Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ



Καλήν εβδομάδα, Ladies & Gents! Το πιο κάτω, Τέταρτο Ραδιοχρονογράφημα, μεταδόθηκε σήμερα, 31 Μαρτίου, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, 90.4 FM. Έχει ήλιο, το άρωμα του καφέ απλώνεται από την Πλατεία Παπαδιαμάντη ίσαμε το Παρίσι, ο ανιψιός μου, ο Άγγελος, ξεβιδώνεται καθημερινώς χορεύοντας μετά μανίας το Dig Lazarus Dig, η εκπομπή-αφιέρωμα στον Τσαρλς Μπουκόβσκι και στον Τομ Γουέιτς, προχθές και με φιλοξενούμενο τον Γιαννακόπουλο, είχε σουξέ, ενώ απόψε στο Barrio (Κεραμεικού 53) γιορτάζουμε το Βορειοδυτικό Πέρασμα από τον Μάρτιο στον Απρίλιο. «Η γεωγραφία της φαντασίας θα πρέπει να περιλαμβάνει λίγη περισσότερη άγρια φύση» (Τομ Γουέιτς).

Τα Καλά Νέα

Η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε, και εξακολουθεί να σημειώνει, το αριστούργημα του Σελίν Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, θαυμάσια μεταφρασμένο από την Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου. Η ευπρόσδεκτα αγριεμένη μουσική πανδαισία στο νέο έργο του Nick Cave Dig Lazarus Dig. Το ότι ο Στίβεν Σόντερμπεργκ ολοκλήρωσε την υπερφιλόδοξη ταινία του για τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, συνεπικουρούμενος από τον μεγάλο διανοούμενο σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ και από τον δυναμικό ηθοποιό Μπενίτσιο ντελ Τόρο. Το ότι κάμποσοι συγγραφείς και ποιητές εξακολουθούν να γράφουν με πένα, μολύβι και γραφομηχανή. Το ότι υπάρχουν ακόμη κορίτσια με θαρραλέο βλέμμα, κατακόκκινα χείλη και πύρινη δίψα για ζωή. Το ότι ο Γιώργος Φαράκλας μας δώρισε μια άρτια μετάφραση της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, του Εγέλου, ίσως του πιο συναρπαστικού φιλοσοφικού πονήματος όλων των εποχών, σε λίαν ευπρόσδεκτο πολυτονικό, με βαρείες μάλιστα, ακριβώς διακόσια χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του έργου. Το ότι ο Λέοναρντ Κοέν μπόρεσε να συνθέσει το πιο σύντομο και απόλυτο ερωτικό ποίημα: You’ll go Your way/ I’ll go Your Way too. Το ότι παραμένει ανοξείδωτο το επίσης σύντομο και απόλυτο ερωτικό ποίημα του e.e. cummings «Το ένα δεν είναι το μισό του δύο/ αλλά τα δύο μισά του ένα». Το ότι στην Γκαλερί Tate εκτίθενται από κοινού έργα των κορυφαίων ανατροπέων Μαρσέλ Ντυσάν, Μαν Ρέυ και Φρανσίς Πικαμπιά. Το ότι κυκλοφόρησε, πολύ καλά μεταφρασμένο από τον σούπερ Άλεξ Καλοφωλιά, των Last Drive και των Earthbound, το βιβλίο Τομ Γουέιτς, Αθώος στα Όνειρά σου, στο οποία συμμετέχουν επίσης ο Μάκης Μηλάτος και η Σώτη Τριανταφύλλου. Το ότι υπάρχουν παλιόφιλοι που επιμένουν μανιωδώς ν’ ακούνε την ξέφρενη ιρλανδέζικη μουσική φιέστα των Pogues και του Shane McGowan. Το ότι ο ποιητής Γιώργος Χρονάς στάθηκε μεγαλειωδώς στο πλευρό της Λένας Πλάτωνος και κυκλοφόρησε το νέο της, συγκλονιστικό έργο «Ημερολόγια». Το ότι έχει θεαματικά ανανεωθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο ποιητή Τσαρλς Μπουκόφσκι, καθώς σημαντικές παρουσίες των γραμμάτων, όπως η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Γιάννης Λειβαδάς, και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, έχουν μεταφράσει με επιτυχία ποιήματα, ημερολόγια και πεζά του. Το ότι υπάρχουν ακόμη γειτονιές όπου ευωδιάζει η άνοιξη, λικνίζονται οι γάτες, και καλημερίζονται οι γείτονες. Το ότι ο Neil Young, ο Bob Dylan, ο Van Morrison, ο Chris Kristofferson, όχι μόνο δε λένε να το βάλουν κάτω, αλλά και μας προσφέρουν απανωτά διαμάντια. Το ότι υπό την αέρινη μπαγκέτα του μαέστρου των ερτζιανών Γιάννη Τριάντη, το Κανάλι 1, γίνεται ολοένα και πιο ενδιαφέρον κάτι σαν μικρό Παρίσι στη γεωγραφία των ραδιοκυμάτων.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το παρακάτω τρίτο Ραδιοχρονογράφημά μου για το Κανάλι 1, Πειραιάς, στους 90.4, μεταδόθηκε σήμερα, 28 Μαρτίου, πέντε λεπτά πριν από το μεσημέρι. Αύριο, η ζωντανή μου εκπομπή Ο Αφρός των Ημερών, από τις 10 το βράδυ και έως τα μεσάνυχτα, φιλοξενεί τον ποιητή, συγγραφέα, και blogger Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο, σε ένα γκαγκάν-γκαγκάν αφιέρωμα στους εξαίσιους λεχρίτες Τσαρλς Μπουκόβσκι και Τομ Γουέιτς. Ως γνωστόν The Piano Has Been Drinking, Not Me…

Radio3

Η Ποίηση πάντα βρίσκει τρόπους να επιμένει, να πυκνώνει το λόγο, να παράγει νόημα και σημασίες. Να μας κάνει ν’ αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την καθημερινότητά μας, που σημαίνει να μας κάνει ικανούς να αντιλαμβανόμαστε και να δεξιωνόμαστε τη μαγεία που σκιρτάει και θάλλει στις κόγχες της καθημερινής ζωής. Η ποίηση είναι το άσμα ασμάτων, είναι το θαύμα θαυμάτων, είναι το «οξυγόνο αντιδιαστολής», καθώς έλεγε ο Νίκος Καρούζος, είναι το «τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο», όπως διατεινόταν ο Ανδρέας Μπρετόν.
Στους καιρούς μας, ύστερα από μια παρατεταμένη ύφεση, η Ποίηση μοιάζει να περνάει πάλι στη μελωδική της αντεπίθεση. Κι ένα από τα όπλα της είναι η ευκολία με την οποία μπορείς να επικοινωνήσεις μέσω των blogs. Η αμεσότητά τους. Η ευκαιρία να δημοσιοποιείς τον ποιητικό σου λόγο, και να σταθμίζεις τις αντιδράσεις, να συνομιλείς για το ποίημά σου προτού δαπανήσεις χρήμα και χρόνο ώστε να το δεις τυπωμένο.
Συχνά-πυκνά, λοιπόν, θα σας ενημερώνω, φίλες και φίλοι, από τούτο το Ραδιοχρονογράφημα, για ποιητικά και ποιοτικά blogs που ανακαλύπτω, και που διατηρούν ένα παλλόμενο ενδιαφέρον.
Σήμερα, θα σας παρουσιάσω το blog με τον τίτλο «Ημερολόγιο Ανάγνωσης». Το βρίσκετε πληκτρολογώντας στο Google τον τίτλο «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» ή areadingdiary.wordpress.com. Το επιμελείται ο ποιητής και συγγραφέας Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Λάτρης του Ουίλιαμ Σαίξπηρ αλλά και του Ουίλιαμ Μπάροουζ, του Ανδρέα Μπρετόν αλλά και του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Καρόλου Μπωντλαίρ αλλά και του Καρόλου Μπουκόφσκι, ο Γιαννακόπουλος μάς μιλάει αισθαντικά, με όμορφα ελληνικά, με ευαίσθητη μεθοδικότητα και μεθοδική ευαισθησία, για τα ταξίδια του στο χάρτινο σύμπαν των σελίδων. Στο «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» θα βρείτε ποιήματα, εκπληκτικές λίστες βιβλίων –π.χ. βιβλία όπου πρωταγωνιστεί το Παρίσι, ή βιβλία με κεντρικό θέμα τα όνειρα–, κείμενα για αγαπημένους λογοτέχνες και αγαπημένες πόλεις, κι ακόμα δοκίμια και μεταφράσεις.
Ας επαναλάβω πώς μπορείτε να βρείτε το blog του Γιαννακόπουλου: πληκτρολογώντας στο Google τον τίτλο «Ημερολόγιο Ανάγνωσης», ή κατευθείαν το areadingdiary.wordpress.com. Και ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του:
«Η ποίηση δεν έχει άλλο σκοπό απ’ το να αποκαλύπτει και να προσφέρει στον άνθρωπο τη ζωή πλήρη, να εντείνει την ικανότητά του ν’ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και την εμπειρία, να δίνει στη στιγμή όση διάρκεια απαιτείται προκειμένου να φωτιστεί η ποίηση που κρύβεται μέσα στα δευτερόλεπτα. Αυτή ακριβώς είναι η ικανότητα που έχει ο ποιητής: διακρίνει μέσα στο κοινότοπο και στο καθημερινό το θαύμα και το κάνει ορατό και για τους άλλους. Ο έρωτας, όσο καιρό διαρκεί και όσο καταφέρνει να ανανεώνεται, κάνει το ίδιο για τους ερωτευμένους· μια απροσδόκητη χειρονομία, μια ριπή του ανέμου, μια τυχαία συνάντηση, ένας ψίθυρος επίσης. Μα ο ποιητής είναι ο συνειδητός και έλλογος και παράφορος διασαλευτής της τάξης και της ησυχίας· δεν αρκείται να τακτοποιεί την εμπειρία, να ερμηνεύει το ορατό, να αναπαριστά το υπαρκτό, να μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και πραγματικότητας. Επιδίωξή του είναι να οδηγήσει τη ζωή προς την κατεύθυνση του αινίγματος, να εγκαταστήσει το αίνιγμα και το θαύμα στην καθημερινότητα και να αφήσει τη λάμψη τους να καταυγάσει τη ζωή των ανθρώπων».

ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ



Q & A


1. Μια μέρα που η μουσική σού φάνηκε εντελώς αχρείαστη.
Δεν υπήρξε τέτοια μέρα. Δεν θα υπάρξει. Ζω και ανασαίνω με τη μουσική.

2. Πώς θα ξεκινούσες έναν φανταστικό διάλογο με τους Χέγκελ, Προυστ, Τζόις, Μίλερ, Ναμπόκοφ, Ντεμπόρ;
Χαίρε Γκέοργκ, χαίρε Μαρσέλ, χαίρε Τζέιμς, χαίρε Χένρι, χαίρε Βλαντιμίρ, χαίρε Γκι! Τι θα θέλατε να πιείτε, κρασί ή ουίσκι;

3. Κάτι ελληνικό που δεν μπορεί να ειπωθεί σε ξένη γλώσσα.
Ο στίχος του Καρούζου, «Είμαι των άστρων ο σκύλος».

4. Ο κρίσιμος έρωτας και η ερωτική κρίση.
Κάθε έρωτας είναι κρίσιμος. Ερωτική κρίση είναι η έκπτωση του αρχικού κοσμογονικού ερωτικού σκιρτήματος σε προσκοπισμό, διευθέτηση, και διαχείριση των κοινοχρήστων.

5. Τρία πράγματα που θαυμάζεις σε μια γυναίκα.
Τις γάμπες, το βλέμμα, το θάρρος.

6. Τρία πράγματα που ξέρεις για τις γυναίκες και για τους άντρες.
Για τις γυναίκες: συνήθως είναι ασαφείς, παραμένουν ωστόσο θελκτικές, μακάρι να ήσαν πιο θαρραλέες. Για τους άντρες: ξέρουν να είναι φίλοι, ξέρουν ακόμη να κλαίνε, ξέρουν να είναι (ορισμένοι) θεσπέσιοι εξεγερμένοι.

7. Αγαπημένες πρόσφατες συγκινήσεις σε τραγούδι, ποίημα, ταινία, βιβλίο.
Τραγούδι, ξανά και πάλι, το «Famous Blue Raincoat» του Leonard Cohen. Ποίημα, ξανά και πάλι, το «Ουρλιαχτό» του Allen Ginsberg. Ταινία, ξανά και πάλι «Οι Αρμονίες του Werkmeister» του Bela Tarr. Βιβλίο, το «Accidental Genius», μια έξοχη βιογραφία του μεγάλου πρωτοπόρου John Cassavetes, γραμμένη από τον Marshall Fine.

8. «Τόποι» στους οποίους συντελείται το «θαύμα» ή η «μαγεία» στις μέρες μας.
Τα φιλόξενα σπίτια των φίλων μου.

9. Αγαπημένη στιγμή της ημέρας.
Το πρωί, όταν ακούω το πρώτο τραγούδι του εικοσιτετραώρου, ευωδιάζει ο καφές, και στρώνομαι στο γραφείο μου να γράψω ή να μεταφράσω.

10. Πιθανοί λόγοι για τη μελαγχολία.
Ένας: όταν ορισμένοι άνθρωποι προδίδουν τον καλύτερό τους εαυτό.

11. Οι παλιές και οι νέες συνήθειές σου.
Παλιές και νέες είναι ίδιες: διάβασμα, γράψιμο, μουσική, φιλίες, περιπλανήσεις στην πόλη, κινηματογράφος.

12. Μια εμπειρία ή απόφαση που σε έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί.
Όταν, στα δεκαέξι μου, αποφάσισα να μείνω πιστός στις προσηλώσεις μου.

13. Κάποιες απαράβατες αρχές της ζωής σου.
Η επιμονή στην Αλήθεια, στην Ποίηση, στη Φιλία.

14. Γράφοντας για το παρελθόν σου, γράφεις για…
… για πράγματα που παραμένουν επίκαιρα και σήμερα.

15. Ο λογισμός και το όνειρο. Πώς μεταφέρονται στην πράξη και πώς συνδυάζονται στη ζωή;
Αυτό είναι το μικρό, μα σημαντικότατο, μυστικό του καθένα μας. Πάντως, πάνε παρέα. Αυτή είναι η περιπέτειά μας, η περιπέτεια όσων θέλουν να τιμούν τη φράση ενός ποιητή, «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

16. Τι συνιστά για σένα πειραματισμό στην καθημερινότητα και στην τέχνη;
Το να κάνω ένα δημιουργικό και γόνιμο σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα.

17. Στις μέρες μας όπου πολλά έχουν ειπωθεί με διαφορετικούς τρόπους μπορεί η τέχνη να φέρει ριζικές αλλαγές; Μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων και πώς;
Η ζωή των ανθρώπων αλλάζει όταν είναι πρόθυμοι να επιχειρήσουν αλλαγές, Η Τέχνη παραμένει πάντα ένα εφαλτήριο για πράξεις που τιμούν τον άνθρωπο. Όσο κι αν έχουν ειπωθεί πολλά, σχεδόν όλα, πάντα θα υπάρχει η επιθυμία των καλλιτεχνών να πουν τι φρονούν για τον Έρωτα, τη Ζωή, την Απώλεια.

18. Στα γραπτά σου υπάρχει το δίπολο «εμείς» και «οι άλλοι». Ποια είναι τα δύο «στρατόπεδα»;
«Εμείς» είμαστε η Διευρυμένη Οικογένεια αυτών που επιμένουν να εκφράζονται και να δεξιώνονται τα θαύματα που συντελούνται κάθε μέρα, σχεδόν κάθε στιγμή. Οι «άλλοι» είναι οι ανήμποροι να αφουγκραστούν τη μελωδία των θαυμάτων.

