Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Το παρακάτω μεταδόθηκε χτες, 29 Απριλίου 2008, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM. Υπάρχουν ακόμη τρόποι να δεξιωνόμαστε την Ομορφιά, να απολαμβάνουμε το Θάλπος, να φιλεύουμε την Ποίηση, να γυρίζουμε με περιφρόνηση την πλάτη στο χθαμαλό και το χυδαίο. Υπάρχουν ακόμη τρόποι να αντιστρέφουμε του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι την συνταρακτική φράση, λίγο προτού αυτοκτονήσει, «Η βάρκα του Έρωτα συντρίφτηκε στις ξέρες της καθημερινής ζωής». Υπάρχουν ακόμη τρόποι ν’ αποφεύγουμε το γλυκανάλατο τουρλού και να ποντάρουμε στη λυτρωτική έξαψη και στο εξημμένο πάθος. Υπάρχουν ακόμη τρόποι να γαληνεύουμε γλυκά στα διαλείμματα της παραφοράς.

Σχολική Έκθεση: Πώς Πέρασα το Πάσχα

Πέρασα το Πάσχα, εδώ στην Αθήνα, στην Αθήνα μου, στην λατρευτή Πλατεία Παπαδιαμάντη, χαζεύοντας από το μπαλκόνι μου μιαν αγέρωχη λεμονιά κι ένα περήφανο πεύκο, ενώ αφουγκραζόμουν το θρόισμα των φύλλων, και σιγόπινα το κεχριμπαρένιο θαυμάσιο κρασί που μου δώρισε ο καλός μου φίλος Γιώργος Δουατζής. Γεμίζοντας την κάμαρά μου με κεριά και άνθη ευωδιαστά. Κυκλοφορώντας με δέος ηδύ στις σελίδες του κυρ-Νίκου, του μεγάλου ποιητή και συγγραφέα και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη που μπόρεσε να συνδυάσει έναν ακραίο μοντερνισμό, αντλημένο από τον Τζέιμς Τζόις, με μια κατανυκτική προσήλωση στα πολύτιμα κείμενα της «Φιλοκαλίας» και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Πέρασα το Πάσχα, πασχίζοντας να πείσω τον εαυτό μου ότι εάν υπάρχει κάποια ουράνια δικαιοσύνη, τότε οι μακαρίτες φίλοι μου Ηλίας Λάγιος, Χρήστος Βακαλόπουλος, Κώστας Γεωργίου, Μάριος Μαρκίδης, Μελίνα Καρακώστα, και τόσοι άλλοι, θα έχουν συγχωρεθεί και για το πιο απειροελάχιστο κρίμα τους, και τέτοια ήσαν τα όποια κρίματά τους: απειροελάχιστα, και θα βλέπουν τις αγαπημένες τους ταινίες, του Μπέργκμαν, του Χάουαρντ Χωκς και του Γκοντάρ~ θα διαβάζουν τα λατρεμένα τους βιβλία του Ρέιμοντ Τσάντλερ, της Πατρίσια Χάισμιθ, και του Τόμας Μαν~ θα ακούνε τις εκλεκτές τους μουζικούλες των Kinks, του Μάρκου Βαμβακάρη, του Γκούσταφ Μάλερ, του Βασίλη Τσιτσάνη, και του Αγίου Ιωάννη Κολτρέιν, εκεί πάνω, κάπου στους λειμώνες τ’ ουρανού.

Πέρασα το Πάσχα μου με την αίθρια σκέψη ότι τα «Σχόλια του Τρίτου» του Μάνου Χατζιδάκι ήταν η πιο πολύτιμη πολιτισμική πολιτική παρέμβαση στη χώρα μας από την Μεταπολίτευση και δώθε. Κι ακόμα, με τη σκέψη ότι η ομορφιά της ποίησης και η ποίηση της ομορφιάς είναι οι πιο κραταιές άμυνές μας, το δικό μας θρυλικό Ρούπελ, απέναντι στην επέλαση των νέων σιδερόφρακτων στρατιών που σήμερα απαρτίζονται από νεοβαρβάρους που κραδαίνουν πάμπολλα άλλοθι για τα μεγάλα στυγερά εγκλήματά τους. Και το μεγαλύτερο έγκλημα, σήμερα, είναι η βάναυση επίθεση κατά της λογικής και η εξίσου βάναυση, και συστηματικότατη, παρακαλώ, καταρράκωση της ιστορικής αλήθειας, αλλά και της αίσθησης της ιστορίας. Έχουμε φτάσει, δυστυχώς, στο αποτρόπαιο σημείο να θεωρείσαι επαναστάτης ή εξεγερμένος ή και σκανδαλώδης αν πεις ότι δύο συν δύο ίσον τέσσερα, ή ότι δεν φταίνε σε τίποτα ο Μπαρούχ Σπινόζα, ο Ιμμάνουελ Καντ και ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ για το Άουσβιτς και τα γκούλαγκ.

Πέρασα το Πάσχα μαγειρεύοντας και δεξιωνόμενος φίλους, σκεπτόμενος ξανά ότι το θησαυροφυλάκιό μου δεν είναι παρά η ατζέντα μου με τα ονόματα και τα τηλέφωνα των θαυμάσιων φίλων μου. Αισιοδοξώντας πέρασα το Πάσχα μου, κάνοντας, καθώς λέγαμε και πριν από χρόνια, ωραία σχέδια για το παρελθόν, έχοντας κατά νου του Νίκου Καρούζου τη φράση «Σιγά μωρέ παλιόκοσμε που θα κάτσω να προγραμματίσω». Κι ακόμα, επιτρέποντας στον εαυτό μου μερικούς λυτρωτικούς παλιμπαιδισμούς, όπως το να δω το «Ελ Σιντ» με τον σχωρεμένο Τσάρλτον Ήστον και την λαμπερή Σοφία Λώρεν και να ακούσω εξακολουθητικά το αγέραστο σάουντρακ από την αγέραστη ταινία της αγέραστης εφηβείας μας «Jesus Christ Superstar». Να ’μαστε όσο γίνεται καλά, φίλες και φίλοι, ακροατές και ακροάτριες του Καναλιού μας!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Λουίζ Μπουρζουά


Το παρακάτω κείμενο θέλει να είναι ένας ύμνος στη δημιουργικότητα και στην επιμονή των δημιουργών να εκφράζονται και να μας προσφέρουν θαύματα που κάνουν τη ζωή πιο συναρπαστική. Η Λουίζ Μπουρζουά είναι ένας τέτοιος δημιουργός, μια γερή ψυχή που παλεύει ακατάπαυτα ενάντια στη φθορά. Στο Παρίσι, στο Μπομπούρ, εκτίθενται διακόσια έργα της, στο πλαίσιο της μεγάλης αναδρομικής της, έως τις 2 Ιουνίου. Έχουμε κανονίσει, εμείς η Φυλή των Happy Few, να ταξιδέψουμε τέλη Μαΐου στην Πόλη του Φωτός, των Εξεγέρσεων, της Ποίησης, και του Πάθους. Θα δούμε τα έργα της Μπουρζουά, θα πιούμε στο Irish Pub, θα περιπλανηθούμε ξανά στα σοκάκια όπου περιπλανήθηκαν οι Breton Debord Burroughs Brion Gysin και στις λεωφόρους όπου ύψωσαν αγέρωχα οδοφράγματα τα παλικάρια του Μάη του 68. Θα σας ιστορήσουμε κατόπιν το ταξίδι και τις περιπλανήσεις μας.

