόρασης ως τους πολεοδόμους.

Δεν είναι τυχαίο που για πρώτη φορά γράφτηκαν στους τοίχους βλάσφημα συνθήματα ενάντια στη θρησκεία, το κράτος και τα συνδικάτα, ενώ οι ως τότε «βεντέτες» της επανάστασης (Σάρτρ, Αραγκόν και οι λοιποί) δέχτηκαν τα πυρά της περιφρόνησης από τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της νεολαίας και της εργατικής τάξης. Τα είδωλα αποδοκιμάστηκαν όπως τους άξιζε, οι θεσμοί κονιορτοποιήθηκαν (έστω για λίγο, έστω), ενώ η ριζοσπαστική υποκειμενικότητα και η θέληση για ζωή θριάμβευσαν.

«Οι μέρες του ’68 έδειξαν με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο ότι η πολυπλοκότητα του πραγματικού συμπυκνώνεται, σιγά σιγά, στην απλότητα των χειρονομιών, όπως ακριβώς, μέσα στην ίδια πορεία, η αλήθεια, για να γίνει ακουστή, χρειάζεται τη φωνή του πλακόστρωτου» (Ραούλ Βανεγκέμ, Τρομοκρατία ή Επανάσταση). Οι εξεγερμένοι ανακάλυψαν και πάλι αυτό που είχαν ανακαλύψει (έναν αιώνα πριν) οι Κομμουνάριοι: η Επανάσταση –όπως και η Αλήθεια– είναι το βακχικό εκείνο όργιο στο οποίο κανείς δεν θέλει να μείνει εγκρατής.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 06/05/08, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM, μεσημέρι παρά πέντε όπως πάντα. Πρόκειται για απόσπασμα από τον Πρόλογο στο βιβλίο Μάης 68: Η Γιορτή της Ποίησης, η Ποίηση της Γιορτής, που κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Οξύ. Το βιβλίο συνυπογράφει ο εικαστικός και γραφίστας Πάρις Κούτσικος, ενώ συμμετέχουν με έργα τους οι μαθήτριες και οι μαθητές μου στο Μεταπτυχιακό της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Πρόκειται για ένα λεύκωμα καμωμένο από λέξεις και εικόνες που θέλουν να γιορτάσουν τα σαράντα χρόνια από εκείνη την λαμπρή εξέγερση στο Παρίσι.


Ο Μάης του 68 ήταν η ανακάλυψη της επανάστασης της καθημερινής ζωής, για πρώτη φορά στον σύγχρονο κόσμο. Ήταν για πρώτη φορά μια επανάσταση που πυροδοτήθηκε από εξεγερμένους καλλιτέχνες – ενώ έως τότε οι επαναστάσεις προετοιμάζονταν από φιλοσόφους ή διανοούμενους. Μια ομάδα νεαρών, μεγαλωμένων μες στα ερείπια που άφησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, αποφάσισαν, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μέσα σε κακόφημα καπηλειά, και μέσα στις αναθυμιάσεις του καπνού και του αλκοόλ, να μην κάνουν τίποτε άλλο εξόν από το να πραγματώνουν, διαρκώς και με ποικίλες μεθόδους, την Τέχνη και τη Φιλοσοφία στο επίπεδο της καθημερινότητας, που σημαίνει ότι αποφάσισαν να μετατρέψουν το είναι τους σε αενάως δημιουργούμενο έργο τέχνης. Αναζήτησαν το νόημα της ύπαρξης μέσα από αλλόκοτα, με την πρώτη ματιά, ρητά όπως «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται» ή «Δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν μόνο λύσεις», και μέσα από μια σχεδόν φανατική προσήλωση στην κληρονομιά εμπρηστικών δημιουργών και ανθρώπων της περιπέτειας, όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο ποιητής και πυγμάχος, ο λιποτάκτης από στρατούς δεκαέξι χωρών. Μελέτησαν, πάντα πίνοντας και καβγαδίζοντας, το Dada, αυτό το κίνημα άρνησης της επίσημης τέχνης, αλλά συνάμα γοητεύτηκαν και από τη σκέψη του ξεπεράσματος της φιλοσοφίας, όπως εκφράζεται από τον Χέγκελ και μετά. Έγιναν δολιοφθορείς και διάκονοι της διαλεκτικής. Επιχείρησαν να λύσουν εμπράκτως το αίνιγμα του Μαρσέλ Ντυσάν «πώς ως καλλιτέχνες να δημιουργήσουμε έργα που να μην είναι έργα τέχνης», και τους άρεσε να εκλαμβάνουν την πόλη, το Παρίσι, ως έναν λαβυρινθώδη παιγνιότοπο. Η ομάδα έλαβε το όνομα Λεττριστική Διεθνής (Internationale Lettriste), την ίδρυσε ο Γκι Ντεμπόρ (Guy Debord), συνεπικουρούμενος από τον Gil Wolman, και έδρασε, πάντα υπογείως, ανάμεσα στα 1952 και 1957. Όργανό της ήταν το έντυπο Potlatch, που το διακινούσαν δωρεάν.