19. Τι οράματα και τι θυσίες απαιτεί η ζωή ενός μεγάλου δημιουργού; Υπάρχουν μεγάλοι σύγχρονοι δημιουργοί στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και ποιοι από αυτούς διαβλέπεις ότι ενδέχεται να αποκτήσουν τις διαστάσεις ενός «μύθου»;
Ο καθείς και τα οράματά του, ο καθείς και οι θυσίες του. Μεγάλοι δημιουργοί είναι, πιστεύω, όσοι επιμένουν να κάνουν το δικό τους σε πείσμα των πάντων. Τέτοιος δημιουργός είναι σήμερα ο Ούγγρος σκηνοθέτης Bela Tarr, είναι συγγραφείς όπως ο Thomas Pynchon, είναι άνθρωποι γύρω μας, πλάι μας, που «με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο» εκφράζουν τον εαυτό τους και τους καιρούς μας. Και πάντα παραμένει μεγάλος δημιουργός ο Τροβαδούρος, ο Bob Dylan.

20. Πράγματα που γίνονται γύρω σου και που σε κάνουν να αισιοδοξείς.
Η ύπαρξη της Φιλίας, των θάλπος των φίλων, το θάρρος των δημιουργών, τα χαμόγελα των ωραίων κοριτσιών, το ότι ο Dylan εξακολουθεί να μας προσφέρει αριστουργήματα.

21. Τάσεις της σύγχρονης πραγματικότητας που σε στεναχωρούν.
Η αγένεια, η αγραμματοσύνη, η αγνωμοσύνη, που έχουν πλέον γενικευτεί σε φριχτό βαθμό.

22. Κάτι που θεωρείς πρωτοποριακό ή επαναστατικό σε οποιοδήποτε τομέα.
Το να λες και να κάνεις τα δικά σου, ό,τι κι αν λέει ο περίγυρος, Παραμένει επαναστατική προσταγή η ρήση του Δάντη, «Segui il tuo corso, e lascia dir le genti!» Κι ακόμα, θεωρώ πρωτοποριακό και επαναστατικό, να διαβάζουμε σήμερα γόνιμα τον Hegel, τον Marx, τον Shakespeare.

23. Το «οι άντρες δεν κλαίνε», στις κοινωνικές του προεκτάσεις.
Οι άντρες κλαίνε, και καλά κάνουν!

24. Μεγάλες μικρο-χειρονομίες.
Ένας απρογραμμάτιστος περίπατος, το δόσιμο σε μιαν αναπάντεχη γνωριμία, η βαθιά απόλαυση των καθημερινών θαυμάτων (ένα βιβλίο, οι καφέδες της μέρας, τα ποτά της νύχτας, τα βλέμματα, τα χαμόγελα).

25. Κάτι που έχεις κρατήσει από τις συμβουλές της μαμάς και του μπαμπά.
Του μπαμπά, κυρίως: να διατηρώ το χιούμορ μου, να διατηρώ την αξιοπρέπειά μου, να είμαι πιστός στους φίλους μου, να θέλγομαι από τις θελκτικές και θαλπερές κοπέλες. Της μαμάς: να τρώω το φαΐ μου, αλλά και να το μοιράζομαι με τους άλλους.

26. Το πιο συγκινητικό σχόλιο που έχεις ακούσει από θαυμαστή/στριά σου.
Δεν έχω θαυμαστές. Κάποιοι διαβάζουν αυτά που γράφω ή ακούνε τις εκπομπές μου και ζωντανεύει η μνήμη τους. Το ότι ένας φίλος κάποτε άλλαξε ζωή άρδην, και μου τηλεφώνησε να μου το πει, ύστερα από την ανάγνωση ενός βιβλίου μου, ήταν ό,τι πιο συγκινητικό έχω γευτεί.

27. Το μεγαλύτερο σε σημασία δώρο που σου έχουν κάνει.
Ένα ρολόι, κάτω από έναν υπέροχο ουρανό, πριν από λίγα χρόνια.

28. Κάτι το οποίο δεν μπορεί να είναι παρά μόνο αληθινό.
Η Ποίηση μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Φιλία.

29. Στο ραδιόφωνο ξεκινάς πάντα με τον ίδιο χαιρετισμό, «Ladies and Gents». Ποιες είναι αυτές οι κυρίες και ποιοι αυτοί οι τζέντλεμαν στους οποίους απευθύνεσαι ή φαντάζεσαι πως απευθύνεσαι;
Οι ευγενείς, οι καλόγουστοι, οι αξιοπρεπείς, όλοι αυτοί που δεν τους τρομάζει το αναπάντεχο του Έρωτος.

30. « Στη ζωή δεν χρειάζεται κανείς ιδανικά αλλά πρωτόκολλα δράσης» [Νορβηγικό Δάσος, Χ. Μουρακάμι]. Πώς σχολιάζεις αυτήν τη φράση; Πόσο σε εκφράζει;
Φράση θαυμάσια! Με εκφράζει απολύτως!



Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

ΡΑΔΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


Το Ραδιοχρονογράφημά μου θα μεταδίδεται καθημερινώς, στις 12 παρά 5 το μεσημέρι, από το Κανάλι 1, Πειραιάς, στους 90.4. Το παρακάτω ακούστηκε σήμερα, 26 Μαρτίου, και θα δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο». Στη φωτογραφία, ο Μάλκολμ Λόουρι...

Μα την αλήθεια!

Αναρωτιέμαι: πώς είναι δυνατόν να ζει κανείς χωρίς τη μουσική της Μπίλι Χόλιντεϊ, του Τομ Γουέιτς, του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, του Τσετ Μπέικερ~ χωρίς τη ζωγραφική του Μαρσέλ Ντυσάν, του Καραβάτζιο, του Μάριου Σπηλιόπουλου, του Τζάκσον Πόλλοκ, του Τάσου Παυλόπουλου~ χωρίς την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη, του Νίκου Καρούζου, του Ηλία Λάγιου~ χωρίς την ταινία «To Have and to Have Not» με την πιο όμορφη Λορίν Μπακόλ ever~ χωρίς να έχει διαβάσει πάνω από τρεις φορές το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, το «Ταξίδι στη Άκρη της Νύχτας» του Σελίν, τον «Πανηγυρικό» του Γκι Ντεμπόρ~ χωρίς να έχει πιει έστω το ήμισυ όσων ήπιε ο Αμαντέο Μοντιλιάνι όταν ζούσε και δημιουργούσε στο Παρίσι~ χωρίς να έχει εκφράσει δημοσίως την ευγνωμοσύνη του για τα όσα του προσέφεραν ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Τζόνι Κασσαβέτης, ο Μπέλα Ταρ~ χωρίς να έχει βουρκώσει κάτω από τον ήλιο του μεσονυκτίου όταν έμαθε ότι έφυγε από τούτο τον όχι και τόσο μάταιο κόσμο ο Σάμιουελ Μπέκετ~ χωρίς να έχει μαγειρέψει σνίτσελ μόσχου με αντζούγιες για την ηλιόφωτη αγαπημένη του~ χωρίς να έχει λατρέψει τις λέξεις «φλογοδίαιτος», «μυχιοθήκη», «σιγαρέττα», «έλαφος», «κουραμάνα», «αντιμαχία»~ χωρίς να έχει φανταστεί συνεπαρμένος το Παρίσι, την Αθήνα και τη Βαρκελώνη να κατακλύζονται από οδοφράγματα καμωμένα από ευωδιαστά λουλούδια~ χωρίς να έχει διαβάσει τουλάχιστον δύο βιογραφίες του Μπομπ Ντύλαν~ χωρίς να γνωρίζει τη φράση του Ιζιντόρ Ντυκάς, «Κάθε που διαβάζω Σαίξπηρ, νιώθω ότι ένας ιαγουάρος μου ξεσκίζει το μυαλό»~ χωρίς να ξυπνάει κάθε πρωί διαλαλώντας «Όποιο χρώμα κι αν έχουν τα μάτια μας, το βλέμμα μας είναι πάντα γαλάζιο»~ χωρίς να πιστεύει ότι η Πράξη είναι η Αδελφή του Ονείρου~ χωρίς να διατηρεί ακλόνητη την πεποίθηση ότι η Ελευθερία, ο Έρωτας, και η Ποίηση είναι οι απόλυτοι και μοναδικοί του οδοδείκτες.

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟΝ ΑΓΓΈΛΩΝ



Αλφαβητάριον Αγγέλων



Άνθη Ανήμερα Άγγιξα

Βάτεψα Βασίλισσες Βέβηλες

Γύρεψα Γύρη Γυναικών

Δόλιος Δεόντως Δόθηκα

Έννοιες Ελεύθερες Ένιωσα

Ζωή Ζέουσα Ζήτησα

Ήλιους Ήμερους Ήθελα

Θύελλες Θωπεύοντας Θέρισα

Ιοφόρους Ίμερους Ίασα

Κέρδισα Κάρμα Κορμιών

Λευκές Λάτρεψα Λάμιες

Μεθυσμένος Μεθύσκων Μέθυσα

Νικηφόρες Νέκυιες Νίκησα

Ξυλεία Ξεχασμένη Ξύλευσα

Οδύνη Όζουσα Οίδα

Πάθη Πατόκορφα Περπάτησα

Ρέοντα Ρίγη Ράμφισα

Συζύγους Συζύγων Σύλησα

Τρόμους Τραγούδησα Τρέμοντας

Υπερόχως Υπήρξα Υπέρτατος

Φίλες Φιλημένες Φίλησα

Χθαμαλές Χάρισα Χαρές

Ψίχες Ψαλμώδησα Ψυχών

Ω! Ώρες Ωραίες!


Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Σελίν επί Δύο


Δύο κείμενα για ένα κορυφαίο έργο, για ένα αριστούργημα που σημάδεψε την ιστορία της λογοτεχνίας... Το πρώτο δημοσιεύτηκε στη Γαλέρα, το δεύτερο στο ένθετο του Ελεύθερου Τύπου...


Ενοικώντας σε ένα Κασόνι με Εκρηκτικά

Ο Λουί Φερντινάν Σελίν και το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας


«Κουράγιο, Φερδινάνδε», έλεγα πάλι μέσα μου για να με στηρίξω, «απ’ το πολύ να τρως πόρτα παντού, θα το βρεις στο τέλος σίγουρα το κόλπο που τους τρομάζει όλους τους, όλους αυτούς τους λεχρίτες, και που θα πρέπει να βρίσκεται στη άκρη της νύχτας. Γι’ αυτό δεν πάνε του λόγου τους στην άκρη της νύχτας!»


Βίος

Ο Λουί Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς, γνωστός πλέον τοις πάσι ως Σελίν, γεννήθηκε στις 27 Μαΐου του 1894, σε ένα παρισινό προάστιο. Ανάμεσα στα 1908 και 1910, έζησε στη Γερμανία και την Αγγλία για να μάθει γλώσσες, ενώ στα 1912 κατατάχτηκε εθελοντικά στο 12ο Σύνταγμα Ιππικού του γαλλικού στρατού. Τον Οκτώβριο του 1914, τραυματίστηκε μαχόμενος, εν συνεχεία παρασημοφορήθηκε .Το τραύμα τού άφησε το κουσούρι της χρόνιας εμβοής, ήτοι επαναλαμβανόμενο βούισμα στα αυτιά, και έτσι το 1915 αποστρατεύθηκε ως ανήμπορος. Εργάστηκε στο Λονδίνο, όπου παντρεύτηκε και χώρισε. Το 1919, παντρεύτηκε εκ νέου, και το 1920 γεννήθηκε η θυγατέρα του, ονόματι Κολέτ. Το 1924, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική, το 1925 εγκατέλειψε την οικογένειά του, και κατά διαστήματα εργάστηκε στην Ελβετία, στην Αγγλία, στο Καμερούν και στον Καναδά, σε υγειονομικές αποστολές υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών. Το 1928, άνοιξε ιατρείο στην Μονμάρτρη, ειδικευόμενος στη μαιευτική. Το 1932, εκσφενδονίζει το μυθιστόρημα Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, αφήνει έκθαμβους, άναυδους ή και αηδιασμένους επώνυμους και ανώνυμους αναγνώστες, προκαλώντας σάλο, πυροδοτώντας αναρίθμητες συζητήσεις, κάνοντας τον Λέοντα Τρότσκι να πει, «Ο Σελίν μπήκε στη μεγάλη λογοτεχνία όπως άλλοι εισέρχονται στο ίδιο τους το σπίτι», ένα μυθιστόρημα που χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, «Αναρχικό, προλεταριακό, μυστικιστικό, αριστούργημα, ανοσιούργημα, μηδενιστικό, σατιρικό, ζοφερό, σκατολογικό, ονειρώδες, γλωσσοπλαστικό, έκφυλο, βορβορώδες, ηρωικό, ηττοπαθές, ζωογόνο, εφιαλτικό». Το 1936, εκδίδει το Θάνατος επί πιστώσει, άλλο καινοτόμο μυθιστόρημα όπου συστηματοποιεί τη χρήση των αποσιωπητικών που είχε ήδη πρωτοεμφανιστεί στο Ταξίδι, μια χρήση που σκοπεί στην επίταση του ρυθμού και την έμφαση στη μουσική του προφορικού λόγου, της μεταφερμένης στο χαρτί έντονης λαλιάς. Αληθεύει ότι εν συνεχεία συνέγραψε τους διαβόητους και επαίσχυντους αντισημιτικούς λιβέλους του (στα 1937, 1938, και 1941), γεγονός που τον καταδίκασε άτυπα σε θάνατο από στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μάλιστα, ο συγγραφέας Ροζέ Βαγιάν είχε αναλάβει να τον εντοπίσει και να τον εκτελέσει, αλλά τελευταία στιγμή, προς τιμήν του, ο Βαγιάν δίστασε να στείλει στο θάνατο έναν μεγάλο δημιουργό. Πάντως, ο Σελίν αναγκάστηκε να καταφύγει στη Δανία, όπου φυλακίστηκε για 18 μήνες και διέμεινε μιαν εξαετία. Το 1951, αμνηστεύθηκε, επέστρεψε στη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στο προάστιο Μεντόν όπου συνέχισε να συγγράφει καινοτόμα έργα όπως τα Απ’ τον ένα πύργο ο άλλος, Βορράς, Ριγκοντόν. Άφησε την τελευταία του πνοή την 1η Ιουλίου του 1951.