Λουίζ Μπουρζουά
Η Αντοχή των Υλικών


Υπάρχουν σπουδαίοι καλλιτέχνες που με τον βίο και το έργο τους μοιάζουν να αναιρούν το χρόνο, τη φθορά, το φόβο του θανάτου. Ο οποίος φόβος του θανάτου γίνεται οίστρος της ζωής, όπως διατεινόταν και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Οι συγγραφείς Σάμιουελ Μπέκετ και Ουίλιαμ Μπάροουζ, οι σκηνοθέτες Μικελάντζελο Αντονιόνι και Ίγκμαρ Μπέργκμαν, οι τζαζίστες Τσάρλι Μαριάνο και Λι Κόνιτζ, και βέβαια ο μεγαλοφυής Πάμπλο Πικάσο δεν έπαψαν να ρουφάνε με λαιμαργία τη δρόσο της ζωής και να δημιουργούν, πυρετωδώς μάλιστα, ως τα ογδόντα και ενενήντα χρόνια τους. Το πάθος φαίνεται να είναι η κινητήρια δύναμή τους, και η επιμονή στην καλλιτεχνική έκφραση είναι το οξυγόνο τους. Για τον Μπάροουζ, και την επίδραση που άσκησε σχεδόν σε κάθε μορφή τέχνης, από το γράψιμο ως τη video art και το πανκ, ειπώθηκε από την Πάτι Σμιθ ότι είναι «Ο Παππούς Όλων Μας». Μπορούμε, κάλλιστα και άνετα, να πούμε για την Λουίζ Μπουρζουά ότι είναι «Η Γιαγιά Όλων Μας». Ας δούμε το γιατί, με αφορμή κιόλας την τρομερά πετυχημένη αναδρομική έκθεση της σπουδαίας εικαστικού στην Tate Modern, η οποία παρουσιάζεται τώρα, και έως τις αρχές Ιουνίου, στο Παρίσι, στο περιλάλητο Μπομπούρ.
Αυτή η μικροκαμωμένη αλλά τόσο δυναμική γυναίκα είδε το πρώτο φως στις 25 Δεκεμβρίου του 1911. Διέσχισε ακάματη, ανήσυχη, απτόητη τον 20ό αιώνα, ήρθε σε επαφή με τις προεξάρχουσες προσωπικότητες της μοντέρνας τέχνης, πέρασε μέσα από κινήματα και ρεύματα, όπως ο εξπρεσιονισμός, ο κυβισμός, ο υπερρεαλισμός, κατορθώνοντας με έναν μοναδικό συνδυασμό πείσματος, φαντασίας, και σκληρής δουλειάς να αρθρώσει τον δικό της, προσωπικό και τόσο ιδιαίτερο λόγο που άλλοτε ψιθυρίζει και άλλοτε κραυγάζει ότι η ζωή είναι συνάμα οδύνη και ηδονή, πόνο και ακατάπαυτη υπέρβαση του πόνου μέσα από τη δημιουργία.
Επί δεκαετίες είχε μείνει σιωπηλή ως προς τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια που πέρασε στην πατρική έπαυλη στο Σουαζί-λε-Ρουά, προτιμώντας να συνθέτει το «μυθιστόρημα της ζωής της» μέσω των εικαστικών της έργων, όπου ενθέτει, έστω με κρυπτικό τρόπο, κάμποσα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Επί δεκαετίες είχε μείνει στο περιθώριο της επίσημης εικαστικής πιάτσας, φροντίζοντας ωστόσο να πλάθει δυσδιάστατες εικόνες και περίπλοκους όγκους, χωρίς να εκθέτει, απλώς εκφράζοντας τα όσα πάλλονταν εντός της, εντυπωσιάζοντας έναν μικρό κύκλο μυημένων. Επί δεκαετίες, η Λουίζ Μπουρζουά ήταν το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της μοντέρνας τέχνης.
Από μικρή εργάζεται ως βοηθός του πατέρα και της μητέρας της στην επιχείρηση αναπαλαίωσης βαρύτιμων ταπισερί, σχεδιάζοντας κομμάτια που έλειπαν λόγω φθοράς, και υφαίνοντας. Αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά, εγγράφεται στη Σορβόννη, το 1932, δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την ακρίβεια της γεωμετρίας, κάτι που προβάλλεται στο εικαστικό της έργο, αλλά τελικά την κερδίζει η τέχνη, και στρέφεται στη ζωγραφική. Σπουδάζει στην Ecole des Beux Arts και κατόπιν στην Ecole de Louvre. Ο Φερνάν Λεζέ, ρηξικέλευθος καλλιτέχνης που και αυτός είχε εγκαταλείψει μιαν επιστήμη, την αρχιτεκτονική εν προκειμένω, για να στραφεί επίσης στη ζωγραφική, γίνεται μέντορας και δάσκαλός της, διακρίνει την ένταση στο ταλέντο της Λουίζ, και την πείθει ότι μπορεί να διαπρέψει στη γλυπτική. Ο Λεζέ εισακούεται, και η Μπουρζουά αρχίζει να δημιουργεί το δικό της σύμπαν, δαμάζοντας και συνδυάζοντας τα πιο ετερόκλητα υλικά: ξύλο, ύφασμα, μάρμαρο, πανί, μέταλλο, τα πάντα λαμβάνουν το σχήμα και τη μορφή που θέλει η Μπουρζουά. Καθώς λέει ο θρύλος, το πρώτο της γλυπτό ήταν φτιαγμένο από ψωμί, το οποίο έπλασε έτσι ώστε να έχει τη μορφή του πατέρα της και στη συνέχεια κατατεμάχισε μ’ ένα κουζινομάχαιρο!
Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που η Λουίζ Μπουρζουά έστερξε επιτέλους να αποκαλύψει κρυφές πτυχές από τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, ιδίως τις τραυματικές της εμπειρίες που θέλησε, και κατάφερε, να ιάσει μέσα από την απαράμιλλη δημιουργικότητά της. Μίλησε για τον αυταρχικό, μοιχό και άστατο πατέρα της, ο οποίος εγκατέλειψε την οικογένειά του, με την ερωμένη του που συνέβαινε να είναι η Αγγλίδα γκουβερνάντα της. Η μεγάλη πληγή αυτής της απιστίας δεν έμελλε να επουλωθεί παρά μονάχα μέσα από ασταμάτητη έρευνα της φύσης του ανθρώπου και μέσα από την μεταρσίωση των πορισμάτων της έρευνας αυτής σε καλλιτεχνήματα.
Γνωρίζει, στα 1937, τον κορυφαίο ιστορικό τέχνης Ρόμπερτ Γκόλντγουοτερ, με τον οποίο παντρεύεται την επόμενη χρονιά. Φεύγουν μαζί για τη Νέα Υόρκη, όπου εγκαθίστανται και όπου, με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, καταφθάνουν εκεί οι κυριότερες μορφές του υπερρεαλιστικού κινήματος, ποιητές και ζωγράφοι εξόριστοι υπό την πίεση των ναζί. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο πολύς Αντρέ Μπρετόν, ο σεμνός Υβ Τανγκύ, ο μειλίχιος Χουάν Μιρό, και, βέβαια, ο εξαιρετικά οξύνους Μαρσέλ Ντισάν. Η Λουίζ Μπουρζουά θα συνάψει φιλικές σχέσεις με τους μετοίκους, θα παρακολουθήσει μαθήματα του Ντισάν στην περίφημη Art Students League, αλλά δεν θα γίνει η δεύτερη σύζυγός του όπως έχει εκ λάθους γραφτεί σε ορισμένα βιογραφικά της. Θα είναι απλώς φίλοι.
Το 1945, η Μπουρζουά θα κάνει την πρώτη ατομική της έκθεση, με έργα κυρίως εμπνευσμένα από τον ονειρικό κόσμο του υπερρεαλισμού, φιγούρες που θυμίζουν τοτέμ, καμωμένες συνήθως από ξύλο. Θα σημειώσει επιτυχία, αλλά εν συνεχεία και μολονότι δεν παύει να δημιουργεί, θα περάσει σε μία φάση απόσυρσης από το εμπόριο της τέχνης, πεπεισμένη ότι πρόκειται για έναν κόσμο ανδροκρατούμενο, πνιγηρό για μια γυναίκα καλλιτέχνιδα. Ακάματη, η Μπουρζουά καταπιάνεται με θέματα δύσκολα εκείνη την εποχή, με τη θηλυκότητα, τις συγκρουσιακές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, τη σεξουαλικότητα, την υπαρξιακή αγωνία και μοναξιά των ξεχωριστών ανθρώπων. Το δίπολο πατέρας-μητέρα επανέρχεται ιδεοληπτικά στο έργο της, λαμβάνει ενίοτε διαστάσεις εφιαλτικές που, ωστόσο, κρύβουν μέσα τους ένα υποχθόνιο χιούμορ και πολλές λάμψεις ζεστασιάς και αισιοδοξίας. Καταπληκτικό παραμένει ότι πολλές συλλήψεις της Μπουρζουά που χρονολογούνται ήδη από τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, δουλεύτηκαν επίμονα επί σειρά ετών και είδαν το φως της δημοσιότητας, με τη μορφή κειμένων, ζωγραφιών, γλυπτών, και εγκαταστάσεων, μετά τη δεκαετία του 1970, οπότε και ανακαλύφθηκε τόσο από τους κριτικούς όσο και από ένα ολοένα και πιο ευρύ κοινό.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, με τον οποίο είχαν μάλλον αρμονικές σχέσεις –η Λουίζ Μπουρζουά παρέμεινε πάντοτε λιγομίλητη ως προς τα προσωπικά της–, το έργο της μοιάζει να απελευθερώνεται ολοένα και περισσότερο, μοιάζει να προχωρεί από αίνιγμα στο άνοιγμα, με μορφές όλο και πιο εύγλωττες, καθώς τα σύμβολά της γίνονται διαυγή και άμεσα. Κεντρική θέση στο έργο της έχουν πια φαλλόμορφα γλυπτά, με ένα εκ των οποίον, τιτλοφορούμενο Fillette, κατ’ ουσίαν ένα πέος περίπου εβδομήντα εκατοστών, η Μπουρζουά πόζαρε για τον έμπλεο κύρους φωτογράφο Ρόμπερτ Μάπλφορπ, το 1982, στα ογδόντα της χρόνια Κι ακόμα, πάντα παρούσες οι εμβληματικές φιγούρες του πατέρα και της μάνας. Στο έργο της «Η Καταστροφή του Πατέρα», η Μπουρζουά ασκεί σφοδρή κριτική στην πατρική μορφή, συνθέτοντας ένα είδος απειλητικού, αγχωτικού, γεμάτου εντάσεις δείπνου, ενώ απεναντίας, στο πιο διάσημο έργο της, στην «Αράχνη», ένα απίστευτα επιβλητικό γλυπτό, μνημειακών διαστάσεων, εγκωμιάζει μέσα από την ατσάλινη μορφή του αρθρόποδου που υφαίνει υπομονετικά και επιτήδεια τον ιστό, την γενναιοδωρία, την υφαντική τέχνη, την ανάγκη άμυνας, και την προστατευτικότητα της μάνας!
Με μια πλειάδα σύντομων, πολύ λιτών αλλά γεμάτων σοφία φράσεων, η Μπουρζουά κατάφερε να συνοψίσει την πολύπτυχη και ευεργετική προσφορά της, τόσο στην τέχνη όσο και στη διαμόρφωση αξιών που κάνουν το βίο πιο ανθρώπινο. «Η μόνη ευθύνη που έχει κανείς ως καλλιτέχνης», αποφάνθηκε, «είναι να παραμένει απολύτως αληθινός με τον εαυτό του». Έχει, κατά καιρούς επιμείνει, ότι αντίθετα με το δόγμα, φθαρμένο πια, «η τέχνη για την τέχνη», η τέχνη αντλείται από τη ζωή, είναι για τη ζωή, και προσφέρεται στη ζωή. Κι ακόμα, ότι η τέχνη δεν είναι κάποιο περίεργο και δαιδαλώδες φαινόμενο, αλλά είναι απλούστατα η υπέρτατη υγεία του νου.
Γνωρίζοντας ολοένα και μεγαλύτερη επιτυχία και αναγνώριση από τη δεκαετία του 1970 και μετά, έχοντας αποσπάσει ύψιστες τιμητικές διακρίσεις με το έργο της να παρουσιάζεται στις μεγαλύτερες μητροπόλεις και τα σημαντικότερα μέλαθρα της τέχνης στον κόσμο, η Λουίζ Μπουρζουά είναι σήμερα ένας ζωντανός θρύλος, ένα σύμβολο επιμονής και εργατικότητας, μία επιτομή των επιτευγμάτων της μοντέρνας τέχνης του 20ού αιώνα. Χαρακτηριστικό της ζωντάνιας, αυτής της εκπληκτικής κυρίας, που έκλεισε τα Χριστούγεννα τα 96 της χρόνια, είναι ότι ακόμα και σήμερα ανοίγει τις πόρτες του σπιτιού της, στο Τσέλσι της Νέας Υόρκης, και υποδέχεται φιλόξενα κάθε Κυριακή απόγευμα νέους καλλιτέχνες, που της παρουσιάζουν το έργο τους, απαγγέλλουν ποιήματα, παίζουν μουσική και συζητάνε μαζί της, σ’ ένα είδος μυσταγωγικής τελετουργίας, στη διάρκεια της οποίας η γενναιόψυχη «Γιαγιά Όλων Μας» εκφράζει με απόλυτη λιτή ειλικρίνεια τη γνώμη της. Φαίνεται, λοιπόν, με τον έως τώρα έργο και τον έως τώρα βίο της, η Λουίζ Μπουρζουά να αποτελεί την ενσάρκωση της περίφημης φράσης του Λουί Αραγκόν, «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».





.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ


Από τη Μεγάλη Δευτέρα, και όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, ο Μπαμπασάκης στο Ραδιοχρονογράφημά του, Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM, μεσημέρι παρά πέντε, διαβάζει διαλεχτά αποσπάσματα από το έργο του μεγάλου συγγραφέα, ποιητή και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. «Τα δέντρα από τα έγκατα της γης, όπου ο σκοτεινός φόβος τα ’κρυβε, πληθαίνουν ομορφαίνοντας ολοένα πιο πολύ την πεντάμορφη κυρά, που δίχως να πάψει με την αγάπη του τέκνου της να είναι χρυσή πορτοκαλιά, μέρα με τη μέρα περισσότερο ξεμοιάζει με στάμνα, όμοια με τη μάνα της. Στο μεταξύ φορτηγά οχήματα λευτερώνουν την κοίτη του ποταμού από τους θηλυκούς και τους αντρίκειους ογκόλιθους».

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, 16


Το παρακάτω διαβάστηκε προχθές, 17 Απριλίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4, μεσημέρι παρά πέντε. Χθες, διάβασα ένα ωραίο ποίημα του Παπατσώνη για το Σάββατο του Λαζάρου. Απόψε, δέκα το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στην εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», θα ακούσετε μουσικοτεμάχια κατανυκτικά από μπλουζίστες όπως ο Sonny Terry, από τροβαδούρους όπως ο Dylan και ο Cash, από τζαζίστες όπως o Miles και ο Coltrane, με κοινό χαρακτηριστικό ότι όλα μιλάνε περί Jesus και περί Lord!

Ένα Δώρο την Ημέρα, τον Σιγισμούνδο κάνει πέρα

Τι πιο λυτρωτικό από τα δώρα; Τίποτα! Έρχεται τις προάλλες μια κοπέλα και μου δωρίζει δυο μολύβια, μια ξύστρα, και μια κάρτα με λέξεις του Τζακ Κέρουακ. Ξέρει πόσο τον αγαπώ τον Τζακ, πόσο ακόμη ομνύω στην πάντοτε αθώα διάθεση του συγγραφέα των «Υποχθόνιων» και του «On the Road», να δίνεται και να δίνει.

Ο ανιψιός μου, μόλις τεσσάρων χρονών πρόπερσι και φανατίλα αντικαπνιστής, όχι μόνον λόγω ηλικίας, μου είχε μολοντούτο κάνει δώρο ένα υπέροχο σταχτοδοχείο με την αφίσα του «Μαύρου Γάτου», του Hotel du Chat Noir, να το στολίζει.