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου του 1957, η ομάδα μετεξελίχθηκε στην Καταστασιακή Διεθνή (Internationale Situationniste), η οποία έδρασε τα επόμενα δώδεκα χρόνια με πρωτεύοντα στόχο την κριτική όλων των όψεων της ζωής στον σύγχρονο κόσμο, την συστηματική καταρράκωση ξεπερασμένων αξιών και συμπεριφορών, και τη μεθοδική επινόηση και προπαγάνδιση νέων, πλούσιων σε εμπειρίες, σημασία και νοήματα τρόπων ύπαρξης. Αντέστρεψαν το παλιό σύνθημα του Αντρέ Μπρετόν και των υπερρεαλιστών, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να θέσουμε την Ποίηση στην υπηρεσία της Επανάστασης, και εργάστηκαν έτσι ώστε να τεθεί η Επανάσταση στην υπηρεσία της Ποίησης. Απόγειο της δράσης των καταστασιακών ήταν, ακριβώς, η πυροδότηση της εξέγερσης του Μάη.


Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 5 Μαΐου 2008, μεσημέρι παρά πέντε, από το Κανάλι1, Πειραιάς, 90.4 FM. Με την ευκαιρία, και εν είδει αντιδότου, απόλαυσα γόνιμα το έξοχο βιβλίο του Henri Michaux Ονειροπολώντας με αφορμή αινιγματικές ζωγραφιές (μετάφραση-επίμετρο Μπίλη Βέμη, εκδόσεις Άγρα) όπου ο λογοτέχνης καταπιάνεται με έργα του ζωγράφου, του Magritte, τα οποία σχολιάζει χρησιμοποιώντας τα για «ποιητικό στοχασμό». Γράφει: «Για να νικήσω την τεμπελιά μου όταν δέχομαι τις ποικίλες, ακαθόριστες εντυπώσεις ενός πίνακα και να μη βιάζομαι να φύγω μακριά από τα στοιχεία που αρχίζουν να διακρίνονται και να με καθοδηγούν μακρύτερα, με βοηθούν οι λέξεις του γραψίματος». Καλή εβδομάδα, φίλες και φίλοι! Εβίβα!

Στην Ομορφιά ας ομνύουμε!

Έλεγε ο σοφός Μάνος Χατζιδάκις ότι είναι λίαν επικίνδυνη η εξοικείωσή μας με την όψη του τέρατος, ότι όταν γίνεται αφίσα για δωμάτια νεανικά το τέρας του Φρανκεστάιν ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Και το έλεγε αυτό το 1978, πριν από είκοσι χρόνια. Σήμερα, από πολλές απόψεις, φαίνεται ότι ζούμε μια σύγκρουση, έστω υπόγεια, ενίοτε αθόρυβη, πάντως κρίσιμη, ανάμεσα στις δυνάμεις που πράγματι οδηγούν τον κόσμο σε μιαν αποτρόπαια εκμηδένιση, και σε εκείνους που πασχίζουν να διασώσουν το Νόημα, να επινοήσουν Σημασίες, να μπολιάσουν με ομορφιά τη Λογική, και με λογική την Ομορφιά.