Ταξίδι
Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ εκτιμούσε τους συγγραφείς που, όπως έλεγε, είχαν πάει ταξίδι στην Κόλαση και είχαν επιστρέψει οπλισμένοι με το θάρρος να μας πουν τι είδαν εκεί. Τέτοιος συγγραφέας ήταν και ο Σελίν. Διέσχισε την αιμοσταγή κόλαση του Πρώτου Παγκοσμίου Μακελειού, την πυορροούσα κόλαση της Αφρικής, την φαντασμαγορική κόλαση της Νέας Υόρκης, την ύπουλη κόλαση της μνησίκακης μεσοπολεμικής ειρήνης. Και συνέθεσε το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, επινοώντας τη μέθοδο της «μικρής μουσικής», της «μουζικούλας» του, καθώς θα έλεγε ο μακαρίτης ποιητής Ηλίας Λάγιος, αναμιγνύοντας με τρόπο εμπρηστικά επιτυχή στοιχεία από την παρισινή αργκό, την επιστημονική ιδιόλεκτο, και την «καθαρεύουσα», σφηνώνοντας στις φράσεις του αισχρολογίες, βρισίδια, νεολογισμούς και αρχαϊσμούς, ανακατώνοντας παραληρήματα με έξοχες ποιητικές ανατάσεις, κατακερματίζοντας ενίοτε την οργανωμένη φράση, και, εμπνευσμένος, από την τζαζ, και μάλιστα δυο δεκαετίες πριν από τον Τζακ Κέρουακ, κατορθώνει να εισαγάγει στην πεζογραφία έναν ασθμαίνοντα, λαχανιασμένο, παλλόμενο ρυθμό.
Το Ταξίδι γραπώνει τον αναγνώστη αμέσως από την πρώτη σελίδα, την πρώτη περιλάλητη κοφτή φράση, «Να πώς άρχισε». Για να συνεχίσει: «Εγώ δεν είχα βγάλει κιχ. Ούτε κιχ». Ενώ μερικές αράδες πιο κάτω, ξεσπάει ήδη: «Έτσι πάει το πράγμα! Αιώνας ταχύτητας! σου λένε. Πού, μωρέ; Μεγάλες αλλαγές! σου κοπανάνε. Ποιες, μωρέ; Τίποτα δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει. Μόνο πόζα, οι μάγκες, και ιδέα. Κι ούτε αυτό είναι καινούργιο! Κάτι λέξεις έχουν αλλάξει, και πάλι όχι πολλές! Κάνα δυο, δώθε κείθε, μικρές…»
Από ένα καφενείο του Παρισιού, ο Φερδινάνδος Μπαρνταμού, ο ήρωας-αφηγητής του Ταξιδιού θα βρεθεί μέσα στο σκότος του πολέμου, μες στη λάσπη των χαρακωμάτων, μέσα στην παγερή νύχτα όπου, «πάντα μου έλεγα ότι το πρώτο φως που θα βλέπαμε θα ’ταν της ντουφεκιάς του τέλους». Κι από κει, ύστερα από μια σύντομη ανάπαυλα, στο Παρίσι των «ανόρεχτων ανιχνευτών ανυπόστατων Κυθήρων», στο άλλο σκότος, στην άλλη νύχτα, στην Αφρική της αποικιοκρατίας, του λοιμού και του λιμού, της λούφας και της λουμπινιάς, όπου με χιούμορ που σε ξεκαρδίζει αλλά και σε γδέρνει, μιλάει επίσης για έναν τύπο που καταφέρνει να έχει συνάχι στους τροπικούς, για ανθρώπους που μην έχοντας τι άλλο να κάνουν στήνουν «διαγωνισμούς πυρετού», όπου υπάρχουν «λωποδύτες μασίφ», «καθεδρικοί ναοί φυλλωμάτων», «τρωγλοδύτες ψύλλοι», όπου τα δειλινά είναι «πελώριοι φόνοι του ήλιου», και όπου ο Μπαρνταμού συνειδητοποιεί πικρά ότι «ο νόμος είναι το λούνα παρκ του πόνου».
Ακολουθούν οι περιπέτειες του Μπαρνταμού στη Νέα Υόρκη, όπου βρίσκει αρχικά δουλειά ως, αν είναι δυνατόν, στατιστικολόγος… ψύλλων, διατεινόμενος ότι η καταμέτρηση ψύλλων είναι παράγοντας πολιτισμού. Θα εργαστεί επίσης στην κόλαση της αυτοκινητοβιομηχανίας του Ντιτρόιτ όπου δεσπόζει η μέθοδος Φορντ και όπου βιώνει την «υλική φρίκη της φάμπρικας», θα διαπιστώσει ότι ο κινηματογράφος είναι «ο καινούργιος μισθωτός των ονείρων», θα γίνει εραστής μιας καλόκαρδης πόρνης, της Μόλλυ, θα τα παρατήσει όλα, θα επιστρέψει στο Παρίσι, θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην ιατρική, θ’ ανοίξει ιατρείο στην κόλαση της μικροαστικής εξαχρείωσης, θα μπλέξει σε νέες κωμικοτραγικές περιπέτειες, θα γίνει η φωνή του Σελίν που θέλει να είναι μια τεθλασμένη και παρατεταμένη κραυγή της μοναχικής συνείδησης, μιας συνείδησης-σουρωτήρι, μιας συνείδησης λαβωμένης από όλα όσα διαδραματίζονται γύρω της, μιας συνείδησης που διακαώς ποθεί να ιαθεί μέσα από μια διακεκαυμένη και διακεκομμένη γραφή, μιας συνείδησης που, καταπώς έλεγε ο Μαρξ, κάνει το αίσχος πιο επαίσχυντο δημοσιοποιώντας το.
Το περιβόητο χθαμαλό και βορβορώδες και σκοτεινό και πεσιμιστικό του Ταξιδιού είναι διάστικτο από χρυσές μαρμαρυγές, από στιγμές υψηλής ποιητικής, από νυγμούς μεγίστης τρυφερότητας. Ο Σελίν, με έναν τρόπο που μονάχα στον Σαίξπηρ έχουμε γνωρίσει, εναλλάσσει το βάναυσο με το ηδύ, εκεί που μανιάζει με την αγριότητα γύρω του ανακαλύπτει στάλες συμπόνιας και βαθιάς ανθρωπιάς, μες στην ιλύ βάζει να στραφταλίζουν και διαμάντια, αλλάζει τη διάθεση ιλιγγιωδώς, κόβει την ανάσα έτσι, και ακονίζει τη σκέψη, έχοντας ήδη «αποκαλύψει», στα μουλωχτά, τη μέθοδό του, μιλώντας τάχατες για τον σπουδαίο ζωγράφο Κλωντ Λορραίν. Ιδού: «Το πρώτο πλάνο του πίνακα είναι πάντοτε αποκρουστικό, κι η τέχνη απαιτεί να τοποθετήσουμε το ενδιαφέρον σημείο ενός έργου στο μακρινό, στο απρόσιτο, εκεί όπου καταφεύγει το ψέμα, αυτό το όνειρο που πιάνεται στα πράσα». Ναι, αναφαίνονται αναλαμπές μιας κάποιας, έστω κερματισμένης και καθημαγμένης, ελπίδας πίσω και πέρα από το αποτροπιαστικό, το πεσιμιστικό, το πεισιθάνατο, το βέβηλο, το κατεδαφιστικό, το μηδενιστικό, ήτοι πίσω και πέρα από το άγριο πρώτο πλάνο του Ταξιδιού, πίσω από αυτό το έγγραφο μεγαλειώδες νεγκατίφ μιας κοινωνίας, της οποίας όπως εύστοχα σημειώνει στο εξαιρετικό επίμετρό της η μεταφράστρια, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, η γλώσσα του Σελίν είναι το κάτοπτρο, όπου δεσπόζουν «τα χίλια δεινά της μαζικοποίησης, της εμπορευματοποίησης, της διογκούμενης πραγμοποίησης του δυτικού κόσμου […] ο ευρωπαϊκός μαρασμός, οι βάναυσες, κοινωνικές ανακατατάξεις, η μικροαστική αποσάθρωση, η προλεταριακή απόγνωση, τα αποικιοκρατικά εγκλήματα, η αμερικανική κατίσχυση, η διολίσθηση των παραδοσιακών αξιών, η πολιτική και καλλιτεχνική αμφισβήτηση, η αναβράζουσα διαμαρτυρία. Όλα όσα σήμαναν την αρχή του τέλους της εκπολιτιστικής μας αυταπάτης».


Μετάφραση

Είναι ήδη κοινός τόπος, και έχει τονιστεί από πολλούς, ότι η εργασία της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου είναι άθλος। Όλα τα συστατικά της σελινικής γλώσσας έχει κατορθώσει να τα γυρίσει στα ελληνικά. Παρηχήσεις και συνηχήσεις («Λυσσιάζω! λυσσομάνι! λαχανιάζω!», «Τέρμα το αίμα», «πάλλουσα απαγγέλουσα», «ρουθουζίνουν, φρουμάζουν, ντιντινίζουν», «ανόρεχτοι, ανιχνευτές ανυπόστατων Κυθήρων»), ιλιγγιώδεις εναλλαγές στον ρυθμό, εξόχως πετυχημένη μίξη λέξεων της καθαρεύουσας, της καθομιλουμένης, της αργκό, της ιατρικής ιδιολέκτου, αντλώντας από αιώνες τεθνεώτων και ζώντων ελληνικών (κερχανάς, μέγκλα, στανικός, γανιασμένος, αλλά και ποδόμακτρον, χειρόκτια, οιδαλέος), ακριβέστατη μεταφορά στρατιωτικών, επιστημονικών, τεχνικών όρων, και μία εύχυμη, μουσική, ποιητική οργάνωση των φράσεων, καθιστούν το εγχείρημα της ΣΙΜ όχι απλώς μία λίαν επαινετή μετάφραση αλλά, πρέπει να πούμε, ένα αυτόνομο έργο, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να δούμε ότι εντέλει στην έκδοση της Εστίας έχουμε ένα πακέτο δύο αριστουργηματικών κειμένων σε ένα, ότι η μεταφράστρια με όχημα/πρόσχημα μία μεταφραστική εργασία προβαίνει σε μιαν εμπνευσμένη μα και μεθοδικότατη επανεπινόηση της ελληνικής γλώσσας (αντλώντας από αιώνες δημιουργίας κάθε λογής ποίησης και πεζογραφίας στη χώρα μας), καλώντας μας κατ’ ουσίαν και πάλι να ανακαλύψουμε, απολαύσουμε, αναγνωρίσουμε και, γιατί όχι;, χρησιμοποιήσουμε τον πλούτο των ελληνικών. Οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες απέναντι σε τέτοιες πολύτιμες προσφορές!



Κορυφαίο Λογοτεχνικό Επίτευγμα

Λουί Φερντινάν Σελίν: «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»
Μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
Εκδόσεις: Εστία

Διατεινόταν δικαίως ο ΦερνάντοΠεσσόα ότι ο μεγάλος δημιουργός, ο ρηξικέλευθος, δεν έχει επιγόνους. Το έργο του είναι τόσο μοναδικό, τόσο ξεχωριστό, αλλά και τόσο μόνο, ώστε ουδείς δύναται να το μιμηθεί, μήτε καν να ενσωματώσει δημιουργικώς στοιχεία του στο δικό του έργο. Κι ακόμα, διατεινόταν ότι εντέλει μονάχα η μουσική και η λογοτεχνία απομένουν. Ένα μυθιστόρημα, εξακοντισμένο σθεναρά, και βίαια, στο πρόσωπο της παλλόμενης από αντιφάσεις, ενοχές, σαστισμάρα, αλλά και πολύπτυχη δημιουργική παραφορά, μεσοπολεμικής Ευρώπης επιβεβαιώνει τις δύο ρήσεις του Πεσσόα, με τρόπο συγκλονιστικό. Και ανεπανάληπτο, φυσικά.
Πρόκειται, βεβαίως, για το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς, που έγινε περιλάλητος με το όνομα Σελίν. Το «Ταξίδι» εκδίδεται το 1932, προκαλεί σάλο, πάταγο και σκάνδαλο, χαρακτηρίζεται αριστούργημα αλλά και ανοσιούργημα, ρεαλιστικό αλλά και υπερρεαλιστικό, προλεταριακό αλλά και αντιλαϊκό, μαρξιστικό αλλά και αναρχικό, ηρωικό αλλά και ηττοπαθές, ονειρικό αλλά και εφιαλτικό. Επτάμισι δεκαετίες μετά την πρώτη του εμπρηστική επαφή με το αναγνωστικό κοινό το μυθιστόρημα αυτό, θεωρούμενο πλέον κλασικό και ίσως το κορυφαίο λογοτεχνικό επίτευγμα του 20ού αιώνα, εξακολουθεί να διχάζει, να προκαλεί θυελλώδεις συζητήσεις, να μανιάζει τον έναν αναγνώστη, τον άλλον να ενθουσιάζει.
Πρόκειται για την ιστόρηση των περιπετειών του αφηγητή Μπαρνταμού στα αμπριά και τα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι της μνησίκακης ειρήνης, στην Αφρική των αποικιοκρατών και των αχρείων, στη Νέα Υόρκη, την κάθετη μεγαλούπολη, στο Ντιτρόιτ της μεθόδου παραγωγής Φορντ και της υλικής φρίκης της φάμπρικας, και στη Γαλλία της ένδειας, της μικροκομπίνας, και του μεσοπολεμικού ξεσαλώματος. Είναι περιπέτειες καμωμένες από την ιλύ της ύλης και από την ύλη της ιλύος, από την συγκατοίκηση με το χθαμαλό και το ρυπαρό, από την αναμέτρηση με την μαινόμενη κακουργία και τον ειδεχθή σφαγιασμό της ελπίδας, από την οικείωση με το παράλογο.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια περιδιάβαση στα σκοτεινά τοπία μιας εποχής που την σπαράσσουν πρωτόγνωρα παραστρατήματα από την κοινή λογική, την αξιοπρέπεια, την ορθοφροσύνη, για μια μεγαλόπνοη τοιχογραφία της απόγνωσης και της τρέλας που είναι οι δίδυμες θυγατέρες της Ξέφρενης Βίας. Ο Σελίν, μέσω του Μπαρνταμού, αφηγείται τον εφιάλτη στον οποίο καταβυθίζεται η Ευρώπη απ’ τη στιγμή που διαπιστώνεται η «απόσυρση της ελπίδας», και η «εξάχνωση του οντολογικού νοήματος», όπως σημειώνει στο εξαιρετικό επίμετρό της η μεταφράστρια του έργου, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου. Και μάλιστα, τον αφηγείται με την εκπόνηση μιας αποκλειστικά δικής του γλώσσας, μιας ρυθμικής λαχανιασμένης λαλιάς που αντλεί από την τζαζ μουσική αλλά και από την παρισινή αργκό, από τις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από την επιστημονική ιδιόλεκτο, από την κρυστάλλινη διαύγεια όσων συνέθεταν αποφθέγματα και αφορισμούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση τιμά το γράμμα και το πνεύμα του Σελίν, με τρόπο μάλιστα τόσο άρτιο, εμπνευσμένο και εντυπωσιακό ώστε να αποτελεί από μόνη της σημαντικό επίτευγμα.
Ο Σελίν μοιάζει να συνομιλεί στα κρυφά με τον σημαντικό φιλόσοφο Γκέοργκ Λούκατς, ο οποίος σχεδόν την ίδια εποχή, διατύπωνε τις διαπιστώσεις του για την «πραγμοποίηση», την ολοένα και πιο ταχεία διολίσθηση από το «είναι» στο «έχειν», στον αφανισμό των σημασιών εν ονόματι του εμπορεύματος. Κι ακόμα, μοιάζει να είναι ο τραχύς, δυνατός, σπαρακτικός αντίλαλος των όσων μοχθούσε να κομίσει, επίσης την ίδια εποχή, στη λογοτεχνία και τη σκέψη ο Χένρι Μίλερ, με τη διαφορά ότι εκεί που ο Μίλερ καταφάσκει, ο Σελίν αποφάσκει, εκεί που ο Μίλερ δέχεται, ο Σελίν αρνιέται, εκεί που ο Μίλερ σφυρίζει, ο Σελίν συρίζει. Είναι αξιοσημείωτο ότι, θαρρείς αμφότεροι απόγονοι του Μαξ Στίρνερ, του αναρχικού φιλόσοφου του ατομικισμού, και με πάμπολλες χτυπητές ομοιότητες στη χρήση των λέξεων και στη ρυθμική τους, οι δύο μεγάλοι συγγραφείς βρίσκονται στους αντίποδες, όντας ο ένας, ο Μίλερ, τροβαδούρος της χαράς, ενώ ο άλλος, ο Σελίν, θρηνωδός της απελπισίας.
«Αναγκαστικά γυρνάμε ξανά και ξανά στον Σαίξπηρ», έμελλε να αποφανθεί ο Σελίν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την πρώτη έκδοση του «Ταξιδιού», στο ηχογραφημένο του δοκίμιο «Η μεγάλη μου επίθεση ενάντια στο Λόγο». Και πράγματι, το έργο του μοιάζει να είναι μια μεγαλειώδης επιστροφή στο άγριο πνεύμα του Βάρδου. Ο Ιζιντόρ Ντυκάς, ο κόμης του Λοτρεαμόν, έλεγε ότι κάθε που διάβαζε Σαίξπηρ αισθανόταν ότι μια ύαινα του ξεσκίζει το μυαλό, και κάλλιστα μπορεί να ειπωθεί ότι συμβαίνει το ίδιο όταν διαβάζουμε τις σελίδες του Σελίν. Οι βεβαιότητές μας, κουρελιάζονται, τα πιόνια στη σκακιέρα της ζωής ανατοποθετούνται βάναυσα, ίσως όμως και λυτρωτικά, ακριβώς για να δούμε τα πάντα από την αρχή, για να καταβυθιστούμε στο Μηδέν ώστε να ξαναπιάσουμε το νήμα του νοήματος απ’ την αρχή.



Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Ραδιοχρονογράφημα



Το Πρώτο Ραδιοχρονογράφημα

Ακούστηκε τη Δευτέρα, 24 Μαρτίου, από το Κανάλι 1, του Πειραιά, στους 90.4, στις 11:55. Το ραδιοχρονογράφημα θα ακούγεται κανονικά στις 10:55, κάθε μέρα. Όσοι πιστοί προσέλθετε απόψε στο Barrio (Κεραμεικού 53) να γιορτάσουμε την επανεμφάνιση του Μπαμπασάκη στα ερτζιανά. Απόψε τα ηχεία θα σκορπούν μουσικές του Τζον Κολτρέιν, του Τσακ Μαντσιόνε, του Νικ Κέιβ, των Pogues, των Waterboys, του Νηλ Γιανγκ. Σπεύσατε.


Γράφει ο σημαντικός συγγραφέας, και πικρός μα δίκαιος και δεινός ανατόμος της αμερικανικής κοινωνίας, Κόρμακ Μακάρθι: «Το κακό ξεκινάει όταν αρχίζεις ν’ αγνοείς τους καλούς τρόπους. Κάθε φορά που ακούς να χάνεται το ‘ευχαριστώ’ και το ‘παρακαλώ’, ξέρεις ότι έρχεται το τέλος». Το γράφει στο συνταρακτικό μυθιστόρημά του Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους, όπου μέσα από μιαν άγρια χορογραφία βίας, μέσα από αλλεπάλληλα φονικά, δείχνει πώς φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν οι παλιές αξίες έχουν αμετάκλητα κουρελιαστεί, και δεν έχουν αναδυθεί νέες, ικανές να φέρνουν κοντά τους ανθρώπους, να δωρίζουν θάλπος, να μας ωθούν στη δημιουργικότητα.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν, καθώς έλεγε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο πόνημά του Είδωλα Πολιτισμού, οι κοινωνίες δεν νοιάζονται παρά μονάχα για την μεγιστοποίηση του κέρδους.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή όταν, όπως επεσήμανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης βιώνουμε ολόγυρα την άνοδο της ασημαντότητας, όταν ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι. Και των ζόμπι, ας προσθέσω, μιας και γίνονται όντως ζόμπι, νεκροζώντανοι, όλοι εκείνοι που έχουν στερηθεί την ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για τα όσα άμεσα τους αφορούν, όλοι εκείνοι που δεν είναι σε θέση πια να επιλέγουν αυτοβούλως τι θα φάνε, τι θα πιούνε, τι μουσική θα ακούσουν, τι βιβλία θα διαβάσουν, με ποιους σχέσεις θα συνάψουν, φιλικές, ερωτικές, συνεργασιακές.
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή μέσα από έναν συνδυασμό οργιώδους υπερπληροφόρησης και ουσιώδους άγνοιας. Όταν όπως και πάλι τονίζει ο Καστοριάδης, «η κουλτούρα του παρελθόντος δεν είναι πια ζωντανή μέσα στην παράδοση αλλά αντικείμενο μουσειακής γνώσης, κοσμικής και τουριστικής περιέργειας, που ρυθμίζεται από τις μόδες», ενώ με την ίδια κίνηση «ο μοντερνισμός, αραχνιασμένος πια, καλλιεργείται σαν αυτοσκοπός και εδράζεται συχνά σε απλές πλαστογραφίες που γίνονται αποδεκτές μόνο και μόνο χάρη στον νεοαναλφαβητισμό του κοινού».
Φτηναίνει η ανθρώπινη ζωή, όταν αφήνουμε να χαθεί στις λερές λίμνες της λήθης, η με τόσο απλά λόγια καμωμένη, μα με την τόσο αληθινά αληθινή αλήθεια της, φράση του ποιητή Λουί Αραγκόν: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Ραδιόφωνο!!!



Ο Μπουκόβσκι άκουγε μια ζωή κλασσική μουσική από το ραδιόφωνό του. Ο Όρσον Ουέλλες ξεσήκωσε θύελλες μέσα από μια ραδιοφωνική εκπομπή. Μεγαλώσαμε ακούγοντας ραδιόφωνο, ακούγοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες, άσματα θεσπέσια, αναμεταδόσεις ποδοσφαιρικών ματς, θέατρο, Ιωάννη Σεβαστιανό, ρεμπέτικα, μπλουζ, ροκ, τζαζ. Ο Γιάννης Τριάντης αναλαμβάνει με μιαν αέρινη μπαγκέτα να διευθύνει το Κανάλι 1 του Πειραιά (90.4 FM), και υπόσχεται σθεναρά να περνάμε ώρες γόνιμες και τερπνές, ψυχωφελείς και ηδύτατες, ποντάροντας και πάλι στα ερτζιανά. Με ενημέρωση στα ίσια, με μουσικές εξαίσιες, με φωνές. Σταύρος Λυγερός και Κώστας Βεργόπουλος, Νίκος Μπουρσινός και Γιώργος Αλλαμανής, Λίνα Νικολακοπούλου και Βασίλης Σταυρόπουλος, Κώστας Καββαθάς και Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Κοντά σας, με όλο τους το κέφι και την έμπνευσή τους όλη. Μαζί κι εγώ, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, κάθε μέρα στις 11 παρά πέντε το πρωί, με το ραδιοχρονογράφημα «Το Θρόισμα των Φύλλων», και κάθε Σάββατο, από τις δέκα το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, με την εκπομπή «Ο Αφρός των Ημερών», με τζαζ διαθέσεις και ροκ ιστορίες. Και με έκτακτους καλεσμένους. Αυτό το Σάββατο, 22 Μαρτίου, φιλοξενώ την Σώτη Τριανταφύλλου, συνομιλούμε για το νέο της μυθιστόρημα «Λίγο από το Αίμα Σου» (εκδ. Πατάκης), και ακούμε Μπομπ Ντύλαν, Νικ Κέιβ, Λέοναρντ Κοέν, Τζόνι Κας, Νηλ Γιανγκ, Κρις Κριστόφερσεν, και άλλους θρύλους. Συντονιστείτε, παίδες!

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Γάτες και Λογοτέχνες




Γάτες και Λογοτέχνες!

Αφιερωμένο στον ποιητή Γιώργο Δουατζή, που πριν από τέσσερα χρόνια είχε την μεγάλη καλοσύνη να μου δωρίσει τη υπέροχη γάτα που έκτοτε με συντροφεύει! Σ’ ευχαριστώ, και από δω, Φίλε!

Πολλές φορές τα σκάνδαλα δεν είναι θορυβώδη, δεν εκδηλώνονται μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό, μ’ ένα μειδίαμα, μ’ έναν ψίθυρο. Και τότε ακριβώς μας εκπλήσσουν ακόμα πιο πολύ. Όχι όλους, όχι αυτούς που δεν ξέρουνε ν’ ακούν τη χλόη να βλασταίνει. Ένα από τα χαριτωμένα σκάνδαλα στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης εν γένει είναι η αγάπη, στα όρια της λατρείας, που διακρίνει τους ποιητές και τους συγγραφείς. Και μάλιστα σε αντιπαράθεση με την πολλές φορές δεδηλωμένη απέχθειά τους όχι για τους σκύλους αλλά για το πώς οι άνθρωποι κατάντησαν τον λεγόμενο «καλύτερό τους φίλο». Αυτές τις μέρες λάμπει και ηχεί στη χώρα μας το δημοφιλέστερο μιούζικαλ όλων των εποχών, οι «Γάτες». Σχεδόν όλοι έχουν σιγοτραγουδήσει τα μελωδικά του θέματα, και το άλμπουμ με τη μουσική δεν λείπει από τα σπίτια των διακόνων της Αγίας Καικιλίας. Λίγοι γνωρίζουν όμως ότι ο λιμπρετίστας του έργου είναι διάκονος της Ερατούς, και μάλιστα δαφνοστεφής, τιμημένος με Νόμπελ, και ιδιαίτερα αγαπητός στη χώρα μας, κυρίως μέσω ορισμένων δικαιολογημένων παρεξηγήσεων.