Κάποτε, αρχές δεκαετίας του Ογδόντα, ένα βράδυ στο σπίτι του, στη Φωκυλίδου, ο τότε φίλος Ευγένιος Αρανίτσης μού πέταξε αμέριμνα κάτι που έπιασα στον αέρα, λέγοντάς μου, «Πάρε! Για σένα, Ίκαρε, που σ’ αρέσουν κάτι τέτοια». Κι αυτό το κάτι ήταν ένας πανέμορφος στυλογράφος, χρυσός μασίφ, και λίαν λυτρωτικός, μιας και μπόρεσα, προτού δυστυχώς τον χάσω, με ωραία στιχάκια κάποιους φίλους να κεράσω.

Μια μέρα, στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα, ο πρωτοποριακός εικαστικός Υβ Κλάιν, ύστερα από ένα δείπνο στην κατοικία του, γοητευμένος από τον προσκεκλημένο του, που δεν ήταν άλλος από τον Γκι Ντεμπόρ, του λέει γλυκά να διαλέξει όποιον πίνακα θέλει να του τον χαρίσει. Ο Ντεμπόρ διαλέγει. Ο Υβ Κλάιν, έκπληκτος, τον ρωτάει γιατί διάλεξε τον συγκεκριμένο, που τύχαινε να είναι πολύ μικρός σε διαστάσεις. Θα μπορούσε να διαλέξει έναν άλλο, πιο επιβλητικό, πιο πολύτιμο, πιο ακριβό. Ο Ντεμπόρ απαντά, μειδιώντας: «Μα, γιατί χωράει στην τσέπη του πανωφοριού μου».

Έχει συμβεί, και είμαι περήφανος και ευγνώμων γι’ αυτό, να μου κάνουν άδολα δώρα, ξανά και ξανά. Έργα εικαστικά, ένα θαυμάσιο ρολόι, κάτι πούρα δυσεύρετα, ένα τρενάκι που με έστειλε διαβασμένο στα παιδικά μου χρόνια, μερικά ραδιόφωνα, λουλούδια, χειρόγραφα, ακόμα και χαλιά. Και σεντόνια. Κι έναν λεμονοστύφτη. Όχι σε γιορτές ή σε επετείους, αλλά έτσι, απλούστατα, μέσα στην καθημερινότητα. Κι αυτά τα δώρα είναι τα στολίδια της ζωής μου, είναι τα παράσημά μου στις μάχες που έχω δώσει ενάντια στον κυνισμό, στην φθορά, στο χθαμαλό των χαοτικών καιρών μας.

Και με τη σειρά μου, είμαι κι εγώ ευγνώμων και περήφανος για το ότι βρέθηκαν άνθρωποι, και όχι λίγοι, ικανοί να με εμπνεύσουν να τους κάνω δώρα: μια σοκολάτα, βιβλία, ένα ταξίδι που το λαχταρούσαν, κάποιες σπάνιες μουσικές, μερικές αλησμόνητες στιγμές, ένα ονειρογόνο χαμόγελο, μια νύχτα πιο φωτεινή από κάθε μέρα του Απρίλη, μερικές χιλιάδες αναπάντεχα γαλάζια και κόκκινα και σμαραγδένια άνθη, την Ρολς Ρόις του χιούμορ μου.

Τα δώρα είναι η μουσική των γεγονότων μας. Τα δώρα είναι ο Απρίλιος της ζωής μας. Τα δώρα είναι το άνοιγμα στο αίνιγμα των πραγμάτων και των συναντήσεων και των σχέσεων. Τα δώρα είναι ο τρόπος μας να γιορτάζουμε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνια, και Ανάσταση, με την ίδια λογική, με την ίδια ευαισθησία.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, 15


Ladies & Gents, αυτό μεταδόθηκε προχθές! Αύριο, θα ανεβάσω το χθεσινό! Τα πάντα ρει, έλεγεν ο Ηράκλειτος. Τα πάντα free, ο Μπορχοκύρης!


Απρίλης, ο Μήνας ο Γλυκός

Μολονότι του T. S. Eliot τυγχάνω θαυμαστής, λάτρης δε της «Έρημης Γης» όπως του άρεζε την κατά Σεφέρη «Έρημη Χώρα» ο ποιητής Ηλίας Λάγιος να αποκαλεί, ποτέ μου δεν κατάφερα να χουχουλιάσω με τον στίχο, έναν από τους πλέον περιλάλητους στην ιστορία της ποίησης, «Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός». «April is the cruelest month» μάλιστα, ήτοι «Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρότατος».

Για μένα, ίσως και για όλους όσοι μεγάλωσαν μες στη γαλάζια αιθρία, ο Απρίλης είναι ο μήνας ο γλυκός, ο μήνας ο ονειροφόρος, ο μήνας ο ανθηρός. Είναι ο μήνας του θάλπους, τότε που τα ενύπνια είναι γεμάτα ευωδιές, τότε που σκιρτούν μελωδικά οι καρδιές, τότε που λες ότι οι πεταλούδες είναι ποιήματα που χορεύουν, τότε που μέσα από το τσιμέντο της μεγαλούπολης μπορείς να διακρίνεις έργα του Χουάν Μιρό, τότε που αφήνεις στο ράφι τον Σεφέρη και βάζεις στο πικάπ τον εαρινό δανδή Μπράιαν Φέρι.

Τον Απρίλιο, το ξενύχτικο μπαρ, όπως και το εωθινό καφενείο, γίνεται το μοντέρνο τέμενος, καθώς έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Τον Απρίλιο μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι ακόμα και η πιο φτωχική κάμαρα γίνεται κήπος ολάνθιστος, ότι σε κάθε κορμί μανιάζει και λυσσά του Έρωτος η ορμή, ότι μπορείς ν’ αγγίξεις την ψίχα της ψυχής, ότι κολυμπάς χαμογελώντας αμέριμνα στον ωκεανό της ζωής.

Κάθε Απρίλιο με στοιχειώνει ευπρόσδεκτα η έξοχη παροιμία του έξοχου υπερρεαλιστή ποιητή Ρενέ Κρεβέλ, «Δεν μας αρέσουν ούτε οι φακές του πλούσιου ούτε το χαβιάρι του φτωχού. Κάθε Απρίλιο γιορτάζω τα γενέθλιά μου, όπως τα γιόρταζαν και οι αγαπημένοι Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και Βλαντιμίρ Λένιν, δίχως να πενθώ για το πέρασμα του χρόνου, αλλά ανανεώνοντας ξανά, ίσως κάπως απερίσκεπτα, την ροπή μου προς τις ευφρόσυνες αφροσύνες.

Ναι, είναι, ναι, ας είναι, ο Απρίλης ο μήνας ο γλυκός, κι ας απλώνει το άρωμα μιας έστω πρόσκαιρης αισιοδοξίας μες στο τρεχαλητό της καθημερινότητάς μας!

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

ΣΤΥΛ


ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΠΡΟΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗ
Φίλε Γιάννη,
χθες μου τηλεφώνησε ο φίλτατος Χρήστος για να μου ζητήσει συνεργασία για το τεύχος Μαΐου. Σου στέλνω, λοιπόν, το συνημμένο, το οποίο είναι ο πρόλογός μου στο πειραματικό βιβλίο «Μάης 68» που ετοίμασα, μαζί με τον Πάρι Κούτσικο, και που αναμένεται να κυκλοφορήσει αρχές Μαΐου, συνοδευόμενο από σχετικές εκδηλώσεις. Επίσης, στέλνω το εξώφυλλο. Είναι η τελευταία φορά που στέλνω συνεργασία, υπό τις παρούσες συνθήκες, και παρακάτω εξηγώ το γιατί.

Έχει παραβιαστεί η αρχική μας συμφωνία, ήτοι να σου δίνω κάθε μήνα 4-6 σελίδες, με τον γενικό τίτλο ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΕΙΑΔΑ [από τη Γλυκιά Συμμορία Icaros & Friends], εν είδει ενθέτου στη «Γαλέρα», με ιδιαίτερη σελιδοποίηση και γαλάζια φάσα γύρω από τις σελίδες, οι οποίες θα περιείχαν και χειρόγραφα καθώς και μίνι έργα τέχνης. Επίσης, δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ στη «Γαλέρα» υλικά που σου είχα στείλει & παραδώσει, όπως το κείμενό μου Dignity (γιατί όπως μου είπες το είχα ανεβάσει στο blog μου), οι «Δύο Αθηναϊκές Ιστορίες» του Νέστορα Πουλάκου, το χειρόγραφο ποίημα του Γιάννη Λειβαδά, και τα «Τηλεγραφήματα από τις Κόγχες της Πόλεις». Σημειώνω ότι είχα δεσμεύσει φίλους να μου παρέχουν υλικό, και, βεβαίως, είχα δεσμευτεί απέναντί τους να δημοσιεύεται το εν λόγω υλικό.

Ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του, το στυλ του, τις εμμονές του. Προσωπικά, είμαι διατεθειμένος να συνεργάζομαι δωρεάν μονάχα με τους δικούς μου όρους, ειδεμή εκλαμβάνω τη συνεργασία ως… εργασία, οπότε ζητώ αμοιβή, έστω και φιλική, εφόσον πρόκειται για φιλική συνεργασία.

Συνεπώς, ζητώ είτε να επανέλθουμε στην αρχική συμφωνία, που σημαίνει να σου παραδίδω κάθε μήνα 4-6 σελίδες δικής μου επιλογής, απαρτιζόμενες από κείμενα δικά μου και φίλων μου, εν είδει, επαναλαμβάνω, ενθέτου στη «Γαλέρα», είτε να σου παραδίδω ένα δικό μου κείμενο 1500 έως 2000 λέξεων, για το θέμα του οποίου θα συμφωνούμε από πριν, και για το οποίο θα αμείβομαι φιλικά με 200 ευρώ.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, σε διαβεβαιώ ότι θα παραμείνω φίλος, αγοραστής, και προπαγανδιστής της πολύ όμορφης και πολύτιμης «Γαλέρας», δίχως όμως να είμαι και συνεργάτης.

Με όλη μου τη φιλία και την εκτίμηση,

Ίκαρος

ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ ΠΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ
Γεια σου Ίκαρε,
Το κείμενο που μου προτείνεις δε μπορεί να δημοσιευθεί, επειδή προφανώς το βιβλίο θα κυκλοφορεί παράλληλα με τη ΓΑΛΕΡΑ.
Για όλα τα παρακάτω πρέπει να γράψω τόσα πολλά. Κράτα μόνο το «διαφωνώ».
Παραμένω θαυμαστής σου.
Και πάλι γεια,
Γιάννης
ΥΓ: Όταν τυπωθεί το «ΜΑΗΣ ’68», στείλε μας ένα για προβολή.

ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΠΡΟΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗ
Χαίρε Γιάννη,
ΟΚ και κανένα πρόβλημα.
Πάντα κι εγώ φίλος και θαυμαστής,
και όποτε θέλεις πίνουμε κάνα τσίπουρο.
Φιλιά,
Ίκαρος
ΥΓ. Βεβαίως και θα σου στείλω «Μάη», μετά αφιερώσεως μάλιστα!

ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Συζητήσαμε με τον Νίκο Μπουρσινό για την απόσυρση του μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου από σχολικές βιβλιοθήκες... Διαβάστε εδώ http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,id=83918544,100189264,4901904,19748240,25541392

τα σχετικά με αυτή την σκανδαλώδη ιστορία... Πρότεινα στο Κανάλι να αντιδράσουμε, προβάλλοντας το βιβλίο της Έρσης, οργανώνοντας εκδηλώσεις όπου θα απαγγέλλουμε εκ περιτροπής αποσπάσματα από αυτό...