Σπουδαίοι άνθρωποι εκφράζονται με τρόπους σπουδαίους για τη δουλειά τους, για την τέχνη τους, για το πώς μοχθούν να «ομορφαίνουν τη Μοίρα», καθώς έλεγε ο Καρούζος. Και, παράλληλα, οπορτουνιστές και αριβίστες, όπως λέγαμε παλιά, ασήμαντοι που περνιούνται για σημαντικοί και διεστραμμένοι που περνιούνται για νορμάλ, παραβιάζουν κάθε λογικό όριο της ζωής και της τέχνης, αντικαθιστούν βάναυσα το θαύμα τού να ανασαίνεις και να δημιουργείς, με τη φρίκη του να παράγεις τερατουργήματα ή να κυριαρχείς.

Συγκλόνισε τον κόσμο η απαράδεκτη χειρονομία του τάχατες καλλιτέχνη Γκιγέρμο Βάργκας Αμπακούκ να συλλάβει σαν μπόγιας ένα σκυλί, να το δέσει σε μια γκαλερί, και να το αφήσει να λιμοκτονήσει. Μαθαίνω ότι στο Διαδίκτυο υπάρχει ένας τόπος όπου εκτίθενται απερίγραπτα αηδιαστικές πράξεις. Ένας άλλος υποτιθέμενος μοντέρνος καλλιτέχνης, ο Γκρέγκορ Σνάιντερ, γεννημένος το 1969, παρακαλώ, θέλει να εκθέσει έναν ετοιμοθάνατο για να δείξει, λέει, την ομορφιά του θανάτου. Μάλλον τον θάνατο της ομορφιάς θέλει να δείξει ο τσαρλατάνος, ο οποίος μάλιστα αναζητά εθελοντή που θα δεχθεί να πεθάνει σε χώρο γκαλερί, σε κοινή θέα. Όταν παύουν να είναι αυστηρά ιδιωτικές οι στιγμές του Έρωτος και του Θανάτου, της Ηδονής και της Οδύνης, τότε όντως καραδοκεί η καταρράκωση της ανθρωπότητας, η εκμηδένιση. Οι φαλαγγίτες του φασίστα Φράνκο είχαν για σύνθημα το απαίσιο «Viva la muerte», «Ζήτω ο Θάνατος», και τον έσπερναν παντού, εκτελώντας ως και τον υμνητή της ομορφιάς, τον μέγιστο ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Άξιος απόγονός τους τόσο ο κάθε ουτιδανός ψευτοκαλλιτέχνης, είτε Αμπακούκ λέγεται είτε Σνάιντερ, και, όσο κι αν φαίνεται παρατραβηγμένο, άξιος συνάδελφος των ψευτοκαλλιτεχνών ο φρικαλέος πατέρας του σκότους, ο Αυστριακός Γιόζεφ Φριστλ, που κρατούσε αιχμάλωτη τη θυγατέρα του σε ένα τεθωρακισμένο υπόγειο στον κήπο της κατοικίας του, και την κακοποιούσε απάνθρωπα επί ένα τέταρτο του αιώνα.