Είναι γνωστός ως πολύ, μα πάρα πολύ σοβαρός άνθρωπος και ποιητής, στρυφνός και στριμμένος, και κυρίως ως ο ποιητής ο μεταφρασμένος από τον βαρύ και ασήκωτο Γιώργο Σεφέρη. Αλλά ο Τόμας Στερνς Έλιοτ ήταν ένας «βιρτουόζος της προσποίησης», όπως τον έχει χαρακτηρίσει το Time, ένας κατά κόσμον νομπελίστας ποιητής και γάτος κατά βάθος. Κάνοντας αλλεπάλληλες νοερές επισκέψεις στις κατοικίες των ποιητών και συγγραφέων που αγάπησαν τις γάτες, διαπιστώσαμε ότι όλοι ήσαν «γάτοι κατά βάθος», άνθρωποι μειλίχιοι και τρυφεροί, κατ’ ουσίαν γαλήνιοι ενώ γύρω τους λυσσομανούσε η καταλαλιά, η απειλή της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η βάναυση παρεξήγηση. Ήσαν όλοι τους άνθρωποι γενναίοι και πείσμονες, προσηλωμένοι σε ένα αυτοσχέδιο σύστημα ηθικών αξιών που δεν εγκατέλειψαν ποτέ. Περιφρονητές ενός κόσμου που περιφρονεί ό,τι βαθιά ανθρώπινο σκιρτάει εντός μας, αντιμετώπισαν ατάραχα τη χλεύη και δεν έστερξαν ποτέ να ενδώσουν στις Σειρήνες της ευκολίας που είναι η δίδυμη αδελφή της μετριότητας. Πολλοί ταλαιπωρήθηκαν πολύ, άλλοι κατάφερναν να ξεγλιστρούν και να αποφεύγουν τις κακοτοπιές, επιμένοντας με πάθος να λένε και να κάνουν τα δικά τους σε πείσμα των καιρών. Αρκετοί ένιωσαν το μακρύ χέρι του νόμου να πέφτει βαρύ στον ώμο τους, ένιωσαν το παγερό ατσάλι της χειροπέδης στον καρπό τους, ένιωσαν την υγρή ατμόσφαιρα του κελιού στα κόκαλά τους. Αλλά δεν έπαψαν να χαϊδεύουν το τρυφερό τρίχωμα της Καλέξικο Τζέιν ή του Ράσκι, της Τρίστιας ή του Περντίτα, δεν έπαψαν να χαμογελάνε γράφοντας για τις αγαπημένες τους γάτες, δεν έπαψαν να μαθαίνουν από τα υπέροχα αιλουροειδή τους να ισορροπούν, με χάρη όπως κι αυτά, «μες στη θαυμαστή κι ανάλαφρη νηφαλιότητα του παρόντος».
Ο Έλιοτ ήταν, όπως ο ίδιος δήλωνε με παρρησία, συντηρητικός στις πολιτικές του τοποθετήσεις, καθολικός στο θρήσκευμα και μοντερνιστής στην τέχνη. Και τι μοντερνιστής! Με την ξακουστή «Έρημη Χώρα» ανέτρεψε τα πάντα, επαναφέροντας, συνταρακτικά εμπλουτισμένη, τη μέθοδο της μεταστροφής που λάνσαρε πρώτος ο Ιζιντόρ Ντυκάς ή Κόμης του Λωτρεαμόν, και μπολιάζοντάς την με τη μέθοδο του κολάζ που είχαν επεξεργαστεί με εκρηκτικό τρόπο οι πρωτοπόροι ντανταϊστές. Την αγάπη για τις γάτες κληρονόμησε από τον γατόφιλο πατέρα του, ιερέα και ερασιτέχνη ζωγράφο, ο οποίος δεν έπαυε να απαθανατίζει στον καμβά γάτες. Ο Σεφέρης μαρτυρεί ότι ο Έλιοτ είχε στην κατοικία του δύο τέτοιους πίνακες του πατέρα του. Δεν θα ήταν και πολύ άστοχο να υποθέσουμε ότι ο συντηρητισμός του νομπελίστα αντισταθμιζόταν από την προσήλωσή του στα γατιά και την μίμηση της εξαίσιας συμπεριφοράς τους. Ο Έλιοτ σκανδάλιζε τους οικείους του με τα απρόβλεπτα, για έναν τόσο σοβαρό κύριο, καμώματά του. Εντελώς απροσδόκητα, όπως οι γάτες, μπορούσε να ξαφνιάζει τον κόσμο, είτε φιλώντας δημόσια τη σύζυγό του, είτε γελώντας τρανταχτά, είτε δηλώνοντας «φαν» του Γκράουτσο Μαρξ, με τον οποίο μάλιστα άρχισε να αλληλογραφεί, του οποίου τη φωτογραφία έβαλε πάνω από το τζάκι δίπλα στης γυναίκας του και του ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, και τον οποίο, όταν συναντήθηκαν, άφησε εμβρόντητο αρνούμενος για συζητήσει για την ποίηση και την τέχνη αλλά μονάχα για τις κοινές του αγάπες: τα καλά πούρα και τις γάτες!
Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ενίοτε σκανταλιάρη ποιητή: «Λοιπόν, ο γάτος Μαύρη Χειρ είναι μυστήριος γάτος/ Τον λεν ‘Πατούσα-Φάντασμα’ και ‘Γάτος ο Φευγάτος’./ Να φέρνει σε απόγνωση τη Σκότλαντ Γυαρντ ψοφάει/ Γιατί είναι ο κακοποιός που Νόμους αψηφάει: Στον τόπο του εγκλήματος οι αστυνομικοί/ Σαν φτάσουνε, η Μαύρη Χειρ ποτέ δεν είν’ εκεί!» («Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής», μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη & Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα).
Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικάιως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.
Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματική πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει,/ θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).
Ο «Παππούς Όλων Μας», όπως τον χαρακτήρισε η Πάτι Σμιθ, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στη λογοτεχνία και το έγκλημα. Πυροβόλησε και σκότωσε την σύζυγό του, παίζοντας «Γουλιέλμο Τέλλο» με περίστροφα, έζησε δεκαετίες ολόκληρες αυτοεξόριστος στο Παρίσι και στο Λονδίνο, έγραψε σκανδαλώδη πρωτοποριακά βιβλία, δικάστηκε ως πορνογράφος, συνδέθηκε με κάμποσα «μούτρα» του υπόκοσμου, συνοδεύτηκε από τη φήμη του ειδεχθούς. Κι όμως, ήταν στην πραγματικότητα ένας γλυκύτατος άνθρωπος και μανιακός γατόφιλος. Μάλιστα, η τελευταία του εγγραφή στο ημερολόγιό του, λίγες ώρες πριν αφήσει τον λεγόμενο μάταιο τούτο κόσμο, είναι ένας λιτός ύμνος στην αγάπη και στις γάτες. «Δεν υπάρχει Άγιο Δισκοπότηρο», γράφει στις 30 Ιουνίου του 1997, «μήτε Τελικό Σατόρι, μήτε λύση τελική. Μονάχα σύγκρουση. Και το μόνο που μπορεί να άρει τη σύγκρουση είναι η αγάπη, σαν αυτή που ένιωσα για τον Φλετς και τον Ράσκι, για τον Σπούνερ και την Κάλικο. Αγνή αγάπη. Ό,τι νιώθω για τις γάτες μου τις τωρινές και τις παλιότερες. Η Αγάπη; Τι Είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».
Το 1986, ο Μπάροουζ θα τυπώσει σε συλλεκτική έκδοση 133 αντιτύπων το βιβλίο του «Η γάτα μέσα μας», ένα μικρό αριστούργημα λογοτεχνικής γατοφιλίας ή, αν θέλετε, γατόφιλης λογοτεχνίας. «Αυτό το βιβλίο για τις γάτες», διαβάζουμε, «είναι μια αλληγορία, στην οποία η περασμένη ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται μπροστά του σαν παντομίμα με γάτες. Οι γάτες βέβαια δεν είναι μαριονέτες. Κάθε άλλο. Είναι ολοζώντανα πλάσματα, και όταν αποκτάς επαφή με ένα άλλο πλάσμα θλίβεσαι: γιατί συνειδητοποιείς τους περιορισμούς, τον πόνο και το φόβο και τον τελικό θάνατο. Αυτό σημαίνει επαφή. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν αγγίζω μια γάτα και συνειδητοποιώ ότι τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου». («Η γάτα μέσα μας», μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Απόπειρα).
Πολυτάραχη και σκανδαλώδης ήταν η ζωή της Κολέτ. Παράφοροι οι έρωτες που τη σημάδεψαν, πολυδιαβασμένα τα μυθιστορήματά της, ανεξάλειπτη και αδιάλειπτη η αγάπη της για τις γάτες. Μάλιστα, στα αυτοβιογραφικά της διηγήματα που στεγάζονται θαλπερά στο βιβλίο της «Το Σπίτι της Κλωντίν», απαθανατίζει λυρικά και με περίσσιο χιούμορ τη γατοφιλία της. Ακούστε: «Δεν είναι παρά ένα νεαρό γατί, γιος κάποιου ριγέ γάτου. Φέρει στο τρίχωμά του τις ραβδώσεις της ράτσας του, τα αρχαία σημάδια του άγριου προγόνου. Το αίμα της μάνας του, όμως, σκόρπισε πάνω στις ρίγες του ένα αφράτο και γαλαζωπό πέπλο από μακριές τρίχες, αψηλάφητο σαν διάφανη γάζα Περσίας. Θα γίνει όμορφο, λοιπόν, είναι κιόλας γοητευτικό. Προσπαθούμε να το βγάλουμε Καμαραλζαμάν – εις μάτην, γιατί η καμαριέρα κι η μαγείρισσα, γυναίκες προικισμένες με κοινή λογική, μεταφράζουν το Καμαραλζαμάν σε Μουμού». («Το Σπίτι της Κλωντίν», μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Καστανιώτης).
Ήταν η σημαντικότερη ανανεώτρια του λεγόμενου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μας συγκλόνισε πλάθοντας τον κρισιμότερο αντιήρωα των τελευταίων δεκαετιών, τον περιβόητο Τομ Ρίπλεϊ. Άκουγε στο όνομα Πατρίτσια Χάισμιθ, και λάτρευε τις γάτες. Δεν παρέλειπε να φωτογραφίζεται με τα αγαπημένα της αιλουροειδή, και, ενώ η ίδια αρκούνταν στο φτηνό γαλλικό τυρί, για τις γάτες της μαγείρευε λαγό με κρέμα γάλακτος! Η Μονίκ Μπυφέ, μια από τις ερωμένες της Χάισμιθ, μας λέει ότι η Πατρίτσια μιλούσε στη σιαμέζα γάτα της σε μιαν αλλόκοτη γλώσσα, την οποία καταλάβαινε μονάχα το όμορφο ζωντανό. Η ίδια η Χάισμιθ είχε δηλώσει: «Οι γάτες δίνουν στους συγγραφείς κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν: συντροφιά χωρίς απαιτήσεις ή επεμβάσεις».
Όσο κι εκπλήξει τα μάλα πολλούς, ο Γκι Ντεμπόρ είχε επίσης επινοήσει μια δική του γλώσσα για να μιλάει με τις ώρες και σ’ όλη τη διάρκεια κάθε ημέρας με την αγαπημένη μαύρη γάτα του. Όπως μας πληροφορεί η φίλη του Ανίτα Μπλαν, ο συγγραφέας της «Κοινωνίας του Θεάματος», ύστερα από μια πολυετή αυτοεξορία στη Φλωρεντία, την Καστίλη, και τη Βενετία, εγκαταστάθηκε σε μιαν αγροικία στον Άνω Λίγηρα, και εκεί δεν αποχωριζόταν ποτέ μια μαύρη κάπα που του είχε χαρίσει ο δολοφονημένος φίλος του, ο παραγωγός και εκδότης Ζεράρ Λεμποβισί, και τη μαύρη γάτα του. «Η ζωή του Γκι στρεφόταν γύρω από τις γάτες. Ήταν μόνιμο θέμα πολύωρων συζητήσεων», λέει η Μπλαν. Το άλλο δυναμικό μυαλό της Καστασιακής Διεθνούς, φίλος για μια δεκαετία του Ντεμπόρ, συγγραφέας της περιλάλητης πραγματείας «Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής», ο Βέλγος Ραούλ Βανεγκέμ, λάτρευε επίσης τις γάτες. Στην εξαιρετικά πρωτότυπη αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε προσφάτως, ο εβδομηντάχρονος στοχαστής και επαναστάτης εξομολογείται ότι την ημέρα που κάποιοι άθλιοι κυνηγοί σκότωσαν τη γάτα του, τη δηλητηρίασαν οι αναίσθητοι, ο Βανεγκέμ για να πενθήσει και να παρηγορηθεί άκουγε με τις ώρες τη «Sonnambula» του Μπελλίνι ενώ δάκρυα κυλούσαν διαρκώς από τα μάτια του.
Ο θαυμάσιος υπερρεαλιστής, σεναριογράφος, ποιητής, και τρυφερός τροβαδούρος του Παρισιού, ο Ζακ Πρεβέρ θαύμαζε επίσης τα καμώματα των γάτων. Επέτρεψε στον σπουδαίο Μπρασάι να τον φωτογραφίζει αγκαλιά με μια πανέμορφη γαλή. Έγραψε το φημισμένο ποίημα «Ο Γάτος και το Πουλί», ένα έξοχο κόσμημα μαύρου χιούμορ. Ιδού: «Ένα ολόκληρο χωριό ακούει θλιμμένο/ Το τραγούδι ενός πληγωμένου πουλιού/ Είναι το μοναδικό πουλί του χωριού/ Κι είναι ο μοναδικός γάτος του χωριού/ Που το μισόφαγε/ Και το πουλί σταμάτησε να τραγουδάει/ Ο γάτος σταμάτησε να νιαουρίζει/ Και να γλείφει τη μουσούδα του/ Και το χωριό ετοιμάζει στο πουλί/ Κηδεία επίσημη/ Κι ο γάτος είναι καλεσμένος/ Προχωρεί πίσω από ένα μικρό αχυρένιο φέρετρο/ Όπου είναι ξαπλωμένο το νεκρό πουλί/ Το φέρετρο σηκώνει ένα μικρό κορίτσι/ Το κορίτσι αυτό δεν σταματάει να κλαίει/ Αν ήξερα που σου ’κανα τόσο κακό/ Λέει ο γάτος στο κορίτσι/ Θα το είχα φάει ολόκληρο/ Κι ύστερα θα ’λεγα/ Πως το είδα να πετάει ψηλά να φεύγει/ Μέχρι τα πέρατα της γης/ Κάτω εκεί τόσο μακριά / Απ’ όπου κανείς ποτέ δε γυρίζει/ Ίσως τότε πονούσες λιγότερο/ Έτσι απλά θα λυπόσουν μονάχα.// Ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνουμε κάτι μισό» («Θέαμα και Ιστορίες», μτφρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Ύψιλον).
Ο Ντενί Γκροζντανοβίτς ήταν πρωταθλητής νέων Γαλλίας στο τένις, πρωταθλητής στο σκουός, εξαιρετικά δημιουργικός αναγνώστης του Μαρσέλ Προυστ, μέγας φιλόμουσος, απόφοιτος της ξακουστής σχολής κινηματογράφου IDHEC, σκακιστής, και συγγραφέας। Και, φυσικά, γατόφιλος। Επιχείρησε λαμπρά να απαθανατίσει τον νεκρό γάτο του, τον Περντίτα, εγκωμιάζοντας με περισσή κομψότητα τον «αγγελικό αντικομφορμισμό της ποιητικής έμπνευσης» που προσφέρει μια γάτα, την εξυπνάδα, τον ήρεμο στοχασμό, τη «γιόγκα των γατών», την καλλισθένειά τους, την εύθραυστη ισορροπία τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, το ότι μας γοητεύουν επειδή μας δίνουν την εντύπωση ότι διαχειρίζονται άψογα το Χρόνο. Παραθέτει μάλιστα, κλείνοντας, έναν στίχο του Γιάννη Ρίτσου που μιλάει για την «θαυμαστή συνέχεια των καθημερινών πραγμάτων» («Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας, μτφρ. Ξένια Σκούρα, εκδ. Πόλις).


Φυσικά, φημισμένος για τη γατοφιλία του ήταν και ο Έρνεστ «Πάπα» Χέμινγουεϊ, ο οποίος λάτρευε την ανεξαρτησία και το ελεύθερο πνεύμα των αιλουροειδών. Ένας καπετάνιος του δώρισε την πρώτη του γάτα, που ήταν πολυδάκτυλη. Έκτοτε ο συγγραφέας του «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» είχε πάντα μια γάτα στις κατοικίες του, είτε στη Φλόριντα είτε στην Κούβα. Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα οι πολυδάκτυλες γάτες λέγονται και «Γάτες Χέμινγουεϊ». Μάλιστα, στο Μουσείο Χέμινγουεϊ στο Κι Γουέστ της Φλόριντα διατηρούνται και προστατεύονται, σύμφωνα με ειδικό όρο στη διαθήκη του, περί τις εξήντα γάτες, πολλές από τις οποίες ακούν στο όνομά του και σε ονόματα αγαπημένων φίλων και φιλενάδων του υπέροχου Έρνεστ!

Ο γενάρχης του ρομαντικού νουάρ μυθιστορήματος, ο αβρός Ρέιμοντ Τσάντλερ είναι γνωστό ότι αγαπούσε το καλό ουίσκι, τις σαγηνευτικές γυναίκες, το δεξιοτεχνικό σκάκι του Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα, και την ελισαβετιανή ποίηση. Ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν θα μπορούσε να μην αγαπάει και τις γάτες. Η ευνοούμενή του ήταν μια γάτα Περσίας την οποία φώναζε «Τάκι», της μιλούσε με τις ώρες, και τη σύστηνε ως «γραμματέα» του, μιας και το όμορφο πλάσμα είχε τη συνήθεια να κάθεται πάνω στα χειρόγραφά του όταν ο Τσάντλερ τα επεξεργαζόταν και έκανε τις διορθώσεις του.
Ας κλείσω, κλείνοντας το μάτι στους πάντα ωραίους γάτους και γατόφιλους, θυμίζοντάς σας ότι ποιήματα και κείμενα για γάτες έχουν υπογράψει μεταξύ ευτυχώς πάμπολλων άλλων ο Λιούις Κάρολ και ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, αλλά και οι δικοί μας Νίκος Δήμου, Παυλίνα Παμπούδη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Τάσος Δενέγρης.


Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Γατάκια και Ιρλανδέζικα!


Cats & Irish

Ό,τι υπάρχει στον κόσμο
Πλάστηκε για να παίζω εγώ.
Τα αλογάκια της Παναγίας, τα πόδια της καρέκλας,
Οι στάμπες στα υφάσματα
Οι σκιές που τρέχουν, οι χνουδόμπαλες
Κι η ουρά μου ακόμα.
Τόσες γωνίες, τόσες πόρτες
Που μου γνέφουν μισάνοιχτες
Η από κάτω μεριά των πραγμάτων ένας δικός μου ουρανός
Να τον παρατηρώ
Τόσα μέρη για τρεχάλα, με πιάνει τρέλα
Θέλω να βρίσκομαι παντού μέσα σε μια στιγμή.
Μετά, κουράζομαι.
Patricia Highsmith, Γάτες (εκδ. Άγρα)

Ο Μπαμπασάκης γιορτάζει απόψε τα γεννητούρια της Τριστέσας, της γάτας του. Εκλεκτός και καρπερός μπαμπάς είναι ο Στράτος, ο γάτος του Στέλιου Ελληνιάδη. Τα τέκνα είναι τρία, κουκλιά, και χαίρουν άκρας υγείας. Ελάτε, όσοι γατόφιλοι & κοκκινόφιλοι, στο Barrio (Κεραμεικού 53), να το γλεντήσουμε με ιρλανδέζικα άσματα (Pogues, U2, Waterboys).


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

ΕΕΕΕΕ!!!



Λίγο Πριν Αρχίσω Πάλι


Κορίτσι μου,
για σένα το γράφω εκείνο το βιβλίο
«για τα σένα το ’χτισα» που έλεγε κι ο λαϊκός.
Εξακόσιες πενήντα σελίδες και βάλε
για όλα τα χάδια από το γόνατο και πάνω!
Αμέ, αμ’ πώς για,
κι «αμ’ τι γαρ»
που ’λεγε κι ο Καρούζος
τότε, γύρω στα 1985,
ναι, τότε που κάναμε δικές μας
τις γυναίκες και τις πόλεις.
(Τώρα οι πόλεις καταστράφηκαν πια,
μονάχα οι γυναίκες οι γενναίες
απόμειναν για τα τρελά μας γλέντια,
για τα αβρά μας ξεφαντώματα).

Κορίτσι μου,
πίνω το κρασάκι μου
και σ’ το γράφω εκείνο το βιβλίο
που μιλάει, που κλαίει, που γελάει
που ασθμαίνει, και γογγύζει, τραγουδάει,
εκείνο το βιβλίο που πατάει
σ’ όλα τα βιβλία που διάβασα
σ’ όλα τα βιβλία που αγάπησα
σ’ όλα τα βιβλία που λάτρεψα
μα πιο πολύ στους δύο τού Μίλερ Τροπικούς
στου Μάλκολμ το Ηφαίστειο
και στου Εγέλου τη Φαινομενολογία.
Κι ακόμα, ανενδοίαστα κι αναίσχυντα
μα και ευλαβικά, με δέος έστω μεθυσμένο
και με μέριμνα, πες τη, σουρωμένη
αντλεί
απ’ όλα τα ωραία άσματα
της τζαζ τα ανυπέρβλητα κεράσματα
ναι, αντλεί κι απ’ του Σατί
τις λεπτεπίλεπτες ειρωνείες
κι απ’ του Τατί
τις εξαίσιες του χιούμορ μαγγανείες.

Είναι μακριά το Μαρούσι,
πιο μακριά κι απ’ το Παρίσι
για κάθε ερωτευμένο Ροβεσπιέρο,
είχα με πικρό μα αγέρωχο θράσος κάποτε αποφανθεί.
Και τώρα έρχεται του πράγματος η αλήθεια
να με κεντρίσει απρόσμενα
έρχεται να μου πει ότι καλά το είχα μιλήσει,
καλά το είχα γράψει,
και άλλωστε άλλοτε πάλι είχα δηλώσει πως
δεν καταδεχόμαστε να γράψουμε ό,τι δεν έχουμε ζήσει.
Είναι ένα στοίχημα κι αυτό
καθώς και όλα τ’ άλλα που έκανα και κάνω
τριάντα χρόνια τώρα
από την πυρωμένη εφηβεία μου και δώθε.