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω, 13ο Ραδιοχρονογράφημα, μεταδόθηκε σήμερα, 14 Απριλίου, μεσημέρι παρά πέντε, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. Το 12ο Ραδιοχρονογράφημα, που ακούστηκε την Παρασκευή, απαρτιζόταν από τρία ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη. We are for each other/ for life’ s not a paragraph/ and death I think/ is no parenthesis (μπόρεσε να γράψει ο σπουδαίος e. e. cummings).

Λένα και Λουίζ

Μολονότι ανήκω στη γενιά που γαλουχήθηκε, μάλλον καθυστερημένα, με το σύνθημα που στοίχειωσε το ροκ εντ ρολ και έστειλε στους λειμώνες τ’ ουρανού παλικάρια όπως ο Τζέιμς Ντιν και ο Τζίμι Χέντριξ, όπως η Τζάνις Τζόπλιν και ο Τζέιμς Ντάγκλας Μόρισον, ήτοι το ακαριαίο σύνθημα «Live Fast, Die Young», που σημαίνει «Ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος», μου ασκούσαν μεγάλη γοητεία κάποιες μορφές που, θαρρείς, ξεγελούσαν τη φθορά και το πάλευαν γερά, καθώς λέει ο Μπουκόφσκι. Ναι, το πάλευαν γερά, πόνταραν στην αντοχή των υλικών, αρνούνταν να το βάλουν κάτω, να βγουν απ’ το παιχνίδι. Τέτοιες μορφές ήσαν ο Χένρι Μίλερ και ο Σάμιουελ Μπέκετ~ ο Μπέργκμαν και ο Αντονιόνι~ ο Ολιβέιρα, βεβαίως~ κι ακόμα, ο Τσάρλι Μαριάνο, γεννημένος το 1923 παρακαλώ, σαξοφωνίστας ογδόντα πέντε ετών που το φυσάει ακόμη, και εύγε του!
Γιατί τα λέω αυτά; Διότι θεωρώ μεγίστη αναπτέρωση του ηθικού όλων μας το γεγονός της αντίστασης στη φθορά, το γεγονός της διαρκούς αναβάπτισης στα νάματα της δημιουργικότητας, και, απεναντίας, θεωρώ βλάσφημο ξαστόχημα το να τα παρατάμε, να εγκαταλείπουμε τον στίβο της πάλης ενάντια στη μιζέρια. Προσφάτως, αισθάνθηκα μια τέτοια, μεγίστη αναπτέρωση ηθικού την κυκλοφορία των «Ημερολογίων» της Λένας Πλάτωνος, αυτή τη δυναμική της επανεμφάνιση στη μουσική, αυτή τη σημαντική ανανέωση της προσφοράς μιας σπάνιας δημιουργού. Χάρη στην τρυφερή ευφυΐα και την ευφυή τρυφερότητα –τι ωραία να συνταιριάζονται αυτά τα δύο!– του ποιητή Γιώργου Χρονά, έχουμε τη χαρά ν’ ακούμε και πάλι τις μελωδικές αιχμές της Λένας, αυτής της ιέρειας της electronica, αυτής της αδάμαστης πρωτοπόρου! Είχα την τιμή, πιτσιρικάς, και χάρη στον παλιόφιλο Άκη Λαδικό, να παρευρίσκομαι στο στούντιο όπου ηχογραφούνταν τα διαμάντια του εκπληκτικού δίσκου «Σαμποτάζ», στις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα., και να κάνω παρέα με τη Λένα και με τον εκρηκτικό Γιάννη Παλαμίδα. Αλησμόνητα πράγματα, βαρύτιμα, πανέμορφα, και γόνιμα!
Κι ακόμα, μαζί με τα «Ημερολόγια», άλλη μεγίστη αναπτέρωση του ηθικού, η αναδρομική έκθεση τόσο στην Tate Modern όσο και στο Μπομπούρ, της Λουίζ Μπουρζουά, αυτού του ιερού τέρατος της γλυπτικής, αυτής της εξαίσιας «Γιαγιάς Όλων Μας», που επιμένει, στα ενενήντα έξι της χρόνια, να σμιλεύει με ετερόκλητα υλικά, με μάρμαρο, με ξύλο, με ατσάλι, το μυθιστόρημα μιας πάμπλουτης σε εμπειρίες ζωής.
«Χαστούκι στο γούστο του κοινού», χαρακτήριζε την ποίησή του και τον ρωσικό φουτουρισμό ο Βλαδίμιρος Μαγιακόφσκι. «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια», διατεινόταν ο υπέροχος Ανδρέας Εμπειρίκος. Ας είναι χαστούκι στη χαοτική χαμέρπεια των χαλεπών καιρών μας αυτές οι άδολες και συγκλονιστικές προσφορές που μας έρχονται από σημαντικότατες μορφές όπως η Λένα και η Λουίζ.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

ΤΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΡΑΡΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε χθες, 10 Απριλίου, μεσημέρι παρά πέντε, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. Αφορμή ήταν, βεβαίως-βεβαίως, η απονομή του Βραβείου Pulitzer στον Bob Dylan, την οποία μάλιστα πανηγυρίσαμε δεόντως. Αύριο, από τις 10 το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, στον «Αφρό των Ημερών», πάντα στο Κανάλι 1, φιλοξενώ τον εικαστικό Κώστα Τσώλη που εκθέτει στην Γκαλερί Batagianni, και τον σκηνοθέτη της «Επιστροφής» Βασίλη Δούβλη. Το έργο στη φωτογραφία είναι του Κώστα Τσώλη.

Ο δικός μου Dylan

Υπάρχουν καλλιτέχνες και έργα που σε καθηλώνουν στο σπίτι, σε γαληνεύουν, ημερεύουν τις μέρες και τις νύχτες, απομακρύνουν τον ίμερο. Αλλά υπάρχουν καλλιτέχνες και έργα που σε ωθούν να πάρεις τους δρόμους, που κάνουν πρίγκιπα ανήμερο τον ίμερο μέσα σου, που σε ξεσηκώνουν, που σε κάνουν να ποθείς να γίνεις άνθρωπος της περιπέτειας ή τίποτα.

Ήμουν στο Βόλο και ήμουν γύρω στα δεκαπέντε. Η γενιά του σελιλόιντ και του βινύλιου, αλλά και της ποίησης, του νουάρ, της μελωδικής αταξίας μόλις ξεπρόβαλλε, ντυμένη μ’ αμπέχονα, με πάντα έτοιμα τα σημειωματάρια και τον Parker στις τσέπες. Και ξάφνου, ακούσαμε Dylan. Σχεδόν τυχαία. Αλλά τόσο καθοριστικά. Λιώναμε τα άλμπουμ του στα εφηβικά πικάπ μας, βγαίναμε απ’ την κάμαρά μας, συναντιόμαστε πότε στη Minerva, και πότε στο Saloon, και ώρες ολόκληρες κουβεντιάζαμε για τον Dylan, για τη φωνή του, για τους στίχους που πασχίζαμε ν’ αποκρυπτογραφήσουμε, για τη μουσική του που μας φαινόταν σαν κεραυνός σε slow motion.

Με τον φίλο μου ποιητή Γιάννη Τζώρτζη συνεχίσαμε ν’ αγαπάμε τον Dylan, να εμπνεόμαστε από την ποίηση και την προσωπικότητά του. Γύρω μας είχαν αρχίσει οι καταλαλιές, οι συσκευασμένοι πυγμαίοι είχαν βρει πάλι τον αποδιοπομπαίο τράγο τους, κι αυτός ήταν ο Dylan. Από σύμβολο, έμβλημα και ίνδαλμα τον είχαν υποβιβάσει σε σκουπίδι. Τόσα ήξεραν. Ας είναι. Ο Γιάννης κι εγώ επιμείναμε, στήναμε ολονύχτιες ακροάσεις τραγουδιών του Bob, και, υπό την επήρεια ουίσκι, βότκας, τσίπουρου, οίνου, και ό,τι άλλο είχαμε διαθέσιμο, καίγαμε το μυαλό μας συζητώντας για τις ενδεχόμενες σχέσεις των στίχων του Dylan με την ποίηση του Τ. Σ. Έλιοτ (ιδίως με τα «Κουαρτέτα»), αναλύαμε τα τσακίσματα, την ειρωνεία, την πίκρα και την οξύτητα της φωνής του στο απαράμιλλο «It ain’t me, babe», γράφαμε ποιήματα στο ύφος του «Desolation Row».

Ο Γιάννης στρώθηκε κι έγραψε ένα βιβλίο, το «Bob Dylan, Ένα Όχημα», έπαιξε κομμάτια του Bob στις διάφορες εκπομπές που έκανε, μίλησε και στην τηλεόραση για τον τροβαδούρο. Εγώ, σχεδόν απ’ τα ίδια. Δεν έπαψα να γράφω για τον Dylan σε εφημερίδες και περιοδικά, να μιλάω με φίλους για το «Oh Mercy» και το «Time Out Of Mind», να συνθέτω ποιήματα επηρεασμένα από το «Highway 61 Revisited», να ακούω μεθυσμένος είκοσι απανωτές φορές το ίδιο κομμάτι του Bob παρέα με τον άλλο ποιητή, τον Γιάννη Ζελιαναίο μέχρι να δούμε τις πρώτες χλομές ηλιαχτίδες ν’ απλώνονται θελκτικά στο πρόσωπο της όμορφης Μούσας μας που φρόντιζε γενναιόψυχα να μας γεμίζει τα ποτήρια και τις καρδιές μας.

Dylan, λοιπόν, ξανά μανά και πάλι Dylan! Με βραβείο Pulitzer πια, και τα σκυλιά… λυμένα!!!


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Έχω γενέθλια! 10 Απριλίου! Απλώς! COSA FATTA CAPO HA !

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω μεταδόθηκε σήμερα, 9 Απριλίου, μεσημέρι παρά πέντε, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. Σταθερά θα επιμείνουμε να μην είμαστε υπό πίεσιν αλλά υπό ποίησιν. Μας ντοπάρουν οι λέξεις, μας ντοπάρουν η Φιλία και ο Έρως, μας ντοπάρουν οι άδολες σχέσεις, οι τρελές παρέες, οι νύχτες μας που είναι πιο φωτεινές από τις λαμπρότερες ημέρες! Μας ντοπάρει το ποίημα «Africa, Paris, Greece», του Charles Bukowski, στις σελίδες 84, 85, και 86 του βιβλίου του Play the Piano Drunk like a Percussion Instrument until the Fingers begin to bleed a little. Μας ντοπάρει το ότι ο μέγας Bob Dylan τιμήθηκε, προχθές, με το Βραβείο Pulitzer.