Η τέχνη ξέρει να παίζει με τα άκρα, αλλά είναι άλλο πράγμα η καλλιτεχνική ακρότητα και άλλο η διαστροφή, η ωμότητα, η κτηνωδία, η ιλιγγιώδης επιζήτηση του εντυπωσιασμού με αποκρουστικά μέσα. Η επιστροφή στο τελάρο, στον ανθρωποκεντρισμό, δεν είναι νοσταλγικό ρετρό μήτε οπισθοδρόμηση. Το να ομνύουμε στην Ομορφιά δεν μας καθιστά κινούμενους αναχρονισμούς. Το να επανερχόμαστε, συχνά-πυκνά, στον Αριστοτέλη, στον Σπινόζα, ή στον Έγελο, δεν μας κατατάσσει στους διανοητικά γερασμένους. Είναι οι τρόποι μας να ξαναβρίσκουμε το, καθώς φαίνεται, χαμένο κέντρο του κόσμου: την κοινότητα.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ, ΑΠΟΨΕ


Απόψε, από τις δέκα έως τα μεσάνυχτα, στην εκπομπή του «Ο Αφρός των Ημερών», Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM, παρουσιάζω μια μουσική πανδαισία με θέμα την Άνοιξη (θα ακουστούν Vivaldi, πολλή jazz από Chet Baker έως Alice Coltrane και Miles Davis, καθώς και Johnny Cash). Επίσης, φιλοξενώ τον ποιητή και συγγραφέα Γιώργο Δουατζή με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματός του «Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη» (εκδ. Λιβάνης), την έκθεση εικαστικών φωτογραφιών του στην Γκαλερί Αγκάθι (από τις 12 Μαΐου) και την πρόσφατη περιήγησή του στην Tate Modern όπου είδε έργα των Marcel Duchamp, Francis Picabia, και Man Ray. Συντονιστείτε, παρακαλώ!

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΧΘΕΣ


Radiο, 02/05/08

Το παρακάτωθι εμεταδόθη ψες, 2 Μάη 2008, από τον Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 Fm, μεσημέρι παρά πέντε, και ούτω καθεξής. Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ. Και ενίοτε, και πού και πού, και μια στις τόσες, δεν είναι κακό να εγκαλούμε την Αριστερά (ριζοσπαστική και μη) για έλλειψη χιούμορ και πολιτισμικής παιδείας! Το αφιερώνω, με όλη μου την φιλία, στον Κώστα Βεργόπουλο!

Προσχέδιο Αυτοκριτικής

Ανήκω σε μια γενιά, μάλλον σε μια φράξια μιας παρέας μιας γενιάς, που, γαλουχημένη με τον Εμπειρίκο, τον Καρούζο, τον Frank Zappa, και τον Raymond Chandler και τον Antonioni, ελάχιστο σεβασμό είχε προς την προσωπικότητα και το έργο του Γιάννη Ρίτσου. Τίγκα στην αλκοολική ασέβεια και τον ασεβή αλκοολισμό, μάλιστα, δεν χάναμε ευκαιρία να χλευάσουμε τους κνίτες φίλους, απαγγέλλοντας επίτηδες φάλτσα το διαβόητο «Είναι τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στη ζωή το μέγα ναι», και τα άλλα περί των τανκς που χορεύουν βαλς στην Κόκκινη Πλατεία. Όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος έπαιξε κι αυτός με τον Ρίτσο, διασκεδάζοντας με τα «φρέσκα φασολάκια» από το «Καπνισμένο Τσουκάλι», παραληρήσαμε από βλάσφημο ενθουσιασμό. Και από κάμποσες απόψεις κάναμε καλά. Ήταν μια εποχή υπερβολών και υπερβάσεων. Τα θέλαμε όλα και διεκδικούσαμε τα πάντα. Δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε κανένα μεγαλείο στα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», με την Άννα Βίσση και τον Γιώργο Νταλάρα, έτσι που φλεγόμενοι αλληθωρίζαμε περιπαθώς προς το «Ουρλιαχτό» του Ginsberg και το «On the Road» του Kerouac.