Γράφω λοιπόν σ’ εκείνο το βιβλίο
τα όσα έχω κάνει, τα όσα μπόρεσα να πω
τα όσα με ταξίδεψαν μακριά απ’ τις κοιλάδες των δακρύων
μακριά από τα βλέμματα των αχρείων
μακριά απ’ τη χθαμαλότητα μυρίων και μυρίων
σ’ εκείνα τα μέρη όπου τα οδοφράγματα
είναι καμωμένα επιτέλους από άνθη
σ’ εκείνα τα ποιητικά τοπία όπου η ελευθερία είναι
της γνώσης η θυγατέρα, και της τόλμης,
όπου η ευγένεια είναι της σάρκας που ζητεί και θέλει εξαδέλφη
όπου μάνα της φρόνησης είναι η αμέριμνη καλοσύνη
και δίδυμη αδελφή της αφροσύνης είναι η περίσκεψη

Γράφω, το λοιπόν, πώς μπόρεσα,
καθώς και άλλοτ’ έλεγα,
να συνοψίσω τη ζωή μου
σε πέντε, έξι φράσεις (άλλων),
πώς κάποτε που μου έδειξαν μια πανώρια κατοικία
σ’ εκείνη τη συνοικία
που έχει τόσο κοσμήσει ο Πικιώνης,
άκουσα την ίδια μου την αυθάδεια
να λέει, «Άσε, έχω πιει τρεις τέτοιες!»
πώς κατάφερα να γράψω σελίδες πολλές
και γόνιμες, θαρρώ,
για όλους εκείνους που με έκαναν αυτό που είμαι,
σελίδες ευγνωμοσύνης για τον Κέρουακ και τον Μπάροουζ,
για τον Ντεμπόρ και τον Ντυσάν,
για τον Καρούζο και τον Βακαλόπουλο,
και τον Πάρκερ και τον Ρόλλινς μα και τον Κολτρέιν,
και άλλους τέτοιους άδολους τιτάνες.

Γράφω ακόμα για την ευκολία μου
να συγχωρώ τον εαυτό μου,
για την ανάγκη μου μόνος να μη μένω,
για τα τόσα δείπνα που κατέληγαν σε γλέντια αντάξια του Βιγιόν,
αλλά και, όπως το είπε ο άλλος, για πρωινά
που ήσαν συγκινητικά μα δύσκολα.
Γράφω για πόσο αγάπησα
και πόσο με αγάπησαν
ακόμα και άνθρωποι θαυμάσιοι που δεν ήμουν άξιός τους,
γράφω για το πόσο τυχερός αισθάνομαι
που μου έλαχαν όμορφοι φίλοι και γενναίες γυναίκες,
για την ωραία απερισκεψία όλων μας,
του περιβάλλοντός μου και εμού,
να γινόμαστε, ξανά και πάλι, και ξανά,
των βεβαιοτήτων (των άλλων)
δολιοφθορείς
και να εμμένουμε με έπαρση βουβή
στα όσα εμείς, και μόνο εμείς, θεωρούσαμε δικά μας.

Έρχομαι να σου μιλήσω, γράφοντας πόσο
λαμπρές ήσαντε κάποιες νύχτες που όλοι για σκοτεινές λογάριαζαν
ευθύς για να σου πω ότι ανάμεσα στα
αρίφνητα αστέρια πάντα ξέραμε ποιο μας χαμογελούσε
νεύοντάς μας να συνεχίσουμε όπως αρχίσαμε
νίβοντάς μας τ’ ανομήματα ώστε να πάμε καθάριοι γι’
άλλα
μακάριοι πελάτες του λυτρωτικού ολέθρου
ανενδοίαστα μειράκια της περίτεχνής μας τρέλας
ρήτορες της μεθυσμένης συμφοράς το μεσονύχτι
τακίμια κι αδέρφια θιασώτες του ανήμερου
ίμερου μιας νέας γεωγραφίας των παθών
ντριπλαδόροι των στερεοτύπων και της νυσταλέας σύμβασης
όμορφοι κομπιναδόροι και
υπέρ του καλού αθώοι συνωμότες.

Ω, ας τελειώσει εδώ το ποίημα,
εύμορφη από μικρή και νυν,
κορίτσι που μου γεμίζεις το τσιγάρο
και το ποτήρι μου ανάβεις,
ναι, ας τελειώσει εδώ το ποίημα
λίγο πριν αρχίσω
να γράφω και να ζω και πάλι!


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Φεβρουάριος 2008









Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

http://www.vakxikon.gr/

http://www.vakxikon.gr/

ΒΑΚΧΙΚΟΝ, παίδες


Όσο υπάρχουν άνθρωποι και διαβάζουν Ιζιντόρ Ντυκάς, Αρθούρο Ρεμπώ και Αρθούρο Κραβάν, Έγελο και Μαρξ, Καρούζο και Ντεμπόρ, Κάρολο Μπωντλαίρ και Κάρολο Μπουκόβσκι, τίποτε δεν έχει χαθεί και όλα είναι ανοιχτά στο ωραίο Πόκερ της Σαγήνης! Η ζωή είναι εύκολη, η ζωή είναι ωραία... Δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν μόνο λύσεις (σε αντίθεση με του Ντυσάν τη ρήση, "Δεν υπάρχουν λύσεις, διότι δεν υπάρχουν προβλήματα")... Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε υπέροχα μες στα ερείπια μιας εποχής... Ιδού, λοιπόν, ΒΑΚΧΙΚΟΝ...

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008

ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ




Άκουγα απόψε Pogues (πρωτότυπον!!!!) και θυμήθηκα (σάμπως τα ξέχασα ποτέ;) τα «Κρίνα». Γέννησε η γάτα μου, η Tristessa, ψες, πέθαναν τα δύο, έμειναν τρία κουκλιά γατιά. Ο Τάσος Φαληρέας ζει εντός μου, όπως κι ο Βακαλόπουλος ο Χρήστος, ο Λάγιος ο Ηλίας, η Μελίνα η Καρακώστα., ο Κοτρώνης ο Βαγγέλης, ο Γιώργος ο Μπαντίδος, ο Γεωργίου ο Κώστας. ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΠΡΙΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, έγραψα πριν από χρόνια, παίδες, Νέστορα, Όλεθρε, Σπύρο, Άγγελε, Ελένη, Αλίκη, Ελεάννα, Στέργιε, Αννούλα, Ω!, Πάρι, Θέμη, Θάνο, Χάρη, Γιάννη, Νίκη, Θάλεια, Ευγενία, Ανεστόπουλε, φίλε μου, ας είμαστε διάφανοι, ας μας παίρνουν είδηση, και λοιπόν; «Δαπανήθηκα στις λόχμες», μπόρεσε να γράψει ο Γιώργος ο Μακρής. Ας πέσει πάλι αργά, νωχελικά, η βελόνα στο βινύλιο, ας βάλουμε άλλο ένα ιρλανδέζικο στο ποτήρι μας, ας ανάψουμε ακόμα ένα Sante Marlboro Gitanes, ας αγαπήσουμε ξανά ό,τι δεν πάψαμε ποτέ άδολα ν’ αγαπάμε, ας ξαποστάσουμε στον ίσκιο των Ανθισμένων Τραγουδιών!

Στον Ίσκιο των Ανθισμένων Τραγουδιών

Ας μου επιτραπεί, έτσι, μ’ αυτόν τον τίτλο, στον Marcel Proust να παραπέμψω, αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα ν’ αναθυμηθώ και να θυμίσω, καθώς θα επιχειρήσω γλυκά και τρυφερά να σας μιλήσω για ένα ωραίο εγχείρημα, για ένα έργο τέχνης που σκοπεί τις τέχνες να παντρέψει, να τις σμίξει, να τις διακονήσει όμορφα, κι εμάς σε κήπους και πόλεις μαγικές να μας ταξιδέψει. Ο Proust ήξερε τι σημαίνει του χρόνου η ροή και πώς οι λέξεις μπορούν να γίνουν νότες, αλλά και πώς οι νότες λέξεις περίκομψες να μας φέρνουνε στο νου. Και τώρα, μια μπάντα, μια γλυκιά συμμορία μουσικών και ποιητών, μια παρέα τροβαδούρων έρχεται να μεταβάλει σε ψαλμωδία το βουητό του καταρράκτη του χρόνου. Είναι τα «Διάφανα Κρίνα», αυτά τα μαυροφορεμένα παλικάρια που εδώ και μια δεκαπενταετία έχουν προσηλωθεί στη μουσική της ποίησης και στην ποίηση της μουσικής.
Ας αρχίσουμε με τις ευγενικές συστάσεις. Η μπάντα: Θάνος Ανεστόπουλος, στην ακουστική κιθάρα, στο πιάνο, στα φωνητικά. Τάσος Μαχάς, στα τύμπανα και τα κρουστά. Νίκος Μπαρδής, στις κιθάρες, στην τρομπέτα, στα κρουστά. Παντελής Ροδοστόγλου, στο μπάσο. Και Κυριάκος Τσουκαλάς, στις κιθάρες, το βιμπράφωνο, τα κρουστά, τα πλήκτρα. Μας έχουν δωρίσει αλησμόνητες στιγμές, τόσο μελοποιώντας Κλέανδρο Καρθαίο, Κώστα Ουράνη, Διονύση Καψάλη, όσο και δημιουργώντας μαγικές ατμόσφαιρες, πότε κατάνυξης και πότε τρελού ξεσηκωμού, στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Η ευαισθησία και η βαθιά σχέση με το συναίσθημα και τη συγκίνηση είναι τα κατατεθέντα σήματά τους. Το κοινό τους είναι πιστό, αφοσιωμένο, ένα κοινό που συγκροτεί μια μεγάλη φιλική παρέα, που ακολουθεί την μπάντα άλλοτε στον Έβρο κι άλλοτε στης Αθήνας τις κρυφές κόγχες, εκεί που ο Έρωτας και η Αγάπη έχουνε τα λημέρια τους.
Και τώρα, ύστερα από δεκαπέντε χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας, γιορτάζουν όσα έζησαν και εξακολουθούν να ζουν μέσα από της μουσικής τη θαλπωρή, γιορτάζουν, όπως οι ίδιοι γράφουν, τις χαμένες μέρες τους αλλά κι αυτές που θα κερδίσουν, γιορτάζουν εκείνα που δεν λησμονούν, εκείνα που νοσταλγούν, εκείνα που ολοένα ξαναζούνε, εκείνα που μ’ αυτά μένουνε. Και γιορτάζουν, καθώς αρμόζει σε γενναιόψυχους τροβαδούρους, όχι παίρνοντας αλλά δίνοντας, προσφέροντας, δωρίζοντας.
Είναι φίνο και γόνιμο μάθημα το να βλέπεις γοητευμένος πώς ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, το εμβληματικό «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Malcolm Lowry, μπορεί, διά χειρός Παντελή Ροδοστόγλου, να πυκνωθεί σε ποίημα και τραγούδι, ή πώς ο Θάνος εμπνέεται από το σπαρακτικό φιλμ «Head on», το αριστούργημα «Μαζί ποτέ», και συνθέτει το ποίημα-σενάριο «Με το Κεφάλι Ψηλά». Και είναι απέραντα συγκινητικό να αισθάνεσαι ότι πέντε φίλοι μπόρεσαν να παραμείνουν φίλοι, να παραμείνουν συνεργάτες, συμπότες, συνδαιτυμόνες, συνωμότες στην πιο επαινετή συνωμοσία, στη συνωμοσία υπέρ του Καλού και υπέρ της Διάρκειας και υπέρ του Θάλπους και υπέρ της Ανοξείδωτης Μελωδίας που τη λέμε, ξανά και ξανά, και για πάντα, και από του νυν και έως του αιώνος, Αγάπη!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Ο Γκοντάρ, παίδες!