Η Προπαγάνδα της Ποιότητας


Έλεγα, από τούτο το μικρόφωνο, από τούτο το βήμα, τις προάλλες, για τα blog, για την ποίηση που θάλλει και πάλι, που πάντα βρίσκει τρόπους και δρόμους για να περάσει από το αίνιγμα στο άνοιγμα, για να ξεγελάσει τη φθορά, για να φτάσει σε ευήκοα αυτιά. Και χτες το βράδυ, ύστερα από μουσικές εξαίσιες (Ιωάννης Σεβαστιανός και Dylan, Κοέν Λεονάρδος και Λεονάρδου Σωτηρία, Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν και Βαν Μόρισον), ανοίγω τον υπολογιστή μου και λαμβάνω ένα φίνο e-mail, τίγκα στην ποίηση και στη ζωντάνια και στην αγάπη για τη ζωή. Ναι, λαμβάνω ένα ωραίο e-mail που είναι συνάμα γαλάζιο άνθος και θαλπερή αιθρία. Είναι από τον Νέστορα Πουλάκο, φίλο ποιητή, blogger και νυν υπεύθυνο του σάιτ «Βακχικόν». Ψάξτε το, δεν θα χάσετε. Ένα σάιτ που προβάλλει την ποιότητα της τέχνης και, κυρίως, την τέχνη της ποιότητας. Ένα σάιτ που οσονούπω θα εκπέμπει σταθερά και στα ερτζιανά. Ένα σάιτ που σχέσιν ουδεμία δεν έχει με ρουτίνες, ντοπαρίσματα, εκβιασμούς, δόλιες βιντεοσκοπήσεις, δικομματισμούς, πνευματικούς ανασκολοπισμούς, και άλλα τοιούτα. Ένα σάιτ, επαναλαμβάνω Βακχικόν το λένε, από το ποίημα του Καβάφη. Ένα σάιτ που άλλο δεν θέλει παρά την ομορφιά να εξάρει. Ένα σάιτ που οργανώνει εκδηλώσεις, βραδιές μουσικοποιητικές, για τις οποίες συχνά θα σας μιλάμε. Ιδού τώρα ένα δείγμα γραφής:

Τίποτα δεν είναι αληθινό, η Προπαγάνδα συνεχίζεται
Απ’ τις ακρώρειες των πόλεων, από το πουθενά, σιγά-σιγά και αθόρυβα, συγκεντρωνόμαστε. Κάτω από το χαμηλό φως των χαμόγελων, ανοίγουμε το χάρτη της ονειρικής μας πολεοδομίας και σχεδιάζουμε τις διαδρομές μας. Δεν πρόκειται να τις ακολουθήσουμε, το ξέρουμε. Άγνωστοι οιωνοί και συγχρονίες απρόβλεπτες θα μας οδηγήσουν. Καίμε το χάρτη, από τις φλόγες ανάβουμε τσιγάρα, και ξεκινάμε.Στην Προβηγκία και στην Ήπειρο, σε βόρεια πλάτη και θάλασσες ζεστές, περιπλανιόμαστε. Χανόμαστε στον κόσμο, συναντιόμαστε. Έχουμε μάθει ότι ο δρόμος είναι μονόδρομος, ο γυρισμός ανέφικτος. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Γονατίζουμε, βουτάμε τα χέρια μας στο χώμα, στο νερό, και με τη λάσπη υψώνουμε ναούς αφιερωμένους στην ετοιμόρροπη δόξα της διαπροσωπικής περιπέτειας. Ανυπόληπτοι ιερείς μας δίνουν την ευχή τους. Κι ένα μπουκάλι για το δρόμο.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Το παρακάτω, Ένατο Ραδιοχρονογράφημα, ακούστηκε χθες, μεσημέρι παρά πέντε, κατά τα ειωθότα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. «Όσο ακόμη έχω όρεξη να μιλώ για τη Σονάτα της Θύελλας ή για την Τέχνη της Φούγκας, τόσο, ναι, δεν παραιτούμαι, είπε ο Ρέγκερ» (Thomas Bernhard, Παλιοί Δάσκαλοι).

Οι Κόγχες της Πόλης

Ναι, κόγχες~ κογχύλια. Όμορφα μέρη, θαλπερά. Μέσα στην πόλη, φωλιές ηδύτατες, καμωμένες για ανάπαυλα. Εκεί όπου μπορείς να ξαποστάσεις αλλά και να ξεφαντώσεις. Εκεί όπου μπορείς τη Φιλία ν’ απολαύσεις και στου Έρωτος τα νάματα ξανά να βαφτιστείς. Είναι της πόλης οι κόγχες. Είναι ταβερνεία παλιά, μπαράκια που άντεξαν στου χρόνου τη φθορά, καφενεία που μένουνε στην ιστορία. Ταξιδευτές μέσα στην πόλη, τα ανακαλύπτουμε, χρόνια τώρα, τα μέρη αυτά όπου του καφέ η ευωδιά είναι σαν ποίημα του Καρούζου, όπου του ουίσκι η αψάδα σε γυρνάει στην αποκοτιά της εφηβείας σου, όπου τα εδέσματα γίνονται χάδια της μάνας.

Είναι τα μέρη μας. Τα μέρη που μας γαλούχησαν. Που μας γαλουχούν ακόμη. Είναι το «Πανελλήνιον», θρυλικό καφενείο, στέκι σκακιστών, απ’ όπου έχουνε περάσει γενιές και γενιές φίλων του ζατρικίου. Ανάμεσά τους ο Νίκος ο Σκαλκώτας, υιός του μουσουργού μας, πρωταθλητής Ελλάδας, δεινός ταβλαδόρος, πάντα χαμογελαστός. Ο Ηλίας Κουρκουνάκης, κορυφαίος σκακιστής κι αυτός, έξοχος συγγραφέας, χιουμορίστας και λάτρης του Σέρτζιο Λεόνε. Κι ακόμα, ο Παντελής Καλιότσος, ο μυθιστοριογράφος, ο Στέφανος Ροζάνης, ο δοκιμιογράφος και ποιητής. Και πάμπολλοι άλλοι. Ως και ο Ανατόλι Κάρποφ, μέγας παγκόσμιος πρωταθλητής, αιώνιος αντίπαλος του Γκάρι του Κασπάροφ.

Είναι το «Ωρεβουάρ», το πρώτο αμέρικαν μπαρ, μισόν αιώνα τώρα. Σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιο. Θεσπέσιο στέκι στην Πατησίων. Έχει φιλοξενήσει τον Φρανκ Σινάτρα, μάλιστα. Εδώ, στο «Ωρεβουάρ», έχουν πιει τα ποτήρια τους κι έχουν διασκεδάσει, τραγουδώντας το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο, καθώς έλεγε για την Ποίηση ο Αντρέ Μπρετόν, ποιητές όπως ο Καραβασίλης ο Γιώργος, συγγραφείς και ακτιβιστές όπως ο νυν βουλευτής Κοροβέσης Περικλής, εγλεντζέδες αειθαλείς όπως ο λεγόμενος Τουλούζ Λωτρέκ, και φίνοι ηθοποιοί όπως ο Κούλης ο Στολίγκας. Μα και ζωγράφοι, όπως ο Αχιλλέας ο Χρηστίδης. Και, φυσικά, ο δικός μας, ο Γιάννης ο Τριάντης.

Είναι και το παμπ ρέστοραν «James Joyce», το ιρλανδέζικο, κοντά στο Θησείο. Ζεστό, με πολυθρόνες δερμάτινες, με ωραία μουσική από το πράσινο νησί, με συνταγές μαγειρικές εμπνευσμένες από το έργο και τον βίο του μεγάλου ρηξικέλευθου συγγραφέα. Μια ακόμα όαση στην πυκνοκατοικημένη έρημο, όπως ορίζει τη μεγαλούπολη η όπερα «Traviata». Εδώ ανασαίνεις το «οξυγόνο αντιδιαστολής», για το οποίο πάντα μιλούσε ο Νίκος Καρούζος, λέγοντας ότι αυτό ακριβώς το «οξυγόνο αντιδιαστολής» είναι στις μέρες μας η Ποίηση.

Πολλά μέρη, θαλπερά. Πολλά μέρη, κόγχες της πόλης, πολύτιμα κογχύλια, μας περιμένουν, για να χαρούμε εκεί του Έρωτος τα δώρα, της Φιλίας τη γλύκα, της Αγάπης τη μελωδία. Ας τα ανακαλύπτουμε, κι ας τα τιμούμε, φίλες και φίλοι! Καλή μας εβδομάδα και κάθε καλό!

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

ΤΟ ΟΓΔΟΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το Όγδοο Ραδιοχρονογράφημα, παίδες! Μεταδόθηκε ψες, το μεσημέρι παρά πέντε, όπως πάντα, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4, ως ακόμα μία ανάσα ποίησης, ακόμα μία υπενθύμιση του ότι από την ύλη των ονείρων καμωμένοι είμαστε!

Είναι Όλα Αλήθεια

Σύμφωνα με την Χάνα Άρεντ, οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε κάπως ιδιαίτερα τους ποιητές, και εν γένει τους πνευματικούς δημιουργούς. Έχει άλλωστε ειπωθεί ότι αυτοί είναι οι άοπλοι νομοθέτες του κόσμου τούτου. Αλλά οι ισχυροί και οι κρατούντες έχουν κάποιες αντιρρήσεις. Και έχουν το χρήμα και τη δύναμη να επιβάλλουν τις εν λόγω αντιρρήσεις. Επιθυμούν να κάνει ο δημιουργός αυτό που του επιτάσσουν οι ίδιοι και όχι αυτό που τον καλεί να πλάσει η φαντασία, το ταλέντο του, και η ηθικοαισθητική συγκρότησή του.
Ευτυχώς, οι πιο ωραίοι δημιουργοί κάνουν τα δικά τους και… δεν μασάνε.. «JE NE MANGE PAS DE CE PAIN-LA», ήτοι «ΔΕΝ ΤΑ ΤΡΩΩ ΑΥΤΑ», διαβάζουμε στον τάφο του σπουδαίου ποιητή Μπενζαμέν Περέ (1899-1959). Ευτυχώς, οι πιο ωραίοι δημιουργοί στήνουν παρατηρητήρια του ουρανού, όπως έλεγαν οι υπερρεαλιστές~ γίνονται κοσμοναύτες του έσω διαστήματος, όπως έλεγε ο Αλεξάντερ Τρόκκι (λετριστής, καταστασιακός, και μπήτνικ μαζί~ ο μόνος που πέρασε και από τα τρία αυτά ανατρεπτικά κινήματα)~ αναζητούν, ανακαλύπτουν, και μας δωρίζουν το χρυσάφι του χρόνου, όπως τόσο όμορφα διατεινόταν ο Αντρέ Μπρετόν.
Τέτοιος δημιουργός υπήρξε και ο Όρσον Γουέλς. Το 1942, ο δημιουργός του συγκλονιστικού φιλμ «Πολίτης Κέιν», μεταβαίνει στη Βραζιλία για λογαριασμό της RKO, προκειμένου να κινηματογραφήσει το Καρναβάλι του Ρίο. Και, βέβαια, κάνει τα δικά του και όχι αυτά που ήθελε να του επιβάλει η εταιρεία. Τα «αφεντικά» κόβουν τη χρηματοδότηση και τον διατάσσουν να γυρίσει πίσω. Απτόητος, και αγέρωχος, ο Γουέλς τους αψηφάει, και κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες καταγράφει τη ζωή και τους αγώνες των φτωχών ψαράδων της Βραζιλίας, ιδίως τεσσάρων τολμηρών αλιεργατών που, αγανακτισμένοι από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, διέπλευσαν με τη σχεδία τους 2500 χιλιόμετρα για να διαμαρτυρηθούν στον τότε πρόεδρο της χώρας. Η RKO απέλυσε τον Γουέλς και εξαφανίζει το φιλμ (είπαν ότι «χάθηκε»).
Ευτυχώς, 309 μπομπίνες του Γουέλς βρέθηκαν τυχαία σε μιαν αποθήκη, το 1986, και ύστερα μια επταετία σκληρής και επιμελούς εργασίας, οι πάντες μπόρεσαν να θαυμάσουν αυτή τη δουλειά του μεγάλου δημιουργού. Ο τίτλος; «It’ All True». «Είναι Όλα Αλήθεια»! Έτσι, έστω και μετά τον θάνατό του, ο Όρσον Γουέλς θριάμβευσε, ενώ οι ισχυροί ηττήθηκαν!