Αλλά αργότερα, καθώς κόπαζαν τα πάθη που είχε αναμοχλεύσει η Μεταπολίτευση, καθώς έπαυαν να είναι τόσο άκαμπτοι οι φίλοι της ΚΝΕ, καθώς μαθαίναμε σιγά-σιγά να εκτιμούμε πρόσωπα και πράγματα που άλλοτε τα περιφρονούσαμε, καθώς φροντίζαμε να φυλάμε την αδιαλλαξία μας για ό,τι στην αληθινή αλήθεια την άξιζε, καταφέραμε να συγκινηθούμε από πολλές πτυχές του βίου και της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, καταφέραμε να αγαπήσουμε έργα του που δεν τα είχαμε καν υπόψη μας, καταφέραμε να ανακαλύψουμε τα «Οχτώ Οχτάστιχα για τον Μιρό» και να βουρκώσουμε διαβάζοντας την «Ελένη».

Σήμερα, μία μέρα και ενενήντα εννέα χρόνια μετά τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, δίχως διόλου να λησμονώ τις ενστάσεις μου για τις κακές, κατ’ εμέ, στιγμές του (και ποιος δεν έχει κακές στιγμές, άλλωστε;), ας ταξιδέψω μαζί σας, φίλες και φίλοι, σε μιαν από τις όμορφες ποιητικές συνθέσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»:

«Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου».


Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΤΕΛΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ


Χθες, 30 Απριλίου, μεταδόθηκε το παρακάτω Ραδιοχρονογράφημα από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Μία ωραία περιπλάνηση ταξίδεψε την Φυλή των Happy Few από την Πλατεία Παπαδιαμάντη στο Μαρούσι («Είναι μακριά το Μαρούσι/ Πιο μακριά κι απ’ το Παρίσι/ Για τον κάθε ερωτευμένο Ροβεσπιέρο»), κι από το Μαρούσι στην Πλατεία Μπωντλαίρ (τέως Πλατεία Κάνιγγος), εν συνεχεία πάλι στην Πλατεία Παπαδιαμάντη, και κατόπιν, αναπάντεχα και υπέροχα, στην Καισαριανή, αργά τη νύχτα, και στην παρέα του Γιάννη Τριάντη, της Ναταλί Χατζηαντωνίου, και του Κώστα Βεργόπουλου για μια συζήτηση σχετικά με τον Μάη του 68! Ωραία πράγματα, όπως θα έλεγε και ο Νέστωρ Πουλάκος! («Σήμερα τον Πουλικάκο/ Νέστορα τον λέν’/ Πουλάκο»).

Έρωτας υπό Διωγμόν

“No se puede vivir sin amor”. Δεν ζει κανείς χωρίς έρωτα, διαβάσαμε, και διαβάζουμε, σ’ ένα από τα πιο λατρεμένα μας βιβλία, στο μυθιστόρημα Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι. Η ερωτική εποποιία του Προξένου Τζόφρεϊ Φέρμιν στην επιβλητική σκιά του ηφαιστείου Ποποκατεπέτλ είναι ένα απόλυτο ποίημα πάθους και πόθου, αγάπης και λατρείας, που απλώνεται σε τετρακόσιες πυρωμένες σελίδες, και που έρχεται και πάλι να μας θυμίσει πόσο είδος υπό εξαφάνισιν είναι οι ερωτευμένοι και πόσο διωκόμενος είναι ο έρωτας σήμερα. Διωκόμενος όχι πια τόσο από άγρια ταμπού, από κοινωνικές συμβάσεις και προκαταλήψεις, μα διωκόμενος από τους θηριώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας, από την εναλλαγή αλλοτριωμένης εργασίας και γενικευμένης πλήξης, από τον κατατεμαχισμό των νοημάτων και την κονιορτοποίηση των σημασιών. Διωκόμενος από την κατίσχυση της εμπορευματικής μη-λογικής, από την γραμματική της μη-ζωής, για την οποία μιλούσε ο Τζορτζ Στάινερ. Διωκόμενος, ακόμα, από τους τέως-ερωτευμένους, απ’ αυτούς που τρομαγμένοι από την λυτρωτική αναρχία του έρωτα, φροντίζουν να τον στραγγαλίσουν οι ίδιοι μόλις νιώσουν εντός τους τα πρώτα του σκιρτήματα, και να τον αντικαταστήσουν από ένα είδος φαιδρού προσκοπισμού της τάχατες αγάπης, κάτι που με μαθηματική ακρίβεια του οδηγεί στα λιμνάζοντα ύδατα μιας άχαρης συμβίωσης, η οποία με τον καιρό γίνεται αφόρητη.