Godard

Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Ο Τρομερός Παππούς



Το άλλοτε τρομερό παιδί του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, ο ιεροφάντης της νουβέλ βαγκ, του νέου κύματος του γαλλικού σινεμά, είναι σήμερα ένας τρομερός παππούς, πάντα με τη μανία της καινοτομίας και της πρόκλησης να τον ωθεί σε πότε πετυχημένους και πότε άσφαιρους πειραματισμούς, με το αιώνιο πούρο στο χέρι, και τη λατρεία του για την τζαζ και το ποδόσφαιρο να δωρίζει δροσερές δονήσεις στο ήδη ακούραστα φρέσκο χιούμορ του. Οι επίμονες ασχολίες του σήμερα είναι, καθώς λέει, να παίζει τένις, να βλέπει τον ψυχαναλυτή του, και να παρακολουθεί ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αναπολεί μελαγχολικά τα χρόνια που ο κινηματογράφος είχε ακόμη τη δύναμη να προκαλεί ανατροπές στις συνειδήσεις και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σταρ και συνάμα αντι-σταρ, πρωταθλητής των παραβάσεων σχεδόν κάθε κινηματογραφικού κανόνα, μπόρεσε να ανακατέψει τα είδη, να παίξει σκανταλιάρικα και αποδομητικά με το νουάρ, με το μιούζικαλ, με το μελόδραμα, με το ντοκιμαντέρ, και κατάφερε, συνεπικουρούμενος από άλλα ωραία παλικάρια της Έβδομης Τέχνης, όπως ο Ερίκ Ρομέρ, ο Φρανσουά Τριφό, ο Κλοντ Σαμπρόλ και ο Ζακ Ριβέτ, να επιβάλει την λεγόμενη «πολιτική των δημιουργών», το σινεμά του auteur, του δημιουργού, ένα σινεμά όπου ο σκηνοθέτης, επιτέλους, διαδραματίζει τον δεσπόζοντα ρόλο.
Ακούει βέβαια στο όνομα Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, και ήταν ακριβώς αυτός που έκανε μια ολόκληρη γενιά να παραληρεί από ενθουσιασμό για μια νέα χρήση του κινηματογράφου, να ξεσπιτώνεται και να τρέχει με σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα από την Κυψέλη όπου παιζόταν μία ταινία του στην… Λάρισα, παρακαλώ, όπου παιζόταν στην ντόπια κινηματογραφική λέσχη μια άλλη. Και είναι ακριβώς αυτός που, σήμερα πια, ορισμένες του ταινίες δεν βλέπονται, και δη αυτή που φέρει τον τίτλο «Πάθος»!, που άλλες βλέπονται με τα χίλια και με χείλια χαμογελαστά, παραδείγματος χάριν το «Με κομμένη την ανάσα», ενώ άλλες, όλως περιέργως ο θρυλικός «Τρελός Πιερό» μοιάζουν, όταν τις ξαναβλέπεις ύστερα από τρεις δεκαετίες, με επαναστατικό… μουρουνόλαδο, ήτοι στραβομουτσουνιάζεις αγρίως μεν, αλλά και κατά τι διαστροφικώς αγάλλεσαι, ξεφαντώνεις και νοσταλγείς, επίσης αγρίως!
Οι θεατές των ταινιών του Γκοντάρ είναι είτε προσηλωμένοι πιστοί είτε φανατικοί πολέμιοι, μάλιστα ένας από τους δεύτερους έφτασε στο σημείο να εκτοξεύσει σε κάποιο Φεστιβάλ των Καννών μια τούρτα που βρήκε στο πρόσωπο τον Ζαν-Λυκ. Είναι που είναι, καθώς λένε, βερμπαλιστές και λιγάκι «κλέφτες» οι Γάλλοι, ο Γκοντάρ φρόντισε να το παρακάνει, φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα και προκαλώντας έτσι ακραίες αντιδράσεις. Μάλιστα, ο πιο ψύχραιμος και διαυγής, καίτοι μονίμως μεθυσμένος, πολέμιός του έγραψε ότι ο Γκοντάρ δεν είναι παρά ένας Ελβετός της Λοζάνης που φθόνησε το σικ των Ελβετών της Γενεύης, με την αύρα του οποίου όταν κατάφερε να περιβληθεί φθόνησε το σικ των Παρισίων και δη των Ηλυσίων Πεδίων με αποτέλεσμα να γίνει ένα βαρετό άλλοθι των σύγχρονων μικροαστών που χρειάζονται λίγο αλατοπίπερο μοντερνισμού για να νοστιμέψουν την θλιβερή καθημερινότητά τους.
Η αλήθεια είναι, ως συνήθως, κάπου στη μέση: ο Γκοντάρ υπήρξε η αιχμή του δόρατος μιας γενιάς κινηματογραφιστών που λαχταρούσαν μιαν εκ βάθρων ανανέωση της γραμματικής και του συντακτικού της κινηματογραφικής τέχνης, αλλά και ένα από τα σύμβολα της εξεγερμένης γενιάς του 1968. Και δεν του έλειπε μήτε το θάρρος μήτε το ταλέντο, συνδυαζόμενα πάντα με μια λατρεία για το σελιλόιντ. Αυτό τον ώθησε στο να κάνει ταραγμένα και σπασμωδικά αριστουργήματα αλλά και δεν τον απέτρεψε από το να υπογράψει παταγώδεις αποτυχίες. Ο ίδιος άλλωστε, πάντα ετοιμοπόλεμος είρων και αυτοσαρκαζόμενος, όταν ρωτήθηκε στο τελωνείο της Νέας Υόρκης με τι λογής μπίζνες καταπιάνεται, απάντησε καρφί: «Αυτόν τον καιρό κάνω αποτυχημένες ταινίες»!
Γεννημένος στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ήδη από τα είκοσί του έγραφε μανιωδώς κείμενα για τα φιλμ που αγαπούσε. Και ήδη από τότε έκανε τις πρώτες του ανατροπές, μιας και τα κομμάτια του διόλου δεν έμοιαζαν με γραμμικές, τυπικές παρουσιάσεις ταινιών αλλά διαπνέονταν από έναν συνειρμικό λόγο διαποτισμένο με άφθονες λυρικές εκλάμψεις, κάτι που χάρισε στον συγγραφέα τους τον χαρακτηρισμό κριτικός-ποιητής. Δείτε πώς τον Μάρτιο του 1952, στην κριτική του για τον «Άγνωστο του Εξπρές» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, στο δέκατο τεύχος των θρυλικών Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν, ενθέτει φράσεις όπως αυτή: «Κοιτάξτε αυτές τις χορταριασμένες εκτάσεις, αυτά τα παραμελημένα κτήματα ή τούτη τη σκοτεινή ποίηση των μοντέρνων πόλεων, αυτά τα πλοία πάνω στα νερά της γεμάτης σύγχυση εμποροπανήγυρης, αυτούς τους απέραντους δρόμους, και πείτε μου αν δεν νιώθετε ένα σφίξιμο, αν δεν σας τρομάζει μια τέτοια σοβαρότητα: είναι επειδή βρίσκεστε μπροστά στο πιο επιρρεπές στις συμπτώσεις θέαμα και στα τυχαία γεγονότα του κόσμου, είναι επειδή βρίσκεστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο». Ή, πιο, κάτω, «Αυτές οι σκηνές μ’ αρέσουν γιατί είναι σαν ν’ ανακαλύπτω τη μυρωδιά της ιεροσυλίας».
Αφού περιπλανήθηκε στα αμφιθέατρα της Σορβόννης για σπουδές Ανθρωπολογίας που δεν ολοκλήρωσε ποτέ και έγινε μόνιμος θαμώνας των τότε αφθόνων και τίγκα στη ζωντάνια κινηματογραφικών λεσχών της Αριστερής Όχθης, αφού γαλουχήθηκε όπως όλη η παλιοπαρέα της νουβέλ βαγκ με τον Νίκολας Ρέι και τον Χάουαρντ Χοκς, με τα νουάρ, με τα γουέστερν, με το σκάκι, με την τζαζ, με τα πούρα και με το αλκοόλ, αφού έγραψε πολυάριθμες κριτικές στα Cahiers και προπαγάνδισε μια νέα ματιά για τη φιλμική δημιουργία, αφού αναγκάστηκε να καταφύγει για ένα διάστημα σε μικροκλοπές και δανεικά κι αγύριστα για να επιβιώσει, αφού εργάστηκε και ως χειρώνακτας στο στήσιμο ενός υδατοφράκτη από μπετόν στην Ελβετία, ο Γκοντάρ πέρασε επιτέλους πίσω από την κάμερα, και, ύστερα από τρεις μικρού μήκους ταινίες, ανάμεσα στις οποίες και η περιλάλητη «Όλα τα’ αγόρια τα λένε Πατρίκ», του 1957, κόβει τα ήπατα των μικροαστών και ανάβει φωτιές στις καρδιές των αναρχιζότων μποέμ συνθέτοντας το ανοξείδωτο αριστούργημά του «Με κομμένη την ανάσα», το 1960. Ένας απάλευτος Ζαν-Πολ Μπελμοντό, μια χάρμα οφθαλμών Τζιν Σίμπεργκ, ένας οργιάζων σαγηνευτικός κυνισμός, καταδιώξεις, όπλα, γέλια, χιλιάδες άφιλτρα γαλλικά τσιγάρα, και ο αέρας του «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», κάνουν το φιλμ ένα μανιφέστο καινοτόμων τάσεων και υψηλών εντάσεων που ακόμα και ο ίδιος ο Γκοντάρ δεν φάνηκε ικανός να ξεπεράσει έκτοτε!
Ακολουθεί, έως το μπαμ του ’68, ένας καταιγισμός ταινιών που έχουν πάρει τη θέση τους στην ιστορία του κινηματογράφου και στην, γαλλικής κοπής, υστερία του άκρατου, και εν πολλοίς δήθεν, μοντερνισμού. Καινοτομία γαλλική, κι ας είναι μπαλωμένη. Ή, και «κλεμμένη». Που σημαίνει ότι ο καλός μας Ελβετογάλλος δημιουργεί πασχίζοντας διαρκώς να ποντάρει σε ό,τι ρηξικέλευθο «δανειζόμενος» από όπου βρει, μπουκώνοντας τα φιλμ του με τα απαραίτητα, για κάθε γαλλικό προϊόν απανωτά τσιτάτα από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Σαρτρ, από την ιστορία του σινεμά, από τη λογοτεχνία του Ρεμπώ και του Λοτρεαμόν, από την τελευταία λέξη της κοινωνιολογίας. Ναι, εκεί ποντάρει και… μοντάρει, συνθέτει ταινίες με το μαχαίρι, που σημαίνει κόβει, ράβει, κολλάει, όπως πολύ πριν από αυτόν, και για πολύ πιο σεβαστά ανατρεπτικούς λόγους, έκαναν οι Ντανταϊστές. Αλλά το Παρίσι, και δη η Αριστερή Όχθη, κι ακόμα πιο δη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ψοφάει για μοντερνισμό. Και ο Ζαν-Λυκ τον προσφέρει με τη σέσουλα! Και αποθεώνεται!
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον «Μικρό Στρατιώτη»; Το «Η Γυναίκα είναι Γυναίκα»; Το «Η Χωριστή Συμμορία»; Την «Περιφρόνηση»; Το «Σαββατοκύριακο»; Κάθε δημιουργία του Γκοντάρ χαλάει κόσμο, κάθε δημιουργία του Γκοντάρ συζητιέται εντόνως στα αλήστου μνήμης καφενεία του Καρτιέ Λατέν ανάμεσα στις αναθυμιάσεις από τα Γκολουάζ και τα Ζιτάν, τις εκρηκτικές τζαζ στιγμές του Τσάρλι Πάρκερ και του Τσαρλς Μίνγκους, τις έξαλλες αντιπαραθέσεις σχετικά με τον Χέγκελ και τον Μαρξ, στις οποίες συμμετείχαν ενεργώς ακόμα και εξόχως καλλιεργημένες πόρνες, τη μανία για το σκάκι και την ολοένα και πιο πυρετώδη αναμονή μιας κοινωνικής έκρηξης που θα άλλαζε, υποτίθεται, άρδην τον κόσμο.
Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Γκοντάρ περιβάλλεται, για πολλούς, με την άλω του γκουρού, του Πάπα, του προφήτη. Για άλλους είναι απλώς ένα παιδί του Μάο και της Κόκα Κόλα ή, ακόμα πιο αυστηρά, ο «πιο κόπανος Ελβετός φιλοκινέζος». Απτόητος, σχεδόν εξίσου αδιάφορος για τα εγκώμια όσο και για τις επιπλήξεις, ο Ζαν-Λυκ διασκεδάζει γκρεμίζοντας διαρκώς τα παιζοτουβλάκια και τα lego του καθιερωμένου σινεμά, εμφορούμενος από την παιδική ζέση ενός ποπ Καλιγούλα. Κάνει ό,τι έκανε ο Άντι Γουόρχολ στη ζωγραφική, αλλά πασπαλίζοντάς το και με καμιά δεκαριά κακοχωνεμένα επαναστατικά σλόγκαν. Άλλωστε ήταν τότε εύκολοι οι καιροί τόσο για πρίγκιπες όσο και για επαναστάτες. Ο Ζαν-Λυκ, μιας και κατ’ ουσίαν δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο, πρόσφερε στο αδηφάγο κοινό ένα κενό σβέλτα και επιδέξια παραγεμισμένο και από το ένα και από το άλλο, ένα κολλάζ αριστοκρατικής ευρυμάθειας και επαναστατικής φλυαρίας, ένα κράμα κυνισμού και ραγισμένου ρομαντισμού, μια ρώσικη (παρντόν, Ζαν-Λυκ: κινέζικη) σαλάτα από ατάκτως ερριμμένες μνείες, παραθέσεις και… κλοπές. Το κόλπο, όπως κάθε τρελό κόλπο, είχε και τα καλά του: αλησμόνητα δροσερές σκηνές με την μούσα, σύζυγο (ευτυχώς γι’ αυτήν – και για μας!!! – μόνο για λίγο), και απαστράπτουσα Άννα Καρίνα, τον Ζαν-Πιερ Λεό και τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, πανέμορφες ασπρόμαυρες παρουσίες του θρύλου Έντι Κονσταντίν και του μονίμως αξύριστου και γοητευτικά στραπατσαρισμένου Ακίμ Ταμίροφ, σούπερ στιχομυθίες όπως αυτές ανάμεσα στον Φερντινάν/Μπελμοντό και στην Μαριάν/Καρίνα, στον «Τρελό Πιερό», που αξίζει να απολαύσουμε και πάλι ύστερα από μερικές δεκαετίες: «Να τους πούμε ιστορίες», λέει ο Μπελμοντό. «Δεν είναι δύσκολο αν ξεσηκώσουμε μερικές από βιβλία». Η Καρίνα ρωτάει: «Ναι, μα τι;» Ο Μπελμοντό απαντάει: «Οτιδήποτε: την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, την ιστορία του Νικολά ντε Σταλ και της αυτοκτονίας του, ξέρω κι εγώ, ή αυτήν του Ουίλιαμ Ουίλσον. Συνάντησε τον σωσία του στο δρόμο. Τον κυνήγησε παντού να τον σκοτώσει. Το έκανε. Μόλις το έκανε, διαπίστωσε ότι είχε σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό, κι αυτό που έμενε ήταν ο σωσίας του».
Αυτή η στιχομυθία, με την τάχατες ανάλαφρη αναφορά στον μαιτρ του μακάβριου, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, είναι η ιστορία του ίδιου του Γκοντάρ. Κάποια στιγμή, συνάντησε τον εξεγερμένο εαυτό του στο δρόμο. Από τότε, πασχίζει να τον σκοτώσει. Κι αν το κάνει, θα έχει σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ευτυχώς ακόμη, στα εβδομήντα εφτά του χρόνια, ξεφεύγει, ελίσσεται, παίζει σαν παιδί, φλυαρεί για την θρυλική ενδεκάδα της Εθνικής Ουγγαρίας του αδάμαστου ταγματάρχη Φέρεντς Πούσκας που, στο Γουέμπλεϊ, τον Νοέμβριο του 1953, συνέτριψε την Εθνική της Αγγλίας με 6-3!
Όπως θα λέγαμε σε άπταιστα αγγλογαλλοελληνικά των sms: «C U, Ζανλίκ &, still, agapame na se misoume!Au revoir, Γερομπαγάσα!!!»



Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Καλοί Άνθρωποι



Ο καλύτερος τρόπος, φίλοι μου καλοί, για να γιορτάζεις επετείους είναι να ακούς καλή μουσική, να πίνεις ένα ποτήρι (έλεγε ο θρυλικός Νίκος Λώρας «Η συμβουλή μου ύστερα από τόσα χρόνια μπάρμαν είναι να πίνετε πάντα ένα λιγότερο»), να θυμάσαι ότι ποτέ δεν ξεχνάς τους φίλους σου, και, εάν το μπορείς, να συνθέτεις ένα ποίημα. Ιδού!


Καλοί Άνθρωποι

Καλός άνθρωπος ο κύριος Κώστας,
Ο ταβερνιάρης μου,
Που εδώ και έξι χρόνια τα βράδια με φιλεύει με το χαμόγελο στα χείλη
Και τα πρωινά με χαιρετάει με δυνατή φωνή,
«Έλα, Ίκαρε!»
Καθώς με το λάστιχο στο χέρι
Πλένει με φροντίδα άδολη τα πλακάκια
στο αίθριο της ταβέρνας «Οι Μουριές»
Στην Πλατεία Παπαδιαμάντη
Την ώρα που εγώ βγαίνω για την πρωινή εφημερίδα μου
Για τα άφιλτρα τσιγάρα μου
Για το ψωμί, το ψαρονέφρι, και τα οπωροκηπευτικά μου
Κάτω από έναν ουρανό που είναι και πάλι προστατευτικός.

Άνθρωπος καλός,
Μ’ όλες τις καταλαλιές πυγμαίων και στριφνών,
Ο μέγας συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν
Που λάτρευε
Των κοριτσιών τα σφριγηλά κορμιά
Μα και τον γάτο του
Ονόματι Μεντόν, αν δεν με γελάει
Η διάτρητη απ’ το ουίσκι μνήμη μου,
Που μας δώρισε,
Ο Σελίν όχι ο Μεντόν,
Το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας
Κι άλλα δέκα αριστουργήματα από κείνα
Που δίνουνε γροθιές λυτρωτικές
Στο υπογάστριο της Τέχνης.

Καλός άνθρωπος ο George Safford Parker,
Ο καλόγουστος τηλεγραφητής
Που το 1888, μόλις ετών είκοσι πέντε,
Ίδρυσε την εταιρεία που άλλαξε
Τον τρόπο μας να γράφουμε
Και μ’ έχει κάνει κατά πολύ φτωχότερο
Απ’ ό,τι ήμουν και θα είμαι
Με το ν’ αγοράζω όπου βρεθώ κι όπου σταθώ
Ωραίους στυλογράφους
Για να τους δωρίζω
Σε ανθρώπους ωραίους.

Άνθρωπος καλός ο θείος μου ο Γιώργος
Ο Μαυραγάνης Γεώργιος,
Αντιστράτηγος Πεζικού
Και κάποτε διατελέσας διοικητής του Τρίτου Σώματος Στρατού,
Που μου δώρισε τον πρώτο μου Parker
Σαν τέλειωνα το δημοτικό κι έμπαινα στο γυμνάσιο
Πριν από τριάμισι και βάλε δεκαετίες
Για να γράψω τα πρώτα μου
Βλάσφημα και βρόμικα ποιήματα
Τρελαμένος από τον έρωτα
Για μια κοπέλα με πράσινα μάτια
Και για έναν ποιητή
Που άκουγε στο όνομα Allen Ginsberg
Και τον ανακάλυψα τυχαία σ’ ένα αλησμόνητο
Βιβλιοπωλείο στο Βόλο.