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

ΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Το παρακάτω, Έβδομο Ραδιοχρονογράφημα, μεταδόθηκε χθες από το Κανάλι 1, Πειραιάς, στις 12 παρά πέντε το μεσημέρι, όπως πάντα. Απόψε, έχουμε ταρατατζούμ, παίδες, στο Βιβλιοπωλείο ΚΟΑΝ, γωνία Σκουφά 64 και Δελφών, με αφορμή την έκδοση του καταπληκτικού βιβλίου Tom Wais, Αθώος στα Όνειρά σου [κείμενα και συνεντεύξεις], μεταφρασμένο από τον Άλεξ Καλοφωλιά και τον Πάνο Τομαρά. Θα μιλήσουν οι μεταφραστές, καθώς επίσης και η Σώτη Τριανταφύλλου (η οποία συνέβαλε στην έκδοση μεταφράζοντας ποιήματα του Charles Bukowski, τα οποία αγαπάει ο Waits), και ο Μάκης Μηλάτος, ο οποίος προλογίζει το βιβλίο και συντάσσει την εργογραφία του Waits. Τέλος, αύριο, 5 Απριλίου, δέκα το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, στην ζωντανή εκπομπή μου «Ο Αφρός των Ημερών» στους 90.4 και στο Κανάλι 1, βεβαίως-βεβαίως), θα έχω καλεσμένο τον Άλεξ Καλοφωλιά, θα το γλεντήσουμε με κομμάτια του Waits αλλά και με καινούργια των Earthbound. Συντονιστείτε!

Η Παρακμή των Παρωνυμίων

«Τον Γιάννη τον Γαλάνη τι τον έχεις;» με ρώτησε, πάνε χρόνια τώρα, μια γλυκύτατη κυρία, βιβλιοπώλισσα, που αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν μακρινή μου θεία, του πατέρα μου εξαδέλφη. Δεν ήξερα κανέναν Γαλάνη, αλλά όπως επίσης αποδείχτηκε από την συζήτηση, ο εν λόγω Γαλάνης δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον πατέρα μου. Όλοι στην Ακράτα, όπου παραθέριζαν, τον ήξεραν ως Γαλάνη, και έτσι τον φώναζαν. Ήταν το παρωνύμιό του, το παρατσούκλι του.

Ο Κάρολος Μαρξ, λόγω των μελαψών του χαρακτηριστικών, είχε, μάλλον από τον Ένγκελς, κοσμηθεί με το παρατσούκλι «Ο Μαύρος». Τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Ουλιάνοφ, πασίγνωστο ως Λένιν, τον αποκαλούσαν, ήδη από νεαρό, «Γέρο», λόγω της μεγάλης του σοφίας. Ο Μιχαήλ Μπακούνιν ήταν γνωστός σε ορισμένους κύκλους ως «Πρίγκιπας του Διχασμού», ενώ ο Λοχαγός Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, έγινε θρύλος των αιθέρων, σεβαστός και από τους εχθρούς του, ως «Ο Κόκκινος Βαρόνος», και εν προκειμένω το «κόκκινος» δεν είχε καμία σχέση με τις πολιτικές του προτιμήσεις, κάθε άλλο, αλλά με το κόκκινο τριπλάνο Φόκερ που τόσο επιδέξια πιλοτάριζε. Ο συμπατριώτης του, ο στρατάρχης Έρβιν Γιόχαν Όιγκεν Ρόμμελ έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «Η Αλεπού της Ερήμου», χάρη στους ιδιοφυείς ελιγμούς του στη Βόρειο Αφρική. «Πατερούλης», ο Ιωσήφ Βισαριονόβιτς Τζουκασβίλι, ο διαβόητος και ως Στάλιν, ήτοι Ατσάλινος, ενώ επίσης «Πατερούλης», «Πάπα», ο πατριάρχης της νεωτερικής αμερικανικής πεζογραφίας, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Τον Γκι Ντεμπόρ τον Γάλλο ρηξικέλευθο στοχαστή, επαναστάτη, και συγγραφέα της Κοινωνίας του Θεάματος, τον φώναζαν «Στρατηγό», ιδίως μετά την εξέγερση του Μάη του 68, τον κάποτε φίλο του και συγγραφέα της «Επανάστασης της Καθημερινής Ζωής», Ραούλ Βανεγκέμ, τον είχαν βαφτίσει οι σύντροφοί του «Βαμπίρ», ενώ έναν άλλο παλιόφιλό τους, τον Εγγλέζο εικαστικό και ψυχογεωγράφο Ραλφ Ράμνεϊ, τον στόλισαν με το τιμητικό παρατσούκλι «Ο Πρόξενος», αναφορά στον κεντρικό χαρακτήρα Πρόξενο Τζόφρεϊ Φέρμιν από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Μάλκολμ Λόουρι Κάτω από το Ηφαίστειο. Στη δική μας την παρέα, λέγαμε τον Γιάννη Τζώρτζη και τον Βασίλη Τσαλή, «Τζώρτζουακ» και «Τσάλαντι», από τον Τζακ Κέρουακ, συγγραφέα του On the Road, και τον επιστήθιο φίλο του Νιλ Κάσαντι, ενώ και ο ομιλών είχε κάποτε κοσμηθεί με το παρωνύμιο Ρόμπι Ρομπ, από τον άτεγκτο μα και έντιμο Ροβεσπιέρο.

Τα παρατσούκλια ήταν, στα όχι και τόσο παλιά χρόνια, μια γλυκιά συνήθεια, η δε εκπόνησή τους ήταν πάντα μια χαριτωμένα περιπετειώδης διαδικασία, άλλοτε ακαριαία, μια έκλαμψη της έμπνευσης, και άλλοτε γιορταστική, μέσα στα φιλόξενα στέκια, τη μουσική, τα ξεφαντώματα. Σήμερα, όχι δίχως κάποια μελαγχολία, όχι δίχως κάποια θλίψη, παρατηρώ ότι σπανίζουν, τα παρατσούκλια, ολοένα και πιο πολύ. Και λέω μελαγχολία και θλίψη, γιατί τα παρατσούκλια είναι παιδιά της παρέας, της κοινότητας, του «όλοι για έναν, και ένας για όλους». Και σήμερα, θες το τρεχαλητό για το μεροκάματο, θες οι κατραπακιές που τρώει, απανωτές μάλιστα, το χιούμορ, θες το άγχος, θες το στρες, ζούμε την παρακμή των συλλογικοτήτων, των παρεών, και άρα την παρακμή των παρωνυμίων, των παρατσουκλιών. Κρίμα δεν είναι, φίλες και φίλοι;

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

ΤΟ ΕΚΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Ένεκα κραιπάλη διαρκείας εις το ιρλανδέζικο στέκι James Joyce, ηργήσαμεν όπως αναρτήσωμεν το παρακάτωθι Ραδιοχρονογράφημα, παίδες! Anyways, ακούστηκε ψες, μεσημέρι ώρα, παρά πέντε, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM, και έναντι 220681 ευρώ, έταξα ναν το δώκω εις το «Δέντρο», το λογοπεριοδικόν, προς γουτεμβεργοποίησιν. Καθώς λέγει κι ο Τζ. Τζ, στα Φινεγκάνια Γουέκια: «καλόπιοτο πιοτί, καμπανιστός καμπανίτης, λαρυγγόκαυκο αψέντι, πούρο ζεοζήθι, ήτοι βαλαντώνουμε άνευ βαλαντίου» [FF, 171]


Όλα για την Αλήθεια

Τηλεόραση είχα να δω κοντά έξι χρόνια. Φυσικά, έχω βάσιμους λόγους γι’ αυτό και δεν πρόκειται για κάποια αιφνίδια κατακυρίευσή μου από εκκεντρικές τάσεις. Παραμένω ευλαβικά πιστός στη γνωστή απόφανση του Εγέλου για τις εφημερίδες («η πρωινή προσευχή του πολίτη είναι η επιμελής ανάγνωση των εφημερίδων») και στην κάποτε πασίγνωστη και τώρα μάλλον λησμονημένη ρήση του Φρέντυ Γερμανού («η διαφορά ανάμεσα στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, είναι ότι δεν μπορείς να τυλίξεις τίποτε μέσα σε μια τηλεόραση»). Τις προάλλες, μολαταύτα, αποφάσισα με νου νηφάλιο να δω τηλεόραση. Και είδα. Κι έπαθα. Κι έμαθα. Είδα ειδήσεις, είδα «παράθυρα», είδα στρογγυλά τραπέζια, είδα έναν ψυχολόγο να συνομιλεί με μια τραγουδίστρια (μεταμεσονυκτίως), είδα διαφημίσεις για προϊόντα των οποίων αγνοούσα (ευτυχώς) την ύπαρξη.
Αυτό που με εντυπωσίασε πάνω απ’ όλα ήταν η επανειλημμένη επαναληπτική επανάληψη της τόσο ωραίας λέξης «αλήθεια». Οι πάντες επέμεναν ότι εδώ λένε όλη την αλήθεια, ότι δεν έχουν να φοβηθούν την αλήθεια, ότι εδώ θα λάμψει η αλήθεια και μόνον η αλήθεια. Ταράχτηκα, δε λέω. Κοκκίνισα, ξανά και ξανά. Ένιωσα μέγας αρχιψευταράς. Χρόνια ολόκληρα, δεκαετίες τώρα, ζω προσηλωμένος στη φράση του Γκι Ντεμπόρ «Δεν λέω παρά μονάχα την αλήθεια, αν και όχι πάντοτε ολόκληρη». Θεωρούσα τη στάση αυτή εξόχως κομψή, βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν ιδεωδώς έντιμη (ιδίως, μάλιστα, εάν το έχεις δηλώσει εξαρχής στους εκάστοτε συνομιλητές σου).
Αλλά τώρα, αισθάνθηκα αχρείος, κανάγιας, μπαγαπόντης, ελεεινός ξεγελαστής, τόσο των άλλων όσο και του εαυτού μου. Με κατατρόπωσαν ψυχικά οι ωρυόμενοι κύριοι που εκτόξευαν αποκλειστικώς την αλήθεια, και όλη την αλήθεια, και πάντα την αλήθεια από την οθόνη της τηλεόρασης. Πώς θα ζήσω από δω και πέρα; Πώς;

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Ο Τζέιμς Τζόυς, Παίδες!




Όταν σε μια πόλη, καθώς περιπλανιέσαι, πέφτεις τυχαία πάνω σ’ ένα ιρλανδέζικο παμπ-ρεστοράν, που φέρει μάλιστα τον τίτλο «James Joyce», πράσινα παράθυρα και γερές μαύρες μπίρες, μεταξύ άλλων, τότε η αισιοδοξία ανασκιρτάει, ένα μικρό κερί φωτίζει δάσος ολόκληρο…

Τζέιμς Τζόυς

Η μοίρα των καινοτόμων είναι η περιπέτεια. Όχι μονάχα να ζούνε περιπέτειες αλλά να τις προκαλούν. Αναστατώνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν. Αλλάζουν το τοπίο της τέχνης τους. Μεταβάλλουν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Συνθέτουν ανήκουστες μελωδίες με τις λέξεις, με τα χρώματα, με τις νότες, ακόμα και με το πώς ανάβουν το τσιγάρο τους ή αγγίζουν την αγαπημένη τους. Είναι αυτοί που ανατρέπουν τους κανόνες του παιχνιδιού και επιβάλλουν αναίμακτα τους δικούς τους. Είναι αυτοί που μετά το πέρασμά τους από τούτον τον πλανήτη τίποτα πια δεν είναι όπως ήταν πριν. Είναι αυτοί που παράγουν νέα κριτήρια.

Τέτοιος άνθρωπος, τέτοιος καινοτόμος ήταν ο Τζέιμς Τζόυς. Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες. Κάθε του βιβλίο ήταν κάτι πέρα και πάνω από τυπωμένες σελίδες, κάτι πέρα και πάνω από λογοτεχνία: ήταν ανάσα, βρυχηθμός, σπασμός, ουρλιαχτό, ψίθυρος, εξέγερση, μουσική των κορμιών, κλείσιμο αμετάκλητο ενός κύκλου και υπαινιγμός για το άνοιγμα χιλίων άλλων. «Αυτή η ξέφρενη Σύνοψη των πιο δελεαστικών παιχνιδιών, αυτή η Ποιητική τέχνη σε δέκα χιλιάδες μαθήματα, δεν είναι δημιουργία της τέχνης αλλά αυτοψία του πτώματός της», έγραψε εύστοχα και ανησυχητικά κάποιος θεωρητικός για το περιλάλητο Finnegans Wake. Δεν είναι καθόλου λίγο να καταφέρνεις να συμπυκνώσεις όλο το νόημα, όλο το μεγαλείο και όλη την τραγωδία της Μοντέρνας Τέχνης σε ένα μυθιστόρημα! Καθόλου λίγο!