Είδος υπό εξαφάνισιν, οι λιγοστοί πείσμονες ερωτευμένοι ολοένα και περισσότερο, και πράττοντας άριστα, καταφεύγουν σε πανέξυπνα τεχνάσματα, σε ωραίες επινοήσεις, σε κρίσιμα κόλπα για τη σωτηρία και την μακροημέρευση του έρωτα. Πρώτα απ’ όλα έχουν την υπέροχη τάση να θυμούνται τις «μέρες που μια ανθρώπινη ζωή είχε κάποια αξία και δεν ήταν απλώς ένα τυπογραφικό λάθος σ’ ένα ανακοινωθέν», όπως γράφει ο Λόουρι. Επιδίδονται σε μιαν ανταλλαγή δώρων, μια τελετουργία της δίχως δόλο προσφοράς. Ρίχνουν στη λάβα της λησμοσύνης ό,τι δεν είναι λαμπερό και ονειροφόρο. Γίνονται ποιητές για να ψάλλουν την ομορφιά του πλάσματος που δονεί τους λογισμούς τους. Γίνονται μάγειροι για να τέρψουν τον ουρανίσκο της αγαπημένης, με απίστευτες συνταγές που θαρρείς ανατρέπουν κάθε σύμβαση της εστίασης. Γίνονται αυτοσχέδιοι θαυματοποιοί προκειμένου να μετατρέψουν τις φτωχικές κάμαρες σε ολάνθιστους κήπους. Γίνονται εξερευνητές της πόλης τους και ανακαλύπτουν κρύπτες και περάσματα που φιλοξενούν και θεριεύουν τον ίμερο. Κάνουν τον περίπατο περιπέτεια. Κάνουν την περιπέτεια μεγαλειώδες έπος. Θυμούνται ξανά την παλιά υπέροχη φράση των πρωτοπόρων «Η Τέχνη είναι αλκοόλ, δεν είναι βάλσαμο», και μεθάνε με το αθάνατο κρασί του Ανδρέα Μπρετόν και του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Αρθούρου Ρεμπώ και του Αρθούρου Κραβάν, του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ και του Ιωάννη Λένον।

Είδος υπό εξαφάνισιν, οι λιγοστοί πείσμονες ερωτευμένοι ανακαλύπτουν τους προγόνους τους, ξεσκαρτάρουν την Παγκόσμια Ιστορία του Έρωτος, αφήνουν ίσως στην άκρη τον Δάντη και τη Βεατρίκη, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, και προτιμούν να ποντάρουν στον Μπόγκι και στην Μπακόλ, στον Χάμμετ και την Χέλμαν, στον Βλαντιμίρ και τη Βέρα, στην Μπόνι και στον Κλάιντ, αλλά με ένα πιο αίσιο και αίθριο μέλλον. Εκπονούν μία νέα Γεωγραφία των Παθών, οι λιγοστοί πείσμονες ερωτευμένοι, και συνθέτουν μια νέα γλώσσα, μια δική τους ιδιόλεκτο, έναν κώδικα προορισμένο αποκλειστικά για την ποιητική τους συνεννόηση. «Πάρε τη λέξι μου», το σύνθημα. «Δώσε μου το χέρι σου», το παρασύνθημα. Σωστά, Ανδρέα Εμπειρίκο;