Καλός άνθρωπος ο Ernest ‘Papa’ Hemingway
Που έλεγε ανενδοίαστα
Πίνοντας τη δέκατη ένατη μπίρα του
Και το έβδομο ουίσκι του
Στο Ritz, στο Παρίσι,
Που καθώς λέει η ιστορία,
Ο ίδιος, αψηφώντας τις άνωθεν διαταγές,
Έσπευσε οδηγώντας ένα τζιπ ατίθασο
Ν’ απελευθερώσει απ’ τους ναζί
Στις 25 Αυγούστου του 1944,
Ότι καλό είναι ό,τι μας κάνει καλό,
Έλεγε ο ‘Papa’ καθώς έλεγα
Κι ύστερα γελούσε και συνέχιζε να γράφει
Ακόμα μια σελίδα
Από τον Αποχαιρετισμό στα Όπλα.
Κι ας έφυγε, όπως έφυγε,
Μ’ εκείνη τη γαμημένη καραμπίνα.

Άνθρωπος καλός, πολύ καλός,
Η αδελφή μου η Ελένη
Που τόσες νύχτες μεθυσμένες
Φρόντισε σώος και αβλαβής
Και καθώς λένε οι φήμες
Μ’ ένα ασυναίσθητο ηδύ χαμόγελο
Στο κονάκι μου να φτάσω
Και να ονειρευτώ
Γέφυρες διαφανείς να χάνονται ανάμεσα
Σε ουρανό και θάλασσα,
Πεταλούδες χρυσογάλαζες να χορεύουν
Γύρω από την Ωραία Ερωμένη μου
Άνθη κόκκινα να σκεπάζουν
Ωσάν του Christo έργο
Όλα τα Πολεμικά Μουσεία και τα Κοινοβούλια
Του κόσμου τούτου όλου.

Καλός άνθρωπος ο Νίκος Καρούζος
Ο ποιητής που με τη φιλία του με τίμησε
Και τόσο εύστοχα με χαρακτήρισε
Πάνε κοντά είκοσι χρόνια τώρα
«Ποιητή ενός Αγχο-οράματος»
Και με είχε για συμπότη του
Και συνομιλητή του
Τις νύχτες που περιπλανιόμασταν
Από της ποίησης την περιπέτεια
Στην περιπέτεια της ποίησης.

Άνθρωπος καλός η Δήμητρα στον «Μύλο»
Που πάντα με καλοδέχεται
Και με ευγένεια απαράμιλλη
Ξέρει να μου σερβίρει
Ακόμα και το εικοστό
Σχεδόν ολέθριο
Μα και τόσο λυτρωτικό,
Για όσους τσακίζουν
Κόκαλα και πνεύμα και ψυχή
Θητεύοντας στης ποίησης την απαίτηση
Διάκονοι της Τρέλας
Και νομοθέτες άοπλοι,
Ουίσκι.

Καλός άνθρωπος ο Shane McGowan
Που μας έχει κάνει
Βράδια και βράδια
Να τραγουδάμε φάλτσα και βραχνά
(Μα με καρδιά,
Με τι καρδιά!)
Το ‘Dirty Old Town’
Ο Όλεθρος, ο Νέστωρ και εγώ
Σε μπάρες της συμφοράς
Σε σπίτια της αλληλεγγύης
Σε οδούς ονείρων.

Άνθρωπος καλός
Ο ειρημένος Νέστωρ
Ποιητής και πότης
Λάτρης της αληθινής ζωής
Και ακέραιος φίλος
Πάντα κομψός, πάντα δανδής
Με το αλκοολικό του βλέμμα
Να λάμπει από χαρά
Κάθε που ανακαλύπτει
Ένα άδικα λησμονημένο αριστούργημα
Και όχι δεν λέει ποτέ
Για μια βραδιά ευφρόσυνης αφροσύνης.

Καλός άνθρωπος
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι ο ποιητής
Που στις 29 Οκτωβρίου του 1955
Παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Φράι
Που ως τότε δεν την είχε δει στα μάτια του
Και που του είχε γράψει ότι
Κανένας δεν την παντρεύεται
Γιατί της έλειπαν δυο σπόνδυλοι αυχενικοί
Και ήταν δύσμορφη.

Άνθρωπος καλός
Η Ελεάννα Μαρτίνου
Που στήνει
Όπως δεκαετίες πριν
Εκείνος ο ποιητής
Ένα
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων
Αλλά όχι με λέξεις
Μα με
Κάρβουνα Μελάνια Τελάρα και Χαρτιά
Για να μας υπενθυμίσει και πάλι
Ότι κυλάει αδυσώπητα ο χρόνος
Και ότι
Ο Άνθρωπος είναι η Απάντηση
Όποια κι αν είναι η Ερώτηση.

Άνθρωποι καλοί
Οι καλοί άνθρωποι
Που μας άλλαξαν τα φώτα και τη ρότα
Που μας έκαναν παρίες
Που μας έβγαλαν απ’ το χρήμα
Και μας έβαλαν στο χρόνο
Που μας έκαναν ένυλο ποίημα
Και μας σκόρπισαν
Στους τέσσερις ανέμους
Για να γίνουμε πιο ανθρώπινοι ακόμα
Για να γίνουμε οι δωρητές ψυχής που γίναμε
Και να μπορούμε έτσι ν’ αγαπάμε
Τα πιο όμορφα κορίτσια
Και να χρωστάμε
Ευγνωμοσύνη αιώνια
Σ’ εκείνους που διαλέξαμε
Να είναι οι πρόγονοί μας.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 6/ΙΙΙ/2008





Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Ξανά στα Καφενεία




Ένα παλιό κομμάτι, που το ξαναθυμήθηκα αναπάντεχα χθες, πίνοντας και τρώγοντας στον "Καπετάν Μιχάλη", κάτω από έναν γαλάζιο εξαίσιο ουρανό, με μια καλή παρέα, συζητώντας για τα ατελιέ της άδολης δημιουργικότητας, για τα εργαστήρια της ψυχής και του νου, για τους χώρους όπου σμίγει το Πάθος με τον Πόθο...


Ξανά Στα Καφενεία


Στην κουβέντα του, όπως και στην κουβέντα των φίλων του, δεν υπήρχε αόρατο όριο ευπρέπειας ούτε συμβατικά ταμπού. Μπορούσες ν’ ανακατέψεις τα πάντα: αθλητισμό, πολιτική, ιστορία, λογοτεχνία, ανεπιφύλακτη έκφραση γνώμης, επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, ιδεαλιστικό συναίσθημα, ηθική ακεραιότητα... Κι αυτό είχε κάτι το θαυμαστά αναζωογονητικό, ένας διαφορετικός και επικίνδυνος κόσμος, απαιτητικός, σταράτος, επιθετικός, απελευθερωμένος από την ανάγκη να γίνεται αρεστός.
Φίλιπ Ροθ, Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή



– Ποιος ήταν ο στόχος, ο σκοπός, το προς τι; Πώς ξεκίνησαν όλα και πού θα καταλήξουν; Ποίοι οι φίλοι, όπως αναρωτιόταν κι ο Καχτίτσης; Και ποίοι οι εχθροί, όπως επέμεναν ν’ αναρωτιούνται ο Clausewitz, ο Marx, ο Breton, και ο Debord; Γιατί γίναμε Απόγονοι της Νύχτας, όπως το ήθελε ο Καρούζος, και πώς έγινε να συνθέσει το soundtrack της παλιοπαρέας ο Tom Waits, συνεπικουρούμενος από τους εκλεκτούς σχοινοβάτες και βραχνούς τενόρους Nick Cave, Captain Beefheart, Winston Tong, Steven Brown, και Blixa Bargeld; Κι ακόμα, κι ακόμα, λέω, πώς και δεν μας αφήνουν ησύχους, και πώς δεν τους αφήνουμε κι εμείς, ομοίως, ησύχους; Τι έχει συμβεί, και πότε ακριβώς συνέβη, και έκτοτε, η Ποίησις έπαψε να είναι, για μας, ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου, κι έγινε μια ατέρμονη βόλτα στον ίδιο πάντα, ναι, στον ίδιο κι όχι σ’ άλλον, στον ίδιο λαβύρινθο, στο Τρίγωνο του Χάους, εκεί, ανάμεσα στην Κυψέλη και στα Εξάρχεια και στο Παγκράτι, εκεί, ανάμεσα στην οδού Σύρου και στην οδό Τσαμαδού και στην οδό Εριφύλης; Γιατί οι ζωές μας έγιναν ίχνη στο χάος του χρόνου, γιατί έγιναν οι ζωές μας ίχνη από κραγιόν, lipstick traces, πάνω στα εξώφυλλα των βιβλίων που αγαπήσαμε, γιατί έγιναν οι ζωές μας ίχνη από τα ποτήρια του κρασιού, της βότκας, της τεκίλας, του ουίσκι, της τσικουδιάς, του καλβαντός, της μπίρας, στην ξύλινη επιφάνεια πέντε ή έξι αγαπημένων τραπεζιών σε μερικές αγαπημένες κόγχες της πόλης; Γιατί δεν μας λέει τίποτε ό,τι δεν μας είπε κάτι ήδη από το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, ήδη από το χίλια εννιακόσια εβδομήντα εφτά; Γιατί όλα τα κορίτσια μας τα έλεγαν Άννα, Μάρθα ή Όλγα; Γιατί όλα τα αγόρια τα έλεγαν ανέκαθεν Πατρίκ, Σέργιο ή Στέφανο; Γιατί όλα μας τα ποιήματα, εκείνα τα σπαράγματα που έμελλε να χαθούν για να βρεθούν ξανά, ναι, να χαθούν στον αφρό των ημερών για να βρεθούν ξανά λίγο προτού αρχίσει να φτερουγίζει η Γλαύκα της Αθηνάς, λίγο πριν απλωθεί εκείνη η νύχτα που κάνει όλες τις αγελάδες να φαίνονται μαύρες και ίδιες, λίγο προτού στις πύλες στρατοπεδεύσει όχι ο Κατιλίνας αλλά ο Θάνατος, λίγο αφότου καταλάβαμε ότι πρέπει να ξαναθυμηθούμε τους υπαινιγμούς μας, τους κώδικές μας, τα συνθήματά μας – ναι, γιατί όλα τα ποιήματά μας τα γράφαμε στο πίσω μέρος του πακέτου των τσιγάρων (Δελφοί, Sante, Καρέλια Αγρινίου, Έθνος Εξαιρετικά), πάντα με τον ίδιο στυλογράφο, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Parker, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Mont Blanc, πάντα με τον ίδιο φθαρμένο Sheaffer; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Άννας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Μάρθας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί όλες οι φωτογραφίες της Όλγας είναι ασπρόμαυρες; Γιατί αφήσαμε να ζωγραφίσουν τους τοίχους των σπιτιών μας απαστράπτοντες αγυιόπαιδες που ακούνε σε ονόματα όπως Marcel Duchamp, Asger Jorn, Joseph Beuys, Jackson Pollock, Gil Wolman; Γιατί συνθήματά μας έγιναν φράσεις όπως, «Αλήτης εκατάντησα εν ταις αλλοδαπαίς» (Ιώσηπος Μοισιόδαξ), «Οι τέχνες του μέλλοντος θα είναι αναστατώσεις καταστάσεων ή τίποτα» (Guy Debord), «Η Αιωνιότητα Διαρκεί Περισσότερο» (Kurt Schwitters), «Από εδώ που είμαστε πρέπει να πάμε εκεί που είναι η Απόφαση (Ludwig Wittgenstein), «Δαπανήθηκα στις λόχμες» (Γιώργος Μακρής), «Η Γλώσσα είναι Ιός» (William S. Burroughs), «Πίνοντας ως το φουκαριάρικο συκώτι μου» (Νίκος Καρούζος), «Το spleen, το γαμημένο το spleen» (Blixa Fillon); Γιατί από τότε που θυμόμαστε ό,τι θυμόμαστε τα κάνουμε θάλασσα και χαιρόμαστε μ’ αυτό, αδιαφορώντας παγερά για όλα όσα δεν μας χαμογελούν όσο σαγηνευτικά τους χαμογελάμε εμείς; Γιατί μας είναι τόσο ξένες ορισμένες λέξεις (καριέρα, χρήμα, καταξίωση, συμβιβασμός, ιδιοτέλεια, εργασία) και τόσο οικείες άλλες, οι αντίθετές τους; Γιατί ενδίδουμε περιχαρείς στους πειρασμούς που μας ταιριάζουν; Γιατί το αγαπημένο μας τραγούδι είναι το Famous Blue Raincoat, το αγαπημένο μας βιβλίο είναι το Under the Volcano, το αγαπημένο μας απόλυτο φιλμ είναι το In Girum Imus Nocte Et Consumimur Igni, ο αγαπημένος μας ποδοσφαιριστής είναι ο George Best, ο αγαπημένος μας ηθοποιός είναι ο Zbigniew Cybulski, ο αγαπημένος μας βάρδος είναι ο Shakespeare, η αγαπημένη μας ποιήτρια είναι η Mina Loy, ο αγαπημένος μας φιλόσοφος είναι ο Hegel, η αγαπημένη μας τραγουδίστρια είναι η Marianne Faithful, o αγαπημένος μας Αμερικανός είναι ο William Burroughs, το αγαπημένο μας νησί είναι η Τήνος, ο αγαπημένος μας οσιομάρτυρας είναι ο Ivan Chtcheglov, η αγαπημένη μας πετυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας είναι αυτή του Γιώργου Μακρή, η αγαπημένη μας αθλήτρια είναι η Στέφκα Κονσταντίνοβα, ο αγαπημένος μας φωτογράφος είναι ο Ed van der Elsken, το αγαπημένο μας πορνογράφημα είναι οι Έντεκα Χιλιάδες Βέργες, ο αγαπημένος μας ποιητής είναι ο Isidore Ducasse, ο αγαπημένος μας ζωγράφος είναι ο Marcel Duchamp, ο αγαπημένος μας αρχιτέκτονας είναι ο Constant, η αγαπημένη μας κούκλα είναι η Theresa Russell, ο αγαπημένος μας Σκωτσέζος είναι ο Alexander Trocchi, ο αγαπημένος μας τενίστας είναι ο John McEnrow, η αγαπημένη μας ταινία είναι Τα Παιδιά Της Γαλαρίας, ο αγαπημένος μας Ιρλανδός είναι ο Samuel Beckett, η αγαπημένη μας ηρωίδα ποιήματος είναι η Anna Blume, ο αγαπημένος μας Εμφύλιος είναι ο Ισπανικός, το αγαπημένο μας χαμίνι είναι ο Γαβριάς, ο αγαπημένος μας σκακιστής είναι ο Michael Tal, το αγαπημένο μας συγκρότημα είναι οι Sonic Youth, ο αγαπημένος μας Ιακωβίνος είναι ο Saint-Just, το αγαπημένο μας ποτό είναι το ούζο, ο αγαπημένος μας αναρχικός είναι ο Durutti, και ο αγαπημένος μας ρεμπέτης είναι ο Βαμβακάρης;

– «Διότι, νεαρέ μου φίλε», είπε τότε με τη βραχνή, μα τόσο καθαρή φωνή του, ο Ηρακλής Λ., πίνοντας ακόμη μια γουλιά απ’ το ουίσκι του, στην υπόγεια κάμαρα του Γ.Ι.Μ, στην οδό Αγίου Μελετίου, ενώ χάραζε και πάλι, ενώ εμείς ετοιμαζόμασταν να πέσουμε κατάκοποι για ύπνο, κι ενώ η υπόλοιπη πόλη ξυπνούσε, «ο Ναπολέων υπήρξε μέγας στρατηλάτης, αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος να σπάμε τα έπιπλα».