Το Δουβλίνο είναι πια ο Τζόυς, είναι το «Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς», όπως το Παρίσι είναι το Παρίσι του Ζακ Πρεβέρ. Απαθανάτισε την πόλη όπου είδε, στις 2 Φεβρουαρίου του 1882, το πρώτο φως, όπου περιπλανιόταν ατέρμονες ώρες ρουφώντας το παγερό φως πάνω στη θάλασσα, στην άμμο, στα φουσκωμένα κύματα, παίζοντας ακατάπαυστα με τους λεκτικούς αντικατοπτρισμούς που χόρευαν στο μυαλό του από την εφηβεία και σ’ όλη του τη ζωή. Ταλαιπωρημένος από τους Ιησουίτες του Κολεγίου Κλόνγκουζ Γουντ, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τον προικίσει με την καλύτερη παιδεία, ο Τζόυς θα τους χαρακτηρίσει «ένα τάγμα άκαρδων ανθρώπων που φέρουν το όνομα του Ιησού κατ’ αντίφρασιν», θα αποφασίσει να αμαρτήσει με μια γυναίκα που θα εκστασιαζόταν μαζί του μέσα στην αμαρτία, θα θελήσει να γίνει ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, ένας ανέστιος ποιητής της ζωής, ένας μεθοδικά ανέμελος παρίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να δουλεύει ξανά και ξανά τις συλλαβές μέχρι να μοιάσουν με «αναρίθμητα πολύχρωμα πρίσματα». Ο Ερρίκος Ίψεν και, φυσικά, ο Βάρδος, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με το σύνθημα «Μακριά απ’ το να σε λυπούνται», θα γίνουν οι στύλοι για το γαϊτανάκι των περιπετειών του Τζόυς, θα γίνουν οι προσηλώσεις και τα σημεία αναφοράς του. Η πνευματική νάρκη που άπλωναν τα εκκλησιαστικά δόγματα του ήταν απεχθής. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο με σάρκα και οστά, και μετά να τον μετατρέψει σε ένα πολυκύμαντο, βουερό, παλλόμενο έργο τέχνης.

Όπως τόσοι άλλοι λάτρεις των λέξεων και της ζωής, έτσι και ο Τζόυς θα ονειρευτεί το Παρίσι, ναι, κυριολεκτικά, το είδε στον ύπνο του και ήταν «ένα φως μέσα στο δάσος του κόσμου για τους εραστές». Και φυσικά θα πάει στο Παρίσι. Και θα γίνει εκεί ο βαθύτερος εαυτός του. Ο ίδιος του ο μύθος με σάρκα και οστά. Το γαλάζιο θα γίνει το αγαπημένο του χρώμα, θα έχει γι’ αυτόν μαγικές ιδιότητες φυλαχτού. Θα κάνει παρέα με γλεντζέδες φοιτητές, γλεντζές κι ο ίδιος, και θα φωτογραφίζεται μιμούμενος τις πόζες του Αρθούρου Ρεμπώ, σαν άσωτος μποέμ μ’ ένα μακρύ παλτό και αγέρωχο βλέμμα. Είναι ήδη ένας ανυπότακτος, ένας μοναδικός. Στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, ο Τζόυς θα συνοψίσει , με την πάντα συγκλονιστική λιτότητα των ανθρώπων που ξέρουν τι λένε και τι κάνουν, που λένε αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που λένε, το πιστεύω του, το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία».

Συνεπής στα λόγια του ήρωά του, ο Τζόυς θα ζήσει εκτός πατρίδας, εκτός εκκλησίας, εκτός οικογένειας, και, κατά πολλές έννοιες, εκτός λογοτεχνίας. Θα καταπιεί τόμους ολόκληρους, θα ελιχθεί στο αχανές ορυχείο της μυθιστοριογραφίας και της ποίησης, θαρρείς για να απορρίψει εντέλει τους πάντες και τα πάντα και να γίνει ο ίδιος ένα έργο τέχνης, ελισσόμενος ανάμεσα στα κολοσσιαία αριστουργήματα χωρίς να γίνει υποτακτικός τους, όπως ακριβώς ελισσόταν στα μπαρ όπου ήταν πασίγνωστος, «ένας υπεροπτικός νεαρός», όπως γράφει όμορφα η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «με τριμμένα ρούχα, λαστιχένια παπούτσια και ναυτικό καπέλο, ικανός να ξεγλιστράει και να προσποιείται, να συζητάει για τον Ευκλείδη, τον Ακινάτη και τη Νέλλυ την Πουτάνα και να προειδοποιεί τους εχθρούς του ότι θα τους κουρελιάσει με τους σατιρικούς του στίχους». Είναι καλό να υπενθυμίζουμε ότι, παρ’ όλα όσα λένε, στην επιστήμη της εξέγερσης η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, κι ότι ο Τζόυς από πολύ νεαρός είχε κατασταλάξει σε θέσεις που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να υιοθετήσουν όταν πια είναι πολύ αργά. Πίστευε, και το έλεγε μεγαλόφωνα, μεθυσμένος από ιρλανδέζικο ουίσκι και σιγουριά, ότι το ταλέντο του θα καίγεται πάντα με την «αρραγή έκσταση μιας ακατέργαστης πολύτιμης πέτρας», ότι η βία και ο πόθος είναι η αναπνοή της λογοτεχνίας, ότι αν κιοτέψεις έστω και μια στιγμή στη ζωή ή στην τέχνη είναι αναπόφευκτη η ολέθρια ολίσθηση στο βδέλυγμα των βδελυγμάτων: στη μετριότητα!

Θα γνωρίσει τη Νόρα Μπάρνακλ, και θα την ερωτευτεί παράφορα, αδιαφορώντας όπως κάθε γνήσιος άντρας αν αξίζει ή όχι τις περιποιήσεις, τις ικεσίες, τις καντάδες, τους καβγάδες, τον πόνο που συνοδεύουν κάθε τρελό έρωτα – καίτοι το «τρελός» όταν μιλάμε για τον Έρωτα είναι ένας φαιδρός πλεονασμός: κάθε έρωτας είναι τρελός ειδεμή πρόκειται για ανώδυνο και άτονο, για άχρωμο και άοσμο προσκοπισμό! Η κρίσιμη συνάντησή τους στις 16 Ιουνίου του 1904, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, θα αναχθεί –και ιδού η ακαταμάχητη δύναμη του ερωτευμένου άντρα– όχι μονάχα σε μία από τις πλέον εμβληματικές ημερομηνίες της λογοτεχνίας αλλά και σε παγκόσμια γιορτή: ο Τζόυς την έκανε πρωταγωνίστρια στο αριστούργημά του, τον Οδυσσέα και έκτοτε όλος ο κόσμος ονομάζει «Μπλούμζντεη», «Μέρα του Μπλουμ», την 16η Ιουνίου, και στο Δουβλίνο συρρέουν κάθε χρόνο πλήθη για να την τιμήσουν! Πρόκειται για μια από τις ευγενέστερες εκδικήσεις της λογοτεχνίας και του έρωτα το να ξεφαντώνει κάθε χρόνο μια πόλη γεμάτη προσκυνητές από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, επειδή ένας συγγραφέας αντάμωσε με την αγαπημένη του!

Ο πλάνης Τζόυς θα ζήσει στην Τεργέστη, διδάσκοντας και διαβάζοντας, πίνοντας και γράφοντας, όπως έκανε σχεδόν σε όλη του τη ζωή, κι εκεί θα γεννηθεί ο γιος του, ο Τζόρτζιο και η θυγατέρα του, η Λουτσία. Θα συνθέσει τους περίφημους Δουβλινέζους, θα μετακομίσει στη Ρώμη, θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος, θα επιστρέψει στην Τεργέστη, θα δανείζεται διαρκώς, πνιγμένος πάντα στα χρέη, και θα έχει τη φαεινή, πλην παταγωδώς αποτυχημένη ιδέα, να γίνει εισαγωγέας πυροτεχνημάτων και πράκτορας υφασμάτων!

Ενώ θα μένει προσηλωμένος στη Νόρα, ο ρομαντικός Τζέιμς Τζόυς δεν έμεινε αλώβητος από τα βέλη του έρωτα (ποιος μένει, άλλωστε; Μονάχα οι δειλοί!) Θα ξετρελαθεί με την Γερτρούδη Κέμπφερ, μια νεαρή γιατρό και συνάμα ασθενή – έπασχε από φυματίωση και βαθιά μελαγχολία. Θα παρασυρθεί σε αφροσύνες για τα μάτια αντιλόπης και τη χαρούμενη τραγουδιστή φωνή της Αμαλίας Πόππερ, μιας φοιτήτριάς του. Θα σαγηνευτεί από την αριστοκρατική ομορφιά της Μάρθας Φλάισμαν, θα την βομβαρδίζει με παθιασμένες ερωτικές επιστολές προτού καν μάθει το όνομά της – τις άφηνε ο ίδιος στο διαμέρισμά της και μετά στεκόταν έξω στο δρόμο και την απολάμβανε την ώρα που εκείνη διάβαζε τις πυρωμένες και απρεπείς ικεσίες του. Η Φλάισμαν θα απαθανατιστεί, θα γίνει η Ναυσικά του στον Οδυσσέα, υπέρτατη τιμή για μια γυναίκα που διάβαζε άψυχα μυθιστορήματα, που άλλαζε διάθεση ανάλογα με το φεγγάρι, που κύριο μέλημά της ήταν η ενδυματολογία.

Κι ανάμεσα στη Νόρα και τους έρωτές του, ανάμεσα στους κανονιοβολισμούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την καταφυγή του στη Ζυρίχη και στην ουδετερότητα της Ελβετίας, ο Τζόυς θ’ αρχίσει να συνθέτει τον Οδυσσέα, έχοντας πια την οικονομική υποστήριξη της διορατικής ευεργέτισσάς του, της εύπορης Χάριετ Σω Γουήβερ. Θα τον ολοκληρώσει στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε το 1920 και έμελλε να μείνει άλλα είκοσι χρόνια, έως λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, κάτι πέραν του μυθιστορήματος, κάτι σχεδόν πέραν της λογοτεχνίας, όπως και ό,τι άλλο θέλησε να συνθέσει ο Τζόυς, είναι συνάμα ιερουργία και βεβήλωση, είναι τραγούδι και ουρλιαχτό, είναι φιλοσοφική πραγματεία και πονεμένες αναμνήσεις, είναι εκ βαθέων εξομολόγηση και πείραμα, οχετός και ψαλμωδία. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, την ημέρα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, εκδίδεται στο Παρίσι ο Οδυσσέας, από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare & Co, της Αμερικανίδας Σύλβια Μπητς. Η έκρηξη έχει συντελεστεί, και η ιστορία της λογοτεχνίας παίρνει άλλη τροπή. Φυσικά, στις πουριτανικές Ηνωμένες Πολιτείες, το βιβλίο απαγορεύεται ως «πορνογράφημα», και θα χρειαστεί να κυλήσουν δύο ολόκληρες δεκαετίες ώσπου ο περίφημος πια δικαστής Γούλζυ με μιαν ακόμα πιο περίφημη αγόρευση αποφασίσει την ανάκληση της απαγόρευσης. Στο ρόλο άριστου λογοτεχνικού κριτικού, ο Γούλζυ θα μιλήσει για «την οθόνη της συνείδησης με τις διαρκώς μεταλλασσόμενες καλειδοσκοπικές της εντυπώσεις, για πλαστουργημένα παλίμψηστα όχι μόνο της ζωής όπως την παρατηρεί καθένας γύρω του, αλλά και της ζώνης του λυκόφωτος, με τα ιζήματα από προηγούμενες αποτυπώσεις όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο».

Στον Οδυσσέα οι λέξεις είναι ζωντανές, συνδυάζονται μαγικά, στροβιλίζονται, πάλλονται, σκιρτούν. Ο Σάμιουελ Μπέκετ επεσήμανε ότι, φέρ’ ειπείν , όταν μιλάει ο Τζόυς για μια χοροεσπερίδα, οι λέξεις δεν περιγράφουν το χορό αλλά χορεύουν οι ίδιες, κι αυτό είναι επίτευγμα του ποιητή, είναι απόλυτος σεβασμός αλλά και απέραντη μουσική ευαισθησία προς την πρώτη ύλη σου, τις λέξεις. Ο ίδιος ο Τζόυς, σε μιαν επιστολή του, χαρακτηρίζει τη γραφή του, το στιλ του, «ένα μουδιασμένο, στουμπωμένο, πατικωμένο, γοργονοειδές, μαρμελαδιαστό, νανουριστικό γράψιμο με κάτι από λιβάνι, μαριολατρεία, αυνανισμό, μύδια βραστά, την παλέτα ενός ζωγράφου, παπαρδέλες, κτλ, κτλ». Καινοτόμος δίχως χιούμορ είναι κάτι σαν εσπρέσο ντεκαφεϊνέ! Αλλά οι κακοήθεις και οι εξουσιαστές δεν έχουν χιούμορ, καθώς φαίνεται. Μετά την έκρηξη που προκάλεσε αυτός ο κυκεώνας των λέξεων, αυτός ο ορυμαγδός των συγκινήσεων, θα αρχίσει και η καταλαλιά: ο Τζόυς θα χαρακτηριστεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μισάνθρωπος, κοκαϊνομανής, υποχονδριακός κολεγιόπαις που τον τρώνε τα σπυριά του (αυτό από την Βιρτζίνια Γουλφ!), δευτέρας διαλογής (της ιδίας!!!), κόλακας και με το αζημίωτο συνοδός δουκισσών, μπολσεβίκος προπαγανδιστής, κατάσκοπος στην υπηρεσία της Αυστρίας, ενώ κάποιος παράφρων γραφειοκράτης θα πει ότι το κείμενο του Οδυσσέα ήταν ένας κώδικας για να επικοινωνεί ο Τζόυς με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις! Πολλοί συνάδελφοί του θα επιτεθούν στο στυλ του, θα το καταγγείλουν ως πεποιημένο, εξεζητημένο, αναληθοφανές. Αλλά όπως σημειώνει η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «Από το σχεδόν υπό πολιορκία φυλάκιό του, ο Τζόυς είπε ότι δεν είχε σημασία αν η τεχνική του ήταν αληθοφανής ή όχι, σημασία είχε ότι του χρησίμευσε ως γέφυρα για να περάσουν από κάτω τα δεκαοκτώ επεισόδια του Οδυσσέα. Τα στρατεύματά του είχαν περάσει, και οι αντίπαλοί του μπορούσαν να τινάξουν τη γέφυρα στον αέρα. Δεν τον ένοιαζε πια».

Παγερά αδιάφορος, ο Τζόυς θα προσηλωθεί στη συγγραφή του περιβόητου Finnegans Wake, διακηρύσσοντας σκασμένος στα γέλια ότι καταπιάνεται με ένα έργο που θα κάνει τους φιλολόγους να σπαζοκεφαλιάζουν τους επόμενους δύο αιώνες. Το έργο αυτό, ένα λεκτικό επίτευγμα άνευ προηγουμένου, το έφτιαξε από το τίποτα εντελώς, με κεραυνούς και αστροπελέκια, δουλεύοντας εξαντλητικά επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα στο χωνευτήρι του μυαλού του, πλάθοντας έναν κυκεώνα από «λεξισκουπίδια», από «γλωσσομολυβδοπελεκήματα», καθώς έλεγε ο ίδιος, μια λεκτική ροή των όπως έρχονται λέξεων, και γελώντας βροντερά μες στα άγρια χαράματα, καθώς ήξερε πολύ καλά ότι πετυχαίνει να σπάσει το φράγμα ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, να φέρει στο πεδίο της εγρήγορσης αυτό που άλλοι κάνουν στον ύπνο τους.

Το 1939, θα εκδοθεί το Finnegans Wake, αυτός ο μεγαλειώδης θρίαμβος της λογοτεχνίας και της ίδιας της ζωής. Την ίδια χρονιά, ο Σάμιουελ Μπέκετ θα τον βοηθήσει να μαζέψει τα χαρτιά και τα μολύβια του, και να εξοριστεί για μιαν ακόμα φορά. Οι ναζί εισέβαλαν στη Γαλλία, το Παρίσι έπεσε, και ο Ιρλανδός βρέθηκε και πάλι στη Ζυρίχη. Ο Τζόυς, σχεδόν τυφλός, με κλονισμένη την υγεία, θα καταρρεύσει στις 13 Ιανουαρίου του 1941, τρεις εβδομάδες πριν κλείσει τα πενήντα εννιά του χρόνια. Στη λιτή κηδεία του, ο τενόρος Μαξ Μιελί τραγούδησε την άρια «Addio terra addio cielo» του Μοντεβέρντι. Ένας Βρετανός υπουργός είπε ότι η Ιρλανδία θα εκδικείται εις το διηνεκές την Αγγλία γεννώντας μεγαλοφυείς συγγραφείς που παράγουν λογοτεχνικά αριστουργήματα. Πιο μεστή και πιο… τζοϋσική, η Νόρα Τζόυς, μούσα αλλά και θύμα της ασύγκριτης πένας του Τζέιμς Τζόυς, θα του επιφυλάξει τον καλύτερο, και τόσο ζηλευτό, επιτάφιο: «Ο καημένος μου ο Τζιμ», θα γράψει στην αδελφή της, «ήταν σπουδαίος άνθρωπος».

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, 1 Απριλίου 2008, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, στους 90.4 FM, στις 12 παρά 5, όπως κάθε μέρα. Για κάποιο λόγο, επιθυμώ να «τσοντάρω» εδώ ένα ποίημα του Τζακ Κέρουακ, με τον τίτλο «Ορισμός του Ποιητή», μεταφρασμένο από τον Γιάννη Λειβαδά, και αντλημένο από τον τόμο «Ποιήματα» (εκδ. Ηριδανός): Ο ποιητής είναι ένας τύπος που/ περνά τον χρόνο του σκεπτόμενος/ τι είναι αυτό που πάει στραβά,/ και παρότι γνωρίζει, δεν γίνεται/ ποτέ να ανακαλύψει, περί/ τίνος πρόκειται, συνεχίζει γι’ αυτό/ να στοχάζεται και να γράφει./ Ο ποιητής είναι ένας τυφλός οπτιμιστής./ Ο κόσμος είναι εναντίον του για/ πολλούς λόγους. Ο ποιητής όμως/ επιμένει. Πιστεύει/ πως βρίσκεται στον σωστό δρόμο,/ ό,τι κι αν του λένε/ οι συνάνθρωποί του. Σ’ αυτή την/ αιώνια αναζήτηση αλήθειας, ο/ ποιητής είναι μόνος./ Προσπαθεί να γίνει παντοτινός σε μια/ κοινωνία που βασίζεται στον χρόνο».


Πελώριες Αλήθειες

Όπως και να το κάνουμε, κι ό,τι κι αν λέμε, μεγάλος ήτανε ζωγράφος ο Αδόλφος Χίτλερ. Θέλουμε δε θέλουμε, ρηξικέλευθη υπήρξε, και, αν δεν απατώμαι, ακόμη ρηξικέλευθη υπάρχει, η αοιδός η Βανδή η Δέσποινα. Κακά τα ψέματα, σαν και τον Τζεφ Κουνς εικαστικός άλλος δεν έχει σαρώσει τον πλανήτη Γη. Ό,τι κι αν λέμε, ladies & gents, το πολεοδομικό έργο του Δημήτρη Αβραμόπουλου θα μείνει με γράμματα χρυσά στην ιστορία. Παίδες, με κάθε ειλικρίνεια, τώρα τελευταία είναι αδύνατον να πιω ιρλανδέζικο ουίσκι, να διαβάσω Τζακ Κέρουακ και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, να συγκλονιστώ από τον Λουί Φερντινάν Σελίν, να εκστασιαστώ με την Eroica του Λούντβιχ Βαν, αλλά και του Κοσμά Πολίτη, να πάθω ταράκουλο με την «Αυτοπροσωπογραφία» του Βαν Γκογκ, να τρελαθώ ευχάριστα ξαναβλέποντας του Τζόνι Κασσαβέτη τα Άπαντα. Και, ματηπαναζία, έκοψα, διά παντός, τα Sante.

Όπως και να το κάνουμε, κι ό,τι κι αν λέμε, σιγά μην ήτανε σημαντικό το πέρασμα του Μάνου Χατζιδάκι από τούτο τον εφήμερο κόσμο~ και σιγά μην έγραψε στίχους υπέροχους ο Μάνος ο Ελευθερίου. Ποιος νοιάζεται, my friends, για το απελπιστικά βαρύγδουπο Άξιον Εστί του Μίκη Θεοδωράκη, για την τόσο άνευρη και διόλου μελωδική Τετραλογία του Δήμου Μούτση, για το άχρωμο άοσμο άγευστο Βρώμικο Ψωμί του Διονύση Σαββόπουλου; Μα τι άτεχνο το σκίτσο του Ντα Βίντσι, πόσον ταχύρρυθμο το σινεμά του Θόδωρου Αγγελόπουλου, τι αργός οδηγός ο Νίκι Λάουντα! Κι αυτός ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, βρε παιδί μου, μα τι ανήμπορος που είναι λίγη συστολή να έχει και την αλαζονική του έπαρση να ξεπεράσει!

Καθώς είπεν κι ο Μποντριγιάρ, ο Πόλεμος στον Κόλπο δεν έγινε ποτέ. Ούτε άλλωστε και η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789~ ενώ, ας επιμείνουμε, παρ’ όλες τις αχαλίνωτες φήμες, ουδεπόποτε μπούκαρε ο Τρότσκι στην Κρονστάνδη, ουδέποτε υπήρξαν φιλόξενοι οι Κρητικοί, και ποτέ δεν άσκησε την παραμικρή γοητεία σε κανέναν η Ιβηρική. Χάλι μαύρο η σκηνική παρουσία της Ούτε Λέμπερ, άνευ ρυθμού ο Νικ ο Κέιβ, κάργα κυνικός ο Λέοναρντ Κοέν, ξεμέθυστος μονίμως ο Τομ Γουέιτς. Κι εσύ, ω Λατρεμένη, κι εσύ, ω Λατρευτή, ποτέ σου δεν εκτίμησες της μαγειρικής μου το εύρος!

Μαύρα χάλια η ζωή μας, αίσχος όνειδος μαυρίλα, χαμόγελα ποτέ, εξόριστο το κλέος. Φρίκη, δεν μας δόθηκε σ’ εμάς η διαλεκτική του χρόνου, τα νώτα τους μας έστρεψαν η Γλύκα κι η Ηδύτης, τα νιάτα μάς παράτησαν, να παίξουν παραπέρα, γεράσαμε μονήρεις, την Ηδονή τη χάσαμε, αλίμονο, παιδιόθεν.

Πρωταπριλιά Πρωταπριλιά Πρωταπριλιά Πρωταπριλιά Πρωταπριλιά Πρωταπριλιά!